← Ελλάδα

4. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 3/13 Ιουλ. 1936 Περί οργανισμού Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων. Έχοντες υπόψει το άρθρον μόνον του Νόμ. 6233, το άρθρ.

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την οργάνωση του Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων και καθορίζει τους όρους χορήγησης εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος ή επιστροφής εισφορών σε δημόσιους υπαλλήλους ή τις οικογένειές τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 3/13 Ιουλ. 1936 Περί οργανισμού Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων. Έχοντες υπόψει το άρθρον μόνον του Νόμ. 6233, το άρθρ. 17 του από 25 Ιαν. 1936 Α. Νόμου «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Οργανισμού του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων» και σύμφωνον πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου τούτου, προτάσει του Ημετέρου επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργού, κωδικοποιούμε τας περί του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων ισχυούσας διατάξεις εις ενιαίον κείμενον Νόμου έχον ως έπεται: Σελ. 504(α) 243-32 ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΔΗΜ. ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ Ίδρυσις.- Έδρα.- Σκοπός. Άρθρ.1.-(Άρθρ. 1 Οργανισμού 1931 και άρθρ. 1 Α.Ν. 25-1-1936) 1.Ιδρύεται Ταμείον Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων με έδραν τας Αθήνας. 2.Σκοπός του Ταμείου τούτου είναι η, συμφώνως προς τας επομένας διατάξεις, χορήγησις εφ’ άπαξ χρηματικού βοηθήματος εις τον εκ της δημοσίας υπηρεσίας απολυόμενον ή αποχωρούντα ησφαλισμένον, ή εν περιπτώσει θανάτου τούτου, εις τα μέλη της οικογενείας του. 3.Εν τοις επομένοις ο όρος «Ταμείον» σημαίνει το Ταμείον Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων. Διοίκησις Ταμείου άρθρ.4 παρ.1 του Οργανισμού ιδιοτήτων και προϋποθέσεων οι δικαιωθέντες συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου, εφ’ όσον συνεπλήρωσαν χρόνον ασφαλίσεως: α)εις την περίπτωσιν της απολύσεως λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος εν υπηρεσία και ένεκα ταύτης 50 μηνών, β)εις την περίπτωσιν απολύσεως λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος εν υπηρεσία ουχί όμως ένεκα ταύτης 100 μηνών, γ)εις τας περιπτώσεις απολύσεως λόγω καταργήσεως θέσεως, ή λόγω ορίου ηλικίας και παραιτήσεως κατόπιν υποβιβασμού, 120 μηνών και δ)εις τας λοιπάς περιπτώσεις εξόδου εκ της υπηρεσίας 150 μηνών». Η παρ.1 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ.2 του Π.Δ.666 της 12/16 Σεπτ.1978 (ΦΕΚ Α΄148). 2.«Προκειμένου περί χορηγήσεως εφ’ άπαξ βοηθήματος εκ του Ταμείου εις τους παρ’ αυτώ ησφαλισμένους υπαλλήλους του ΕΛΤΑ, την προϋπόθεσιν συνταξιοδοτήσεως εκ του Δημοσίου αντικαθιστά η συνταξιοδότησις εκ του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΤΑΠΟΤΕ). Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και εις περίπτωσιν εφαρμογής των άρθρ.6 και 7 του παρόντος Οργανισμού. Η παρ.2 προσετέθη δια του Π.Δ. 117 της 1/13 Φεβρ.1974 (ΦΕΚ Α΄40). Προϋποθέσεις χορηγήσεως βοηθήματος εις ησφαλισμένους μη δικαιουμένους συντάξεως Άρθρ.6.-«Δικαίωμα εφ’ άπαξ βοηθήματος εκ του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων έχουσι και οι μη δικαούμενοι συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου εφ’ όσον συνεπλήρωσαν χρόνον ασφαλίσεως α)εις την περίπτωσιν απολύσεως λόγω ορίου ηλικίας ή λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος νομίμως βεβαιωθείσης 120 μηνών, β)εις τας λοιπάς περιπτώσεις απολύσεως πλην της οφειλομένης εις αποχήν εκ των καθηκόντων και της προκαλουμένης τη αιτήσει του ησφαλισμένου 180 μηνών και γ) εις την περίπτωσιν εξόδου δια παραιτήσεως ή απολύσεως οφειλομένης εις αποχήν εκ των καθηκόντων ή προκαλουμένης αιτήσει του ησφαλισμένου 220 μηνών». Το άρθρ.6 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αρίθ.56952 της 15/15 Νοεμ.1952 αποφάσεως Υπουργείου Εργασίας. Προϋποθέσεις χορηγήσεως βοηθήματος εις οικογενείας θανόντων ησφαλισμένων Άρθρ.7.-«1.Δικαίωμα εφ’ άπαξ βοηθήματος εκ του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων έχουν : α)τα βάσει συνταξιοδοτικών πράξεων δικαιωθέντα συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου πρόσωπα της οικογενείας των εν τη υπηρεσία θνησκόντων ησφαλισμένων, εφ’ όσον ο αποβιώσας είχε συμπληρώσει κατά την ημέρα του θανάτου του χρόνον ασφαλίσεως 100 μηνών και β)τα πρόσωπα της οικογενείας του μετά την συμπλήρωσιν χρόνου ασφαλήσεως 100 μηνών αποβιώσαντος ησφαλισμένου, τα οποία δεν δικαιούνται συντάξεως, είτε διότι ο αποβιώσας δεν εκέκτητο την ιδιότητα του τακτικού Δημοσίου Πολιτικού υπαλλήλου, είτε διότι ούτος, είχε μεν την ιδιότητα ταύτην, αλλά δεν είχε συμπληρώσει την προς απονομήν συντάξεως απαιτούμενην συντάξιμον υπηρεσίαν, εφ’ όσον όμως εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις τα πρόσωπα ταύτα περιλαμβάνονται εις τον κύκλον των μελών της οικογενέιας, τα οποία θα εδικαιούντο συντάξεως εάν δια τον αποβιώσαντα συνέτρεχον αι νόμιμοι προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως». Η παρ.1 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ.3 του Π.Δ.666 της 12/16 Σεπτ.1978 (ΦΕΚ Α΄148). 2.Η κατανομή του βοηθήματος μεταξύ των δικαουμένων τοιούτου προσώπων της οικογενείας του αποβιώσαντος γίνεται κατά την αναλογίαν του δικαιώματος συντάξεως εκάστου τούτων. Εάν τα τέκνα ή τινά τούτων διατελώσιν υπό την επιτροπείαν άλλου και ουχί του επιζώντος γονέως, δύναται ν’ απαιτηθή παρά του επιτρόπου των η κεχωρισμένη καταβολή της ανηκούσης αυτοίς μερίδος του βοηθήματος. Η προς τούτο όμως αίτησις δέον να έχη υποβληθή εις το Ταμείον προ της εκδικάσεως της αιτήσεως περί απονομής βοηθήματος, άλλως αι μερίδες των ανηλίκων καταβάλλονται εις τον επιζώντα γονέα. 3.Εν περιπτώσει ελλείψεως επιτρόπου ανηλίκων δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον να καταθέτη παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος και επ’ ονόματι τούτων την αναλογούσαν αυτοίς μερίδα του βοηθήματος. 4.Εις περίπτωσιν καθ’ ην οι ησφαλισμένοι ή αι οικογένειαί των μετά την λόγω απολύσεως, παραιτήσεως, θανάτου κλπ. αρχικήν έξοδον εκ της υπηρεσίας ήθελον αποδείξει εντός ενός έτους από της ημέρας της εξόδου, κατά την ισχύουσαν εκάστοτε διαδικασίαν απονομής συντάξεως παθόντων εν υπηρεσία και ένεκα ταύτης, ότι έπαθον εν υπηρεσία και ένεκα ταύτης, διαπιστωθή δε τούτο δια πράξεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφαρμόζονται δια την απονομήν αυτοίς βοηθήματος, αι αφορώσαι την απόλυσιν λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος εν υπηρεσία και ένεκα ταύτης σχετικαί διατάξεις. (Αντί για τη σελ.507(ε)) Σελ.507(ζ) Τεύχος Ι-72 Σελ. 81 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 2.Θ.β.4 Προϋποθέσεις επιστροφής εισφορών Άρθρ.8.-«1.Επιστροφής εισφορών δικαιούνται εκ του Ταμείου, «α)Οι μη δικαιούμενοι κατά τας άλλας διατάξεις εφ’ άπαξ βοηθήματος ησφαλισμένοι εφ’όσον εξήλθον της υπηρεσίας μετά την συμπλήρωσιν χρόνου ασφαλίσεως 72 μηνών». Η ανωτέρω εντός « » περίπτ. α αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ.1 άρθρ.2 Π.Δ. 670 της 8/10 Σεπτ.1976 (ΦΕΚ Α΄242). β)οι μη δικαιούμενοι επίσης εφ’ άπαξ βοηθήματος ησφαλισμένοι ανεξαρτήτως του χρόνου ασφαλίσεώς των εφ’ όσον εξήλθον της υπηρεσίας λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος εν υπηρεσία και ένεκα ταύτης νομίμως κατά τις εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις βεβαιωθείσης και γ)τα πρόσωπα της οικογενείας του ησφαλισμένου ανεξαρτήτως του χρόνου ασφαλίσεώς του εφ’ όσον δεν δικαιούνται κατά τας άλλας διατάξεις εφ’ άπαξ βοηθήματος και περιλαμβάνονται μεταξύ των προσώπων άτινα θα εδικαιούντο συντάξεως εάν ο αποβιώσας εκέκτητο την προς τούτο υπηρεσίαν. «Αι υπό τας ανωτέρω προϋποθέσεις επιστρεπτέαι εις τους ησφαλισμένους ή τας οικογενείας των εισφοραί καθορίζονται ίσαι προς τα 70/100 του ποσού του βοηθήματος, όπερ βάσει των μηνών ασφαλίσεως και των υπαχθεισών εις την υπέρ του Ταμείου εισφοράν των αποδοχών των, του τελευταίου μηνός της ασφαλίσεώς των, θα προέκυπτεν υπέρ αυτών εάν εδικαιούντο τοιούτου. Εν ουδεμιά περιπτώσει το ούτως εξευρισκόμενον ποσόν δύναται να είναι κατώτερον των 1.000 δραχμών». Το ανωτέρω εντός « »(δεύτερον εδάφιον της παρ.1) αντικατασταθέν δια της παρ.2 της υπ’ αρίθ. 66944/Σ1574 της 7/23 Νοεμ. 1955 (ΦΕΚ Β΄206) αποφ. Υπ. Εργασίας και δια της παρ.2 της υπ’ αρίθ.23032/Σ183 της 6/10 Απρ.1957 (ΦΕΚ Β΄108) ομοίας, αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια της παρ.2 άρθρ.2 του Π.Δ. 670 της 8/10 Σεπτ.1976 (ΦΕΚ Α΄242) Η μεταξύ των μελών της οικογενείας του αποβιώσαντος ησφαλισμένου κατανομή και καταβολή των επιστρεπτέων εισφορών ενεργείται συμφώνως προς τας διατάξεις περί κατανομής και καταβολής του εφ’ άπαξ βοηθήματος». Η παρ.1 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αρίθ.56952 της 15/15 Νοεμ. 1952 αποφάσεως Υπουργείου Εργασίας. 2.Τα ποσά των εισπραχθεισών εισφορών επιστρέφονται τοις δικαιούχοις ατόκως. 3.Εάν δι’ οιονδήποτε λόγον εγένοντο εισφοραί εκ του μισθού δημοσίου υπαλλήλου, μη υπαγομένου εις το Ταμείον Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα βοηθήματος, αι δε αχρεωστήτως εισπραχθείσαι εισφοραί επιστρέφονται αυτώ ατόκως δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Σελ.508(ζ) Τεύχος Ι-72 Σελ. 82 2.Θ.β.4 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων Χρόνος Ασφαλίσεως Άρθρ.9.-«1.α΄Χρόνος ασφαλίσεως είναι τα μετά την ίδρυσιν του Ταμείου χρονικά διαστήματα, καθ’α ο ησφαλισμένος υπέκειτο νομίμως εις τας υπέρ αυτού εισφοράς, ως και τα μετά την ίδρυσιν του Ταμείου χρονικά διαστήματα καθ’α ο δια Νόμου ή δια των περί υπαγωγής εις την ασφάλισιν αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου υπαχθείς εις ταύτην υπεχρεώθη εις την καταβολήν εισφορών δια τον προδιαδραμόντα χρόνον ως επίσης και τα μετά την ίδρυσιν του Ταμείου χρονικά διαστήματα, άτινα δια Νόμου εθεωρήθησαν ως Δημοσία Πολιτική υπηρεσία και συντάξιμος τοιαύτη παρασχεθείσα εις το Δημόσιον ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμόν, ων το προσωπικόν υπάγεται εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπό τινα των εν άρθρ.4 παρ.1 του Οργανισμού του Ταμείου αναφερομένων ιδιοτήτων και προϋποθέσεων. β΄Υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, οίτινες απεσπάσθησαν ή μετετάγησαν εις Δημοσίαν υπηρεσίαν και εν συνεχεία της τοιαύτης αποσπάσεως ή μετατάξεώς των απέκτησαν την Δημοσιοϋπαλληλικήν ιδιότητα, δύνανται να αναγνωρίσουν ως εν ασφαλίσει εις το Ταμείον την εις το εξ ού απεσπάσθησαν ή μετετάγησαν Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμόν Τοπικής Αυτοδιοικήσεως προϋπηρεσίαν των, εφ’ όσον η προϋπηρεσία των αύτη αναγνωρίζεται ως συντάξιμος. Η αναγνώρισις ως εν ασφαλίσει του ανωτέρω χρόνου, ενεργείται δι’ εξαγοράς κατά τας οικείας διατάξεις του Οργανισμού του Ταμείου. γ΄Εν τούτοις εξακολουθούν ισχύουσαι εξαιρετικώς καθ’ όσον αφορά εις τον χρόνον ασφαλίσεως των εκ των μετόχων του Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Τ.Τ.Τ. προερχομένων αι ειδικαί περί τούτων διατάξεις του άρθρ. 4 του από 14 Μαρτ. 1953 Β.Δ/τος «περί συγχωνεύσεως των υφισταμένων Ταμείων Αρωγής Υπαλλήλων κλπ», καθ’ όσον δε αφορά τους εις τον ΟΤΕ υπηρετούντας μετόχους αι κείμεναι ειδικαί περί των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων τούτων διατάξεις. 2.Εις τον κατά την ανωτέρω παράγραφον χρόνον ασφαλίσεως προσμετρούνται ως χρόνος ασφαλίσεως: α)τα μετά την ίδρυσιν του Ταμείου χρονικά διαστήματα, καθ’α ο ησφαλισμένος δεν υπέκειτο εις τας υπέρ αυτού εισφοράς ως μη δικαιούμενος αποδοχών, λόγω κανονικής ή αναρρωτικής ή εκπαιδευτικής αδείας, άνευ αποδοχών, ή λόγω διαθεσιμότητος, ή λόγω άλλης καταστάσεως μη συνεπαγομένης την λύσιν της υπαλληλικής σχέσεως, β) τα μετά την ίδρυσιν του Ταμείου χρονικά διαστήματα, καθ’ α΄ ο ησφαλισμένος παρέμεινεν εκτός υπηρεσίας, εφ’ όσον ταύτα θεωρούνται, δυνάμει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων, ως συντάξιμος υπηρεσία, γ)τα μετά την ίδρυσιν του Ταμείου και προς της υπαγωγής εις την ασφάλισιν τούτου χρονικά διαστήματα, καθ’ α ο ησφαλισμένος υπηρέτει εις το Δημόσιον ή Οργανισμόν, ούτινος το προσωπικόν υπάγεται εις την ασφάλισιν του Ταμείου, εφ΄ όσον πάντως ούτοι παρέσχον τας υπηρεσίας των υπό τινα των εν τη παρ.1 του άρθρ.4 του παρόντος αναφερομένων ασφαλιστέων περιπτώσεων, δ)τα μετά την ίδρυσιν του Ταμείου χρονικά διαστήματα της συνταξίμου πραγματικής υπηρεσίας εκπαιδευτικών εν γένει της διανυθείσης εν Δωδεκανήσω, ε) η από της ιδρύσεως του Ταμείου μέχρι 31.12.1952 διανυθείσα εν τη Χωρ/κή πραγματική υπηρεσία των Αστυνομικών υπαλλήλων, ως και εις τας υπηρεσίας των Τ.Τ.Τ. κατά τα ανωτέρω χρονικόν διάστημα διανυθείσα πραγματική υπηρεσία των ησφαλισμένων, εφ’ όσον εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις κατέστησαν ούτοι ησφαλισμένοι του Ταμείου προ της 1.1.53 3.Τα υπό στοιχ. α΄ μέχρι και ε΄ της προηγουμένης παραγράφου χρονικά διαστήματα προσμετρούνται εις τον χρόνον ασφαλίσεως, εφ’ όσον τούτο ζητηθή υπό του ησφαλισμένου ή εν περιπτώσει θανάτου τούτου υπό των δικαιουμένων ασφαλιστικής παροχής προσόδων της οικογενείας του και εφ’ όσον καταβληθούν αι αναλογούσαι δια τον προσμετρούμενον χρόνον εισφοραί. Αι δια τα χρονικά ταύτα διαστήματα οφειλόμεναι εισφοραί δύνανται να εξοφληθούν κατά την διάρκειαν της ενεργού υπηρεσίας του ησφαλισμένου είτε εφ’ άπαξ, είτε δι’ εξαμηνιαίων δόσεων, άλλως αύται παρακρατούνται εφ’ άπαξ εκ του χορηγηθησομένου αυτοίς εφ’ άπαξ βοηθήματος. «Η οφειλόμενη μηνιαία εισφορά για εξαγορά της προς αναγνώριση προϋπηρεσίας ορίζεται σε ποσοστό 7% επί των συνταξίμων αποδοχών που λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά το μήνα υποβολής της σχετικής αίτησης, η οποία υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο ετών από την ημερομηνία υπαγωγής στην ασφάλιση του Ταμείου. (Αντί για τη σελ.509(ο)) Σελ.509(π) Τεύχος 1348 Σελ. 79 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 2.Θ.β.4 Χρόνος προϋπηρεσίας για τον οποίο ο ασφαλισμένος είχε υπαχθεί στην ασφάλιση άλλου ταμείου, κλάδου ή λογ/σμού πρόνοιας καθώς και χρόνος ο οποίος αναγνωρίζετο από προηγούμενο φορέα πρόνοιας που ήταν ασφαλισμένος, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί και εξαγορασθεί στο Ταμείο». Το μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο, όπως αντικαταστάθηκε από το πρώτο άρθρο του Π.Δ. 317/26 Αυγ.-4 Σεπτ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 216) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 231/19.9.1996) αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 1 της υπ’ αριθ. Φ.215/1763/24 Νοεμ.-8 Δεκ. 1998 (ΦΕΚ Β΄ 1242) απόφ. Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σύμφωνα δε με τις παρ. 2 και 3 ορίστηκε ότι: Για τους ήδη ασφαλισμένους του Ταμείου ισχύουν τα αναφερόμενα στην παρ. 1 της παρούσης, η δε σχετική αίτηση υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο ετών από την ημερομηνία δημοσίευσή της. Η ισχύς της απόφασης αυτής αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δι’ αποφάσεων του Δ.Σ. του Ταμείου, εκδιδομένων κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, καθορίζεται αναλόγως του ύψους του οφειλομένου ποσού ο αριθμός των εξαμινιαίων δόσεων μη δυναμένων εν πάση περιπτώσει να υπερβούν τας 12. Αι καθορισθησόμεναι υπό του Δ.Σ. εξαμηνιαίαι δόσεις εξοφλούνται δια καταθέσεως του αντιστοίχου ποσού εις τον παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος λογαριασμόν του Ταμείου, μερίμνη των υποχρέων. Κατά τον αυτόν τρόπον ενεργείται υπό του υποχρέου και η εφ’ άπαξ εξόφλησις της οφειλής του. «Κάθε εξαμηνιαία δόση εξαγοράς προϋπηρεσίας από τη δημοσίευση του Δ/τος αυτού θεωρείται εμπρόθεσμη, εφ’ όσον καταβάλλεται μέσα στο χρόνο που ορίζεται για την καταβολή της επόμενης δόσης (εξάμηνο). Στην περίπτωση που οι υπόχρεοι των δόσεων δεν καταθέσουν μέσα στην τασσόμενη προθεσμία την καθορισθείσα εξαμινιαία δόση ή διακόψουν για οποιαδήποτε αιτία την καταβολή της παύει να ισχύει ο γενόμενος καθορισμός της οφειλής τους και ενεργείται νέοςυπολογισμός αυτής, κατόπιν υποβολής νέας αίτησης από τον ενδιαφερόμενο και Σελ.510(π) Τεύχος 1348 Σελ. 80 με τις αποδοχές του μήνα υποβολής αυτής στο Ταμείο. Τα ποσά που έχουν καταβληθεί εμπρόθεσμα μέχρι του επανυπολογισμού υπολογίζονται συμψηφιστικά για την απόσβεση οφειλής αντίστοιχου χρόνου». Το πιο πάνω μέσα στο « » εδάφιο όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο μόνο του Π.Δ.1174/81, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 169/23-31 Μαΐου 1983 (ΦΕΚ Α΄67), (κατωτ.αριθ.23). (Εις την περίπτωσιν παρακρατήσεως των οφειλομένων εκ του χορηγηθησομένου εφ’ άπαξ βοηθήματος, εκάστη των οφειλομένων μηνιαίων εισφορών ορίζεται ίση κατά ποσόν προς την εισφοράν την αντιστοιχούσαν εις τας αποδοχάς του ησφαλισμένου κατά τον τελευταίον μήνα της ασφαλίσεως μη δυναμένη πάντως να είναι μεγαλυτέρα του 80/100 του υπέρ αυτού βάσει της εξόδου του εκ της υπηρεσίας προκύπτοντος μηνιαίου βοηθήματος). Το άνω μέσα σε ( ) πέμπτο εδάφιο καταργήθηκε από την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του Π.Δ. 317/26 Αυγ.-4 Σεπτ. 1996, (ΦΕΚ Α΄ 216).(Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄231/19 Σεπτ. 1996) Επίσης με το άρθρο δεύτερο του ιδίου Π.Δ/τος ορίστηκε ότι: «Το Διάταγμα αυτό ισχύει δια όσους και για οποιοδήποτε λόγο υποβάλλουν αίτηση για αναγνώριση μετά τη δημοσίευσή του καθώς και για τους μονιμοποιηθέντες με το Νόμ. 2190/94 (ΦΕΚ Α΄ 28), δημοσίους υπαλλήλους που υπέβαλαν ή θα υποβάλλουν αίτηση για αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας τους.» 2.Θ.β.4 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων Κατ’ εξαίρεσιν, προκειμένου περί καταβολής εισφορών οφειλομένων λόγω στρατεύσεως, ανεξαρτήτως χρόνου λήξεως αυτής, εκάστη των οφειλομένων εισφορών δεν δύναται να είναι μείζων των 50/100 του μηνιαίου βοηθήματος, ούτινος θα εδικαιούτο ο στρατευθείς εάν εξήρχετο της ασφαλίσεως κατά τον μήνα υποβολής εις το Ταμείον της αιτήσεως εξαγοράς, του βοηθήματος υπολογιζομένου βάσει των αποδοχών του τελευταίου μηνός προ της υποβολής της αιτήσεως». Το άρθρ. 9 αντικατεστάθη ως άνω δι ατου άρθρ.4 του Π.Δ. 666 της 12/16 Σεπτ.1978 (ΦΕΚ Α΄148). Μισθός Ασφαλίσεως. Καθορισμός βοηθήματος ΄Αρθρ.10.-«1.α)Τα ποσά των εφ’ άπαξ βοηθημάτων που χορηγούνται από το Ταμείο καθορίζονται ανάλογα με το χρόνο ασφάλισης των ασφαλισμένων και από τις αποδοχές του μήνα εξόδου από την υπηρεσία τους, που νόμιμα υπήχθησαν σε κρατήσεις υπέρ του Ταμείου. Αποδοχές του μήνα εξόδου από την υπηρεσία νοούνται, ο βασικός μισθός με τις προσαυξήσεις του χρονοεπιδόματος και της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής. «β.το κατά τις ισχύουσες προϋποθέσεις καταβλητέο βοήθημα στον έχοντα χρόνο ασφαλίσεως 420 μηνών ή στην οικογένειά του σε περίπτωση θανάτου, αποτελείται από το άθροισμα των γινομένων τα οποία προκύπτουν από τον πολλαπλασιασμό των κατά τα παραπάνω αποδοχών του επί συντελεστές: 1.30 επί το τμήμα των αποδοχών των μέχρι δραχμ. 15.000 2.28 επί το τμήμα των αποδοχών των από δραχμ.15001-17000 3.26 επί το τμήμα των αποδοχών των από δραχμ.17001-19000 4.24 επί το τμήμα των αποδοχών των από δραχμ.19001-21000 5.22 επί το τμήμα των αποδοχών των από δραχμ. 21001-23000 6.20 επί το τμήμα των αποδοχών των από δραχμ.23001-25000 7.12 επί το τμήμα των αποδοχών των από δραχμ.25001 και άνω Το εφάπαξ βοήθημα που προκύπτει από την παραπάνω κλίμακα προσαυξάνεται κατά ποσοστό 80,6 για τους ασφαλισμένους των οποίων ο τερματισμός της συντάξιμης υπηρεσίας ανάγεται σε χρόνο μετά την 1.1.1992. Ο τερματισμός του χρόνου συντάξιμης υπηρεσίας θα αποδεικνύεται από την πράξη του κανονισμού της συντάξεως του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους». Η περίπτ. β΄, όπως είχε τροποποιηθεί από το άρθρο μόνο Π.Δ. 241/91 (ΦΕΚ Α΄92), τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρο μόνο Π.Δ. 187/ 15-26 Μαΐου 1992(ΦΕΚ Α΄85). Οι περιπτ. α και β, όπως είχαν τροποποιηθεί αντίστοιχα από τα Π.Δ.48/1971 (ΦΕΚ Α΄27) και 596/1982(ΦΕΚ Α΄111) αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρο μόνο Π.Δ. 243/21-26 Ιουλ.1984(ΦΕΚ Α΄96). γ.Επί του ούτως εξευρισκομένου βοηθήματος, όπερ εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι κατώτερον των 30.000 δραχμών, οι κεκτημένοι χρόνον ασφαλίσεως κάτω των 420 μηνών ή άνω τούτων ή εν περιπτώσει θανάτου αι οικογένειαι αυτών, δικαούνται ποσού αντιστοίχου προς τους μήνας ασφαλίσεώς των». Η παρ.1 τροποποιηθείσα δια των υπ’ αριθ.23032/Σ.183 της 6/10 Απρ.1957 απόφ. Υπ. Εργασίας Β.Δ .955 της 19/26 Νοεμ.1966 (ΦΕΚ Α΄261, Διορθ.Ημαρτ.εν ΦΕΚ Α΄ 6/1967 και Β.Δ.48της 28 Ιαν./6 Φεβρ.1971 (ΦΕΚ Α΄27) ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ.1 Π.Δ.602 της 11/15 Σεπτ.1975(ΦΕΚ Α΄197). II.Οι μήνες καθ’ ους επήλθον μισθολογικαί μεταβολαί λογίζονται διανυθέντες εξ ολοκλήρου εις ον μισθόν αντιστοιχούν αι περισσότεραι ημέραι του μηνός. Κατά την εξεύρεσιν του κατά τα ανωτέρω μέσου όρου των αποδοχών το προκύπτον κλάσμα δραχμής υπολογίζεται ως μία δραχμή. III.Ως ημέρα ενάρξεως του χρόνου ασφαλίσεως των ησφαλισμένων του Ταμείου θεωρείται η ημέρα της χρονολογίας, ην φέρει το έγγραφον της κοινοποιήσεως του διορισμού των και ως ημέρα λήξεως τούτου η ημέρα αφ’ ής, λήξαντος του χρόνου της μισθοδοσίας, εις ον περιλαμβάνεται και το χρονικόν διάστημα χορηγήσεως εις τούτους ή τας οικογενείας των, αποδοχών ή βοηθήματος μετά την αποχώρησιν εκ της υπηρεσίας ή τον θάνατόν των, άρχεται η σύνταξις εις τους δικαιωθέντας τοιαύτης ή θα ήρχιζεν η αυτή σύνταξις εάν οι μη δικαιούμενοι εδικαιούντο τοιαύτης. IV.Το κατά την συγκεφαλαίωσιν των μηνών ασφαλίσεως προκύπτον έλαττον των 30 ημερών χρονικόν διάστημα λογίζεται ως πλήρης μην. (Αντί για τη σελ.510,01(ε)) Σελ.510,01(ζ) Τεύχος 1348 Σελ. 81 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 2.Θ.β.4 V.Δια τον καθορισμόν του ποσού του εφ’ άπαξ βοηθήματος του χορηγουμένου εις ησφαλισμένον παθόντα εν υπηρεσία και ένεκα ταύτης και εις οικογένειαν θανόντος ησφαλισμένου, εφ’ όσον ούτος δεν έχει συμπληρώσει 150 μήνας ασφαλίσεως, θεωρείται ως συμπληρώσας τούτους». Το άρθρ.10 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αρίθ.64510/Σ1517 της 25Οκτ./3 Νοεμ.1955 αποφ.Υπουργού Εργασίας συμπτυχθέντος εις αυτό και του άρθρ.25. Άσκησις δικαιώματος Άρθρ.11.-«1.α)Το δικαίωμα της λήψεως βοηθήματος, ή επιστροφής εισφορών κατά περίπτωσιν ασκείται μόνον άπαξ, εφ’ όσον τούτο δημιουργείται εκ της υπηρεσίας ενός και του αυτού ησφαλισμένου προσώπου, εν ουδεμιά δε περιπτώσει οι ησφαλισμένοι δικαιούνται αμφοτέρων. Τα βοηθήματα και αι εισφοραί ησφαλισμένου ή μη προσώπου, δικαιουμένου τοιούτου και θανότος είτε εν υπηρεσία είτε μετά την εκ της υπηρεσίας έξοδον και προ της καταβολής αυτώ τούτων καταβάλλονται μόνον εις εκείνα τα πρόσωπα της οικογενείας του, άτινα δικαιούνται συντάξεως ή θα εδικαιούντο τοιαύτης, εάν ο αποθανών εκέκτητο την προς τούτο υπηρεσίαν, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων του Κληρονομικού Δικαίου περί των εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης Κληρονόμων. Κατ’ εξαίρεσιν της ανωτέρω διατάξεως, εάν δεν υφίστανται πρόσωπα οικογενείας δικαιούμενα βοηθήματος ή επιστροφής εισφορών κατά τα ανωτέρω, επιτρέπεται όπως ο ησφαλισμένος, διαθέση αιτία θανάτου εις οιονδήποτε πρόσωπον ολόκληρον ποσόν των εισφορών του, υπολογιζομένων κατά τας κειμένας διατάξεις περί επιστροφής εισφορών». Η περίπτ. α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ.Α άρθρ.3 Π.Δ.670 της 8/10 Σεπτ.1976 (ΦΕΚ Α΄242) β)Εν περιπτώσει διορισμού εις πλείονας της μιάς δημοσίας θέσεις εις τας υπέρ του Ταμείου εισφοράς υπόκεινται μόνον αι λαμβανόμεναι μείζονες αποδοχαί ασφαλιστέα δε τυγχάνει η εις ταύτας αντιστοιχούσα υπηρεσία, των λοιπών λαμβανομένων τυχόν παραλλήλως αποδοχών ή επιδομάτων απαλλασσομένων των υπέρ του Ταμείου εισφορών. Τυχόν καταβληθείσαι επ’ αυτών τοιαύται επιστρέφονται ατόκως. γ)Εν περιπτώσει εξόδου της ασφαλιστέας εκ τούτων υπηρεσίας, ησφαλισμένου τυχόντος βοηθήματος, ή επιστροφής εισφορών, ασφαλιστέα καθίσταται η ετέρα παράλληλος υπηρεσία δια τον εφεξής χρόνον, επί των αποδοχών της οποίας ενεργούνται και αι υπέρ του Ταμείου κρατήσεις. Σελ.510,02(ζ) Τεύχος 1348 Σελ. 82 «Κατά την εκ ταύτης έξοδον του ησφαλισμένου ούτος δικαιούται συμπληρωματικής ασφαλιστικής παροχής δια τον υπόλοιπον χρόνον». Η ανωτέρω εντός «»διάταξις προσετέθη δια της παρ. Β΄άρθρ.3 Π.Δ. 670 της 8/10 Σεπτ.1976 (ΦΕΚ Α΄242) «δ)Η συμπληρωματική αύτη ασφαλιστική παροχή κανονίζεται μεν βάσει του χρόνου της νέας ασφαλίσεως, δια την δημιουργίαν όμως του σχετικού δικαιώματος συνυπολογίζεται και ο προ της πρώτης εξόδου διαδραμών χρόνος υπηρεσίας. Το αυτό ισχύει και εν περιπτώσει υπάρξεως πλειόνων των δύο παραλλήλων θέσεων. Κατά την τελικήν εκ πάσης παραλλήλου θέσεως έξοδον δέον όπως κατά την τελευταίαν ταύτην υφίσταται καταβολή κρατήσεων υπέρ του Ταμείου 36 μηνών». Η περίπτ. δ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. Γ΄άρθρ.3 Π.Δ.670 της 8/10 Σεπτ.1976 (ΦΕΚ Α΄242) ε)Η συμπληρωματική αύτη ασφαλιστική παροχή κανονίζεται μεν βάσει του χρόνου της νέας ασφαλίσεως, δια την δημιουργίαν όμως του σχετικού δικαιώματος συνυπολογίζεται και ο προ της πρώτης εξόδου διαδραμών χρόνος υπηρεσίας. Εν συμπληρώσει κατά την πρώτην έξοδον εκ της υπηρεσίας του ανωτάτου ορίου ασφαλίσεως ουδεμία συμπληρωματική ασφαλιστική παροχή καταβάλλεται, των καταβληθεισών εισφορών παραμενουσών εις όφελος του Ταμείου. Το αυτό ισχύει και εν περιπτώσει υπάρξεως πλειόνων των δύο παραλλήλων θέσεων». Η παρ.1 ως συνεπληρώθη δια της υπ’ αριθ. 56952 της 15/15 Νοεμ.1952 (ΦΕΚ Β΄238) αποφ. Υπ. Εργασίας ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ.4 Β.Δ.48 της 28 Ιαν./6 Φεβρ.1971 (ΦΕΚ Α΄27). 2.Θ.β.4 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 2.Εις περίπτωσιν καθ’ ην πρόσωπον, δικαιούμενον μετ’ άλλων τοιούτων βοηθήματος ή επιστροφής εισφορών, αποβιώση προ της καταβολής αυτών τούτων, η μερίς του προσαυξάνει τας μερίδας των λοιπών συνδικαιούχων. Δικαιώματα και υποχρεώσεις επανερχομένων και αναδιοριζομένων «Άρθρ.12.-Υπάλληλοι που λαμβάνουν εφάπαξ βοήθημα ή επιστροφή των εισφορών τους λόγω αποχώρησής τους από την υπηρεσία και επανέρχονται στην ίδια ή σε άλλη υπηρεσία ασφαλιζόμενη στο Ταμείο με οποιοδήποτε τρόπο (όπως ανάκληση πράξη, δικαστική απόφαση, νέος διορισμός), δικαιούνται κατά την νέα αποχώρησή τους από την υπηρεσία εφάπαξ βοήθημα ή την επιστροφή των εισφορών τους μόνο για το νέο χρόνο ασφάλισής τους στο Ταμείο. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψης βοηθήματος ή εισφορών συνυπολογίζεται και ο προ της επαναφοράς στην υπηρεσία διανυθείς χρόνος ασφάλισης. Ο εκτός υπηρεσίας χρόνος παραμονής του υπαλλήλου συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψης εφάπαξ βοηθήματος ή επιστροφής εισφορών μόνο εφόσον ο χρόνος αυτός αναγνωρίζεται βάσει της συνταξιοδοτικής πράξης, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας». Το άρθρ. 12, αντικαταστάθηκε ως άνω από την απόφ. Φ. 215/345/9 Μαρτ. 1997-20 Μαρτ. 1998 (ΦΕΚ Β΄ 280). Ασφάλισις ανασφαλίστων Άρθρ.13.-(΄Αρθρ.11 Α.Ν.25-1-1936) 1.Δια πράξεων του επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργού, εκδιδομένων βάσει σχετικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, δύνανται να υπαχθώσιν εις την ασφάλισιν τούτου και όσοι εκ των δημοσίων υπαλλήλων ή υπηρετών ή των προς αυτούς εξομοιουμένων, δεν υπάγονται εις αυτήν. 2.Οι ούτως υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν του Ταμείου υποχρεούνται να καταβάλωσιν εις αυτό τας μηνιαίας εισφοράς των δια τον διαδραμόντα χρόνον πραγματικής υπηρεσίας των ως δημοσίων υπαλλήλων, ουχί όμως και δια τον προ της 1ης Ιουλ.1926 τοιούτον. «3.Εκάστη των οφειλομένων μηνιαίων εισφορών δια τον προ της υπαγωγής εις την ασφάλισιν διαδραμόντα χρόνον υπηρεσίας, είναι ισόποσος προς την αντιστοιχούσαν εισφοράν εις τον βασικόν μισθόν μετά των προσαυξήσεων λόγω 3ετιών και πολυετούς υπηρεσίας, ον εκέκτηντο ούτοι κατά τον χρόνον της υπαγωγής. Ο τρόπος και ο χρόνος της καταβολής προς το Ταμείον των οφειλομένων εισφορών, ως αύται καθορίζονται ανωτέρω, κανονίζεται δια των περί ων η παρ.1 του παρόντος άρθρου πράξεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. Αι μη καταβληθείσαι εισφοραί θα εξοφλούνται βάσει των εισφορών των αντιστοιχουσών εις τον βασικόν μισθόν μετά των προσαυξήσεων του χρόνου της εξοφλήσεως». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια του Άρθρ.2.-1. «Το Ταμείον τούτο αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου υπαγόμενον υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας και διοικείται υπό δεκατετραμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου λαμβανομένου εξ εκάστου των Υπουργείων Εργασίας, Οικονομικών, Εμπορίου, Παιδείας, Δημοσίων Έργων, Γεωργίας, Εσωτερικών και Δικαιοσύνης, προτάσει του αρμοδίου Υπουργού. γ)Εκ του Γενικού Διευθυντού Ταχυδρομείων. δ)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου της Βουλής υποδεικνυομένου παρά του Προέδρου του Σώματος. ε)Εξ ενός αντιπροσώπου των Υπαλληλικών Οργανώσεων υποδεικνυομένου υπό της Ανωτ. Διοικ. Ενώσ. Δημοσ. Υπαλλήλων. ς)Εκ 2 προσώπων εχόντων πείραν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71764 της 17/21 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 338). 2.Θ.β.3-4 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 1α. «Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων, εχόντων ειδίκευσιν εις το θέμα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον, και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και Δημοσίων Υπαλλήλων εν γένει». Η παρ. 1α ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71764 της 17/21 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 338). 2.«Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτων αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία». Το πρώτον εδάφιον της παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71764 της 17/21 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 338), δι’ ης εν συνεχεία ωρίσθη ότι εντός της υπό της παρ. 3 του άρθρ. 8 του Νόμ. 4346/1964 οριζομένης προθεσμίας θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβερνητικός Επίτροπος, τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. ως και ο Γραμματεύς μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία. Μέχρι του διορισμού του νέου Δ.Σ. το ήδη υφιστάμενον νομίμως συνέρχεται και συνεδριάζει. Κατά τα λοιπά ισχύουν και εφαρμόζονται αι διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου. Τα εις αντικατάστασιν οπωσδήποτε αποχωρούντων διοριζόμενα μέλη διορίζονται δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των αποχωρούντων μελών. Εν περιπτώσει λήξεως της θητείας των μελών του Διοικ. Συμβουλίου αύτη παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι του διορισμού των νέων μελών ουχί όμως πάντως πέραν του τριμήνου από της λήξεώς της. «Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ήν διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθεί απαρτία». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθμ. 71764 της 17/21 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 338). 3.Το Δ.Σ. καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του εκλέγει δια μυστικής ψηφοφορίας τον αντιπρόεδρον αυτού, όστις αναπληροί τον Πρόεδρον εν περιπτώσει κωλύματος ή απουσίας καθ’ όλας αυτού τας σχέσεις. Εν περιπτώσει κωλύματος αμφοτέρων αναπληροί τούτους ο ανώτερος κατά βαθμόν Σύμβουλος και μεταξύ ισοβάθμων ο αρχαιότερος. 4.α)Εις τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργούντων πάσης φύσεως Συμβουλίων και επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ.Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών ήν ήθελε κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ’ όσον το Δ.Σ. ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ού επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβερν. Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ήν ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβερν. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται ν’ αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ής η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβερν. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ήν ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού Συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του, να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος, δύναται ν’ αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του, να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. (Αντί της σελ. 505(α) Σελ. 505(β) 243-33 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 2.Θ.β.4 Ο Κυβ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Διευθυντού α΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως, εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργούντων Συμβουλίων και Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Διοικ. Συμβουλίου. 5.«Το Δ.Σ. συνεδριάζον οσάκις παρίσταται ανάγκη θεωρείται εν απαρτία παρόντων 10 τουλάχιστον εκ των μελών του, λαμβάνει δε αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων». Το πρώτον εδάφιον της παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71764 της 17/21 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 338). Εν ισοψηφία υπερισχύει πάντοτε η ψήφος του Προεδρεύοντος. Προκειμένου περί αυξομειώσεως των ασφαλιστικών εισφορών ή παροχών επενδύσεως των κεφαλαίων και τροποποιήσεως των περί του Ταμείου ισχυουσών διατάξεων, αι σχετικαί αποφάσεις λαμβάνονται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων του συνόλου των μελών του Δ.Συμβουλίου. Αι παρ. 1-5 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 3398/Σ.114 της 12/14 Μαρτ. 1953 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. 6.Καθήκοντα γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου εκτελεί είς των υπαλλήλων του Ταμείου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου εκάστοτε οριζόμενος. 7.Εις τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου παρίσταται ο Διευθυντής του Ταμείου, εισάγων τας διαφόρους υποθέσεις μετά ψήφου, πλην της περιπτώσεως του ελέγχου. 8.Εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβερνητικός Επίτροπος και τα μέλη του Δ.Σ. μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία». Η παρ. 8 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 3398/Σ.114 της 12/14 Μαρτ. 1953 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Σελ. 506(β) 243-34 9.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται εκάστοτε να εκλέγη δια ψηφοφορίας επιτροπήν εις ήν εκχωρεί δι’ αποφάσεώς του μέρος των δικαιωμάτων αυτού. Επίσης δι’ αποφάσεώς του δύναται να εκχωρή μέρος των δικαιωμάτων του εις τον Πρόεδρον του Ταμείου. 10.Εις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δύναται ν’ ανατίθηται υπό του Προέδρου η εισήγησις διαφόρων υποθέσεων ως και η υπογραφή ωρισμένων εγγράφων. 11.«Εις έκαστον των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και εις τον Εισηγητήν παρέχονται δι’ έξοδα κινήσεως εις βάρος του Ταμείου δραχ. 500 δι’ εκάστην παρουσίαν εν τακτική ή εκτάκτω συνεδριάσει. Αι συνεδριάσεις όμως δι’ ας θα παρέχηται η ως άνω αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβώσι τας πέντε μηνιαίως. 12.Εις τον Πρόεδρον του Διοικητικού Συμβουλίου ή εις τον εκτελούντα τα καθήκοντα του Προέδρου Αντιπρόεδρον, καταβάλλεται επί πλέον της ως άνω κατά συνεδρίασιν αποζημιώσεως και πρόσθετος αποζημίωσις εκ 3.000 δραχμών μηνιαίως. Αι ανωτέρω αποζημιώσεις δύνανται να αυξομειώνται δια πράξεως του επί της Εργασίας Υπουργού». Αι παρ. 11 και 12 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 2 Ν.Δ. 1591/1942. 2.Θ.β.4 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων «13.Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν του και ειδικώτερον αποφασίζει δια την τοποθέτησιν των Κεφαλαίων, την εκποίησιν, υποθήκευσιν, ενεχειρίασιν των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, συμβιβάζεται και παραιτείται από δικαστικού αγώνος, εγκρίνει τον Προϋπολογισμόν, Ισολογισμόν και Απολογισμόν, αποφασίζει δια την απονομήν των ασφαλιστικών παροχών, εγκρίνει πάσαν δαπάνην αφορώσαν το Ταμείον, ως και την σύναψιν και την χορήγησιν των πάσης φύσεως δανείων, λαμβάνει και υποδεικνύει μέτρα προς βελτίωσιν και αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών του Ταμείου και αποφασίζει εν γένει ελευθέρως επί παντός ζητήματος αφορώντος το Ταμείον, δεσμευόμενον μόνον όπου εκ διατάξεως Νόμου ή Β.Δ/τος ή Υπουργικής αποφάσεως προβλέπεται τοιαύτη δέσμευσις. Ειδικώς αι δαπάναι δια προμηθείας και εργασίας εν γένει ως και αι μισθώσεις και αι εκμισθώσεις αποφασίζονται α)άνευ διαγωνισμού εάν το ποσόν προκειμένου περί δαπανών δεν υπερβαίνει τας 15.000 δραχμάς και προκειμένου περί μισθώσεων και εκμισθώσεων εάν το ετήσιον μίσθωμα δεν υπερβαίνει τας 30.000 δραχμάς, β)δια προχείρου διαγωνισμού εάν το ποσόν των δαπανών υπερβαίνει τας 15.000 δραχμάς, αλλ’ ουχί τας 50.000 δραχμάς, ως και εάν το ετήσιον μίσθωμα υπερβαίνει τας 30.000 δραχμάς, αλλ’ ουχί τας 100.000 δραχμάς, και γ)δια τακτικού Δημοσίου Διαγωνισμού εάν το ποσόν των δαπανών υπερβαίνει τας 50.000 δραχμάς, ως και εάν το ετήσιον μίσθωμα υπερβαίνει τας 100.000 δραχμάς. Ο Διαγωνισμός δύναται και εις τας δύο ως άνω περιπτώσεις να παραλειφθή εάν τούτο επιβάλλεται από επείγουσαν ανάγκην ή δι’ άλλους σοβαρούς λόγους. Προς τούτο όμως απαιτείται η έκδοσις ητιολογημένης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιολογούσης την παράλειψιν. Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων και δεν αναλαμβάνει ουδεμίαν υποχρέωσιν έναντι οιουδήποτε άνευ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου καταχωρουμένης εις τα πρακτικά των συνεδριάσεών του. Άπασαι αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αι αφορώσαι την διοίκησιν και την διαχείρισιν εισίν υποχρεωτικαί δια τον Υπουργόν και εκτελούνται εντός μηνός από της εις αυτόν υποβολής των». Η παρ. 13 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 27243/Σ.256 της 29 Αυγ./9 Σεπτ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 309) Αποφάσεως Υπ. Εργασίας. Πόροι. άρθρ.6 Β.Δ. 48 της 28 Ιαν./6 Φεβρ.1971 (ΦΕΚ Α΄27). 4.Δια πράξεως του επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργού εκδιδομένης μετά σύμφωνον απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, δύνανται να διαγραφώσι της συμμετοχής νομικά πρόσωπα ή υπηρεσίαι ή υπάλληλοι και υπηρέται εφ’ όσον καθυστέρησαν την εκπλήρωσιν των υποχρεώσεών των προς το Ταμείον πλέον του τριμήνου. Αι μέχρι της διαγραφής ενεργηθείσαι εισφοραί δεν επιστρέφονται εις τους διαγραφομένους. «5.Οι υπηρετούντες ή υπηρετήσαντες εις Ελληνικά Κοινοτικά Σχολεία της Αλλοδαπής Έλληνες το γένος Εκπαιδευτικοί, δύνανται κατά την διάρκειαν της υπηρεσίας των να ζητήσουν την αναγνώρισιν της προ του διορισμού των εν Ελλάδι τυχόν προϋπηρεσίας των εις την Αλλοδαπήν, εφ’ όσον η προϋπηρεσία των αύτη παρεσχέθη μετά την ίδρυσιν του Ταμείου και αναγνωρίζεται ως πραγματική συντάξιμος υπηρεσία. Η εξαγορά της ως άνω προϋπηρεσίας γίνεται συμφώνως προς τας περί εξαγοράς προϋπηρεσιών διατάξεις του άρθρ.9 του Οργανισμού του Ταμείου». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ.5του Π.Δ.666 της 12/16 Σεπτ.1978 (ΦΕΚ Α΄148). Αναθεώρησις αποφάσεων ΄Αρθρ.14.-(Άρθρ.12Α.Ν.25-1-1936). 1.Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου περί απονομής εφ’ άπαξ χρηματικού βοηθήματος ή επιστροφής μηνιαίων εισφορών, υπόκεινται εις αναθεώρησιν. (Αντί για τη σελ.511(δ)) Σελ.511(ε) Τεύχος 1348 Σελ. 83 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 2.Θ.β.4 Την εν λόγω αναθεώρησιν δικαιούται να ζητήση εφ’ άπαξ και εντός έτους από της κοινοποιήσεως ο δικαιούχος ή οι κληρονόμοι του. 2.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται και οίκοθεν να προβαίνη εις την αναθεώρησιν των αποφάσεών του. 3.Τα τυχόν κατόπιν της αναθεωρήσεως επιστρεπτέα τω Ταμείω ποσά εισπράττονται εις μίαν ή πλείονας δόσεις, κατά τας διατάξεις των νόμων περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 4.Επίσης ατόκως αποδίδονται εις τους δικαιούχους ή τους κληρονόμους των τ' ανήκοντα αυτοίς, δυνάμει της μεταγενεστέρας αποφάσεως, ποσά βοηθημάτων ή εισφορών. Παραγραφή παροχών Άρθρ.15.-«Πάσα οφειλή του Ταμείου προς δικαιούμενον εφ’ άπαξ βοηθήματος ή επιστροφής εισφορών, παραγράφεται μετά την συμπλήρωσιν πενταετίας από της ημέρας εξόδου του ησφαλισμένου εκ της ασφαλίσεως ή του θανάτου αυτού. Ο αυτός χρόνος παραγραφής ισχύει και δια τα μέλη της οικογενείας του ησφαλισμένου τα δικαιούμενα ασφαλιστικής παροχής κατά τας διατάξεις του Οργανισμού του Ταμείου». Το άρθρ.15 αντικατεστάθη ως άνω δια άρθρ.6 του Π.Δ. 666 της 12/16 Σεπτ.1978 (ΦΕΚ Α΄148). Ανεκχώρητον και ακατάσχετον βοηθημάτων και εισφορών ΄Αρθρ.16.-(Άρθρ.14 Α.Ν.25-1-1936). 1.Απαγορεύεται η εκχώρησις των χορηγουμένων βοηθημάτων ή επιστρεφομένων εισφορών εξαιρουμένων των κάτωθι περιπτώσεων: α)Διατροφής συζύγου κατιόντων ή ανιόντων εφ’ όσον η εκχώρησις αύτη γίνεται δια συμβάσεως μετά του δικαιομένου εις διατροφήν προσώπου και του δικαιουμένου βοηθήματος. β)Δανείου απλού ή τοκοχρεωλυτικού εκ του Μ.Τ.Π.Υ. γ)Δανείου εκ νομικών ή φυσικών προσώπων δι’ απόκτησιν κατοικίας υπό τας προϋποθέσεις των κειμένων διατάξεων, περί αποκτήσεως οικιών παρά των δημοσίων υπαλλήλων. Το κατά τα’ ανωτέρω εκχωρητέον ποσόν δεν δύναται να υπερβή τα 3/4 του όλου πληρωτέου βοηθήματος ή των εισφορών δια μίαν ή δια περισσοτέρας των άνω περιπτώσεων. Σελ.512(ε) Τεύχος 1348 Σελ. 84 .Από της ισχύος του παρόντος απαγορεύεται η κατάσχεσις του χορηγουμένου βοηθήματος ή των επιστρεφομένων εισφορών, εξαιρέσει των περιπτώσεων: α)διατροφής ανιόντων, κατιόντων και συζύγων, οπότε επιτρέπεται κατάσχεσις μέχρι του 1/3 του πληρωτέου βοηθήματος ή των επιστρεφομένων εισφορών, κατόπιν αδείας του Προέδρου των Πρωτοδικών, αποφαινομένου κατόπιν κλήσεως του υποχρέου εις διατροφήν και β)της προς το Δημόσιον οφειλής εφ’ όσον αύτη υπερβαίνει το ποσόν των 5.000 δραχμών και προέρχεται εκ προκαταβολών έναντι αποδοχών εν γένει και δικαιωμάτων πάσης φύσεως και εξ ενταλμάτων επί αποδόσει λ/σμού οπότε επιτρέπεται κατάσχεσις μέχρι του 1/3 του ποσού του πληρωτέου βοηθήματος ή εισφορών. 3.Αι υπάρχουσαι κατά την ισχύν του παρόντος κατασχέσεις και εκχωρήσεις δυνάμει διατάξεων ισχυουσών προ της ισχύος του παρόντος παραμένουσιν έγκυροι. Ατέλειαι ΄Αρθρ.17.-(΄Αρθρ.18 Οργανισμού 1931). 1.Άπασαι αι διοικητικαί και δικαστικαί πράξεις αι αφορώσαι εις την ενέργειαν των δικαιούχων του Ταμείου ή των συγγενών αυτών προς κτήσιν ή προς λήψιν του χορηγηθέντος βοηθήματος, συντάσσονται εφ’ απλού χάρτου απαλλασσόμεναι των δικαστικών τελών και πάσης εν γένει φορολογίας και τέλους. 2.Αι δια χρηματικών γραμματίων ή δια τραπεζιτικών ή ταχυδρομικών επιταγών μεταβιβαζόμεναι υπό των διαφόρων αρχών χρηματικαί ποσότητες προς το Ταμείον, ως και αι υπ’ αυτού αποστελλόμεναι δια των αυτών μέσων εξοφλούνται άνευ τέλους χαρτοσήμου. 3.Ομοίως εξοφλούνται άνευ τέλους χαρτοσήμου τα εκδιδόμενα υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. εντάλματα προς απόδοσιν εσόδων αυτού, ως επίσης και τα παρ’ αυτού του ιδίου Ταμείου, εκδιδόμενα εντάλματα προς τακτοποίησιν διαφόρων εσωτερικών αυτού λ/σμών. 2.Θ.β.4 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 4.Αι υπό του Τ.Π.Δ.Υ. καταθέσεις εις Τραπέζας χρηματικών ποσοτήτων ή χρεωγράφων ως και αι αναλήψεις αυτών, έντοκοι ή άτοκοι, ενεργούνται άνευ τέλους χαρτοσήμου. 5.Το Τ.Π.Δ.Υ. απολαύει πασών γενικώς των ατελειών και προνομίων ως αυτό τούτο το Δημόσιον. Εκπροσώπισις Ταμείου. ΄Αρθρ.18.-(΄Αρθρ.19 Οργαν.1931 και Δ.3/10/ 1934) 1.Το Ταμείον εκπροσωπείται καθ’ όλας αυτού τας σχέσεις δια του Προέδρου και τούτου κωλυομένου ενός των συμβούλων οριζομένου εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ή και του Διευθυντού του Ταμείου, ή του νομίμου αυτού αναπληρωτού. Επένδυσις Κεφαλαίων ΄Αρθρ.19.-«1.Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου δύναται να τοποθετώνται, αποφάσει του Δ.Σ. εγκρινομένη υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων γενικών και ειδικών Νόμων περί τοποθετήσεως των κεφαλαίων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου: α)Εις χρεώγραφα του Δημοσίου, εις αξίας ηγγυημένας παρ’ αυτού και εις μετοχάς μεγάλων Τραπεζών ή Εταιρειών κοινής ωφελείας. β)Εις ακίνητα. 2.Αι επενδύσεις εις ακίνητα περιλαμβάνουν: α)Την αγοράν ετοίμων κτισμάτων κειμένων εντός του σχεδίου πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Πατρών και Λαρίσης, προς εκμετάλλευσιν ή προς εγκατάστασιν υπηρεσιών του Ταμείου β)Την αγοράν και ανοικοδόμησιν οικοπέδων ή κτισμάτων οικοπεδικής αξίας κειμένων εντός του σχεδίου των εν εδαφ.α΄ της προηγουμένης παραγράφου πόλεων, μετ’ έγκρισιν του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. 3.Η αγορά των χρηματογράφων ενεργείται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. Τα εις την κυριότητα και κατοχήν του Ταμείου χρεώγραφα κατατίθενται προς φύλαξιν παρά τη υπό του Δ.Σ. οριζομένη Τραπέζη ή τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων. 4.Δια την αγοράν ακινήτου απαιτείται: α)Σχετική απόφασις του Δ.Σ. του Ταμείου λαμβανομένη δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των 2/3 του συνόλου των μελών του Συμβουλίου. β)Έγκρισις της ως άνω αποφάσεως του Δ.Σ. υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. γ)Δημοσίευσις σχετικής προκηρύξεως δια τριών τουλάχιστον ημερησίων φύλλων εκδιδομένων εν τη έδρα του Ταμείου και εις δύο τουλάχιστον εκδόσεις τούτων. Δια της προκηρύξεως δέον όπως καλούνται οι ενδιαφερόμενοι προς υποβολήν σχετικών προσφορών προς το Ταμείον, εντός ωρισμένης προθεσμίας ήτις πάντως δεν δύναται να ορίζεται βραχυτέρα του 15νθημέρου. Δια προκηρύξεως δέον ωσαύτως ν’ αποκλείωνται ως απαράδεκτοι προσφοραί μεσιτών, εφ’ όσον δεν επισυνάπτεται εις ταύτας έγγραφος εξουσιοδότησις του ιδιοκτήτου ή των ιδιοκτητών περί προσφοράς του ακινήτου και του αξιουμένου τιμήματος, αποκλειομένης πάντως της καταβολής μεσιτικών δικαιωμάτων υπό του Ταμείου. δ)Άμα τη λήξει της κατά το προηγούμενον εδάφιον προθεσμίας το Δ.Σ. του Ταμείου επιλέγει μεταξύ των προσφερθέντων ακινήτων τα, κατά την κρίσιν του, θεωρούμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα και ανταποκρινόμενα εις τους σκοπούς δι’ ους επιζητείται η αγορά. ε)Τα κατά τα’ ανωτέρω προκριθησόμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα ακίνητα εκτιμώνται παρ’ Εκτιμητικής Επιτροπής, ήτις υποχρεούται εις την σύνταξιν λεπτομερούς πρακτικού εκτιμήσεως εκάστου ακινήτου και ήτις συγκροτείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εκ των κάτωθι προσώπων: Ι.Εκ του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών. ΙΙ.Ενός Αρχιτέκτονος Μηχανικού, υπαλλήλου του Υπουργείου Δημοσίων ΄Εργων, ειδικού περί την εκτίμησιν ακινήτων, οριζομένου υπό του Υπουργείου τούτου, και ΙΙΙ.Ενός Μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης. Των ανωτέρω τακτικών μελών, απόντων ή κωλυομένων, ορίζονται αναπληρωταί κεκτημένοι τας αυτάς ιδιότητας. Της Επιτροπής προεδρεύει ο Οικονομικός ΄Εφορος, αναπληρούμενος εν κωλύματι υπό του αναπληρωτού του. ς)Μετά την υποβολήν της εκθέσεως της Εκτιμητικής Επιτροπής το Δ.Σ. εκτιμών το σύνολον των συγκεντρωθέντων στοιχείων, επιλέγει το αγορασταίον ακίνητον και υποβάλλει την απόφασιν επαρκώς ητιολογημένην μεθ’ ολοκλήρου του σχετικού φακέλλου εις το Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών προς έγκρισιν. Εν τη αποφάσει του Δ.Σ. δέον ν’ αναφέρεται απαραιτήτως το καταβληθησόμενον ακριβές τίμημα, οι λόγοι δι’ ους επροτίμησε το υπό αγοράν ακίνητον έναντι των ετέρων και ότι ελήφθη υπ’ όψιν γνωμοδότησις περί του κανονικού των τίτλων ιδιοκτησίας και ελλείψεως παντός μειονεκτήματος. Η υπογραφή συμβολαίου της αγοραπωλησίας εν ουδεμιά περιπτώσει είναι επιτρεπτή προ της παροχής της εγγράφου προς τούτο εγκρίσεως παρά του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών. 5.Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων ή κατεδαφίσεως υφιστα(Αντί της σελ.513) Σελ.513(α) Τεύχος 393-Σελ.31 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 2.Θ.β.4 μένων πεπαλαιωμένων κτισμάτων και ανοικοδομήσεως εξ υπαρχής επί του γηπέδου των πολυωρόφου οικοδομής, το Δ.Σ. επί τη βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά γνώμην του Δ.Σ. προκαλεί είτε αναθέτον απ’ ευθείας εις ένα ή πλείονας Αρχιτέκτονας διπλωματούχους ανεγνωρισμένων Σχολών, οριζομένους υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά γνώμην του Δ.Σ. είτε κατόπιν διαγωνισμού δια βραβείων την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον μελέτης υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών, ως και τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κλπ.). Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου εις ένα ή πλείοντας Πολιτικούς Μηχανικούς διπλωματούχους Ανωτάτης ανεγνωρισμένης Σχολής. Πάντα ταύτα καταρτίζονται και υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Δ.Σ., όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν αρμοδίως κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας αρχής, το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως Δημοσίων ΄Εργων, της δημοπρασίας εκτελουμένης είτε δι’ ορίου, είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου ως ορισθήσεται δια της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κλπ. ανατίθενται εις τον δια της δημοπρασίας ανακηρυχθησόμενον μειοδότην. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν’ αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας προς τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην, μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, δεν δύναται όμως να περιορίση τον αριθμόν των δικαιουμένων συμμετοχής κάτω των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. Σελ.514(α) Τεύχος 393-Σελ.32 Η παρακολούθησις της εκτελέσεως των έργων μέχρι αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ή υπό Επιτροπής αποτελουμένης εκ του Προέδρου του Δ.Σ. μελών αυτού και ενός ή δύο υπαλλήλων του Ταμείου μέσω του επιβλέποντος Μηχανικού ή Αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην είτε ετέρου τοιούτου. Αι αμοιβαί των Αρχιτεκτόνων και Μηχανικών ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει δύναται να ορισθώσιν αμοιβαί ανώτεραι των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων κατωτάτων ορίων αμοιβών. 6.Τα Κεφάλαια του Ταμείου τοποθετούνται υπό μορφήν εντόκου καταθέσεως παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος, ή παρ’ ανεγνωρισμένη Εμπορική Τραπέζη. Πάσα ανάληψις χρημάτων, αγορά χρεωγράφων ή ανάληψις και ανταλλαγή τοιούτων, αγορά και εκποίησις ακινήτων κλπ. και εν γένει πάσα πληρωμή δαπάνης, ενεργείται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. 7.Κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου δύναται το Ταμείον να συνάπτη δάνεια απλά ή χρεωλυτικά επί υποθήκη των ακινήτων αυτού ή επ’ ενεχύρω χρεωγράφων του». Το άρθρ.19 αντικατεστάθη ως άνω δια του Β.Δ.566 της 12/29 Αυγ.1969 (ΦΕΚ Α΄172). 2.Θ.β.4 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων Εσωτερικός κανονισμός Λογιστικά βιβλία. Έλεγχος Άρθρ.20.-(Άρθρ.22 Οργανισμού 1931) 1.Δια πράξεως του Υπουργού της Εθνικής Οικονομίας εκδιδομένης μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εγκρίνεται ο εσωτερικός κανονισμός του Ταμείου, εν ω περιέχονται η διαρρύθμισις της υπηρεσίας, ο τρόπος της εκδικάσεως των διαφόρων υποθέσεων, ο τρόπος της πληρωμής πάσης δαπάνης και εισπράξεως παντός εσόδου, της τηρήσεως των λογιστικών βιβλίων κλπ. 2.Ο διαχειριστικός έλεγχος του Ταμείου ασκείται κατ’ έτος υπό του Ελεγκτικού Συνεδρίου δι’ ενός ή δύο υπαλλήλων αυτού, διοριζομένων υπό της ολομελείας τούτου, δημοσιευομένης της οικείας πράξεως μετά του ισολογισμού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Οι ενεργήσαντες τον έλεγχον υπάλληλοι υποχρεούνται προ της υποβολής της σχετικής εκθέσεως και της εκδόσεως της σχετικής πράξεως υπό του Ελεγκτικού Συνεδρίου να υποβάλλωσιν αντίγραφον ταύτης προς το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου. 4.Το λογιστικόν έτος του Ταμείου άρχεται την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Προσωπικόν Άρθρ.21.-(Άρθρ. 23 Οργαν. 1931 και άρθρ. 4 Δ. 3/10/1934). 1.(Αφορά την σύνθεσιν του προσωπικού του Ταμείου. Βλ. ήδη Β.Δ. 3/3 Απρ. 1954 κατ. αριθ. 8). 2.Το προσωπικόν τούτο συγκροτείται εκ δημοσίων υπαλλήλων προσλαμβανομένων εξ απολυθέντων υπαλλήλων εχόντων ειδικάς γνώσεις και επιτυχόντων εν διαγωνισμώ ή εκ των ήδη εις την κοινωνικήν ασφάλειαν ασχολουμένων τοιούτων, οι οποίοι τοποθετούνται εις την υπηρεσίαν του Ταμείου μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, με τον αυτόν ή ανώτερον του ον εκέκτηντο ή κέκτηνται βαθμόν δια Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργού, κατά προτίμησιν ή εξ άλλων υπηρεσιών ή και ιδιωτών. 3.Άπαντες οι ανωτέρω διορίζονται ή τοποθετούνται οριστικώς δια Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργού και μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου αποτελούντες το μόνιμον προσωπικόν του Ταμείου. Οι ούτω τοποθετούμενοι εις την υπηρεσίαν του Ταμείου δημόσιοι υπάλληλοι παύουσι να διατηρώσι τας θέσεις ας κατείχον εν τη δημοσία υπηρεσία. 4.Εις τας θέσεις εισπράκτορος και κλητήρος διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού της Εθνικής Οικονομίας μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου οι κεκτημένοι απολυτήριον Δημοτικού Σχολείου και ηλικίαν κάτω των 40 ετών. 5.Οι απαρτίζοντες το προσωπικόν του Ταμείου έχουν την ιδιότητα των δημοσίων υπαλλήλων και τα εκ ταύτης απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις, προάγονται εις ανώτερον βαθμόν και μισθόν μετά διετή ευδόκιμον υπηρεσίαν εν τω αυτώ βαθμώ ή μισθώ και μισθοδοτούνται εις βάρος του Ταμείου. «Οι υπάλληλοι του Ταμείου προάγονται εις ανώτερον βαθμόν μόνον εφ’ όσον η τοιαύτη προαγωγή προβλέπεται εν τη υπ’ αυτών κατεχομένη θέσει ή εφ’ όσον καταλαμβάνουν κενουμένην θέσιν ανωτέρου βαθμού. Εξαιρετικώς επιτρέπεται όπως εις τους κεκτημένους 20ετή πραγματικήν υπηρεσίαν εξ ης υπερπενταετή εις τον αυτόν βαθμόν υπαλλήλους του Ταμείου, απονέμηται εφ’ άπαξ ο αμέσως ανώτερος βαθμός και μισθός. Ούτοι όμως εξακολουθούν και μετά την τοιαύτην απονομήν να κατέχουν τα προ της απονομής ανωτέρου βαθμού και μισθού οργανικάς θέσεις των». Τα εντός « » παρενετέθησαν δια του άρθρ. 3 Ν.Δ. 1591/1942. 6.Προς πλήρωσιν κενουμένων θέσεων προτιμώνται οι υπηρετούντες υπάλληλοι του Ταμείου, εφ’ όσον κέκτηνται τα απαιτούμενα προσόντα. 7.Υπό του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων δύνανται να χορηγώνται ανάλογα επιδόματα εις το προσωπικόν αυτού. 8.Το ανωτέρω προσωπικόν υπάγεται εις απάσας τας διατάξεις αίτινες διέπουσι το προσωπικόν της Κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (δικαιούμενον δηλαδή μισθού, επιδομάτων, προσαυξήσεων, ποσοστών, εξόδων νοσηλείας κλπ.), εφ’ όσον αύται δεν αντίκεινται προς τας περί του εν λόγω προσωπικού ειδικάς διατάξεις του παρόντος και λοιπών νόμων. 9.Τα της προαγωγής και απολύσεως των υπαλλήλων του Ταμείου κανονισθήσονται δια Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργού μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. «Δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου να χορηγήται κατ’ έτος, εις μεν το μέχρι και του 4ου βαθμού θήλυ υπαλληλικόν προσωπικόν του Ταμείου ανά μία υπηρεσιακή εσθής, εις δε τον αρχικλητήρα και κλητήρα ανά μία ενδυμασία υπηρεσίας και εν ζεύγος υποδημάτων, αποκλειομένης της χορηγήσεως εις τους δικαιούχους του αντιτίμου των ειδών τούτων εις χρήμα». Η εντός « » διάταξις προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. Φ. 56348/1/54 (ΦΕΚ Β΄ 117) αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Ε4/215/5685 της 11/23 Νοεμ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 1002) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Αντί της σελ. 514,01) Σελ. 514,01(α) Τεύχος 473-Σελ. 41 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 2.Θ.β.4 Άδειαι Άρθρ.3.-(Άρθρ. 3 Α.Ν. 25.1.1936) 1.Πόροι του Ταμείου είναι: α)ετησία εισφορά του Κράτους, αναγραφομένη εν τω Κρατικώ Προϋπολογισμώ, β)μηνιαίαι εισφοραί των εις αυτό ησφαλισμένων, συμφώνως προς τον πίνακα εισφορών και βοηθημάτων του άρθρ. 25 και γ)αι προς αυτό τυχόν δωρεαί και κληροδοτήματα και πάν έσοδον προερχόμενον εκ της διαχειρίσεως της περιουσίας του. 2.Προς εξεύρεσιν του μηνιαίου βασικού μισθού του ησφαλισμένου δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν αι τυχόν κεχορηγημέναι αυτώ προσαυξήσεις, λόγω πολυετούς υπηρεσίας ή παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ ή τα τυχόν παρεχόμενα αυτώ επιδόματα πόλεων, ενοικίου ή άλλης φύσεως. 3.Δια τους μήνας καθ’ ούς ήθελον επέλθει αυξομοιώσεις εις τον μηνιαίον βασικόν μισθόν του ησφαλισμένου, συνεπαγόμεναι και μεταβολάς της μισθολογικής του κατατάξεως, ενεργείται αύτη βάσει του κατά τας περισσοτέρας ημέρας εκάστου των υπόψει μηνών καταβληθέντος τω ησφαλισμένω μηνιαίου μισθού. 4.Ησφαλισμένοι τεθέντες ή τιθέμενοι εις διαθεσιμότητα ή άλλην κατάστασιν, μη συνεπαγομένην την λύσιν της υπαλληλικής σχέσεως, υπόκεινται εις εισφοράν εφ’ ολοκλήρου του πριν τεθούν εις διαθεσιμότητα ή άλλην κατάστασιν βασικού μισθού των, ανεξαρτήτως της μειώσεως ή και της παντελούς στερήσεως των αποδοχών των, ο δε τρόπος εισπράξεως παρά του Ταμείου των ούτως οφειλομένων εισφορών καθορίζεται εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. 5.Τα ποσά των μηνιαίων εισφορών των ησφαλισμένων αναγράφονται εις τας μισθολογικάς καταστάσεις ή εντάλματα μισθών υπό των επιμελουμένων την κατάρτισιν αυτών Υπηρεσιών και παρακρατούνται υπό των ενεργούντων τας πληρωμάς των υπαλληλικών μισθών, αποδίδονται δε εις το Ταμείον κατά τους ορισμούς Δ/τος προκαλουμένου παρά των Υπουργών των Οικονομικών και της Εθνικής Οικονομίας. Η υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. κράτησις ωρίσθη εις 2% δια τους λαμβάνοντας μισθόν μετά του επιδόματος ευδοκίμου παραμονής μέχρι δραχ. 800 και εις (3%) δια τους λοιπούς, δια του άρθρ. 18 παρ. 2 Α.Ν. 1502/1950 (ανωτ. σελ. 371). Το τελευταίον ποσοστόν των 3% ηυξήθη εις 4% δια του Άρθρ.22.-(Άρθρ. 24 Οργαν. 1931) Εις το προσωπικόν του Ταμείου δύναται να χορηγώνται άδειαι μετά ή άνευ αποδοχών, δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, συμφώνως προς τας ισχυούσας διατάξεις περί αδειών των πολιτικών υπαλλήλων. Ο Πρόεδρος δύναται, προτάσει του Διευθυντού, να χορηγή άδειαν μέχρις οκτώ ημερών εντός του αυτού έτους. Πειθαρχικαί ποιναί. Άρθρ.23.-(Άρθρ. 25 Οργαν. 1931) 1.Πειθαρχικαί ποιναί επιβαλλόμεναι εις το προσωπικόν δια την μη εύορκον ή μη ακριβή εκπλήρωσιν των υπηρεσιακών των καθηκόντων, δι’ αναξιοπρεπή διαγωγήν ή ανοίκειον συμπεριφοράν εισίν: α)Επίπληξις. β)Πρόστιμον από 25 δραχμών μέχρι του ημίσεος ποσού των μηνιαίων αποδοχών. γ)Προσωρινή παύσις από ενός μέχρι τριών μηνών. δ)Οριστική απόλυσις. 2.Η επίπληξις και το πρόστιμον μέχρι 50 δραχμών επιβάλλεται υπό του Διευθυντού. 3.Πρόστιμα άνω των 50 δραχμών επιβάλλονται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. 4.Η προσωρινή απόλυσις επιβάλλεται δια πράξεως του Υπουργού της Εθνικής Οικονομίας μη δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου. 5.Η οριστική απόλυσις επιβάλλεται δια Δ/τος προκαλουμένου υπό του Υπουργού της Εθνικής Οικονομίας μετά σύμφωνον απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, λαμβανομένην δια πλειοψηφίας τουλάχιστον των 3/4 του αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. 6.Προ της εκδόσεως της πειθαρχικής αποφάσεως ο υπάλληλος καλείται εις απολογίαν, ην υποβάλλει είτε εγγράφως, είτε προφορικώς αυτοπροσώπως εντός της ταχθείσης προθεσμίας, μη υπερβαινούσης τας 5 ημέρας κατ’ ανώτατον όριον. 7.Ο ένεκα πειθαρχικού παραπτώματος απολυθείς υπάλληλος δεν δύναται να διορισθή εκ νέου ει μη μετά παρέλευσιν τουλάχιστον ενός έτους. Ποινικαί διατάξεις Άρθρ.24.-(Άρθρ. 26 Οργαν. 1931) 1.Πάσα εκ μέρους του δικαιούχου ψευδής δήλωσις επί παντός παρ’ αυτού αιτουμένου στοιχείου, εκτός των κατά τας διατάξεις του Ποινικού Νόμου συνεπειών, επιφέρει την στέρησιν παντός δικαιώματος εκ των διατάξεων του παρόντος. Το αυτό ισχύει και δια τους εκδίδοντας ψευδείς πιστοποιήσεις δημοσίους υπαλλήλους. Σελ. 514,02(α) Τεύχος 473-Σελ. 42 2.Θ.β.4 Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων 2.Εις τους εντεταλμένους την είσπραξιν των πόρων του Ταμείου και καθυστερούντας την απόδοσιν αυτών αδικαιολογήτως πλέον του μηνός, δύναται να επιβάλληται πρόστιμον από 100-500 δραχμών υπό του αρμοδίου Υπουργού, μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Εν υποτροπή επιβάλλεται κατά τον αυτόν τρόπον βαρυτέρα ποινή. Άρθρ.25.-(Συνεπτύχθη εις ενιαίον άρθρον μετά του ανωτέρω άρθρου 10). Άρθρ.26.-(Άρθρ. 16 Α.Ν. 25-1-1926) 1.Καταργείται πάσα γενική ή ειδική διάταξις αφορώσα οπωσδήποτε το Ταμείον Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων και αντικειμένη προς το παρόν. 2.Δια τους προ της 1ης Μαρτ. 1936 εξελθόντας ή μέλλοντας να εξέλθωσι της υπηρεσίας ησφαλισμένους και τας οικογενείας των προ της χρονολογίας ταύτης θανόντων θέλουσιν εφαρμοσθή αι διατάξεις του οργανισμού, αίτινες ίσχυον κατά την ημέραν της εξόδου ή του θανάτου και εις ην έτι περίπτωσιν η καταβολή του βοηθήματος συμπέση μετά την 1ην Μαρτ. 1936. Άρθρ.27.-(Άρθρ. 17 Α.Ν. 25-1-1936) 1.Η τροποποίησις, συμπλήρωσις και κωδικοποίησις των περί του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων διατάξεων ενεργούνται συμφώνως προς το άρθρον μόνον του Νόμ. 6233. Εις τον Ημέτερον επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. άρθρ. 12 Ν.Δ. 2195/1952 (ανωτ. σελ. 376). Δια του άρθρ. 5 Α.Ν. 212/1967 τόμ. 2 σελ. 206,59 συνταξιούχοι στρατιωτικοί, διοριζόμενοι εις δημοσίας θέσεις, δύνανται τη αιτήσει των να απαλλάσσωνται των υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. κρατήσεων. 6.Αι εισφοραί ενεργούνται και επί των οπωσδήποτε χορηγουμένων παρά του Δημοσίου Ταμείου βοηθημάτων ή αποδοχών εις εξερχομένους της υπηρεσίας ηφαλισμένους ή εν περιπτώσει θανάτου τούτων, εις τα μέλη της οικογενείας των. (Αντί για τη σελ. 506,01(δ) Σελ. 506,01(ε) Τεύχος Ι-72 Σ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.