← Ελλάδα

1. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 402 της 30 Απρ./23 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Α΄ 141) Περί κυρώσεως της από 23 Μαΐου 1969 Συμβάσεως της Βιέννης περί του Δικαίου τ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κυρώνει τη Σύμβαση της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών, καθιστώντας την ισχύουσα τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα από τις 27 Ιανουαρίου 1980. Ουσιαστικά, καθορίζει τους κανόνες για τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη συνάπτουν, υιοθετούν και δεσμεύονται από διεθνείς συνθήκες.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 402 της 30 Απρ./23 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Α΄ 141) Περί κυρώσεως της από 23 Μαΐου 1969 Συμβάσεως της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών και του προσηρτημένου αυτή παραρτήματος. Με την ανακοίνωση του Υπ. Εξωτερικών της 21-26 Ιουλ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 170) η κατωτέρω Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ τόσο Διεθνώς όσο και στη χώρα μας την 27 Ιαν. 1980. Άρθρον Πρώτον Κυρούται και κτάται ισχύν νόμου η εν Βιέννη και υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών καταρτισθείσα την 23ην Μαΐου 1969 Σύμβασις περί του Δικαίου των Συνθηκών μετά του προσηρτημένου αυτή παραρτήματος ων το κείμενον εν πρωτοτύπω εις την αγγλικήν γλώσσαν και εν μεταφράσει εις την ελληνικήν έχει ως επέται: ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Τα συμβαλλόμενα εν τη παρούση Συμβάσει Μέρη: Λαμβάνοντα υπ' όψιν τον θεμελιώδη ρόλον των συνθηκών εν τη ιστορία των διεθνών σχέσεων, Αναγνωρίζοντα την ολονέν αυξανομένην σημασίαν των συνθηκών ως πηγής του Διεθνούς Δικαίου και ως τρόπου αναπτύξεως της ειρηνικής μεταξύ των λαών συνυπάρξεως ανεξαρτήτως των συνταγματικών και των κοινωνικών των συστημάτων, Σημειούντα, ότι αι αρχαί της ελευθέρας συναινέσεως και της καλής πίστεως και του σεβασμού των υπεσχημένων παγκοσμίως αναγνωρίζονται, Βεβαιούντα, ότι διαφοραί αφορώσαι εις συνθήκας, ως αι λοιπαί διεθνείς διαφοραί, θα έδει να επιλύωνται δι' ειρηνικών μέσων και συμφώνως με τας αρχάς της δικαιοσύνης και του Διεθνούς Δικαίου, Υπομιμνήσκοντα ότι οι λαοί των Ηνωμένων Εθνών είναι αποφασισμένοι να δημιουργήσουν συνθήκας δυνάμει των οποίων η δικαιοσύνη και ο σεβασμός των συμβατικών υποχρεώσεων θα δύναται να διατηρηθή, Έχοντα υπ' όψιν τας αρχάς του Διεθνούς Δικαίου τας ανευρισκομένας εις τον Χάρτην των Ηνωμένων Εθνών ως αι αρχαί της ισότητος των δικαιωμάτων και αυτοδιαθέσεως των λαών, της κυριάρχου ισότητος και ανεξαρτησίας όλων των κρατών, της μη επεμβάσεως εις τας εσωτερικάς υποθέσεις των λαών, της απαγορεύσεως της απειλής ή χρήσεως βίας και του οικουμενικού σεβασμού και τηρήσεως δι' όλους των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών, Πεποιθότα, ότι η κωδικοποίησις και προοδευτική ανάπτυξις του δικαίου των συνθηκών, ήτις επετεύχθη δια της παρούσης συμβάσεως θα προαγάγη τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών, ως ούτοι περιλαμβάνονται εις τον Χάρτην συγκεκριμένως την διατήρησιν της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας, την ανάπτυξιν φιλικών σχέσεων και την επίτευξιν συνεργασίας μεταξύ των Εθνών, Διαβεβαιούντα ότι οι κανόνες του εθιμικού Διεθνούς Δικαίου θα συνεχίσουν να διέπουν ζητήματα μη ρυθμιζόμενα υπό των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως. Συνεφώνησαν επί των ακολούθων: ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΗ Άρθρον 9. Υιοθέτησις του κειμένου. 1.Η υιοθέτησις του κειμένου συνθήκης γίνεται τη συναινέσει απάντων των κρατών, των μετασχόντων εις την εκπόνησιν ταύτης, εξαιρουμένης της εν παραγράφω 2 περιπτώσεως: 2.Η υιοθέτησις του κειμένου συνθήκης εν διεθνεί διασκέψει πραγματοποιείται δια της ψήφου των δύο τρίτων των παρόντων και ψηφιζόντων κρατών, εκτός εάν τα κράτη ταύτα, δια της ως άνω πλειοψηφίας αποφασίσουν να εφαρμόσουν διάφορον κανόνα. Άρθρον 10. Επιβεβαίωσις του κειμένου. Το κείμενον συνθήκης καθίσταται αυθεντικόν και οριστικόν: (α)κατά την διαδικασίαν την προβλεπομένην εν τω κειμένω ή συμφωνουμένην παρά των εν τη εκπονήσει της συνθήκης μετεχόντων κρατών, ή (β)ελλείψει τοιαύτης διαδικασίας, δια της υπογραφής, υπογραφής ΑD REFERENDUM ή μονογραφής υπό των αντιπροσώπων των κρατών του κειμένου της συνθήκης ή της Τελικής Πράξεως της διασκέψεως, εν τη οποία έχει καταχωρηθή το κείμενον. 40.Γ.μ.1 Δίκαιο των Συνθηκών 112 Άρθρο 11. Τρόποι εκφράσεως της συναινέσεως προς δέσμευσιν δια της συνθήκης. Η συναίνεσις του κράτους όπως δεσμευθή δια της συνθήκης δύναται να δοθή δια της υπογραφής, ανταλλαγής οργάνων, αποτελούντων συνθήκην, επικυρώσεως, αποδοχής εγκρίσεως ή προσχωρήσεως, ή δι' οιουδήποτε ετέρου συμπεφωνημένου τρόπου. Άρθρον 12. Συναίνεσις προς δέσμευσιν δια της συνθήκης παρεχομένη δι' υπογραφής. 1.Η συναίνεσις του κράτους όπως δεσμευθή δια της συνθήκης παρέχεται δια της υπογραφής του αντιπροσώπου του κράτους τούτου, οσάκις: (α)Η συνθήκη προβλέπει ότι η υπογραφή θα έχη το αποτέλεσμα τούτο. (β)Προκύπτει άλλως, ότι τα κράτη τα οποία μετέσχον εις την διαπραγμάτευσιν συνεφώνησαν ότι η συνθήκη θα έχη το αποτέλεσμα τούτο, ή (γ)η πρόθεσις του κράτους να προσδώση τοιούτον αποτέλεσμα εις την υπογραφήν, προκύπτει εκ των πληρεξουσίων του αντιπροσώπου του ή εξεδηλώθη κατά την διάρκειαν των διαπραγματεύσεων. 2.Δια τους σκοπούς της παραγράφου 1: (α)Η μονογραφή ενός κειμένου ισοδυναμεί προς υπογραφήν της συνθήκης εάν προκύψη, ότι τα κράτη τα οποία μετέσχον των διαπραγματεύσεων, ούτω συνεφώνησαν, (β)η υπογραφή AD REFEREDNUM συνθήκης υπό αντιπροσώπου κράτους τινός ισοδυναμεί προς οριστικήν υπογραφήν της συνθήκης, εάν επιβεβαιωθή παρά του τελευταίου τούτου. Άρθρον 13. Συναίνεσις προς δέσμευσιν δια συνθήκης εκφραζόμενη δι' ανταλλαγής οργάνων αποτελούντων συνθήκην. Η συναίνεσις κρατών όπως δεσμευθούν δια συνθήκης αποτελούμενης εξ οργάνων ανταλλαγέντων μεταξύ των, παρέχεται, οσάκις: (α)τα όργανα προβλέπουν, ότι η ανταλλαγή των θα έχη το αποτέλεσμα τούτο, ή (β)εάν άλλως προκύπτη, ότι τα κράτη ταύτα συνεφώνησαν ότι η ανταλλαγή των οργάνων θα έχη το αποτέλεσμα τούτο. Άρθρον 14. Συναίνεσις προς δέσμευσιν δια συνθήκης παρεχομένη δια επικυρώσεως αποδοχής ή εγκρίσεως. 1.Η συναίνεσις του κράτους όπως δεσμευθή δια συνθήκης παρέχεται δια της επικυρώσεως, οσάκις: (α)η συνθήκη προβλέπει ότι η συναίνεσις αύτη παρέχεται δια της επικυρώσεως, (β)άλλως προκύπτει ότι τα κράτη τα οποία μετέσχον εις την διαπραγμάτευσιν συνεφώνησαν, ότι η επικύρωσις θα είναι αναγκαία, (γ)ο αντιπρόσωπος του κράτους τούτου υπέγραψε την συνθήκην, υπό την επιφύλαξιν της επικυρώσεως, ή (δ)η πρόθεσις του κράτους τούτου να υπογράψη την συνθήκην υπό την επιφύλαξιν της επικυρώσεως, προκύπτει εκ των πληρεξουσίων εγγράφων του αντιπροσώπου του ή έχει δηλωθή κατά την διάρκειαν της διαπραγματεύσεως. 2.Η συναίνεσις του κράτους όπως δεσμευθή δια συνθήκης παρέχεται δι' αποδοχής ή εγκρίσεως υπό όρους ανάλογους προς εκείνους οι οποίοι εφαρμόζονται επί της επικυρώσεως. Άρθρον 15. Συναίνεσις προς δέσμευσιν δια συνθήκης παρεχομένη δια προσχωρήσεως. Η συναίνεσις κράτους όπως δεσμευθή δια συνθήκης παρέχεται δια της προσχωρήσεως, οσάκις: (α)η συνθήκη προβλέπει ότι η συναίνεσις αύτη δύναται να παρασχεθή υπό του κράτους τούτου δια της προσχωρήσεως, (β)άλλως προκύπτει, ότι τα κράτη τα οποία μετέσχον εις την διαπραγμάτευσιν συνεφώνησαν ότι η συναίνεσις αύτη θα ηδύνατο να παρασχεθή υπό του κράτους τούτου δια της προσχωρήσεως, (γ)άπαντα τα μέρη συνεφώνησαν μεταγενεστέρως, ότι η τοιαύτη συναίνεσις θα ηδύνατο να παρασχεθή παρά του κράτους δια της προσχωρήσεως. Άρθρον 16. Ανταλλαγή ή κατάθεσις των οργάνων της επικυρώσεως, αποδοχής, εγκρίσεως ή προσχωρήσεως. Εκτός εάν άλλως προβλέπη η συνθήκη, τα όργανα της επικυρώσεως, αποδοχής, εγκρίσεως ή προσχωρήσεως συνιστούν την συναίνεσιν του κράτους όπως δεσμευθή δια ταύτης, κατά την στιγμήν: (α)της ανταλλαγής αυτών μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, (β)της καταθέσεως αυτών παρά τω Θεματοφύλακι, (γ)της γνωστοποιήσεως εις τα συμβαλλόμενα κράτη και εις τον Θεματοφύλακα, εάν ούτω συνεφωνήθη. Άρθρον 17. Συναίνεσις προς δέσμευσιν υπό μέρους της συνθήκης και επιλογή μεταξύ διαφόρων διατάξεων. 1.Επιφυλασσομένων των άρθρων 19-23, η συναίνεσις κράτους τινός όπως δεσμευθή υπό μέρους συνθήκης τινός δεν δημιουργεί αποτελέσματα παρά μόνον όταν η συνθήκη επιτρέπη τούτο ή όταν τα άλλα συμβαλλόμενα κράτη συναινούν εις τούτο. 2.Η συναίνεσις του κράτους όπως δεσμευθή δια της συνθήκης, επιτρεπούσης επιλογήν μεταξύ διαφόρων διατάξεων ταύτης, δεν δημιουργεί αποτελέσματα, παρά μόνον εάν καταστή σαφές δια ποίας εκ των διατάξεων παρέχεται η συναίνεσις. Άρθρον 18. Υποχρέωσις περί μη αποστερήσεως συνθήκης τινός του αντικειμένου και του σκοπού της προ της θέσεώς της εν ισχύι. Το Κράτος υποχρεούται όπως απόσχη εκ πράξεων, αίτινες θ' απεστέρουν συνθήκην τινά του αντικειμένου και σκοπού ταύτης οσάκις: (α)υπέγραψε την συνθήκην ή προέβη εις ανταλλαγήν οργάνων αποτελούντων συνθήκην υπό την επιφύλαξιν της επικυρώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως, εφ' όσον δεν εξεδήλωσε την πρόθεσίν του να καταστή μέρος ταύτης, ή (β)εξεδήλωσε την συναίνεσιν όπως δεσμευθή δια της συνθήκης εντός της περιόδου ήτις προηγείται της θέσεως εν ισχύι της συνθήκης και υπό τον όρον ότι η διαδικασία αυτή δεν θα καθυστερήση αδικαιολογήτως. (Μετά τη σελ. 386,452) Σελ. 386,453 Τεύχος 541-Σελ. 121 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.1 113 ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ Άρθρον 1. Εφαρμογή της παρούσης Συμβάσεως. Η παρούσα σύμβασις εφαρμόζεται επί των συνθηκών μεταξύ κρατών. Άρθρον 19. Διατύπωσις επιφυλάξεων. Έν κράτος δύναται, κατά την υπογραφήν, επικύρωσιν, αποδοχήν, έγκρισιν συνθήκης ή προσχώρησιν εις αυτήν, να διατυπώση επιφύλαξιν εκτός εάν: (α)η επιφύλαξις απαγορεύεται υπό της συνθήκης, (β)η συνθήκη ορίζη, ότι μόνον καθοριζόμεναι επιφυλάξεις, εις ας δεν περιλαμβάνεται η εν θέματι επιφύλαξις δύνανται να γίνουν, ή (γ)εις περιπτώσεις μη εμπίπτουσας εις τας υπό παραγράφους (α) και (β) η επιφύλαξις είναι ασυμβίβαστος προς το αντικείμενον και τον σκοπόν της συνθήκης. Άρθρον 20. Αποδοχή επιφυλάξεων και αντιρρήσεις εις ταύτας. 1.Επιφύλαξις ρητώς επιτρεπομένη υπό της συνθήκης ουδεμίαν μεταγενεστέραν αποδοχήν υπό των άλλων συμβαλλομένων κρατών απαιτεί εκτός εάν η συνθήκη ούτως ορίζη. 2.Εάν εκ του περιωρισμένου αριθμού των κρατών τα οποία μετέσχον εις την διαπραγμάτευσιν ως και του αντικειμένου και του σκοπού συνθήκης τινός προκύπτη ότι η εφαρμογή της συνθήκης εν τη ολότητι αυτής, μεταξύ όλων των μερών αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεσιν της συναινέσεως ενός εκάστου τούτων προς δέσμευσιν δια της συνθήκης, η επιφύλαξις απαιτεί αποδοχήν υφ' όλων των μερών. 3.Εάν συνθήκη τις αποτελεί ιδρυτικήν πράξιν διεθνούς οργανισμού και εκτός εάν άλλως ορίζεται, η επιφύλαξις απαιτεί την αποδοχήν υπό του αρμοδίου οργάνου του οργανισμού τούτου. 4.Εις περιπτώσεις μη εμπιπτούσας εις τας ανωτέρω παραγράφους και εκτός εάν η συνθήκη άλλως ορίζη: (α)Αποδοχή υπό ετέρου συμβαλλομένου κράτους επιφυλάξεως τινός καθιστά το επιφυλασσόμενον κράτος μέρος της συνθήκης εν σχέσει προς αυτό το έτερον κράτος εάν η συνθήκη είναι εν ισχύι ή οσάκις τίθεται εν ισχύι μεταξύ των κρατών τούτων. (β)Αντίρρησις υπό ετέρου συμβαλλομένου κράτους εις επιφύλαξίν τινα δεν αποκλείει την θέσιν της συνθήκης εν ισχύι ως προς τα διατυπούντα την αντίρρησιν και την επιφύλαξιν κράτη εκτός εάν αντίθετος πρόθεσις σαφώς εκφράζεται υπό του διατυπώσαντος την αντίρρησιν κράτους. (γ)Πράξις εκφράζουσα την συναίνεσιν κράτους τινός όπως δεσμευθή δια της συνθήκης και περιλαμβάνουσα επιφύλαξιν, ισχύει αφ' ης έν τουλάχιστον έτερον συμβαλλόμενον κράτος αποδεχθή την επιφύλαξιν. 5.Δια τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 4 και εκτός εάν η συνθήκη άλλως ορίζη, επιφύλαξίς τις θεωρείται ως γενομένη αποδεκτή υπό κράτους τινός, αν τούτο δεν έχη διατυπώσει αντίρρησιν εις την επιφύλαξιν είτε μέχρι της εκπνοής 12μήνου περιόδου από της εις τούτο ανακοινώσεως της επιφυλάξεως είτε μέχρι της ημερομηνίας κατά την οποίαν εξέφρασε την συναίνεσίν του όπως δεσμευθή δια της συνθήκης εάν αυτή είναι μεταγενέστερα. Σελ. 386,454 Τεύχος 541-Σελ. 122 Άρθρον 21. Νομικαί συνέπειαι επιφυλάξεων και αντιρρήσεων εις επιφυλάξεις. 1.Επιφύλαξις ισχύουσα εν σχέσει προς έτερον μέρος συμφώνως προς τα άρθρα 19, 20 και 23: (α)Τροποποιεί δια το επιφυλασσόμενον κράτος, εις τας μετά του ετέρου εκείνου μέρους σχέσεις του, τας διατάξεις της συνθήκης εις τας οποίας αφορά η επιφύλαξις, κατά την έκτασιν την προβλεπομένην υπό της επιφυλάξεως και (β)Τροποποιεί κατά την αυτήν έκτασιν τας διατάξεις ταύτας δια το έτερον εκείνο μέρος εις τας σχέσεις του μετά του επιφυλασσομένου κράτους. 2.Η επιφύλαξις δεν τροποποιεί τας διατάξεις της συνθήκης δια τα άλλα μέρη εις τας μεταξύ των σχέσεις. 3.Όταν κράτος το οποίον διετύπωσεν αντίρρησιν εις την επιφύλαξιν δεν αντετάχθη εις την θέσιν εν ισχύι της συνθήκης μεταξύ αυτού και του επιφυλασσομένου κράτους αι διατάξεις εις ας αφορά η επιφύλαξις δεν εφαρμόζονται μεταξύ των δύο τούτων κρατών κατά την έκτασιν την προβλεπομένην υπό της επιφυλάξεως. Άρθρον 22. Ανάκλησις επιφυλάξεων και αντιρρήσεων εις επιφυλάξεις. 1.Εκτός εάν η συνθήκη άλλως ορίζη, επιφύλαξίς τις δύναται να ανακληθή ανά πάσαν στιγμήν χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεσις του κράτους του αποδεχθέντος την επιφύλαξιν. 2.Εκτός εάν η συνθήκη άλλως ορίζη, αντίρρησις εις επιφύλαξιν δύναται να ανακληθή ανά πάσαν στιγμήν. 3.Εκτός εάν η συνθήκη άλλως ορίζη, ή άλλως συμφωνηθή: (α)Η ανάκλησις επιφυλάξεως ισχύει εν σχέσει προς έτερον συμβαλλόμενον κράτος μόνον όταν η ανακοίνωσίς της ελήφθη υπό του κράτους τούτου. (β)Η ανάκλησις αντιρρήσεως εις επιφύλαξιν ισχύει μόνον όταν η ανακοίνωσίς της ελήφθη υπό του διατυπώσαντος την επιφύλαξιν κράτους. Άρθρον 23. Διαδικασία άφορώσα εις τας επιφυλάξεις. 1.Η επιφύλαξις, ή ρητή αποδοχή της επιφυλάξεως και η αντίρρησις εις επιφύλαξιν τινά δέον όπως διατυπώνται εγγράφως και κοινοποιώνται προς τα συμβαλλόμενα κράτη δικαιούμενα να μετάσχουν της συνθήκης. 2.Εάν διετυπώθη κατά την υπογραφήν της συνθήκης υπό την επιφύλαξιν της επικυρώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως, ή επιφύλαξις δέον όπως επιβεβαιωθή ρητώς υπό του επιφυλασσομένου κράτους κατά την στιγμήν κατά την οποίαν παρέχει την συναίνεσίν του όπως δεσμευθή δια της συνθήκης. Εν τοιαύτη περιπτώσει η επιφύλαξις θεωρείται ως γενομένη κατά την ημερομηνίαν της επιβεβαιώσεώς της. 3.Ρητή αποδοχή επιφυλάξεως ή αντιρρήσεως προς ταύτην, ως γενόμεναι προ της επιβεβαιώσεως της επιφυλάξεως δεν απαιτούν επιβεβαίωσιν. 4.Η ανάκλησις επιφυλάξεως ή αντιρρήσεως εις έπιφύλαξιν δέον δπως διατυπωθούν εγγράφως. 40.Γ.μ.1 Δίκαιο των Συνθηκών 114 ΤΜΗΜΑ 3: ΘΕΣΙΣ ΕΝ ΙΣΧΥΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Άρθρον 24. Θέσις εν ισχύι 1.Η συνθήκη τίθεται εν ισχύι κατά τον τρόπον και κατά την ημερομηνίαν ην αύτη προβλέπει ή δια συμφωνίας των μετασχόντων της διαπραγματεύσεως κρατών. 2.Ελλείψει τοιαύτης διατάξεως ή συμφωνίας η συνθήκη τίθεται εν ισχύι ευθύς ως η συναίνεσις προς δέσμευσιν δι' αυτής παρεσχέθη υφ' όλων των μετασχόντων εις την διαπραγμάτευσιν κρατών. 3.Οσάκις η συναίνεσις ενός κράτους όπως δεσμευθή δια της συνθήκης παρέχεται εις ημερομηνίαν μεταγενεστέραν της θέσεως εν ισχύι ταύτης, αύτη δεσμεύει το κράτος τούτο από της εν λόγω ημερομηνίας, εκτός εάν άλλως ορίζεται εν τη συνθήκη. 4.Αι διατάξεις της συνθήκης, αι οποίαι διακανονίζουν τα της επιβεβαιώσεως του κειμένου ταύτης, την παροχήν της συναινέσεως των κρατών όπως δεσμευθούν δια της συνθήκης, τον τρόπον και την ημερομηνίαν θέσεως εν ισχύι ταύτης, τας επιφυλάξεις, τα καθήκοντα του θεματοφύλακος ως και έτερα θέματα ανακύπτοντα κατ' ανάγκην προ της θέσεως εν ισχύι της συνθήκης εφαρμόζονται από της υιοθετήσεως του κειμένου. Άρθρον 25. Προσωρινή Εφαρμογή. 1.Συνθήκη ή τμήμα συνθήκης εφαρμόζεται προσωρινώς εν αναμονή της ενάρξεως της ισχύος αυτής: (α)Εάν η συνθήκη αυτή ούτως ορίζη ή (β)εάν τα μετάσχοντα της διαπραγματεύσεως κράτη ούτω συνεφώνησαν κατ' άλλον τρόπον. 2.Εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ' ην η συνθήκη άλλως ορίζει η καθ' ην τα μετασχόντα της διαπραγματεύσεως κράτη άλλως συνεφώνησαν, η προσωρινή εφαρμογή της συνθήκης ή τμήματος συνθήκης ως προς έν κράτος τερματίζεται εάν το κράτος τούτο κοινοποιήση εις τα άλλα κράτη, μεταξύ των οποίων η συνθήκη εφαρμόζεται προσωρινώς, την προθεσίν του να μη καταστή μέρος εις την συνθήκην. ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΣΕΒΑΣΜΟΣ, ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ Τ ΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΤΜΗΜΑ 1: ΤΗΡΗΣΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Άρθρον 26. PACTA SUNT SERVANDA Εκάστη συνθήκη εν ισχύι, δεσμεύει τα εις αυτήν συμβαλλόμενα μέρη και δέον να τηρήται καλή τη πίστει. Άρθρον 27. Εσωτερικόν Δίκαιον και τήρησις των συνθηκών. Το συμβαλλόμενον εν τη συνθήκη μέρος δεν δύναται να επικαλεσθή τας διατάξεις του εσωτερικού του δικαίου ως δικαιολογίαν δια την μη υπ' αυτού τήρησιν της συνθήκης. Η διάταξις αύτη δεν θίγει το άρθρον 46. ΤΜΗΜΑ 2: ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Άρθρον 28. Μη αναδρομική ισχύς των συνθηκών. Εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ' ην υφίσταται διάφορος πρόθεσις, προκύπτουσα εκ της συνθήκης ή άλλως πως αι διατάξεις της συνθήκης δεν δεσμεύουν έν μέρος δι' οιανδήποτε πράξιν ή γεγονός, το οποίον έλαβε χώραν ή οιανδήποτε κατάστασιν η οποία έπαυσεν υφισταμένη, προ της ημερομηνίας θέσεως της συνθήκης εν ίσχύι ως προς τούτο. Άρθρον 2. Χρησιμοποιούμενοι όροι. 1.Δια τους σκοπούς της παρούσης συμβάσεως: (α)Δια του όρου "συνθήκη" νοείται διεθνής συμφωνία συνομολογουμένη μεταξύ κρατών, εις έγγραφον τύπον και διεπομένη υπό του Διεθνούς Δικαίου, ανεξαρτήτως εάν περιλαμβάνεται εις έν, δύο ή πλείονα έγγραφα και ανεξαρτήτως της ειδικής αυτής ονομασίας. (β)Δια του δρου "έπικύρωσις", "αποδοχή", "έγκρισις" και "προσχώρησις" νοείται, εις εκάστην περίπτωσιν η ούτω καλούμενη διεθνής πράξις δια της οποίας το κράτος συναινεί, εν τω διεθνεί πεδίω, όπως δεσμευθή δια της συνθήκης. (γ)Δια του όρου "πληρεξούσιον" νοείται έγγραφον της αρμοδίας αρχής του κράτους, καθορίζον έν ή πλείονα πρόσωπα δια την αντιπροσώπευσιν του κράτους δια την διαπραγμάτευσιν, υιοθέτησιν ή βεβαίωσιν του κειμένου Συνθήκης, δια την έκφρασιν της συναινέσεως του κράτους όπως δεσμευθή δια της συνθήκης ή δια την τέλεσιν οιασδήποτε ετέρας πράξεως, αναφορικώς προς αυτήν. (δ)Δια του όρου "επιφύλαξις" νοείται η ανεξαρτήτως του χρησιμοποιουμένου όρου μονομερής δήλωσις του κράτους, κατά την υπογραφήν, επικύρωσιν, αποδοχήν, έγκρισιν ή προσχώρησιν εις συνθήκην, δια της οποίας επιδιώκει ν' αποβάλη ή να τροποποιήση τα έννομα αποτελέσματα διατάξεων τινών της συνθήκης, κατά την εφαρμογήν των έναντι του κράτους τούτου. (ε)Δια του όρου "διαπραγματευόμενον κράτος" νοείται το κράτος, το οποίον συμμετέσχεν εις την σύνταξιν και υιοθέτησιν του κειμένου της συνθήκης. (στ)Δια του όρου "συμβαλλόμενον κράτος" νοείται το κράτος το οποίον συνήνεσε να δεσμευθή δια της συνθήκης ανεξαρτήτως εάν η συνθήκη ετέθη εν ισχύι ή όχι. (ζ)Δια του όρου "μέρος", νοείται το κράτος το οποίον συνήνεσε να δεσμευθή δια της συνθήκης και δια το οποίον η Συνθήκη είναι εν ισχύι. (Αντί για τη σελ. 386,451) Σελ. 386,451(α) Τεύχος Ε33-Σελ. 95 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.1 111 (η)Δια του όρου "τρίτον κράτος" νοείται το κράτος το οποίον δεν τυγχάνει μέρος εις την συνθήκην. (θ)Δια του όρου "διεθνής οργανισμός" νοείται ο διακυβερνητικός οργανισμός. 2.Αι διατάξεις της παραγράφου 1 ως προς την χρήσιν των όρων εν τη παρούση συμβάσει δεν θίγουν την χρήσιν των ως άνω όρων ή την έννοιαν ην ενδεχομένως προσλαμβάνουν εις το εσωτερικόν δίκαιον του κράτους. Άρθρον 29. Εδαφική εφαρμογή της συνθήκης. Εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ' ην υφίσταται διάφορος πρόθεσις, προκύπτουσα εκ της συνθήκης ή άλλως πως η συνθήκη δεσμεύει έκαστον μέρος επί ολοκλήρου του εδάφους του. Άρθρον 30. Εφαρμογή διαδοχικών συνθηκών αναφερομένων εις το αυτό αντικείμενον. 1.Συμφώνως τω άρθρω 103 του Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών, τα δικαιώματα και αι υποχρεώσεις των κρατών των συμβαλλομένων εις διαδοχικάς συνθήκας, αναφερομένας εις το αυτό αντικείμενον καθορίζονται κατά τας κατωτέρω παραγράφους: 2.Ότε η συνθήκη ορίζει ότι υπόκειται εις τας διατάξεις προγενεστέρας ή μεταγενεστέρας συνθήκης ή ότι δεν θα έδει να θεωρήται ασυμβίβαστος προς αυτάς, προέχουν αι διατάξεις της συνθήκης εις την οποίαν γίνεται η αναφορά. 3.Ότε άπαντες οι συμβαλλόμενοι εις προγενεστέραν συνθήκην τυγχάνουν επίσης συμβαλλόμενοι εις μεταγενεστέραν τοιαύτην, της πρώτης εξ αυτών μη καταργηθείσης ή ανασταλείσης, συμφώνως προς το άρθρον 59, η προγενεστέρα συνθήκη εφαρμόζεται καθ' ο μέτρον αι διατάξεις ταύτης δεν συγκρούονται προς τας διατάξεις της μεταγενεστέρας τοιαύτης. 4.Ότε (τα συμβαλλόμενα μέρη) εις την μεταγενεστέραν συνθήκην δεν τυγχάνουν άπαντα τα συμβαλλόμενα εις την προγενεστέραν συνθήκην μέρη: (α)Ισχύει η διάταξις της ως άνω παραγράφου 3 δια τα συμβαλλόμενα μέρη εις αμφοτέρας τας συνθήκας. (β)Μεταξύ κράτους συμβαλλομένου εις αμφοτέρας τας συνθήκας και ετέρου συμβαλλομένου εις μόνον μίαν εξ αυτών, τα αμοιβαία αυτών δικαιώματα και υποχρεώσεις διέπει η συνθήκη εις την οποίαν αμφότερα τα κράτη τυγχάνουν συμβαλλόμενα μέρη. 5.Η παράγραφος 4 δεν θίγει το άρθρον 41 ή οιονδήποτε ζήτημα αφορών εις την λήξιν ή εις την αναστολήν λειτουργίας της συνθήκης, κατά το άρθρον 60, ή οιονδήποτε ζήτημα ευθύνης το οποίον ήθελε οποίον ήθελε προκύψει δι' έν κράτος εκ της συνομολογήσεως ή της εφαρμογής συνθήκης, αι διατάξεις της οποίας τυγχάνουν ασυμβίβαστοι προς τας υποχρεώσεις του έναντι ετέρου κράτους δυνάμει ετέρας συνθήκης. ΤΜΗΜΑ 3: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Άρθρον 31. Γενικός κανών ερμηνείας. 1.Η συνθήκη δέον να ερμηνεύηται καλή τη πίστει συμφώνως προς την συνήθη έννοιαν ήτις δίδεται εις τους όρους της συνθήκης, εν τω συνόλω αυτών και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της. (Μετά την σελ. 386,454) Σελ. 386,455 Τεύχος 541-Σελ. 123 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.1 115 2.Το σύνολον της συνθήκης, δια τους σκοπούς, ερμηνείας ταύτης, εκτός του κειμένου, περιέχοντος το προοίμιον και τα παραρτήματα αυτής, περιλαμβάνει: (α)Πάσαν συμφωνίαν σχετικήν προς την συνθήκην, ήτις συνωμολογήθη μεταξύ όλων των μερών, επ' ευκαιρία της συνάψεως της συνθήκης. (β)Παν έγγραφον, το οποίον συνετάγη υφ' ενός ή πλειόνων μερών εν σχέσει προς την σύναψιν της συνθήκης, το οποίον εγένετο αποδεκτόν υπό των άλλων μερών ως έγγραφον σχετιζόμενον προς την συνθήκην. 3.Ομού μετά του συνόλου της συνθήκης δέον να λαμβάνωνται υπ' όψιν: (α)Πάσα μεταγενεστέρα συμφωνία μεταξύ των μερών αφορώσα εις την ερμηνείαν της συνθήκης ή την εφαρμογήν των διατάξεων ταύτης. (β)Πάσα μεταγενέστερα πρακτική ακολουθηθείσα υπό των συμβαλλομένων μερών κατά την εφαρμογήν της συνθήκης ή οποία συνιστά συμφωνίαν αυτών ως προς την ερμηνείαν ταύτης. (γ)Άπαντες οι σχετικοί κανόνες του Διεθνούς Δικαίου οι εφαρμοζόμενοι εις τας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχέσεις. 4.Ειδική έννοια δύναται να δοθή εις ένα όρον εάν προκύπτη ότι αυτή ήτο η πρόθεσις των συμβαλλομένων μερών. Άρθρον 32. Συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας. Δύναται να γίνη προσφυγή εις συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας, περιλαμβανομένων των προπαρασκευαστικών της συνθήκης εργασιών και των περιστάσεων υφ' ας συνήφθη αύτη, προκειμένου να επιβεβαιωθή η έννοια η προκύπτουσα εκ της εφαρμογής του άρθρου 31 ή προκειμένου να προσδιορισθή η έννοια, εν περιπτώσει καθ' ην η κατά το άρθρον 31 ερμηνεία: (α)Αφήνει την έννοιαν ασαφή ή αφανή. (β)Οδηγεί εις αποτέλεσμα, το οποίον τυγχάνει προδήλως άτοπον ή παράλογον. Άρθρον 33. Ερμηνεία συνθηκών επιβεβαιουμένων εις δύο ή περισσοτέρας γλώσσας. 1.Ότε η συνθήκη κατέστη αυθεντική εις δύο ή πλείονας γλώσσας, το κείμενον ταύτης τυγχάνει εξ ίσου αυθεντικόν εις οιανδήποτε των γλωσσών τούτων, εκτός εάν η συνθήκη ορίζη ή τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν, ότι εν περιπτώσει διϊσταμένων γνωμών ωρισμένον κείμενον θα προέχη. 2.Κείμενον συνθήκης εις γλώσσαν ετέραν εκείνων εις ας επεβεβαιώθη θεωρείται αυθεντικόν κείμενον μόνον εάν η συνθήκη ούτως ορίζη τα μέρη ούτω συνεφώνησαν. 3.Οι όροι της συνθήκης νοούνται ως έχοντες την αυτήν έννοιαν εις έκαστον αυθεντικόν κείμενον. 4.Εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ' ην προέχει ωρισμένον κείμενον, κατά την ως άνω παράγραφον 1, οσάκις σύγκρισις των αυθεντικών κειμένων αποκαλύπτει διαφοράν εννοίας, μη εκλείπουσαν εκ της εφαρμογής των άρθρων 31 και 32, θα υιοθετηθή, η έννοια ήτις καλύτερον συμβιβάζει τα κείμενα, λαμβανομένου υπ' όψιν του αντικειμένου και του σκοπού της συνθήκης. Σελ. 386,456 Τεύχος 541-Σελ. 124 ΤΜΗΜΑ 4: ΣΥΝΘΗΚΑΙ ΚΑΙ ΤΡΙΤΑ ΚΡΑΤΗ Άρθρον 34. Γενικός κανών αφορών εις τα τρίτα κράτη. Η συνθήκη δεν δημιουργεί υποχρεώσεις ή δικαιώματα δια τρίτον κράτος άνευ της συναινέσεώς του. Άρθρον 35. Συνθήκαι συνιστώσαι υποχρεώσεις δια τρίτα κράτη. Δημιουργείται υποχρέωσις δια τρίτον κράτος εκ διατάξεως συνθήκης εάν αυτή τυγχάνη η πρόθεσις των συμβαλλομένων μερών και το τρίτον κράτος αποδεχθή ταύτην ρητώς και εγγράφως. Άρθρον 36. Συνθήκαι συνιστώσαι δικαιώματα δια τρίτα κράτη. 1.Δημιουργείται δικαίωμα δια τρίτον κράτος εκ διατάξεως συνθήκης εάν τα συμβαλλόμενα μέρη επιδιώκουν δια ταύτης την εκχώρησιν δικαιώματος εις τρίτον κράτος ή εις ομάδα κρατών εις την οποίαν τούτο ανήκει ή εις άπαντα τα κράτη και το τρίτον τοιούτον συγκατίθεται. Η συναίνεσις αύτη τεκμαίρεται εφ' όσον δεν υπάρχει ένδειξις περί του αντιθέτου, εκτός εάν άλλως ορίζη η συνθήκη. 2.Το κράτος το οποίον ασκεί δικαίωμα κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 1, προκειμένου να ασκήση το δικαίωμα τούτο υποχρεούται να σεβασθή τους όρους οίτινες προβλέπονται εν τη συνθήκη ή δημιουργούνται συμφώνως τη συνθήκη. Άρθρον 37. Ανάκλησις ή τροποποίησις υποχρεώσεων ή δικαιωμάτων τρίτων κρατών. 1.Εν περιπτώσει δημιουργίας υποχρεώσεως δια τρίτον κράτος, κατά το άρθρον 35, αυτή δύναται να ανακληθή ή να τροποποιηθή τη συναινέσει των συμβαλλομένων εν τη συνθήκη μερών και του τρίτου κράτους, εκτός εάν προκύπτη ότι ταύτα άλλως συνεφώνησαν. 2.Εν περιπτώσει δημιουργίας δικαιώματος δια τρίτον κράτος, κατά το άρθρον 36, τούτο δεν δύναται ν' ανακληθή ή να τροποποιηθή υπό των συμβαλλομένων μερών εάν προκύπτη ότι συνεφωνήθη όπως το δικαίωμα τούτο μη υπόκειται εις ανάκλησιν ή τροποποίησιν άνευ της συναινέσεως του τρίτου κράτους. Άρθρον 38. Συμβατικοί κανόνες υποχρεούντες τρίτα κράτη εθιμικώς. Ουδεμία διάταξις των άρθρων 34-37 κωλύει κανόνα εξαγγελλόμενον εις συνθήκην όπως καταστή υποχρεωτικός δια τρίτον κράτος ως εθιμικός κανών του Διεθνούς Δικαίου αναγνωριζόμενος ως τοιούτος. ΜΕΡΟΣ IV. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Άρθρον 3. Διεθνείς Συμφωνίαι μη εμπίπτουσαι εις τα πλαίσια της παρούσης Συμβάσεως. Το γεγονός ότι, η παρούσα σύμβασις δεν εφαρμόζεται επί διεθνών συμφωνιών μεταξύ κρατών και άλλων υποκειμένων του Διεθνούς Δικαίου ή μεταξύ των ως άνω ετέρων υποκειμένων του Διεθνούς Δικαίου, ή επί διεθνών συμφωνιών, συνομολογηθεισών εις άγραφον τύπον, δεν επηρεάζει: (α)την νομικήν ισχύν των τοιούτων συμφωνιών. (β)την εφαρμογήν επ' αυτών οιουδήποτε των κανόνων των θεσπιζόμενων εν τη παρούση συμβάσει, εις τους οποίους θα υπήγοντο, κατά το Διεθνές Δίκαιον, ανεξαρτήτως της εν λόγω Συμβάσεως. (γ)την εφαρμογήν της συμβάσεως εις τας μεταξύ των κρατών σχέσεις, τας διεπόμενας υπό διεθνών συμφωνιών εις τας οποίας τυγχάνουν εξ ίσου μέρη έτερα υποκείμενα του Διεθνούς Δικαίου. Άρθρον 39. Γενικός κανών τροποποιήσεως των συνθηκών. Η συνθήκη δύναται να τροποποιηθή κατόπιν, συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών. Οι περιεχόμενοι εις το Μέρος ΙΙ της συμβάσεως κανόνες ισχύουν εις μίαν τοιαύτην συμφωνίαν εκτός εάν άλλως ορίζη η συνθήκη. 40.Γ.μ.1 Δίκαιο των Συνθηκών 116 Άρθρον 40 Τροποποίησις πολυμερών συνθηκών. 1.Εκτός εάν η συνθήκη άλλως ορίζη η τροποποίησις των πολυμερών συνθηκών θα διέπεται υπό των κατωτέρω παραγράφων. 2.Πάσα πρότασις τροποποιήσεως πολυμερούς συνθήκης μεταξύ όλων των μερών δέον όπως κοινοποιήται εις άπαντα τα συμβαλλόμενα μέρη, έκαστον των οποίων δικαιούται να συμμετέχη: (α)Εις την λήψιν αποφάσεως επί της δοθησομένης εις την πρότασιν ταύτην συνεχείας. (β)Εις τας διαπραγματεύσεις και συνομολόγησιν οιασδήποτε συμφωνίας προς τροποποίησιν της συνθήκης. 3.Έκαστον κράτος δικαιούμενον ν' αποτελή μέρος εις συνθήκην δύναται επίσης να καταστή μέρος της συνθήκης ως αύτη τροποποιείται. 4.Το σύμφωνον τροποποιήσεως δεν δεσμεύει οιονδήποτε κράτος το οποίον αποτελεί ήδη μέρος της συνθήκης και δεν καθίσταται μέρος τούτου. Ως προς το κράτος τούτο εφαρμόζεται η παράγραφος 4 (β) του άρθρου 30. 5.Οιονδήποτε κράτος το όποιον καθίσταται μέρος εις την συνθήκην μετά την θέσιν εν ισχύι του συμφώνου τροποποιήσεως και δεν εκφράζει διάφορον πρόθεσιν θεωρείται: (α)μέρος της συνθήκης ως αύτη ετροποποιήθη, (β)μέρος της μη τροποποιηθείσης συνθήκης εν σχέσει προς συμβαλλόμενον εν τη συνθήκη μέρος, μη δεσμευόμενον υπό του συμφώνου τροποποιήσεως. Άρθρον 41. Συμφωνίαι προς αναθεώρησιν πολυμερών συνθηκών μεταξύ ωρισμένων μόνον εκ των μερών ταύτης. 1.Δύο ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη εις πολυμερή συνθήκην- δύνανται να συνομολογήσουν συμφωνίαν περί αναθεωρήσεως μεταξύ των της πολυμερούς συνθήκης, εφ' όσον: (α)η δυνατότης τοιαύτης αναθεωρήσεως προβλέπεται εν τη συνθήκη, (β)η εν λόγω αναθεώρησις δεν απαγορεύεται υπό της συνθήκης και: (ι)δεν θίγει τα δικαιώματα άτινα έχουν τα αντισυμβαλλόμενα μέρη δυνάμει της συνθήκης ή κατά την άσκησιν τούτων, (ιι)δεν αναφέρεται εις διάταξιν, παρέκκλισις εκ της οποίας τυγχάνει ασυμβίβαστος προς την αποτελεσματικήν τήρησιν του αντικειμένου και του σκοπού της συνθήκης εν τω συνόλω ταύτης. 2.Εκτός εάν η συνθήκη άλλως ορίζη, ως προς την διάταξιν της παραγράφου 1(α), τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη δέον όπως γνωστοποιούν εις τους αντισυμβαλλομένους την πρόθεσίν των περί συνάψεως συμφωνίας και περί της αναθεωρήσεως εις την οποίαν αύτη αναφέρεται. ΜΕΡΟΣ V. ΑΚΥΡΟΤΗΣ, ΛΗΞΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΤΜΗΜΑ 1: ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρον 42. Εγκυρότης και τήρησις εν ισχύι των συνθηκών. 1.Η εγκυρότης συνθήκης ή της συναινέσεως κράτους όπως δεσμευθή δια ταύτης δύναται να αμφισβητηθούν μόνον κατ' εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως 2.Η λήξις συνθήκης, ή καταγγελία ταύτης ή η αποχώρησις μέρους εξ αυτής, δύνανται να επέλθουν μόνον κατ' εφαρμογήν των διατάξεων της συνθήκης ή της παρούσης συμβάσεως. Ο αυτός κανών ισχύει και δια την αναστολήν της εφαρμογής της συνθήκης. Άρθρον 43. Υποχρεώσεις επιβαλλόμεναι υπό του Διεθνούς Δικαίου, ανεξαρτήτως της συνθήκης. Η ακυρότης, ή λήξις και ή καταγγελία της συνθήκης ή αποχώρησις μέρους εξ αυτής και η αναστολή εφαρμογής ταύτης, πραγματοποιούμεναι δυνάμει των διατάξεων της συνθήκης ή της παρούσης συμβάσεως, ουδόλως θίγουν την υποχρέωσιν του κράτους όπως εκπληροί οιασδήποτε υποχρεώσεις διαλαμβανομένας εν συνθήκη, εις την οποίαν κατά το Διεθνές Δίκαιον θα υπήγετο το κράτος, ανεξαρτήτως της εν λόγω συνθήκης. Άρθρον 44. Διαχωρισμός διατάξεων συνθήκης. 1.Δικαίωμα κράτους, απορρέον εκ της συνθήκης, ή εκ του άρθρου 56 της παρούσης συμβάσεως, όπως καταγγείλη, αποχωρήση ή αναστείλη την ισχύν συνθήκης δύναται να ασκηθή μόνον εν σχέσει προς ολόκληρον την συνθήκην εκτός εάν άλλως αύτη ορίζη ή τα μέρη άλλως συνεφώνησαν. 2.Δύναται να γίνη επίκλησις λόγου ακυρώσεως συνθήκης, λήξεως ταύτης, αποχωρήσεως μέρους εξ αυτής, ή αναστολής εφαρμογής της συνθήκης, αναγνωριζομένου υπό της παρούσης συμβάσεως, μόνον ως προς την συνθήκην εν τω συνόλω ταύτης, εξαιρέσει των περιπτώσεων αίτινες αναφέρονται εις τας ακολούθας παραγράφους ή εις το άρθρον 60. 3.Εν περιπτώσει καθ' ην ο επικαλούμενος λόγος αναφέρεται μόνον εις ωρισμένας διατάξεις δύναται να γίνη επίκλησις αυτού μόνον ως προς τας διατάξεις ταύτας, οσάκις: (α)αι ως άνω διατάξεις δύνανται να διαχωρισθούν εκ του υπολοίπου της συνθήκης από απόψεως εφαρμογής των, (β)προκύπτει εκ της συνθήκης ή άλλως πως ότι η αποδοχή των διατάξεων τούτων δεν υπήρξεν ουσιώδης βάσις της συναινέσεως του ετέρου συμβαλλομένου μέρους ή των συμβαλλομένων μερών όπως δεσμευθούν δια της συνθήκης εν τω συνόλω ταύτης, (γ)η συνεχιζομένη εφαρμογή του υπολοίπου της συνθήκης δεν θα ήτο άδικος. 4.Εις περιπτώσεις εμπιπτούσας εις τα άρθρα 49 και 50 το κράτος το οποίον δικαιούται να επικαλεσθή απάτην ή απιστίαν δύναται να πράξη τούτο είτε εν σχέσει προς ολόκληρον την συνθήκην είτε, συμφώνως τη ως άνω παραγράφω 3, εν σχέσει προς ωρισμένας διατάξεις ταύτης. 5.Διαχωρισμός των διατάξεων της συνθήκης δεν επιτρέπεται εις τας περιπτώσεις των άρθρων 51, 52 και 53. Άρθρον 45. Απώλεια δικαιώματος επικλήσεως λόγου ακυρώσεως, λήξεως, αποχωρήσεως ή αναστολής εφαρμογής συνθήκης. Το κράτος δεν δύναται να επικαλεσθή λόγον ακυρώσεως, λήξεως, αποχωρήσεως ή αναστολής εφαρμογής συνθήκης. κατά τα άρθρα 46-50 ή 60 και 62, αφ' ου έλαβεν γνώσιν των γεγονότων, οσάκις: (α)ρητώς συνεφώνησεν ότι ή συνθήκη είναι έγκυρος και τελεί εν ισχύι ή παραμένει εν εφαρμογή, αναλόγως της περιστάσεως, ή (Μετά την σελ. 386,456) Σελ. 386,457 Τεύχος 541 – Σελ. 125 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.1 117 (β)εγένετο αποδεκτόν, ως εκ της συμπεριφοράς του ότι η συνθήκη είναι έγκυρος, εν ισχύι και εν εφαρμογή, αναλόγως της περιπτώσεως. ΤΜΗΜΑ 2: ΑΚΥΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Άρθρον 46. Διατάξεις εσωτερικού δικαίου αναφερόμεναι εις την αρμοδιότητα συνομολογήσεως συνθηκών. 1.Το κράτος δεν δύναται να επικαλεσθή το γεγονός, ότι η συναίνεσίς του όπως δεσμευθή δια συνθήκης εδόθη κατά παραβίασιν διατάξεως του εσωτερικού του δικαίου, αναφερομένης εις την αρμοδιότητα συνομολογήσεως συνθηκών και ως εκ τούτου ακυρούσης την συναίνεσίν του, εκτός εάν η παραβίασις αύτη ήτο έκδηλος και αφεώρα κανόνα εσωτερικού θεμελιώδους σημασίας. 2.Η παραβίασις είναι έκδηλος εφ' όσον τυγχάνει αντικειμενικώς προφανής δι' οιονδήποτε κράτος συμπεριφερόμενον επί του προκειμένου κατά την συνήθη πρακτικήν και καλή τη πίστει. Άρθρον 47. Ειδικοί περιορισμοί εις την αρμοδιότητα εκφράσεως της συναινέσεως του κράτους. Όσάκις ετέθη υπό ειδικόν τινά περιορισμόν η αρμοδιότης του αντιπροσώπου προς έκφρασιν της συναινέσεως του κράτους όπως δεσμευθή δια συνθήκης τινος, η υπ' αυτού, παράλειψις σεβασμού του τεθέντος περιορισμού δεν δύναται να επιφέρη ακύρωσιν της δοθείσης υπ' αυτού συναινέσεως παρά μόνον εάν ο περιορισμός ούτος εγνωστοποιήθη εις τα έτερα διαπραγματευόμενα κράτη προ της υπ' αυτού εκφράσεως της τοιαύτης συναινέσεως. Άρθρον 48. Πλάνη. 1.Κράτος τι δύναται να επικαλεσθή πλάνην τινά εις συνθήκην ως ακυρούσαν την συναίνεσίν του όπως δεσμευθή δια ταύτης, εφ' όσον αυτή αναφέρεται εις γεγονός ή κατάστασιν, την οποίαν το κράτος εξέλαβεν ως υφισταμένην κατά τον χρόνον της συνομολογήσεως της συνθήκης και η οποία απετέλει ουσιώδη βάσιν της συναινέσεώς του όπως δεσμευθή συμβατικώς. 2.Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται εάν το εν λόγω κράτος συνέβαλε δια της συμπεριφοράς του εις την πλάνην ή εάν αι περιστάσεις ήσαν τοιαύται ώστε να έθετον τούτο ενώπιον του ενδεχομένου υπάρξεως λάθους. 3.Πλάνη αφορώσα μόνον εις την διατύπωσιν του κειμένου της συνθήκης δεν θίγει την εγκυρότητα ταύτης. Εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής το άρθρον 79. Άρθρον 4. Μη αναδρομικότης της παρούσης Συμβάσεως. Διαφυλασσομένης της εφαρμογής οιωνδήποτε κανόνων περιλαμβανομένων εν τη παρούση συμβάσει, εις τους οποίους θα υπήγοντο αι συνθήκαι κατ' εφαρμογήν του Διεθνούς Δικαίου ασχέτως της συμβάσεως ταύτης, αύτη εφαρμόζεται μόνον επί συνθηκών, αίτινες συνωμολογήθησαν υπό των κρατών μετά την θέσιν εν ίσχύι της παρούσης συμβάσεως έναντι τούτων. Άρθρον 49. Απάτη. Οσάκις το κράτος ήχθη εις συνομολόγησιν συνθήκης συνεπεία δολίας συμπεριφοράς ετέρου κράτους έχοντος συμμετάσχει εις τας διαπραγματεύσεις, τούτο δύναται να επικαλεσθή την απάτην ως ακυρούσαν την δοθείσαν συναίνεσίν του όπως δεσμευθή δια της συνθήκης. Σελ. 386,458 Τεύχος 541 – Σελ. 126 Άρθρον 50. Δωροδοκία αντιπροσώπου κράτους. Οσάκις εξησφαλίσθη η έκφρασις της συναινέσεως του κράτους όπως δεσμευθή συμβατικώς δια δωροδοκίας του αντιπροσώπου του, αμέσως ή εμμέσως επελθούσης δι' ενεργειών ετέρου κράτους έχοντος συμμετάσχει εις τας διαπραγματεύσεις, τούτο δύναται να επικαλεσθή την δωροδοκίαν ως ακυρούσαν την συναίνεσίν του όπως δεσμευθή δια της συνθήκης. Άρθρον 51. Άσκησις βίας επί αντιπροσώπου του κράτους. Στερείται οιασδήποτε νομικής ισχύος η έκφρασις της συναινέσεως του κράτους όπως δεσμευθή δια συνθήκης εάν αυτή εξησφαλίσθη δι' ασκήσεως εναντίον του αντιπροσώπου του πράξεων ή απειλών βίας. Άρθρον 52. Άσκησις βίας επί του κράτους δια της απειλής ή χρήσεως βίας. Η συνθήκη είναι άκυρος εάν η σύναψίς της επετεύχθη δια της απειλής ή χρήσεως βίας κατά παραβίασιν των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, ως περιέχονται αύται εν τω Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Άρθρον 53. Συνθήκαι συγκρουόμεναι προς αναγκαστικόν κανόνα του γενικού Διεθνούς Δικαίου. Άκυρος είναι ή συνθήκη, εφ' όσον αύτη κατά τον χρόνον της συνομολογήσεώς της συγκρούεται προς αναγκαστικόν κανόνα του γενικού Διεθνούς Δικαίου. Δια τους σκοπούς της παρούσης συμβάσεως, αναγκαστικός κανών του γενικού Διεθνούς Δικαίου είναι κανών δεκτός και ανεγνωρισμένος υπό της διεθνούς κοινότητος των κρατών εν τω συνόλω της ως πανών, εκ του οποίου ουδεμία παρέκκλισις επιτρέπεται και ο οποίος δεν δύναται να τροποποιηθή ειμή δια νέου, του αυτού χαρακτήρας κανόνος του γενικού Διεθνούς Δικαίου. ΤΜΗΜΑ 3 : ΛΗΞΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Άρθρον 54. Λήξις ή καταγγελία συνθήκης δυνάμει των διατάξεών της ή τη συναινέσει των συμβαλλομένων μερών. Η λήξις συνθήκης ή καταγγελία ταύτης δύνανται να λάβουν χώραν: (α)συμφώνως προς τας διατάξεις της συνθήκης, ή (β)ανά πάσαν στιγμήν, δια της συναινέσεως όλων των μερών κατόπιν διαβουλεύσεων μετά των άλλων συμβαλλομένων κρατών. Άρθρον 55. Ελάττωσις των εις πολυμερή συνθήκην συμβαλλομένων μερών κάτω του αριθμού του αναγκαίου δια την θέσιν ταύτης εν ισχύι. Εκτός εάν η συνθήκη άλλως ορίζη, η πολυμερής συνθήκη δεν λήγει εκ μόνου του γεγονότος ότι ο αριθμός των μερών ταύτης ηλαττώθη κάτω του απαραιτήτου δια την θέσιν αυτής εν ισχύι αριθμού. 40.Γ.μ.1 Δίκαιο των Συνθηκών 118 Άρθρον 56. Καταγγελία ή αποχώρησις εκ συνθήκης μη περιλαμβανούσης διατάξεις αναφερομένας εις την λήξιν, καταγγελίαν ή αποχώρησιν. 1.Συνθήκη μη περιέχουσα διάταξιν αφορώσαν εις την λήξιν και μη προβλέπουσα την καταγγελίαν ή αποχώρησιν εκ ταύτης δεν δύναται να καταγγελθή ή να λυθή δια αποχωρήσεως εκτός εάν: (α)αποδεικνύεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχον την πρόθεσιν να δεχθούν την δυνατότητα καταγγελίας ή αποχωρήσεως εξ αυτής, (β)το δικαίωμα καταγγελίας ή αποχωρήσεως εκ ταύτης συνάγεται εκ της φύσεως της συνθήκης. 2.Εν μέρος οφείλει να γνωστοποιήση ουχί αργότερον των 12 μηνών την πρόθεσίν του, όπως, καταγγείλη συνθήκην η αποχώρηση εξ αυτής συμφώνως προς την παράγραφον 1. Άρθρον 57. Αναστολή της εφαρμογής της συνθήκης δυνάμει των διατάξεων αυτής ή τη συναινέσει των συμβαλλομένων μερών. Δύναται να ανασταλή η εφαρμογή της συνθήκης εν σχέσει προς άπαντα τα συμβαλλόμενα μέρη ή προς έν καθοριζόμενον μέρος: (α)συμφώνως προς τας διατάξεις της συνθήκης, ή (β)ανά πάσαν στιγμήν τη συναινέσει απάντων των συμβαλλομένων μερών κατόπιν διαβουλεύσεως μετά των άλλων συμβαλλομένων κρατών. Άρθρον 58. Αναστολή εφαρμογής της πολυμερούς συνθήκης συνεπεία συμφωνίας ωρισμένων μόνον εκ των συμβαλλομένων μερών. 1.Δύο ή περισσότερα συμβαλλόμενα εις πολυμερή συνθήκην μέρη δύνανται να συνομολογήσουν συμφωνίαν έχουσαν ως αντικείμενον την προσωρινήν και μόνον μεταξύ αυτών αναστολήν της εφαρμογής των διατάξεων της συνθήκης, οσάκις: (α)η δυνατότης αυτή αναστολής προβλέπεται υπό της συνθήκης, (β)η εν λόγω αναστολή δεν απαγορεύεται υπό της συνθήκης και: (ι)δεν επηρεάζει την απολαυήν υπό των άλλων μερών των δικαιωμάτων των απορρεόντων εκ της συνθήκης, ούτε την εκτέλεσιν των υποχρεώσεών των, και ιι)δεν τυγχάνει ασυμβίβαστος προς το αντικείμενον και τον σκοπόν της συνθήκης. 3.Οσάκις, κατά τας ανωτέρω παραγράφους, συμβαλλόμενον μέρος δύναται να επικαλεσθή θεμελιώδη μεταβολήν των περιστάσεων, ως λόγον λήξεως της συνθήκης ή αποχωρήσεως εκ ταύτης, δύναται τούτο ωσαύτως να επικαλεσθή την αλλαγήν ως λόγον αναστολής της εφαρμογής της συνθήκης. Άρθρον 5. Συνθήκαι ιδρυτικαί Διεθνών Οργανισμών και Συνθήκαι υιοθετηθείσαι υπό τούτων. Η παρούσα σύμβασις εφαρμόζεται επί πάσης συνθήκης ιδρυτικής Διεθνούς Οργανισμού και επί πάσης τοιαύτης υιοθετηθείσης υπ' αυτού, επιφυλασσομένων των σχετικών κανόνων του Οργανισμού. ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΣΥΝΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΣΙΣ ΕΝ ΙΣΧΥΙ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΤΜΗΜΑ 1: ΣΥΝΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Άρθρον 59. Λήξις ή αναστολή εφαρμογής της συνθήκης συναγομένη εκ της συνομολογήσεως μεταγενεστέρας συνθήκης. 1.Η συνθήκη λογίζεται ως λήξασα ευθύς ως άπαντα τα μέρη. εις την συνθήκην συνάψουν μεταγενεστέρως συνθήκην επί του αυτού αντικειμένου, και οσάκις: (α)προκύπτει εκ της μεταγενεστέρως συνθήκης ή άλλως συνάγεται, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προυτίθεντο όπως το εν λόγω αντικείμενον διέπεται υπό της συνθήκης ταύτης, (β)αι διατάξεις της μεταγενεστέρας συνθήκης τοσούτον δεν συμβιβάζονται προς τας αντιστοίχους της προγενεστέρας τοιαύτης ώστε αι δύο συνθήκαι να μη δύνανται να εφαρμόζωνται ταυτοχρόνως. 2.Η προγενεστέρα συνθήκη θα θεωρήται ως έχουσα μόνον ανασταλή οσάκις προκύπτει εκ της μεταγενεστέρας τοιαύτης ή άλλως πως συνάγεται, ότι αύτη ήτο πρόθεσις των μερών. Άρθρον 60. Λήξις ή αναστολή εφαρμογής της συνθήκης συνεπεία παραβιάσεώς της. 1.Ουσιώδης παραβίασις διμερούς συνθήκης εκ μέρους παρέχει το δικαίωμα εις τον έτερον μέρος να επικαλεσθή την παραβίασιν ταύτην ως λόγον λήξεως ή αναστολής εφαρμογής της συνθήκης εν όλω ή εν μέρει. 2.Ουσιώδης παραβίασις πολυμερούς συνθήκης υφ' ενός των μερών παρέχει το δικαίωμα: (α)εις έτερα συμβαλλόμενα μέρη όπως κατόπιν ομοφώνου αποφάσεως αναστείλουν την εφαρμογήν της συνθήκης εν όλω ή εν μέρει ή όπως τερματίσουν ταύτην: (ι)είτε ως προς τας σχέσεις μεταξύ αυτών των ιδίων και του κράτους του παραβιάσαντος την συνθήκην, (ιι)είτε ως προς άπαντα τα συμβαλλόμενα μέρη. (β)εις το μέρος, το οποίον ειδικώς εθίγη εκ της παραβιάσεως όπως επικαλεσθή ταύτην ως λόγον αναστολής εφαρμογής της συνθήκης εν όλω ή εν μέρει εις τας σχέσεις του μετά του παραβιάσαντος την συνθήκην κράτους, (γ)εις οιονδήποτε μέρος, έτερον του παραβιάσαντος την συνθήκην κράτους, όπως επικαλεσθή την παραβίασιν ως λόγον αναστολής της εφαρμογής της συνθήκης εν όλω ή εν μέρει εις ό,τι το αφορά εάν η συνθήκη είναι φύσεως τοιαύτης ώστε μία ουσιώδης παραβίασις των διατάξεών της υφ' ενός μέρους να μεταβάλη ριζικώς την θέσιν εκάστου των μερών αναφορικώς προς την περαιτέρω εκτέλεσιν των υποχρεώσεών των δυνάμει της συνθήκης. 3.Δια τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ουσιώδης παραβίασις της συνθήκης τυγχάνει: (α)απόρριψις συνθήκης μη προβλεπομένη υπό της παρούσης συμβάσεως, ή (β)παραβίασις διατάξεως ουσιώδους προς πραγματοποίησιν του αντικειμένου ή του σκοπού της συνθήκης. 4.Αι προηγούμεναι παράγραφοι δεν θίγουν ουδεμίαν διάταξιν της συνθήκης εφαρμοζομένην εν περιπτώσει παραβιάσεως. 5.Αι παράγραφοι 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται εις τας διατάξεις τας αφορώσας εις την προστασίαν της ανθρωπίνης προσωπικότητος, αι οποίαι περιέχονται εις συνθήκας ανθρωπιστικού χαρακτήρος, ιδία εις διατάξεις αποκλειούσας αντίποινα πάσης μορφής κατά προσώπων προστατευομένων υπό των ειρημένων συνθηκών. Άρθρον 61. Επισυμβάσα αδυναμία εκτελέσεως. 1.Έν μέρος εις συνθήκην δύναται να επικαλεσθή αδυναμίαν εκτελέσεως ως λόγον λήξεώς της ή αποχωρήσεως εκ ταύτης εάν η αδυναμία αύτη είναι αποτέλεσμα οριστικής εξαλείψεως ή καταστροφής ενός αντικειμένου απαραιτήτου προς εκτέλεσιν της συνθήκης. Εάν η αδυναμία αύτη είναι προσωρινή, το μέρος δύναται να επικαλεσθή ταύτην μόνον ως λόγον αναστολής εφαρμογής της συνθήκης. 2.Το συμβαλλόμενον εις συνθήκην μέρος δεν δύναται να επικαλεσθή αδυναμίαν εκτελέσεως ως λόγον λήξεως ταύτης ή αποχωρήσεως εκ ταύτης ή αναστολής εφαρμογής της εάν η αδυναμία αύτη απορρέη εκ παραβιάσεως υπό του επικαλουμένου ταύτην μέρους είτε υποχρεώσεως εκ, της συνθήκης είτε οιασδήποτε ετέρας διεθνούς υποχρεώσεως έναντι οιουδήποτε ετέρου μέρους της συνθήκης. (Μετά την σελ. 386,458) Σελ. 386,459 Τεύχος 541 – Σελ. 127 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.1 119 Άρθρον 62. Θεμελιώδης αλλαγή των περιστάσεων. 1.Δεν δύναται να γίνη επίκλησις θεμελιώδους αλλαγής των περιστάσεων, η οποία εσημειώθη εν σχέσει προς τας υφισταμένας τοιαύτας κατά την στιγμήν της συνομολογήσεως της συνθήκης, αίτινες δεν είχον προβλεφθή υπό των συμβαλλομένων, ως λόγος λήξεως της συνθήκης ή αποχωρήσεως εκ ταύτης, εκτός εάν: (α)η ύπαρξις των περιστάσεων αυτών συνιστά ουσιώδη βάσιν της συναινέσεως των μερών όπως δεσμευθούν δια της συνθήκης, και (β)αποτελέσματα της αλλαγής υπήρξεν η ριζική μεταβολή της εκτάσεως των υποχρεώσεων, αι οποίαι απομένουν προς εκπλήρωσιν δυνάμει της συνθήκης. 2.Δεν δύναται να γίνη επίκλησις θεμελιώδους αλλαγής των περιστάσεων ως λόγου λήξεως της συνθήκης ή αποχωρήσεως εκ ταύτης: (α)οσάκις ή συνθήκη καθορίζει μεθοριακήν γραμήν, ή (β)οσάκις ή θεμελιώδης αλλαγή των περιστάσεων είναι αποτέλεσμα παραβιάσεως υπό του επικαλουμένου την μεταβολήν μέρους είτε υποχρεώσεως θεσπισθείσης εν τη συνθήκη είτε ετέρας διεθνούς υποχρεώσεως έναντι οιουδήποτε ετέρου συμβαλλομένου εις την συνθήκην μέρους. Άρθρον 63. Διακοπή διπλωματικών και προξενικών σχέσεων. Η διακοπή των διπλωματικών ή προξενικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων εις συνθήκην μερών δεν θίγει τας νομικάς σχέσεις, αι οποίαι υφίστανται μεταξύ των, δυνάμει της συνθήκης, εκτός και καθ' ο μέτρον η ύπαρξις των διπλωματικών ή προξενικών σχέσεων τυγχάνει απαραίτητος δια την εφαρμογήν της συνθήκης. Άρθρον 64. Εμφάνισις νέου αναγκαστικού κανόνος του γενικού Διεθνούς Δικαίου (IUS COGENS). Εάν νέος αναγκαστικός κανών του γενικού Διεθνούς Δικαίου ήθελεν εμφανισθή πασά υφισταμένη συνθήκη, συγκρουομένη προς τον κανόνα τούτον, καθίσταται άκυρος και τερματίζεται. ΤΜΗΜΑ 4: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Άρθρον 65. Διαδικασία εφαρμοστέα εν σχέσει προς την ακυρότητα, ή λήξιν συνθήκης αποχωρήσεως εκ ταύτης ή αναστολήν εφαρμογής της. 1.Το συμβαλλόμενον εις την συνθήκην μέρος, το οποίον, βάσει των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως, επικαλείται είτε ελάττωμα της συναινέσεώς του όπως δεσμευθή δια της συνθήκης είτε καταγγέλλει την ισχύν ταύτης, τερματίζει ταύτην, αποχωρεί εκ ταύτης ή αναστέλλει την εφαρμογήν της οφείλει όπως γνωστοποιήση τούτο εις τα έτερα μέρη. Η γνωστοποίησις αύτη δέον όπως αναφέρη τα προβλεφθησόμενα μέτρα ως προς την συνθήκην ως και τους λόγους λήψεως τούτων. 2.Εάν, μετά την λήξιν της περιόδου, η οποία πλην της ιδιαιτέρως επειγούσης περιπτώσεως, δεν θα έδει να είναι Σελ. 386,460 Τεύχος 541 – Σελ. 128 μικροτέρα των τριών μηνών από της λήξεως της γνωστοποιήσεως, ουδέν συμβαλλόμενον εις την συνθήκην μέρος προβάλη αντίρρησιν, το γνωστοποιούν μέρος δύναται να λάβη τα προβλεφθέντα μέτρα συμφώνως τω άρθρω 67. 3.Οπωσδήποτε, εάν ηγέρθη αντίρρησις υφ' οιουδήποτε ετέρου μέρους της συνθήκης, τα μέρη θα επιζητήσουν την λύσιν της διαφοράς κατά την διαδικασίαν την προβλεπομένην υπό του άρθρου 33 του Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών. 4.Ουδέν εκ των διαλαμβανομένων εις τας προηγουμένας παραγράφους θίγει τα δικαιώματα ή τας υποχρεώσεις των μερών τας απορρεούσας εξ οιωνδήποτε δεσμευουσών ταύτα διατάξεων εν ισχύι ως προς τον διακανονισμόν των διαφορών. 5.Επιφυλασσομένης της περιπτώσεως του άρθρου 45, το γεγονός ότι κράτος δεν απηύθυνε προηγουμένως την προβλεπομένην εν παραγράφω 1 γνωστοποίησιν δεν εμποδίζει τούτο όπως προβή εις την γνωστοποίησιν ταύτην υπό μορφήν απαντήσεως εις έτερον μέρος το οποίον απαιτεί την εκτέλεσιν της συνθήκης ή ισχυρίζεται ότι αύτη παρεβιάσθη. Άρθρον 66. Διαδικασία δικαστικού διακανονισμού, διαιτησίας και συνδιαλλαγής. Εάν δεν κατέστη δυνατή η επίτευξις λύσεως συμφώνως προς την παράγραφον 3 του άρθρου 65, εντός των δώδεκα μηνών μετά την ημερομηνίαν καθ' ην ηγέρθη η αντίρρησις, αι ακόλουθοι διαδικασίαι θα εφαρμόζωνται: (α)παν μέρος εις διαφοράν αφορώσαν εις την εφαρμογήν ή εις την ερμηνείαν των άρθρων 53 ή 64 δύναται, δια προσφυγής, να την υποβάλη εις το Διεθνές Δικαστήριον προς έκδοσιν αποφάσεως, πλην εάν τα μέρη ήθελαν αποφασίσει κατόπιν κοινής συμφωνίας να υποβάλλουν την διαφοράν εις διαιτησίαν, (β)παν μέρος εις διαφοράν αφορώσαν εις την εφαρμογήν ή εις την ερμηνείαν οιωνδήποτε ετέρων άρθρων του Μέρους V της παρούσης συμβάσεως, δύναται να θέση εις ενέργειαν την διαδικασίαν την αναφερομένην εις το Παράρτημα της Συμβάσεως, απευθύνον σχετικήν αίτησιν προς τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Άρθρον 67. Έγγραφα δια των οποίων συνθήκαι κηρύσσονται άκυροι, λήξασαι, ανίσχυροι ως προς έν κράτος ή εν αναστολή εφαρμογής. 1.Η προβλεπομένη εν παραγράφω 1 του άρθρου 65 γνωστοποίησις δέον όπως διατυπούται εγγράφως. 2.Οιαδήποτε πράξις δια της οποίας κηρύσσεται ακυρότης συνθήκης, η λήξις ταύτης, η αποχώρησις εκ ταύτης ή η αναστολή εφαρμογής ταύτης, επί τη βάσει των διατάξεων ταύτης, ή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 65 δέον όπως διενεργήται δι' εγγράφου κοινοποιουμένου εις τα έτερα συμβαλλόμενα μέρη. Εάν το έγγραφον τούτο δεν είναι υπογεγραμμένον υπό του Αρχηγού του Κράτους, του Πρωθυπουργού ή του Υπουργού των Εξωτερικών, ο αντιπρόσωπος του κράτους, ο οποίος κοινοποιεί τούτο δύναται να κληθή να προσαγάγη το πληρεξούσιον έγγραφόν του. Άρθρον 68. Ανάκλησις γνωστοποιήσεων και εγγράφων αναφερομένων εις τα άρθρα 65 και 67. Γνωστοποίησις ή έγγραφον προβλεπόμενον υπό των άρθρων 65 και 67 δύναται ν' ανακληθή ανά πάσαν στιγμήν πριν ή δημιουργήση αποτελέσματα. 40.Γ.μ.1 Δίκαιο των Συνθηκών 120 ΤΜΗΜΑ 5: ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ, ΤΗΣ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ, ΛΗΞΕΩΣ -Η ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ Άρθρον 6. Ικανότης των κρατών συνομολογήσεως συνθηκών. Έκαστον κράτος κέκτηται την ικανότητα συνάψεως συνθηκών. Σελ. 386,452(α) Τεύχος Ε33-Σελ. 96 Άρθρον 69. Συνέπειαις της ακυρώσεως της συνθήκης. 1.Η συνθήκη της οποίας η ακυρότης προβλέπεται υπό της παρούσης συμβάσεως είναι ανίσχυρος. Αι διατάξεις ακύρου συνθήκης δεν έχουν νομικήν ισχύν. 2.Εάν κατ' εφαρμογήν της ως άνω συνθήκης έχουν οπωσδήποτε λάβει, χώραν πράξεις τινές: (α)έκαστον συμβαλλόμενον μέρος δύναται να ζητήση εξ οιουδήποτε αντισυμβαλλομένου να δημιουργήση κατά το δυνατόν, εις τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις, την κατάστασιν, ήτις θα υφίστατο εάν δεν είχον συντελεσθή αι ως άνω πράξεις, (β)πράξεις τελεσθείσαι καλή τη πίστει προ της επικλήσεως της ακυρότητος δεν καθίστανται παράνομοι δια μόνον τον λόγον της ακυρότητος της συνθήκης. 3.Εις τας περιπτώσεις των άρθρων 49, 50, 51 και 52, η παράγραφος 2 δεν έχει εφαρμογήν ως προς το συμβαλλόμενον μέρος το οποίον ευθύνεται δια την απάτην, την δωροδοκίαν ή την βίαν. 4.Εις την περίπτωσιν της ακυρότητος της συναινέσεως κράτους τινός όπως δεσμευθή δια πολυμερούς συνθήκης, οι ύπερθεν κανόνες εφαρμόζονται εις τας σχέσεις μεταξύ του ειρημένου κράτους και των συμβαλλομένων εις την συνθήκην μερών. Άρθρον 70. Συνέπειαι λήξεως της συνθήκης. 1.Εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ' ην η συνθήκη άλλως ορίζη ή καθ' ην τα συμβαλλόμενα μέρη άλλως συνεφώνησαν, η λήξις της συνθήκης κατά τας διατάξεις αυτής ή συμφώνως προς την παρούσαν σύμβασιν: (α)καθιστά τα συμβαλλόμενα μέρη ελεύθερα πάσης υποχρεώσεως περαιτέρω εφαρμογής της συνθήκης, (β)δεν επιδρά επί οιουδήποτε δικαιώματος, υποχρεώσεως ή νομικής καταστάσεως των συμβαλλομένων, δημιουργηθείσης κατά την εφαρμογήν της συνθήκης, προ της λήξεώς της. 2.Εάν έν κράτος καταγγείλη πολυμερή συνθήκην ή αποχωρήση εξ αυτής, η ως άνω παράγραφος 1 εφαρμόζεται εις τας σχέσεις μεταξύ του κράτους τούτου και εκάστου των ετέρων συμβαλλομένων μερών από της ημερομηνίας θέσεως εν ισχύι της καταγγελίας ή αποχωρήσεως. Άρθρον 71. Συνέπειαι της άκυρότητος της συνθήκης, της συγκρουομένης προς αναγκαστικόν κανόνα του γενικού Διεθνούς Δικαίου. 1.Εν περιπτώσει συνθήκης ακύρου κατά το άρθρον 53 τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να : (α)εξαλείψουν κατά τον δυνατόν τας συνεπείας πάσης πράξεως, ή οποία έλαβε χώραν δυνάμει διατάξεως συγκρουομένης προς αναγκαστικόν κανόνα του γενικού Διεθνούς Δικαίου, και (β)εναρμονίσουν τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις προς τον αναγκαστικόν κανόνα του γενικού Διεθνούς Δικαίου. 2.Εν περιπτώσει συνθήκης καθισταμένης ακύρου και ληγούσης κατά το άρθρον 64, η λήξις της συνθήκης: (α)απαλλάσσει τα συμβαλλόμενα μέρη πάσης υποχρεώσεως περαιτέρω εφαρμογής της συνθήκης, (β)δεν θίγει οιονδήποτε δικαίωμα, υποχρέωσιν ή νομικήν κατάστασιν των μερών, δημιουργηθείσαν κατά την εκτέλεσιν της συνθήκης και προ της λήξεως ταύτης, εν τούτοις τα ως άνω δικαιώματα, υποχρεώσεις ή καταστάσεις δεν δύνανται να διατηρηθούν παρά μόνον καθ' ο μέτρον η διατήρησίς των δεν έρχεται εις σύγκρουσιν προς τον νέον αναγκαστικόν κανόνα του γενικού Διεθνούς Δικαίου. Άρθρον 72. Συνέπειαι αναστολής εφαρμογής της συνθήκης. 1.Εκτός εάν η συνθήκη άλλως ορίζη ή τα μέρη άλλως συνεφώνησαν, η αναστολή της εφαρμογής της συνθήκης επί τη βάσει των διατάξεων ταύτης ή συμφώνως προς την παρούσαν σύμβασιν: (α)απαλλάσσει τα μέρη μεταξύ των οποίων ανεστάλη η εφαρμογή της συνθήκης της υποχρεώσεως όπως εφαρμόσουν την συνθήκην εις τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις κατά τον χρόνον της αναστολής, (β)δεν επηρεάζει άλλως τας νομικάς σχέσεις μεταξύ των μερών τας δημιουργηθείσας υπό της συνθήκης. 2.Κατά τον χρόνον της αναστολής τα συμβαλλόμενα εις την συνθήκην μέρη οφείλουν να απόσχουν πάσης ενεργείας, η οποία παρεμποδίζει την θέσιν εκ νέου της συνθήκης εν ισχύι. Άρθρον 73. Περιπτώσεις διαδοχής κράτους, ευθύνης κράτους και ενάρξεως εχθροπραξιών. Αι διατάξεις της παρούσης συμβάσεως ουδέν ζήτημα προδικάζουν το οποίον θα ηδύνατο να αναφυή εν σχέσει προς συνθήκην τινά συνεπεία διαδοχής κρατών ή ένεκα της διεθνούς ευθύνης κράτους ή της ενάρξεως εχθροπραξιών μεταξύ κρατών. Άρθρον 74. Διπλωματικαί και προξενικαί σχέσεις και η συνομολόγησις των συνθηκών. Η διακοπή ή ανυπαρξία διπλωματικών ή προξενικών σχέσεων μεταξύ δύο ή πλειόνων κρατών δεν κωλύει την συνομολόγησιν συνθηκών μεταξύ τούτων. Η συνομολόγησις συνθήκης αυτή καθ' εαυτήν δεν επηρεάζει τας διπλωματικάς ή προξενικάς σχέσεις. Άρθρον 75. Περίπτωσις επιτιθεμένου κράτους. Αι διατάξεις της παρούσης συμβάσεως δεν θίγουν οιανδήποτε συμβατικήν υποχρέωσιν προκύπτουσαν δι' έν επιτιθέμενον κράτος συνεπεία μέτρων λαμβανομένων συμφώνως προς τον Χάρτην των Ηνωμένων Εθνών εν σχέσει προς την επιθετικήν ενέργειαν του κράτους τούτου. ΜΕΡΟΣ VII ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ, ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ, ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΣΙΣ Άρθρον 76. Θεματοφύλακες συνθηκών. 1.Θεματοφύλακες συνθήκης δύνανται να καθορίζωνται υπό των συμμετεχόντων εις τας διαπραγματεύσεις κρατών, είτε εν αυτή τη συνθήκη είτε καθ' οιονδήποτε έτερον τρόπον. Ο θεματοφύλαξ δύναται να είναι έν ή πλείονα κράτη, είς διεθνής οργανισμός ή ο ανώτερος διοικητικός λειτουργός τοιούτου οργανισμού. 2.Αι αρμοδιότητες του θεματοφύλακος συνθήκης τυγχάνουν διεθνούς χαρακτήρος και ο θεματοφύλαξ υποχρεούται να εκτελή τα καθήκοντα του αμερολήπτως. Ειδικώτερον, το γεγονός, ότι η συνθήκη δεν ετέθη εν ισχύι ως προς ωρισμένα εκ των συμβαλλομένων μερών ή ότι εξεδηλώθη διαφορά μεταξύ κράτους και θεματοφύλακος ως προς την υπό του δευτέρου ενάσκησιν των αρμοδιοτήτων του δεν θίγει την ύπερθεν υποχρέωσιν. (Μετά την σελ. 386,460) Σελ. 386,461 Τεύχος 541 – Σελ. 129 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.1 121 Άρθρον 77. Αρμοδιότητες Θεματοφυλάκων. Εκτός εάν η συνθήκη άλλως ορίζη ή τα συμβαλλόμενα εις την συνθήκην μέρη άλλως συνεφώνησαν, αι αρμοδιότητες του θεματοφύλακος είναι, κυ-ρίως, αι εξής: (α)η φύλαξις του πρωτοτύπου της συνθήκης και των πληρεξουσίων εγγράφων των επιδοθέντων εις τον θεματοφύλακα. (β)η έκδοσις κεκυρωμένων αντιγράφων του πρωτοτύπου της συνθήκης και οιωνδήποτε ετέρων κειμένων συνθήκης εις ετέρας γλώσσας, ως προβλέπεται υπό της συνθήκης και η διαβίβασις αυτών εις τα συμβαλλόμενα μέρη και εις τα κράτη τα δυνάμενα να καταστούν συμβαλλόμενα μέρη. (γ)η μέριμνα δια την υπογραφήν της συνθήκης και την λήψιν ως και την φύλαξιν όλων των εγγράφων, γνωστοποιήσεων και κοινοποιήσεων εν σχέσει προς την συνθήκην. (δ)η εξέτασις κατά πόσον η υπογραφή, το έγγραφον, η γνωστοποίησις η κοινοποίησις εν σχέσει προς την συνθήκην διενεργούνται δεόντως και η θέσις, εν περιπτώσει ανάγκης, του προκύπτοντος ζητήματος υπ' όψιν του ενδιαφερομένου κράτους. (ε)η ενημέρωσις των συμβαλλομένων μερών ως και των κρατών των δικαιουμένων να καταστούν μέρη περί των πράξεων, γνωστοποιήσεων και κοινοποιήσεων εν σχέσει προς την συνθήκην. στ)η ενημέρωσις των κρατών, τα οποία δικαιούνται να καταστούν συμβαλλόμενα μέρη περί της ημερομηνίας κατά την οποίαν συνεπληρώθη ο αριθμός των υπογραφών ή των εγγράφων επικυρώσεως, αποδοχής, εγκρίσεως ή προσχωρήσεως, ο οποίος απαιτείται δια την θέσιν εν ισχύι της συνθήκης. (ζ)η πρωτοκόλλησις της συνθήκης παρά τη Γραμ-ατεία των Ηνωμένων Εθνών. (η)η εκτέλεσις των αρμοδιοτήτων αι οποίαι προσδιορίζονται εις ετέρας διατάξεις της παρούσης συμβάσεως. 2.Εν περιπτώσει αναφυομένης διαφοράς μεταξύ κράτους και θεματοφύλακος εν σχέσει προς την υπό του τελευταίου εκτέλεσιν των αρμοδιοτήτων του ο θεματοφύλαξ οφείλει να θέτη το ζήτημα υπ' όψιν των υπογραψάντων την συνθήκην και των συμβαλλομένων κρατών ή εν ανάγκη υπ' όψιν του αρμοδίου οργάνου του ενδιαφερομένου διεθνούς οργανισμού. Άρθρον 78. Γνωστοποιήσεις και κοινοποιήσεις. Εκτός εάν η συνθήκη ή η παρούσα σύμβασις άλλως ορίζη, πάσα γνωστοποίησις ή κοινοποίησις μέλλουσα να γίνη υπό κράτους, κατά τας διατάξεις της παρούσης συμβάσεως: (α)ελλείψει θεματοφύλακος, θα διεβιβάζετο απ' ευθείας εις τα κράτη προς τα οποία απευθύνεται, και εις τον θεματοφύλακα εν περιπτώσει υπάρξεως τούτου. (β)θα θεωρήται ως γενομένη υπό του εν λόγω κράτους μόνον εφ' όσον παρελήφθη υπό του κράτους εις το οποίον διεβιβάσθη, ή αναλόγως της περιπτώσεως, εφ' όσον παρελήφθη υπό του θεματοφύλακος. Σελ. 386,462 Τεύχος 541 – Σελ. 130 (γ)εν περιπτώσει διαβιβάσεώς της εις τον θεματοφύλακα, θα θεωρήται ως παραληφθείσα υπό του κράτους προς το οποίον απευθύνεται μόνον αφ' ης τούτο ειδοποιηθή υπό του θεματοφύλακος συμφώνως τη παραγράφω 1 (ε) του Άρθρον 7. Πληρεξουσιότης. 1.Πρόσωπόν τι θεωρείται αντιπρόσωπος του κράτους προς υιοθέτησιν ή επιβεβαίωσιν του κειμένου της συνθήκης ή προς έκφρασιν της συναινέσεως του κράτους όπως δεσμευθή δια της συνθήκης, εάν: (α)επιδείξη κατάλληλον πληρεξουσιότητα, ή (β)προκύπτη εκ της πρακτικής των ενδιαφερομένων κρατών ή εξ άλλων συνθηκών, ότι ήτο η πρόθεσίς των ν' αναγνωρίσουν τούτο ως αντιπρόσωπον του κράτους δια τους ως άνω σκοπούς χωρίς να ζητήσουν την παρουσίασιν του πληρεξουσίου εγγράφου. 2.Ως εκ της θέσεώς των, οι κάτωθι θεωρούνται ως εκπροσωπούντες το κράτος των, άνευ υποχρεώσεως επιδείξεως πληρεξουσιότητος: (α)Αρχηγοί κρατών, Πρόεδροι Κυβερνήσεων και Υπουργοί Εξωτερικών επί τω τέλει διενεργείας απασών των αναφερομένων εις την σύναψιν της συνθήκης πράξεων, (β)Αρχηγοί Διπλωματικών Αποστολών, επί τω τέλει υιοθετήσεως του κειμένου συνθήκης μεταξύ του διαπιστεύοντος κράτους και του παρ' ω η διαπίστευσις, (γ)Αντιπρόσωποι διαπεπιστευμένοι υπό των κρατών εις διεθνή διάσκεψιν ή διεθνή οργανισμών ή όργανον τούτου επί τω τέλει υιοθετήσεως του κειμένου συνθήκης, εν τη ως άνω διασκέψει, οργανισμώ ή οργάνω. άρθρου 77. Άρθρον 79. Διόρθωσις λαθών κειμένων ή κεκυρωμένων αντιγράφων συνθήκης. 1.Εάν μετά την πιστοποίησιν της αυθεντικότητος του κειμένου συνθήκης τινός, τα υπογράφοντα Κράτη, διαπιστούν δια κοινής συμφωνίας ότι το κείμενον τούτο περιέχει λάθος τι τούτο διορθούται δι' ενός των κατωτέρω τρόπων εκτός εάν τα προμνησθέντα Κράτη, αποφασίσουν περί ετέρου τρόπου διορθώσεως. α)διόρθωσις του κειμένου κατά τον κατάλληλον τρόπον και μονογραφή της διορθώσεως υπό των αντιπροσώπων δεόντως εξουσιοδοτημένων. β)κατάρτισις εγγράφου ή ανταλλαγή εγγράφων εντός των οποίων καταχωρείται η διόρθωσις ήτις συνεφωνήθη να επηνεχθή εις το κείμενον. γ)κατάρτισις διωρθωμένου κειμένου του συνόλου της Συνθήκης, συμφώνως, προς την διαδικασίαν την χρησιμοποιηθείσαν δια το χρονικόν κείμενον. 2.Οσάκις πρόκειται περί συνθήκης δια την οποίαν υφίσταται θεματοφύλαξ, ούτος γνωστοποιεί εις τα υπογράφοντα Κράτη και εις τα συμβαλλόμενα Κράτη το λάθος και την πρότασιν διορθώσεώς του και εξειδικεύει κατάλληλον προθεσμίαν εντός της οποίας δύναται να διατυπωθή αντίρρησις ως προς την προτεινομένην διόρθωσιν. Εάν, κατά την εκπνοήν της προθεσμίας: α)ουδεμία αντίρρησις ήθελε διατυπωθή, ο θεματοφύλαξ πραγματοποιεί και μονογραφεί την διόρθωσιν εν τω κειμένω συντάσσει πρακτικόν διορθώσεως του κειμένου και κοινοποιεί αντίγραφον τούτου εις τα εν τη συνθήκη μέρη και εις τα Κράτη τα δυνάμενα να καταστούν συμβαλλόμενα μέρη. β)αντίρρησις ήθελε διατυπωθή, ο θεματοφύλαξ γνωστοποιεί την αντίρρησιν, εις τα υπογράφοντα ή τα συμβαλλόμενα Κράτη. 3.Οι κανόνες οι περιεχόμενοι εις τας παραγράφους 1 και 2 εφαρμόζονται ωσαύτως οσάκις το κείμενον επιστοποιήθη αυθεντικόν εις δύο ή περισσοτέρας γλώσσας και αναφαίνεται έλλειψις παραλληλισμού η οποία κατά την συμφωνίαν των υπογραφόντων και συμβαλλομένων Κρατών δέον να διορθωθή. 4.Το διωρθωμένον κείμενον αντικαθιστά εξ υπαρχής (ΑΤINITIO) το ημαρτημένον κείμενον, εκτός εάν τα υπογράφοντα και συμβαλλόμενα Κράτη δεν αποφασίσουν άλλως. 5.Η διόρθωσις του κειμένου Συνθήκης τινός πρωτοκολληθείσης ήδη, θα γνωστοποιήται εις την Γραμματείαν του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών. 6.Οσάκις λάθος αποκαλύπτεται εις αντίγραφον Συνθήκης τινός, βεβαιωθέν ακριβές ο θεματοφύλαξ συντάσσει πρακτικόν διορθώσεως και αποστέλλει αντίγραφον εις τα υπογράφοντα και εις τα συμβαλλόμενα Κράτη. 40.Γ.μ.1 Δίκαιο των Συνθηκών 122 Άρθρον 80. Πρωτοκόλλησις και δημοσίευσις των συνθηκών. 1.Αι συνθήκαι μετά την θέσιν των εν ισχύι δέον να διαβιβάζωνται προς τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών προς πρωτοκόλλησιν ή αρχειοθέτησιν και εγγραφήν εν τω ευρετηρίω, αναλόγως της περιπτώσεως, και προς δημοσίευσιν. 2.Ο καθορισμός του θεματοφύλακας αποτελεί και εξουσιοδότησίν του όπως διενεργή τας αναφερομένας, εις την προηγούμενην παράγραφον πράξεις. ΜΕΡΟΣ VΙΙΙ. ΤΕΛΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρον 81. Υπογραφή. Η παρούσα σύμβασις θα είναι ανοιχτή προς υπογραφήν υπό πάντων των κρατών μελών των Ηνωμένων Εθνών ή οιουδήποτε Ειδικευμένου Οργανισμού, ή της Διεθνούς Οργανώσεως Ατομικής Ενεργείας ή οιουδήποτε κράτουςμέλους εν τω Καταστατικώ του Διεθνούς Δικαστηρίου και παντός ετέρου κράτους προσκαλουμένου υπό της Γενικής Συνελεύσεως των Ηνωμένων Εθνών όπως καταστή συμβαλλόμενον μέρος εις την σύμβασιν κατά τον ακόλουθον τρόπον. Μέχρι της 30 Νοεμβρίου 1969 εις το Ομοσπονδιακόν Υπουργείον των Εξωτερικόν της Αυστρίας και μετά ταύτα, μέχρι της 30 Απριλίου 1970 εις την έδραν των Ηνωμένων Εθνών εν Νέα Υόρκη. Άρθρο …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.