← Ελλάδα

5. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Αριθ. 42365 της 15/31 Ιουλ. 1936 (ΦΕΚ Β΄ 134) Περί κανονισμού συντάξεως Ταμείου Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθ

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση ρυθμίζει τον κανονισμό συντάξεων του Ταμείου Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών, καθορίζοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση συντάξεων και άλλων παροχών.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
5. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Αριθ. 42365 της 15/31 Ιουλ. 1936 (ΦΕΚ Β΄ 134) Περί κανονισμού συντάξεως Ταμείου Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών. ΄Εχοντες υπ’ όψει: 1)Τας διατάξεις των Νόμ. α)2868, β)5376, και γ)6071. 2)Τα άρθρ. 59 παρ. 1 και 63 παρ. 4 του περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας Α. Νόμου. 3)Το υπ’ αριθ. 5792 έγγραφον του Ταμείου Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών. 4)Την σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Εργασίας, εγκρίνομεν τον κανονισμόν Συντάξεως του Ταμείου Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ Του Ταμείου Ασφαλίσεως τυπογράφων και μισθωτών γραφικών τεχνών Τακτικαί Συντάξεις ΄Αρθρ.1.-Ο παρά τω Ταμείω Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών ησφαλισμένος, δικαιούται συντάξεως, εν περιπτώσει ανικανότητος προς εργασίαν ή γήρατος (σύνταξις αναπηρίας, σύνταξις γήρατος) η δε οικογέναια του ησφαλισμένου δικαιούται συντάξεως εν περιπτώσει θανάτου αυτού (σύνταξις θανάτου). Άρθρ.7.-1.Αι Συντάξεις καταβάλλονται εις μηνιαίας ίσας δόσεις και εις την αρχήν εκάστου μηνός. 2.Εάν το εις σύνταξιν δικαίωμα λήξη προ της παρόδου του μηνός δι’ ον κατεβλήθη η σχετική δόσις, ουδέν μέρος του ποσού της ληφθείσης δόσεως αποδίδεται εις το Ταμείον. Εν περιπτώσει ταύτη το δικαίωμα εις παροχάς των τυχόν μετέπειτα δικαιουμένων προσώπων άρχεται από της επομένης της λήξεως του μηνός. 3.Κακώς χορηγηθείσαι συντάξεις καταλογίζονται εις βάρος του λαβόντος ταύτας μόνον εάν ούτος απέκρυψεν ουσιώδη περιστατικά ή επεκαλέσθη τοιαύτα εν επιγνώσει του αναληθούς αυτών. Αι συντάξεις αύται αποδίδονται εις το Ταμείον προς 6% στερουμένου εν αρνήσει αποδόσεώς του παντός δικαιώματός του εκ του Ταμείου. 4.Ο τρόπος της εξοφλήσεως των συντάξεων και της διαπιστώσεως του προκαλούντος την ασφαλιστικήν αξίωσιν γεγονότος, ρυθμίζεται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. 5.«Ια)Η διαπίστωσις της αναπηρίας και γενικώς της ανικανότητος προς εργασίαν δια την απόκτησιν δικαιώματος εις σύνταξιν και λοιπών παροχών, ενεργείται παρά της Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου αποτελουμένης: α)Εξ ενός ιατρού κύρους έχοντος δεκαετή τουλάχιστον άσκησιν του ιατρικού επαγγέλματος εν Αθήναις ή Πειραιεί οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας ως Προέδρου. β)Εξ ενός ιατρού γενικής ιατρικής εκλεγομένου μεταξύ ιατρών εχόντων 5ετή τουλάχιστον άσκησιν του ιατρικού επαγγέλματος εν Αθήναις ή Πειραιεί, οριζομένου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. γ)Εξ ενός ιατρού κύρους ανήκοντος εις την ειδικότητα της παθήσεως του αιτούντος, εκλεγομένων μεταξύ ιατρών εχόντων πενταετή (Αντί για τη σελ. 1943(γ) Σελ.1943(δ) Τεύχος Ε123-Σελ.99 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) 39.Ο.η.5 τουλάχιστον άσκησιν του ιατρικού επαγγέλματος, εν Αθήναις ή Πειραιεί εν τη ειδικότητί του εκ πίνακος ιατρών ειδικοτήτων, καταρτιζομένου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Εις την Επιτροπήν δύναται να μετέχη συμβουλευτικώς άνευ ψήφου, τη αιτήσει του εξεταζομένου και ο θεράπων αυτού ιατρός. ΙΙ.Κατά των αποφάσεων της Υγειονομικής Επιτροπής επιτρέπεται η άσκησις προσφυγής υπό του αιτούντος την απονομήν συντάξεως και παρά του Ταμείου ενώπιον της οικείας Β/θμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της νομοθεσίας αυτού, ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν, την προθεσμίαν υποβολής προσφυγής κλπ. Ως Γραμματεύς της Α/θμίου Επιτροπής ορίζεται ο εκάστοτε Προϊστάμενος Συντάξεων όστις τηρεί και τα πρακτικά ταύτης. Εις τούτον παρέχεται κατά συνεδρίασιν η αυτή αποζημίωσις ήτις παρέχεται και εις τον Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δικαιούται να παραπέμψη εκ νέου κατά την κρίσιν του τους συνεπεία αναπηρίας δικαιωθέντας συντάξεως εις την κατά τ’ ανωτέρω Υγειονομικήν Επιτροπήν προς διαπίστωσιν της εξακολουθήσεως της υπάρξεως της ανικανότητος προς εργασίαν ως και να αποφασίζη περί διακοπής της συντάξεως εν η περιπτώσει ο δικαιούχος εστερήθη μιας των απαιτουμένων δια την χορήγησιν ταύτης προϋποθέσεων. ΙΙΙ.Ησφαλισμένου μη προσελθόντος προς εξέτασιν παρά της υγειονομικής Επιτροπής εντός μηνός από της ειδοποιήσεώς του προς τούτο, το δικαίωμα προς απόληψιν των παροχών αναστέλλεται δια το χρονικόν διάστημα από της κλήσεως μέχρι της προσελεύσεώς του εις την Υγειονομικήν Επιτροπήν. Η σχετική δαπάνη μετακινήσεως ησφαλισμένου προς εξέτασιν παρά της Υγειονομικής Επιτροπής βαρύνει το Ταμείον και καθορίζεται εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, καταβάλλεται δε μόνον εις περίπτωσιν καθ’ ην ο ησφαλισμένος ήθελε κριθή ανίκανος προς εργασίαν». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 3646/Σ. 78 της 15 Φεβρ. /10 Μαρτ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 35). «Προκειμένου περί ησφαλισμένων διαμενόντων εις επαρχιακά κέντρα και μη δυναμένων να προσέλθουν εις την εδρεύουσαν εν τη έδρα του Ταμείου Υγειονομικήν Επιτροπήν η διαπίστωσις της ανικανότητος αυτών ενεργείται υπό των οικείων Πρωτοβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ. Σελ.1944(δ) Τεύχος Ε123-Σελ.100 Δια την αποζημίωσιν των μελών των κατά τ’ ανωτέρω Επιτροπών εφαρμόζεται η από 10.12.1949 υφισταμένη σύμβασις μεταξύ του ΙΚΑ και του Ταμείου». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56007/53 της 1/12 Σεπτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 198). IV.«Εν περιπτώσει διακοπής της παρεχομένης συντάξεως αναπηρίας ή απορρίψεως υποβληθείσης αιτήσεως περί απονομής τοιαύτης, ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη νέαν αίτησιν εξετάσεως δια την αυτήν πάθησιν προ της παρελεύσεως έτους από της ημέρας διακοπής ή της απορρίψεως της αιτήσεώς του. Προ της παρελεύσεως έτους επιτρέπεται κατ’ εξαίρεσιν η επανεξέτασις, εν περιπτώσει σοβαράς επιδεινώσεως δυναμένης να θέση εις κίνδυνον την ζωήν του ησφαλισμένου. Εις την περίπτωσιν επανόδου εις την ανικανότητα, διαπιστουμένην υπό της Υγειονομικής Επιτροπής, προ της παρελεύσεως διετίας από της λήξεως της προηγουμένης δεν απαιτείται δια την απονομήν συντάξεως η προϋπόθεσις των 250 ημερών εργασίας». Το εδάφ. IV ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 75830/Α.1753 της 21/31 Δεκ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 241). V.«Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, δύνανται να καταστούν μονίμως συνταξιούχοι, οι επί πενταετίαν τουλάχιστον συνεχώς συνταξιοδοτηθέντες λόγω φυματιώσεως, διαπιστωθείσης δια δύο τουλάχιστον εξετάσεων παρά της οικείας υγειονομικής Επιτροπής, εφ’ όσον μετά την πενταετίαν κριθούν και αύθις παρά της Β/θμίου Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ανίκανοι προς εργασίαν λόγω φυματιώσεως, με ποσοστόν ανικανότητος τουλάχιστον 66,6%. Η θητεία των μελών της Α/θμίου Υγειονομικής Επιτροπής είναι ετησία, η αμοιβή των δε καθοριζομένη δι’ αποφάσεως του Συμβουλίου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας ως και αι δαπάναι Παρακλινικών εξετάσεων βαρύνουν το Ταμείον». Το εδάφ. V ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 49862/Ε.1482 της 21 Αυγ./3 Σεπτ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 238). 39.Ο.η.5 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) 6.Ημερήσιαι καταβολαί πραγματοποιηθείσαι από της συστάσεως του Ταμείου μέχρι της ισχύος του παρόντος Κανονισμού συνυπολογίζονται εις την σύνταξιν. «7.Μεταξύ της 10ης και 20ής εκάστου μηνός δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εν περιπτώσει ανάγκης να εγκρίνη δι’ αποφάσεώς του την εις τους συνταξιούχους του Ταμείου χορήγησιν προκαταβολής έναντι της συντάξεως του επομένου μηνός ουχί μείζονος του 1/3 ταύτης. Αι τοιαύται προκαταβολαί δύνανται να χορηγώνται υπό της υπηρεσίας του Ταμείου επί τη βάσει γενικής καθ’ εξαμήνου λαμβανομένης αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου». Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 45964 της 16 Αυγ./4 Σεπτ. 1939 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 214). Το θέμα τούτο ήδη διέπεται υπό των σχετικών αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής. «8.Η καταβολή των υπό του Ταμείου χορηγουμένων συντάξεων αναστέλλεται: α)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικήν της ελευθερίας του μακροτέραν του έτους. Εάν όμως υπάρχωσιν πρόσωπα, άτινα εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα εδικαιούντο συντάξεως, καταβάλλεται εις τα εν λόγω πρόσωπα το ποσόν της συντάξεως, ήτις εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα απενέμετο εις αυτά. β)«Εάν και εφ’ όσον ο λόγω γήρατος συνταξιούχος αποκερδαίνη μηνιαίως εξ εξηρτημένης εργασίας ποσόν ανώτερον του τριακονταπενταπλασίου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου. Ο συνταξιούχος λόγω γήρατος του Ταμείου πριν ή αναλάβη οιανδήποτε εργασίαν, οφείλει να δηλώση τούτο εις το Ταμείον και να ζητήση την έγγραφον έγκρισιν αυτού, παρέχων εις τούτο κατά την υποβολήν της δηλώσεως και εν συνεχεία διαρκούσης της εργασίας, πάσαν περί ταύτης πληροφορίαν. Η ανάληψις εργασίας άνευ εγκρίσεως του Ταμείου ως και η παράλειψις της παροχής των κεκανονισμένων πληροφοριών, ή η παροχή ανακριβών τοιούτων, συνεπάγεται την αναζήτηση των καταβληθεισών συντάξεων κατά τον χρόνον απασχολήσεως του συνταξιούχου ανεξαρτήτως του ύψους των εξ αυτοτελούς επαγγέλματος ή εξηρτημένης εργασίας απολαυών αυτού. Προσαυξήσεις της συντάξεως προκύπτουσαι εξ ημερών εργασίας πραγματοποιουμένων υπό συνταξιούχων, συνυπολογίζονται εις την αρχικήν σύνταξιν τη αιτήσει του ενδιαφερομένου και καταβάλλονται μόνον από της διακοπής της εργασίας, η δε μετά τον τοιούτον συνυπολογισμόν επανάληψις οιασδήποτε εξηρτημένης εργασίας συνεπάγεται την αναστολήν της καταβολής της συντάξεως, ασχέτως του ποσού των εκ της εργασίας απολαυών του συνταξιούχου». Το εδάφ. β΄ τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 6658/Σ.52 της 1/23 Φεβρ. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 59) και 41431/Σ.353 της 26 Σεπτ. /7 Οκτ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 354) αποφάσεων Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 97247/Σ.1142 της 20 Σεπτ. /7 Οκτ. 1968 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 521). 9.Συνταξιούχοι λαμβάνοντες εκ του Ταμείου προσωπικήν σύνταξιν εξ οιουδήποτε λόγου ως αμέσως ησφαλισμένοι αυτού, δικαιούνται εν περιπτώσει, καθ’ ην κτώνται δικαιώματος μεταβιβάσεως αυτοίς και ετέρας συντάξεως, κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού να εκλέξωσι την μείζονα τούτων, προσαυξανομένην κατά ποσοστόν 50% της ετέρας τοιαύτης. Αι παρ. 8 και 9 προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 42343/Σ.1043 της 1/6 Φεβρ. 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 26). Ασφάλισις προσωπικού Ταμείου Άρθρ.8.-Το παρά τω Ταμείω Τυπογράφων κλπ. μόνιμον προσωπικόν, είναι υποχρεωτικώς ησφαλισμένον εναντίον των υπό του παρόντος προβλεπομένων κινδύνων γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, επί τη αυτή εισφορά του μισθωτού (3%) της εργοδοτικής τοιαύτης βαρυνούσης το Ταμείον. Η συμμετοχή αυτών εις την ασφάλισιν λογίζεται από του διορισμού των, επιτρεπομένης αναδρομικής καταβολής της απαιτουμένης εισφοράς προς 3% δια το από του διορισμού των μέχρι σήμερον χρονικόν διάστημα. «Εν περιπτώσει θανάτου υπαλλήλου του Ταμείου και μετά πιστοποίησιν του θανάτου δια ληξιαρχικής πράξεως, καταβάλλονται υπό του Ταμείου έξοδα κηδείας εις τον επιμεληθέντα ταύτης, καθοριζόμενα κατά την κρίσιν του Δ. Συμβουλίου, εις ποσόν ανάλογον προς τον βαθμόν του αποβιώσαντος υπαλλήλου και τας εκάστοτε κρατούσας οικονομικάς βιωτικάς συνθήκας. Η ισχύς της παρούσης διατάξεως ανατρέχει από 1ης Ιαν .1944». Η ανωτέρω εντός « » τρίτη παράγραφος προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 63464 της 28 Φεβρ./9 Μαρτ. 1939 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 70) ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 13389 της 29 Μαΐου/25 Ιουλ. 1944 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 101). (Αντί για τη σελ. 1945(α) Σελ. 1945(β) Τεύχος Ε123-Σελ.101 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) 39.Ο.η.5 Ευεργετικαί διατάξεις Άρθρ.9.-«1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται εις εξαιρετικάς περιπτώσεις ως αύται καθορίζονται υπό της Νομισματικής Επιτροπής, να χορηγή δάνειον εις τους Συνταξιούχους του Ταμείου, εκ των διαθεσίμων κεφαλαίων αυτού, μέχρι 3 μηνιαίων συντάξεων, υπολογιζομένων επί της καταβαλλομένης εις αυτούς μηνιαίας συντάξεως μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεως αυτής. 2.Τα ως άνω χορηγούμενα δάνεια είναι εξοφλητέα εις 36 μηνιαίας ισοπόσους δόσεις, αρχομένας από του επομένου της χορηγήσεώς των μηνός, εντόκως, με επιτόκιον καθοριζόμενον δια των εκάστοτε αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής και Ασφάλιστρον 1%. 3.Υπό τας επιφυλάξεις των προηγουμένων παραγράφων τα εν λόγω δάνεια χορηγούνται εις τας κατηγορίας των λόγω γήρατος μονίμου αναπηρίας και θανάτου συνταξιοδοτουμένων υπό του Ταμείου». Το άρθρ. 9 τροποποιήθηκε ως άνω από την Γ/27/2845/22 Ιουλ.-1 Αυγ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 732) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρ.10.-Εφ’ όσον ησφαλισμένου ανήκοντος εις το υπαλληλικόν προσωπικόν διακόπτεται η παρά τω Ταμείω τούτω ασφάλισις λόγω διακοπής της απασχολήσεώς του παρ’ επιχειρήσει υπαγομένη εις την ασφάλισιν του παρόντος προσλαμβάνεται δε ούτος εις επιχείρισιν ης το προσωπικόν μετέχει εις έτερον Ασφαλιστικόν οργανισμόν, μεταφέρεται ο ατομικός του λογαριασμός (Σύνολον ατομικών καταβολών και εισφοράς εργοδότου) εις τον Ασφαλιστικόν τούτον Οργανισμόν, συνεχιζομένης ούτω της ασφαλίσεώς του. Εις περίπτωσιν όμως καθ’ ην παρερχομένου εξαμήνου από της διακοπής της παρά τω Ταμείω Ασφαλίσεώς του δεν καταστή δυνατή η πρόσληψίς του εις επιχείρησιν ασφαλίζουσαν το προσωπικόν της, επιστρέφονται εις τον αποχωρούντα αι ατομικαί καταβολαί ατόκως εφ’ όσον συνεπλήρωσε πενταετή συμμετοχήν εις το Ταμείον, εντόκως προς 5%, εφ’ όσον ούτος συνεπλήρωσε δεκαετή συμμετοχήν εις το Ταμείον. Εις υπηρεσιακήν κωδικοποίησιν του Κανονισμού Συντάξεων, εκδοθείσαν υπό του Τ.Α.Τ. κατά το 1963, τα άρθρ. 9 και 10 φέρονται ως μη ισχύοντα. Άρθρ.11.-«1.Από της δημοσιεύσεως του παρόντος οι παρά του Ταμείου Ασφαλίσεως Τυπογράφων κλπ. επιδοτούμενοι άνεργοι υποχρεούνται υπέρ της συντάξεώς των εις καταβολήν εισφοράς 6% επί του λαμβανομένου υπ’ αυτών επιδόματος ανεργίας. Σελ.1946(β) Τεύχος Ε123-Σελ.102 2.Αι κρατήσεις αύται γενόμεναι δι’ έκαστον μήνα πλήρους ανεργίας επί συνόλου 20 αποζημιωτέων ημερών ανεργίας συμφώνως τη παρ. 6 του άρθρ. 3 του Κανονισμού Ανεργίας του Ταμείου υπολογίζονται ως συντάξιμοι καταβολαί προς το Ταμείον 20 πραγματοποιηθέντων ημερομισθίων και πιστούται η ατομική μερίς του ησφαλισμένου ανέργου δι’ ισαρίθμων καταβολών δι’ έκαστον μήνα ανεργίας κατά την αυτήν δ’ αναλογίαν και δια βραχύτερα του μηνός χρονικά διαστήματα τηρουμένης της διατάξεως της παρ. 4 του άρθρ. 3 του εν λόγω Κανονισμού. Η ισχύς της παρούσης ανατρέχει από της 31/7/1936 ακυρουμένης αφ’ ης ίσχυσεν της δια της υπ’ αριθ. 34523/Σ.634/21/6/40 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας γενομένης προσθήκης». Το άρθρ. 11 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 24349/Σ.425 της 19/23 Απρ. 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 76-διόρθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 189/1951). Άρθρ.12.-(Μεταβατικαί διατάξεις αφορώσαι προπολεμικάς παραπτώσεις). Αρθρ.13.-(Δεν υπήρχεν εις το αρχικόν κείμενον). 39.Ο.η.5 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) Άρθρ.14.-«1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν παραγράφεται μετά παρέλευσιν τριών ετών από της ημέρας της γενέσεώς του. 2.Ουδέποτε χορηγούνται συντάξεις αναδρομικώς δια χρόνον μακρότερον των 12 μηνών από της εις το Ταμείον υποβολής της περί απονομής ή αυξήσεως της συντάξεως αιτήσεως. 3.Απαιτηταί συντάξεις μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας καθ’ ην κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται. 4.Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως. 5.Εάν ο αποκτήσας δικαίωμα εις σύνταξιν απεβίωσε προ της λήψεως της κατά την παρ. 1 τριετούς προθεσμίας χωρίς να υποβάλη αίτησιν περί απονομής αυτώ συντάξεως η εν λόγω τριετής προθεσμία παρατείνεται επί εν εισέτι έτος από της λήξεώς της δια της υποβολής αιτήσεως παρά των δικαιοδόχων του θανόντος». Άρθρ.15.-«Τα δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος εις σύνταξιν και τον καθορισμόν του ποσού ταύτης απαιτούμενα δικαιολογητικά καθορίζονται δια γενικής αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου». Άρθρ.16.-«Κατά τον παρόντα κανονισμόν ως έτη ηλικίας λογίζονται τα συμπεπληρωμένα τοιαύτα. Εφ’ όσον όμως η εν τη ληξιαρχική πράξει ή εν τω πιστοποιητικώ ηλικίας δεν καθορίζεται η ημερομηνία γεννήσεως, θεωρείται δια τον υπολογισμόν της ηλικίας και τον παρόντα Κανονισμόν ως ημερομηνία γεννήσεως η πρώτη Ιουλίου του έτους της γεννήσεως». ΄Αρθρ.2.-1.«Συντάξεως λόγω αναπηρίας δικαιούνται και οι ησφαλισμένοι οι συμπληρώσαντες τον κάτωθι αριθμόν ημερών εργασίας εν ασφαλίσει: α)2.000 ημέρας εφ’ όσον υποβάλλουν αίτησιν εντός του έτους 1960. β)2.250 ημέρας εφ’ όσον υποβάλλουν αίτησιν εντός του έτους 1961. γ)2.500 ημέρας εφ’ όσον υποβάλλουν αίτησιν εντός του έτους 1962 και εφεξής. Εις πάσας τας ως άνω περιπτώσεις δέον να έχουν πραγματοποιηθή 250 ημέραι εργασίας εν ασφασλίσει εντός της τελευταίας προ της εκδηλώσεως της αναπηρίας τριετίας. Συντάξεως λόγω αναπηρίας δικαιούνται επίσης οι ησφαλισμένοι ανεξαρτήτως χρονικών προϋποθέσεων εάν η αναπηρία οφείλεται, α)εις βίαιον συμβάν επελθόν εν τη εκτελέσει ή εξ αφορμής της εργασίας (εργατικόν ατύχημα), β)εις την επαγγελματικήν νόσον της μολυβδιάσεως. 2.Συντάξεως λόγω γήρατος δικαιούνται οι ησφαλισμένοι οι συμπληρώσαντες το 55ον έτος της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων ή το 50όν προκειμένου περί θηλέων εφ’ όσον διέκοψαν την επαγγελματικήν αυτών απασχόλησιν και συνεπλήρωσαν τον κάτωθι αριθμόν ημερών εργασίας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου. α)4.500 ημέρας οι υποβάλλοντες αίτησιν συνταξιοδοτήσεως εντός του έτους 1960. β)4.750 οι υποβάλλοντες αίτησιν συνταξιοδοτήσεως εντός του έτους 1961. γ)5.000 ημέρας οι υποβάλλοντες αίτησιν συνταξιοδοτήσεως εντός του έτους 1962 και εφεξής. (Εις απάσας τας ως άνω περιπτώσεις δέον να έχουν πραγματοποιηθή 250 ημέραι εργασίας εν ασφαλίσει εντός της τελευταίας προ της υποβολής της αιτήσεως τριετίας»). Το άνω μέσα σε ( ) δεύτερο εδάφιο της περίπτ. γ΄ καταργήθηκε από την περίπτ. Β΄ της Φ.27/1897/25 Ιουλ.-27 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Β΄ 559) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 4691/Ε.168 της 30 Ιαν./22 Φεβρ. 1960 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 84). (Προσθήκη μετά την παρ. 2 γενομένη δια της υπ’ αριθ. 42454/Σ.329 της 4/16 Ιουλ. 1957 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 193), και αντικατασταθείσα δια της υπ’ αριθ. 82026/Σ.988 της 14/16 Δεκ. 1959 (ΦΕΚ Β΄ 441) δι’ ης εχορηγείτο μειωμένη σύνταξις εις τους συμπληρώσαντας το 50όν έτος της ηλικίας των ησφαλισμένους κατηργήθη από 1ης Ιαν. 1961 δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 10334/6222 της 10/22 Φεβρ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 60). Αιτήσεις υποβαλλόμεναι από της ημερομηνίας ταύτης δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν). «Θήλεις έγγαμοι, ή εν χηρεία μετ’ ανηλίκων τέκνων ή εν διαζεύξει μετ’ ανηλίκων τέκνων τακτικοί υπάλληλοι του Ταμείου δικαιούνται συντάξεως, απονεμομένης παρά του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου, εφαρμοζομένων εν προκειμένω τόσον ως προς τας απαιτουμένας προϋποθέσεις δια την θεμελίωσιν του εις σύνταξιν δικαιώματος, όσον και ως προς τον καθορισμόν του ποσού ταύτης των περί συνταξιοδοτήσεως των δημοσίων υπαλλήλων εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων. Αι επί τη βάσει της παρούσης διατάξεως συνταξιοδοτούμεναι υποχρεούνται εις την καταβολήν δι’ άπαντα τον συντάξιμον αναγνωρισθέντα ή αναγνωριζόμενον χρόνον προσθέτου εισφοράς επί των αποδοχών, εφ’ ων υπελογίσθη η σύνταξις, ίσης προς την διαφοράν μεταξύ της υπό των παρ. 2 και 3 του άρθρ. 11 του Ν.Δ. 4277/62 συνολικώς οριζομένης τοιαύτης ησφαλισμένου και εργοδότου δια το προσωπικόν των Οργανισμών Κοινωνι(Αντί για τη σελ. 1937) Σελ. 1937(α) Τεύχος Θ42-Σελ. 105 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) 39.Ο.η.5 κής Πολιτικής και της εις το Ταμείον καταβληθείσης. Η δια την αιτίαν ταύτην οφειλή, καταβάλλεται εφ’ άπαξ ή παρακρατείται εκ της συντάξεως εις δόσεις, ων ο αριθμός καθοριζόμενος υπό του Διοικ. Συμβουλίου δεν δύναται να υπερβή τας 120». Τα ανωτέρω εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 90849/Ε.1431 της 28 Σεπτ./5 Οκτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 659) αποφ. Υπ. Εργ. (Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 48/29.1.1966). 3.Ως ανάπηρος κατά την έννοιαν της παρ. 1 του παρόντος άρθρου νοείται ο ησφαλισμένος, όστις λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής, δεν δύναται να κερδίζη δι’ εργασίας ανταποκρινομένης προς το ησφαλισμένον επάγγελμά του πλέον του τρίτου εκείνου, όπερ συνήθως κερδίζει εν τη αυτή περιφερεία έτερος ησφαλισμένος του αυτού επαγγέλματος και της αυτής ικανότητος. 4.Σύνταξις αναπηρίας παρέχεται εις τον ανίκανον προς εργασίαν ησφαλισμένον, εφ’ όσον κατόπιν γνωμοδοτήσεως της κατά το άρθρ. 7 παρ. 5 του παρόντος Υγειονομικής Επιτροπής η προς εργασίαν ανικανότης αυτού μέλλει να διαρκέση υπέρ τους 6 μήνας. 5.Ο ησφαλισμένος, εάν καταστή ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος και διαπιστωθή η ενοχή του δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως δεν δικαιούται συντάξεως αναπηρίας. Εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα εκ των εις το άρθρ. 4 αναφερομένων, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως, ης θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου. 6.Το εις σύνταξιν αναπηρίας και γήρατος δικαίωμα άρχεται από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου, καθ’ ον υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως. Εάν όμως ο ησφαλισμένος λαμβάνη επίδομα ασθενείας ή ανεργίας παρ’ ασφαλιστικού οργανισμού, το εις σύνταξιν δικαίωμα άρχεται από της λήξεως του επιδόματος τούτου». Το άρθρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 42343/Σ.1043 της 1/6 Φεβρ. 1950 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 26). «Η ηλικία του ησφαλισμένου αποδεικνύεται αποκλειστικώς δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως συνταχθείσης ή διορθωθείσης υπό τριετίας τουλάχιστον από της υπαγωγής του εις την ασφάλισιν, εν ελλείψει δε τοιαύτης δια της εις το μητρώον αρρένων ή τα δημοτολόγια εγγραφής, καθ’ οιονδήποτε τρόπον ενεργηθείσης, εφ’ όσον αύτη έλαβε χώραν ωσαύτως προ τριετίας τουλάχιστον από της υπαγωγής του εις την ασφάλισιν. Σελ. 1938(α) Τεύχος Θ42-Σελ. 106 Εν ελλείψει ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως ως ανωτέρω ή εγγραφής εις το μητρώον αρρένων ή το δημοτολόγιον υπό τους εκτεθέντας περιορισμούς, η ηλικία του ησφαλισμένου αποδεικνύεται δι’ αποφάσεως της επί τούτω συνιστωμένης κατά τα κατωτέρω οριζόμενα Ειδικής Επιτροπής καθορισμού ηλικίας ησφαλισμένων, η απόφασις της οποίας τυγχάνει ανέκκλητος και υποχρεωτική διά τε τον ησφαλισμένον και το Ταμείον. Του λοιπού δια την απογραφήν και αναγνώρισιν εις το Ταμείον οιουδήποτε παρέχοντος εξηρτημένην εργασίαν παρά τινι των εις αυτό ασφαλιζομένων επαγγελμάτων, είτε ούτος το πρώτον υπάγεται εις κοινωνικήν ασφάλισιν είτε προϋπήρξεν ησφαλισμένος παρ’ ετέρω Ασφαλιστικώ Οργανισμώ δέον απαραιτήτως μεταξύ των λοιπών στοιχείων ταυτότητος του ασφαλιζομένου να προσδιορίζηται καθ’ ένα των ανωτέρω μνημονευομένων νομίμων τρόπων ο χρόνος γεννήσεως αυτού, ελλείψει δε τούτων δι’ αποφάσεως της ως είρηται Ειδικής Επιτροπής καθορισμού ηλικίας ησφαλισμένων. Ο ουτωσί καταχωρούμενος εν τω Μητρώω του Ταμείου χρόνος γεννήσεως παραμένει εφεξής αμετάβλητος και υποχρεωτικός, κατισχύων πάσης αντιθέτου αποφάσεως οιουδήποτε Δικαστηρίου ή τοιαύτης οιουδήποτε συλλογικού οργάνου ετέρου Οργανισμού ή Υπηρεσίας. Προτάσει του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου και δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, συνιστάται παρά τω Ταμείω Τριμελής Επιτροπή καθορισμού ηλικίας ησφαλισμένων αποτελουμένη εξ ενός προέδρου Πρωτοδικών ή Πρωτοδίκου αναπληρουμένων παρ’ ομοιοβάθμων των, υποδεικνυομένων υπό του Προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών εκ των εν Αθήναις υπηρετούντων τοιούτων, ως Προέδρου εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας μετά του αναπληρωτού του και εκ του Προέδρου του Διοικ. Συμβουλίου ή τούτου κωλυομένου υπό του Αντιπροέδρου αυτού. 39.Ο.η.5 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) Εισηγητής της Επιτροπής είναι ο Διευθυντής του Ταμείου, χρέη δε Γραμματέως αυτής εκτελεί είς των υπαλλήλων του Ταμείου, οριζόμενος υπό του Δ. Συμβουλίου. Η Επιτροπή συνέρχεται εν τοις γραφείοις του Ταμείου προσκλήσει του προέδρου αυτής άμα ως διαβιβασθή αυτή σχετική αίτησις εκ μέρους του Ταμείου. Η Επιτροπή εύρηται εν απαρτία παρόντων δύο μελών αυτής μεταξύ των οποίων απαραιτήτως ο Πρόεδρος. Προς μόρφωσιν γνώμης η Επιτροπή είναι ελευθέρα να λάβη υπ’ όψει της κατά την κρίσιν της παν στοιχείον, και δη έγγραφα, μάρτυρας, κυρίως δε να αιτήσεται την αυτοπρόσωπον εμφάνισιν του ενδιαφερομένου. Εις την Επιτροπήν καταβάλλονται έξοδα κινήσεως ως ταύτα ορίζονται και δια τα μέλη του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου και μέχρι 5 συνεδριάσεων κατά μήνα». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 26291/Σ.298 της 30 Απρ./15 Μαΐου 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 89 Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 54/1957). Άρθρ.17.-«Έκαστος συνταξιούχος υποχρεούται να καθιστά γνωστήν εις το Ταμείον εντός τριμήνου το βραδύτερον πάσαν μεταβολήν επερχομένην εις την προσωπικήν ή οικογενειακήν αυτού κατάστασιν, επιφέρουσαν μείωσιν ή διακοπής της συντάξεως. Ο μη εγκαίρως γνωστοποιών την μεταβολήν ταύτην δύναται να στερείται της συντάξεως επί τρίμηνον δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, υποχρεούμενος εις την επιστροφήν των επί πλέον αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών και εις την καταβολήν ποσοστού 10% επί των εξόδων του Ταμείου των διατεθέντων δια την συγκέντρωσιν των αναγκαίων στοιχείων των επιφερόντων την μείωσιν της συντάξεως». Άρθρ.18.-«1)Απαγορεύεται η δωρεά εν ζωή ή κατάσχεσις ή η εκχώρησις των υπό του Ταμείου παρεχομένων συντάξεων. Εξαιρετικώς επιτρέπεται η κατάσχεσις ή εκχώρησις μέχρι των δύο πέμπτων του ποσού των συντάξεων λόγω διατροφής συζύγου κατιόντων και ανιόντων. 2)Συμψηφισμός κατά δόσεις με τας κατά τον παρόντα Κανονισμόν χορηγουμένας συντάξεις επιτρέπεται μόνον προς απόσβεσιν οιασδήποτε οφειλής των δικαιούχων προς το Ταμείον. Ο συμψηφισμός γίνεται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου και αφορά εις το 1/3 το πολύ της συντάξεως». Τα άρθρ. 14 έως και 18 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 42343/Σ.1043 της 1/6 Φεβρ. 1950 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 26-διόρθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 63/1950). Λογαριασμός Προνοίας Άρθρ.19.-«1.Συνιστάται ειδικός λ/σμός Προνοίας σκοπός του οποίου είναι η χορήγησις εφ’ άπαξ βοηθήματος, εις τους τιθεμένους εις σύνταξιν ησφαλισμένους λόγω γήρατος, αναπηρίας διαρκούς και μονίμου και εν περιπτώσει θανάτου τούτων και εις τα μέλη οικογενείας αυτών, κατά τα ειδικώτερον εν άρθρ. 21 και 22 οριζόμενα». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’αριθ. 65527/Σ.723 της 12/30 Νοεμ. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 253). 2.Ο κατά την προηγουμένην παράγραφον συνιστώμενος Ειδικός Κλάδος Προνοίας έχει πλήρη οικονομικήν και λογιστικήν αυτοτέλειαν, τηρουμένου ιδιαιτέρου Λογαριασμού. Η μεταφορά ποσών ή πιστώσεων από ενός Κλάδου του Ταμείου εις έτερον απαγορεύεται. Τα κεφάλαια και οι πόροι εκάστου Κλάδου του Ταμείου χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς δια την χορήγησιν των ασφαλιστικών παροχών των χορηγουμένων υφ’ εκάστου Κλάδου. «2α.Επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η δανειοδότηση του ενός Κλάδου από τον άλλο, εφόσον ο ένας από τους δύο Κλάδους αντιμετωπίζει προσωρινή οικονομική αδυναμία ν’ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του». Η παρ. 2α προστέθηκε από το άρθρ. 2 Π.Δ. 496/10-14 Νοεμ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 175). 3.α)Την διοίκησιν και διαχείρισιν του Λογαριασμού Προνοίας ασκεί το Δ.Σ. του Ταμείου. β)Η υπηρεσία του Λογαριασμού Προνοίας διεξάγεται δια του προσωπικού του Ταμείου, άνευ ιδιαιτέρας τινός αντιμισθίας ή αμοιβής. γ)Τα της λογιστικής οργανώσεως, διαχειρίσεως οικονομικού έτους, καταρτίσεως ισολογισμού, απολογισμού, ισοζυγίων, προϋπολογισμού, διενεργείας προμηθειών και επενδύσεως των κεφαλαίων του Λογαριασμού Προνοίας διέπονται υπό των οικείων διατάξεων της εν ισχύϊ νομοθεσίας του Ταμείου». Το άρθρ. 19 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 48834/Σ.1301 της 15/22 Δεκ. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 263). (Αντί για τη σελ. 1947(δ) Σελ.1947(ε) Τεύχος Ι-22 - Σελ.127 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) 39.Ο.η.5 «δ)Ο Κλάδος Προνοίας μετέχει αναλόγως της εκάστοτε υπέρ αυτού ασφαλιστικής εισφοράς εις τα γενικά έξοδα δαπανών Διοικήσεως». Η περίπτ. δ΄ προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 27/2831 της 23/30 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1096) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Πόροι Κλάδου Προνοίας Άρθρ.20.-«1.Πόροι του Κλάδου Προνοίας είναι: α)Υποχρεωτική μηνιαία εισφορά των ησφαλισμένων ίση προς 1% επί των ημερομισθίων, μισθών και πάσης φύσεως απολαυών αυτών. Η εισφορά αύτη παρακρατείται υποχρεωτικώς υπό του εργοδότου κατά μήνα εκ των ανωτέρω αποδοχών των ησφαλισμένων και αποδίδεται υπ’ αυτού εις το Ταμείον εντός του επομένου μηνός β)Αι πάσης φύσεως πρόσοδοι της περιουσίας του Κλάδου Προνοίας και αι δωρεαί». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 27/2831 της 23/30 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1096) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 2)Οι ανωτέρω πόροι μεταφέρονται εις πίστωσιν του Κλάδου Προνοίας εις το τέλος εκάστης χρήσεως». Το άρθρ. 20 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 48834/Σ.1301 της 15/22 Δεκ. 1952 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 263). Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 14061/Ε.419 της 25 Φεβρ./10 Μαρτ. 1960 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 105), ισχυσάσης από 1.2.1960. Η παρ. 3 ήτο προσωρινής ισχύος. Δικαιούμενοι εφ’ άπαξ βοηθήματος Άρθρ.21.-«1.Δικαιούνται εφ’ άπαξ βοηθήματος προνοίας οι ησφαλισμένοι οι τιθέμενοι εις σύνταξιν υπό του Τ.Α.Τ. κατά τας διατάξεις του Κανονισμού Συντάξεων, λόγω γήρατος ή διαρκούς και μονίμου αναπηρίας, εφ’ όσον έχουν πραγματοποιήσει τον εκάστοτε προς συνταξιοδότησιν ελάχιστον αριθμόν ημερών εργασίας αποκλειστικώς εις την ασφάλισιν του Τ.Α.Τ. 2.Δικαιούνται επίσης, εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου, βοηθήματος προνοίας, ίσου με εκείνο όπερ θα εδικαιούτο ο θανών α)η χήρα, β)ελλείψει χήρας τ’ ανήλικα τέκνα κατ’ ισομοιρίαν, γ)ελλείψει τέκνων οι ζώντες γονείς εάν συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος. Σελ.1948(ε) Τεύχος Ι-22 - Σελ.128 Οι ανωτέρω δικαιούνται βοηθήματος εφ’ όσον ήθελον δικαιωθή συντάξεως υπό του Τ.Α.Τ. και εφ’ όσον ο θανών ησφαλισμένος ήθελε είχε πραγματοποιήσει τον εκάστοτε προς συνταξιοδότησιν προβλεπόμενον ελάχιστον αριθμόν ημερών εργασίας, αποκλειστικώς εις την ασφάλισιν του Τ.Α.Τ.» Το άρθρ. 21 προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 48834/Σ.1301 της 15/22 Δεκ. 1952 (ΦΕΚ Β΄ 263) ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37202/Σ.287 της 8/25 Ιουν. 1957 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 173). «3)Οι συνταξιοδοτούμενοι υπό του Ταμείου βάσει των διατάξεων του Ν.Δ. 4202/61, εφ’ όσον επραγματοποίησαν τουλάχιστον 2500 ημέρας εργασίας αποκλειστικώς εις την ασφάλισιν του Τ.Α.Τ. δικαιούνται μειωμένου εφ’ άπαξ βοηθήματος προνοίας, υπολογιζομένου κατά τας διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 22». Η παρ. 3 προστεθείσα δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 39979/Σ.315 της 25 Ιουν. /6 Ιουλ. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 420) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 3α της υπ’ αριθ. 27/2831 της 23/30 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1096) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «4.α.Οι μόνιμοι υπάλληλοι του Ταμείου που υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Κλάδου Προνοίας αυτού μπορούν να αναγνωρίσουν χρόνο προηγούμενης υπηρεσίας τους που διανύθηκε στο Ταμείο με οποιαδήποτε ιδιότητα καταβάλλοντας για το αναγνωριζόμενο χρονικό διάστημα μέχρι τη μονιμοποίησή τους ασφαλιστικές εισφορές που υπολογίζονται επί των τακτικών αποδοχών τους του μήνα υποβολής της σχετικής αίτησης. β.Προκειμένου για επί συμβάσει υπαλλήλους που υπήχθησαν στην ασφάλιση του κλάδου Προνοίας του Ταμείου μετά τη μονιμοποίησή τους και εξήλθαν της υπηρεσίας, η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται στις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα πριν την αποχώρησή τους, το δε ποσό της οφειλής τους συμψηφίζεται στο ποσό του δικαιουμένου εφάπαξ βοηθήματος». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την 27/1107/29 Μαΐου - 24 Ιουν. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 326) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Ο.η.5 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) Ποσόν εφ’ άπαξ βοηθήματος Άρθρ.22.-«1.Το ποσόν του εφ’ άπαξ βοηθήματος του απονεμομένου εις τους δικαιούχους τοιούτου συμφώνως προς τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου ησφαλισμένους και εις μέλη οικογενείας αποβιούντων ησφαλισμένων, ισούται προς το ποσόν εξ μηνιαίων συντάξεων, μη συμπεριλαμβανομένων εις ταύτας των επιδομάτων λόγω οικογενειακών βαρών ή οιουδήποτε άλλου επιδόματος. 2.Το κατά την προηγουμένην παράγραφον οριζόμενον ποσόν εφ’ άπαξ βοηθήματος δια τον συγκεντρούντα ημέρας ασφαλίσεως πλείονας του εκάστοτε απαιτουμένου δια την συνταξιοδότησιν λόγω γήρατος κατωτάτου ορίου, προσαυξάνεται κατά μίαν πρόσθετον μηνιαίαν σύνταξιν ανά 500 επί πλέον καταβολάς πραγματοποιηθείσας αποκλειστικώς εν τη ασφαλίσει του Ταμείου και μέχρι συμπληρώσεως 18 κατ’ ανώτατον όριον μηνιαίων συντάξεων. Κατά τον άνω υπολογισμόν του εφ’ άπαξ βοηθήματος Κλάδου Προνοίας υπόλοιπον καταβολών παρά τω Τ.Α.Τ. έλασσον των 500 μείζον όμως των 250 παρέχει δικαίωμα επί μίαν μηνιαίαν σύνταξιν εισέτι. «3.Το ποσόν του εφ’ άπαξ βοηθήματος Προνοίας του απονεμομένου εις τους δικαιούχους τοιούτου κατά τας διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 21 ισούται: α)Προς μίαν μηνιαίαν σύνταξιν δια τους πραγματοποιήσαντας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου 25002999 ημέρας εργασίας. β)Προς 2 μηνιαίας συντάξεις δια τους πραγματοποιήσαντας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου 3000-3499 ημέρας εργασίας. γ)Προς 3 μηνιαίας συντάξεις δια τους πραγματοποιήσαντας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου 3500-3999 ημέρας εργασίας. δ)Προς 4 μηνιαίας συντάξεις δια τους πραγματοποιήσαντας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου 4000-4499 ημέρας εργασίας. ε)Προς 5 μηνιαίας συντάξεις δια τους πραγματοποιήσαντας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου 4500-4999 ημέρας εργασίας. Το δια την χορήγησιν του βοηθήματος λαμβανόμενον υπ’ όψιν ποσόν συντάξεως υπολογίζεται ως εάν ο δικαιούχος εθεμελίου δικαίωμα συντάξεως παρά τω Ταμείω βάσει των κατά τα ανωτέρω ημερών εργασίας. Εις το ποσόν τούτο δεν συμπεριλαμβάνεται το επίδομα λόγω οικογενειακών βαρών ή οιονδήποτε έτερον τοιούτον». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 5α της υπ’ αριθ. 27/2831 της 23/30 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1096) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «4.α)Από 1.3.1978 και εφεξής το εφ’ άπαξ βοήθημα εφ’ όσον εξικνείται μέχρι ποσού δραχ. 100.000 καταβάλλεται ολόκληρον». Η α΄ περίοδος της παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την 27/1600/16-30 Ιουν. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 588) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «Εις περίπτωσιν όμως καθ’ ην το βοήθημα τούτο υπερβαίνει το ανωτέρω ποσόν καταβάλλεται επί πλέον και το ήμισυ της διαφοράς του υπερβαίνοντος τας δραχ. 100.000 ποσού. Η ισχύς της παρούσης άρχεται από 1.3.1978» Η β΄ περίοδος της παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την 27/2565/11 Οκτ.-2 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 944) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 5.Εις τον τυχόντα εφ’ άπαξ βοηθήματος κλάδου Προνοίας εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρέπεται η χορήγησις νέου τοιούτου ή διαφοράς τινός επί του αρχικώς ληφθέντος, λόγω επανόδου του εις το ασφαλιζόμενον επάγγελμα και επανασυνταξιοδοτήσεώς του ή δι’ οιανδήποτε άλλην αιτίαν. Το άρθρ. 22 προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 48834/Σ.1301 της 15/22 Δεκ. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 263) και τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 39302/Σ.415 της 2/12 Ιουλ. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 321) ομοίας, ετροποποιήθη ως άνω, δια της υπ’ αριθ. 39979/Σ.315 της 25 Ιουν./6 Ιουλ. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 420) ομοίας. «6.Το εις τους εξερχομένους εις σύνταξιν τακτικούς υπαλλήλους του Ταμείου καταβαλλόμενον εφ’ άπαξ βοήθημα υπολογίζεται ομοίως ως και δια τους λοιπούς ησφαλισμένους του Ταμείου βάσει των διατάξεων και προϋποθέσεων του παρόντος και εάν έτι ούτοι έτυχον διαφόρου συντάξεως βάσει των κρατουσών δια τους δημοσίους υπαλλήλους διατάξεων». Η παρ. 6 προσετέθη δια της παρ. 5γ της υπ’ αριθ. 27/2831 της 23/30 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1096) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «7α.Χορηγείται εφάπαξ βοήθημα και στους εξερχόμενους σε σύνταξη βάσει των διατάξεων του άρθρ. 5 παρ. 1 και ΙΙ του Α.Ν. 1846/1951 και του άρθρ. 5 παρ. 1 του Ν.Δ. 4104/60 λόγω γήρατος, μονίμου αναπηρίας και θανάτου εφόσον έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 4.050 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου σε συνδυασμό και με τις διατάξεις της παρ. 3 του παρόντος άρθρου. β)Οι εξελθόντες σε σύνταξη βάσει των πιο πάνω προϋποθέσεων μπορούν με αίτησή τους που θα υποβληθεί στο Ταμείο μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός (1) έτους από της ισχύος της απόφασης αυτής να ζητήσουν τη χορήγηση (Αντί για τη σελ. 1948,01(δ) Σελ.1948,01(ε) Τεύχος Ι-22 - Σελ. 129 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) 39.Ο.η.5 του κατά τα ανωτέρω προβλεπομένου εφάπαξ βοηθήματος». Η παρ. 7 προστέθηκε από την Φ.27/2137/12 Οκτ. - 4 Νοεμ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 578) απόφ. Υφ/γού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ.1948,02(ε) Τεύχος Ι-22 - Σελ.130 39.Ο.η.5 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) «Άρθρ.23.-1:Εις τους κατά την δημοσίευσιν του παρόντος συνταξιούχους πάσης κατηγορίας καταβάλλεται εφ’ άπαξ βοήθημα ισούμενον προς τα κατωτέρω ποσοστά του υπό του άρθρ. 22 του παρόντος καθοριζομένου τοιούτου. α)Εις τους εξελθόντας συνταξιούχους μέχρι του έτους 1947 και προγενέστερον: ποσοστόν 25%. β)Εις τους εξελθόντας μέχρι του έτους 1948 ποσοστόν 30%. γ)Εις τους εξελθόντας μέχρι του έτους 1949 ποσοστόν 35%. δ)Εις τους εξελθόντας μέχρι του έτους 1950 ποσοστόν 40%. ε)Εις τους εξελθόντας μέχρι του έτους 1951 ποσοστόν 45%. ς)Εις τους εξελθόντας μέχρι του έτους 1952 ποσοστόν 50%. 2.Εις τους εξερχομένους από 1ης Ιαν. 1953 και εφεξής συνταξιούχους καταβάλλεται εφ’ άπαξ βοήθημα ισούμενον προς τα κατωτέρω ποσοστά του υπό του άρθρ. 22 του παρόντος καθοριζομένου τοιούτου. α)Εις τους εξερχομένους κατά το έτος 1953 ποσοστόν 75%. β)Εις τους εξερχομένους κατά το έτος 1954 ποσοστόν 80%. γ)Εις τους εξερχομένους κατά το έτος 1955 ποσοστόν 85%. δ)Εις τους εξερχομένους κατά το έτος 1956 ποσοστόν 90%. ε)Εις τους εξερχομένους κατά το έτος 1957 ποσοστόν 95%. ς)Εις τους εξερχομένους από του έτους 1958 και εφεξής ποσοστόν 100%. 3.«Επίσης εφ’ άπαξ βοήθημα εκ δραχ. 2.000.(000) χορηγείται αποφάσει του Δ. Συμβουλίου και εις πληγέντας εν τη ασκήσει του επαγγέλματός των ησφαλισμένους απομακρυνθέντας της εργασίας των μέχρις της δημοσιεύσεως της υπ’ αριθ. 48834/Σ.1301/15-1252 Α.Υ.Ε. λόγω της χρησιμοποιήσεως εν τη εν η ειργάζοντο και παρ’ ης απελύθησαν επιχειρήσεως μηχανικών μέσων, έστω και εάν ούτοι δεν είχον απογραφή, είχον δε πραγματοποιήσει εν τη εργασία των τουλάχιστον 500 ημερομίσθια εν συνόλω ή 200 τοιαύτα κατά τους τελευταίους 42 μήνας προ της ισχύος της ρηθείσης αποφάσεως και δεν έτυχον συνταξιοδοτήσεως. Το χορηγηθέν ή το τυχόν χορηγηθησόμενον εφ’ άπαξ βοήθημα βάσει της παρούσης, θέλει συμψηφισθή εις την χορηγηθησομένην υπό του Ταμείου σύνταξιν ή εις το χορηγηθησόμενον κατά ταύτην βοήθημα εκ του λογαριασμού Προνοίας του Ταμείου, άμα τη συνταξιοδοτήσει του λαβόντος το βοήθημα πληγέντος ή των δικαιοδόχων αυτού». Η παρ. 3 αντικατεστάθη, αφ’ ης ίσχυσεν ως άνω, δια της υπ’ αριθ. 29923/Σ.758 της 18 Μαΐου/8 Ιουν. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 129). 4.«Ως σύνταξη, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρ. 22 του παρόντος για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος λογίζεται αυτή που οι συνταξιοδοτούμενοι δικαιούνται κατά το πρώτο μήνα της συνταξιοδότησής τους». Η παρ. 4 τροποποιήθηκε ως άνω από την 27/1851/26 Σεπτ. - 5 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 730) Απόφ. Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων Το άρθρ. 23 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 48834/Σ.1301 της 15/22 Δεκ. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 263). Γενικαί διατάξεις ΄Αρθρ.3.-«1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν λόγω γήρατος γεννά εννόμους έναντι του Ταμείου συνεπείας, αφ’ ης καθίσταται ενεργόν δια της υποβολής υπό του ησφαλισμένου σχετικής αιτήσεως προς χορήγησιν τοιαύτης συντάξεως. 2.α)Συντάξιμοι αποδοχαί δια την εφαρμογήν του παρόντος και προς υπολογισμόν των ποσοστών των απονεμομένων συντάξεων γήρατος ή αναπηρίας νοούνται, προκειμένου μεν περί ησφαλισμένων αμειβομένων δια μηνιαίου μισθού ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών αυτών κατά τους τελευταίους 36 μήνας εργασίας των, προκειμένου δε περί ησφαλισμένων αμειβομένων δι’ ημερομισθίου το 25πλάσιον του μέσου όρου των ημερομισθίων των τελευταίων 36 μηνών απασχολήσεώς των εν τη ησφαλισμένη εργασία, ως αφετηρίας λαμβανομένης, εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις, της ημέρας της υποβολής της σχετικής αιτήσεως προς συνταξιοδότησιν. β)Ως μισθός ή ημερομίσθιον νοείται το ποσόν όπερ καταβάλλεται εις έκαστον ησφαλισμένον δια κανονικήν εργασίαν και αναγράφεται ως τοιούτον εις τας εμπροθέσμως υποβαλλομένας εις το Ταμείον μηνιαίως υπευθύνους δηλώσεις του οικείου εργοδότου, συνυπολογιζομένων και των εκτάκτων αμοιβών, εφ’ όσον προέρχονται αποκλειστικώς εξ υπερωριών, εργασίας Κυριακής και νυκτερινής απασχολήσεως. «γ)Αυξήσεις μισθού ή ημερομισθίου χορηγηθείσαι υπό του εργοδότου κατά την τελευταίαν τριετίαν προ της υποβολής της προς συνταξιοδότησιν αιτήσεως και δηλωθείσαι εμπροθέσμως εις το Ταμείον, δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν προς υπολογισμόν των κατά το εδαφ. α΄ της παρ. 2 του παρόντος συνταξίμων αποδοχών εφ’ όσον εμφανίζουν διαφοράν μείζονα του 10% ετησίως έναντι του μέσου όρου των αποδοχών του προηγουμένου έτους, εκτός αν προβλέπονται υπό γενικών ή ειδικών Συλλογικών Συμβάσεων ή Υπουργικών αποφάσεων, ότε υπολογίζονται μόνον αυταί. Η περίπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/27/530/20 Μαρτ.-3 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 326) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 3.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας αποτελείται εκ βασικού ποσού ίσου προς τα 45% των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου (ησφαλισμένης) ως αύται καθορίζονται εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου, προσαυξανομένου κατά 2% ανά 250 ημέρας ασφαλίσεως πέραν των 3500 βασικών τοιούτων. Το ποσόν των υπό του Ταμείου απονεμομένων μηνιαίων συντάξεων μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβαίνη τα 80% του μέσου όρου των μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών ή το ποσόν των 8.000 δραχμών κατ’ ανώτατον όριον, υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων του επομένου εδαφίου. «Κατ’ εξαίρεσιν δια τους πραγματοποιήσαντας πέραν των 8.000 ημερών ασφαλίσεως και μέχρι 10.500 τοιαύτας, το κατά το προηγούμενον εδάφιον οριζόμενον ποσόν συντάξεως προσαυξάνεται κατά 3% ανά 250 ημέρας δια την άνω των 5001 και μέχρι 30.000 δραχμών διαφοράν των συνταξίμων αποδοχών των». Το μέσα στα « » εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/27/530/20 Μαρτ.-3 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 326) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «Αι μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης απονεμηθείσαι, βάσει των διατάξεων του Κανονισμού Συντάξεων του Ταμείου, συντάξεις, αναπροσαρμόζονται αναλόγως βάσει των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου της παρούσης του ποσού της συντάξεως αυτών μη δυναμένου να υπερβή εν ουδεμιά περιπτώσει το δια της παρούσης καθοριζόμενον ανώτατον όριον». Το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 3 της Β2/27/530/20 Μαρτ.-3 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 326) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Αι παρ. 1, 2 και 3 τροποποιηθείσαι δια των υπ’ αριθ. Φ.56541/2/54 της 8 Δεκ. 1954/5 Φεβρ. 1955 (ΦΕΚ Β΄ 19), 45878/Σ.502 της 30 Ιουλ./14 Αυγ. 1956 (ΦΕΚ Β΄ 158), 10334/6222 της 10/22 Φεβρ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 60), 74817/Ε.2389 της 16/26 Οκτ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 378), 30616/Σ.217 της 2/10 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Β΄ 284), παρ. 1 της υπ’ αριθ. 107201/Σ.916 της 24/29 Νοεμ. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 700) αποφ. Υπ. Εργασίας και δια των υπ’ αριθ. Ζ7/6273 της 15/31 Ιαν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 105), 27/3/1124 της 5/8 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 285) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 27/3/5743 της 4/20 Δεκ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1477) ομοίας. (Αντί για τη σελ. 1939(ε) Σελ. 1939(ζ) Τεύχος Ε123-Σελ. 97 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) 39.Ο.η.5 4.«Αι απονεμηθείσαι και εφεξής απονεμόμεναι υπό του Ταμείου συντάξεις δεν δύναται να είναι κατώτεραι: α)του ποσού των δραχ. 924 δια τους αμέσως συνταξιούχους προσαυξανόμεναι κατά τα ποσοστά των τυχόν υπαρχόντων οικογενειακών βαρών και β)του ποσού των δραχ. 770 δια πάντα τα μέλη οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου ή αμέσου συνταξιούχου, μη δικαιούμενα προσαυξήσεως λόγω επιδόματος οικογενειακών βαρών». Η παρ. 4 τροποποιηθείσα δια των υπ’ αριθ. 74817/Ε.2389 της 16/26 Οκτ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 378), υπ’ αριθ. 10428/Σ.25 της 8/13 Φεβρ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 55), υπ’ αριθ. 30616/Σ.217 της 2/10 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Β΄ 284) και υπ’ αριθ. 107201/Σ.916 της 24/29 Νοεμ. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 700) αποφάσεων Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 105271/ Σ.1257 της 13/19 Σεπτ. 1968 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 471). «Αι ως άνω συντάξεις των αμέσως συνταξιούχων προσαυξάνονται κατά τα κάτωθι ποσοστά οικογενειακών βαρών: α)Κατά 20% εφ’ όσον ο συνταξιούχος είναι έγγαμος και η σύζυγός του δεν ασκεί επάγγελμα ή δεν είναι συνταξιούχος Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου και β)Κατά 10% δια το πρώτον τέκνον και 5% δια το δεύτερον και τρίτον, ως τοιούτων νοουμένων μόνον εκείνων, τα οποία θα εδικαιούντο συντάξεως εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου και μέχρι συμπληρώσεως των ορίων ηλικίας των παρεχόντων δικαίωμα εις σύνταξιν, υπό τον όρον δε ότι είναι άγαμα και δεν ασκούν επάγγελμά τι ή δεν λαμβάνει δι’ αυτά προσαύξησιν, ο έτερος των συζύγων, εάν είναι συνταξιούχος Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου ή δεν λαμβάνουν τα ίδια σύνταξιν εξ Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου». Τα ποσοστά οικογενειακών βαρών πρόσθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 28318/Σ.744 της 3/6 Ιουν. 1952 (ΦΕΚ Β΄ 131) αποφ. Υπ. Εργασίας. «Το Δ.Σ. δύναται να προβαίνη εκάστοτε δι’ αποφάσεως αυτού εγκρινομένης υπό του Υπουργείου Εργασίας εις μείωσιν του ποσού των απονεμηθεισών συντάξεων όλων των κατηγοριών κατά ποσοστόν μέχρις 20% κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Εργασίας εφ’ όσον η οικονομική κατάστασις του Ταμείου ήθελεν επιβάλει τούτο. Η εν λόγω μείωσις δεν επιτρέπεται να υποβιβάση τας συντάξεις κάτω του υφισταμένου νυν επιπέδου». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 24349/Σ.425 της 19/23 Απρ. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 79) αποφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 1940(ζ) Τεύχος Ε123-Σελ. 98 5-6.(Μεταβατικαί διατάξεις). «7.Τα ποσά των ούτω εξευρισκομένων συντάξεων εις νέας δραχμάς μετά των πάσης φύσεως προσθέτων επιδομάτων προσαυξάνονται κατά 50% εάν ο δικαιούχος ευρίσκεται εις κατάστασιν απολύτου αναπηρίας απαιτούσης την διαρκή βοήθειαν και συμπαράστασιν του τρίτου προσώπου». Η παρ. 7 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 42343/Σ.1043 της 1/6 Φεβρ. 1950 (ΦΕΚ Β΄ 26) αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Ο.η.5 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) «Συντάξεις απονεμηθείσαι δι’ αποφάσεων του Δ.Σ., άνευ συνυπολογισμού εις τας συνταξίμους αποδοχάς, των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ανακαθορίζονται κατά ποσόν, από του ορισθέντος χρόνου ενάρξεως της συνταξιοδοτήσεως, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει καταβάλλεται η διαφορά δια χρόνον προγενέστερον της τελευταίας προ της δημοσιεύσεως της παρούσης πενταετίας, επιφυλασσομένης ως προς την αφετηρία ενάρξεως της πενταετίας της εφαρμογής της τετάρτης παραγράφου της παρούσης, βάσει των συνταξίμων αποδοχών αίτινες ελήφθησαν υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν της απονεμηθείσης συντάξεως, προσηυξημένων κατά περίπτωσιν δια των αναλογούντων δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα της αντιστοίχου περιόδου. Η περί ανακαθορισμού απόφασις του Δ.Σ. δέον να εκδοθή εντός 8 μηνών από της υποβολής της αιτήσεως. Δια την εξόφλησιν των εκ του κατά τα ανωτέρω ανακαθορισμού, διαφορών συντάξεων, δια το προ της δημοσιεύσεως της παρούσης χρονικόν διάστημα, διατίθεται ετησίως ποσοστόν 5% των κατά το προηγούμενον έτος πραγματοποιηθέντων πάσης φύσεως εσόδων του Ταμείου, διανεμόμενον κατ’ ισομοιρίαν μεταξύ των δικαιούχων δια ίσων μηνιαίων δόσεων. Επί περιπτώσεων καθ’ ας υπεβλήθησαν ήδη, επί σκοπώ συνυπολογισμού των δώρων εις τας συνταξίμους αποδοχάς, αιτήσεις προς το Ταμείον ή αγωγαί κατ’ αυτού εκκρεμούσαι εις τα τακτικά Δικαστήρια ή τέλος αιτήσεις ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, η κατά τα ανωτέρω πενταετία ανατρέχει από της ημέρας της υποβολής της αιτήσεως ή της επιδόσεως της αγωγής ή της αιτήσεως ακυρώσεως». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 48853/Τ.279 της 8/11 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 256). Άρθρ.24.-1.Εν περιπτώσει οικονομικής αδυναμίας του ειδικού λογαριασμού Προνοίας να καταβάλη εις τους κατά την δημοσίευσιν του παρόντος συνταξιούχους ολόκληρον το δικαιούμενον παρ’ αυτών εφ’ άπαξ βοήθημα δύναται το Δ.Σ. του Ταμείου να καθορίση την εις δόσεις καταβολήν αυτού. «2.Η απόδοσις των υπό της παρ. 1 του άρθρ. 20 του παρόντος οριζομένων πόρων υπέρ του Ειδικού Λ/σμού Προνοίας άρχεται από της 1ης Ιαν. 1952, η δε της υπό της παρ. 3 του αυτού άρθρου οριζομένη έκτακτος εισφορά άμα τη λειτουγία του Λογ/σμού». Το άρθρ. 24 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 48834/Σ.1301 της 15/22 Δεκ. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 263) η δε παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 15994/Σ.406 της 14/21 Μαρτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 74). Προσθήκη «Το Δ.Σ. υποχρεούται όπως εντός 2 μηνών από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως εκδώση την περί απονομής ή μη συντάξεως απόφασίν του, εφ’ όσον μετά της αιτήσεως έχουν υποβληθή και πάντα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Εις περίπτωσιν ελλείψεως δικαιολογητικών τινων το Ταμείον υποχρεούται όπως ειδοποιή πάραυτα τον ενδιαφερόμενον ίνα συμπληρώση ταύτα. Εν περιπτώσει καθυστερήσεως της εκδόσεως της οικείας αποφάσεως πέραν του κατά τ’ ανωτέρω οριζομένου διμήνου, το Δ.Σ. κατά την έκδοσιν ταύτης, οφείλει να εξετάση τους λόγους της τοιαύτης καθυστερήσεως προς καταλογισμόν των τυχόν υπαρχουσών πειθαρχικών ευθυνών. Αι περί απονομής ή μη συντάξεως αποφάσεις του Δ.Σ. δέον να είναι πλήρως ητιολογημέναι και κοινοποιούνται εις τον ενδιαφερόμενον εντός 15 ημερών από της εκδόσεώς των, γενομένης εις το σχετικόν έγγραφον κοινοποιήσεως ρητής μνείας περί της τυχόν (Αντί για τη σελ 1949) Σελ.1949(α) Τεύχος ΙΑ-4-3 Σελ.103 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) 39.Ο.η.5 υπάρξεως ευχερείας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τούτων και περί της προθεσμίας εντός της οποίας δέον να ασκηθούν ταύτα». Η ανωτέρω εντός « » παράγραφος (προσθήκη) προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56388/1/54 της 10/22 Ιουν. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 129). Μεταβατικαί διατάξεις «1.Οι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος τελούντες εν ασφαλίσει εισελθόντες δε εις το ασφαλιζόμενον επάγγελμα αποδεδειγμένως εις ηλικίαν μείζονα των 40 ετών και μη συγκεντρούντες το κατώτατον όριον των 3250 ημερών εργασίας δικαιούνται συντάξεως γήρατος κατά την κάτωθι κλίμακα και υπό την προϋπόθεσιν ότι οπωσδήποτε έχουσι 200 τουλάχιστον ημέρας ασφαλίσεως εντός της τελευταίας τετραετίας προ της υποβολής της περί απονομής συντάξεως αιτήσεώς των. α)ησφαλισμένος συμπληρώσας το 56ον έτος της ηλικίας του ή ησφαλισμένη συμπληρώσασα το 51ον και έχοντες πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3000 ημέρας εργασίας εν τη ασφαλίσει λαμβάνουν σύνταξιν ίσην προς τα 43% των συνταξίμων αποδοχών των ως αύται καθορίζονται εν άρθρ. 3 παρ. 6, β)ησφαλισμένος συμπληρώσας το 57ον έτος της ηλικίας του ή ησφαλισμένη συμπληρώσασα το 52ον και έχοντες πραγματοποιήσει τουλάχιστον 2750 ημέρας εργασίας λαμβάνουν σύνταξιν ίσην προς τα 41% των συνταξίμων αποδοχών των, γ)ησφαλισμένος συμπληρώσας το 58ον έτος της ηλικίας του ή ησφαλισμένη συμπληρώσασα το 53ον και έχοντες πραγματοποιήσει τουλάχιστον 2.500 ημέρας εργασίας λαμβάνουν σύνταξιν ίσην προς τα 39% των συνταξίμων αποδοχών των, δ)ησφαλισμένος συμπληρώσας το 59ον έτος της ηλικίας του ή ησφαλισμένη συμπληρώσασα το 54ον και έχοντες πραγματοποιήσει τουλάχιστον 2.250 ημέρας εργασίας λαμβάνουν σύνταξιν ίσην προς τα 37% των συνταξίμων αποδοχών των, ε)ησφαλισμένος συμπληρώσας το 60όν έτος της ηλικίας του ή ησφαλισμένη συμπληρώσασα το 55ον και έχοντες πραγματοποιήσει τουλάχιστον 2.000 ημέρας εργασίας λαμβάνουν σύνταξιν ίσην προς τα 35% των συνταξίμων αποδοχών των. «2.Κατ’ εξαίρεσιν ησφαλισμένοι του Ταμείου, υπερβάντες το 60όν έτος της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων και το 55ον έτος προκειμένου περί θηλέων και μη πραγματοποιήσαντες τον απαιτούμενον αριθμόν ημερών εργασίας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου προς απόκτησιν δικαιώματος συντάξεως λόγω γήρατος δύνανται εφ’ όσον έχουν πραγματοποιήσει 1750 ημέρας εργασίας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου, εξ ων 500 κατά την τελευταίαν τριετίαν, να εξαγοράσωσιν είτε δι’ αμέσου καταβολής είτε δια Σελ.1950(α) Τεύχος ΙΑ-4-3 Σελ.104 παρακρατήσεως εκ της χορηγητέας συντάξεως, κατά δόσεις οριζομένας υπό του Δ.Σ. μέχρι 500 ημέρας εργασίας πραγματοποιηθείσας υπό τούτων προς συμπλήρωσιν του αριθμού των εν τω Ταμείω ημερησίων καταβολών των, εφαρμοζομένων δια τον υπολογισμόν της απονεμητέας συντάξεως των εδαφ. δ΄ και ε΄ της προηγουμένης παραγράφου». Η παρ. 2 των μεταβατικών διατάξεων ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 36010/Σ.937 της 12/18 Ιουλ. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 164). 39.Ο.η.5 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) «Παροχαί του Ταμείου προς δικαιοδόχους των αποβιωσάντων μέχρι της 30.1.53 ησφαλισμένων ή συνταξιούχων διατελεσάντων Γενικών Γραμματέων της Γ.Σ.Ε.Ε. τουλάχιστον επί μίαν πενταετίαν συνεχή ή διακεκομένην, προσαυξάνονται κατά 100%, της προσαυξήσεως ταύτης μη υποκειμένης εις τους περιορισμούς του Κανονισμού Συντάξεων περί ανωτάτων ορίων παροχών. Αι βάσει της υπ’ αριθ. 57407/Σ.1487 ε.ε. ημετέρας αποφάσεως χορηγηθείσαι προσαυξήσεις, δεν διακόπτονται». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 57407/Σ.1487 της 7/30 Ιαν. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 20) ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56082/53 της 16 Σεπτ./24 Οκτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 233-διόρθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 270/1953). 3.Αιτήσεις προς συνταξιοδότησιν υποβληθείσαι προ της ισχύος του παρόντος υπό ησφαλισμένων, μη συγκεντρούντων κατά τον χρόνον της υποβολής των τας κατ’ αυτήν ισχυούσας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λογίζονται ως εμπροθέσμως υποβληθείσαι και κρίνονται κατά τας διατάξεις του παρόντος. Η παρούσα ης η ισχύς άρχεται από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεώς της μηνός δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως». Αι ανωτέρω μεταβατικαί διατάξεις προσετέθησαν δια του στοιχ. VIII της υπ’ αριθ. 24349/Σ.425 της 19/23 Απρ. 1951 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 76-διόρθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 189/1951). Δια της υπ’ αριθ. 45878/Σ.502 της 30 Απρ./14 Αυγ. 1956 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 158-διόρθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 204/1956) ωρίσθη ότι η ισχύς των ανωτέρω υπό στοιχ. VIII μεταβατικών διατάξεων της υπ’ αριθ.24349/51 αποφάσεως λήγει την 31.12.57. «Αι υπό του Ταμείου καταβαλλόμεναι συντάξεις, πλην των υπό της παρ. 4 του άρθρ. 3 του παρόντος προβλεπομένων κατωτάτων ορίων, ως ταύτα καθορίζονται ανωτέρω, αυξάνονται από 1ης Οκτ. 1966 κατά 10%. Της ανωτέρω αυξήσεως, δικαιούνται οι συνταξιοδοτούμενοι κατά την 1-10-66 ως και οι μεταγενεστέρως συνταξιοδοτούμενοι, ων η .έναρξις συνταξιοδοτήσεως ανάγεται εις τον προ της 1-10-66 χρόνον. Αι κατά τ’ ανωτέρω προσαυξανόμεναι συντάξεις δεν υπόκεινται εις τους περιορισμούς της τετάρτης περιόδου του εδάφ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρ. 3 του παρόντος, δεν δύνανται όμως να υπερβούν εν ουδεμιά περιπτώσει το 80% των αποδοχών ας θα ελάμβανεν ο συνταξιούχος αν εξηκολούθει εργαζόμενος». Η εντός « » τελευταίας διάταξις προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 107201/Σ.916 της 24/29 Νοεμ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 700). «Συντάξεις απονεμηθείσαι υπό του Ταμείου, ων η έναρξις της καταβολής συμπίπτει εις χρόνον μεταξύ της 1.1.75 και της δημοσιεύσεως της παρούσης, δεν δύναται να υπολείπωνται των αντιστοίχων συντάξεων τας οποίας λαμβάνουν οι εξελθόντες εις σύνταξιν με χρόνον ενάρξεως μέχρι της 1.12.74. Αι ως άνω συντάξεις, εφ’ όσον υπολείπονται αναπροσαρμόζονται αναδρομικώς». Η ανωτέρω εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 27/3/5743 της 4/20 Δεκ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1477) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Άρθρ.4.-«1.Εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου, πραγματοποιήσαντος τας εν τη παρ. 1 του άρθρ. 2, ως αύτη τροποποιείται δια της παρούσης, ημέρας εργασίας, εξ ων 250 κατά την τελευταίαν προ του θανάτου του τριετίαν, ως και εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου ησφαλισμένου αποβιώσαντος συνεπεία των εν τη παρ. 1 εδάφ. α΄, β΄, γ΄ του άρθρ. 2 αναφερομένων αιτιών, αδιαφόρως δε προϋποθέσεων, δικαιούται συντάξεως τα κάτωθι αναφερόμενα μέλη της οικογενείας του αποβιώσαντος». Το ανωτέρω πρώτον εδάφιον της παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 45878/ Σ.502 της 30 Ιουλ./14 Αυγ. 1956 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 158 διόρθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 204/1956). α)Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος ου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. «β)Τα νόμιμα τέκνα τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, υιοθετηθέντα, ων η υιοθεσία έλαβε χώραν εν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου του ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα ή μητέρα και επί του θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα». Το εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 21082/Σ.564 της 10/23 Απρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 99). γ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου (της ησφαλισμένης ή της συνταξιούχου) ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι και προγονοί εφ’ όσον ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπ’ αυτού (αυτής). δ)Οι γονείς εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα ή (την θανούσαν)». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 24349/Σ.425 της 19/23 Απρ. 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 76). «Η χήρα, ο άπορος ή ανάπηρος χήρος και τα ανήλικα ορφανά ησφαλισμένων σφαγιασθέντων παρά των στασιαστών από της απελευθερώσεως του Κράτους (12 Οκτ. 1944) μέχρι της καταστολής του στασιαστικού κινήματος του Δεκ. 1944 δικαιούνται ωσαύτως της προβλεπομένης υπό των διατάξεων του παρόντος συντάξεως λόγω θανάτου, αδιαφόρως χρόνου ασφαλίσεως εφ’ όσον εντός διμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της δημοσιεύσεως της παρούσης ήθελον υποβάλει εις το Ταμείον αίτησιν συνταξιοδοτήσεώς των και εφ’ όσον πληρούν τας υπό της νομοθεσίας του Ταμείου προβλεπομένας λοιπάς προϋποθέσεις και όρους». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 22877/Σ.450 της 29 Απρ./13 Μαΐου 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 74). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούνται συντάξεως: Α.Εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε προ της παρόδου 6 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός α)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα. β)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί εις κατάστασιν εγκυμοσύνης, και Β)Εάν ο θανών (η θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθεν προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου. Σελ.1941 Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών(ΤΑΤ & ΜΓΤ) 39.Ο.η.5 3.Το ποσόν της συντάξεως εις ο δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς τα 60% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) της συντάξεως δηλαδή, ήτις απενεμήθη εις αυτόν (αυτήν) ή εις ην θα εδικαιούτο ούτος (αύτη) εάν κατά την ημέρα του θανάτου καθίστατο ανάπηρος. 4.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου τέκνου ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). «Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων η κατά το προηγούμενον εδάφιον σύνταξις ορίζεται εις 60% της συντάξεως του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου. Το σύνολον των συντάξεως της χήρας (χήρου) και των τέκνων δεν δύναται πάντως να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης)». Τα εντός « » δεύτερον και τρίτον εδάφια της παρ. 4 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 24349/Σ.425 της 19/23 Απρ. 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 76). Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια του προηγουμένου εδαφίου, η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. 5.Οι περί ων η παρ. 1 έγγονοι, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υφίσταται χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή εάν υφισταμένων τοιούτων δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξηντλήθη το οριζόμενον εν εδάφ. 3 της παρ. 4, του παρόντος άρθρου. 6.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγόνου, προγονού ή γονέως ισούται προς τα 20% της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης), χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων των εγγόνων, προγονών και γονέων να δύναται να υπερβή εν με τη πρώτη περιπτώσει του προηγουμένου εδαφίου το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης), εν δε τη δευτέρα περιπτώσει του αυτού εδαφίου το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Αι διατάξεις του τρίτου εδαφίου εις παρ. 4 εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 7.«Εάν πρόσωπον εκ των κατά τας προηγουμένας διατάξεις το παρόντος άρθρου δικαιουμένων συντάξεως τελεί εις κατάστασιν απολύτου αναπηρίας το κατά τους ανωτέρω ορισμούς εξευρισκόμενον ποσόν συντάξεως επαυξάνεται κατά το ήμισυ χωρίς η τοιαύτη επαύξησις να θίγη οπωσδήποτε τα δικαιώματα των λοιπών δικαιουμένων συντάξεως προσώπων». Η παρ. 7 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 24349/Σ.425 της 19/23 Απρ. 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 76). Σελ. 1942 «Εις τους εκ της επαγγελματικής νόσου της μολυβδιάσεως ως και εις τους εκ της νόσου της σπονδυλοαρθρίτιδος συνταξιούχους του Ταμείου παρέχονται άπαντα τα υπό των εκάστοτε κειμένων διατάξεων προβλεπόμενα ειδικά επιδόματα δια τους λόγω φυματιώσεως συνταξιούχους του Ταμείου». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 7345/Σ.225 της 17 Φεβρ./10 Μαρτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 65). 8.Το δικαίωμα εις σύνταξιν λόγω θανάτου άρχεται από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εξ ου έλκωσιν το δικαίωμα τα κατά την παρ. 1 του παρόντος μέλη οικογενείας του θανόντος και λήγει: α)Δια του θανάτου του συνταξιούχου. β)Επί συντάξεως τέκνων, εγγονών και προγονών, προκειμ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.