← Ελλάδα

1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 341 της 2/10 Μαΐου 1978 (ΦΕΚ Α΄71) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 80/16 Μαΐου 1978) Περί της ενώπιον των τακτικών διοικητι

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος καθορίζει τη διαδικασία που ακολουθείται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια για τις διοικητικές διαφορές που υπάγονται σε αυτά, σύμφωνα με τον Νόμο 702/1977. Ρυθμίζει θέματα δικαιοδοσίας, αρμοδιότητας, παρέμβασης στη δίκη, παράστασης των διαδίκων και γενικών κανόνων διεξαγωγής της δίκης.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 341 της 2/10 Μαΐου 1978 (ΦΕΚ Α΄71) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 80/16 Μαΐου 1978) Περί της ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων διαδικασίας επί των υπαγομένων εις αυτά διοικητικών διαφορών δυνάμει του άρθρ. 7 του Νόμ. 702/1977. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις των άρθρ. 7, 8 και 34 του Νόμ. 702/1977 "περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια κ.λ.π.". 2.Το υπ' αριθ. 109/1978 Π.Δ/μα. 3.Το καταρτισθέν σχέδιον υπό της Επιτροπής του άρθρ. 34 του Νόμ. 702/1977. 4.Την υπ' αριθ. 233/1978 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, αποφασίζομεν: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ Περί δικαιοδοσίας και αρμοδιότητος Δικαιοδοσία Άρθρ.9.-1.Εις την δίκην δύναται να παρέμβη μόνον προς διατήρησιν της ισχύος της προσβαλλομένης πράξεως πας έχων έννομον συμφέρον. 2.Η παρέμβασις ασκείται επί ποινή απαραδέκτου δια δικογράφου κατατιθεμένου εις την γραμματείαν του δικαστηρίου εν πρωτοτύπω και κοινοποιουμένου οκτώ τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως, επιμελεία του παρεμβαίνοντος, δι' επιδόσεως κεκυρωμένου αντιγράφου εις τους διαδίκους. 3.Ο έχων έννομον συμφέρον δικαιούται να ανακοινώση την δίκην εις τρίτους δικαιουμένους εις παρέμβασιν, δια κοινοποιήσεως εις αυτούς δικογράφου περιέχοντος το κείμενον της προσφυγής και της πράξεως ορισμού δικασίμου είκοσι πλήρεις ημέρας προ αυτής. Εάν ο τρίτος, προς ον η ανακοίνωσις, δεν μετάσχη της δίκης στερείται του δικαιώματος της τριτανακοπής. 4.Η παρέμβασις δύναται να γίνη κατά την πρωτόδικον και την κατ' αναίρεσιν δίκην (άρθρ. 55 Ν.Δ. 170/1973). 5.Αποφάσεις και δικόγραφα επιδιδόμενα είς τινα των διαδίκων μετά την άσκησιν της παρεμβάσεως, επιδίδονται και εις τον παρεμβαίνοντα. 6.Αι διατάξεις του άρθρ. 34 παρ. 7 έχουν εφαρμογήν και επί παρεμβάσεως. Παρέμβασις επί αγωγής Άρθρ.10.-1.Εάν τρίτος αντιποιήται εν όλω ή εν μέρει το αντικείμενον δίκης μεταξύ άλλων εκκρεμούς, δικαιούται να παρέμβη κυρίως κατά πάσαν στάσιν της πρωτοδίκου και της κατ' έφεσιν διαδικασίας. Αι περί αγωγής διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί κυρίας παρεμβάσεως εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως. 2.Εάν τρίτος εις δίκην μεταξύ άλλων εκκρεμή έχη έννομον συμφέρον να αποβή η δίκη υπέρ τινος των διαδίκων, δικαιούται μέχρις αμετακλήτου αποφάσεως να παρέμβη προσθέτως προς υποστήριξιν του διαδίκου τούτου. 3.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αι διατάξεις των παρ. 2, 3, 5 και 6 του προηγουμένου άρθρου. Παράστασις επί δικαστηρίου Άρθρ.11.-1.Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτησιν οι ιδιώται διάδικοι παρίστανται, προς ανάπτυξιν της υποθέσεως μόνον δια δικηγόρου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Κώδικος των Δικηγόρων. "2.Στις διαφορές μεταξύ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και των ασφαλισμένων σε αυτούς ή των διαδόχων τους ή των δικαιουμένων κατά το νόμο από τη σχέση ασφάλισης, οι ιδιώτες διάδικοι μπορούν να παρίστανται και αυτοπροσώπως ή με έναν από τους πληρεξουσίους που αναφέρονται στο άρθρο εικοστό δεύτερο παρ. 2 του Νόμ. 4125/1960 (ΦΕΚ 202). Εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν α)την υπαγωγή στην ασφάλιση και τη διάρκειά της και β)τις καταβλητέες εισφορές". Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 6 Νόμ. 1649/29 Σεπτ.- 3 Οκτ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 149), τόμ. 6Α σελ. 390,322. Με την παρ. 2 άρθρ. 6 Νόμ. 1649/29 Σεπτ. - 3 Οκτ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 149), τόμ. 6Α σελ. 390,322, ορίστηκε ότι η άνω παρ. 2 όπως αντικαταστάθηκε εφαρμόζεται και σε κάθε περίπτωση που διατάξεις νόμων παραπέμπουν σε αυτή. 3.Το Δημόσιον και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου παρίστανται κατά τας κειμένας περί της δικαστικής εκπροσώπησεώς των διατάξεις. Εφαρμοστέαι λοιπαί διατάξεις. Άρθρ.12.-Ως προς τους διαδίκους, τους εκπροσώπους ή πληρεξουσίους των και την δυνατότητα παραστάσεως αυτών κατά την συζήτησιν, πλην των εις τα προηγούμενα άρθρα οριζομένων, έχουν εφαρμογήν κατά τα λοιπά τα άρθρ. 24, 25, 35, 36, 37 έως 45 του Κώδ. Φορολογ. Δικονομίας, ως και το άρθρ. 62 του Κώδ. Πολ. Δικονομίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ Θεμελιώδεις κανόνες διεξαγωγής της δίκης Εφαρμοστέαι διατάξεις Άρθρ.13.-Ως προς τους θεμελιώδεις κανόνας διεξαγωγής της δίκης ισχύουν αι διατάξεις των άρθρ. 46 έως 50 και 51 παρ. 1 και 2 του Κώδ. Φορολογ. Δικονομίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ Γενικά θέματα της διαδικασίας Εφαρμοστέαι διατάξεις Άρθρ.14.-Ως προς τας εκθέσεις και τα δικόγραφα, τας επιδόσεις, τους αντικλήτους, τας δικονομικάς προθεσμίας και τας δικονομικάς ακυρότητας ισχύουν αι διατάξεις των άρθρ. 52, 53 πλην του τελευταίου εδαφίου αυτού, 57, 58, 59 παρ. 1, 2, 3 και 5 και των άρθρ. 60 έως 69 του Κ.Φ.Δ. (Αντί για τη σελ. 104, 53(α) Σελ. 104,53(β) Τεύχος Θ121 – Σελ. 41 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 Υπογραφή δικογράφων Άρθρ.15.-1.Τα δικόγραφα υπογράφονται υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, προκειμένου δε περί του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, υπό του εκπροσωπούντος αυτό εις την δίκην, κατά τας κειμένας περί της δικαστικής εκπροσωπήσεως αυτού διατάξεις. "2.Στις διαφορές μεταξύ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και των ασφαλισμένων σε αυτούς ή των διαδόχων τους ή των δικαιουμένων κατά το νόμο από τη σχέση ασφάλισης, τα δικόγραφα μπορούν να υπογράφονται από τους διαδίκους ή έναν από τους πληρεξουσίους που αναφέρονται στο άρθρο εικοστό δεύτερο παρ. 2 του Νόμ. 4125/1960. Εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν α)την υπαγωγή στην ασφάλιση και τη διάρκειά της και β)τις καταβλητέες εισφορές". Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 6 Νόμ. 1649/29 Σεπτ. – 3 Οκτ. 1986 (ΦΕΚ Α΄149), τόμ. 6Α σελ. 390,322. Με τις παρ. 5, 6 και 7 άρθρ. 6 Νόμ. 1649/29 Σεπτ. – 3 Οκτ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 149), τόμ. 6Α σελ. 390,322, ορίστηκαν τα εξής: "5.Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 15 του π.δ. 341/1978, όπως αντικαθίσταται με την προηγούμενη παράγραφο, εφαρμόζεται και σε κάθε περίπτωση που διατάξεις νόμων παραπέμπουν σε αυτή. 6.Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται από το ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90) και από τις προηγούμενες παρ. 4 και 5, κάθε δικόγραφο που απευθύνεται σε οποιοδήποτε διοικητικό δικαστήριο είναι απαράδεκτο και απορρίπτεται εφόσον δεν υπογράφεται από δικηγόρο. Δεν είναι υποχρεωτική η υπογραφή από δικηγόρο α)αν πρόκειται για το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και β)αν πρόκειται για υποθέσεις αρμοδιότητας μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου, εφόσον αα)στις υποθέσεις που αφορούν φορολογία μεταβίβασης ακινήτων, το ποσό του αμφισβητούμενου φόρου δεν υπερβαίνει τις 100.000 δραχμές και ββ)στις υποθέσεις οποιουδήποτε άλλου αντικειμένου, το αμφισβητούμενο ποσό δεν υπερβαίνει τις 50.000 δραχμές. Τα ποσά αυτά μπορεί να αναπροσαρμόζονται με π.δ/γμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 7.Οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 εφαρμόζονται για τα δικόγραφα που κατατίθενται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Σελ. 104,54(β) Τεύχος Θ121 – Σελ. 42 Η ισχύς της παρ. 6 για όσες υποθέσεις θεσπίζεται με το νόμο αυτόν υποχρεωτική υπογραφή των δικογράφων από δικηγόρο αρχίζει 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού". Με το άρθρ. 22 Νόμ. 1738/18-20 Νοεμ. 1987 (ΦΕΚ Α΄200), τόμ. 1 σελ. 116,51 παρατάθηκε η προθεσμία που ορίζει η άνω παρ. 7 άρθρ. 6 Νόμ. 1649/1986 μέχρι 31.3.1987. Προσδιορισμός διευθύνσεων Άρθρ.16.-1.Τα δικόγραφα, αι πάσης φύσεως δηλώσεις και τα το πρώτον ενώπιον του δικαστηρίου υποβαλλόμενα υπομνήματα των ιδιωτών διαδίκων πρέπει να περιέχουν, πλην των εις το άρθρ. 53 του Κ.Φ.Δ. αναφερομένων στοιχείων, και επακριβή προσδιορισμόν της διευθύνσεως της κατοικίας και της επαγγελματικής εγκαταστάσεως αυτών, του νομίμου αντιπροσώπου και του πληρεξουσίου αυτών. 2.Πάσα μεταβολή δηλωθείσης διευθύνσεως πρέπει να γνωστοποιήται προς τους λοιπούς διαδίκους και το διοικητικόν δικαστήριον, είτε δια των δικογράφων ή των υπομνημάτων, είτε δι' αυτοτελούς εγγράφου. 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Συνέπειαι ανακριβείας ή παραλείψεως διευθύνσεων Άρθρ.17.-1.Η εις την δηλωθείσαν κατά το προηγούμενον άρθρον διεύθυνσιν της κατοικίας ή της επαγγελματικής εγκαταστάσεως γενομένη επίδοσις εγγράφου αφορώντος εις την εκκρεμή δίκην, συμπεριλαμβανομένης και της οριστικής αποφάσεως, είναι έγκυρος και εάν ο προς ον αύτη δεν είχεν ή δεν έχη πλέον την δηλωθείσαν κατοικίαν ή την επαγγελματικήν εγκατάστασιν αυτού. 2.Εις περίπτωσιν μη τηρήσεως των ορισμών του προηγουμένου άρθρου αι προς τον διάδικον ή τον αντιπρόσωπον ή τον πληρεξούσιον αυτού απευθυνόμεναι και αφορώσαι εις την εκκρεμή δίκην επιδόσεις συμπεριλαμβανομένης και της επιδόσεως της οριστικής αποφάσεως, δύνανται να γίνωνται προς τον γραμματέα του δικαστηρίου, εφ' όσον δεν υπάρχει αντίκλητος. Όργανα επιδόσεως Άρθρ.18.-1.Αι επιδόσεις επιμελεία των ιδιωτών διαδίκων γίνονται δια δικαστικού επιμελητού. 2.Αι επιδόσεις επιμελεία του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ως και αι επιδόσεις των οποίων την επιμέλειαν έχει η γραμματεία του δικαστηρίου, γίνονται δια δικαστικού επιμελητού ή δια παντός άλλου δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού οργάνου ή οργάνου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. 3.Η επίδοσις γίνεται κατόπιν παραγγελίας, διδομένης εγγράφως υπό του επιμελουμένου ταύτης. Κατ' αίτησιν αυτού δύναται να δοθή η παραγγελία υπό του προέδρου του αρμοδίου δικαστηρίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΚΤΟΝ Προσφυγή Προσβαλλόμεναι πράξεις Άρθρ.1.-1.Εις την δικαιοδοσίαν των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται αι διοικητικαί δαφοραί ουσίας, αι αναφυόμεναι εκ της αναγνωρίσεως, παραχωρήσεως ή απονομής δικαιώματος ή ευεργετήματος ή οιασδήποτε άλλης παροχής, της αρνήσεως ικανοποιήσεως, εν όλω ή εν μέρει, τοιούτου αιτήματος, ως και της μεταβολής δημιουργηθείσης δια διοικητικής πράξεως καταστάσεως κατά την εφαρμογήν της νομοθεσίας: α)Περί κοινωνικής ασφαλίσεως, καθ' όσον αφορά εις τας εν γένει ασφαλιστικάς σχέσεις μεταξύ των φορέων και των ησφαλισμένων ή των εργοδοτών των, ιδία δε αι διαφοραί περί την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν και την διάρκειαν ταύτης, τας καταβλητέας εισφοράς υπό εργοδοτών και ησφαλισμένων και τας πάσης φύσεως παροχάς υπό του φορέως, β)περί προστασίας εν γένει αναπήρων και θυμάτων πολέμου, πολεμοπαθών, αγωνιστών εθνικής αντιστάσεως, εφέδρων παλαιών και νέων πολεμιστών, αστών προσφύγων, παραπηγματούχων, σεισμοπαθών, και πληγέντων εκ θεομηνιών, γ)περί λαϊκής στέγης, εργατικής κατοικίας και ανταλλαξίμων ακινήτων, δ)περί αποκατα στάσεως γεωργών και κτηνοτρόφων (άρθρ. 7 παρ. 1 Νόμ. 702/1977). "ε)Για την υγειονομική περίθαλψη των υπαλλήλων, των λοιπών ασφαλισμένων του Δημοσίου και των μελών των οικογενειών τους" "Στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διοικητικές διαφορές ουσίας, και οι διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ της Διοίκησης και τρίτων προσώπων, τα οποία βλάπτονται από πράξη ή παράλειψη που αφορά αναγνώριση ή χορήγηση δικαιώματος, ευεργετήματος ή οποιασδήποτε άλλης παροχής, κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής". Η μέσα σε "" περίπτ. ε' προστέθηκε από την περίπτ. α' της παρ. 2 άρθρ. 29 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. σελ. 146,35. Επίσης το εδάφιο που ακολουθεί της περιπτ. ε', προστέθηκε από την περίπτ. β' της παρ. 2 άρθρ. 29 του ιδίου νόμου. 2.Εις την δικαιοδοσίαν των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται ωσαύτως αι διοικητικαί διαφοραί εξ αγωγών περί αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ένεκα παρανόμων πράξεων των οργάνων αυτών, εκδιδομένων κατ' εφαρμογήν της νομοθεσίας περί των εν παρ. 1 θεμάτων ή παραλείψεων αυτών (άρθρ. 7 παρ. 5 Νόμ. 702/1977). Καθ' ύλην αρμοδιότης Άρθρ.19.-1.Εις προσφυγήν υπόκεινται αι κατά το άρθρ. 1 παρ. 1 υπό διοικητικών αρχών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εκδιδόμεναι εκτελεσταί ατομικαί διοικητικαί πράξεις (άρθρ. 7 παρ. 2 Νόμ. 702/1977). 2.Προσφυγή είναι δεκτή και επί παραλείψεως αρχής τινός, όπως προβή εις οφειλομένην νόμιμον ενέργειαν, οσάκις εκ του νόμου επιβάλλεται εις αυτήν ρύθμισις συγκεκριμένης σχέσεως δι' εκδόσεως εκτελεστής πράξεως, κατ' εφαρμογήν της εν άρθρ. 1 παρ. 1 νομοθεσίας. Θεωρείται αρνούμενη η αρχή την τοιαύτην ενέργειαν μετά την άπρακτον παρέλευσιν της υπό του νόμου τασσομένης τυχόν ιδίας προθεσμίας, άλλως μετά παρέλευσιν τριμήνου από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως εις την Διοίκησιν, υποχρεουμένην όπως χορηγή ατελή βεβαίωσιν περί της ημέρας υποβολής της αιτήσεως ταύτης. Προσφυγή ασκουμένη προ της παρελεύσεως των ανωτέρω προθεσμιών είναι απαράδεκτος. Ρητή αρνητική πράξις της Διοικήσεως, της οποίας προηγήθη σιωπηρά κατά τα ανωτέρω άρνησις, λογίζεται συμπροσβαλλομένη δια της κατά της σιωπηράς αρνήσεως ασκηθείσης, παραδεκτώς κατά τ' ανωτέρω, προσφυγής, είναι δε πάντως αυτοτελώς προσβλητή, εφ' όσον δεν ησκήθη παραδεκτώς προσφυγή κατά της σιωπηράς αρνήσεως (άρθρ. 7 παρ. 2 Νόμ. 702/1977, 45 παρ. 4 Ν.Δ. 170/1973, 27 Νόμ. 702/1977). 3.Εάν εις την νομοθεσίαν, κατ' εφαρμογήν της οποίας εξεδόθη η πράξις, προβλέπεται η δυνατότης ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής, συνεπαγομένης έλεγχον της πράξεως κατά τον νόμον και την ουσίαν, ενώπιον της αυτής ή ιεραρχικώς προϊσταμένης αρχής ή ειδικώς κατεστημένου οργάνου, η προσφυγή ασκείται μόνον κατά της επί της ενδικοφανούς ταύτης προσφυγής εκδιδομένης πράξεως (άρθρ. 7 παρ. 3 Νόμ. 702/1977). 4.Παρερχομένης της τυχόν δια του νόμου ειδικώς τασσομένης προθεσμίας προς έκδοσιν αποφάσεως επί της ανωτέρω ενδικοφανούς προσφυγής, ή τοιαύτης προθεσμίας μη τασσομένης, παρερχομένου απράκτου τριμήνου από της υποβολής της ενδικοφανούς προσφυγής, η προσφυγή ασκείται κατά της δια της παρόδου της προθεσμίας τεκμαιρομένης απορρίψεως της ενδικοφανούς προσφυγής. 5.Η τυχόν μέχρι της συζητήσεως οποτεδήποτε εκδοθείσα επί της ενδικοφανούς προσφυγής απόφασις λογίζεται συμπροσβαλλομένη δια της κατά της τεκμαιρομένης απορρίψεως ασκηθείσης προσφυγής, είναι δε πάντως και αυτοτελώς προσβλητή δια προσφυγής. Δικαίωμα προσφυγής Άρθρ.20.-1.Εις άσκησιν προσφυγής δικαιούται πας έχων έννομον συμφέρον προς τούτο (άρθρ. 7 παρ. 4 Νόμ. 702/1977). 2.Οσάκις υπό της κειμένης περί κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσίας παρέχεται εις ασφαλιστικόν φορέα η ευχέρεια προσβολής πράξεως οργάνου αυτού, εκδοθείσης μετ' άσκησιν υπό ενδιαφερομένου ενδικοφανούς προσφυγής και υποκειμένης του λοιπού βάσει του Νόμ. 702/1977 εις προσφυγήν ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, η ευχέρεια αύτη διατηρείται, δύναται δε ο ασφαλιστικός φορεύς να ασκήση κατά της πράξεως ταύτης του οργάνου του προσφυγήν (άρθρ. 33 παρ. 4 Νόμ. 702/1977, 9 παρ. 2 Νόμ. 733/1977). 3.Η προσφυγή είναι απαράδεκτος εν περιπτώσει αποδοχής της προσβαλλομένης πράξεως. (Μετά τη σελ. 104,54 (α) Σελ. 104,541 Τεύχος Η121 – Σελ. 19 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 Προθεσμία Άρθρ.21.-1.Η προσφυγή ασκείται εντός προθεσμίας εξήκοντα ημερών, αρχομένης από της επομένης της κοινοποιήσεως ή δημοσιεύσεως, οσάκις τοιαύτη νομίμως επιβάλλεται, της προσβαλλομένης πράξεως ή, άλλως, αφ' ης έλαβε πλήρη γνώσιν ταύτης ο προσφεύγων. Επί παραλείψεων η ανωτέρω προθεσμία άρχεται από της επομένης της παρελεύσεως της κατά το άρθρ. 19 παρ. 2προθεσμίας (άρθρ. 7 παρ. 4 και άρθρ. 31 Νόμ. 702/ 1977), επί δε της περιπτώσεως του άρθρ. 19 παρ. 4 από της επομένης της παρελεύσεως των εις την διάταξιν ταύτην αναφερομένων προθεσμιών. 2.Εάν διαρκούσης της προθεσμίας, ο δικαιούχος εις προσφυγήν αποθάνη χωρίς να έχη ασκήσει ταύτην οι έχοντες έννομον συμφέρον καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτού έχουν νέαν εξηκονθήμερον προθεσμίαν αρχομένης από της επομένης του θανάτου. 3.Η προθεσμία παρεκτείνεται επί τριάκοντα ημέρας δια τους εις την αλλοδαπήν διαμένοντας. 4.Πάσα διοικητική προσφυγή, πλην της κατά το άρθρ. 19 παρ. 3 ενδικοφανούς προσφυγής,ως και η απλή αίτησις θεραπείας δι' αναφοράς προς την εκδούσαν την πράξιν ή προς την προϊσταμένην αρχήν, διακόπτει την προθεσμίαν ασκήσεως της προσφυγής επί τον οριζόμενον δια την έκδοσιν σχετικής πράξεως χρόνον ή μη οριζομένου τοιούτου χρόνου, επί 30 ημέρας ή μέχρι της προ της παρόδου των προθεσμιών τούτων κοινοποιήσεως ή πλήρους γνώσεως της απαντήσεως της Διοικήσεως. 5.Η προσφυγή δύναται ν' ασκηθή και προ της επιδόσεως της πράξεως. 6.Η κατά το άρθρ. 33 παρ. 4 του Νόμ. 702/1977 (άρθρ. 9 παρ. 2 Νόμ. 733/1977) προσφυγή του ασφαλιστικού φορέως ασκείται εντός προθεσμίας εξήκοντα ημερών από της επομένης της εις το αρμόδιον, κατά τον νόμον, προς άσκησιν της προσφυγής όργανον περιελεύσεως της επί της ενδικοφανούς προσφυγής εκδοθείσης πράξεως. Η παρ. 6, που είχε καταργηθεί από την περίπτ. ε παρ. 2 άρθρ. 8 Νόμ. 1470/1984, ανωτ. σελ. 104,245, επαναφέρθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση του Νόμ. 1649/29 Σεπτ. – 3 Οκτ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 149), τόμ. 6Α, σελ. 390,322, με την παρ. 9 άρθρ. 6 του τελευταίου αυτού νόμου. Για την προθεσμία της προσφυγής σε αγωγές αποζημίωσης για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου βλ. και παρ. 3 και 4 άρθρ. 9 Νόμ. 1649/29 Σεπτ. – 3 Οκτ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 149), κατωτ. αριθ. 8. Σελ. 104,542 Τεύχος Η121 – Σελ. 20 Περιεχόμενον της προσφυγής Άρθρ.22.-1.Το δικόγραφον της προσφυγής δέον να περιέχη πλέον των κατά τα άρθρ. 53, 54 και 66 παρ. 1 και 2 του Κ.Φ.Δ. στοιχείων, την προσβαλλομένην πράξιν ή παράλειψιν, τους συγκεκριμένους λόγους επί των οποίων ερείδεται αύτη και σαφώς καθωρισμένον αίτημα. 2.Επί προσφυγής ασκουμένης υπό ασφαλιστικού φορέως, κατά το άρθρ. 33 παρ. 4 του Νόμ. 702/1977 (άρθρ. 9 παρ. 2 Νόμ. 733/1977), το δικόγραφον δέον να περιέχη προσέτι το όνομα και την διεύθυνσιν της κατοικίας του ιδιώτου κατά του οποίου στρέφεται αύτη. 3.Το μη πληρούν απάσας τας απαιτήσεις της παρ. 1 δικόγραφον της προσφυγής είναι άκυρον μόνον εφ' όσον, κατά την κρίσιν του δικαστηρίου αι ελλείψεις καθιστούν τούτο εντελώς αόριστον και ανεπίδεκτον δικαστικής εκτιμήσεως. Προσφυγή κατά συναφών πράξεων Άρθρ.23.-1.Δια του αυτού δικογράφου δύνανται να προσβληθούν πλείονες πράξεις μόνον εφ' όσον είναι συναφείς και συντρέχει αρμοδιότης του δικαστηρίου ως προς μίαν εξ αυτών. 2.Προσφυγή κατά πράξεων μη συναφών είναι παραδεκτή μόνον ως προς την προτασσομένην εις το δικόγραφον πράξιν, απαράδεκτος δε ως προς τας λοιπάς. Ως προς εκάστην των πράξεων τούτων δύναται να ασκηθή κατά χωρισμόν του κοινού δικογράφου μέχρι της πρώτης συζητήσεως προσφυγή, η οποία λογίζεται ασκηθείσα από της ημερομηνίας ασκήσεως της αρχικής προσφυγής. 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟΝ Περί της αγωγής Ενεργητική νομιμοποίησις Άρθρ.24.-1.Εις άσκησιν της κατά την παρ. 2 του άρθρ. 1 αγωγής περί αποζημιώσεως νομιμοποιείται ο ζημιωθείς και οι καθολικοί ή ειδικοί αυτού διάδοχοι. 2.Ο έχων έννομον συμφέρον προς δικαστικήν αναγνώρισιν περί υπάρξεως δικαιώματος αποζημιώσεως δύναται να εγείρη περί τούτου αναγνωριστικήν αγωγήν. 3.Οι δανεισταί του δικαιούχου της αποζημιώσεως δικαιούνται να ζητήσουν δικαστικήν προστασίαν, ασκούντες τα δικαιώματα του οφειλέτου των, πλην των στενώς συνδεομένων προς το πρόσωπον αυτού, εφ' όσον ούτος δεν ασκεί ταύτα. Περιεχόμενον της αγωγής Άρθρ.25.-Το δικόγραφον της αγωγής πρέπει να περιέχη, πλέον των κατά τα άρθρ. 53, 54 και 66 παρ. 1 και 2 του Κώδικος Φορολ. Δικονομίας στοιχείων, την παράνομον πράξιν ή παράλειψιν, εκ της οποίας απορρέει η προς αποζημίωσιν αξίωσις, τους συγκεκριμένους λόγους επί των οποίων ερείδεται αύτη, σαφή έκθεσιν των γεγονότων τα οποία θεμελιούν κατά νόμον την αγωγήν και δικαιολογούν την άσκησιν αυτής παρά του ενάγοντος κατά του εναγομένου και σαφώς καθωρισμένον αίτημα. Σώρευσις αγωγής και προσφυγής Άρθρ.2.-1.Αι προσφυγαί και αγωγαί επί των διαφορών του προηγουμένου άρθρου υπάγονται εις την αρμοδιότητα του τριμελούς πρωτοδικείου. 2.Εις την αρμοδιότητα του τριμελούς εφετείου υπάγονται αι εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς Πρωτοδικείου επί των κατά την παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου διαφορών. Κατά τόπον αρμοδιότης Άρθρ.26.-Η αγωγή περί αποζημιώσεως εκ παρανόμου διοικητικής πράξεως δύναται να ενωθή εις το αυτό δικόγραφον μετά της προσφυγής του αυτού διαδίκου της στρεφομένης κατά της αυτής πράξεως. Αντικειμενική σώρευσις αγωγών Άρθρ.27.-Πλείονες αγωγαί του αυτού ενάγοντος κατά του αυτού εναγομένου δύνανται να ενωθούν εις το αυτό δικόγραφον υπό τους όρους υπό τους οποίους δύνανται κατά το άρθρ. 23 παρ. 1 να ασκηθή προσφυγή κατά πλειόνων πράξεων, εφαρμοζομένης αναλόγως κατά τα λοιπά της παρ. 2 του αυτού άρθρου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΓΔΟΟΝ Άσκησις προσφυγής και αγωγής. Συνέπειαι Άσκησις Άρθρ.28.-1.Η προσφυγή και η αγωγή ασκούνται δια δικογράφου κατατιθεμένου, μετά τριών κεκυρωμένων αντιγράφων, εις την γραμματείαν του πρωτοδικείου, συντασσομένης επ' αυτού εκθέσεως. 2.Η γραμματεία του δικαστηρίου καταχωρίζει την προσφυγήν ή αγωγήν εις τηρούμενον παρ' αυτή βιβλίον, υποχρεούται δε όπως χορηγή βεβαίωσιν περί της γενομένης καταθέσεως κατ' αίτησιν του ενδιαφερομένου. 3.Εις το αυτό ή έτερον βιβλίον καταχωρίζονται τα δικόγραφα των παρεμβάσεων, των προσθέτων λόγων και των αιτήσεων αναστολής εκτελέσεως. Απαράδεκτον δευτέρας προσφυγής ή αγωγής Άρθρ.29.-1.Δευτέρα προσφυγή παρά του αυτού προσώπου κατά της αυτής διοικητικής πράξεως είναι απαράδεκτος. 2.Μετά την άσκησιν της αγωγής και μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως ή καταργήσεως της δίκης είναι απαράδεκτος ετέρα αγωγή περί της αυτής επιδίκου διαφοράς. Περί προσθέτων λόγων Άρθρ.30.-1.Επιτρέπεται επί προσφυγής ή αγωγής η υποβολή προσθέτων λόγων δια δικογράφου, κατατιθεμένου εις την γραμματείαν εν πρωτοτύπω και κοινοποιουμένου, επί ποινή απαραδέκτου, δέκα πέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως, επιμελεία του προσφεύγοντος ή ενάγοντος, δι' επιδόσεως κεκυρωμένου αντιγράφου εις τους λοιπούς διαδίκους. Η διάταξις του άρθρ. 34 παρ. 7 έχει και εν προκειμένω εφαρμογήν. 2.Μετά την άσκησιν της προσφυγής ή αγωγής η διερεύνησις ή επέκτασις του αιτήματος είναι απαράδεκτος. Κατ' εξαίρεσιν δύναται ο ενάγων δια του δικογράφου των προσθέτων λόγων να επεκτείνη το αίτημα της αγωγής ως προς τα παρεπόμενα αυτού. Αναστολή εκτελέσεως Άρθρ.31.-1.Η άσκησις της προσφυγής δεν έχει ανασταλτικόν αποτέλεσμα, εκτός αν ορίζεται άλλως. 2.Υποβληθείσης προσφυγής, η εκδούσα την προσβαλλομένην πράξιν αρχή δύναται πάντοτε να διατάξη την αναστολήν της εκτελέσεως αυτής. (Αντί για τη σελ. 104,55(β) Σελ. 104,55(γ) Τεύχος 1253-Σελ. 25 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 «3.Κατ' αίτηση του ασκήσαντος την προσφυγή το δικαστήριo μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή του, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της προσφυγής. Η απόφαση εκδίδεται εν συμβουλίω αν πρόκειται για υπόθεση της καθ' ύλην αρμοδιότητας δικαστηρίου πολυμελούς σύνθεσης και από δικαστή οριζόμενο από τον πρόεδρο, αν πρόκειται για υπόθεση της καθ' ύλην αρμοδιότητας δικαστηρίου μονομελούς σύνθεσης». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. α, της παρ. 8 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 11. 4.Η αίτησις, υποβαλλομένη εις την γραμματείαν του δικαστηρίου μετά τριών αντιγράφων, πρέπει να διαλαμβάνη τους κατά την συγκεκριμένην περίπτωσιν δυναμένους να δικαιολογήσουν την αναστολήν ειδικούς λόγους. Αντίγραφον ταύτης, κοινοποποιείται κατά τα οριζόμενα εις το άρθρ. 7 παρ. 3 και 4, εις την Διοίκησιν, ίνα διαβιβάση αντίγραφον της πράξεως της οποίας ζητείται η αναστολή εκτελέσεως και παράσχη σχετικάς πληροφορίας εντός τασσομένης υπό του προέδρου προθεσμίας. 5.Η αναστολή χορηγείται μόνον εφ' όσον εκ της εκτελέσεως της πράξεως δύναται να επέλθη εις τον προσφεύγοντα υλική ή ηθική βλάβη ανεπανόρθωτος ή δυσχερώς δυναμένη να επανορθωθή εις περίπτωσιν ακυρώσεως της πράξεως. Τοιαύτην βλάβην δεν συνιστά κατ' αρχήν η χρηματική μόνον ζημία αυτού. 6.Δεν χωρεί αναστολή εκτελέσεως πράξεων αρνητικού περιεχομένου ή παραλείψεων. 7.Αποκλείεται η χορήγησις αναστολής εφ' όσον αντίκειται αύτη εις το δημόσιον συμφέρον ή δύναται να δημιουργήση προσκόμματα εις την ομαλήν λειτουργίαν της Διοικήσεως. 8.Εις περίπτωσιν μη εγκαίρου αποστολής υπό της Διοικήσεως του φακέλλου της υποθέσεως, δύναται να χορηγηθή προσωρινή αναστολή εκτελέσεως της πράξεως, του δικαστηρίου επιφυλλασομένου να αποφανθή οριστικώς επί της αιτήσεως αναστολής μετά την υπό της Διοικήσεως αποστολήν του φακέλλου και των επί της ζητουμένης αναστολής απόψεων αυτής. 9.Ο προσφεύγων, ο παρεμβαίνων και η Διοίκησις δύνανται να ζητήσουν την ανάκλησιν της επί της αιτήσεως αναστολής εκδοθείσης αποφάσεως, επικαλούμενοι νέους λόγους ή προσάγοντες νέα στοιχεία. Σελ. 104,56(γ) Τεύχος 1253-Σελ. 26 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Ουσιαστικά αποτελέσματα της αγωγής Άρθρ.32.-1.Ασκηθείσης κατά το άρθρ. 28 της αγωγής, τα κατά το ουσιαστικόν δίκαιον καθοριζόμενα ως επερχόμενα εκ της εγέρσεώς της αποτελέσματα επέρχονται μόνον από της επιδόσεως ταύτης εις τον εναγόμενον. 2.Προς τούτο, ανεξαρτήτως της κατά το άρθρ. 34 παρ. 1 ενεργουμένης επιμελεία της γραμματείας κοινοποιήσεως, δύναται και ο ενάγων να κοινοποιήση εις τον εναγόμενον κεκυρωμένον αντίγραφον της κατατεθείσης αγωγής μετά της επ' αυτής πράξεως καταθέσεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΝΑΤΟΝ Προπαρασκευή και διεξαγωγή της συζητήσεως Διακοπή, επανάληψις και κατάργησις της δίκης Ορισμός εισηγητού και δικασίμου Άρθρ.33.-Κατατεθείσης της προσφυγής ή αγωγής ο προόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δια πράξεώς του εισηγητήν ένα εκ των δικαστών, ως και την δικάσιμον, εντελλόμενος την προς αυτόν ανακοίνωσιν της δικογραφίας. Ο πρόεδρος δύναται οποτεδήποτε ν' αντικαταστήση τον εισηγητήν και προφορικώς δι' ετέρου ή να ορίση δικάσιμον συντομωτέραν της αρχικώς ορισθείσης είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατ' αίτησιν τινός των διαδίκων. Κοινοποίησις δικογράφου Άρθρ.34.-1.Εντολή του Προέδρου, αντίγραφον του κατατεθέντος δικογράφου, μετά μνείας της χρονολογίας καταθέσεως, και της κατά το προηγούμενον άρθρον πράξεως αυτού κοινοποιείται επιμελεία της γραμματείας του δικαστηρίου εις τους καθ' ων τούτο στρέφεται, κατά τα εις το άρθρ. 7 παρ. 3 και 4 οριζόμενα. 2.Επί προσφυγής κατά πράξεως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου εγκριθείσης δια πράξεως του ασκούντος την εποπτείαν επί τούτου οργάνου, ως και επί αγωγής εκ τοιαύτης πράξεως, η κοινοποίησις γίνεται κατά τα εν άρθρ. 7 παρ. 3 και 4 οριζόμενα προς το νομικόν πρόσωπον και το Δημόσιον, καθισταμένους αμφοτέρους κυρίους διαδίκους. 3.Επί προσφυγής ασκουμένης υπό φορέως κοινωνικής αφαλίσεως κατά τους όρους του άρθρ. 33 παρ. 4 του Νόμ. 702/1977 (άρθρ. 9 παρ. 2 Νόμ. 733/1977), η κοινοποίησις γίνεται προς τον καθ' ου αύτη. 4.Εις τον προσφεύγοντα ή ενάγοντα κοινοποιείται αντίγραφον της πράξεως του προέδρου. 5.Πάσαι αι κατά τα ανωτέρω κοινοποιήσεις ενεργούνται δύο μήνας τουλάχιστον προ της δικασίμου. Την προθεσμίαν ταύτην ο πρόεδρος δύναται να συντάμη εν περιπτώσει κατεπείγοντος. 6.Η κατά τας προηγουμένας παραγράφους κοινοποίησις της πράξεως του προέδρου επέχει θέσιν κλήσεως προς συζήτησιν. 7.Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτησιν, εάν οι διάδικοι παρίστανται και δεν αντιλέγουν, το δικαστήριον χωρεί εις την κατ' ουσίαν συζήτησιν της υποθέσεως και αν έτι δεν ετηρήθησαν αι περί κοινοποιήσεων διατάξεις του παρόντος άρθρου. Καθήκοντα εισηγητού Άρθρ.35.-1.Ο ορισθείς εισηγητής επιμελείται της συγκεντρώσεως παντός στοιχείου, χρησίμου κατά την κρίσιν του, δια την ουσιαστικήν διερεύνησιν της υποθέσεως, εις τρόπον ώστε μέχρι της επ' ακροατηρίου συζητήσεως ο φάκελλος της υποθέσεως να είναι πλήρης δια την έκδοσιν οριστικής αποφάσεως. 2.Ο εισηγητής δύναται προς τούτοις να καλή εγγράφως τους διαδίκους προς παροχήν εξηγήσεων ή πληροφοριών και να υποδεικνύη εις αυτούς την προσαγωγήν ελλειπόντων εγγράφων ή άλλων στοιχείων χρησίμων δια την συμπλήρωσιν του φακέλλου. 3.Αι αρχαί προς τας οποίας απευθύνεται ο εισηγητής δια την συγκέντρωσιν στοιχείων και πληροφοριών, χρησίμων δια την διερεύνησιν της υποθέσεως, υποχρεούνται εις την αποστολήν τούτων, εντός της υπό του εισηγητού τασσομένης προθεσμίας. Απόψεις της Διοικήσεως Άρθρ.3.-1.Αρμόδιον κατά τόπον δια την εκδίκα σιν των προσφυγών και αγωγών είναι το Πρωτοδι κείον εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύει η εκδούσα την προσβαλλομένην πράξιν διοικητική αρχή. Επί προσβολής πράξεως εκδοθείσης επί απλής ή ενδικοφανούς διοικητικής (Αντί για τη σελ. 104,51(α) Σελ. 104,51(β) Τεύχος 1359 Σελ. 99 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 προσφυγής ή παραλείψεως εκδόσεως αποφάσεως επί τοιαύτης προσφυγής, η αρμοδιότης του πρωτοδικείου καθορίζεται επί τη βάσει της προσβληθείσης δι’ απλής ή ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής πράξεως (άρθρ. 7 παρ. 6 Νόμ. 702/1977). 2.Αρμόδιον κατά τόπον δια την εκδίκασιν των εφέσεων είναι το εφετείον, εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύει το εκδόν την προσβαλλομένην απόφασιν πρωτοδικείον. Αυτεπάγγελτος εξέτασις δικαιοδοσίας και αρμοδιότητος Άρθρ.36.-1.Το καθ' ου η προσφυγή ή αγωγή Δημόσιον ή νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου υποχρεούται όπως προβάλλει τους ισχυρισμούς του και εκθέτει τας απόψεις του εφ' ενός εκάστου των προβαλλομένων λόγων, διευκρινιζομένου σαφώς του συναφούς προς έκαστον λόγον πραγματικού μέρους. 2.Η έκθεσις αύτη μετά του σχετικού φακέλλου πρέπει να διαβιβάζεται εις τον ορισθέντα εισηγητήν αμελλητί, πάντως δε τριάκοντα τουλάχιστον ημέρας προ της ορισθείσης δικασίμου. Εάν εχώρησε σύντμησις προθεσμίας κατά το άρθρ. 34 παρ. 5 η ανωτέρω προθεσμία ορίζεται εις δέκα ημέρας. Συνέπειαι μη αποστολής του φακέλλου Άρθρ.37.-Η παράλειψις της εγκαίρου προς το δικαστήριον αποστολής των υπό των προηγουμένων άρθρων προβλεπομένων στοιχείων και πληροφοριών, ως και της εκθέσεως, συνιστά πειθαρχικόν παράπτωμα των προς τούτο αρμοδίων υπαλλήλων, της πειθαρχικής διώξεως προκαλουμένης υπό του προέδρου του δικαστηρίου. (Αντί για τη σελ. 104,57) Σελ. 104,57(α) Τεύχος 1253-Σελ. 27 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 Εγγραφή εις το πινάκιον, έκθεμα, συζήτησις, διακοπή και επανάληψις δίκης Άρθρ.38.-«1.Ως προς την εγγραφή στο πινάκιο, το έκθεμα των συζητουμένων υποθέσεων και τη συζήτηση στο ακροατήριο έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρ. 86 παρ. 1, 87 παρ. 1 εδάφ. δεύτερο και 2, 88 έως 94 και 96 έως 101 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. β΄ της παρ. 8 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 11. 2.Ως προς την διακοπήν και επανάληψιν της δίκης, έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις των άρθρ. 102 έως 104 του Κώδ. Φορολογ. Δικονομίας και του άρθρ. 286 περίπτ. δ΄ του Κώδ. Πολ. Δικονομίας. Συνεκδίκασις Άρθρ.39.-Το δικαστήριον δύναται κατά πάσαν στάσιν της δίκης να διατάση την συνεκδίκασιν πλειόνων προσφυγών ή αγωγών εάν, κατά την κρίσιν του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης. Κατάργησις της δίκης επί προσφυγής Άρθρ.40.-1.Εάν μετά την άσκησιν της προσφυγής η προσβαλλομένη πράξις ανεκλήθη, ηκυρώθη ή εξηφανίσθη, η δίκη καταργείται. 2.Ομοίως η δίκη καταργείται εάν μετά την άσκησιν της προσφυγής η προσβαλλομένη πράξις έπαυσεν ισχύουσα εξ οιουδήποτε λόγου, εκτός εάν ο ασκήσας ταύτην επικαλήται ιδιαίτερον έννομον συμφέρον δικαιολογούν την συνέχισιν αυτής. 3.Παραίτησις από του δικογράφου της προσφυγής, επαγομένη κατάργησιν της δίκης, επιτρέπεται μέχρι της συζητήσεως της υποθέσεως. 4.Η παραίτησις γίνεται δια δηλώσεως κατατιθεμένης εις την γραμματείαν του δικαστηρίου ή προφορικώς επ' ακροατηρίου, είτε υπό πληρεξουσίου έχοντος ειδικόν πληρεξούσιον, είτε και υπ' αυτού του προσφεύγοντος. Παραίτησις γίνεται επίσης και δια δηλώσεως του προσφεύγοντος ενώπιον συμβολαιογράφου, εάν αντίγραφον της συμβολαιογραφικής πράξεως περιέλθη εις το δικαστήριον μέχρι της επ' ακροατηρίου συζητήσεως. 5.Παραίτησις δι' εγγράφου δηλώσεως εις την γραμματείαν ή δια συμβολαιογραφικού εγγράφου, υποβαλλομένη ή περιερχομένη εις το δικαστήριον προ του καθορισμού δικασίμου, γίνεται δεκτή δια πράξεως του προέδρου, ο οποίος εις περίπτωσιν οιασδήποτε αμφιβολίας περί του εγκύρου της δηλώσεως, δύναται να εισάγη ταύτην εις το δικαστήριον. Σελ. 104,58(α) Τεύχος 1253-Σελ. 28 6.Παραίτησις περιέχουσα όρους ή αιρέσεις θεωρείται ως μη γενομένη. 7.Ανάκλησις γενομένης παραιτήσεως δεν επιτρέπεται. 8.Προσφυγή από του δικογράφου της οποίας εχώρησε παραίτησις θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Κατάργησις της δίκης επί αγωγής Άρθρ.41.-1.Ως προς την κατάργησιν της επί αγωγής δίκης δια δικαστικού συμβιβασμού, δια παραιτήσεως από του δικογράφου της αγωγής και δια παραιτήσεως από του δια της αγωγής ασκηθέντος δικαιώματος εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρ. 293, 294, 295 παρ. 1 και 296 του Κώδ. Πολ. Δικονομίας και αι διατάξεις των παρ. 4 έως 8 του προηγουμένου άρθρου. 2.Ο εναγόμενος δύναται δια ρητής δηλώσεως να αποδεχθή την αγωγήν αναγνωρίζων εν όλω ή εν μέρει το δι' αυτής ασκηθέν δικαίωμα, εφ' όσον συντρέχουν αι κατά το ουσιαστικόν δίκαιον προϋποθέσεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ Περί αποδείξεως Γενικαί διατάξεις Άρθρ.42.-Ως προς το αντικείμενον και το βάρος της αποδείξεως, την ελευθέραν εκτίμησιν των αποδεικτικών μέσων και την συντηρητικήν απόδειξιν, έχουν εφαρμογήν τα άρθρ. 121, 122, 124 και 129 του Κώδ.Φορολογ. Δικονομίας. Αποδεικτικά μέσα Άρθρ.4.-1.Η δικαιοδοσία, ως και η καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου. 2.Εάν το δικαστήριον κρίνη ότι στερείται δικαιοδοσίας εκ του λόγου ότι η υπόθεσις υπάγεται εις την δικαιοδοσίαν ειδικού διοικητικού δικαστηρίου, παραπέμπει την υπόθεσιν εις αυτό δι' αποφάσεώς του, η οποία δεν δεσμεύει το εις ο η παραπομπή δικαστήριον. 3.Εάν το δικαστήριον κρίνη ότι η υπόθεσις υπάγεται εις την δικαιοδοσίαν των πολιτικών δικαστηρίων απορρίπτει την αγωγήν ή την προσφυγήν. 4.Εάν το δικαστήριον κρίνη ότι η υπόθεσις υπάγεται εις την καθ' ύλην ή κατά τόπον αρμοδιότητα ετέρου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, παραπέμπει την υπόθεσιν εις αυτό δι' αποφάσεώς του, η οποία είναι υποχρεωτική δια το εις ο η παραπομπή ισόβαθμον ή κατώτερον δικαστήριον. Προκειμένου περί αποφάσεως πρωτοδικείου, αύτη δεν υπόκειται εις έφεσιν. Εφαρμοστέαι λοιπαί διατάξεις Άρθρ.43.-Αποδεικτικά μέσα είναι η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η ομολογία και αι εξηγήσεις των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια. Προαποδείξεις Άρθρ.44.-1.Η δι' εγγράφου, μαρτυρικών καταθέσεων κατά το άρθρ. 49 και δια δικαστικών τεκμηρίων προαπόδειξις είναι υποχρεωτική δια τους διαδίκους. Ούτοι οφείλουν να προσκομίζουν ταύτα εις τον εισηγητήν εγκαίρως, εις τρόπον ώστε ο φάκελλος της υποθέσεως να είναι κατά την συζήτησιν πλήρης προς έκδοσιν οριστικής αποφάσεως. 2.Τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προσαγόμενα υπό των διαδίκων μετά την πρώτην συζήτησιν είναι απαράδεκτα, εκτός αν, κατά την ειδικώς ητιολογημένην κρίσιν του δικαστηρίου, η έγκαιρος προσαγωγή αυτών ήτο αδύνατος. 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Συμπλήρωσις αποδείξεων, απόφασις περί αποδείξεως Άρθρ.45.-Ως προς την συμπλήρωσιν των αποδείξεων εφαρμογήν έχουν αι διατάξεις του άρθρ. 95 παρ. 2, 3 και 4 του Κώδ. Φορολογ. Δικονομίας ως προς δε την απόφασιν περί αποδείξεως αι διατάξεις των άρθρ. 126 παρ. 2 και 127 του Κωδ. Φορολογ. Δικονομίας. Δικαίωμα παραστάσεως διαδίκου Άρθρ.46.-Οι διάδικοι δικαιούνται να παρίστανται κατά την διεξαγωγήν της αποδεικτικής διαδικασίας, καλούμενοι προ δέκα ημερών υπό της γραμματείας του δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστού. Αυτοψία και πραγματογνωμοσύνη Άρθρ.47.-Ως προς την αυτοψίαν και την πραγματογνωμοσύνην εφαρμόζονται τα άρθρ. 130 έως 142 του Κώδ. Φορολογ. Δικονομίας. Έγγραφα Άρθρ.48.-1.Τα προσαγόμενα ενώπιον του δικαστηρίου έγγραφα πρέπει να είναι συντεταγμένα κατά τον τύπον, τον καθοριζόμενον υπό του νόμου του διέποντος τα της εκδόσεως αυτών. 2.Μη ορίζοντος άλλως του οικείου νόμου, ισχύουν ως προς την απόδειξιν περί της συστάσεως, μεταθέσεως, αλλοιώσεως ή καταργήσεως δικαιωμάτων ή εννόμων σχέσεων οι κανόνες του κοινού δικαίου. 3.Ως προς τα έγγραφα και την δια τούτων απόδειξιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά τα άρθρ. 144 και 146 έως 149 του Κώδ. Φορολογ. Δικονομίας. Καταθέσεις μαρτύρων κατά την προδικασίαν Άρθρ.49.-1.Οι διάδικοι προς απόδειξιν των ισχυρισμών των δια μαρτύρων οφείλουν να προσάγουν προαποδεικτικώς κατά τα εις το άρθρ. 44 οριζόμενα, εις τον εισηγητήν της υποθέσεως, ενόρκους μαρτυρικάς καταθέσεις. 2.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον καταθέσεις λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας του μάρτυρος, κατόπιν προηγουμένης, μερίμνη του διαδίκου, κοινοποιήσεως εις τον αντίδικον αυτού, προ δέκα τουλάχιστον ημερών, κλήσεως περιεχούσης τον τόπον, την ημέραν και την ώραν της εξετάσεως, την προσφυγήν ή αγωγήν εις ην αφορά η εξέτασις, περιγραφήν των πραγματικών περιστατικών περί ων θα εξετασθούν οι μάρτυρες, ως και το ονοματεπώνυμον, το επάγγελμα και την διεύθυνσιν αυτών. 3.Η εξέτασις των μαρτύρων διεξάγεται κατά τα οριζόμενα εις το άρθρ. 156 παρ. 2 έως 6 του Κωδ. Φορολογ. Δικονομίας, παρισταμένων, εφ' όσον το επιθυμούν, των διαδίκων, δυναμένων να απευθύνουν ερωτήσεις προς αυτούς. 4.Αι διατάξεις του Κώδ. Πολ. Δικονομίας ή άλλων νόμων, δια των οποίων επί ωρισμένων θεμάτων ή σχέσεων αποκλείεται η δια μαρτύρων απόδειξις έχουν και εν προκειμένω εφαρμογήν. Ως προς τους λόγους αποκλεισμού ή απαλλαγής των μαρτύρων εφαρμόζεται το άρθρ. 155 του Κώδ. Φορολογ. Δικονομίας. Απόφασις περί εξετάσεως μαρτύρων Άρθρ.50.-Το δικαστήριον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δύναται αυτεπαγγέλτως ή τη αιτήσει τινός των διαδίκων να διατάσση την εξέτασιν μαρτύρων, πλην των περιπτώσεων κατά τας οποίας αποκλείεται επί ωρισμένων θεμάτων ή σχέσεων η δια μαρτύρων απόδειξις, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των άρθρ. 152 έως 157 του Κώδ. Φορολογ. Δικονομίας. Δικαστικά τεκμήρια Άρθρ.51.-Όταν η δια μαρτύρων απόδειξις αποκλείεται, δεν επιτρέπεται και η δια δικαστικών τεκμηρίων. Ομολογία-εξηγήσεις των διαδίκων Άρθρ.52.-Ως προς την ομολογίαν και τας εξηγήσεις των διαδίκων εφαρμόζονται τα άρθρ. 150 και 151 του Κώδ. Φρορολ. Δικονομίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΝΔΕΚΑΤΟΝ Περί των δικαστικών αποφάσεων Όρια ελέγχου της πράξεως-Λόγοι ακυρώσεως Άρθρ.5.-Κατά τα λοιπά ως προς την δικαιοδοσίαν και την αρμοδιότητα ισχύουν αι διατάξεις των άρθρ. 2, 3, 5, 10, 13 και 14 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ Περί αποκλεισμού, εξαιρέσεως και αποχής δικαστών Εφαρμοστέαι διατάξεις Άρθρ.53.-1.Το δικαστήριον κρίνει περί του κύρους της διοικητικής πράξεως κατά τον νόμον και την ουσίαν. 2.Λόγοι ακυρώσεως της διοικητικής πράξεως είναι: α)αναρμοδιότης της εκδούσης την πράξιν διοικητικής αρχής, β)παράβασις ουσιώδους τύπου διατεταγμένου περί την ενέργειαν της πράξεως, γ)παράβασις κατ' ουσίαν διατάξεώς τινος του νόμου, δ)εσφαλμένη ουσιαστική εκτίμησις περι της συνδρομής ή μη πραγματικών περιστατικών, ε)κακή χρήσις της διακριτικής εξουσίας της διοικήσεως και ς)κατάχρησις εξουσίας, οσάκις πράξις τις της διοικήσεως φέρει μεν καθ' εαυτήν πάντα τα στοιχεία της νομιμότητος, γίνεται όμως προς σκοπόν καταδήλως άλλον παρά τον δι' ον ενομοθετήθη. (Μετά τη σελ. 104,58) Σελ. 104,59 Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 95 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 Έκτασις της εξουσίας του δικαστηρίου Άρθρ.54.-1.Συντρέχοντος λόγου ακυρώσεως, το δικαστήριον επί μεν προσφυγής ακυροί ή τροποποιεί την διοικητικήν πράξιν επί δε αγωγής επιδικάζει εις τον ενάγοντα την εκ της παρανόμου πράξεως επελθούσαν εις αυτόν ζημίαν. 2.Το δικαστήριον ενεργεί μόνον κατ' αίτησιν των διαδίκων και αποφαίνεται εντός των ορίων των υποβαλλομένων εις αυτό αιτήσεων. Εφαρμοστέαι περί των αποφάσεων διατάξεις Άρθρ.55.-Κατά τα λοιπά εφαρμογήν έχουν αι περί δικαστικών αποφάσεων διατάξεις των άρθρ. 106 έως 108, 109 (πλην του περί δικαστικής δαπάνης τελευταίου εδαφίου) και 110 έως 118 του Κώδικος Φορολογ. Δικονομίας. Συνέπειαι αποφάσεως επί προσφυγής Άρθρ.56.-1.Η δεχομένη την προσφυγήν απόφασις, απαγγέλλει την ακύρωσιν ή τροποποίησιν της προσβαλλομένης πράξεως και ισχύει έναντι πάντων. 2.Η απόρριψις της προσφυγής δεν αποκλύει την άσκησιν νέας προσφυγής κατά της ιδίας πράξεως παρ' ετέρου δικαιουμένου προς τούτο. 3.Επί παραλείψεων το δικαστήριον, δεχόμενον την προσφυγήν παραπέμπει την υπόθεσιν εις την αρμοδίαν αρχήν προς εκτέλεσιν της οφειλομένης ενεργείας. 4.Αι διοικητικαί αρχαί υποχρεούνται να συμμορφούνται κατά τας εκάστοτε περιπτώσεις δια θετικής ενέργειας προς το περιεχόμενον της αποφάσεως του δικαστηρίου ή απέχουν από πάσης ενεργείας αντιτιθεμένης προς τα υπ' αυτού κριθέντα. Ο παραβάτης, πλην της κατά το άρθρ. 259 του Ποινικού Κώδικος διώξεως, υπέχει και προσωπικήν ευθύνην προς αποζημίωσιν. 5.Αι αποφάσεις του δικαστηρίου, ακυρωτικαί και απορριπτικαί, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένον, ισχύον και εις πάσαν ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής υπόθεσιν ή διαφοράν, κατά την οποίαν προέχει το υπό του δικαστηρίου κριθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα. Δεδικασμένον εξ αποφάσεων επί αγωγής Άρθρ.57.-1.Αι οριστικαί αποφάσεις των πρωτοδικείων, αι εκδιδόμεναι επί διαφορών συνεπεία αγωγής περί αποζημιώσεως ένεκα παρανόμου πράξεως της διοικήσεως κατά των οποίων δεν ησκήθη έφεσις, ως και αι επί εφέσεων Σελ. 104,60 Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 96 κατά των αποφάσεων τούτων εκδιδόμεναι οριστικαί αποφάσεις των εφετείων, είναι τελεσίδικοι και αποτελούν, όσον αφορά τα δι' αυτών κριθέντα ζητήματα, δεδικασμένον υπέρ και κατά των διαδίκων και των κατά την διάρκειαν της δίκης ή μετά το πέρας αυτής γενομένων καθολικών ή ειδικών διαδόχων αυτών. 2.Το δεδικασμένον εκτείνεται επί των προταθεισών ενστάσεων, ως και εκείνων αι οποίαι ηδύναντο να προταθούν αλλά δεν επροτάθησαν. 3.Το δεδικασμένον λαμβάνεται υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου, εφ' όσον εκ του φακέλλου προκύπτει η ύπαρξις αυτού. Δεδικασμένον εξ αποφάσεων άλλων δικαστηρίων Άρθρ.58.-Περί του δεδικασμένου εξ αποφάσεως άλλων δικαστηρίων έχει εφαρμογήν το άρθρ. 120 του Κ.Φ.Δ., περί δε του δεδικασμένου εξ αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων το άρθρ. 323 του Κώδ. Πολ. Δικονομίας. Αναγκαστική εκτέλεσις των αποφάσεων Άρθρ.59.-1.Αι τελεσίδικοι και αι προσωρινώς εκτελεσταί αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, δια των οποίων επιδικάζονται χρηματικαί απαιτήσεις αποτελούν τίτλον εκτελεστόν κατά το άρθρ. 904 του Κ.Πολ.Δ. Ο εκτελεστήριος τύπος του άρθρ. 918 Κώδ. Πολ. Δικονομίας περιάπτεται εις αυτάς υπό του προέδρου του εκδόσαντος ταύτας δικαστηρίου. 2.Το εκάστοτε επιτρεπτόν της δυνάμει τοιούτου τίτλου αναγκαστικής εκτελέσεως, ως και αι προϋποθέσεις και η περαιτέρω διαδικασία διέπονται υπό των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων επί εκτελέσεως των επιδικαζουσών χρηματικάς απαιτήσεις αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων, εις την δικαιοδοσίαν των οποίων εξακολουθούν να υπάγωνται και αι σχετικαί περί την εκτέλεσιν δίκαι. 3.Προκειμένου περί επιδικαζομένων υπέρ του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου χρηματικών ποσών έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις του Κώδικος περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων εν συνδυασμώ προς την ειδικήν νομοθεσίαν περί εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΩΔΕΚΑΤΟΝ Ένδικα μέσα Για τα ένδικα μέσα ή βοηθήματα που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα βλ. και άρθρ. 40 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 150, ανωτ. σελ. 104,260). Δικόγραφον και κατάθεσις αυτού Άρθρ.60-1.Τα ένδικα μέσα της ανακοπής, εφέσεως, αναθεωρήσεως και τριτανακοπής κατά των αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων ασκούντια εντός της οριζομένης δι' έκαστον τούτων προθεσμίας δια δικογράφου κατατιθεμένου παρά τη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένην απόφασιν δικαστηρίου. 2.Το δικόγραφον πρέπει να περιέχη τα στοιχεία παντός δικογράφου, μνείαν της προσβαλλομένης αποφάσεως, τους προβαλλομένους κατ' αυτής και θεμελιούντας το ένδικον μέσον συγκεκριμένους λόγους και αίτημα, κατατίθεται δε μετά τριών αντιγράφων. 3.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρ. 158 παρ. 2 και 3 του Κ.Φ.Δ. Δεν έχουν ανασταλτικόν αποτέλεσμα Άρθρ.61.-Η προθεσμία των ενδίκων μέσων και η άσκησις αυτών δεν αναστέλουν την εκτέλεσιν της αποφάσεως, εξαιρέσει της περιπτώσεως του άρθρ. 70. Παρέκτασις προθεσμίας Άρθρ.6.-Δια τα θέματα του αποκλεισμού της εξαιρέσεως και της αποχής των δικαστών εφαρμογήν έχουν αι διατάξεις των άρθρ. 15 έως 22 Κώδικος Φορολογ. Δικονομίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ Περί των διαδίκων Εκπροσώπησις Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου Άρθρ.62.-1.Εάν ο δικαιούμενος εις την άσκησιν του ενδίκου μέσου διαμένη εις την αλλοδαπήν ή είναι αγνώστου διαμονής η προθεσμία ασκήσεως αυτού παρεκτείνεται επί τριάκοντα ημέρας. 2.Εάν διαρκούσης της προθεσμίας, ο δικαιούμενος εις άσκησιν του ενδίκου μέσου αποθάνη χωρίς να έχη ασκήσει τούτο, οι έχοντες έννομον συμφέρον καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτού έχουν νέαν εξηκονθήμερον προθεσμίαν αρχομένην από της επομένης του θανάτου. Παράβολον «Άρθρ.63.-1.Για το παραδεκτό των κατά το άρθρ. 60 ενδίκων μέσων πρέπει να καταβληθεί παράβολο 3.000 δραχμών, αν πρόκειται για ένδικο μέσο κατά αποφάσεως πολυμελούς δικαστηρίου, και 1.000 δραχμών, αν πρόκειται για ένδικο μέσο κατά αποφάσεως μονομελούς δικαστηρίου. Από την υποχρέωση αυτή απαλλάσσονται το Δημόσιο και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης. 2.Αν έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο δεν καταβληθεί το παράβολο ή καταβληθεί ελλιπές, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. 3.Αν το ένδικο μέσο απορριφθεί, το παράβολο που κατατέθηκε περιέρχεται στο Δημόσιο. Αν γίνει δεκτό εν όλω ή εν μέρει ή καταργηθεί η δίκη, αποδίδεται σ' αυτόν που το ήσκησε και αν το δικαστήριο δεν διέταξε την απόδοσή του». Το άρθρ. 63, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 11 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 11. Ανάλογος εφαρμογή κανόνων εκδικάσεως της προσφυγής και της αγωγής Άρθρ.64.-Αι περί ορισμού δικασίμου και εισηγητού, ως και αι περί εκδικάσεως εν γένει της προσφυγής και της αγωγής διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των ενδίκων μέσων, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό των εφεξής ειδικών περί εκάστου ενδίκου μέσου διατάξεων. Ανακοπή ερημοδικίας Άρθρ.65.-1.Εις ανακοπήν υπόκειται πάσα ερήμην εκδοθείσα απόφασις, εάν τις των διαδίκων δεν παρέστη εις την συζήτησιν ως μη κλητευθείς παντάπασι, κατά παράβασιν των εν άρθρ. 34 διατάξεων, ή ως μη κλητευθείς προσηκόντως ή εμπροθέσμως. «2.Ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και αν από λόγους ανώτερης βίας εμποδίστηκε η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου». Η μέσα σε « » νέα παρ. 2 προστέθηκε & οι επομ. παρ. 2, 3 & 4 αναριθμήθηκαν σε 3, 4 & 5 αντίστοιχα από την περ. α΄ της παρ. 7 του άρθρ. 20 του Νόμ. 2521/1-1 Σεπτ. 1997, Τόμ. 8 σελ. 84,275. Σύμφωνα δε με την περ. γ΄ της ιδίας παρ. 7 του Νόμ. 2521/97: Η προβλεπομένη από την παρ. 2 του άρθρ. 65 του π.δ/τος 341/1978 ανακοπή δύναται, συντρεχουσών των σε αυτήν διατυπουμένων νομίμων προϋποθέσεων, να υποβληθεί εντός προθεσμίας 3 μηνών, από της ισχύος του παρόντος, για αποφάσεις οι οποίες απέρριψαν την προσφυγή ή το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο για μη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου και δημοσιεύθηκαν μετά την 1η Ιαν. 1996. 3(2).Ανακοπή μετά παρέλευσιν δύο ετών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως δεν δύναται να ασκηθή. (Αντί για τη σελ. 104,601(γ) Σελ. 104,601(δ) Τεύχος 1253-Σελ. 29 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 «4.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρ. 162 παρ. 2 και 4, 163 παρ. 1, 3 και 4 και 164 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας». Η μέσα σε « » παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περ. β της παρ. 7 του άρθρ. 20 του Νόμ. 2521/1-1 Σεπτ. 1997 (ΦΕΚ Α΄ 174) τόμ. 8 σελ. 84,275. 5.(4).Το δικαστήριον, δεχόμενον την ανακοπήν εξαφανίζει την προσβαλλομένην απόφασιν και δικάζει επί της προσφυγής. Εάν το δικαστήριον απορρίψη την προσφυγήν η οποία είχε γίνει δεκτή δια της εξαφανιζομένης αποφάσεως, αναβιοί αναδρομικώς από της εκδόσεώς της η δια της προσβαλλομένης αποφάσεως ακυρωθείσα πράξις. Αποφάσεις υποκείμεναι εις έφεσιν Άρθρ.66.-1.Εις έφεσιν υπόκεινται αι οριστικαί αποφάσεις των πρωτοδικείων, αι εκδιδόμεναι επί διαφορών εξ αγωγών περί αποζημιώσεως (άρθρ. 7 παρ. 5 Νόμ. 702/1977). Εάν η απόφασις είναι εν μέρει οριστική, δεν χωρεί έφεσις ούτε κατά των οριστικών αυτής διατάξεων προ της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της διαφοράς. 2.Εκκαλουμένης της οριστικής αποφάσεως, θεωρούνται συνεκκληθείσαι και αι προεκδοθείσαι μη οριστικαί και αν δεν απευθύνεται ρητώς κατ’ αυτών η έφεσις. 3.Αι αποφάσεις των πρωτοδικείων αι εκδιδόμεναι επί των κατά το άρθρ. 7 παρ. 1 του Νόμ. 702/1977 διαφορών δεν υπόκεινται εις έφεσιν (άρθρ. 8 παρ. 1 Νόμ. 702/1977). Με τις διατάξεις της παρ. 1 άρθρ. 8 του Π.Δ. 702/1977, ανωτ. αριθ. 3, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 20 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), κατωτ. σελ. 104,649, οι αποφάσεις επί των κατά το άρθρ. 7 παρ. 1 του Π.Δ. 702/1977 διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου τριμελούς διοικητικού εφετείου. Σελ. 104,602(δ) Τεύχος 1253-Σελ. 30 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Δικαίωμα εφέσεως Άρθρ.67.-1.Δικαίωμα εφέσεως έχουν εφ' όσον ηττήθησαν εν όλω ή εν μέρει κατά την πρωτόδικον δίκην ο ενάγων, ο εναγόμενος, οι κυρίως και προσθέτως παρεμβάντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι μετά την άσκησιν της αγωγής ειδικοί διάδοχοι αυτών. 2.Έφεσιν δικαιούται να ασκήση και ο νικήσας διάδικος, εφ' όσον έχει έννομον συμφέρον. 3.Δευτέρα έφεσις παρά του αυτού διαδίκου κατά της αυτής αποφάσεως, ως προς το αυτό ή άλλο κεφάλαιον, δεν επιτρέπεται. Προθεσμία, υπογραφή, κατάθεσις της εφέσεως. Παράστασις εις την κατ' έφεσιν δίκην Άρθρ.68.-1.Ως προς την προθεσμίαν, την κατάθεσιν της εφέσεως και την περαιτέρω διαβίβασιν αυτής εις το εφετείον εφαρμόζονται κατά τα λοιπά και αι διατάξεις των άρθρ. 167 και 168 παρ. 2, 3 και 6 του Κώδικος Φορολ. Δικονομίας. 2.Αι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 11 και της παρ. 2 του άρθρ. 15 δεν έχουν εφαρμογήν επί της εφέσεως και της ενώπιον των εφετείων διαδικασίας. Μεταβιβαστικόν αποτέλεσμα της εφέσεως Άρθρ.69.-1.Δια της ασκήσεως της εφέσεως η υπόθεσις μεταβιβάζεται εις το εφετείον, καθ' όσον αφορά τας δι' αυτής προβαλλομένας αιτήσεις κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. 2.Το εφετείον και άνευ ειδικού περί τούτου λόγου εφέσεως, ερευνά αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμον και το ωρισμένον της αγωγής. Εάν η αγωγή εγένετο δεκτή ή απερρίφθη κατ' ουσίαν εν όλω ή εν μέρει και το εφετείον κρίνη ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμος ή αόριστος, εξαφανίζεται η απόφασις και απορρίπτεται η αγωγή. Ανασταλτικόν αποτέλεσμα της εφέσεως Άρθρ.70.-1.Η προθεσμία της εφέσεως, ως και η εμπροθέσμως και προσηκόντως ασκηθείσα έφεσις επάγονται αναστολήν της εκτελέσεως της αποφάσεως. 2.Δύναται ουχ ήττον το πρωτοδικείον κατ' εξαίρεσιν να κηρύξη, αιτήσει των διαδίκων, την απόφασίν του προσωρινώς εκτελεστήν, εν όλω ή εν μέρει, οσάκις, κατά την ητιολογημένην κρίσιν αυτού, συντρέχουν αποδεδειγμένως εκ των στοιχείων του φακέλλου εξαιρετικοί λόγοι συνηγορούντες προς τούτο, ως και οσάκις η επιβράδυνσις της εκτελέσεως θέλει επιφέρει ανεπανόρθωτον ζημίαν εις τον νικώντα διάδικον. 3.Το εφετείον δύναται να κηρύξη το πρώτον, την εκκληθείσαν απόφασιν προσωρινώς εκτελεστήν υπό τους όρους της προηγουμένης παραγράφου, ως επίσης και να διατάξη την αναστολήν της προσωρινής εκτελέσεως της εκκληθείσης αποφάσεως. 4.Επί αποφάσεων προσωρινώς εκτελεστών η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησις αυτής δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν, πλην αν πρόκειται να γίνη κατά τρίτου. 5.Το ανασταλτικόν αποτέλεσμα διαρκεί μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της εφέσεως ή της κατ' άλλον τρόπον καταργήσεως της κατ' έφεσιν δίκης. 6.Αι περί απαγορεύσεως προσωρινής εκτελέσεως διατάξεις του Κώδ. Πολ. Δικονομίας ή ετέρων νόμων δεν θίγονται δια του παρόντος. Αντέφεσις Άρθρ.71.-1.Ο εφεσίβλητος δύναται και μετά την πάροδον της προθεσμίας της εφέσεως να ασκήση αντέφεσιν εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και αν έτι απεδέχθη την απόφασιν ή παρητήθη της εφέσεως. 2.Η αντέφεσις ασκείται μόνον δι' ιδίου δικογράφου κατατιθεμένου παρά τη γραμματεία του εφετείου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των άρθρ. 30 και 63. 3.Εάν απορριφθή η έφεσις ως εκπρόθεσμος ή απαράδεκτος ή τυπικώς άκυρος απορρίπτεται και η αντέφεσις, πλην αν ησκήθη διαρκούσης της δια τον αντεκκαλούντα προθεσμίας της εφέσεως, ότε ισχύει ως αυτοτελής έφεσις. Η παραίτησις από της εφέσεως ή η απόρριψις ταύτης ως αβασίμου δεν επηρεάζει την αντέφεσιν. Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως Άρθρ.7.-1.Το Δημόσιον εκπροσωπείται εις την δίκην δια του αρμοδίου Υπουργού, επέχοντος θέσιν διαδίκου, είτε η πράξις εξεδόθη υπ' αυτού είτε υπό Σελ. 104,52(β) Τεύχος 1359 Σελ. 100 αρχής υποκειμένης εις αυτόν, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των περί της εκπροσωπήσεως του Δημοσίου ισχυουσών διατάξεων. 2.Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου εκπροσωπούνται εις την δίκην κατά τας περί αυτών ισχυούσας διατάξεις. 3.Η επιμελεία των διαδίκων ή του δικαστηρίου επίδοσις παντός δικογράφου προς το Δημόσιον γίνεται προς τον Νομάρχην εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύει η εκδούσα την προσβαλλομένην πράξιν αρχή. Εάν η αρχή αύτη εδρεύει εις την περιφέρειαν της Νομαρχίας Αττικής, η επίδοσις γίνεται προς τον κατά την παρ. 1 του παρόντος αρμόδιον Υπουργόν. 4.Επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, η επιμελεία των διαδίκων ή του δικαστηρίου επίδοσις παντός δικογράφου γίνεται προς τον κατά νόμον εκπρόσωπον του νομικού προσώπου. Επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εχόντων εκτός της έδρας αυτών περιφερειακάς υπηρεσίας η επίδοσις γίνεται εις τον προϊστάμενον της υπηρεσίας εις την περιφέρειαν της οποίας εδρεύει η εκδούσα την πράξιν αρχή. Εάν η αρχή αύτη εδρεύει εις την περιφέρειαν της Νομαρχίας Αττικής η επίδοσις γίνεται προς τον κατά νόμον εκπρόσωπον του νομικού προσώπου. Με την παρ. 31 άρθρ. 19 Νόμ. 2386/6-7 Μαρτ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 43), Τόμ. 10Α΄, σελ. 290,403, ορίστηκε ότι: "Σε περίπτωση προσφυγής κατά πράξεως Ν.Π.Δ.Δ. και αγωγής από τέτοια πράξη που εγκρίθηκε από το εποπτεύον όργανο, η κοινοποίηση παντός δικογράφου γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην άνω παρ. 4 άρθρ. 7 προς το νομικό πρόσωπο, το οποίο καθίσταται διάδικο και στο εποπτεύον όργανο, το οποίο δικαιούται να παρέμβει στη σχετική δίκη". Ομοδικία Άρθρ.72-Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος αυτής, επιτρέπεται να υποβληθούν κατά τα οριζόμενα εις το άρθρ. 30. Νέοι ισχυρισμοί-Λόγοι απαράδεκτου εφέσεως Άρθρ.73.-Ωσαύτως προς τους ενώπιον του εφετείου νέους ισχυρισμούς και τους λόγους απαραδέκτου της εφέσεως έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις των άρθρ. 172 και 173 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας. (Μετά τη σελ. 104,602(δ) Σελ. 104,6021 Τεύχος 1253-Σελ. 31 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Απαράδεκτον νέων αιτήσεων κατ' έφεσιν Άρθρ.74.-1.Είναι απαράδεκτος το πρώτον εις την κατ' έφεσιν δίκην η υποβολή νέας αιτήσεως, ως και πάσα μεταβολή του αντικειμένου ή του αιτήματος της αγωγής και αν έτι συναινή ο αντίδικος. Το απαράδεκτον λαμβάνεται υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως. 2.Επιτρέπεται εις την κατ' έφεσιν δίκην δια του δικογράφου της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων η υποβολή αιτήσεων δια παρεπομένας απαιτήσεις, αι οποίαι εγεννήθησαν μετά την συζήτησιν κατά την οποίαν εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφασις ή αιτήσεων περί αποκαταστάσεως των πραγμάτων εις την προ της εκτελέσεως της αποφάσεως κατάστασιν. Εις την περίπτωσιν ταύτην, αποδεικνυομένης της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριον δεχόμενον οριστικώς και κατ' ουσίαν την έφεσιν και απορρίπτον εν όλω ή εν μέρει την αγωγήν ή την κυρίαν παρέμβασιν, διατάσσει κατ' αίτησιν του καθ' ου η εκτέλεσις, την επαναφοράν των πραγμάτων εις την προ της εκτελέσεως της εξαφανισθείσης ή μεταρρυθμισθείσης αποφάσεως κατάστασιν. Απόφασις επί εφέσεως Άρθρ.75.-1.Βασίμου κριθέντος τινός των λόγων εφέσεως, το εφετείον εξαφανίζει ή μεταρρυθμίζει κατά τας περιστάσεις την απόφασιν του πρωτοδικείου, κρίνον δε άμα περαιτέρω την υπόθεσιν, δέχεται εν όλω ή εν μέρει ή απορρίπτει την αγωγήν. 2.Εάν το αιτιολογικόν της εκκαλουμένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένον, αλλά το διατακτικόν αυτής ορθόν, το εφετείον αντικαθιστά τας αιτιολογίας και απορρίπτει την έφεσιν. 3.Εάν η απόφασις εξαφανίζεται λόγω αναρμοδιότητος του πρωτοδικείου, η υπόθεσις παραπέμπεται εις το αρμόδιον πρωτοδικείον μόνον εάν τούτο δεν υπάγεται εις την περιφέρειαν του δικάσαντος την έφεσιν δικαστηρίου. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν το εφετείον κρατεί παρ' εαυτώ την υπόθεσιν. Μη χειροτέρευσις της θέσεως του εκκαλούντος Άρθρ.76.-1.Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρ. 69 παρ. 2, το δικάζον την έφεσιν δικαστήριον δεν δύναται να καταστήση χείρονα την θέσιν του εκκαλούντος, εκτός εάν ησκήθη έφεσις ή αντέφεσις και υπό του ετέρου των διαδίκων. 2.Η διάταξις της παρ. 1 δεν εφαρμόζεται όταν το εφετείον μετά την εξαφάνισιν της πρωτοδίκου αποφάσεως δικάζη την υπόθεσιν κατ' ουσίαν. Αναθεώρησις Άρθρ.77.-1.Η αναθεώρησις επιτρέπεται μόνον εάν α)η προσβαλλομένη απόφασις στηρίζεται επί ψευδούς καταθέσεως μάρτυρος, επί ψευδούς εκθέσεως ή καταθέσεως πραγματογνώμονος ή επί πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, εφ' όσον τα περιστατικά ταύτα προκύπτουν εξ αμετακλήτου αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου και β)η προσβαλλομένη απόφασις στηρίζεται επί αποφάσεως πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου η οποία ανετράπη αμετακλήτως μετά την τελευταίαν συζήτησιν. 2.Η προς άσκησιν αιτήσεως αναθεωρήσεως προθεσμία είναι ενενήκοντα ημερών αρχομένη εις την περίπτ. α΄ της προηγουμένης παραγράφου, αφ' ης κατέστη αμετάκλητος η απόφασις του ποινικού δικαστηρίου, εις δε την περίπτ. β΄ αυτής αφ' ης ο αιτούμενος την αναθεώρησιν έλαβε γνώσιν της θεμελιούσης την αίτησιν αυτού αμετακλήτου αποφάσεως. 3.Εάν τα γεγονότα της προηγουμένης παραγράφου προηγήθησαν της επιδόσεως της αποφάσεως, η προθεσμία της αιτήσεως αναθεωρήσεως άρχεται από ταύτης. 4.Η παρ. 2 του άρθρ. 167 του Κώδικος Φορολογ. Δικονομίας εφαρμόζεται και επί της αιτήσεως αναθεωρήσεως. 5.Πρόσθετοι λόγοι αναθεωρήσεως επιτρέπεται να ασκηθούν κατά τα εις το άρθρ. 30 οριζόμενα. 6.Κατά τα λοιπά επί αναθεωρήσεως εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 173, 176, 177, 182 και 183 του Κώδικος Φορολ. Δικονομίας και του άρθρ. 65 παρ. 4 του παρόντος. Τριτανακοπή Άρθρ.78.-1.Τρίτος, βλαπτόμενονς εκ της προσφυγής εκδιδομένης και ακυρούσης εν όλω ή εν μέρει την διοικητικήν πράξιν αποφάσεως, δικαιούται να ανακόψη ταύτην ενώπιον του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου εντός προθεσμίας εξήκοντα ημερών, αρχομένης από της γενομένης εις αυτόν κοινοποιήσεως της αποφάσεως, ή αφ' ης άλλως πως έλαβε γνώσιν αυτής. 2.Στερείται του δικαιώματος ανακοπής ο τρίτος εις τον οποίον επιμελεία του εισηγητού ήθελε κοινοποιηθή αντίγραφον της προσφυγής μετά σημειώσεως της δικασίμου, είκοσι πλήρεις ημέρας προ αυτής, ως και πας κατά την συζήτησιν παρεμβάς. (Μετά τη σελ. 104,602) Σελ. 104,603 Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 99 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 Αναίρεσις Άρθρ.79.-Ως προς το ένδικον μέσον της αναιρέσεως και τους λόγους αυτής, εφαρμογήν έχουν αι περί αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατεία διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ ΤΡΙΤΟΝ Δικαστικά έξοδα Τέλη Άρθρ.80.-1.Αι διατάξεις περί των επιβαλλομένων τελών χαρτοσήμου επί των εγγράφων της ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων διαδικασίας (άρθρον εικοστόν πρώτον του Νόμ. 4125/1960 ως τούτο αντικατεστάθη υπό του άρθρ. 5 του Νόμ. 221/1975) ισχύουν και επί παντός εν γένει δικογράφου αφορώντος εις τας υπό του παρόντος προβλεπομένας διαφοράς. Ωσαύτως εφαρμόζονται κατά την ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων διαδικασίαν αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί των ειδικών τελών και ενσήμων. 2.Κατά την εφαρμογήν της προηγουμένης παραγράφου η αγωγή, η τριτανακοπή και η κυρία παρέμβασις λογίζονται ως προσφυγή, η δε αντέφεσις ως έφεσις. Δικαστικόν ένσημον Άρθρ.81.-1.Δια την συζήτησιν των καταψηφιστικών αγωγών και κυρίων παρεμβάσεων καταβάλλεται το κατά τον νόμον ΓπΟΗ του 1912, ως ετροποποιήθη , δικαστικόν ένσημον. 2.Επί των διαφορών μεταξύ οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως και των εις αυτούς ησφαλισμένων ή των διαδόχων αυτών ή των κατά νόμον δικαιουμένων εκ της σχέσεως ασφαλίσεως, δεν καταβάλλεται δικαστικόν ένσημον, οσάκις το αίτημα της αγωγής δεν υπερβαίνει τας πεντήκοντα χιλιάδας δραχμάς (άρθρ. 663 παρ. 5 Κ.Πολ.Δ. και άρθρ. 71 Εισαγ. Ν. Κωδ. Πολ. Δικ.). 3.Το δικαστικόν ένσημον προκαταβάλλεται το βραδύτερον μέχρι της πρώτης επ' ακροατηρίου συζητήσεως της αγωγής επί ποινή απορρίψεώς της ως απαραδέκτου. 4.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αι διατάξεις του νόμ. ΓπΟΗ του 1912, ως ετροποποιήθη, ως και αι διατάξεις περί τρόπου εισπράξεως του τέλους τούτου. Καταλογισμός δικαστικών εξόδων Άρθρ.8.-1.Πλείονες δύνανται ν' ασκήσουν δια του αυτού δικογράφου προσφυγήν κατά της αυτής πράξεως, ή πλειόνων συναφών ή αγωγήν περί αποζημιώσεως εκ της αυτής παρανόμου διοικητικής πράξεως ή εκ πλειόνων συναφών, εφ' όσον πάντες επικαλούνται κοινούς λόγους ακυρώσεως, ερειδομένους επί της αυτής νομικής και ιστορικής βάσεως. 2.Λόγοι ακυρώσεως μη ερειδόμενοι επί της αυτής νομικής και ιστορικής βάσεως εν σχέσει προς όλους τους ομοδίκους, αλλά προσιδιάζοντες μόνον είς τινας εξ αυτών, είναι παραδεκτοί και ερευνώνται περαιτέρω κατ' ουσίαν μόνον καθ' όσον αφορούν τον προτασσόμενον εις το δικόγραφον και τους μετ' αυτού ομοδικούντας, απορρίπτονται δε ως απαράδεκτοι, καθ' όσον αφορούν τους λοιπούς. 3.Έκαστος των ομοδίκων δύναται, κατά χωρισμόν του κοινού δικογράφου μέχρι της πρώτης συζητήσεως, ν' ασκήση κατά της αυτής ή των αυτών πράξεων ιδίαν προσφυγήν ή αγωγήν, η οποία λογίζεται ασκηθείσα από της ημερομηνίας ασκήσεως της αρχικής προσφυγής ή αγωγής. 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Παρέμβασις επί προσφυγής Άρθρ.82.-1.Ο ηττώμενος διάδικος καταδικάζεται εις την πληρωμήν των εξόδων. Τα έξοδα δύνανται να επιβληθούν εις βάρος του νικήσαντος διαδίκου εις τας περιπτώσεις του άρθρ. 185 Κ.Πολ. Δ. Σελ. 104,604 Τεύχος ΣΤ43-Σελ. …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.