(4).Το δικαστήριον, δεχόμενον την ανακοπήν εξαφανίζει την προσβαλλομένην απόφασιν και δικάζει επί της προσφυγής. Εάν το δικαστήριον απορρίψη την προσφυγήν η οποία είχε γίνει δεκτή δια της εξαφανιζομένης αποφάσεως, αναβιοί αναδρομικώς από της εκδόσεώς της η δια της προσβαλλομένης αποφάσεως ακυρωθείσα πράξις. Αποφάσεις υποκείμεναι εις έφεσιν Άρθρ.66.-1.Εις έφεσιν υπόκεινται αι οριστικαί αποφάσεις των πρωτοδικείων, αι εκδιδόμεναι επί διαφορών εξ αγωγών περί αποζημιώσεως (άρθρ. 7 παρ. 5 Νόμ. 702/1977). Εάν η απόφασις είναι εν μέρει οριστική, δεν χωρεί έφεσις ούτε κατά των οριστικών αυτής διατάξεων προ της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της διαφοράς. 2.Εκκαλουμένης της οριστικής αποφάσεως, θεωρούνται συνεκκληθείσαι και αι προεκδοθείσαι μη οριστικαί και αν δεν απευθύνεται ρητώς κατ’ αυτών η έφεσις. 3.Αι αποφάσεις των πρωτοδικείων αι εκδιδόμεναι επί των κατά το άρθρ. 7 παρ. 1 του Νόμ. 702/1977 διαφορών δεν υπόκεινται εις έφεσιν (άρθρ. 8 παρ. 1 Νόμ. 702/1977). Με τις διατάξεις της παρ. 1 άρθρ. 8 του Π.Δ. 702/1977, ανωτ. αριθ. 3, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 20 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), κατωτ. σελ. 104,649, οι αποφάσεις επί των κατά το άρθρ. 7 παρ. 1 του Π.Δ. 702/1977 διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου τριμελούς διοικητικού εφετείου. Σελ. 104,602(δ) Τεύχος 1253-Σελ. 30 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Δικαίωμα εφέσεως Άρθρ.67.-1.Δικαίωμα εφέσεως έχουν εφ' όσον ηττήθησαν εν όλω ή εν μέρει κατά την πρωτόδικον δίκην ο ενάγων, ο εναγόμενος, οι κυρίως και προσθέτως παρεμβάντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι μετά την άσκησιν της αγωγής ειδικοί διάδοχοι αυτών. 2.Έφεσιν δικαιούται να ασκήση και ο νικήσας διάδικος, εφ' όσον έχει έννομον συμφέρον. 3.Δευτέρα έφεσις παρά του αυτού διαδίκου κατά της αυτής αποφάσεως, ως προς το αυτό ή άλλο κεφάλαιον, δεν επιτρέπεται. Προθεσμία, υπογραφή, κατάθεσις της εφέσεως. Παράστασις εις την κατ' έφεσιν δίκην Άρθρ.68.-1.Ως προς την προθεσμίαν, την κατάθεσιν της εφέσεως και την περαιτέρω διαβίβασιν αυτής εις το εφετείον εφαρμόζονται κατά τα λοιπά και αι διατάξεις των άρθρ. 167 και 168 παρ. 2, 3 και 6 του Κώδικος Φορολ. Δικονομίας. 2.Αι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 11 και της παρ. 2 του άρθρ. 15 δεν έχουν εφαρμογήν επί της εφέσεως και της ενώπιον των εφετείων διαδικασίας. Μεταβιβαστικόν αποτέλεσμα της εφέσεως Άρθρ.69.-1.Δια της ασκήσεως της εφέσεως η υπόθεσις μεταβιβάζεται εις το εφετείον, καθ' όσον αφορά τας δι' αυτής προβαλλομένας αιτήσεις κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. 2.Το εφετείον και άνευ ειδικού περί τούτου λόγου εφέσεως, ερευνά αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμον και το ωρισμένον της αγωγής. Εάν η αγωγή εγένετο δεκτή ή απερρίφθη κατ' ουσίαν εν όλω ή εν μέρει και το εφετείον κρίνη ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμος ή αόριστος, εξαφανίζεται η απόφασις και απορρίπτεται η αγωγή. Ανασταλτικόν αποτέλεσμα της εφέσεως Άρθρ.70.-1.Η προθεσμία της εφέσεως, ως και η εμπροθέσμως και προσηκόντως ασκηθείσα έφεσις επάγονται αναστολήν της εκτελέσεως της αποφάσεως. 2.Δύναται ουχ ήττον το πρωτοδικείον κατ' εξαίρεσιν να κηρύξη, αιτήσει των διαδίκων, την απόφασίν του προσωρινώς εκτελεστήν, εν όλω ή εν μέρει, οσάκις, κατά την ητιολογημένην κρίσιν αυτού, συντρέχουν αποδεδειγμένως εκ των στοιχείων του φακέλλου εξαιρετικοί λόγοι συνηγορούντες προς τούτο, ως και οσάκις η επιβράδυνσις της εκτελέσεως θέλει επιφέρει ανεπανόρθωτον ζημίαν εις τον νικώντα διάδικον. 3.Το εφετείον δύναται να κηρύξη το πρώτον, την εκκληθείσαν απόφασιν προσωρινώς εκτελεστήν υπό τους όρους της προηγουμένης παραγράφου, ως επίσης και να διατάξη την αναστολήν της προσωρινής εκτελέσεως της εκκληθείσης αποφάσεως. 4.Επί αποφάσεων προσωρινώς εκτελεστών η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησις αυτής δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν, πλην αν πρόκειται να γίνη κατά τρίτου. 5.Το ανασταλτικόν αποτέλεσμα διαρκεί μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της εφέσεως ή της κατ' άλλον τρόπον καταργήσεως της κατ' έφεσιν δίκης. 6.Αι περί απαγορεύσεως προσωρινής εκτελέσεως διατάξεις του Κώδ. Πολ. Δικονομίας ή ετέρων νόμων δεν θίγονται δια του παρόντος. Αντέφεσις Άρθρ.71.-1.Ο εφεσίβλητος δύναται και μετά την πάροδον της προθεσμίας της εφέσεως να ασκήση αντέφεσιν εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και αν έτι απεδέχθη την απόφασιν ή παρητήθη της εφέσεως. 2.Η αντέφεσις ασκείται μόνον δι' ιδίου δικογράφου κατατιθεμένου παρά τη γραμματεία του εφετείου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των άρθρ. 30 και
- 3.Εάν απορριφθή η έφεσις ως εκπρόθεσμος ή απαράδεκτος ή τυπικώς άκυρος απορρίπτεται και η αντέφεσις, πλην αν ησκήθη διαρκούσης της δια τον αντεκκαλούντα προθεσμίας της εφέσεως, ότε ισχύει ως αυτοτελής έφεσις. Η παραίτησις από της εφέσεως ή η απόρριψις ταύτης ως αβασίμου δεν επηρεάζει την αντέφεσιν. Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως Άρθρ.7.-1.Το Δημόσιον εκπροσωπείται εις την δίκην δια του αρμοδίου Υπουργού, επέχοντος θέσιν διαδίκου, είτε η πράξις εξεδόθη υπ' αυτού είτε υπό Σελ. 104,52(β) Τεύχος 1359 Σελ. 100 αρχής υποκειμένης εις αυτόν, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των περί της εκπροσωπήσεως του Δημοσίου ισχυουσών διατάξεων. 2.Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου εκπροσωπούνται εις την δίκην κατά τας περί αυτών ισχυούσας διατάξεις. 3.Η επιμελεία των διαδίκων ή του δικαστηρίου επίδοσις παντός δικογράφου προς το Δημόσιον γίνεται προς τον Νομάρχην εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύει η εκδούσα την προσβαλλομένην πράξιν αρχή. Εάν η αρχή αύτη εδρεύει εις την περιφέρειαν της Νομαρχίας Αττικής, η επίδοσις γίνεται προς τον κατά την παρ. 1 του παρόντος αρμόδιον Υπουργόν. 4.Επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, η επιμελεία των διαδίκων ή του δικαστηρίου επίδοσις παντός δικογράφου γίνεται προς τον κατά νόμον εκπρόσωπον του νομικού προσώπου. Επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εχόντων εκτός της έδρας αυτών περιφερειακάς υπηρεσίας η επίδοσις γίνεται εις τον προϊστάμενον της υπηρεσίας εις την περιφέρειαν της οποίας εδρεύει η εκδούσα την πράξιν αρχή. Εάν η αρχή αύτη εδρεύει εις την περιφέρειαν της Νομαρχίας Αττικής η επίδοσις γίνεται προς τον κατά νόμον εκπρόσωπον του νομικού προσώπου. Με την παρ. 31 άρθρ. 19 Νόμ. 2386/6-7 Μαρτ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 43), Τόμ. 10Α΄, σελ. 290,403, ορίστηκε ότι: "Σε περίπτωση προσφυγής κατά πράξεως Ν.Π.Δ.Δ. και αγωγής από τέτοια πράξη που εγκρίθηκε από το εποπτεύον όργανο, η κοινοποίηση παντός δικογράφου γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην άνω παρ. 4 άρθρ. 7 προς το νομικό πρόσωπο, το οποίο καθίσταται διάδικο και στο εποπτεύον όργανο, το οποίο δικαιούται να παρέμβει στη σχετική δίκη". Ομοδικία Άρθρ.72-Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος αυτής, επιτρέπεται να υποβληθούν κατά τα οριζόμενα εις το άρθρ.
- Νέοι ισχυρισμοί-Λόγοι απαράδεκτου εφέσεως Άρθρ.73.-Ωσαύτως προς τους ενώπιον του εφετείου νέους ισχυρισμούς και τους λόγους απαραδέκτου της εφέσεως έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις των άρθρ. 172 και 173 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας. (Μετά τη σελ. 104,602(δ) Σελ. 104,6021 Τεύχος 1253-Σελ. 31 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Απαράδεκτον νέων αιτήσεων κατ' έφεσιν Άρθρ.74.-1.Είναι απαράδεκτος το πρώτον εις την κατ' έφεσιν δίκην η υποβολή νέας αιτήσεως, ως και πάσα μεταβολή του αντικειμένου ή του αιτήματος της αγωγής και αν έτι συναινή ο αντίδικος. Το απαράδεκτον λαμβάνεται υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως. 2.Επιτρέπεται εις την κατ' έφεσιν δίκην δια του δικογράφου της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων η υποβολή αιτήσεων δια παρεπομένας απαιτήσεις, αι οποίαι εγεννήθησαν μετά την συζήτησιν κατά την οποίαν εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφασις ή αιτήσεων περί αποκαταστάσεως των πραγμάτων εις την προ της εκτελέσεως της αποφάσεως κατάστασιν. Εις την περίπτωσιν ταύτην, αποδεικνυομένης της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριον δεχόμενον οριστικώς και κατ' ουσίαν την έφεσιν και απορρίπτον εν όλω ή εν μέρει την αγωγήν ή την κυρίαν παρέμβασιν, διατάσσει κατ' αίτησιν του καθ' ου η εκτέλεσις, την επαναφοράν των πραγμάτων εις την προ της εκτελέσεως της εξαφανισθείσης ή μεταρρυθμισθείσης αποφάσεως κατάστασιν. Απόφασις επί εφέσεως Άρθρ.75.-1.Βασίμου κριθέντος τινός των λόγων εφέσεως, το εφετείον εξαφανίζει ή μεταρρυθμίζει κατά τας περιστάσεις την απόφασιν του πρωτοδικείου, κρίνον δε άμα περαιτέρω την υπόθεσιν, δέχεται εν όλω ή εν μέρει ή απορρίπτει την αγωγήν. 2.Εάν το αιτιολογικόν της εκκαλουμένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένον, αλλά το διατακτικόν αυτής ορθόν, το εφετείον αντικαθιστά τας αιτιολογίας και απορρίπτει την έφεσιν. 3.Εάν η απόφασις εξαφανίζεται λόγω αναρμοδιότητος του πρωτοδικείου, η υπόθεσις παραπέμπεται εις το αρμόδιον πρωτοδικείον μόνον εάν τούτο δεν υπάγεται εις την περιφέρειαν του δικάσαντος την έφεσιν δικαστηρίου. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν το εφετείον κρατεί παρ' εαυτώ την υπόθεσιν. Μη χειροτέρευσις της θέσεως του εκκαλούντος Άρθρ.76.-1.Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρ. 69 παρ. 2, το δικάζον την έφεσιν δικαστήριον δεν δύναται να καταστήση χείρονα την θέσιν του εκκαλούντος, εκτός εάν ησκήθη έφεσις ή αντέφεσις και υπό του ετέρου των διαδίκων. 2.Η διάταξις της παρ. 1 δεν εφαρμόζεται όταν το εφετείον μετά την εξαφάνισιν της πρωτοδίκου αποφάσεως δικάζη την υπόθεσιν κατ' ουσίαν. Αναθεώρησις Άρθρ.77.-1.Η αναθεώρησις επιτρέπεται μόνον εάν α)η προσβαλλομένη απόφασις στηρίζεται επί ψευδούς καταθέσεως μάρτυρος, επί ψευδούς εκθέσεως ή καταθέσεως πραγματογνώμονος ή επί πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, εφ' όσον τα περιστατικά ταύτα προκύπτουν εξ αμετακλήτου αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου και β)η προσβαλλομένη απόφασις στηρίζεται επί αποφάσεως πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου η οποία ανετράπη αμετακλήτως μετά την τελευταίαν συζήτησιν. 2.Η προς άσκησιν αιτήσεως αναθεωρήσεως προθεσμία είναι ενενήκοντα ημερών αρχομένη εις την περίπτ. α΄ της προηγουμένης παραγράφου, αφ' ης κατέστη αμετάκλητος η απόφασις του ποινικού δικαστηρίου, εις δε την περίπτ. β΄ αυτής αφ' ης ο αιτούμενος την αναθεώρησιν έλαβε γνώσιν της θεμελιούσης την αίτησιν αυτού αμετακλήτου αποφάσεως. 3.Εάν τα γεγονότα της προηγουμένης παραγράφου προηγήθησαν της επιδόσεως της αποφάσεως, η προθεσμία της αιτήσεως αναθεωρήσεως άρχεται από ταύτης. 4.Η παρ. 2 του άρθρ. 167 του Κώδικος Φορολογ. Δικονομίας εφαρμόζεται και επί της αιτήσεως αναθεωρήσεως. 5.Πρόσθετοι λόγοι αναθεωρήσεως επιτρέπεται να ασκηθούν κατά τα εις το άρθρ. 30 οριζόμενα. 6.Κατά τα λοιπά επί αναθεωρήσεως εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 173, 176, 177, 182 και 183 του Κώδικος Φορολ. Δικονομίας και του άρθρ. 65 παρ. 4 του παρόντος. Τριτανακοπή Άρθρ.78.-1.Τρίτος, βλαπτόμενονς εκ της προσφυγής εκδιδομένης και ακυρούσης εν όλω ή εν μέρει την διοικητικήν πράξιν αποφάσεως, δικαιούται να ανακόψη ταύτην ενώπιον του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου εντός προθεσμίας εξήκοντα ημερών, αρχομένης από της γενομένης εις αυτόν κοινοποιήσεως της αποφάσεως, ή αφ' ης άλλως πως έλαβε γνώσιν αυτής. 2.Στερείται του δικαιώματος ανακοπής ο τρίτος εις τον οποίον επιμελεία του εισηγητού ήθελε κοινοποιηθή αντίγραφον της προσφυγής μετά σημειώσεως της δικασίμου, είκοσι πλήρεις ημέρας προ αυτής, ως και πας κατά την συζήτησιν παρεμβάς. (Μετά τη σελ. 104,602) Σελ. 104,603 Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 99 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.1 Αναίρεσις Άρθρ.79.-Ως προς το ένδικον μέσον της αναιρέσεως και τους λόγους αυτής, εφαρμογήν έχουν αι περί αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατεία διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ ΤΡΙΤΟΝ Δικαστικά έξοδα Τέλη Άρθρ.80.-1.Αι διατάξεις περί των επιβαλλομένων τελών χαρτοσήμου επί των εγγράφων της ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων διαδικασίας (άρθρον εικοστόν πρώτον του Νόμ. 4125/1960 ως τούτο αντικατεστάθη υπό του άρθρ. 5 του Νόμ. 221/1975) ισχύουν και επί παντός εν γένει δικογράφου αφορώντος εις τας υπό του παρόντος προβλεπομένας διαφοράς. Ωσαύτως εφαρμόζονται κατά την ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων διαδικασίαν αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί των ειδικών τελών και ενσήμων. 2.Κατά την εφαρμογήν της προηγουμένης παραγράφου η αγωγή, η τριτανακοπή και η κυρία παρέμβασις λογίζονται ως προσφυγή, η δε αντέφεσις ως έφεσις. Δικαστικόν ένσημον Άρθρ.81.-1.Δια την συζήτησιν των καταψηφιστικών αγωγών και κυρίων παρεμβάσεων καταβάλλεται το κατά τον νόμον ΓπΟΗ του 1912, ως ετροποποιήθη , δικαστικόν ένσημον. 2.Επί των διαφορών μεταξύ οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως και των εις αυτούς ησφαλισμένων ή των διαδόχων αυτών ή των κατά νόμον δικαιουμένων εκ της σχέσεως ασφαλίσεως, δεν καταβάλλεται δικαστικόν ένσημον, οσάκις το αίτημα της αγωγής δεν υπερβαίνει τας πεντήκοντα χιλιάδας δραχμάς (άρθρ. 663 παρ. 5 Κ.Πολ.Δ. και άρθρ. 71 Εισαγ. Ν. Κωδ. Πολ. Δικ.). 3.Το δικαστικόν ένσημον προκαταβάλλεται το βραδύτερον μέχρι της πρώτης επ' ακροατηρίου συζητήσεως της αγωγής επί ποινή απορρίψεώς της ως απαραδέκτου. 4.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αι διατάξεις του νόμ. ΓπΟΗ του 1912, ως ετροποποιήθη, ως και αι διατάξεις περί τρόπου εισπράξεως του τέλους τούτου. Καταλογισμός δικαστικών εξόδων Άρθρ.8.-1.Πλείονες δύνανται ν' ασκήσουν δια του αυτού δικογράφου προσφυγήν κατά της αυτής πράξεως, ή πλειόνων συναφών ή αγωγήν περί αποζημιώσεως εκ της αυτής παρανόμου διοικητικής πράξεως ή εκ πλειόνων συναφών, εφ' όσον πάντες επικαλούνται κοινούς λόγους ακυρώσεως, ερειδομένους επί της αυτής νομικής και ιστορικής βάσεως. 2.Λόγοι ακυρώσεως μη ερειδόμενοι επί της αυτής νομικής και ιστορικής βάσεως εν σχέσει προς όλους τους ομοδίκους, αλλά προσιδιάζοντες μόνον είς τινας εξ αυτών, είναι παραδεκτοί και ερευνώνται περαιτέρω κατ' ουσίαν μόνον καθ' όσον αφορούν τον προτασσόμενον εις το δικόγραφον και τους μετ' αυτού ομοδικούντας, απορρίπτονται δε ως απαράδεκτοι, καθ' όσον αφορούν τους λοιπούς. 3.Έκαστος των ομοδίκων δύναται, κατά χωρισμόν του κοινού δικογράφου μέχρι της πρώτης συζητήσεως, ν' ασκήση κατά της αυτής ή των αυτών πράξεων ιδίαν προσφυγήν ή αγωγήν, η οποία λογίζεται ασκηθείσα από της ημερομηνίας ασκήσεως της αρχικής προσφυγής ή αγωγής. 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Παρέμβασις επί προσφυγής Άρθρ.82.-1.Ο ηττώμενος διάδικος καταδικάζεται εις την πληρωμήν των εξόδων. Τα έξοδα δύνανται να επιβληθούν εις βάρος του νικήσαντος διαδίκου εις τας περιπτώσεις του άρθρ. 185 Κ.Πολ. Δ. Σελ. 104,604 Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 100 2.Εάν έκαστος των διαδίκων εν μέρει νικά και εν μέρει ηττάται, τα έξοδα συμψηφίζονται ή κατανέμονται αναλόγως της εκτάσεως της νίκης ή της ήττης, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της διατάξεως του άρθρ. 178 του Κώδ. Πολ. Δικ. 3.Τα έξοδα δύνανται να συμψηφισθούν εν όλω ή εν μέρει λόγω ευλόγου αμφιβολίας περί την έκβασιν της δίκης. 4.Επί καταργήσεως δίκης εξ οιουδήποτε λόγου δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη. 5.Εις δίκας μετά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρ. 22 παρ. 1 και 2 του Νόμ. 3693/1957 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων». 6.Κατά τα λοιπά περί των δικαστικών εξόδων εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των άρθρ. 181, 182, 184, 189 έως 191 και 193 του Κώδ. Πολ. Δικ. Ευεργέτημα πενίας Άρθρ.83.-1.Ως προς το ευεργέτημα της πενίας εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των άρθρ. 194 έως 204 του Κώδ. Πολ. Δικ. 2.Εις ας περιπτώσεις τα έξοδα, κατ' εφαρμογήν του άρθρ. 203 παρ. 2 του Κώδ. Πολ. Δικ., εισπράττονται κατά τον Κώδικα περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, παραγγέλλεται δι' αποφάσεως ο γραμματεύς του δικαστηρίου όπως αντίγραφον αυτής αποστείλη αμελλητί εις το αρμόδιον Δημόσιον Ταμείον. 6.ΑΑ.γ.1 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ Τελικαί και μεταβατικαί διατάξεις Τελικαί διατάξεις Άρθρ.84.-1.Όπου εις το παρόν γίνεται παραπομπή εις τον Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, οι εις αυτό αναφερόμενοι όροι φορολογική διαφορά, φορολογικός νόμος, φορολογική δίκη, φορολογικόν όργανον, φορολογική διαδικασία, φορολογική πράξις, νοούνται αντιστοίχως ως διοικητική διαφορά, διοικητικός νόμος, διοικητική δίκη, διοικητικόν όργανον, διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, διοικητική πράξις. 2.Όπου εις το παρόν και εις τον Κώδ. Φορολ. Δικ. αναφέρεται η εκδούσα την πράξιν αρχή, ως τοιαύτη νοείται και η παραλείψασα την νόμιμον ενέργειαν αρχή, όπου δε γίνεται λόγος περί πράξεως, ως τοιαύτη νοείται και η παράλειψις. 3.Όπου εις τον ανωτέρω Κώδικα αναφέρεται «Δημόσιον» ή «δημόσιος υπάλληλος» νοούνται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή αντιστοίχως και οι υπάλληλοι αυτών. 4.Όπου εις το παρόν γίνεται παραπομπή εις διατάξεις του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας, του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας ή άλλων νομοθετημάτων, αύται νοούνται ως εκάστοτε ισχύουν. 5.Όπου εις το παρόν αναφέρεται άρθρον άνευ μνείας νομοθετήματος νοείται το παρόν δ/μα. Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.85.-1.Από της ημερομηνίας κατά την οποίαν, συμφώνως προς το άρθρ. 36 παρ. 2 του Νόμ. 702/1977 και το υπ' αριθ. 109/1978 Π.Δ/μα καθίστανται αρμόδια τα τριμελή διοικητικά πρωτοδικεία προς εκδίκασιν των κατά το άρθρ. 7 του Νόμ. 702/1977, υποθέσεων, εις προσφυγήν ενώπιον των δικαστηρίων τούτων υπόκεινται αι μετά την ημερομηνίαν ταύτην εκδιδόμεναι διοικητικαί πράξεις. Διοικητικαί πράξεις εκδοθείσαι προ της ημερομηνίας ταύτης υπόκεινται εις τα ένδικα ή ενδικοφανή μέσα τα προβλεπόμενα υπό των κειμένων κατά τον χρόνον της εκδόσεώς των διατάξεων, ενώπιον των κατά τας αυτάς διατάξεις αρμοδίων δικαστηρίων ή οργάνων. 2.Από της συμφώνως προς την προηγουμένην παράγραφον ημερομηνίας αγωγαί περί αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου επί των περιπτώσεων του άρθρ. 7 παρ. 5 του Νόμ. 702/1977, υπάγονται εις την αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων, εφ' όσον αι σχετικαί αξιώσεις απορρέουν εκ διοικητικών πράξεων εκδιδομένων μετά την ημερομηνίαν ταύτην.