📄 Κείμενο νόμου
3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 44120 της 1 Δεκ. 1942/16 Ιαν. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 6) Περί εγκρίσεως κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας εξ άρθρ. 19 και κανονισμού παροχών εξ άρθρ. 16 Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Αν. Εταιρ. Οινοποιΐας, Ζυθοποιΐας, Οινοπνευματοποιΐας. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. υπ’ αριθ. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεων τινών της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2)Πρότασιν του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ανωνύμων Εταιρειών Οινοποιΐας, Ζυθοποιΐας και Οινοπνευματοποιΐας υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 156 ε.έ. αναφοράς αυτού. 3)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αρ. Πρωτ. 101 ε.έ. Συνεδρίασις 36/10-8-42), αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν 1)τον Κανονισμόν Εσωτερικής Υπηρεσίας εξ άρθρ. 19 και 2)τον Κανονισμόν Παροχών εξ άρθρ. 16 του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ανωνύμων Εταιρειών Οινοποιΐας, Ζυθοποιΐας και Οινοπνευματοποιΐας, έχοντας ως εξής: Α΄.ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ άρθρου για κάθε συντάξιμο έτος πέραν της εικοσαετίας ως εξής: ΣΥΝΤΑΞΙΜΟΣ ΜΙΣΘΟΣ ΒΑΣΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ Μέχρι 160.000 50.101 160.001 170.000 50.641 170.001 180.000 51.182 180.001 190.000 51.722 190.001 200.000 52.257 200.001 210.000 52.797 210.001 220.000 53.337 220.001 230.000 53.872 230.001 240.000 54.413 240.001 250.000 54.953 250.001 260.000 55.488 260.001 270.000 56.028 270.001 280.000 56.568 280.001 290.000 57.104 290.001 300.000 57.644 300.001 310.000 58.184 310.001 320.000 58.704 320.001 330.000 59.223 330.001 340.000 59.743 340.001 350.000 60.262 350.001 360.000 60.782 360.001 370.000 61.301 370.001 380.000 61.821 380.001 390.000 62.340 390.001 400.000 62.860 400.001 410.000 63.380 410.001 420.000 63.899 420.001 430.000 64.418 430.001 440.000 64.938 440.001 450.000 65.457 450.001 460.000 65.977 460.001 470.000 66.496 470.001 και άνω 67.016 Οι συντάξεις που καταβάλλει το Ταμείο στους συνταξιούχους των οποίων η έναρξη του συνταξιοδοτικού δικαιώματος εμπίπτει στο μέχρι 31.12.1998 χρονικό διάστημα, αυξάνονται κατά ποσοστό 1,4% διορθωτικό και 2,5% από 1.1.1999. Ο υπολογισμός του ανωτέρω ποσοστού θα γίνει στα ποσά των συντάξεων όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.1998». Η περίπτ. β΄, όπως είχε αντικατασταθεί από την με αριθμ. Φ.110/1078/3-20 Ιουλ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 642) (Διορθ. Σφάλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 754/31-81995, απόφαση Υπ. Υγείας Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων και τις με αριθμ. 110/1764/20-29 Νοεμ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 981), 110/1103/29 Ιουλ. / 21 Αυγ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 717), 110/675/23 Μαΐου / 6 Ιουν. 1997 (ΦΕΚ Β΄ 462), Φ.110/983/3-16 Ιουλ. 1998 (ΦΕΚ Β΄ 731) αποφάσεις Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την Φ.110/412/24 Μαρτ. / 1 Απρ. 1999 (ΦΕΚ Β΄ 299) ομοία απόφαση. «γ)Η ανωτέρω βασική σύνταξις προσαυξάνεται αναλόγως των συνταξίμων ετών υπηρεσίας ως ακολούθως: 1)Δι’ έκαστον συντάξιμον έτος εκ των πρώτων 5 ετών μετά το 20όν κατά 1%. 2)Δι’ έκαστον συντάξιμον έτος εκ των πρώτων 5 ετών μετά το 25ον κατά 3%. 3)Δι’ έκαστον συντάξιμον έτος εκ των μετά το 30όν κατά 6%». Το εδάφ. γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 110/3/2073 της 3/28 Ιουλ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 532) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. δ)Η κατά τα ανωτέρω υπολογιζομένη σύνταξις καταβάλλεται εντός του πρώτου πενθημέρου του μηνός, εις ον αντιστοιχεί αύτη. «ε.Από 1.1.1999 το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο του ποσού των 50.101 δρχ. για τους συνταξιούχους των περ. α, β, γ, δ και ε της παρ. 1 και της περ. α΄ της παρ. 5 του άρθρ. 2 (συντάξεις γήρατος και αναπηρίας) και του ποσού των 40.002 δρχ. για τους συνταξιούχους του άρθρ. 7 (συντάξεις δικαιοδόχων) και τους συνταξιούχους της περ. ζ της παρ. 2 του άρθρ. 2 ανεξαρτήτως από το χρόνο έναρξης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Οι συντάξεις των συνταξιοδοτουμένων με βάση την περ. β΄ της παρ. 5 του άρθρ. 2 και των δικαιοδόχων συνταξιούχων της ίδιας περίπτωσης, δεν εμπίπτουν στις διατάξεις κατωτάτων ορίων συντάξεων κατά κατηγορία». Η περίπτ. ε΄, όπως είχε αντικατασταθεί από την με αριθ. Φ.110/1078/3-20 Ιουλ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 642) (Διορθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 754) 31-81995) απόφαση Υπ. Υγείας Πρόν. και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και τις με αριθμ. 110/1764/20-29 Νοεμ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 981), 110/1103/29 Ιουλ. / 21 Αυγ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 717), 110/675/23 Μαΐου / 6 Ιουν. 1997 (ΦΕΚ Β΄ 462), Φ.110/983/3-16 Ιουλ.. 1998 (ΦΕΚ Β΄ 731) αποφάσεις του Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την με αριθμ. Φ.110/412/24 Μαρτ. / 1 Απρ. 1999 (ΦΕΚ Β΄ 299) ομοία. (Αντί για τη σελ. 1630,01(δ) Σελ. 1630,01(ε) Τεύχος 1327 Σελ. 51 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 39.Ν.ν.3 340 2.«α.Ως συντάξιμος χρόνος θεωρείται το σύνολον της πραγματικής και εξαγορασθείσης ή υπό εξαγοράν προϋπηρεσίας. β.Ειδικώς, δια τους υπαγομένους εις τα εδάφ. γ, δα και ε της παρ. 1 του άρθρ. 2 και της παρ. 1 του άρθρ. 7 του παρόντος, τα συντάξιμα αυτών έτη υπολογίζονται τουλάχιστον εις 20 εφ’ όσον είναι κατώτερα τούτων. γ.Η συνταξιοδότησις άρχεται προκειμένου μεν περί των συνταξιούχων των εδαφ. γ και ε της παρ. 1 του άρθρ. 2 του παρόντος από της επομένης ημέρας της επελεύσεως του ασφαλιστικού γεγονότος, προκειμένου δε περί των συνταξιούχων των εδαφ. α, β και δι της ιδίας παραγράφου του αυτού άρθρου από της επομένης ημέρας της υποβολής της σχετικής αιτήσεως μετά των απαιτουμένων δικαιολογητικών εις το Ταμείον, άλλως η έναρξις της συνταξιοδοτήσεως άρχεται από της επομένης της υποβολής απάντων των δικαιολογητικών, οπωσδήποτε δε μετά την αποχώρησιν εκ της εργασίας. Σελ. 1630,02(ε) Τεύχος 1327 Σελ. 52 39.Ν.ν.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 341 Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει εφ’ όσον άπαντα τα δικαιολογητικά υποβάλλονται εντός διμήνου από της υποβολής της αρχικής αιτήσεως η έναρξις του εις σύνταξιν δικαιώματος άρχεται από της επομένης της ημέρας εκείνης καθ’ ην υπεβλήθη η αρχική αίτησις. Η συνταξιοδότησις των συνταξιούχων του εδαφ. δα της παρ. 1 του άρθρ. 2 του παρόντος άρχεται από της ημερομηνίας συνταξιοδοτήσεώς των παρά του κυρίου ασφαλιστικού φορέως, εν ουδεμιά δε περιπτώσει προ της ισχύος του παρόντος». Το άρθρ. 6 ετροποποιήθη εξ ολοκλήρου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ 492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 (ΦΕΚ Β΄ 295) αποφ. Υπ. Εργασίας, η δε ανωτέρω παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 110/3/3028 της 4/18 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1018) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «3.Αι καθωρισμέναι και καταβαλλόμεναι συντάξεις δύνανται ν’ αναπροσαρμόζωνται αναλόγως των οικονομικών και ασφαλιστικών δυνατοτήτων του Ταμείου δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά γνώμην του Δ.Σ. αυτού, λαμβανομένης δια πλειοψηφίας των 2/3 τουλάχιστον των μελών αυτού. Εάν κατά τον, κατά τ’ ανωτέρω, υπολογισμόν ή αναπροσαρμογήν του ποσοστού συντάξεως απομένη υπόλοιπον από 0,50 μέχρι 0,99 εκατοστών, στρογγυλούται τούτο εις μίαν ακεραίαν δραχμήν τυχόν δε κατώτερον των 0,50 παραλείπεται». Η παρ. 3 προστέθηκε από την παρ. 5 της 110/3/245/9-28 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 195) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Δικαιοδόχοι Άρθρ.7.-«1.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου του Ταμείου, ή ησφαλισμένου, τα κατά τας επομένας παραγράφους μέλη οικογενείας αυτού, δικαιούνται συντάξεως, εφ’ όσον ο θανών ησφαλισμένος είχε 5 έτη συμπεπληρωμένην πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, προκειμένου δε περί ησφαλισμένου θανόντος εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής ταύτης ή εκ πολεμικού γεγονότος ανεξαρτήτως ηλικίας και χρόνου υπηρεσίας». Η παρ. 1, τροποποιηθείσα δια της αποφ. 34025/1978 (ΦΕΚ Β΄ 212) Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 110/3/2220 της 28 Αυγ./18 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 789). «Η χήρα ή ο χήρος σύζυγος, ή χήρα μήτηρ και τα τέκνα, νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, υιοθετηθέντα, εφ’ όσον η υιοθεσία έλαβε χώραν εν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως και επί ησφαλισμένης και τα νόθα μέχρι συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας επί αρρένων και προκειμένου περί σπουδαζόντων μέχρι του 24ου έτους, επί θηλέων δε μέχρι συμπληρώσεως του 30ού έτους και επί ανικάνων προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν τέκνων αδιαφόρως φύλου και ανεξαρτήτως ηλικίας. Εν τη περιπτώσει ταύτη η αναπηρία βεβαιούται υπό των εν άρθρ. 2 παρ. 2 του Κανονισμού Παροχών Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ κατά τα εν αυτώ οριζόμενα». Το εδάφ. β΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 6 της 110/3/245/9-28 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 195) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Ελλείψει χήρας ή χήρου και τέκνων και χήρας μητρός οι γονείς του θανόντος εφ’ όσον συνετηρούντο υπό τούτου, προκειμένου δε περί πατρός εφ’ όσον είναι άπορος και έχει συμπληρώσει το 65ον έτος της ηλικίας ή ανεξαρτήτως ηλικίας, εφ’ όσον είναι άπορος και ανάπηρος της αναπηρείας διαπιστουμένης και εν τη περιπτώσει ταύτη κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα. 3.(Κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 295), η δε επομένη παρ. 4 έλαβε τον αριθ. 3). Το άρθρ. 7 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 27308/3082 της 31 Ιουλ./11 Αυγ. 1947 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 110) «(4)3.Η συνταξιοδότησις των δικαιοδόχων λόγω θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου άρχεται από 1ης του μηνός του επομένου εκείνου καθ’ ον επήλθεν ο θάνατος». Η παρ. (4)3 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 2585/Σ.36 της 16 Απρ./12 Μαΐου 1959 (ΦΕΚ Β΄ 161) ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 295). Προϋποθέσεις μεταβιβάσεως δικαιωμάτων εις δικαιούχους Άρθρ.8.-«Η χήρα σύζυγος δεν δικαιούται συντάξεως εάν ο θανών κατά την τέλεσιν του γάμου του ήτο ήδη συνταξιούχος και είχε συμπεπληρωμένον το 55ον έτος της ηλικίας του ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου διετίας από της τελέσεως του γάμου εκτός εάν α)Ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα, β)υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον, γ)η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. Η παροχή συντάξεως εις μέλη οικογενείας διακόπτεται άμα τη συνάψει του γάμου». Το άρθρ. 8 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 27308/3082 της 31 Ιουλ./11 Αυγ. 1947 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 110). (Αντί για τη σελ. 1631(β) Σελ. 1631(γ) Τεύχος Ε122-Σελ. 93 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 39.Ν.ν.3 342 Καθορισμός περιοδικών παροχών δικαιοδόχων Άρθρ.9.-«1.Εις την χήραν άνευ τέκνων χορηγούνται τα 70% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος. 2.Εις τον σύζυγον θανούσης ησφαλισμένης εφ’ όσον ούτος είναι άπορος και ανάπηρος ανεξαρτήτως ηλικίας ή άπορος και υπερέβη το 65ον έτος της ηλικίας του χορηγούνται τα 70% της συντάξεως ην ελάμβανεν η συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν η θανούσα ησφαλισμένη. 3.Εις την χήραν ή τον πληρούντα τας προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου χήρον σύζυγον μεθ’ ενός τέκνου τα 80% της συντάξεως, ην ελάμβανεν ο (η) ησφαλισμένος ή συνταξιούχος. 4.Εις την χήραν σύζυγον ή τον πληρούντα τας προϋποθέσεις της παρ. 2 χήρον σύζυγον μετά δύο τέκνων τα 90% μετά πλειόνων δε των δύο τέκνων τα 100% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή θα εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος, του επί πλέον της συντάξεως της χήρας ή του χήρου συζύγου ποσού κατανεμομένου μεταξύ των τέκνων κατ’ ισομοιρίαν. 5.Εις εν τέκνον ορφανόν εξ αμφοτέρων των γονέων τα 70% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος. 6.Εις τα δύο ορφανά τέκνα εξ αμφοτέρων των γονέων τα 80% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή θα εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένον και επί πλειόνων των δύο τα 100% της συντάξεως τούτου κατανεμομένης κατ’ ισομοιρίαν. 7.Εις την χήραν μητέρα ή τον ανάπηρον και άπορον πατέρα εφ’ όσον δεν υπάρχουν χήρα σύζυγος και τέκνα τα 70% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή θα εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος. 8.Εις την χήραν μητέρα και τον ανάπηρον και άπορον πατέρα συντρέχοντος μετά χήρας συζύγου και τέκνων ή άνευ τέκνων τα 25% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή θα εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος. 9.Εις έκαστον γονέα συντρεχόντων αμφοτέρων εφ’ όσον δεν υπάρχουν σύζυγος και τέκνα τα 35% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή θα εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος. Οσάκις λόγω της συνδρομής πλειόνων μελών οικογενείας το συνολικόν ποσόν της συντάξεως της οποίας ταύτα δικαιούνται υπερβαίνει το ποσόν της συντάξεως ήν ελάμβανεν ο θανών συνταξιούχος ή θα εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. Σελ. 1632(γ) Τεύχος Ε122-Σελ. 94 Μειουμένου του αριθμού των δικαιουμένων συντάξεως μελών οικογενείας λόγω των εξ οιασδήποτε αιτίας λήξεως του δικαιώματος εις σύνταξιν τινών εξ αυτών το ποσόν της συντάξεως των υπολοίπων δικαιούχων αναπροσαρμόζεται αναλόγως κατά τας διατάξεις του παρόντος». Το άρθρ. 9 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 295)-διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 359/1963). Απώλεια ή διακοπή δικαιώματος συντάξεως Άρθρ.10.-1.Στερούνται του δικαιώματος συντάξεως α)Η χήρα ερχομένη εις νέον γάμον. β)(Καταργήθηκε από την παρ. 6 της 110/3/1601/23 Ιουλ.-4 Σεπτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 743) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών και το επόμενο εδάφ. γ΄ αναριθμήθηκε ως β΄). β.(γ)Η χήρα μήτηρ του ησφαλισμένου ερχομένη εις νέον γάμον. 2.Διακόπτεται η παροχή συντάξεως εις συνταξιούχον αφ’ ης ούτος καταστή εκ νέου ησφαλισμένος εις το Ταμείον. «Άρθρ.10α.-1.Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Εάν ο ησφαλισμένος εκτίη ποινήν στερητικήν της ελευθερίας μεγαλυτέραν των εξ μηνών. Εάν όμως υπάρχουν πρόσωπα, άτινα εν περιπτώσει θανάτου τούτου θα ελάμβανον σύνταξιν, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως, ήτις θα κατεβάλλετο εις ταύτα εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου. β)(Κατηργήθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 110/3/2073 της 3/28 Ιουλ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 532) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών). 2.Η παρούσα εφαρμόζεται δι’ άπαντας τους ήδη και μέλλοντας συνταξιούχους». Το άρθρ. 10α προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 74365/Ξ.809/1956 (ΦΕΚ Β΄ 16/1957) αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 66534/Σ.660 της 30 Νοεμ./21 Δεκ. 1957 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 329). 39.Ν.ν.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 343 Εφ’ άπαξ παροχαί Άρθρ.11.-«1.Ησφαλισμένοι άρρενες ή θήλεις εξελθόντες ή εξερχόμενοι της ασφαλίσεως και μη έχοντες συμπληρώσει τας απαιτουμένας προϋποθέσεις προς απόληψιν συντάξεως, δικαιούνται ούτοι ή εις περίπτωσιν θανάτου των τα μέλη οικογενείας αυτών, εις άτοκον επιστροφήν των καταβληθεισών εις το Ταμείον ατομικών των εισφορών μετά την συμπλήρωσιν του 60ού έτους της ηλικίας των οι άρρενες και του 55ου έτους αι θήλεις, ή αφ’ ης κατέστησαν διαρκώς ανίκανοι προς εργασίαν με ποσοστόν αναπηρίας τουλάχιστον 67%». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 110/3/2220 της 28 Αυγ./18 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 789). 2.Τα εδάφ. β΄, γ΄ και δ΄ της παρ. 4 του άρθρ. 2 του παρόντος Κανονισμού ισχύουν και δια τους εξαγοράσαντας προϋπηρεσίαν ησφαλισμένους του Ταμείου». «3α.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου, στους οποίους επεστράφησαν οι ασφαλιστικές εισφορές μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμ. 1405/83, έχουν το δικαίωμα να αναγνωρίσουν ως χρόνο ασφάλισης το χρόνο για τον οποίο τους επεστράφησαν οι ασφαλιστικές εισφορές. Η αναγνώριση και εξαγορά του παραπάνω χρόνου πραγματοποιείται ύστερα από σχετική αίτηση του ασφαλισμένου με την καταβολή της πρόσθετης εισφοράς ποσοστού 2% επί των αποδοχών, που ελάμβανε ο ασφαλισμένος κατά τον τελευταίο μήνα της απασχόλησής του, εφόσον αυτές δεν είναι κατώτερες από το 25πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, που ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για αναγνώριση. β)Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς, που προκύπτει, πραγματοποιείται εφάπαξ. γ)Η διαπίστωση του χρόνου ασφάλισης, για τον οποίο επεστράφησαν οι ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και η ανάληψη τούτων, γίνονται από τα στοιχεία που τηρούνται στο Ταμείο». Η παρ. 3 προστέθηκε από την 110/3/159/2-10 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 77) απόφ. Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Το άρθρ. 11 αντικατασταθέν δια της υπ’ αριθ. Φ.56052/1/54 της 27 Φεβρ./30 Απρ. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 96) αποφ. Υπ. Εργ. και της υπ’ αριθ. 4769/Σ 37 της 2/15 Ιουλ. 1958 (ΦΕΚ Β΄ 196) ομοίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 110/3/3028 της 4/18 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1018) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Έξοδα κηδείας Άρθρ.12.-«1.Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, καταβάλλεται για έξοδα κηδείας εφ’ άπαξ βοήθημα, που αποτελείται από ποσό ίσο με 8 ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, όπως το ημερομίσθιο αυτό θα ισχύει κάθε φορά». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την 110/3/1348/1-20 Ιουλ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 507) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Τα έξοδα κηδείας καταβάλλονται εις τον επιμεληθέντα της κηδείας». Το άρθρ. 12 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 9347/Σ.83 της 12 Φεβρ./6 Μαρτ. 1957 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 76). Συνταξιοδότησις Άρθρ.13.-1.Ο εις σύνταξιν δικαιούμενος οφείλει να υποβάλη εις το Ταμείον αίτησιν συνοδευομένην μετά των στοιχείων εφ’ ων βασίζει το προς παροχήν συντάξεως δικαίωμά του «2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα είναι απαράγραπτον. Ησφαλισμένοι, ων το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως απερρίφθη λόγω εκπροθέσμου υποβολής της σχετικής αιτήσεως, ή δεν ήσκησαν το δικαίωμα τούτο μέχρι της ισχύος της παρούσης, δύναται να ασκήσουν εκ νέου το δικαίωμα τούτο, κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως. Απαιτηταί συντάξεις μη εισπραχθείσαι εντός έτους, δι’ οιονδήποτε λόγον, παραγράφονται, της ετησίας παραγραφής αρχομένης από του τέλους του μηνός ον αφορά η προς πληρωμήν σύνταξις. Εν ουδεμιά περιπώσει καταβάλλεται σύνταξις αναδρομικώς δια χρονικόν διάστημα ανώτερον των 12 μηνών από της υποβολής της περί απονομής συντάξεως αιτήσεως. Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται επί πάσης άλλης κατά του Ταμείου αξιώσεως η οποία απορρέει εκ του παρόντος Καταστατικού». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 110/3/3085/1 Δεκ. 1979-12 Ιαν. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 28) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 3.(Καταργήθηκε από την παρ. 7 της 110/3/1601/23 Ιουλ.-4 Σεπτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 743) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, οι δε παρ. 4 και 5 πήραν τους αριθ. 3 και 4). 4.(Κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 295), η δε επομένη παρ. 5 έλαβε τον αριθ. 4). 3.(5)(4).«Η πληρωμή των συντάξεων γίνεται προς τους δικαιούχους ή τους αντιπροσώπους αυτών, δια νομίμου πληρεξουσίου υπό της μεθ’ (Αντί για τη σελ. 1633(ε) Σελ. 1633(ζ) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ. 107 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 39.Ν.ν.3 344 ης συναλλάσσεται το Ταμείον Τραπέζης, βάσει αποδείξεων υπογραφομένων υπό τούτων και επιστρεφομένων υπ’ αυτής το βραδύτερον εντός του επομένου τριμήνου. Ο Συνταξιούχος του Ταμείου υποχρεούται επί ποινή διακοπής της συντάξεώς του όπως την 1ην Ιανουαρίου και την 1ην Ιουλίου εκάστου έτους προσκομίζη εις το Ταμείον βεβαίωσιν της αρμοδίας αρχής ότι ευρίσκεται εν ζωή και ότι ουδέν γεγονός εκ των συνεπαγομένων την διακοπήν της παροχής συντάξεως ή την μείωσιν αυτής συνέβη εις αυτόν». Η παρ. (5)4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 64262/Ε.2022 της 5/19 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 327). 4.(6).(«5).Το Δ.Σ. υποχρεούται όπως εντός 2 μηνών από της σχετικής αιτήσεως εκδώση την περί απονομής ή μη συντάξεως ή επιστροφής εισφορών απόφασίν του εφ’ όσον μετά της αιτήσεως έχουν υποβληθή και άπαντα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά δι’ εκάστην ασφαλιστικήν περίπτωσιν. Εις περίπτωσιν ελλείψεως δικαιολογητικών το Ταμείον υποχρεούται όπως ειδοποιήση πάραυτα τον ενδιαφερόμενον ίνα συμπληρώση ταύτα, ότε η ως άνω προθεσμία άρχεται από της υποβολής των». Η παρ. (6)5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 295), λαβούσα αριθ. 5. Σελ. 1634(ζ) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ. 108 39.Ν.ν.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 345 Πιστοποιητικά δικαιούχων προς αναγνώρισιν δικαιωμάτων των Άρθρ.14.-«Οι εις σύνταξιν δικαιούμενοι ησφαλισμένοι υποχρεούνται όπως υποβάλωσι μετά της αιτήσεώς των τα κάτωθι δικαιολογητικά: 1.Οι συνταξιοδοτούμενοι βάσει των εδαφ. α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Κ.Π. (λόγω γήρατος). α)Ληξιαρχικήν πράξιν γεννήσεως τοιαύτης δε μη υπαρχούσης ή μη συνταχθείσης παντάπασιν πιστοποιητικόν του Δήμου ή της Κοινότητος αναφέρον το έτος της γεννήσεως. β)Βεβαίωσιν της Εργοδότιδός των Εταιρείας, εις ην να εμφαίνηται ο χρόνος προσλήψεως, απολύσεως ή αποχωρήσεως, αι μεταβολαί και αι πάσης φύσεως αποδοχαί της τελευταίας τριετίας αναλυτικώς. 2.Οι συνταξιοδοτούμενοι βάσει του εδαφ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Καν. Παροχών (λόγω καταργήσεως θέσεως). α)Τα υπό της παρ. 1 του παρόντος δικαιολογητικά και β)Αντίγραφον αναγγελίας καταγγελίας συμβάσεως εργασίας. 3.Οι συνταξιοδοτούμενοι βάσει των εδαφ. γ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Καν. Παροχών (λόγω αναπηρίας ή εργατικού ατυχήματος). α)Την υπό του εδαφ. β΄ της παρ. 1 του παρόντος βεβαίωσιν. β)Αντίγραφον αποφάσεως της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ή άλλου Ασφαλιστικού Οργανισμού Κυρίας Ασφαλίσεως. 4.Οι συνταξιοδοτούμενοι βάσει του άρθρ. 7 του Καν. Παροχών (λόγω θανάτου). α)Η χήρα ησφαλισμένου άνευ τέκνων. 1)Ληξιαρχικήν πράξιν θανάτου του συζύγου της. 2)Ληξιαρχικήν πράξιν γάμου ή πιστοποιητικόν γάμου. 3)Πιστοποιητικόν Πρωτοδικείου ότι δεν διελύθη ο γάμος μέχρι του θανάτου του συζύγου της. 4)Βεβαίωσιν της Εργοδότιδος Εταιρείας εις ην να εμφαίνηται ο χρόνος προσλήψεως του θανόντος, αι μεταβολαί μέχρι θανάτου του ως και αι πάσης φύσεως αποδοχαί τούτου της τελευταίας προ του θανάτου τριετίας αναλυτικώς. β)Η χήρα ησφαλισμένου μετά τέκνων εξ ενός ή πλειόνων γάμων. 1)Τα υπό του εδαφ. α΄ της παρ. 4 του παρόντος Άρθρ.1.-19.(Οργανικαί διατάξεις). Καταργήθηκαν εκτός από το άρθρ. 18 από την περίπτ. 1 και α του άρθρ. 8 του Π.Δ. 383/16-25 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 180), κατωτ. αριθ. 13. Β΄.ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ άρθρου δικαιολογητικά. 2)Πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως του Δήμου ή της Κοινότητος. 3)Ληξιαρχικάς πράξεις γεννήσεως των τέκνων εάν δε προέρχονται εκ πλειόνων του ενός γάμου και πιστοποιητικόν εμφαίνον την νομιμότητα αυτών, επί σπουδαζόντων δε και πιστοποιητικόν σπουδών. γ)Τα ορφανά πατρός και μητρός τέκνα. 1)Ληξιαρχικάς πράξεις θανάτου των γονέων. 2)Πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως του Δήμου ή Κοινότητος. 3)Ληξιαρχικάς πράξεις γεννήσεών των. 4)Επί σπουδαζόντων πιστοποιητικόν σπουδών και 5)Βεβαίωσιν Εργοδότιδος Εταιρείας εις ην να εμφαίνηται ο χρόνος προσλήψεως του θανόντος προστάτου του ησφαλισμένου αι μεταβολαί τούτου μέχρι του θανάτου του ως και αι πάσης φύσεως αποδοχαί αυτού της τελευταίας προ του θανάτου τριετίας αναλυτικώς. δ)Οι γονείς: 1)Ληξιαρχικήν πράξιν θανάτου του τέκνου των. 2)Πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως Δήμου ή Κοινότητος. 3)Πιστοποιητικόν εμφαίνον ότι ο πατήρ τυγχάνει άπορος. 4)Αντίγραφον γνωματεύσεως της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ή Οργανισμού Κυρίας Ασφαλίσεως, εξ ης να προκύπτη ότι ο πατήρ τυγχάνει ανάπηρος και ανίκανος προς εργασίαν. 5)Βεβαίωσιν ότι ούτοι συνετηρούντο υπό του θανόντος και 6)Βεβαίωσιν Εργοδότιδος Εταιρείας εις ην να εμφαίνηται ο χρόνος προσλήψεως του θανόντος αι μεταβολαί μέχρι θανάτου του ως και αι πάσης φύσεως αποδοχαί τούτου της τελευταίας προ του θανάτου τριετίας αναλυτικώς. ε)Χήρα συνταξιούχου άνευ τέκνων: Τα υπό του εδαφ. α΄ της παρ. 4 του παρόντος προβλεπόμενα δικαιολογητικά πλην της βεβαιώσεως του εργοδότου (υπ’ αριθ. 4). ς)Χήρα συνταξιούχου μετά τέκνων εξ ενός ή πλειόνων γάμων τα υπό του εδαφ. β΄ της παρ. 4 του παρόντος προβλεπόμενα δικαιολογητικά πλην της βεβαιώσεως του Εργοδότου. ζ)(Δεν υπάρχει εις το επίσημον κείμενον) (Μετά τη σελ. 1634(ε) Σελ. 1634,01 Τεύχος Θ42-Σελ. 59 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 39.Ν.ν.3 346 39.Ν.ν.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 347 η)Τα ορφανά πατρός και μητρός τέκνα συνταξιούχου τα υπό του εδαφ. γ΄ της παρ. 4 του παρόντος προβλεπόμενα δικαιολογητικά πλην της βεβαιώσεως Εργοδότου. θ)Οι γονείς συνταξιούχου: Τα υπό του εδαφ. δ΄ της παρ. 4 του παρόντος προβλεπόμενα δικαιολογητικά πλην της βεβαιώσεως Εργοδότου. Τα πιστοποιητικά απορίας δεν είναι δεσμευτικά δια το Ταμείον δικαιούμενον να εξετάση δια παντός τρόπου εάν πράγματι συντρέχη απορία. Το Δ.Σ. δύναται να ζητήση εκτός των ανωτέρω δικαιολογητικών και παν έτερον στοιχείον, το οποίον κατά την κρίσιν του θεωρείται απαραίτητον δια την μόρφωσιν γνώμης». Το άρθρ. 14 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 295). «5.Η βεβαίωσις της Εργοδότιδος Εταιρείας δεν είναι δεσμευτική δια το Ταμείον». Η παρ. 5 προσετέθη δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 110/3/2220 της 28 Αυγ./18 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 789). Άρθρ.15.-«1.Οι ησφαλισμένοι υποχρεούνται να αναγγέλλωσι πάσαν μεταβολήν της οικογενειακής των καταστάσεως προερχομένης εκ γάμου, γεννήσεως, διαζυγίου, ή θανάτου, προσάγοντες και τα πιστοποιητικά εντός τριμήνου αφ’ ης ήθελεν επέλθει τοιαύτη. 2.Ημέραι εργασίας, δι’ ας δεν κατεβλήθησαν ασφαλιστικαί εισφοραί, πραγματοποιηθείσαι παρ’ ησφαλισμένου εις περίοδον προγενεστέραν της πενταετίας από της ενάρξεως καταβολής εισφορών εις το Ταμείον ή από της παρ’ αυτού εγγράφου γνωστοποιήσεως εις το Ταμείον της πραγματοποιήσεώς των, εν ουδεμιά περιπτώσει αναγνωρίζονται. 3.Ο καθ’ οιονδήποτε τρόπον αποχωρών ή απολυόμενος από της εργασίας του ησφαλισμένος υποχρεούται όπως, εντός προθεσμίας 6 μηνών από της αποχωρήσεως ή απολύσεως, δηλώση εις το Ταμείον τας τυχόν παρ’ αυτού πραγματοποιηθείσας ημέρας εργασίας παρά τω τελευταίω εργοδότη, εντός της προηγουμένης της απολύσεως ή αποχωρήσεως πενταετίας δια τας οποίας δεν κατεβλήθησαν εις το Ταμείον ασφαλιστικαί εισφοραί. 4.Επί παραλείψεως δηλώσεως δι’ αιτήσεως εις το Ταμείον των ως άνω ημερών εργασίας, εντός της υπό του προηγουμένου εδαφίου τασσομένης προθεσμίας, αύται δεν αναγνωρίζονται παρ’ αυτού, εκτός εάν εβεβαιώθησαν υπό του Ταμείου αι αντιστοιχούσαι εις αυτούς ασφαλιστικαί εισφοραί». Το άρθρ. 15 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 (ΦΕΚ Β΄ 295) αποφ. Υπ. Εργασίας και συμπληρωθέν δια των υπ’ αριθ. 110/3/2073 της 3/28 Ιουλ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 532) και 110/3/4961 της 12/23 Ιαν. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 80) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 110/3/1765 της 10/22 Μαΐου 1976 (ΦΕΚ Β΄ 679) ομοίας. Άρθρ.16.-(Κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 295). Μεταβατική Διάταξις «Αι διατάξεις των παρ. 4, 5 και 6 του άρθρ. 2 ως τροποποιούνται δια της παρούσης έχουσιν εφαρμογήν και δια τους προ της δημοσιεύσεως της παρούσης εξελθόντας της υπηρεσίας. Από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης καταργείται πάσα διάταξις αντικειμένη εις αυτήν. Η παρούσα ης η ισχύς ανατρέχει από της ισχύος της υπ’ αριθ. 27308/3082/1947 αποφάσεως ημών, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Η ανωτέρω μεταβατικής διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 34025/Σ.818/48 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 212). Άρθρ.1.-«Τα κεφάλαια του Ταμείου επενδύονται εις εγγυημένα χρεώγραφα του Δημοσίου εις έντοκα γραμμάτια ή εις Μετοχάς Ελληνικών Τραπεζών λειτουργουσών εν Ελλάδι και εις μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων και μετοχάς των Εταιρειών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Ν.Δ. 608/70». Το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 110/3/3085/1 Δεκ. 1979-12 Ιαν. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 28) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Ως προς τας καταθέσεις και επενδύσεις των κεφαλαίων των Ν.Π.Δ.Δ. και Ασφαλιστικών Ταμείων βλ. και Α.Ν. 1611/1950, εν συνδυασμώ και προς το Ν.Δ. 3856/1958 (τόμ. 39 σελ. 12 και επ.), ως και άρθρ. 12 Ν.Δ. 3083/1954 (τόμ. 15Β σελ. 70,25). Οι τίτλοι εν γένει και τα έντοκα γραμμάτια κατατίθενται παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος και δεν αναλαμβάνονται άνευ επαρκώς ητιολογημένης αποφάσεως εγκρινομένης υπό του Υπουργού της Εργασίας. Τα μηνιαία εισοδήματα του Ταμείου και οι τόκοι των καταθέσεων κεφαλαίων του, εφ’ όσον εισπράττονται μετά την εξ αυτών πληρωμήν εξόδων εν γένει του μηνός (πάσης φύσεως παροχών μισθών προσωπικού, αποζημιώσεων και λοιπών εξόδων διοικήσεως) κατατίθενται εις έντοκον κατάθεσιν παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος και διατίθενται ως δια του παρόντος κανονισμού ορίζεται. Μέρος μόνον των κεφαλαίων του Ταμείου δύναται να διατεθή: α)Εις δάνεια προς το Κράτος ή προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, εφ’ όσον ρητώς παρέχεται η εγγύησις του Κράτους. β)Εις δάνεια ενυπόθηκα τοκοχρεωλυτικά υπό τους εξής περιορισμούς: Το δάνειον να χορηγήται επί πρώτη υποθήκη του ακινήτου. Το ακίνητον να είναι αστικόν, εντός του σχεδίου της πόλεως Αθηνών, να είναι απηλλαγμένον παντός βάρους εμπραγμάτου ή ρυμοτομίας και να ανήκη καθ’ ολοκληρίαν εις τον παραχωρούντα την υποθήκην. Το ποσόν του δανείου δεν δύναται να είναι κατώτερον των 50.000 δραχμών και να υπερβαίνη το 1/3 της αξίας του όλου ακινήτου υπό όρους καθοριζομένους δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου. (Αντί για τη σελ. 1622,01(α) Σελ. 1622,01(β) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ. 103 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 39.Ν.ν.3 330 39.Ν.ν.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 331 Η εκτίμησις του ακινήτου γίνεται υπό τριμελούς επιτροπής Εκτιμητικής, οριζομένης υπό του Διοικ. Συμβουλίου περιλαμβανούσης έναν ανώτερον τεχνικόν υπάλληλον του Υπουργείου Εργασίας κεκτημένον δίπλωμα Ανωτάτης Πολυτεχνικής Σχολής, έναν ανώτερον υπάλληλον του γραφείου σχεδίου πόλεως Υπουργείου Συγκοινωνίας κεκτημένον δίπλωμα Ανωτάτης Πολυτεχνικής Σχολής και έναν εκ των μελών του Διοικ. Συμβουλίου, οριζόμενον υπό του Διοικητικού Συμβουλίου δι’ αποφάσεώς του δι’ εκάστην εκτίμησιν. Η αμοιβή των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Η έκθεσις τούτων υποβάλλεται εγγράφως προς το Ταμείον εν περιπτώσει δε διαφωνίας των μελών της Επιτροπής χορηγείται δάνειον με το μικρότερον προτεινόμενον ποσόν. Το δάνειον χορηγείται υπό τον όρον της υπέρ του Ταμείου εκχωρήσεως των προσόδων του ακινήτου λόγω εγγυήσεως δια την τακτικήν πληρωμήν της εκάστοτε τοκοχρεωλυτικής δόσεως και επί τω εκάστοτε εκ του Νόμου ποσοστώ του συμβατικού τόκου. Αι δαπάναι ελέγχου τίτλων ιδιοκτησίας, πραγματογνωμοσύνης ακινήτου, συντάξεως συμβολαίων, εγγραφής και εξαλείψεως υποθηκών και παν εν γένει προβλεπόμενον ή μη έξοδον βαρύνουσιν αποκλειστικώς και μόνον τους αιτούντας το δάνειον και δανειζομένους. Αι δαπάναι ελέγχου τίτλων και πραγματογνωμοσύνης προκαθοριζόμεναι εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου προκαταβάλλονται υπό του ενδιαφερομένου ανεξαρτήτως της δι’ οιονδήποτε λόγον πραγματοποιήσεως ή μη του δανείου, το Ταμείον όμως υποχρεούται εις την επιστροφήν των προκαταβληθέντων εξόδων εφ’ όσον ταύτα ή μέρος τούτων δεν εδαπανήθησαν. γ)Εις αγοράν προσοδοφόρων ακινήτων κειμένων εντός του σχεδίου της πόλεως Αθηνών. Δια την πραγματοποίησιν της αγοράς απαιτείται: Απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, λαμβανομένη δι’ απολύτου πλειοψηφίας των μελών αυτού. «Εκτίμησις του ακινήτου ενεργουμένη παρά τριμελούς επιτροπής αποτελουμένης εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας κεκτημένου δίπλωμα Ανωτάτης πολυτεχνικής Σχολής και οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας εξ ενός ανωτάτου υπαλλήλου του Υπουργείου Δημοσίων Έργων κεκτημένου ωσαύτως δίπλωμα Ανωτάτης Πολυτεχνικής Σχολής και οριζομένου υπό του Υπουργού Δημοσίων Έργων και εξ ενός μέλους του Δ.Σ. οριζομένου επ’ αυτού». Η ανωτέρω εντός « » δευτέρα περίοδος ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.56151/1/54 της 5/16 Μαρτ. 1954 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 52). Έγκρισις του Υπουργού της Εργασίας εγγράφως: Η έγκρισις αύτη θεωρείται ως δοθείσα, εάν παρέλθη άνευ απαντήσεως χρονικόν διάστημα ενός μηνός αφ’ ης υποβληθή παρά του Ταμείου εις το Υπουργείον Εργασίας η αίτησις μετά του σχετικού φακέλλου της αγοράς και των αντιγράφων των σχετικών πρακτικών του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου. Ο Υπουργός δικαιούται να διατάξη κατά την κρίσιν του νέαν εκτίμησιν ης αι δαπάναι βαρύνουν το Ταμείον. Προκειμένου περί μετατροπής τίτλων χρεωγράφων εις άλλο είδος ή εις δραχμάς ή περί εκποιήσεως ακινήτου ιδιοκτησίας του Ταμείου, αύτη ενεργείται κατόπιν ητιολογημένης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, λαμβανομένης δι’ απολύτου πλειοψηφίας των μελών αυτού και κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Εργασίας. «Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων, το Διοικητικόν Συμβούλιον επί τη βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. προκαλεί είτε αναθέτον απ’ ευθείας εις ένα ή πλείονας αρχιτέκτονας διπλωματούχους ανωτάτων ανεγνωρισμένων σχολών, οριζομένους υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε κατόπιν διαγωνισμού, δια βραβείων, την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών, ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.). Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου εις ένα ή πλείονας πολιτικούς μηχανικούς διπλωματούχους ανωτάτης ανεγνωρισμένης Σχολής. Πάντα ταύτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Διοικητικόν Συμβούλιιον, όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας Αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Σελ. 1623 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 39.Ν.ν.3 332 Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας Αρχής, το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων, της δημοπρασίας εκτελουμένης, είτε δι’ ορίου, είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου ως ορισθήσεται δια της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κ.λπ., ανατίθενται δια δημοπρασίας εις τον ανακηρυχθησόμενον εκ ταύτης μειοδότην. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν’ αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρως εκτελέσεως των έργων, χωρίς όμως πάντως να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρις αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου μέσω του επιβλέποντος μηχανικού ή αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην είτε ετέρου τοιούτου. Αι αμοιβαί των αρχιτεκτόνων και μηχανικών, μη δυνάμεναι να είναι ανώτεραι των υπό του από 13 Ιουν. 1941 Δ/τος ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, προβλεπομένων κατωτάτων ορίων αμοιβών, ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ.56151/1/54 της 5/16 Μαρτ. 1954 αποφ. Υπ. Ερ. (ΦΕΚ Β΄ 52). δ)Μέρος των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου δύναται να διατίθεται εις δάνεια τοκοχρεωλυτικά προς τους ησφαλισμένους του Ταμείου και τους συνταξιούχους αυτού, χορηγούμενα κατόπιν υποβαλλομένης αιτήσεως των ενδιαφερομένων, εις το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εγκρινομένης απαραιτήτως υπ’ αυτού. Δια τα χορηγούμενα προς τους ησφαλισμένους δάνεια ανακοινούται απαραιτήτως και υπευθύνως υπό της υπηρεσίας του Ταμείου δι’ εγγράφου της προς τους εργοδότας η πραγματοποίησις του δανείου, ο δε εργοδότης υποχρεούται εις την κράτησιν εκ του μηνιαίου μισθού εκάστου ησφαλισμένου, εις ον εχορηγήθη δάνειον, εκάστης μηνιαίας εξοφλητικής δόσεως, το ποσόν της οποίας και καταθέτει εις τον παρά τη Εθνική Τραπέζη της Σελ. 1624 Ελλάδος λογαριασμόν του Ταμείου αμέσως και ομού με το ποσόν των κατά Νόμον εισφορών του δανεισθέντος ησφαλισμένου και εργοδότου, του ιδίου μηνός, αναγράφων εις τας υποβαλλομένας εκάστοτε μηνιαίας καταστάσεις εις το Ταμείον και εις ειδικήν στήλην και τας κρατήσεις ταύτας των τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Δια την έγκαιρον κράτησιν των μηνιαίων τούτων τοκοχρεωλυτικών δόσεων είναι απολύτως υπεύθυνος ο εργοδότης υποκείμενος εις πληρωμήν αποζημιώσεως εις το Ταμείον δια πάσαν εκ της αιτίας ταύτης επελευσομένην ζημίαν αυτού. Επίσης ο εργοδότης υποχρεούται εις περίπτωσιν καταγγελίας της υφισταμένης μεταξύ αυτού και του ησφαλισμένου συμβάσεως, να κρατήση υπέρ του Ταμείου απάσας τας οφειλομένας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις του δανείου του ησφαλισμένου εκ της χορηγηθησομένης αυτώ τυχόν αποζημιώσεως, το ποσόν των οποίων καταθέτει αμέσως εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος δια λογαριασμόν του Ταμείου. Δια τα χορηγούμενα δάνεια προς τους συνταξιούχους υπεύθυνος τυγχάνει η αρμοδία λογιστική υπηρεσία του Ταμείου δε τε την έγκαιρον και κανονικήν κράτησιν εκ του ποσού της μηνιαίας συντάξεως αυτών, εκάστης μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσεως τούτων. Τα ως άνω δάνεια χορηγούνται υπό τους κάτωθι όρους και περιορισμούς: 1)Το δάνειον θα παρέχηται μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις ητιολογημένας εκ σοβαρών απροβλέπτων αναγκών του αιτούντος κατά την κρίσιν του Διοικ. Συμβουλίου. 39.Ν.ν.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 333 2)Το ποσόν του χορηγουμένου δανείου δια μεν τους ησφαλισμένους δεν δύναται να είναι ανώτερον του ημίσεος των μέχρι της υποβολής της αιτήσεως αυτών προς χορήγησιν του δανείου εισφορών τούτων, δια δε τους συνταξιούχους δεν δύναται να είναι ανώτερον του ημίσεος των συνταξίμων απολαυών αυτών εκ του Ταμείου του τελευταίου έτους. 3)Τα δάνεια ταύτα χορηγούνται επί τόκω 5% και ασφαλίστρω 1%. 4)Προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως των χορηγηθέντων εκάστοτε δανείων δεν παρέχεται κατ’ ουδεμίαν περίπτωσιν νέον δάνειον. 5)Το ως άνω χορηγούμενον δάνειον είναι τοκοχρεωλυτικόν εξοφληθήσεται δε εις 24 μηνιαίας δόσεις. 6)Εν περιπτώσει θανάτου ή καταγγελίας της συμβάσεως του δανεισθέντος, εάν μεν ούτος ή οι εξ αυτού έχοντες δικαίωμα δικαιωθώσι συντάξεως, παρακρατείται εφεξής το χορηγηθέν δάνειον κατά τον ως άνω καθοριζόμενον τρόπον εκ της συντάξεώς του, εάν δε δεν δικαιωθή συντάξεως αλλ’ επιστροφής κρατήσεως, παρακρατείται εκ του επιστρεπτέου ποσού. Εάν δε τέλος ουδ’ επιστροφής κρατήσεων δικαιούται, το οφειλόμενον μέρος του δανείου μετά των τόκων καταβάλλεται υπό του οφειλέτου ή των κληρονόμων αυτού εις τας καθωρισμένας προθεσμίας. 7)Εν περιπτώσει καθυστερήσεως έστω και μιας δόσεως, καθίσταται αυτοδικαίως αμέσως απαιτητόν ολόκληρον το οφειλόμενον υπόλοιπον κεφαλαίου και τόκων. Αι ως άνω διατάξεις αι αφορώσαι την χορήγησιν προσωπικών δανείων εφαρμόζονται εις τους ησφαλισμένους από της ιδρύσεως μετά μίαν πενταετίαν. Επιτρέπεται εις το Ταμείον κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβανομένης κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν των μελών αυτού να δανείζηται παρά φυσικών ή Νομικών Προσώπων επί υποθήκη των ακινήτων αυτού ή ενεχύρω των χρεωγράφων του, εφ’ όσον έκδηλοι υποχρεώσεις του Ταμείου τω επιβάλλουσιν. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να καθορίζη εκάστοτε τον τρόπον εν γένει της επενδύσεως των κεφαλαίων του Ταμείου δι’ απάσας ή τινά των ως άνω περιπτώσεων κατά τον παρόντα κανονισμόν. Η τοιαύτη απόφασις λαμβάνεται κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένη υπό του Υπουργού της Εργασίας. (Το προσωπικόν του Ταμείου ασφαλίζεται προαιρετικώς παρά τω Ταμείω αφ’ ης διωρίσθη και ανέλαβεν υπηρεσίαν, έχοντας τας αυτάς υποχρεώσεις και δικαιώματα των λοιπών ησφαλισμένων του Ταμείου. Εξαιρετικώς δια ν’ αποφασίση το Διοικ. Συμβούλιον ασφάλισιν προσωπικού υπηρετούντος εις το Ταμείον, δέον τούτο να ζητήση εγγράφως τούτο, αποδεχόμενον άμα τας υποχρεώσεις υπέρ του Ταμείου.) Δια της παρ. 1 της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 110/3/2220 της 28 Αυγ. 18 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 789) κατηργήθη το τελευταίον εδάφιον της παρ. 7. Προϋποθέσεις Συνταξιοδοτήσεως ησφαλισμένων Άρθρ.2.-«1.Δικαίωμα εις σύνταξιν έχει πας ησφαλισμένος εάν παύση εργαζόμενος και μισθοδοτούμενος: α)Μετά 35 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν». Τα ανωτέρω εντός « » ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.56052/1/54 της 27 Φεβρ./30 Απρ. 1954 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 96). β)«Μετά 25 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης τουλάχιστον 15ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει και εφ’ όσον έχει συμπληρώσει προκειμένου μεν περί αρρένων το 60όν προκειμένου δε περί θηλέων 55όν έτος της ηλικίας του. Η ηλικία αποδεικνύεται: βα)Δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως εξ υπαρχής συντεταγμένης ή εν περιπτώσει μη υπάρξεως τοιαύτης δια Πιστοποιητικού Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής, εξ ου να προκύπτη ο αύξων αριθμός εγγραφής εις τα Μητρώα Αρρένων ή Δημοτολόγια και το έτος γεννήσεως και εφ’ όσον η εν αυτοίς εγγραφή του ησφαλισμένου εγένετο προ της υπαγωγής του εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Εις ας περιπτώσεις εκ του προσαγομένου πιστοποιητικού προκύπτει και η ημέρα και ο μην γεννήσεως τα στοιχεία ταύτα λαμβάνονται υπ’ όψιν εφ’ όσον δεν αναφέρεται εν αυτώ ότι ταύτα ελήφθησαν εξ ενόρκων βεβαιώσεων ή βεβαιώσεως ιερέως. Διορθωτική της ηλικίας πράξις δύναται να ληφθή υπ’ όψιν μόνον εφ’ όσον η διόρθωσις συνετελέσθη τουλάχιστον κατά το αυτό ως άνω χρονικόν διάστημα ήτοι προς της υπαγωγής του ησφαλισμένου εις την ασφάλισιν. ββ)Δια αποσπάσματος εκ του παρά του Υπουργείου Εσωτερικών τηρουμένου Μητρώου αρρένων. βγ)Επί ησφαλισμένου γεννηθέντος εις την αλλοδαπήν η ηλικία αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως ή ετέρου στοιχείου αποδεικνύοντος ταύτην κατά την νομοθεσίαν του Κράτους εν ω έλαβε χώραν η γέννησις. βδ)Εν ελλείψει ή εν αδυναμία αποδείξεως της ηλικίας βάσει των άνω στοιχείων ως ηλικία του ησφαλισμένου λαμβάνεται η εν τω απογραφικώ του δελτίω του Ταμείου δηλωθείσα τοιαύτη και εφ’ όσον η απογραφή αύτη έλαβεν χώραν το βραδύτερον εντός τριών ετών από της υπαγωγής του εις την ασφάλισιν. (Αντί για τη σελ. 1625(β) Σελ. 1625(γ) Τεύχος Ε122-Σελ. 87 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 39.Ν.ν.3 334 Εν ελλείψει και του στοιχείου τούτου η ηλικία καθορίζεται δια δικαστικής πράξεως προσεπικαλουμένου και του Ταμείου κατά την εκδίκασιν. βε)Οσάκις εις το αποδεικτικόν ηλικίας δεν καθορίζεται η ημέρα και ο μην γεννήσεως ως τοιαύτη λογίζεται η πρώτη Ιουλίου του έτους της γεννήσεως». Το εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 295 διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 359/1963). «γ.Οι αποχωρούντες ή απολυόμενοι εκ της υπηρεσίας των, λόγω αναπηρίας, οι έχοντες μέχρι της επελεύσεως ταύτης 5ετή συμπεπληρωμένην πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν εφ’ όσον κατέστησαν ανάπηροι κατά τας ακολούθους διατάξεις». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 110/3/2220 της 28 Αυγ./18 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 789). Οι ησφαλισμένοι θεωρούνται ανάπηροι κατά την έννοιαν της προηγουμένης παραγράφου εάν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής εξαμήνου τουλάχιστον κατ’ ιατρικήν πρόβλεψιν διαρκείας, δεν δύναται να κερδίζουν δι’ εργασίας ανταποκρινομένης εις τας δυνάμεις, τας δεξιότητας, την μόρφωσιν και την συνήθη αυτών επαγγελματικήν απασχόλησιν, πλέον του τρίτου όπερ συνήθως κερδίζει εν τη αυτή περιφερεία και επαγγελματική κατηγορία σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος της αυτής μορφώσεως κατά την κρίσιν της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής. Ως αναπηρία παρέχουσα το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως, νοείται η ανερχομένη εις ποσοστόν άνω του 66,6% και μέλλουσα να διαρκέση επί 6 τουλάχιστον μήνας, βεβαιουμένης δι’ αποφάσεως της αρμοδίας, κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, Υγειονομικής Επιτροπής. Η σύνταξις λόγω αναπηρίας μετατρέπεται εις τοιαύτην λόγω γήρατος άμα τη συμπληρώσει παρά του συνταξιοδοτουμένου του 65ου έτους της ηλικίας του προκειμένου περί αρρένων και του 60ού προκειμένου περί θηλέων. Εάν ο ησφαλισμένος κατέστη ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος, αποδεικνύεται δε η ενοχή του δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως, δεν δικαιούται συντάξεως αναπηρίας. Εάν όμως υπάρχουσι πρόσωπα εκ των εις το άρθρ. 7 του παρόντος αναφερομένων, ταύτα, δικαιούνται της συντάξεως ης θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου». Το εδάφ. γ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Α΄ 295). Σελ. 1626(γ) Τεύχος Ε122-Σελ. 88 «δ)Δικαιούνται ομοίως συντάξεως οι απολυόμενοι της υπηρεσίας των δια λόγους μη οφειλομένους εις υπαιτιότητα αυτών εφ’ όσον κατά την απόλυσιν έχουσι συμπεπληρωμένον οι μεν άρρενες το 55ον έτος, αι δε θήλεις το 50όν έτος της ηλικίας των και 20ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 15ετή τοιαύτην εν ασφαλίσει. Η διαπίστωσις της ηλικίας γίνεται ως ανωτέρω ορίζεται». Το εδάφ. δ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.56052/1/54 της 27 Φεβρ./30 Απρ. 1954 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 96). «δα΄.Ομοίως δικαιούνται συντάξεως οι έχοντες συμπεπληρωμένην δεκαπενταετή (15) πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εφ’ όσον ήθελε χορηγηθεί εις αυτούς παρά του Οργανισμού Κυρίας Ασφαλίσεως σύνταξις γήρατος λόγω συμπληρώσεως των ορίων ηλικίας. Ειδικώς δια τους υπαχθέντες εις την ασφάλισιν βάσει του Νόμ. 808/78 και τους αναγνωρίζοντας προϋπηρεσίαν βάσει των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρ. 2, του Καταστατικού αρκεί 15ετής συντάξιμος υπηρεσία». Το εδάφ. δα΄ που είχε προστεθεί από την παρ. 1 της 110/3/3028/4-18 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1018) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 110/3/1601/23 Ιουλ.-4 Σεπτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 743). ε)«Εν περιπτώσει αναπηρίας με ποσοστόν αναπηρίας άνω των 66,6% ή θανάτου, οφειλομένου εις βίαιον συμβάν εν τη εκτελέσει ή εξ αφορμής της εργασίας του ησφαλισμένου (εργατικόν ατύχημα) χορηγείται σύνταξις ανεξαρτήτως χρόνου συνταξίμου υπηρεσίας». Το εδάφ. ε΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Α΄ 295). 39.Ν.ν.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 335 2.«α)Η διαπίστωσις αναπηρίας δια την απονομήν των υπό του παρόντος προβλεπομένων συντάξεων ενεργείται υπό της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ του υποκ/ματος του πλησιεστέρου της κατοικίας του ησφαλισμένου. Κατά της γνωματεύσεως των Πρωτοβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπής επιτρέπεται προσφυγή υπό του αιτούντος την απονομήν της συντάξεως και υπό του Ταμείου ενώπιον των Δευτεροβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών ΙΚΑ εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της Νομοθεσίας του ΙΚΑ ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν τας προθεσμίας υποβολής της προσφυγής κ.λπ. Η υπηρεσία δεν δεσμεύεται εν τη ενασκήσει της προσφυγής υπό προθεσμίας τινός. β)Εάν απορριφθή αίτησις περί απονομής συντάξεως αναπηρίας ή διακοπή οριστικώς τοιαύτη ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως εξαμήνου νέαν αίτησιν περί απονομής αυτώ συντάξεως αναπηρίας εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής του προηγουμένου εδαφίου βεβαιούται ότι εις την τελευταίαν διαπιστωθείσαν κατάστασιν αναπηρίας του, επήλθεν ουσιαστική μεταβολή. γ)Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να ζητή οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν των λόγω αναπηρίας συνταξιούχων εξαιρέσει εκείνων ων η σύνταξις μετετράπη εις σύνταξιν λόγω γήρατος συμφώνως τω εδαφ. γ΄ παρ. 1 του παρόντος άρθρου. «δ)Προκειμένου περί ησφαλισμένων του Ταμείου δικαιωθέντων συντάξεως λόγω αναπηρίας ή επιδόματος αναπροσαρμογής παρά του ΙΚΑ ή ετέρων οργανισμών κυρίας ασφαλίσεως, δεν απαιτείται επανεξέτασίς των παρά των Υγειονομικών Επιτροπών, των προβλεπομένων υπό του παρόντος Κανονισμού, της κεκανονισμένης συντάξεως ή του επιδόματος αναπροσαρμογής απονεμομένων εις αυτούς υπό του Ταμείου βάσει της σχετικής συνταξιοδοτικής αποφάσεως ή της αποφάσεως χορηγήσεως επιδόματος αναπροσαρμογής του Οργανισμού της κυρίας ασφαλίσεως και δια τον υπό ταύτης οριζόμενον χρόνον συνταξιοδοτήσεως τούτων, παρατεινομένης αναλόγως της συνταξιοδοτήσεως υπό του Ταμείου, εφ’ όσον παρατείνεται και η συνταξιοδότησις υπό του ΙΚΑ ή Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως και το ποσοστόν αναπηρίας δια την χορήγησιν συντάξεως ανέρχεται εις 66,6% και άνω». Το εδάφ. δ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 3 της 110/3/1601/23 Ιουλ.-4 Σεπτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 743) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. ε)Αι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων του Ταμείου παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ εφ’ όσον αι εξετάσεις αύται γίνονται πρωτοβουλία του Ταμείου, βαρύνουσι το Ταμείον αποδιδόμεναι εις το ΙΚΑ βάσει των υποβαλλομένων υπό τούτου χρεωστικών καταστάσεων». «ζ)Ο παρά τω Ταμείω ησφαλισμένος δικαιούται επιδόματος αναπροσαρμογής ή συντάξεως μερικής αναπηρίας εφ’ όσον έτυχε τοιούτων παροχών παρά τω ΙΚΑ ή άλλου Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως και έχει συμπεπληρωμένην πενταετή (5) πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν. Το ποσόν του επιδόματος αναπροσαρμογής ή της μερικής αναπηρίας ισούται, δια τους έχοντας ποσοστόν αναπηρίας από 33%-49,99% προς τα 60% της πλήρους συντάξεως την οποίαν θα εδικαιούτο ούτος κατά τον χρόνον της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, δια δε τους έχοντας ποσοστόν αναπηρίας από 50%-66,6% προς τα 80% της πλήρους συντάξεως την οποίαν θα εδικαιούτο ούτος κατά τον χρόνον επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου». Το εδάφ. ζ΄ προστέθηκε από την παρ. 4 της 110/3/1601/23 Ιουλ.-4 Σεπτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 743) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ.492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 295 διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 359/1963). 3.(Κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 64262/Ε.2022 της 5/19 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 327), αι δε επόμεναι παράγραφοι ηριθμήθησαν αναλόγως). «3.α)Ως πραγματική υπηρεσία λογίζεται ο χρόνος της εν ασφαλίσει διανυθείσης υπηρεσίας από της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου. β)Ως συντάξιμος υπηρεσία, πλην της κατά τ’ ανωτέρω πραγματικής τοιαύτης, λογίζεται επίσης: 1)Η μέχρι της ισχύος της παρούσης αναγνωρισθείσα, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ., προϋπηρεσία, εφ’ όσον θα έχη εξαγορασθή αύτη κατά τα εν τη, περί αναγνωρίσεως, αποφάσει του Δ.Σ. οριζόμενα. «2.Ο αναγνωριζόμενος χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες γενικές διατάξεις». Η υποπερίπτ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από τη παρ. 1 της 110/3/713/25 Απρ.-3 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Β΄ 249) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «3)Ο χρόνος αποχής εκ της εργασίας προ και μετά τον τοκετόν ησφαλισμένων γυναικών ο προβλεπόμενος υπό της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουασιγκτώνος, κυρωθείσης υπό του Νόμ. 2274/24.6.1920 ο χρόνος αποχής εκ της εργασίας λόγω ασθενείας ησφαλισμένου, ο προβλεπόμενος υπό του άρθρ. 5 του Νόμ. 2112/20 ως ετροποποιήθη υπό του άρθρ. 3 του Νόμ. 4558/1930, ως και ο χρόνος συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας ή χορηγήσεως επιδόματος αναπροσαρμογής. Ο κατά τα ανωτέρω υπ’ αριθ. 2 και 3 χρόνος υπηρεσίας αναγνωρίζεται ως συντάξιμος δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου (Αντί για τη σελ. 1627(β) Σελ. 1627(γ) Τεύχος Η51-Σελ. 127 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 39.Ν.ν.3 336 τον οποίον καθορίζει και τα προς τούτο δικαιολογητικά, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υποβαλλομένη τω Ταμείω εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της απολύσεως εκ των Τάξεων του Στρατού ή από του τοκετού ή από της αποκτήσεως ικανότητος προς εργασίαν αντιστοίχως ή εντός εξ (6) μηνών από της εξόδου εκ της ενεργού υπηρεσίας, επί τη καταβολή υπό τούτου των εις τον αναγνωριζόμενον χρόνον αναλογουσών εισφορών ησφαλισμένου και εργοδότου, υπολογιζομένων επί των πάσης φύσεως μηνιαίων αποδοχών αυτού». Η περίπτ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 5 της 110/3/1601/23 Ιουλ.-4 Σεπτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 743) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. γ)Δια τον καθορισμόν των ετών υπηρεσίας αντιστοιχούν 300 ημέραι προς εν έτος ο δε χρόνος ασφαλίσεως πλέον των 300 ημερών εργασίας ετησίως δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. δ)Κατά την συγκεφαλαίωσιν των ετών υπηρεσίας προς εξεύρεσιν της συνολικής συνταξίμου υπηρεσίας, εάν απομένη υπόλοιπον εξ (6) μηνών και άνω λογίζεται ως πλήρες έτος, κατώτερον δε των εξ (6) μηνών παραλείπεται». Η παρ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 3 της 110/3/245/9-28 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 195) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «(5)4.α)Δια την εξαγοράν της κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παρ. 3 συνταξίμου υπηρεσίας ως αποδοχαί βάσει των οποίων υπολογίζονται αι υπέρ του Ταμείου εισφοραί ησφαλισμένου και εργοδότου λαμβάνονται ο μισθός μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων τον οποίον θα λαμβάνωσιν οι ενδιαφερόμενοι ησφαλισμένοι κατά τον χρόνον της υποβολής της περί αναγνωρίσεως αιτήσεώς των. β)Το ούτως εξευρισκόμενον ποσόν βαρύνει εξ ολοκλήρου τον ησφαλισμένον και καταβάλλεται εις το Ταμείον είτε εφ’ άπαξ είτε δια ίσων μηνιαίων δόσεων ο αριθμός των οποίων οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. δεν δύναται να είναι ανώτερος του αριθμού των μηνών του αναγνωριζομένου χρόνου. Εν περιπτώσει καταβολής του οφειλομένου ποσού εις δόσεις αύται παρακρατούνται υπό του εργοδότου εκ των αποδοχών του ησφαλισμένου, ως αύται ορίζονται ανωτέρω και αποδίδονται υπό τούτου εις το Ταμείον, μετά των τακτικών εισφορών, το βραδύτερον, εντός του μηνός του επομένου εκείνου εις ον ανάγεται εκάστη παρακρατουμένη δόσις. γ)Η παρακράτησις των δόσεων τυγχάνει υποχρεωτική δια τας εργοδοτικάς Εταιρείας αίτινες άλλως υποχρεούνται εις την εξ ιδίων των καταβολήν αυτών, μετά των νομίμων τόκων υπερημερίας εν περιπτώσει καθυστερήσεως εκτός εάν ο ησφαλισμένος ήθελε δηλώση εγγράφως, είτε προς το Ταμείον, είτε προς τον εργοδότην του, ότι Σελ. 1628(γ) Τεύχος Η51-Σελ. 128 παραιτείται του δικαιώματος της εξαγοράς, οπότε εις την δευτέραν περίπτωσιν υποχρεούται ο εργοδότης όπως αποστείλη αμελλητί προς το Ταμείον την τοιαύτην έγγραφον δήλωσιν του ησφαλισμένου όστις δεν δύναται να ανακαλέση του λοιπού ταύτην, της παραιτήσεως θεωρουμένης οριστικής αφ’ ης καθ’ οιονδήποτε τρόπον η περί ταύτης έγγραφος δήλωσις περιέλθει εις το Ταμείον. «δ.Προκειμένου περί συνταξιούχων αι υπολειπόμεναι δόσεις εξαγοράς παρακρατούνται υπό του Ταμείου εκ της απονεμομένης συντάξεως, δεν δύναται δε εκάστη τούτων να υπερβαίνη το 1/4 της συντάξεως αυξανομένου εν εναντία περιπτώσει του αριθμού των δόσεων αναλόγως». Η παρ. (5)4 τροποποιηθείσα και συμπληρωθείσα αλληλοδιαδόχως δια των υπ’ αριθ. 27308/3082 της 31 Ιουλ./11 Αυγ. 1947 (ΦΕΚ Β΄ 110), 34025/Σ818 της 13/15 Δεκ. 1948 (ΦΕΚ Β΄ 212), 30461/Σ.651 της 1 Ιουλ./8 Αυγ. 1950 (ΦΕΚ Β΄ 126), 41908/Σ.1091 της 26/30 Αυγ. 1952 (ΦΕΚ Β΄ 195), 56052/1/54 της 27 Φεβρ./30 Απρ. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 96), 32141/Σ.371 της 21 Αυγ./11 Σεπτ. 1958 (ΦΕΚ Β΄ 247), 64262/Ε.2022 της 5/19 Σεπτ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 327) αποφ. Υπ. Εργ. ετροποποιήθη εκ νέου δια της υπ’ αριθ. 47290/Σ 492 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1963 (ΦΕΚ Β΄ 295), και 110/3/3028 της 4/18 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1018) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «5.Ωσαύτως δύναται να αναγνωρίζεται ως συντάξιμος υπηρεσία τη αιτήσει των ενδιαφερομένων επί τη καταβολή υπό τούτων εις το Ταμείον αντιστοίχων εισφορών ησφαλισμένου και εργοδότου είτε εφ’ άπαξ είτε δια δόσεων ο αριθμός των οποίων δεν δύναται να είναι ανώτερος του αριθμού των μηνών του αναγνωριζομένου χρόνου, ο χρόνος αποχής εκ της εργασίας προ και μετά τον τοκετόν ησφαλισμένων γυναικών ο προβλεπόμενος υπό της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουασιγκτώνος κυρωθείσης υπό του Νόμ. 2274/24.6.1960, ως και ο χρόνος αποχής εκ της εργασίας λόγω ασθενείας ησφαλισμένου ο προβλεπόμενος υπό του άρθρ. 5 του Νόμ. 2112 ως ετροποποιήθη υπό του άρθρ. 3 του Νόμ. 455.8/30». Η ανωτέρω παρ. 5 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 64262/Ε.2022 της 5/19 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 327). 6.(Δια της υπ’ αριθ. 34025/Σ.818 της 13/15 Δεκ. 1948, αι παρ. 4, 5, 6 αντικατεστάθησαν δια δύο μόνον παραγράφων υπ’ αριθ. 4 και 5 περί ων ανωτέρω, του αντικειμένου της παρ. 6 συγχωνευθέντος εις την παρ. 4). 39.Ν.ν.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Οινοποιΐας,Ζυθοποιΐας & Οινο/ποιΐας 337 7.«α)Δια τον έλεγχον των δικαιολογητικών της αναγνωριζομένης και εξαγοραζομένης προϋπηρεσίας και την αναθεώρησιν των απονεμηθεισών συντάξεων συνιστάται τριμελής Επιτροπή εκ μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου οριζομένη δι’ αποφάσεως αυτού. Η λειτουργία της κατά τ’ ανωτέρω Επιτροπής θέλει διαρκέση μέχρι τέλους Ιουν. 1951». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 30463/Σ.653 της 15 Ιουν./10 Ιουλ. 1950 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 108) η δε προθεσμία παρετάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 14430/Σ.233 της 14/28 Μαρτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 54). «Παρατείνεται επί εν εισέτι τετράμηνον από της δημοσιεύσεως της παρούσης η προθεσμία λειτουργίας της Επιτροπής της προβλεπομένης υπό των υπ’ αριθ. 35194/Σ.798/3.8.49 και 14430/Σ.233/14.3.51 αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, της συσταθείσης δια τον έλεγχον των δικαιολογητικών της αναγνωριζομένης και εξαγοραζομένης προϋπηρεσίας των ησφαλισμένων του Ταμείου». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 57236/Σ.1063 της 7/12 Νοεμ. 1951 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 233). Χρέη Γραμματέως εκτελεί ο Γραμματεύς του Δ.Σ. ή εις των υπαλλήλων του Ταμείου, Εισηγητού δε ο Διευθυντής του Ταμείου. Η αμοιβή των μελών, του Γραμματέως και Εισηγητού της ως άνω Επιτροπής ορίζεται ίση προς τας δια κοινών αποφάσεων οριζομένας κατά συνεδρίασιν αμοιβάς των μελών Επιτροπών, αι δε αμειβόμεναι συνεδριάσεις αυτής δεν δύνανται να υπερβούν τας 4 κατά μήνα». Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 35194/Σ.798 της 3 Αυγ./3 Σεπτ. 1949 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 147). «5.α)Δικαιούνται σύνταξης λόγω γήρατος οι ασφαλισμένοι του Ταμείου οι οποίοι συμπλήρωσαν 4.050 ημέρες εργασίας και έχουν ηλικία 65 ετών οι άνδρες και 60 ετών οι γυναίκες. β)Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου οι οποίοι έχουν ηλικία οι μεν άνδρες 60 ετών, οι δε γυναίκες 55 ετών και συμπλήρωσαν τον οριζόμενο από το προηγούμενο εδάφιο αριθμό ημερών εργασίας, από τις οποίες ανά 100 τουλάχιστον σε καθένα από τα πέντε αμέσως προηγούμενα ημερολογιακά έτη από εκείνο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για απονομή σύνταξης, ή 700 συνολικά στα πέντε αυτά έτη, δικαιούνται επίσης σύνταξης λόγω γήρατος, μειωμένης όμως κατά το 1/200 της πλήρους μηνιαίας σύνταξης για κάθε ένα μήνα που λείπει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, από το όριο ηλικίας, το οποίο ορίζεται με το εδάφ. α της παραγράφου αυτής. γ)Η μειωμένη σύνταξη του παραπάνω εδάφ. β σε καμιά περίπτωση δεν μετατρέπεται σε πλήρη». Η παρ. 5 προστέθηκε από τη παρ. 2 της 110/3/713/25 Απρ.-3 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Β΄ 249) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Άρθρ.3.-1.(Ησφαλισμένοι προϋπηρετήσαντες παρά Ανωνύμοις Εταρείαις, περί ων η ασφάλισις, απολυθέντες ή αποχωρήσαντες και αναλαβόντες τας καταθέσεις των, επαναπροσληφθέντες μετέπειτα, δύνανται να καταθέσωσιν εκ νέου ταύτας, τας αναληφθείσας καταθέσεις, εντόκως προς 5% από της ημέρας καθ’ ην τας ανέλαβον μέχρι του μηνός της υπό του Διοικ. Συμβουλίου εγκρίσεως της ανακαταθέσεως, προς υπολογισμόν του χρόνου υπηρεσίας εις ον αντιστοιχούν αι ανακατατιθέμεναι καταβολαί. Η ανακατάθεσις ενεργείται είτε εφ’ άπαξ είτε δια δόσεων οριζομένων υπό του Διοικ. Συμβουλίου εντός έτους από του αναδιορισμού του ησφαλισμένου. Η αίτησις περί ανακαταθέσεων αναληφθεισών καταβολών υποβάλλεται εις το Ταμείον υποχρεωτικώς εντός έτους από του αναδιορισμού του ησφαλισμένου, άλλως ούτος απόλλυσι το τοιούτον δικαίωμα). Η παρ. 1 κατηργήθη δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 110/3/2220 της 28 Αυγ./18 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 789) και αι παρ. 2 και 3 έλαβον αρίθμησιν 1 και 2. 1.(2).Εν περιπτώσει απολύσεως λόγω ανικανότητος ή θανάτου του ησφαλισμένου πριν αι προηγηθείσαι μηνιαίαι καταβολαί καταβληθώσιν εξ ολοκλήρου, τα δικαιώματα επί του υπολογισμού της προϋπηρεσίας του διατηρούνται υπέρ του ησφαλισμένου ή των μελών της οικογενείας αυτού, των σχετικών εισφορών παρακρατουμένων εκ της συντάξεως μέχρι της συμπληρώσεως του υπολειπομένου ποσού. «2.α)Οι προϋποθέσεις που ισχύουν κάθε φορά για την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης στο ΙΚΑ, εφαρμόζονται ανάλογα και στο ταμείο για τη συμπλήρωση των γενικών προϋποθέσεων συνταξιοδότησης. Για την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης η σχετική δήλωση υποβάλλεται στο Ταμείο και δεν ισχύει η δήλωση που υποβάλλεται στο ΙΚΑ. β)Όποιος συνεχίζει προαιρετικά την ασφάλιση είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει κάθε μήνα το σύνολο της εισφοράς εργοδότη και ασφαλισμένου, που υπολογίζεται στο μέσο όρο των αποδοχών του τελευταίου 12μήνου της απασχόλησής τους, οι οποίες δεν μπορεί να είναι μικρότερες από τις αποδοχές που καθορίζει η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας με βάση το συνολικό χρόνο ασφάλισής του. Ο ασφαλιστέος αυτός μισθός αναπροσαρμόζεται κάθε φορά με βάση το συνολικό χρόνο ασφάλισης και το ποσοστό αύξησης που ο …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.