📄 Κείμενο νόμου
7. ΝΟΜΟΘΕΤ.ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 343 της 11/19 Νοεμ. 1969 (ΦΕΚ Α΄ 238) Περί βαθμού και καταστάσεως εν γένει των Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ ΚΤΗΣΙΣ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ Ι.Βαθμός και κατάστασις αξιωματικών εν γένει. Άρθρ.1.-1.Ο βαθμός του αξιωματικού απονέμεται δια Β.Δ/τος, δεν στερείται δε αυτού αξιωματικός ειμή ένεκα των εξής αιτίων: α)Στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων, καταγνωσθείσης δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, β)εκπτώσεως, καταγνωσθείσης δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, γ)αμετακλήτου καταδίκης συνεπαγομένης την καθαίρεσιν ή έκπτωσιν εκ του βαθμού του αξιωματικού κατά τας διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος, δ)αποτάξεως αποφασισθείσης τελεσιδίκως υπό ανακριτικού συμβουλίου. 2.Η στέρησις του βαθμού είναι οριστική, ο δε στερηθείς του βαθμού του ουδέποτε ανακτά αυτόν ουδ’ εν περιπτώσει απονομής χάριτος. Άρθρ.2.-1.Αι καταστάσεις του αξιωματικού των Σωμάτων είναι: α)Η ενέργεια β)Η διαθεσιμότης γ)Η ετησία άδεια λόγω νοσήματος δ)Η υπηρεσία γραφείου ε)Η αργία δια προσκαίρου παύσεως ς)Η αργία δι’ απολύσεως ζ)Η αποστρατεία η)Αι προβλεπόμεναι υπό των διατάξεων του Νόμ. 4506/1930 περί καταστάσεως παθόντων εν πολέμω αξιωματικών και ανθυπασπιστών και του Ν.Δ. 330/1947 περί καταστάσεως μονίμου διαθεσιμότητος αστυνομικών υπαλλήλων, ως ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν. 2.Η θέσις αξιωματικού εις νέαν κατάστασιν γίνεται δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. Το Β.Δ/μα κοινοποιείται εις τον ενδιαφερόμενον είτε απ’ ευθείας είτε δια της προϊσταμένης τούτου υπηρεσίας επί αποδείξει, υποβλητέα εις το αρχηγείον εκάστου σώματος. Εν αυτή καταχωρίζεται και δήλωσις του αξιωματικού περί του τόπου ον εξέλεξε προς διαμονήν, καθ’ ας περιπτώσεις έχει το δικαίωμα τούτο, κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου. 3.Εάν ο αξιωματικός ετέθη εις διαθεσιμότητα, δι’ ωρισμένον χρόνον, είτε εις αργίαν δια προσκαίρου παύσεως ή απολύσεως, επανέρχεται αυτοδικαίως, άμα τη λήξει της εν τω Β.Δ/τι καθωρισμένης διαρκείας τούτου εις την προτέραν κατάστασιν, άνευ άλλης διατυ- (Αντί για τη σελ. 24, 521(β) Σελ. 24, 521(γ) Τεύχος Ε62-Σελ. 1 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.δ.6-7 448 πώσεως, υποχρεούμενος, εάν επανέρχεται εις την ενέργειαν, να παρουσιασθή αμέσως εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν. ΙΙ.Ενέργεια–Διαθεσιμότης–Ετησία άδεια–Υπηρεσία γραφείου Άρθρ.3.-1.Η ενέργεια είναι κατάστασις του αξιωματικού, του τοποθετημένου και υπηρετούντος εις θέσιν τινά του σώματος ή υπηρεσίαν, ευρισκομένου εν αποστολή ή υπό εκπαίδευσιν. 2.Η διαθεσιμότης είναι κατάστασις των εν ενεργεία αξιωματικών ευρισκομένων, προσωρινώς, άνευ θέσεως ή υπηρεσίας. 3.Η ετησία άδεια, λόγω νοσήματος, είναι κατάστασις των εν ενεργεία αξιωματικών των τιθεμένων προσωρινώς εκτός υπηρεσίας, ένεκα νοσήματος, καθ’ α ειδικώτερον καθορίζει το άρθρ. 6 του παρόντος. 4.Η υπηρεσία γραφείου είναι κατάστασις των εν ενεργεία αξιωματικών, κριθέντων σωματικώς ανικάνων δια την εκτέλεσιν πάσης ετέρας υπηρεσίας, πλην της τοιαύτης γραφείου, καθ’ α ειδικώτερον καθορίζει το άρθρ. 6 του παρόντος. «5.Οι αξιωματικοί υπηρεσίας γραφείου δεν καταλαμβάνουν οργανικάς θέσεις, τοποθετούνται δε κατά τας περί τοποθετήσεως των αξιωματικών διατάξεις αναλόγως των προσόντων ή των ειδικών γνώσεων αυτών, μη δυνάμενοι να ασκήσουν διοίκησιν». Η παρ. 5 προσετέθη δια του άρθρ. 12 Νόμ. 772/1978 (κατωτ.αριθ.34). Άρθρ.4.-1.Εις διαθεσιμότητα τίθενται: «α)Αξιωματικοί οιουδήποτε βαθμού αυτεπαγγέλτως, εφ’ όσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι αφορώντες εις το συμφέρον της υπηρεσίας ή ένεκα ελλείψεως θέσεως». Η περίπτ. α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Ν.Δ. 28/1974 (κατωτ.αριθ.20). β)Οι ανώτατοι και ανώτεροι αξιωματικοί τη αιτήσει των, εφ’ όσον αι ανάγκαι της υπηρεσίας επιτρέπουν και οι λόγοι της αιτήσεως κριθούν βάσιμοι. Η άπαξ θέσις του αξιωματικού εις διαθεσιμότητα, δια τινα των άνω λόγων, δεν κωλύει την εκ νέου θέσιν τούτου δια τον αυτόν ή έτερον λόγον, είτε εν τω αυτώ βαθμώ ή ετέρω. γ)(Καταργήθηκε από το άρθρ. 24 περ. α Νόμ. 1339/1983, κατωτ.σελ. 24, 767). δ)Οι επανερχόμενοι εξ αιχμαλωσίας, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 5 του παρόντος Νόμου, αξιωματικοί οιουδήποτε βαθμού. Σελ. 24, 522(γ) Τεύχος Ε62-Σελ. 2 ε)Αξιωματικοί οιουδήποτε βαθμού, λόγω νοσήματος κατά τας διατάξεις του άρθ. 6 του παρόντος. 2.Οι κατά τα εδάφ.α΄ και β΄ της προηγουμένης παραγράφου αξιωματικοί εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να παραμείνουν εις την κατάστασιν της διαθεσιμότητος πλέον του έτους, αν αυτεπαγγέλτως ετέθησαν εις αυτήν, ή πλέον του εξαμήνου, αν ετέθησαν τη αιτήσει των. Εάν συνεπληρώθη το έτος ή το εξάμηνον, αντιστοίχως, δεν εκοινοποιήθη δε εις τον αξιωματικόν Β.Δ/μα ανακλήσεως εκ της διαθεσιμότητος, θεωρείται ως αυτοδικαίως ανακληθείς και οφείλει αμέσως να παρουσιασθή εις την πλησιεστέραν υπηρεσίαν του Σώματος, ήτις υποχρεούται να αιτήσηται αμέσως τηλεγραφικώς τας διαταγάς του Υπουργείου προς διάθεσίν του. 3.Κηρυχθείσης επιστρατεύσεως οι κατά τα εδάφ.α΄ και β΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου αξιωματικοί, θεωρούνται ως αυτοδικαίως ανακληθέντες εις την ενέργειαν και οφείλουν πάραυτα να παρουσιασθούν εις τας υπηρεσίας, εις ας ανήκουν προ της θέσεώς των εις διαθεσιμότητα ή τας υπηρεσίας, ας τυχόν ήθελεν ορίσει εν τη περιπτώσει ταύτη ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως. Άρθρ.5.-1.Οι εξ αιχμαλωσίας επανερχόμενοι αξιωματικοί τίθενται εις διαθεσιμότητα από της ημέρας παρουσιάσεώς των εις υπηρεσίαν του σώματος και παραμένουν εν τη καταστάσει ταύτη έως ου καθορισθή η ευθύνη αυτών δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως ή τελεσιδίκου τοιαύτης ανακριτικού συμβουλίου, εις ο εν πάση περιπτώσει παραπέμπονται ούτοι, κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, υπό του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. 2.Οι υπό του συμβουλίου αθωούμενοι, ανακαλούνται εις ενέργειαν, ο δε χρόνος, καθ’ ον παρέμειναν εν αιχμαλωσία και διαθεσιμότητι θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας δι’ άπαντα τα δικαιώματα του βαθμού, ον φέρουν. 4.Α.δ.7 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 449 Άρθρ.6.-1.Αξιωματικοί, πάσχοντες εκ χρονίου νοσήματος, τίθενται εις κατάστασιν διαθεσιμότητος λόγω νοσήματος ή ετησίας αδείας, πρώτης ή δευτέρας, συνεπεία γνωματεύσεως της Ανωτάτης του Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής οι της Χωροφυλακής και της Ανωτάτης Υγειονομικής Αστυνομικής Επιτροπής οι της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος. 2.Δια τον καθορισμόν της διαρκείας του κωλύματος λόγω νόσου, τον προσδιορισμόν της νόσου ως ιατής ή δυσιάτου, τον τρόπον εξετάσεως των Υγειονομικών Επιτροπών, την διάρκειαν της λόγω νόσου διαθεσιμότητος ή αδείας και εν γένει τα της κρίσεως της σωματικής ικανότητος, εφαρμόζονται αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις της Ανωτάτης του Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής και εξετάσεως της σωματικής ικανότητος των μονίμων αξιωματικών του Στρατού Ξηράς. Τα υπό των διατάξεων τούτων προβλεπόμενα δικαιώματα του Υπουργού Εθνικής Αμύνης ασκούνται παρά του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. 3.Προκειμένου περί αξιωματικών, περί ων αι Ανώταται Υγειονομικαί Επιτροπαί (Στρατού και Αστυνομική) εγνωμάτευσαν περί αυτεπαγγέλτου αποστρατείας των και ότι δύνανται να εκτελούν υπηρεσίαν γραφείου, το αρμόδιον συμβούλιον κρίσεως αξιωματικών (προαγωγών), κατόπιν διαταγής του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, αποφασίζει, εάν ούτοι δέον να παραμείνουν εις τα σώματα εκτελούντες υπηρεσίαν γραφείου, ή ν’ αποστρατευθούν. Αξιωματικοί κρινόμενοι κατάλληλοι δι’ υπηρεσίαν γραφείου, επ’ ουδενί λόγω δύνανται να επανέλθουν εις την προτέραν των κατάστασιν, προάγονται δε κατά τας διατάξεις του περί ιεραρχίας και προαγωγών Νόμου μέχρις αποκτήσεως τριών μεν βαθμών εάν είναι κατώτεροι, δύο δε εάν είναι ανώτεροι, αφ’ ης ετέθησαν εις την κατάστασιν ταύτην. ΙΙΙ.Αργία δια προσκαίρου παύσεως Άρθρ.7.-1.Η αργία δια προσκαίρου παύσεως είναι πειθαρχική ποινή. Ο τιθέμενος εις την κατάστασιν ταύτην αξιωματικός ανήκει εις τινα οργανικήν θέσιν, μη διαγραφόμενος εκ του λόγου τούτου της δυνάμεως της υπηρεσίας του και μη απομακρυνόμενος της έδρας του άνευ αδείας, αλλ’ ουδεμίαν εκτελεί υπηρεσίαν από της επομένης ημέρας, καθ’ ην εκοινοποιήθη αυτώ το περί τούτου Β.Δ/μα. 2.Ο τιθέμενος εις αργίαν δια προσκαίρου παύσεως δεν δύναται να παραμείνη εν τη καταστάσει ταύτη έλλατον των δύο μηνών, ουδέ πλέον των έξ. Η διάρκεια ορίζεται εν τω Β.Δ/τι. Άπαξ ορισθείσα δεν δύναται κατ’ ουδένα τρόπον να αρθή ή μετριασθή. Άρθρ.8.-1.Αξιωματικός παντός βαθμού, εν ενεργεία ή διαθεσιμότητι, ή ετησία αδεία λόγω νοσήματος, ή εν υπηρεσία γραφείου, τίθεται εις αργίαν δια προσκαίρου παύσεως, δια παράβασιν υπηρεσιακής εχεμυθείας (ασχέτως προς το αξιόποινον της πράξεως), δια ραθυμίαν ή αμέλειαν περί την εκτέλεσιν των καθηκόντων του, δι’ ανάρμοστον ενέργειαν ή συμπεριφοράν, ως και δια πάσαν ετέραν περίπτωσιν αποτελούσαν πειθαρχικόν παράπτωμα, δι’ ο ήθελον κριθή ανεπαρκείς και ουχί τελεσφόροι αι κατώτεραι πειθαρχικαί ποιναί. 2.Η θέσις εις αργίαν δια προσκαίρου παύσεως γίνεται δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. 3.Ο εν τη καταστάσει ταύτη διανυόμενος χρόνος, λογίζεται ως τοιούτος πραγματικής υπηρεσίας δι’ απάσας τας συνεπείας. 4.Αιξωματικός, διατελών εις την κατάστασιν της αργίας δια προσκαίρου παύσεως, υποπίπτων εις παραβάσεις, δι’ ας προυκλήθη και αύθις η μετάθεσίς του εις την αυτήν κατάστασιν ή εις την κατάστασιν της αργίας δι’ απολύσεως, εκτίει την νέαν ταύτην ποινήν του από της λήξεως της προηγουμένης. ΙV.Αργία δι’ απολύσεως Άρθρ.9.-1.Η αργία δι’ απολύσεως είναι πειθαρχική ποινή. Ο τιθέμενος εις την κατάστασιν ταύτην αξιωματικός διαγράφεται της δυνάμεως του σώματος, δεν ανήκει εις την οργανικήν δύναμιν υπηρεσίας τινός και ουδεμίαν εκτελεί υπηρεσίαν από της επομένης της κοινοποιήσεως αυτώ του περί τούτου Β.Δ/τος. 2.Η διάρκεια της ποινής της αργίας δι’ απολύσεως δεν δύναται να η ελάσσων των τεσσάρων ουδέ μείζων των δώδεκα μηνών. Άρθρ.10.-1.Αξιωματικός παντός βαθμού, εν ενεργεία, διαθεσιμότητι, ετησία αδεία λόγω νοσήματος, υπηρεσία γραφείου, αργία δια προσκαίρου παύσεως, παραπέμπεται εις ανακριτικόν συμβούλιον με το ερώτημα της επιβολής της ποινής της αργίας δι’ απολύσεως ένεκα των εξής αιτίων: α)Δι’ ασυμβίβαστον προς το αξίωμα του αξιωματικού διαγωγήν, ως και δια πάσαν πράξιν αντιβαίνουσαν εις το καθήκον και την αξιοπρέπειαν αυτού. β)Δια πάσαν παράβασιν του της υπηρεσίας καθήκοντος υπερβαίνουσαν τους όρους των μικροτέρων πειθαρχικών ποινών. γ)Δια βαρείαν παράβασιν υπηρεσιακής εχεμυθείας (ασχέτως προς το αξιόποινον της πράξεως), δυναμένην να επιφέρη βλάβην των συμφερόντων της υπηρεσίας, ή ιδιωτών, ή να δυσχεράνη οπωσδήποτε την υπηρεσίαν. 2.Αξιωματικός διατελών εις αργίαν δι’ απολύσεως και εξακολουθών να υποπίπτη εις παραβάσεις προκαλούσας την εκ νέου εις αργίαν δι’ απολύσεως ή αργίαν δια προσκαίρου παύσεως μετάθεσίν του, δύναται να τεθή εις (Μετά την σελ. 24, 522) Σελ. 24, 523 Τεύχος 370-Σελ. 3 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.δ.7 450 την μίαν ή την ετέραν κατάστασιν και άρχεται εκτίων την νέαν ποινήν του από της λήξεως της προηγουμένης. 3.Η θέσις του αξιωματικού εις αργίαν δι’ απολύσεως γίνεται δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, κατόπιν συμφώνου αποφάσεως ανακριτικού συμβουλίου, ενώπιον του οποίου παραπέμπεται δια διαταγής του αυτού Υπουργού κατά τα δια του παρόντος Νόμου οριζόμενα. Άρθρ.11.-1.Ο διανυόμενος χρόνος εν αργία δι’ απολύσεως δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας δι’ απάσας τας συνεπείας. 2.Αξιωματικός παντός βαθμού τιθέμενος εις αργίαν δι’ απολύσεως, απόλλυσι δια την σειράν αρχαιότητος έναντι των ομοιοβάθμων του ποσοστόν 2% δι’ έκαστον μήνα αργίας δι’ απολύσεως, επί των προβλεπομένων οργανικών δια τον βαθμόν του θέσεων, προκειμένου δε περί των βαθμών υπομοιράρχου και ανθυπομοιράρχου και των τούτοις αντιστοιχούντων των λοιπών σωμάτων, ων αι οργανικαί θέσεις είναι Νόμω ενιαίαι, ο αριθμός των οργανικών θέσεων υπολογίζεται εις το ήμισυ δι’ έκαστον βαθμόν. 3.Εάν ο επί τη βάσει του άνω ποσοστού υπολογισμός παρέχη κλασματικόν αριθμόν κάτω της μονάδος, τούτο, ασχέτως μεγέθους, υπολογίζεται ως ακεραία μονάς δια την απώλειαν της σειράς αρχαιότητος. Εάν ο υπολογισμός παρέχη ακέραιον αριθμόν και κλάσμα τούτου, υπολογίζεται δια την απώλειαν της αρχαιότητος, ο αμέσως μεγαλύτερος ακέραιος αριθμός. 4.Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και εάν ο αριθμός των νεωτέρων ομοιοβάθμων δεν επαρκή προς συμπλήρωσιν του καθωρισμένου ποσοστού απωλείας αρχαιότητος οπότε τούτο συμπληρούται δι’ αξιωματ ικών του αμέσως κατωτέρου βαθμού. Προκειμένου όμως περί ανθυπομοιράρχων και των τούτοις αντιστοιχούντων των λοιπών σωμάτων, ούτοι τίθενται εις το τέλος των ομοιοβάθμων ων. 5.Ο δι’ αργίας δια προσκαίρου παύσεως ή δι’ απολύσεως τιμωρούμενοι δεν δύνανται να φέρουν στολήν, εφ’ όσον εκτίουν την ποινήν των, ειμή αδεία του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. V.Αποστρατεία Άρθρ.12.-1.Αποστρατεία είναι η κατάστασις του επανερχομένου εις τον ιδιωτικόν βίον αξιωματικού. Σελ. 24, 524 Τεύχος 370-Σελ. 4 2.Οι αποστρατευόμενοι διαγράφονται της δυνάμεως του σώματος μετά 15νθήμερον (ως εν άρθρ. 18 παρ. 2) από της δημοσιεύσεως του Δ/τος αποστρατείας εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το 15νθήμερον τούτο θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας του αποστρατευομένου, δι’ απάσας τας συνεπείας. Ειδικώς οι αποστρατευόμενοι λόγω ορίου ηλικίας διαγράφονται της δυνάμεως, αφ’ ης καταλαμβάνονται υπό του ορίου ηλικίας. 3.Οι ούτως αποστρατευόμενοι εγγράφονται δια Β.Δ/τος, εις το στέλεχος (μητρώον) των αξιωματικών της εφεδρείας, πλην των αποστρατευομένων λόγω ορίου ηλικίας και σωματικής ανικανότητος, διέπονται δε όσον αφορά την πρόσκλησιν και τας υποχρεώσεις, υπό των οριζομένων δια των διατάξεων του Νόμου «περί στελέχους εφέδρων αξιωματικών του κατά Γην Στρατού» και των οικείων κατά σώμα Νόμων. Άρθρ.13.-1.Ο αξιωματικός τίθεται εις αποστρατείαν ένεκα των εξής αιτίων: α)Τη αιτήσει του. β)Ένεκεν ορίου ηλικίας. γ)Ένεκεν αποδεδειγμένης σωματικής ανικανότητος. δ)Κατόπιν αποφάσεων των αρμοδίων συμβουλίων προαγωγών κατά τα οριζόμενα εις τον Νόμον «περί ιεραρχίας και προαγωγών». 2.Η θέσις του αξιωματικού εις αποστρατείαν γίνεται δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. Άρθρ.14.-1.Αξιωματικός, παντός βαθμού, τίθεται εις αποστρατείαν, τη αιτήσει του, εφ’ όσον έχει συμπεπληρωμένον τον προς απόκτησιν συντάξεως απαιτούμενον χρόνον. 2.Η αποδοχή της αιτήσεως ταύτης είναι υποχρεωτική εν καιρώ ειρήνης, ουχί όμως και εν καιρώ πολέμου ή γενικής ή μερικής επιστρατεύσεως. Η υποβληθείσα αίτησις αποστρατείας εν ουδεμιά περιπτώσει ανακαλείται. 3.Αίτησις αποστρατείας, υποβληθείσα παρ’ αξιωματικού παραπεμφθέντος υπό του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως ενώπιον ανακριτικού συμβουλίου, δεν είναι υποχρεωτική δια τον Υπουργόν. 4.Δια τους αξιωματικούς, τους υπέχοντας, δι’ οιανδήποτε αιτίαν, υποχρέωσιν υπηρεσίας επί ωρισμένον χρόνον, αίτησις αποστρατείας δεν δύναται να γίνη αποδεκτή προ της συμπληρώσεως του ωρισμένου τούτου χρόνου. 4.Α.δ.7 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 451 Άρθρ.15.-1.Αξιωματικός, παντός βαθμού, τίθεται εις αποστρατείαν ένεκεν ορίου ηλικίας και τα οριζόμενα εις τον Νόμον περί ιεραρχίας και προαγωγών. 2.Αξιωματικός, παντός βαθμού, τίθεται αυτεπαγγέλτως εις αποστρατείαν τη προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της οικείας Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής, ένεκεν αποδεδειγμένης σωματικής ανικανότητος, συμφώνως προς τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις περί εξετάσεως της σωματικής ικανότητος των μονίμων αξιωματικών εκάστου σώματος. 3.Αξιωματικοί τίθενται εις αυτεπάγγελτον αποστρατείαν βάσει των κατά τας διατάξεις του Νόμου «περί ιεραρχίας και προαγωγών» συντασσομένων υπό των αρμοδίων συμβουλίων προαγωγών αξιωματικών πινάκων αποστρατευτέων. 4.Αξιωματικοί διατελούντες εις ετησίαν άδειαν ή διαθεσιμότητα λόγω νόσου, κρινόμενοι τυχόν αποστρατευτέοι, ουχί ένεκα ταύτης, αλλά βάσει των πινάκων αποστρατευτέων του αρμοδίου συμβουλίου προαγωγών, δεν αποστρατεύονται αυτεπαγγέλτως, βάσει των πινάκων τούτων, αλλά, άμα τη κυρώσει των πινάκων, παραπέμπονται δια διαταγής του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως ενώπιον της οικείας Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής προς τελικήν κρίσιν της υγιεινής των καταστάσεως. Οι ούτω παραπεμπόμενοι, εάν μεν ήθελον κριθή ανίκανοι παρά της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής, τίθενται εις αυτεπάγγελτον αποστρατείαν ένεκεν αποδεδειγμένης σωματικής ανικανότητος, εάν δε ικανοί, τίθενται εις αυτεπάγγελτον αποστρατείαν, βάσει των πινάκων αποστρατευτέων του αρμοδίου συμβουλίου προαγωγών. 5.Αξιωματικοί διατελούντες εις ετησίαν άδειαν ή διαθεσιμότητα λόγω νόσου, καθ’ ον χρόνον καταλαμβάνονται υπό του ορίου ηλικίας, παραπέμπονται δια διαταγής του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως προ μηνός από της χρονολογίας καταλήψεώς των υπό του ορίου ηλικίας ενώπιον της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής, προς τελικήν κρίσιν της υγιεινής των καταστάσεως. Ούτοι, εάν μεν ήθελον κριθή ανίκανοι παρά της Ανωτάτης Υγειονομικής Ειτροπής, τίθενται εις αυτεπάγγελτον αποστρατείαν ένεκεν αποδεδειγμένης σωματικής ανικανότητος, εάν δε ικανοί τίθενται εις αυτεπάγγελτον αποστρατείαν λόγω ορίου ηλικίας, βάσει των πινάκων του αρμοδίου συμβουλίου προαγωγών. 6.Αξιωματικοί, τεθέντες εις αυτεπάγγελτον αποστρατείαν, βάσει των πινάκων αποστρατευτέων του αρμοδίου λόγω βαθμού συμβουλίου κρίσεως και κριθέντες αποστρατευτέοι παρά της οικείας Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής, λόγω σωματικής ανικανότητος, προ της λήξεως της προθεσμίας, εντός της οποίας υποχρεούται ο Υπουργός να προκαλέση τα Δ/τα αποστρατείας των εις τους πίνακας αποστρατευτέων εγγεγραμμένων, θεωρούνται, εάν αιτήσωσι τούτο εντός εξαμήνου, ως τεθέντες από της αυτής χρονολογίας εις αυτεπάγγελτον αποστρατείαν ένεκεν σωματικής ανικανότητος, αναπροσαρμοζομένων των σχετικών Δ/των. VI.Απόταξις Άρθρ.16.-1.Η απόταξις είναι οριστική αποβολή εκ του σώματος του αξιωματικού επανερχομένου εις τον ιδιωτικόν βίον και ανεπιδέκτου όντος ν’ ανακληθή εις ενέργειαν. 2.Αξιωματικών αποταχθέντων λόγω πειθαρχικού παραπτώματος, συνισταμένου εις τέλεσιν γάμου άνευ αδείας, ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως δύναται να διατάσση την εγγραφήν εις το στέλεχος της εφεδρείας του σώματος. Άρθρ.17.-1.Αξιωματικός παντός βαθμού, τελών εν ενεργεία, διαθεσιμότητι, ετησία αδεία λόγω νοσήματος, υπηρεσία γραφείου, αργία δια προσκαίρου παύσεως ή αργία δι’ απολύσεως, ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας, παραπέμπεται με το ερώτημα της αποτάξεως εκ του σώματος, ένεκα των εξής αιτίων: α)Δι’ απρεπή διαγωγήν κατ’ επανάληψιν επιδειχθείσαν ή δια βαρείαν απρέπειαν και ασέβειαν. β)Δια βαρέα παραπτώματα περί την υπηρεσίαν ή την πειθαρχίαν. Ως τοιούτον παράπτωμα θεωρείται και πάσα ενέργεια στρεφομένη αμέσως ή εμμέσως εις υπονόμευσιν της εννόμου τάξεως, ως και η συμμετοχή εις προπαγάνδαν τείνουσαν προς τον αυτόν σκοπόν. γ)Δια παραπτώματα αφορώντα την τιμήν ή υπόληψιν του αξιωματικού ή του σώματος και αν έτι η πράξις ετελέσθη υπ’ αυτού ως οπλίτου ή κατωτέρου. δ)Συνεπεία αμετακλήτου καταδίκης εις οιανδήποτε ποινήν επί κλοπή, υπεξαιρέσει (κοινή ή εν υπηρεσία), απάτη, εκβιάσει, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπιέσει, απιστία περί την υπηρεσίαν, παραβάσει καθήκοντος, εγκλήματι κατά των ηθών, ψευδομαρτυρία, ψευδή ανωμότω καταθέσει, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφημήσει, ως και δια παν αδίκημα στρεφόμενον κατ’ ανωτέρων του. ε)Δια καταδίκην εις οιονδήποτε κακούργημα ή πλημμέλημα εκ των αναφερομένων εις τα κεφάλαια περί εσχάτης προδοσίας και προδοσίας της Χώρας, του Ποινικού Κώδικος ή διατάξεων Ειδικών Ποινικών Νόμων, ως και δια παν άλλο έγκλημα, μαρτυρούν ως εκ των αιτίων, του είδους και του τρόπου εκτελέσεως του και των λοιπών εν γένει περιστάσεων, ηθικήν διαστροφήν χαρακτήρος. ς)Λόγω επιβολής, εντός δεκαετίας, ποινής τρις αργίας δια προσκαίρου παύσεως, ή δις αργίας δια προσκαίρου παύσεως και άπαξ αργίας δι’ απολύσεως ή δις αργίας δι’ απολύσεως. (Μετά την σελ. 24, 524) Σελ. 24, 525 Τεύχος 370-Σελ. 5 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.δ.7 452 ζ)Ένεκα τελέσεως γάμου άνευ αδείας μετά μη Ελληνίδος το γένος. η)Λόγω αιχμαλωσίας, εάν πριν ή αιχμαλωτισθή δεν έπραξε παν ό,τι τω επέβαλε το καθήκον και η τιμή του αξιωματικού. θ)Δια συμμετοχήν εις πολιτικάς διενέξεις προφορικάς ή γραπτάς, σχετικάς δημοσίας συζητήσεις ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον δημοσίας εκδηλώσεις των πολιτικών φρονημάτων του ή συμμετοχήν ως μέλους εις οιανδήποτε πολιτικήν οργάνωσιν. ι)Δι’αποσιώπησιν ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον συγκάλυψιν των παραβάσεων υφισταμένων του, περί ων το ανωτέρω εδάφ.θ΄, ων έλαβε γνώσιν. 2.Η εις το ανακριτικόν συμβούλιον παραπομπή δια τας περιπτώσεις δ-η της προηγουμένης παραγράφου είναι υποχρεωτική. Άρθρ.18.-1.Αξιωματικός τίθεται εις απόταξιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, κατόπιν συμφώνου αποφάσεως ανακριτικού συμβουλίου, εις ο παραπέμπεται υπό του αυτού Υπουργού. 2.Οι ούτως αποτασσόμενοι αξιωματικοί διαγράφονται της δυνάμεως του σώματος, μετά 15νθήμερον από της δημοσιεύσεως του Δ/τος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το 15νθήμερον τούτο θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας του αποτασσομένου, δι’ απάσας τας συνεπείας. 3.Οι αποτασσόμενοι δεν εγγράφονται εις το στέλεχος της εφεδρείας, δεν ανακαλούνται προς στράτευσιν και δεν δύναται να φέρουν στολήν. Παραίτησις Άρθρ.19.-1.Αξιωματικός, μη έχων συμπεπληρωμένον τον προς σύνταξιν χρόνον, δικαιούται να υποβάλη παραίτησιν εκ του σώματος. Η παραίτησις γίνεται δεκτή δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως εντός μηνός από της υποβολής ταύτης. 2.Υποβληθείσα παραίτησις δύναται να ανακληθή υπό του υποβαλλόντος δι’ αναφοράς του εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 15 ημερών. 3.Εν καιρώ πολέμου ή επιστρατεύσεως γενικής ή μερικής απαγορεύεται η υποβολή και αποδοχή παραιτήσεως, εν καιρώ δε ειρήνης είναι υποχρεωτική η αποδοχή της, εκτός εάν ο αιτών δεν έχη συμπληρώσει την κεκανονισμένην εκ του Στρατολογικού Νόμου υποχρέωσιν ή υπέχη δι’ οιανδήποτε αιτίαν υποχρέωσιν υπηρεσίας επί ωρισμένου χρόνον. 4.Αίτησις παραιτήσεως αξιωματικού, παραπεμφθέντος ενώπιον ανακριτικού συμβουλίου, δια διαταγής του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, δεν είναι υποχρεωτική δια τον Υπουργόν. Σελ. 24, 526 Τεύχος 370-Σελ. 6 5.Ως παραιτούμενος λογίζεται όστις, απονεμηθέντος αυτώ του βαθμού του αξιωματικού, δεν προσέρχεται εντός της ταχθείσης προθεσμίας όπως δώση τον νενομισμένον όρκον και διαγράφεται των στελεχών του σώματος, πλην των εχόντων ανειλημμένην υποχρέωσιν, οίτινες υποχρεούνται να υπηρετήσωσι τον χρόνον της ανειλημμένης υποχρεώσεως, με τον βαθμόν ον έφερον προ της ονομασίας των. 6.Δια των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των άρθρ. 12-15 του παρόντος Νόμου δεν θίγονται αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις των εκλογικών Νόμων, όσον αφορά τους εκθέτοντας υποψηφιότητα αξιωματικούς. 7.Οι παραιτούμενοι, πλην των εν τη παρ. 5 του παρόντος άρθρου αναφερομένων, εγγράφονται εις το στέλεχος των εφέδρων αξιωματικών. VII. Γενικαί Διατάξεις Άρθρ.20.-1.Οσάκις αξιωματικός στερείται κατά Νόμον αυτοδικαίως του βαθμού του διαγράφεται της δυνάμεως και των στελεχών από της χρονολογίας της αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως. Η στέρησις του βαθμού γίνεται δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, εν ω βεβαιούται η στέρησις του βαθμού, ο χρόνος καθ’ ον επήλθεν αύτη και η αιτία. 2.Άπαντα τα Δ/τα τα επιφέροντα μεταβολήν της καταστάσεως, απόταξιν, παραίτησιν ή στέρησιν του βαθμού, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 2 του παρόντος Νόμου, θεωρούνται ως αυτοδικαίως κοινοποιηθέντα μετά παρέλευσιν τριάκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως του Δ/τος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αν η κοινοποίησις αύτη δι’ οιονδήποτε λόγον δεν γίνη ενωρίτερον. Η διαγραφή όμως των εξερχομένων του σώματος, λόγω αποστρατείας, ορίου ηλικίας, αποτάξεως, παραιτήσεως ή στερήσεως του βαθμού γίνεται κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου και των άρθρ. 12, 15, 16 και 19 του παρόντος Νόμου ασχέτως χρονολογίας κοινοποιήσεως του Δ/τος. 4.Α.δ.7 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 453 Άρθρ.21.-1.Εις τους επιφορτισμένους με οικονομικήν διαχείρισιν αξιωματικούς και απομακρυνομένους του σώματος συνεπεία αποστρατείας, αποτάξεως, παραιτήσεως ή καταλήψεως υπό του ορίου ηλικίας, παραμένοντας δε εις την θέσιν των προς παράδοσιν της διαχειρίσεως και απόδοσιν λογαριασμού, δύναται αποφάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, ν’ απονεμηθή αποζημίωσις, δια την επί πλέον παραμονήν εν υπηρεσία δια την άνω αιτίαν, συνισταμένη εις την διαφοράν των κανονικών αποδοχών της ενεργείας και της απονεμηθείσης αυτοίς συντάξεως και μερίσματος. Ο χρόνος της επί πλέον παραμονής, καθοριζόμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, δεν δύναται να υπερβή τον μήνα, από της απομακρύνσεώς των, ως αύτη καθορίζεται υπό του παρόντος Νόμου. 2.Οι τιθέμενοι εις διαθεσιμότητα, αργίαν δια προσκαίρου παύσεως ή αργίαν δι’ απολύσεως αξιωματικοί, όντες επιφορτισμένοι με οικονομικήν διαχείρισιν, δύνανται να παραμείνουν εις την υπηρεσίαν, προς παράδοσιν της διαχειρίσεως και απόδοσιν λογαριασμού, επί χρόνον, ουχί πλέον του μηνός από της κοινοποιήσεως του Δ/τος, καθοριζόμενον υπό του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. Κατά τον χρόνον της τοιαύτης παραμονής, αναστέλλεται η έναρξις της ποινής ή της διαθεσιμότητος. 3.Οι αξιωματικοί οι τελούντες εις διαθεσιμότητα, αργίαν διά προσκαίρου παύσεως ή αργίαν δι’ απολύσεως, υπόκεινται εις απάσας τας περί τάξεως και πειθαρχίας διατάξεις των Νόμων και κανονισμών, τας προβλεπομένας δια τους εν ενεργεία ομοιοβάθμους των, υποχρεούμενοι να διαμένουν, όπου κατόπιν αιτήσεώς των ήθελεν ορίσει ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως, άνευ δικαιώματος λήψεως οδοιπορικών εξόδων. 4.Προκειμένου περί τελούντων εις διαθεσιμότητα τη αιτήσει των ή εις αργίαν δι’ απολύσεως, οίτινες δεν δικαιούνται οδοιπορικών εξόδων μεταβάσεως και επιστροφής, εάν ο Υπουργός ορίση τόπον διαμονής των διάφορον του αιτουμένου, δικαιούνται των κεκανονισμένων οδοιπορικών εξόδων μεταβάσεως και επιστροφής. Άρθρ.22.-Αι αποδοχαί των αξιωματικών δια τας καταστάσεις διαθεσιμότητος, ετησίας αδείας λόγω νοσήματος, υπηρεσίας γραφείου, αργίας δια προσκαίρου παύσεως και αργίας δι’ απολύσεως καθορίζονται ως κάτωθι, επί του συνόλου των αποδοχών των εν ενεργεία συναδέλφων των: α)Οι εν διαθεσιμότητι λόγω νοσήματος, ετησία αδεία δια την αυτήν αιτίαν και υπηρεσία γραφείου, πλήρεις αποδοχάς. β)Οι εν οιαδήποτε ετέρα διαθεσιμότητι τα 90%. γ)Οι εν αργία δια προσκαίρου παύσεως τα 80%. δ)Οι εν αργία δι’ απολύσεως τα 75%. Άρθρ.23.-1.Οι παρά ταις στρατιωτικοίς δικαστηρίοις Βασιλικοί Επίτροποι και οι παρά τοις τακτικοίς δικαστηρίοις Εισαγγελείς, υποχρεούνται να υποβάλουν εις το Υπουργείον Δημοσίας Τάξεως, αντίγραφον πάσης δικαστικής αποφάσεως (καταδικαστικής ή αθωωτικής) και παντός βουλεύματος (παραπεμπτικού, απαλλακτικού ή παύοντος προς καιρόν την δίωξιν) αφορώντων εις αξιωματικούς, εντός μηνός από της εκδόσεως αυτών. 2.Καθισταμένης αμετακλήτου της δικαστικής αποφάσεως ή τελεσιδίκου του απαλλακτικού βουλεύματος, οι αυτοί ως άνω, υποχρεούνται να υποβάλουν εις την ιδίαν αρχήν εν πρωτοτύπω και άπασαν την δικογραφίαν εντός της αυτής προθεσμίας. Η δικογραφία επιστρέφεται εις την υποβάλλουσαν αρχήν μετά το πέρας της πειθαρχικής διαδικασίας. Άρθρ.24.-1.Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν δι’ άπαντας τους αξιωματικούς απάντων των σωμάτων οιασδήποτε υπηρεσίας ως και δια τον Ιερέα Χωροφυλακής. Ούτος υποπίπτων εις πειθαρχικά παραπτώματα, προβλεπόμενα υπό του κεφαλαίου τούτου, δεν τίθεται εις αργίαν δια προσκαίρου παύσεως, αργίαν δι’ απολύσεως ή απόταξιν, αλλ’ απολύεται του σώματος Χωροφυλακής κατόπιν συμφώνου γνώμης ανακριτικού συμβουλίου, συγκροτουμένου κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και γνωμοδοτούντος, εξαιρετικώς δια την περίπτωσιν ταύτην, περί παραμονής ή απολύσεώς του. 2.Ωσαύτως ισχύουν και δια τους εφέδρους αξιωματικούς με τας εξής διαφοράς: α)Προκειμένου περί υπηρετούντων: 1)Εις ας περιπτώσεις εις τους μονίμους επιβάλλονται αι ποιναί της αργίας δι’ απολύσεως ή αποτάξεως, ούτοι διαγράφονται του στελέχους των εφέδρων αξιωματικών. 2)Εις ας περιπτώσεις εις τους μονίμους επιβάλλεται η ποινή της αργίας δια προσκαίρου παύσεως, οι έφεδροι απολύονται του σώματος δια διαταγής του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. 3)Εις τας περιπτώσεις διαθεσιμότητος λόγω νοσήματος, ετησίας αδείας ή αποστρατείας, λόγω σωματικής ανικανότητος των μονίμων, οι έφεδροι απολύονται του σώματος και διαγράφονται του στελέχους των εφέδρων αξιωματικών. β)Προκειμένου περί μη υπηρετούντων εφέδρων εφαρμόζονται αι ισχύουσαι διατάξεις «περί στελέχους εφέδρων αξιωματικών του Στρατού Ξηράς». (Μετά την σελ. 24, 526) Σελ. 24, 527 Τεύχος 370-Σελ. 7 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.δ.7 454 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ Βεβαίωσις πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.25.-1.Πάς αξιωματικός διοικητής υπηρεσίας, φρονών ότι αξιωματικός εκ των υπό τας διαταγάς του υπηρετούντων υπέπεσεν εις παράπτωμα, εκ των εν άρθρ. 8, 10 και 17 του παρόντος αναφερομένων, υποβάλλει εις την προϊσταμένην του υπηρεσίαν ειδικήν περί τούτου αναφοράν, εν η εκθέτει, σαφώς και εμπεριστατωμένως, τα του παραπτώματος συνυποβάλλων και παν έτερον έγγραφον ή στοιχείον χρήσιμον προς βεβαίωσιν του παραπτώματος, έτι δε και τυχόν υποβληθείσαν αίτησιν ή αναφοράν του αδικηθέντος ή τρίτου προσώπου. Δια τους τελούντας εις διαθεσιμότητα, ετησίαν άδειαν λόγω νοσήματος, αργίαν δια προσκαίρου παύσεως ή αργίαν δι’ απολύσεως, την αναφοράν υποβάλλει ο διοικητής της υπηρεσίας του τόπου διαμονής του υπό κατηγορίαν. 2.Η υπηρεσία, εις ην υπεβλήθη η αναφορά αύτη, προς πλήρη διαφώτισιν και έρευναν της υποθέσεως: α)Προκειμένου περί του σώματος της Χωροφυλακής, εφ’ όσον πρόκειται περί Διοικήσεως Χωροφυλακής ή ισοτίμου προς ταύτην ή ανωτέρας τούτων υπηρεσίας Χωροφυλακής, ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή διατάσσει την ενέργειαν ενόρκου διοικητικής εξετάσεως παρ’ αξιωματικού ανωτέρου του υπό κατηγορίαν και υποβολήν της σχηματισθησομένης δικογραφίας μετά πορίσματος δεόντως ητιολογημένου εντός τακτής προθεσμίας. β)Προκειμένου περί του σώματος της Αστυνομίας Πόλεων, εφ’ όσον πρόκειται περί Αστυνομικής Διευθύνσεως, Σχολής, Αποθήκης Υλικού και γενικώς περί υπηρεσίας αυτοτελούς διοικουμένης παρ’ αστυνομικού διευθυντού Α΄ ή Β΄ τάξεως ή ανωτέρας τούτων υπηρεσίας, ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή διατάσσει την ενέργειαν ενόρκου διοικητικής εξετάσεως παρ’ αξιωματικού ανωτέρου του υπό κατηγορίαν, φέροντος βαθμόν τουλάχιστον αστυνόμου Β΄ τάξεως και υποβολήν της σχηματισθησομένης δικογραφίας μετά πορίσματος δεόντως ητιολογημένου εντός τακτής προθεσμίας. γ)Προκειμένου περί του Πυροσβεστικού Σώματος, εφ’ όσον πρόκειται περί Διοικήσεως Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πόλεως, διευθυντού Αρχηγείου Πυροσβεστικού Σώματος, γενικής αποθήκης υλικού Πυροσβεστικού σώματος ή οιασδήποτε αυτοτελούς υπηρεσίας διοικουμένης υπό επιπυραγού ή πυραγού ή ανωτέρας τούτων υπηρεσίας, ενεργεία αυτεπαγγέλτως ή διατάσσει την ενέργειαν ενόρκου διοικητικής εξετάσεως παρ’ αξιωματικού ανωτέρου του υπό κατηγορίαν και υποβολήν της σχηματισθησομένης δικογραφίας μετά πορίσματος δεόντως ητιολογημένου εντός τακτής προθεσμίας. Σελ. 24, 528 Τεύχος 370-Σελ. 8 3.Η διατάσσουσα ή επιλαμβανομένη της εξετάσεως υπηρεσίας αναφέρει ιεραρχικώς εις τον Υπουργόν Δημοσίας Τάξεως τα του παραπτώματος και της διαταχθείσης εξετάσεως. Δύναται όμως να υποβληθή ιεραρχικώς προς τον Υπουργόν Δημοσίας Τάξεως η αναφορά αύτη μετά των λοιπών στοιχείων, εφ’ όσον τα στοιχεία κρίνονται επαρκή προς λήψιν αποφάσεως και ιδία οσάκις πρόκειται περί των περιπτώσεων των εδαφ. δ-η της παρ. 1 του άρθρ. 17 του παρόντος Νόμου. 4.Εν τω πορίσματι δέον να προτείνηται σαφώς η κατάστασις, εις ην δέον να μετατεθή λόγω ποινής, ο καθ’ ου η εξέτασις αξιωματικός. 5.Η σχηματισθησομένη δικογραφία ή η αναφορά απαραίτητως, μετά της απολογίας του κατηγορουμένου, υποβάλλεται, ιεραρχικώς εις τον Υπουργόν Δημοσίας Τάξεως, επί ταύτης δε γνωματεύουν άπασαι αι καθ’ ιεραρχίαν προϊστάμεναι αρχαί, εκάστη δε τούτων δύναται να υποβάλη ιεραρχικώς πρώτη αύτη, οίκοθεν, την τοιαύτην αναφοράν ή να διατάξη την ενέργειαν διοικητικής εξετάσεως κατά τα ανωτέρω οριζόμενα. 6.Ο υπό κατηγορίαν, αφ’ ης κλήθη εις απολογίαν και προ ταύτης καλείται εγγράφως, όπως λάβη γνώσιν απάντων των εγγράφων της δικογραφίας και προτείνη παν μέσον υπερασπίσεώς του, δικαιούμενος εις υποχρεωτικήν εξέτασιν προτεινομένων υπ’ αυτού μαρτύρων, του αριθμού αυτών μη δυναμένου να υπερβή τους 5, ως επίσης και εις παροχήν αυτώ 24ώρου προθεσμίας, ίνα απολογηθή. 7.Εις ην περίπτωσιν διετάχθη η ενέργεια ενόρκου εξετάσεως υπό αξιωματικού, μη υπηρετούντος εις την εις ην ανήκει ο υπό κατηγορίαν υπηρεσίαν, ο ενεργήσας ταύτην υποβάλλει την δικογραφίαν εις τον διατάξαντα, εάν δε ούτος κρίνη αναγκαίαν την γνώμην των ιεραρχικώς αρμοδίων προς γνωμάτευσιν προϊσταμένων του υπό κατηγορίαν, προκαλεί ταύτην, διαβιβάζων αρμοδίως προς τούτο την δικογραφίαν. 4.Α.δ.7 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 455 8.Η ένορκος εξέτασις είναι μυστική, ουδείς δεν δύναται να λάβη γνώσιν των στοιχείων ταύτης, πλην του κατηγορουμένου. Δια τον όρκον των μαρτύρων και τον τύπον των εκθέσεων εφαρμόζονται αι περί αυτών διατάξεις του Κώδικος της Ποινικής Δικονομίας, αντί όμως Βου ανακριτικού υπαλλήλου προσλαμβάνεται βαθμοφόρος του Σώματος ως γραμματεύς. 9.Ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως, λαβών την αναφοράν ή την δικογραφίαν, εκτιμά τα περιστατικά εντός διμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας και αν μεν κρίνη ότι δεν υπάρχει παράπτωμα επιστρέφει την δικογραφίαν ή αναφοράν εις το οικείον Αρχηγείον, ίνα τεθή εις το αρχείον, εάν δε το παράπτωμα είναι τιμωρητέον δι’ αργίας δια προσκαίρου παύσεως ή δι’ άλλης ελαφροτέρας ποινής επιβάλλει την ποινήν αργίας δια προσκαίρου παύσεως ή άλλην ελαφροτέραν πειθαρχικήν ποινήν, εν τη δευτέρα περιπτώσει δύναται να επιστρέψη την δικογραφίαν ή αναφοράν εις το Αρχηγείον δια την υπό τούτου άσκησιν του πειθαρχικού ελέγχου, εντός της αρμοδιότητός του. Εάν κρίνη ότι το παράπτωμα είναι βαρύτερον παραπέμπει τον αξιωματικόν ενώπιον ανακριτικού συμβουλίου. 10.Προκειμένου περί παραπτωμάτων αναφερομένων εις τας περιπτώσεις των εδαφ. δ-η της παρ. 1 του άρθρ. 17 του παρόντος Νόμου, η παραπομπή ενώπιον του ανακριτικού συμβουλίου, είναι υποχρεωτική. 11.Άνευ ειδικής διαταγής του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, ουδείς αξιωματικός παραπέμπεται εις ανακριτικόν Συμβούλιον. 12.Η περί παραπομπής εις ανακριτικόν συμβούλιον διαταγή του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, τίθεται εις τον ατομικόν φάκελλον του εγκαλουμένου, η δε τελεσίδικος απόφασις του ανακριτικού συμβουλίου καταχωρίζεται εις το ατομικόν βιβλιάριον αυτού. 13.Άπαξ κοινοποιηθείσα διαταγή του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως περί παραπομπής αξιωματικού ενώπιον ανακριτικού συμβουλίου, εν ουδεμιά περιπτώσει ανακαλείται. Κωλύματα προς ενέργειαν διοικητικών εξετάσεων Άρθρ.26.-1.Δεν δύναται να ενεργήση ένορκον διοικητικήν εξέτασιν: α)Όστις είναι συγγενής του εγκαλουμένου ή του εγκαλούντος εις ανιόντα ή κατιόντα βαθμόν ή μέχρι τετάρτου εκ πλαγίου βαθμού ή δευτέρου εξ αγχιστείας. β)Όστις ήθελεν ομολογουμένως έχει ιδιαιτέραν φιλίαν και οικειότητα ή έχθραν μετ’ αυτού. γ)Όστις κατήγγειλε την προκειμένην πράξιν ή επέβαλεν εις τον Υπουργόν Δημοσίας Τάξεως την περί παραπομπής εις το συμβούλιον αναφοράν. δ)Ο καθ’ ου υφίστανται ενδείξεις ότι φέρει τυχόν ευθύνην δια την υπό εξέτασιν πράξιν και ε)Όστις έχει συμφέρον από την έκβασιν της υποθέσεως. 2.Ο εγκαλούμενος δικαιούται, εφ’ άπαξ και το βραδύτερον εντός τριημέρου από της κλήσεώς του προς εξέτασιν, υπό του ενεργούντος την ανάκρισιν να αιτήσηται την εξαίρεσιν αυτού από του έργου της ανακρίσεως, δι’ εγγράφου αιτήσεως, εν η δέον να εκτίθενται οι λόγοι της εξαιρέσεως επισυνάπτονται δε και τα υπάρχονται αποδεικτικά στοιχεία. 3.Επί της αιτήσεως αποφαίνεται οριστικώς και τελεσιδίκως ο Αρχηγός του οικείου Σώματος, εφ’ όσον υφιστάμενός του, εκ των εχόντων το προς τούτο δικαίωμα, διέταξε την ενέργειαν της ανακρίσεως, ο Υπουργός δε Δημοσίας Τάξεως, εφ’ όσον τον αξιωματικόν τον ενεργούντα την σχετικήν ανάκρισιν, ώρισεν ο Αρχηγός του Σώματος. 4.Κακόβουλοι υπαινιγμοί εναντίον του ενεργούντος την ανάκρισιν, διατυπούμενοι εν τη αιτήσει εξαιρέσεως ή αοριστίαι, ως προς την ύπαρξιν κωλύματος ή η καθ’ οιονδήποτε τρόπον προσπάθεια προς παρέλκυσιν της διαταχθείσης ανακρίσεως, αποτελούσιν αυτοτελές πειθαρχικόν παράπτωμα. Επίσης πειθαρχικόν παράπτωμα διαπράττει ο εν γνώσει διατελών των εν παρ. 1 κωλυμάτων και αναλαβών την ενέργειαν διοικητικής εξετάσεως. Πρωτοβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον Άρθρ.27.-1.Το ανακριτικόν συμβούλιον συγκροτείται δι’ ωρισμένην υπόθεσιν υπό του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως εκ πέντε αξιωματικών του οικείου σώματος, ανωτέρων ή αρχαιοτέρων του εγκαλουμένου, ων τρεις τουλάχιστον δέον εν πάση περιπτώσει, να είναι ανώτεροι αξιωματικοί. Προκειμένου περί παραπομπής ανθυπασπιστού και τούτω εξομοιουμένου των ετέρων σωμάτων, τούτο συγκροτείται εκ δύο ανωτέρω αξιωματικών και τριών κατωτέρων, ων οι δυο τουλάχιστον δέον να φέρουν τον βαθμόν του μοιράρχου ή των τούτω εξομοιουμένων των ετέρων σωμάτων. 2.Τα μέλη του συμβουλίου λαμβάνονται πάντοτε εκ των εν ενεργεία αξιωματικών των σωμάτων. 3.Εάν ο εγκαλούμενος είναι ανώτατος αξιωματικός ή συνταγματάρχης Χωροφυλακής και τούτω αντιστοιχών της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος και δεν υπάρχει εις έκαστον σώμα ο αναγκαίος δια την συγκρότησιν του συμβουλίου αριθμός των ανωτέρων ή αρχαιοτέρων βαθμοφόρων ή οι υπάρχοντες απουσιάζουν ή αποδεδειγμένως κατά την κρίσιν του Υπουργού κωλύονται, καλούνται όπως μετάσχουν του συμβουλίου Γενικοί στρατιωτικοί δικαστικοί (Αντί για τη σελ. 24,529(α) Σελ. 24,529(β) Τεύχος 1334 Σελ. 9 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.δ.7 456 σύμβουλοι ή σύμβουλοι Α΄ τάξεως ή αξιωματικοί όπλων του Στρατού Ξηράς, οριζόμενοι υπό του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως εγκρίσει του Αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων. Δια το Πυροσβεστικόν Σώμα δύναται να ορισθούν αξιωματικοί ως ανωτέρω και εκ της Χωροφυλακής ή Αστυνομίας Πόλεων. 4.Ο κατά βαθμόν ανώτερος εκ των μελών του συμβουλίου ή εν ισοβαθμία ο αρχαιότερος, είναι πρόεδρος αυτού, ο δε νεώτερος εισηγητής. 5.Δια την αναπλήρωσιν των τακτικών μελών, εν περιπτώσει κωλύματος ή απουσίας αυτών, ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως ορίζει ισάριθμα ή ολιγώτερα αναπληρωματικά μέλη, τουλάχιστον όμως τρία, λαμβανόμενα συμφώνως ταις προηγουμέναις παραγράφοις του άρθρου τούτου. Για την αντικατάσταση των παρ. 1-5 μόνον για το Πυροσβεστικό Σώμα βλ. άρθρ. 2 Π.Δ. 370/1987 (ΦΕΚ Α΄ 166) και άρθρ. 3 παρ. 15 Π.Δ. 90/1991 (ΦΕΚ Α΄ 42), κατωτ. σελ. 270,837, τα οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 3 Π.Δ. 16/11-11 Φεβρ. 1998 (ΦΕΚ Α΄ 27), κατωτ. σελ. 270,85025. 6.Ο Πρόεδρος του ανακριτικού συμβουλίου δεν υποχρεούται να καλή τα αναπληρωματικά μέλη κατά την σειράν της εν τη διαταγή, αναγραφής των. 7.Δεν δύναται να διορισθή μέλος του ανακριτικού συμβουλίου: α)Όστις είναι συγγενής του εγκαλουμένου εις ανιόντα ή κατιόντα βαθμόν ή μέχρι του τετάρτου εκ πλαγίου βαθμού ή μέχρι του δευτέρου εξ αγχιστείας. β)Όστις ήθελεν ομολογουμένως έχει ιδιαίτεραν φιλίαν και οικειότητα ή έχθραν μετ’ αυτού. «γ.Εκείνος που κατήγγειλε τη διωκομένη πράξη ή υπέβαλε στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης την περί παραπομπής στο συμβούλιο αναφορά ή γνωμάτευση οπουδήποτε για την παραπομπή ή όχι». Η μέσα σε « » περίπτ.γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 του άρθρ. 181 του Π.Δ. 141/12-30 Απρ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 58) ανωτ.σελ. 16, 589. δ)Όστις ενήργησε την διοικητικήν εξέτασιν ή εξητάσθη κατ’ αυτήν ως μάρτυς. ε)Όστις πρόκειται να εξετασθή ως μάρτυς ενώπιον του συμβουλίου. Άρθρ.28.-1.Ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως εν τη πράξει, δι’ ης συγκροτείται το ανακριτικόν συμβούλιον: α)Καθορίζει την αιτίαν και εν περιλήψει τα περιστατικά της πράξεως του εγκαλουμένου. Σελ. 24,530(β) Τεύχος 1334 Σελ. 10 β)Ορίζει τα μέλη του ανακριτικού συμβουλίου τακτικά και αναπληρωματικά. γ)Ορίζει τον τόπον και την προθεσμίαν, εν οις δέον τούτο να συνέλθη και δ)Θέτει το ερώτημα ή τα ερωτήματα, εφ’ ων δέον τούτο να αποφανθή. 2.Αντίγραφα της πράξεως ταύτης, ισάριθμα προς τα μέλη του Συμβουλίου και τον εγκαλούμενον μετά του φακέλλου της υποθέσεως του ατομικού βιβλιαρίου και πάντων εν γένει των διαφωτιστικών εγγράφων και άλλων στοιχείων, διαβιβάζονται εις τον πρόεδρον του ανακριτικού συμβουλίου. 3.Έτερα αντίγραφα διαβιβάζονται εις τας τηρούσας τα ατομικά έγγραφα του εγκαλουμένου αρχάς, ίνα τεθούν εις τον ατομικόν φάκελλον τούτου. Άρθρ.29.-1.Ο Πρόεδρος, δια της οικείας υπηρεσίας του σώματος εις ην υπηρετεί η απ’ ευθείας ή δια του εισηγητού ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον ήθελεν κρίνει πρόσφορον: α)Κοινοποιεί το ταχύτερον την πράξιν του Υπουργού, επί αποδείξει, εις τα λοιπά μέλη του Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά και εις τον εγκαλούμενον. β)Καλεί τον εγκαλούμενον, όπως εντός τριών ημερών από της κοινοποιήσεως ταύτης προτείνη, δι’ εγγράφου αναφοράς του, απ’ ευθείας εις τον πρόεδρον υποβαλλομένης, μάρτυρας υπερασπίσεως, αν έχη, σημειών και την κατοικίαν αυτών. 2.Ο Πρόεδρος λαβών τας αποδείξεις των κοινοποιήσεων τούτων και έχων υπ’ όψιν και την από της έδρας του συμβουλίου απόστασιν της διαμονής του εγκαλουμένου και των μαρτύρων, συγκαλεί το συμβούλιον προς συνεδρίασιν εν ωρισμένω τόπω και χρόνω και καλεί τον εγκαλούμενον προ τριών τουλάχιστον ημερών, επί ποινή ακυρότητος της διαδικασίας, όπως προσέλθη εις την συνεδρίασιν και απολογηθή. 3.Καλεί ωσαύτως και τους μάρτυρας, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς διαφώτισιν του συμβουλίου, ως επίσης και μάρτυρας υπό του εγκαλουμένου προταθέντας, ουχί πλείονας των πέντε, εξ ων 2 τουλάχιστον υποχρεωτικώς. Εάν οι προταθέντες υπό του εγκαλουμένου μάρτυρες διαμένουν μακράν της έδρας του συμβουλίου, ο δε πρόεδρος εκ της μελέτης της δικογραφίας και εκ της αναφοράς του εγκαλουμένου κρίνη ότι, ούτοι θέλουν καταθέσει περί γεγονότων εχόντων επίδοσιν εις την κρίσιν του συμβουλίου, καθίσταται δε αδύνατος ο εξ άλλων στοιχείων σχηματισμός κρίσεως τούτου, εφαρμόζει τα εν παρ. 2 του άρθρ. 54 του παρόντος Νόμου οριζόμενα, αιτούμενος την ένορκον εξέτασιν των προσώπων τούτων παρά των υπηρεσιών εκάστου σώματος διαμονής των. 4.Ο εγκαλούμενος όμως δικαιούται ίνα ιδίαις αυτού δαπάναις εμφανίση μάρτυρας κατά την ενώπιον του συμβουλίου διαδικασίαν προς υπεράσπισίν του. 4.Α.δ.7 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 457 Άρθρ.30.-1.Εις τον υπό του προέδρου ορισθέντα δια την συνεδρίασιν του συμβουλίου τόπον και χρόνον συνέρχονται τα μέλη αυτού τακτικά και αναπληρωματικά. 2.Ο εγκαλούμενος αξιωματικός οφείλει, προ της ενάρξεως της συνεδριάσεως επί ποινή απαραδέκτου, να ζητήση δι’ εγγράφου προς τον πρόεδρον αναφοράς, την εξαίρεσιν των μελών εκείνων του συμβουλίου, δι’ α συντρέχει λόγος τις εκ των εν άρθρ. 27 παρ. 7 αναφερομένων, ον λόγον, ως και τα μέσα της βεβαιώσεως αυτού, δέον να αναφέρη συγκεκριμένως. Δεν δύναται να ζητήση την εξαίρεσιν πλειόνων των δύο. Εάν ζητήση την εξαίρεσιν πλειόνων των δύο, εξετάζεται η αίτησις μόνον καθ’ όσον αφορά τα δύο πρώτα εν τη αιτήσει αναφερόμενα μέλη. 3.Την περί εξαιρέσεως αίτησιν ο πρόεδρος διαβιβάζει εις τα μέλη, εις α αύτη αφορά, ίνα παράσχουν εγγράφως εξηγήσεις περί αυτής. Τα μέλη ταύτα απέχουν, προσωρινώς, των εργασιών του συμβουλίου, επί ποινή ακυρότητος της διαδικασίας, λαμβάνουν δ’ αντ’ αυτών μέρος προς συμπλήρωσιν του συμβουλίου και μόνον δια την εκδίκασιν της περί εξαιρέσεως αιτήσεως, τα αναπληρωματικά μέλη κατά την ωρισμένην εν τη πράξει συγκροτήσεως του συμβουλίου σειράν. Εάν εζητήθη η εξαίρεσις του προέδρου αναλαμβάνει την προεδρίαν το ανώτερον κατά βαθμόν ή αρχαιότερον εκ των τακτικών και αναπληρωματικών μέλος κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω διαλαμβανόμενα. 4.Ούτω συγκροτούμενον το συμβούλιον και λαμβάνον υπ’ όψιν την αίτησιν και τα τυχόν προσαχθέντα έγγραφα αποφασίζει παραχρήμα, εν μυστική συνεδριάσει, επί της περί εξαιρέσεως αιτήσεως. Πάσα αίτησις περί εξαιρέσεως μέλους του δια την εκδίκασιν της αιτήσεως περί εξαιρέσεως συγκροτηθέντος συμβουλίου είναι απαράδεκτος και απορρίπτεται υπό του προέδρου. 5.Παν μέλος του συμβουλίου, συνειδός εαυτώ αιτίαν εξαιρέσεως, οφείλει να φανερώση αυτήν εις το συμβούλιον, τούτο δε, συμπληρούμενον κατά τ’ ανωτέρω ειρημένα, αποφασίζει κατά πλειοψηφίαν περί της εξαιρέσεως. 6.Περί πάντων τούτων συντάσσεται πρακτικόν, εν ω καταχωρίζεται και η εκδοθείσα απόφασις. 7.Εάν η αίτησις εξαιρέσεως εγένετο δεκτή, τα εξαιρεθέντα μέλη απέχουν της εκτελέσεως των έργων των, εις δε τας θέσεις αυτών παραμένουν οριστικώς τα αναπληρωματικά μέλη δια την ανάκρισιν της υποθέσεως. Άρθρ.31.-«1.Οι συνεδριάσεις του συμβουλίου γίνονται κεκλεισμένων των θυρών. Ουδείς εκτός του εγκαλουμένου παρίσταται, με εξαίρεση τους εξεταζομένους μάρτυρες. Η παράσταση ή συμπαράσταση πληρεξουσίου δικηγόρου δεν επιτρέπεται». Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 4 του Π.Δ. 380/3-11 Σεπτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 135). 2.Η διαδικασία διεξάγεται προφορικώς, την διεύθυνσιν δε αυτής έχει ο πρόεδρος. 3.Η συνεδρίασις δεν διακόπτεται, ειμή δια τα προς αναψυχήν αναγκαία διαλείμματα, δια την εμφάνισιν ουσιώδους μάρτυρος ή δια την εξακρίβωσιν ουσιώδους γεγονότος. Περί της διακοπής αποφασίζει το συμβούλιον κατά πλειοψηφίαν. Άρθρ.32.-1.Άμα τη ενάρξει της συνεδριάσεως, ο πρόεδρος διατάσσει ίνα εμφανισθή ο εγκαλούμενος, όστις παρίσταται εν τη συνεδριάσει μέχρι πέρατος της εκδικάσεως. 2.Εν περιπτώσει μη εμφανίσεως του εγκαλουμένου, οφειλομένης εις ανυπέρβλητον κώλυμα, εγκαίρως γνωσθέν, μερίμνη του, εις το συμβούλιον, τούτο αναβάλλει την εκδίκασιν της υποθέσεως δι’ άλλην ημέραν εντός της υπό του Υπουργού τεταγμένης προθεσμίας, άλλως η διαδικασία προχωρεί. Δευτέρα αναβολή εκ του λόγου τούτου δεν επιτρέπεται. 3.Ο εισηγητής αναγιγνώσκει εντολή του προέδρου πρώτον μεν τα άρθρ. 9, 11, 16, 18 και 27 έως και 32 είτα δε την περί συγκροτήσεως του συμβουλίου πράξιν του Υπουργού και την τυχόν εκδοθείσαν απόφασιν επί αιτήσεως εξαιρέσεως και όλα τα έγγραφα της υποθέσεως, ων την ανάγνωσιν ήθελε κρίνει αναγκαίαν ο πρόεδρος. Τη αιτήσει του εγκαλουμένου ή τινός των μελών του συμβουλίου, δυναται το συμβούλιον να διατάξη την ανάγνωσιν ωρισμένων εγγράφων της υποθέσεως ή και πάντων των εγγράφων. 4.Ο πρόεδρος, μετά τούτο, καλεί τους υπ’ αυτού κληθέντας μάρυρας, ως και τους υπό του εγκαλουμένου προταθέντας. Αν τινες των μαρτύρων τούτων είναι απόντες, το δε συμβούλιον κρίνει ουσιωδώς αναγκαίαν την εμφάνισιν αυτών, αναβάλλει την εκδίκασιν της υποθέσεως δι’ άλλην ημέραν εντός της υπό του Υπουργού τεταγμένης προθεσμίας, άλλως η διαδικασία προχωρεί. Η άνευ ευλόγου αιτίας μη εμφάνισις μάρτυρος, ως και η άρνησις καταθέσεως τιμωρείται δια κρατήσεως ή προστίμου. Ως εύλογος αιτία θεωρείται και η μετά του κατηγορουμένου συγγένεια εις ευθείαν γραμμήν ή μέχρι του δευτέρου βαθμού εκ πλαγίου. 5.Νέους μάρτυρας ο εγκαλούμενος δεν δύναται να προτείνει πλέον των δύο. Το συμβούλιον όμως δύναται και κατά την διάρκειαν της ανακρίσεως να καλέση και εξετάση παν πρόσωπον, ου την εξέτασιν ήθελε κρίνει αναγκαίαν. 6.Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως. 7.Τους μάρτυρας εξετάζει ο πρόεδρος και μετ’ αυτόν κατά σειράν τα μέλη του συμβουλίου, τελευταίος δε ο εγκαλούμενος όστις, τας ερωτήσεις του απευθύνει δια του προέδρου. Οι μάρτυρες δύνανται να εξετασθούν και κατ’ αντιπαράστασιν. Αι καταθέσεις των μαρτύρων καταχωρίζονται συνοπτικώς εν ιδιαιτέρω πρακτικώ υπογραφομένω αμέσως υπ’ αυτών, του προέδρου και του εισηγητού. (Αντί για τη σελ. 24, 531) Σελ. 24, 531(α) Τεύχος 1116-Σελ. 91 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.δ.7 458 8.Τελευταίος εξετάζεται και απολογείται ο κατηγορούμενος. 9.Ο πρόεδρος, μετά τούτο, ερωτά τα μέλη του συμβουλίου, αν έχουν έτι να ζητήσουν εξήγησίν τινα από τους μάρτυρας ή τον εγκαλούμενον, τούτων δε αποκριθέντων αποφατικώς, κηρύσσει περαιωμένην την εκδίκασιν και ο εγκαλούμενος μετά των τυχόν παρευρισκομένων μαρτύρων αποσύρονται. Άρθρ.33.-1.Το συμβούλιον διασκέπτεται προς έκδοσιν της αποφάσεώς του. Προ της εκδόσεως της αποφάσεως, τα μέλη του συμβουλίου με ουδένα επικοινωνούν, ουδέ αποχωρίζονται αλλήλων. 2.Εάν εκ της ενώπιόν του διεξαχθείσης διαδικασίας το συμβούλιον δεν ηδυνήθη να μορφώση πεποίθησιν επί ωρισμένου ουσιώδους γεγονότος και δεν επαρκεί κατά την κρίσιν του προς τούτο η παρά του Υπουργού τεταγμένη προθεσμία, δύναται ν’ αναβάλη την εκδίκασιν της υποθέσεως εις άλλην ρητώς ωρισμένην ημέραν και πέραν εν ανάγκη, αλλ’ ουχί πλέον των δέκα πέντε ημερών, της προθεσμίας ταύτης. Δια την διευκρίνισιν του γεγονότος το συμβούλιον δικαιούται να ζητή δια του Προέδρου πληροφορίας, απ’ ευθείας μεν παρ’ οιασδήποτε υπηρεσίας Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων, Πυροσβεστικού Σώματος ή Στρατιωτικής Αρχής, ή την λήψιν εγγράφου μαρτυρίας προσώπων διαμενόντων εκτός της έδρας αυτού, δια του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως δε εγγράφους πληροφορίας παρ’ οιασδήποτε πολιτικής αρχής. Ο εγκαλούμενος υποχρεούται να εμφανισθή κατά την ορισθείσαν νέαν ημέραν συνεδριάσεως του συμβουλίου, άνευ νέας κλητεύσεώς του. 3.Ο πρόεδρος θέτει εις το συμβούλιον τα θέματα κεχωρισμένως, καθ’ ην σειράν και ως ακριβώς διατυπούνται εν τη Υπουργική πράξει, δι’ ης παρεπέμφθη ο εγκαλούμενος ενώπιον του Συμβουλίου ως εξής: α)Υπάρχει λόγος να τεθή εις απόταξιν ο Α.Β. (παρατίθεται ο βαθμός, το όνομα και το επώνυμον του εγκαλουμένου) δια (παρατίθεται η νόμιμος αιτία, δι’ ην ο εγκαλούμενος παρεπέμφθη ενώπιον του ανακριτικού συμβουλίου μετά συντόμου μνείας των περιστατικών των αποτελούντων τα στοιχεία του παραπτώματος) β)Υπάρχει λόγος να τεθή εις αργίαν δι’ απολύσεως ο Α.Β. (παρατίθεται ο βαθμός, το όνομα και το επώνυμον του εγκαλουμένου) δια (παρατίθεται η νόμιμος αιτία, δι’ ην ο εγκαλούμενος παραπέμφθη ενώπιον του ανακριτικού συμβουλίου μετά συντόμου μνείας των περιστατικών των αποτελούντων τα στοιχεία του παραπτώματος). Ουδέν άλλο ερώτημα δύναται να τεθή εις το συμβούλιον. Σελ. 24, 532(α) Τεύχος1116-Σελ. 92 4.Εάν η εις το συμβούλιον παραπομπή εγένετο με κύριον μεν ερώτημα το της αποτάξεως, επιβοηθητικόν δε το της αργίας δι’ απολύσεως, απήντησε δε αποφατικώς το συμβούλιον επί του πρώτου, τίθεται αυτώ αμέσως το ερώτημα της αργίας δι’ απολύσεως. 5.Εάν εις το συμβούλιον είχε τεθή υπό του Υπουργού μόνον το ερώτημα της αποτάξεως και το συμβούλιον απήντησε αποφατικώς ο πρόεδρος θέτει αυτεπαγγέλτως το ερώτημα της αργίας δι’ απολύσεως. Άρθρ.34.-1.Προς κατάρτισιν της αποφάσεως γίνεται φανερά προφορική ψηφοφορία, έκαστον δε των μελών, αρχής γενομένης από του νεωτέρου, καλείται υπό του Προέδρου ν’ αποφανθή επί του τεθέντος ερωτήματος ή ερωτημάτων δια της λήξεως «ΝΑΙ» ή «ΟΧΙ». Το «ΝΑΙ» εκφράζει την κατά του εγκαλουμένου γνώμην, το δε «ΟΧΙ» την υπέρ αυτού. 2.Η γνώμη πλειοψηφίας αποτελεί την γνώμην του συμβουλίου, το δε αποτέλεσμα αναγράφεται, επί ποινή ακυρότητος της διαδικασίας, εις το πρακτικόν συνεδριάσεως. 3.Η απόφασις δέον να η ητιολογημένη ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Εν περιπτώσει γνώμης του συμβουλίου κατά πλειοψηφίαν δέον να αιτιολογώνται κεχωρισμένως και αι γνώμαι των μειοψηφούντων μελών. Άρθρ.35.-1.Εάν το συμβούλιον απεφάνθη καταφατικώς επί του ερωτήματος αργίας δι’ απολύσεως ορίζει και την χρονικήν διάρκειαν αυτής δια δευτέρας φανεράς προφορικής ψηφοφορίας. Η επί τούτου απόφασις λαμβάνεται κατά πλειοψηφίαν. 2.Εάν εκ των διατυπουμένων γνωμών, πλειόνων των δύο, δεν σχηματίζεται πλειοψηφία, οι έχοντες μεμονωμένην γνώμην, οφείλουν προς σχηματισμόν πλειοψηφίας, να προσχωρήσουν είτε εις τινα των μειζόνων γνωμών, είτε εις την μεμονωμένην γνώμην του μεταξύ αυτών ανωτέρου κατά βαθμόν, ή αρχαιοτέρου. 4.Α.δ.7 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 459 Άρθρ.36.-1.Εκδοθείσης της αποφάσεως το συμβούλιον διαλύεται οριστικώς. 2.Περί όλης της ενώπιον του συμβουλίου λαβούσης χώραν διαδικασίας συντάσσεται πρακτικόν υπογραφόμενον υπό πάντων των μελών. 3.Το πρακτικόν τούτο δέον να διαλαμβάνη: α)Τον τόπον και τον χρόνον της συνεδριάσεως. β)Επί ποινή ακυρότητος τα ονοματεπώνυμα και τον βαθμόν των μελών του συμβουλίου. γ)Το ονοματεπώνυμον και τον βαθμόν του εγκαλουμένου. δ)Την Υπουργικήν πράξιν της εις το συμβούλιον παραπομπής (αριθμός, ημερομηνία, αιτιολογικόν). ε)Τα ονοματεπώνυμα των εξετασθέντων μαρτύρων. ς)Την απολογίαν του εγκαλουμένου συνοπτικώς εάν παρέστη ούτος. ζ)Τα τεθέντα ερωτήματα, την ληφθείσαν απόφασιν και τον αριθμόν των ψήφων επί ποινή ακυρότητος. 4.Το πρακτικόν τούτο, μεθ’ ολοκλήρου του φακέλλου της υποθέσεως, ο πρόεδρος υποβάλλει απ’ ευθείας εις τον Υπουργόν Δημοσίας Τάξεως. Προσφυγή Άρθρ.37.-Προσφυγή κατά της αποφάσεως του ανακριτικού συμβουλίου επιτρέπεται μόνον: α)Εις τον εγκαλούμενον εάν το συμβούλιον απεφάνθη υπέρ αποτάξεως ή αργίας δι’ απολύσεως. Εις τας περιπτώσεις ταύτας αντίγραφον της αποφάσεως κοινοποιείται, διαταγή του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, εις τον εγκαλούμενον και καθίσταται συγχρόνως γνωστόν αυτώ, ότι δύναται, εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεως, να προσφύγη ενώπιον του δευτεροβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου, προς νέαν της υποθέσεως έρευναν. Περί της κοινοποιήσεως και γνωστοποιήσεως ταύτης συντάσσεται παρά της κοινοποιούσης αρχής, αποδεικτικόν, όπερ υποβάλλεται παραχρήμα εις τον Υπουργόν Δημοσίας Τάξεως. Κατ’ εξαίρεσιν, προκειμένου περί ανωτάτου αξιωματικού, η προσφυγή γίνεται ενώπιον του ανωτέρου συμβουλίου προαγωγών εκάστου σώματος. β)Εις τον Υπουργόν Δημοσίας Τάξεως, εάν, τεθέντος τω συμβουλίω μόνον ερωτήματος αποτάξεως απεφάνθη τούτο αποφατικώς και επί τούτου και επί του τεθέντος αυτώ αυτεπαγγέλτως υπό του προέδρου ως επιβοηθητικού ερωτήματος αργίας δι’ απολύσεως. Για την αντικατάσταση της περ. β μόνο για το προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος βλ. παρ. β άρθρ. 1 του Π.Δ. 16/11-11 Φεβρ. 1998 (ΦΕΚ Α΄ 27), κατωτ. σελ. 270,85025 Άρθρ.38.-1.Η προσφυγή ασκείται α)εκ μέρους του εγκαλουμένου, εντός της κατά το προηγούμενον άρθρον δεκαημέρου προθεσμίας, δι’ εγγράφου, προς την προϊσταμένην αυτού αρχήν αναφοράς, υποβαλλομένης αμελλητί εις τον Υπουργόν Δημοσία Τάξεως, β)εκ μέρους του Υπουργού εντός 20 ημερών, αφ’ ης περιέλθη αυτώ η απόφασις του πρωτοβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου δια της συγκροτήσεως δευτεροβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου και παραπομπής της υποθέσεως προς νέαν κρίσιν. 2.Γενομένης προσφυγής υπό εγκαλουμένου, ο Υπουργός, αναλόγως της περιπτώσεως και συμφώνως τοις ανωτέρω, συνιστά δευτεροβάθμιον ανακριτικόν συμβούλιον προς νέαν της υποθέσεως κρίσιν. 3.Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας εις εκατέραν των εν παρ. 1 περιπτώσεων η απόφασις καθίσταται οριστική. Δευτεροβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον Άρθρ.39.-1.Το δευτεροβάθμιον ανακριτικόν συμβούλιον είναι πενταμελές και συγκροτείται δι’ ωρισμένην υπόθεσιν υπό του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, εξ ανωτάτων ή ανωτέρων αξιωματικών, ανωτέρων πάντων κατά βαθμόν ή αρχαιοτέρων του εγκαλουμένου. 2.Κατά πάσαν περίπτωσιν ο πρόεδρος του συμβουλίου δέον να η ανώτερος κατά βαθμόν ή αρχαιότερος του προέδρου του ανακρίναντος την υπόθεσιν πρωτοβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου, το εν δε εκ των μελών του συμβουλίου στρατιωτικός Δικαστικός Σύμβουλος οιουδήποτε βαθμού. Εξαιρουμένου πάντοτε του Στρατιωτικού Δικαστικού Συμβούλου χρέη εισηγητού εκτελεί το νεώτερον των μελών. Κατά τα λοιπά, ως προς την συγκρότησιν του συμβουλίου, εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 27 και 28 του παρόντος. Για την αντικατάσταση και συμπλήρωση των παρ. 1και 2 βλ. άρθρ. 2 Π.Δ. 370/1987 (ΦΕΚ Α΄ 166) και άρθρ. 3 παρ. 15 Π.Δ. 90/1991 (ΦΕΚ Α΄ 42, κατωτ. σελ. 270,837, τα οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν από την παρ. 2 άρθρ. 3 Π.Δ. 16/11-11 Φεβρ. 1998 (ΦΕΚ Α΄ 27), κατωτ. σελ. 270,85025. 3.Ουδείς των μετασχόντων των πρωτοβαθμίων ανακριτικού συμβουλίου δύναται να μετάσχη του δευτεροβαθμίου. Άρθρ.40.-1.Αι διατάξεις των άρθρ. 28-36 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται και εις την διαδικασίαν του δευτεροβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου. Επί πλέον αναγιγνώσκεται υπό του εισηγητού εκτός των εν άρθρ. 32 αναφερομένων του παρόντος και το άρθρ. 29 αυτού. (Αντί για τη σελ. 24,533) Σελ. 24,533(α) Τεύχος 1334 Σελ. 11 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.δ.7 460 2.Εις το συμβούλιον τούτο τίθεται δια διαταγής του Υπουργού, εν περιπτώσει μεν προσφυγής του Υπουργού, το ερώτημα της αποτάξεως, εν περιπτώσει δε προσφυγής του εγκαλουμένου αξιωματικού το ερώτημα, εις ο καταφατικώς απεφάνθη το πρωτοβάμιον ανακριτικόν συμβούλιον. Ο Πρόεδρος όμως του δευτεροβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου, εν περιπτώσει αποφατικής απαντήσεως εις το ερώτημα της αποτάξεως, θέτει αυτεπαγγέλτως το ερώτημα της αργίας δι’ απολύσεως. 3.Εις ας περιπτώσεις τα προηγούμενα άρθρα επιβάλλουν την εις τον εγκαλούμενον κοινοποίησιν δικογράφων, εάν ούτος διατελή εις παράνομον απουσίαν ή λιποταξίαν, η κοινοποίησις γίνεται εις τον διοικητήν τηςυπηρεσίας, εν η τελευταίως υπηρέτει. Εάν δε διατελή εις την κατάστασιν της διαθεσιμότητος ή ετησίας αδείας λόγω νοσήματος ή αργίας δια προσκαίρου παύσεως ή αργίας δι’ απολύσεως ή έχη απομακρυνθή του σώματος και τυγχάνει ιδιώτης και δεν ανευρίσκεται αυτοπροσώπως ή αρνήται την παραλαβήν οιουδήποτε δικογράφου, η κοινοποίησις γίνεται εις τους συνοικούντας συγγενείς ή συνοίκους της τελευταίας γνωστής κατοικίας του και εν περιπτώσει αρνήσεως παραλαβής τα εν λόγω δικόγραφα θυροκολλούνται. Περί της κατά τ’ ανωτέρω επιδόσεως και θυροκολλήσεως συντάσσεται σχετική έκθεσις θυροκολλήσεως. Εάν ο εγκαλούμενος είναι αγνώστου διαμονής, η κοινοποίησις των ανωτέρω γίνεται εις την αστυνομικήν αρχήν της τελευταίας γνωστής διαμονής του. Άρθρ.41.-1.Προκειμένου περί προσφυγής ανωτάτου αξιωματικού, περί ης το άρθρ. 37 του παρόντος Νόμου, αύτη διαβιβάζεται εις το ανώτατον συμβούλιον προαγωγών εκάστου σώματος. 2.Το συμβούλιον τούτο αποφαίνεται κατά τας περί τούτου ισχυούσας διατάξεις, μη δεσμευόμενον υπό ουδεμιάς δικονομικής διατάξεως του παρόντος, ούτε ι σχύουν δι’ αυτό αι διατάξεις των άρθρ. 27 και 30 του παρόντος Νόμου και δεν καλούνται ενώπιον αυτού, ούτε ο εγκαλούμενος ούτε μάρτυρες, εξαιρουμένων των ανωτάτων αξιωματικών, οίτινες δέον να καλώνται πάντοτε ενώπιον του συμβουλίου. 3.Η απόφασις τούτου δέον να είναι ητιολογημένη. Ακυρότητες Άρθρ.42.-1.Ακυρότης της αποφάσεως του ανακριτικού συμβουλίου, πρωτοβαθμίου ή δευτεροβαθμίου, τότε μόνον υπάρχει, όταν παρεβιάσθη ή παρελείφθη όρος ή τύπος, επί ποινή ακυρότητος, υπό του παρόντος Νόμου, διατεταγμένοι. Σελ. 24,534(α) Τεύχος 1334 Σελ. 12 2.Επί ακυρότητι δύναται να υποβληθούν μόνο: α)Η οριστική απόφασις του πρωτοβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου, καθ’ ης δεν επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον δευτεροβαθμίου συμβουλίου. β)Η απόφασις του δευτεροβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου. 3.Την ακυρότητα προτείνει ο εγκαλούμενος, κατά τους όρους και προθεσμίας του άρθρ. 38 του παρόντος Νόμου, εφ’ όσον η απόφασις ήτο υπέρ της επιβολής οιασδήποτε κατ’ αυτού ποινής. 4.Περί της ακυρότητος αποφασίζει το Συμβούλιον Επικρατείας. 5.Ακυρωθείσης της αποφάσεως του ανακριτικού συμβουλίου, ο Υπουργός παραπέμπει την υπόθεσιν εις νέον ομοειδές συμβούλιον προς νέαν κρίσιν και λήψιν αποφάσεως. 6.Προσφυγή εις τα τακτικά δικαστήρια δι’ αποζημίωσιν, ένεκα πράξεως της εκτελεστικής εξουσίας, στηριχθείσης εις απόφασιν ανακριτικού συμβουλίου, αποκλείεται, εφ’ όσον η απόφασις του ανακριτικού συμβουλίου δεν εκυρώθη υπό του Συμβουλίου Επικρατείας. Επιβολή ποινής Άρθρ.43.-1.Καταστάσης τελεσιδίκου της αποφάσεως του ανακριτικού συμβουλίου, περί θέσεως αξιωματικού εις απόταξιν ή αργίαν δι’ απολύσεως, ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως προκαλεί εντός 15 ημερών, Β.Δ/μα μεταθέσεως τούτου εις την νέαν κατάστασιν, συμφώνως τη αποφάσει. 2.Ποινή βαρυτέρα ή ελαφροτέρα εκείνης, υπέρ ης απεφάσισε το συμβούλιον, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να επιβληθή. Εάν δε η απόφασις του συμβουλίου υπήρξεν απαλλακτική, δύναται ο Υπουργός κατά τας περιστάσεις να επιβάλη την ποινήν αργίας δια προσκαίρου παύσεως ή άλλας κατωτέρας ποινάς, ή να διατάξη την επιβολήν κατωτέρας ποινής υπό του Αρχηγού εκάστου σώματος. 3.Ποινή επιβληθείσα κατόπιν αποφάσεως ανακριτικού συμβουλίου, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να αρθή ή να μετριασθή. 4.Α.δ.7 Αξιωματικοί Σωμάτων Ασφαλείας 461 Πειθαρχική δίωξις εξελθόντων των Σωμάτων Άρθρ.44.-1.Η πειθαρχική δίωξις δια πράξεις συνεπαγομένας την παραπομπήν ενώπιον ανακριτικού συμβουλίου εξακολουθεί και μετά την έξοδον των αξιωματικών, εξαιρέσει των εξελθόντων λόγω ορίου ηλικίας και σωματικής ανικανότητος, εφ’ όσον η διαταγή, προς ενέργειαν διοικητικής εξετάσεως της αρμοδίας αρχής, εξεδόθη προ της εξόδου των. 2.Η ενώπιον του ανακριτικού συμβουλίου διαδικασία και αι διατάξεις εν γένει, αι διέπουσαι τους υπηρετούντας, εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν και δια τους εξελθόντας της υπηρεσίας. Άρθρ.45.-Αι διατάξεις του παρόντος Νόμου έχουν εφαρμογήν και δια τους ανθυπασπιστάς Χωροφυλακής, ανθυπαστυνόμους της Αστυνομίας Πόλεων και πυρονόμους του Πυροσβεστικού Σώματος. Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.46.-1.Εκκρεμείς πειθαρχικαί υποθέσεις ενώπιον των οικείων ανακριτικών ή πειθαρχικών συμβουλίων των σωμάτων, εκδικάζονται κατά τας μέχρι της ισχύος του παρόντος ισχυούσας δι’ έκαστον σώμα διατάξεις. 2.Επιβληθείσαι και μη εκτελεσθείσαι πειθαρχικαί ποιναί, κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, εκτελούνται κατά τας μέχρι της ισχύος του παρόντος δι’ έκαστον σώμα ισχυούσας διατάξεις. 3.Εκκρεμείς, ένορκοι ή μη διοικητικαί εξετάσεις, καταρτισθείσαι βάσει των πορϊσχυουσών του παρόντος διατάξεων θεωρούνται νομίμως ενεργηθείσαι, περαιούνται δε και κρίνονται αι βεβαιωθείσαι πράξεις βάσει των διατάξεων του παρόντος. 4.Εφεξής η εν τοις άρθρ. 246 παρ. 4 και 249 του Ν.Δ. 3365/1955 «περί Κώδικος Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής» παραπομπή εις τα δια του παρόντος καταργούμενα άρθρ. 226-236 και 243 του αυτού Ν.Δ/τος νοείται εφεξής ως γενομένη αντιστοίχως εις τα άρθρ. 25-36 και 42 του παρόντος. Καταργούμεναι διατάξεις Άρθρ.47.-Από της ισχύος του παρόντο …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.