← Ελλάδα

1. ΝΟΜΟΘΕΤ.ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 935 της 14/23 Ιουλ. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 149) Περί καταστάσεως εν γένει των Οπλιτών Χωροφυλακής και των κατωτέρων οργάνων της Ασ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος καθορίζει την κατάσταση των οπλιτών της Χωροφυλακής και των κατώτερων οργάνων της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος, περιγράφοντας τους όρους και τις συνέπειες των διαφόρων καταστάσεων υπηρεσίας.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤ.ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 935 της 14/23 Ιουλ. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 149) Περί καταστάσεως εν γένει των Οπλιτών Χωροφυλακής και των κατωτέρων οργάνων της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΠΛΙΤΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΤΩΤΕΡΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ Επεξήγησις όρων Άρθρ.1.-Εν τη εννοία του παρόντος, Οπλίται Χωροφυλακής είναι οι Ενωμοτάρχαι, Υπενωμοτάρχαι και Χωροφύλακες, κατώτερα όργανα της Αστυνομίας Πόλεων οι Αρχιφύλακες, Υπαρχιφύλακες και Αστυφύλακες και κατώτερα όργανα του Πυροσβεστικού Σώματος οι Αρχιπυροσβέσται, Υπαρχιπυροσβέσται και Πυροσβέσται. Εκ τούτων Υπαξιωματικοί είναι οι Ενωμοτάρχαι, Υπενωμοτάρχαι, Αρχιφύλακες, Υπαρχιφύλακες, Αρχιπυροσβέσται και Υπαρχιπυροσβέσται. Κτήσις και απώλεια βαθμού Άρθρ.2.-1.Οι βαθμοί των Οπλιτών Χωροφυλακής και των κατωτέρων οργάνων της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος απονέμονται δι’ αποφάσεως του οικείου Αρχηγού. Η στέρησις του βαθμού επέρχεται ένεκα των εξής αιτίων: α)Στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων καταγνωσθείσης δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως. β)Εκπτώσεως καταγνωσθείσης δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως. γ)Αμετακλήτου καταδίκης συνεπαγομένης την καθαίρεσιν ή έκπτωσιν από του βαθμού, κατά τας διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος. δ)Αποτάξεως αποφασισθείσης τελεσιδίκως υπό Ανακριτικού Συμβουλίου. 2.Η στέρησις του βαθμού είναι οριστική, ο δε στερηθείς του βαθμού του, μεταπίπτων εις την τάξιν του στρατιώτου, ουδέποτε ανακτά αυτόν, ουδ’ εν περιπτώσει απονομής χάριτος. 589 Είδη καταστάσεων Άρθρ.3.-1.Αι καταστάσεις των εν άρθρ. 1 αναφερομένων είναι αι ακόλουθοι: α)Η ενέργεια. β)Η ετησία άδεια λόγω νοσήματος. γ)Η διαθεσιμότης. δ)Η αργία δι’ απολύσεως. ε)Η απόταξις. ς)Η απόλυσις. 2.Η θέσις των Οπλιτών Χωροφυλακής και των κατωτέρων οργάνων της Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού Σώματος εις νέαν κατάστασιν γίνεται δι’ αποφάσεως του οικείου Αρχηγού. Η απόφασις κοινοποιείται εις τον ενδιαφερόμενον, επί αποδείξει υποβλητέα εις το Αρχηγείον εκάστου Σώματος. Εν αυτή καταχωρείται και ο δηλωθείς υπό του οργάνου τόπος διαμονής, εις ας περιπτώσεις προβλέπεται τούτο υπό του παρόντος. Αι αποφάσεις περί αποτάξεως και απολύσεως δημοσιεύονται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Δια του παρόντος Νόμου δεν θίγονται αι διατάξεις αι ρυθμίζουσαι τα των παθόντων εν πολέμω Οπλιτών Χωροφυλακής ως και αι τοιαύται του Ν.Δ. 330/1947 «περί καταστάσεως μονίμου διαθεσιμότητος αστυνομικών υπαλλήλων», ως ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν μεταγενεστέρως. Ενέργεια Άρθρ.4.-Ενέργεια είναι η κυρία κατάστασις των εις την υπηρεσίαν ανηκόντων και εκτελούντων τα καθήκοντά των εις οργανικήν θέσιν, ειδικήν αποστολήν ή υπηρεσίαν ή διατελούντων υπό εκπαίδευσιν, άδειαν ή τοποθέτησιν. Ετησία άδεια λόγω νοσήματος Άρθρ.5.-Ετησία άδεια λόγω νοσήματος είναι η κατάστασις των τιθεμένων προσωρινώς εκτός υπηρεσίας, ένεκα νοσήματος, ως ειδικώτερον εν άρθρ. 8 του παρόντος καθορίζεται. Διαθεσιμότης Άρθρ.6.-1.Διαθεσιμότης είναι η κατάστασις των μη εκτελούντων υπηρεσίαν καθ’ ον χρόνον διαρκεί αύτη. 2.Εις διαθεσιμότητα τίθενται: (Μετά την σελ. 24,656) Σελ. 24,701 Τεύχος 428-Σελ. 1 590 α)Οι επανερχόμενοι εξ αιχμαλωσίας, περί ων ειδικώτερον καθορίζει το άρθρ. 7 του παρόντος. β)Οι πάσχοντες εκ χρονίου νοσήματος, καθ’ α ειδικώτερον καθορίζει το άρθρ. 8 του παρόντος. γ)Οι καθ’ ων ενεργείται ένορκος Διοικητική εξέτασις ή ησκήθη ποινική δίωξις, οι τελούντες εν προφυλακίσει ή οι εκτίοντες στερητικήν της ελευθερίας ποινήν, περί ων ειδικώτερον καθορίζει το άρθρ. 9 του παρόντος. Διαθεσιμότης των εξ αιχμαλωσίας επανερχομένων Άρθρ.7.-1.Οι εξ αιχμαλωσίας επανερχόμενοι τίθενται εις διαθεσιμότητα από της ημέρας παρουσιάσεώς των εις Υπηρεσίαν του Σώματος εις ο ανήκουν και παραμένουν εν τη καταστάσει ταύτη, έως ότου καθορισθή η ευθύνη αυτών δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως ή τελεσιδίκου τοιαύτης Ανακριτικού Συμβουλίου, εις ο εν πάση περιπτώσει παραπέμπονται ούτοι, κατά τας διατάξεις του παρόντος, υπό του Αρχηγού του οικείου Σώματος. 2.Οι υπό του Συμβουλίου απαλλασσόμενοι ανακαλούνται εις ενέργειαν, αναλαμβάνοντες τας κρατηθείσας αποδοχάς των, ο δε χρόνος, καθ’ ον παρέμειναν εν αιχμαλωσία και διαθεσιμότητι θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας δι’ άπαντα τα δικαιώματα του βαθμού ον φέρουν. Διαθεσιμότης των εκ χρονίου νοσήματος πασχόντων Άρθρ.8.-1.Οι πάσχοντες εκ χρονίου νοσήματος, εγκαύματος ή τραύματος τίθενται εις κατάστασιν διαθεσιμότητος ή ετησίας αδείας, πρώτης ή δευτέρας, λόγω νοσήματος, δι’ αποφάσεως του Αρχηγού του οικείου Σώματος, οι μεν της Χωροφυλακής κατόπιν γνωματεύσεως της Ανωτάτης του Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής, οι δε της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος κατόπιν γνωματεύσεως της Ανωτάτης Υγειονομικής Αστυνομικής Επιτροπής. 2.Δια τον καθορισμόν της διαρκείας του κωλύματος λόγω νόσου, τον προσδιορισμόν της νόσου ως ιατής ή δυσιάτου, τον τρόπον εξετάσεως των Υγειονομικών Επιτροπών, την διάρκειαν της λόγω νόσου διαθεσιμότητος, ή αδείας και εν γένει δια την εξέτασιν και κρίσιν της σωματικής ικανότητος αυτών, εφαρμόζονται αι εκάστοτε ισχύουσαι δια τους Αξιωματικούς των Σωμάτων διατάξεις, με την διαφοράν ότι, εις ας περιπτώσεις οι Αξιωματικοί κρίνονται ότι δύνανται να εκτελούν υπηρεσίαν γραφείου, ούτοι απολύονται των τάξεων του Σώματος εις ο ανήκουν, δι’ αποφάσεως του Αρχηγού αυτού. Τα υπό των διατάξεων τούτων προβλεπόμενα δικαιώματα του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως ασκούνται υπό του Αρχηγού του οικείου Σώματος. Σελ. 24,702 Τεύχος 428-Σελ. 2 4.Α.ζ.1 Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 591 3.Δόκιμοι Χωροφύλακες και Δόκιμοι Υπαξιωματικοί Χωροφυλακής κωλυθέντες λόγω νόσου ή τραύματος επί τρίμηνον διάστημα, συνεχές ή μη, κατά την διάρκειαν της εκπαιδεύσεώς των, παραπέμπονται υπό του Αρχηγού Χωροφυλακής εις την οικείαν Επιτροπήν Απαλλαγών, ήτις κρίνει τούτους οριστικώς, αν είναι ικανοί ή μη προς συνέχισιν της εκπαιδεύσεώς των και γενικώς δια την υπηρεσίαν της Χωροφυλακής, ακατάλληλοι ή ικανοί τρίτης ή τετάρτης κατηγορίας δια το Στράτευμα, ή αν δέον να τύχουν αναβολής. Οι κατά τα ανωτέρω κρινόμενοι ακατάλληλοι ή ικανοί τρίτης ή τετάρτης κατηγορίας δια το Στράτευμα, ή τυγχάνοντες αναβολής απολύονται των τάξεων του Σώματος δια διαταγής του Αρχηγού. Δια τους Δοκίμους Υπαξιωματικούς Χωροφυλακής τους προερχομένους εκ Χωροφυλάκων έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου. 592 Διαθεσιμότης των καθ’ ων ασκείται δίωξις Άρθρ.9.-1.Ο οικείος Αρχηγός δύναται να θέτη εις διαθεσιμότητα Οπλίτας Χωροφυλακής και κατώτερα όργανα της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος οσάκις κατ’ αυτών ασκείται ποινική δίωξις ή διατάσσεται η ενέργεια ενόρκου διοικητικής εξετάσεως. Η διάρκεια της διαθεσιμότητος δεν δύναται να υπερβή τους δύο μήνας. Κατ’ εξαίρεσιν αύτη δύναται να παρατείνεται μέχρι και της ενάρξεως της εκτελέσεως ποινής επιβληθείσης δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ή ανακριτικού Συμβουλίου, οσάκις την παράτασιν ταύτην επιβάλλουν ειδικοί λόγοι προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. 2.Οι ανωτέρω τίθενται εις διαθεσιμότητα υποχρεωτικώς υπό του οικείου Αρχηγού, καθ’ όλον τον χρονικό διάστημα καθ’ ο εκτίουν στερητικήν της ελευθερίας ποινήν ή τελούν εν προφυλακίσει. 3.Οι κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου τελούντες εις διαθεσιμότητα δεν δύνανται να φέρουν την στολήν των ούτε να απομακρύνωνται της έδρας της Υπηρεσίας των άνευ αδείας του οικείου Αρχηγού, υπόκεινται δε εις απάσας τας περί τάξεως και πειθαρχίας διατάξεις, εις ας υπόκεινται και οι εν ενεργεία ομοιόβαθμοί των. 4.Εν περιπτώσει μη επιβολής ανωτέρας πειθαρχικής ποινής ο τεθείς εις διαθεσιμότητα προάγεται, εάν συνεπεία της διαθεσιμότητος υπελείφθη προαγωγής. Εν περιπτώσει επιβολής πειθαρχικής ποινής αργίας ο χρόνος της διαθεσιμότητος λογίζεται ως χρόνος εκτίσεως της ποινής αργίας. Ο εν διαθεσιμότητι διανυθείς χρόνος πέραν του τοιούτου της ποινής της αργίας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας δι’ απάσας τας περιπτώσεις. Αργία δι’ απολύσεως Άρθρ.10.-1.Η αργία δι’ απολύσεως είναι ανωτέρα πειθαρχική ποινή. Ο τιθέμενος εις την κατάστασιν ταύτην ουδεμίαν εκτελεί υπηρεσίαν από της επομένης της κοινοποιήσεως αυτώ της περί ταύτης αποφάσεως του οικείου Αρχηγού. 2.Η διάρκεια της ποινής της αργίας δι’ απολύσεως δεν δύναται να είναι ελάσσων των δύο μηνών ουδέ μείζων των έξ. Παραπτώματα επισύροντα ποινήν αργίας δι’ απολύσεως Άρθρ.11.-1.Οι εν ενεργεία, διαθεσιμότητι, ετησία αδεία λόγω νοσήματος, πολεμική ή μονίμω διαθεσιμότητι, παραπέμπονται εις Ανακριτικόν Συμβούλιον με το ερώτημα της επιβολής της ποινής της αργίας δι’ απολύσεως δια τους κάτωθι λόγους: α)Δι’ ασυμβίβαστον προς την ιδιότητά των διαγωγήν, ως και δια πάσαν πράξιν αντιβαίνουσαν εις το καθήκον και την αξιοπρέπειαν αυτών. β)Δια πάσαν παράβασιν του της υπηρεσίας καθήκοντος υπερβαίνουσαν τους όρους των μικροτέρων πειθαρχικών ποινών. γ)Δια βαρείαν παράβασιν υπηρεσιακής εχεμυθείας, ασχέτως προς το αξιόποινον της πράξεως, δυναμένην να επιφέρη βλάβην των συμφερόντων της υπηρεσίας ή ιδιωτών, ή να δυσχεράνη οπωσδήποτε την υπηρεσίαν. Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.ζ.1 593 2.Ο διατελών εις αργίαν δι’ απολύσεως και εξακολουθών να υποπίπτη εις παραπτώματα δικαιολογούντα την εκ νέου θέσιν του εις αργίαν δι’ απολύσεως παραπέμπεται υποχρεωτικώς ενώπιον του Ανακριτικού Συμβουλίου με το ερώτημα της αποτάξεως. 3.Η θέσις τινός εις αργίαν δι’ απολύσεως γίνεται κατόπιν αποφάσεως Ανακριτικού Συμβουλίου ενώπιον του οποίου παραπέμπεται δια διαταγής του οικείου Αρχηγού κατά τα δια του παρόντος οριζόμενα. 4.Η κατάστασις της αργίας δι’ απολύσεως συντρέχει μετά των καταστάσεων της διαθεσιμότητος λόγω νοσήματος και ετησίας αδείας δια την αυτήν αιτίαν, ισχυουσών απασών των συνεπειών αυτής, πλην του εν παρ. 2 του επομένου άρθρου περιορισμού του αναγομένου εις τα του τόπου διαμονής. Συνέπειαι ποινής αργίας δι’ απολύσεως Άρθρ.12.-1.Ο διανυόμενος χρόνος εν αργία δι’ απολύσεως δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας δι’ απάσας τας περιπτώσεις. 2.Οι δι’ αργίας δι’ απολύσεως τιμωρούμενοι εκτίουν την ποινήν εις τόπον οριζόμενον υπό του επιβάλλοντος αυτήν ή τη εγκρίσει τούτου εις έτερον υπ’ αυτών αιτούμενον άνευ δικαιώματος λήψεως, εν τη δευτέρα περιπτώσει, οδοιπορικών εξόδων. Ούτοι δεν δύνανται να φέρουν την στολήν των εφ’ όσον εκτίουν την ποινήν των, ειμή αδεία του επιβαλόντος αυτήν, υπόκεινται δε εις απάσας τας περί τάξεως και πειθαρχίας διατάξεις νόμων και κανονισμών, ως και οι εν ενεργεία ομοιόβαθμοί των. 3.Οι εις την κατάστασιν της αργίας δι’ απολύσεως τιθέμενοι επανέρχονται αυτοδικαίως, άμα τη λήξει της τοιαύτης καταστάσεώς των, άνευ άλλης διατυπώσεως, υποχρεούμενοι, εάν επανέρχωνται εις την ενέργειαν, να παρουσιασθούν αμέσως εις την Υπηρεσίαν εκείνην του Σώματος, ην ήθελεν ορίσει εν τη αποφάσει περί επιβολής της ποινής ο οικείος Αρχηγός. 4.Υπαξιωματικός τιθέμενος εις αργίαν δι’ απολύσεως, απόλλυσι δια την σειράν αρχαιότητος έναντι των ομοιοβάθμων του ποσοστόν 1% δι’ έκαστον μήνα αργίας δι’ απολύσεως, επί του 1/2 των προβλεπομένων οργανικών θέσεων του συνόλου των Υπαξιωματικών Γενικών Υπηρεσιών εκάστου Σώματος. (Μετά την σελ. 24,702) Σελ. 24,703 Τεύχος 428-Σελ. 3 594 5.Εάν ο επί τη βάσει του άνω ποσοστού υπολογισμός παρέχη κλασματικόν αριθμόν κάτω της μονάδος, τούτο υπολογίζεται ως ακεραία μονάς δια την απώλειαν σειράς αρχαιότητος. Εάν ο υπολογισμός παρέχη ακέραιον αριθμόν και κλάσμα τούτου, υπολογίζεται δια την απώλειαν της αρχαιότητος, ο αμέσως μεγαλύτερος ακέραιος αριθμός. 6.Προκειμένου περί Ενωμοταρχών και των τούτοις αντιστοιχούντων των λοιπών Σωμάτων, εάν ο αριθμός των νεωτέρων ομοιοβάθμων των δεν επαρκή προς συμπλήρωσιν του καθωρισμένου ποσοστού απωλείας αρχαιότητος τούτο συμπληρούται δι’ Υπαξιωματικών του αμέσως κατωτέρου βαθμού. Προκειμένου περί Υπενωμοταρχών και των τούτοις αντιστοιχούντων των λοιπών Σωμάτων ούτοι τίθενται εις το τέλος των ομοιοβάθμων των. 7.Τα εις τας παρ. 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου οριζόμενα εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Υπαξιωματικών των ειδικών υπηρεσιών, του ποσοστού των εκπιπτομένων θέσεων εκ της σειράς αρχαιότητός των οριζομένου εις 1% επί του συνόλου των θέσεων των Υπαξιωματικών εκάστου κλάδου. Απόταξις Άρθρ.13.-1.Η απόταξις είναι οριστική αποβολή εκ του Σώματος μη δυναμένου του αποταχθέντος εν ουδεμιά περιπτώσει να επανέλθη εις την ενέργειαν. 2.Οι αποτασσόμενοι μεταφέρονται εις την εφεδρείαν του Στρατού Ξηράς ως στρατιώται, εφ’ όσον έχουν εκπληρώσει την στρατιωτικήν των υποχρέωσιν, άλλως εκπληρούν ή συμπληρούν ταύτην εν τω Στρατώ Ξηράς κατά τας ισχύουσας διατάξεις. Παραπτώματα επισύροντα ποινήν αποτάξεως. Άρθρ.14.-1.Οπλίτης της Χωροφυλακής ή κατώτερον όργανον της Αστυνομίας Πόλεων ή του Πυροσβεστικού Σώματος εις οιανδήποτε και αν τελή κατάστασιν (συμπεριλαμβανομένων και των καταστάσεων πολεμικής και μονίμου διαθεσιμότητος) παραπέμπεται εις το Ανακριτικόν Συμβούλιον με το ερώτημα της επιβολής της ποινής της αποτάξεως, δια τους κάτωθι λόγους: α)Δι’ απρεπή διαγωγήν κατ’ επανάληψιν επιδειχθείσαν, ή δια βαρείαν απρέπειαν και ασέβειαν. β)Δια βαρέα παραπτώματα περί την υπηρεσίαν ή την πειθαρχίαν. Ως τοιούτον παράπτωμα θεωρείται και πάσα ενέργεια στρεφομένη αμέσως ή εμμέσως εις υπονόμευσιν της εννόμου τάξεως, ως και η συμμετοχή εις προπαγάνδαν τείνουσαν προς τον αυτόν σκοπόν. γ)Δια πράξεις καθαπτομένας της τιμής ή υπολήψεως αυτού ή του Σώματος εις ο ανήκει και εάν αύται ετελέσθησαν υπό τούτου, ότε ήτο ιδιώτης ή κατά την διάρκειαν άλλης προγενεστέρας αυτού δημοσίας υπηρεσίας. Σελ. 24,704 Τεύχος 428-Σελ. 4 4.Α.ζ.1 Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 595 δ)Συνεπεία αμετακλήτου καταδίκης εις οιανδήποτε ποινήν επί κλοπή, υπεξαιρέσει (κοινή ή εν υπηρεσία), απάτη, εκβιάσει, πλαστογραφία, δωροδοκία, καταπιέσει, απιστία περί την υπηρεσίαν, παραβάσει καθήκοντος, εγκλήματι κατά των ηθών, ψευδομαρτυρία, ψευδή ανωμότω καταθέσει και συκοφαντική δυσφημήσει ως και δια παν έγκλημα στρεφόμενον κατ’ ανωτέρου του. ε)Δια καταδίκην δι’ οιονδήποτε κακούργημα ή πλημμέλημα εκ των αναφερομένων εις τα κεφάλαια περί εσχάτης προδοσίας και προδοσίας της Χώρας, του Ποινικού Κώδικος ή διατάξεων ειδικών ποινικών νόμων, ως και δια παν άλλο έγκλημα μαρτυρούν ως εκ των αιτίων, του είδους και του τρόπου εκτελέσεώς του και των λοιπών εν γένει περιστάσεων, ηθικήν διαστροφήν χαρακτήρος. ς)Λόγω επιβολής, εντός δεκαετίας, δις της ποινής της αργίας δι’ απολύσεως. ζ)Λόγω αιχμαλωσίας, εάν πριν ή αιχμαλωτισθή, δεν έπραξε παν ό,τι τω επέβαλε το καθήκον και η τιμή του. η)Δια συμμετοχήν εις πολιτικάς διενέξεις προφορικάς ή γραπτάς, σχετικάς δημοσίας συζητήσεις ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον δημοσίας εκδηλώσεις των πολιτικών φρονημάτων του, ή συμμετοχήν ως μέλους εις οιανδήποτε πολιτικήν οργάνωσιν. θ)Δια αποσιώπησιν ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον συγκάλυψιν των παραβάσεων υφισταμένων του, περί ων το ανωτέρω εδάφ. η΄, ων έλαβε γνώσιν. ι)Λόγω ροπής εις την χρήσιν οινοπνευματωδών ποτών ή ναρκωτικών. ια)Λόγω λιποταξίας οι Οπλίται Χωροφυλακής ή αυθαιρέτου απουσίας οι των δυο άλλων Σωμάτων. 2.Η εις το ανακριτικόν συμβούλιον παραπομπή δια τας περιπτ. δ΄ έως ζ΄ και ι΄, ια΄ της προηγουμένης παραγράφου είναι υποχρεωτική. 3.Η απόταξις επιβάλλεται κατόπιν αποφάσεως του Ανακριτικού Συμβουλίου. Οι αποτασσόμενοι διαγράφονται της δυνάμεως του Σώματος μετά δεκαπενθήμερον από της δημοσιεύσεως της ανωτέρω αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το δεκαπενθήμερον τούτο θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας δι’ απάσας τας περιπτώσεις. 596 Άρθρ.15.-1.Απόλυσις είναι η κατάστασις του επανερχομένου εις τον ιδιωτικόν βίον Οπλίτου Χωροφυλακής και κατωτέρου οργάνου της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος. 2.Οι απολυόμενοι διαγράφονται της δυνάμεως του Σώματος μετά δεκαπενθήμερον από της χρονολογίας του Φύλλου της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως εις ο εδημοσιεύθη η σχετική διοικητική πράξις. Το δεκαπενθήμερον τούτο θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας του απολυομένου δι’ απάσας τας περιπτώσεις. Ειδικώς οι απολυόμενοι λόγω ορίου ηλικίας διαγράφονται της δυνάμεως από της ημέρας της καταλήψεώς των υπ’ αυτού. Διαδικασία απολύσεως Άρθρ.16.-1.Οι Οπλίται χωροφυλακής και τα κατώτερα όργανα της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος απολύονται: α)Τη αιτήσει των, οποτεδήποτε μετά την συμπλήρωσιν της αναλαμβανομένης διετούς εθελουσίας υποχρεώσεώς των. β)Ένεκεν ορίου ηλικίας κατά τα οριζόμενα εις τον νόμον περί ιεραρχίας και προαγωγών. γ)Ένεκεν κρίσεώς των ως απολυτέων κατά τας οικείας διατάξεις του νόμου περί ιεραρχίας και προαγωγών. δ)Ένεκεν αποδεδειγμένης εκ λόγων υγείας ανικανότητος, κατόπιν γνωματεύσεως της οικείας Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής, συμφώνως προς τας ισχυούσας εκάστοτε διατάξεις περί εξετάσεως της σωματικής ικανότητος των μονίμων Αξιωματικών εκάστου Σώματος εφαρμοζομένας ως ορίζεται εν άρθρ. 8 παρ. 2 του παρόντος. ε)(Κατηργήθη δια του άρθρ. 5 Ν.Δ. 1290/1972, κατωτ. αριθ. 6). ς)Λόγω ακαταλληλότητος δια μόνιμον παραμονήν εν τω Σώματι κατά την διαδικασίαν των παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου. 2.Δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, ρυθμίζονται τα της διαδικασίας απολύσεως, περί ης αι περιπτ. α΄ και ε΄ …της προηγουμένης παραγράφου. 3.Η απόλυσις εις την περίπτ. ς΄ της παρ. 1 ενεργείται ως ακολούθως: Οι το πρώτον κατατασσόμενοι εις τα Σώματα αναλαμβάνουν διετή εθελουσίαν υποχρέωσιν αρχομένην από της ημέρας της εξόδου των εκ της Σχολής. Μετά την λήξιν της εθελουσίας υποχρεώσεώς των υποβάλλεται εις το Αρχηγείον ητιολογημένη πρότασις υπό των καθ’ ιεραρχίαν προϊσταμένων Υπηρεσιών περί της καταλληλότητος ή ου αυτών προς μόνιμον παραμονήν. Η πρότασις εισάγεται εις Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.ζ.1 597 το Πρωτοβάθμιον Συμβούλιον κρίσεως, όπερ εκδίδει ητιολογημένην απόφασιν επί της προτάσεως, ούσαν υποχρεωτικήν δια τον Αρχηγόν. Η απόφασις του Συμβουλίου κοινοποιείται εις τον αιτούντα, όστις εντός δεκαημέρου ανατρεπτικής προθεσμίας δύναται να ασκήση προσφυγήν ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου κρίσεων, όπερ αποφαίνεται τελεσιδίκως. 4.Το Πρωτοβάθμιον Συμβούλιον συγκροτείται, υπό του Αρχηγού του οικείου Σώματος, εκ τριών Αξιωματικών αυτού Γενικών Υπηρεσιών, ως ακολούθως: α)Εξ ενός Συνταγματάρχου και των τούτω αντιστοιχούντων, ως Προέδρου. β)Εκ δύο Αντισυνταγματαρχών και των τούτοις αντιστοιχούντων, ως μελών. «γ). Για το Πυροσβεστικό Σώμα: Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεως για μόνιμη παραμονή απαρτίζεται από τους ίδιους Αξιωματικούς που συγκροτούν το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεων Υπαξιωματικών». Το μέσα σε «» εδαφ. γ προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 2 Π.Δ. 16/11-11 Φεβρ. 1998 (ΦΕΚ Α΄ 27), κατωτ. σελ. 270, 85025. 5.Το Δευτεροβάθμιον Συμβούλιον συγκροτείται, ωσαύτως, υπό του Αρχηγού του οικείου Σώματος, εκ τριών Αξιωματικών αυτού Γενικών Υπηρεσιών, ως ακολούθως: α)Εν τη Χωροφυλακή: (1) εξ ενός Υποστρατήγου, ως Προέδρου. (2) εκ 2 Συνταγματαρχών, ως μελών. β)Εν τη Αστυνομία Πόλεων: (1) εκ του Υπαρχηγού, ως Προέδρου. (2) εκ 2 Αστυνομικών Διευθυντών Α΄, ως μελών. «γ. Για το Πυροσβεστικό Σώμα: Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεως για μόνιμη παραμονή απαρτίζεται από τους ίδιους Αξιωματικούς που συγκροτούν το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεων Υπαξιωματικών». Το μέσα σε «» εδαφ. γ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 2 Π.Δ. 16/11-11 Φεβρ. 1998 (ΦΕΚ Α΄ 27), κατωτ. σελ. 270,85025. 6.Εάν οι κατά τας διατάξεις των παρ. 3 και 4 κρινόμενοι απολυτέοι διατελούν εν διαθεσιμότητι λόγω νοσήματος ή μακρά αδεία δια την αυτήν αιτίαν, δεν απολύονται, αλλά μετά την λήξιν της διαθεσιμότητος ή μακράς αδείας παραπέμπονται εις την οικείαν Υγειονομικήν Επιτροπήν προς τελικήν κρίσιν της υγιεινής των καταστάσεως. Ούτοι εάν μεν κριθούν ακατάλληλοι ή ικανοί τρίτης ή τετάρτης κατηγορίας δια το στράτευμα ή ότι δέον να τύχουν αναβολής απολύονται δια λόγους υγείας, εάν δε κριθούν ικανοί απολύονται βάσει των (Αντί για τη σελ. 24,705(δ) Σελ. 24,705(ε) Τεύχος 1334 Σελ. 69 598 διατάξεων των παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου. 7.Προκειμένου περί νοσηλευομένου εν νοσοκομείω καθ’ ου εξεδόθη απόφασις απολύσεως διαρκούσης της νοσηλείας του, αύτη εκτελείται μετά την έξοδόν του εξ αυτού, εκτός εάν έτυχε διαθεσιμότητος λόγω νοσήματος ή μακράς αδείας δια την αυτήν αιτίαν, ότε άμα τη λήξει ταύτης εφαρμόζονται και δι’ αυτόν τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα. 8.Οι διατελούντες εις ετησίαν άδειαν ή διαθεσιμότητα λόγω νόσου, καθ’ ον χρόνον καταλαμβάνονται υπό του ορίου ηλικίας, παραπέμπονται δι’ αποφάσεως του οικείου Αρχηγού, ένα μήνα προ της καταλήψεώς των υπό του ορίου ηλικίας, ενώπιον της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής, προς τελικήν κρίσιν της υγιεινής των καταστάσεως.Ούτοι εάν μεν ήθελον κριθή ανίκανοι απολύονται ένεκεν αποδεδειγμένης σωματικής ανικανότητος, εάν δε ήθελον κριθή ικανοί απολύονται λόγω ορίου ηλικίας, βάσει των πινάκων του αρμοδίου Συμβουλίου προαγωγών. 9.Ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως, εν περιπτώσει εμπολέμου καταστάσεως ή επιστρατεύσεως ή υπάρξεως εξωτερικών κινδύνων, ή σοβαράς διαταραχής ή εκδήλου απειλής της τάξεως και ασφαλείας της Χώρας εξ εσωτερικών κινδύνων, δύναται κατόπιν προτάσεως του Αρχηγού Χωροφυλακής, δι’ αποφάσεώς του, να αναστείλη την απόλυσιν Οπλιτών Χωροφυλακής, καθ’ ον χρόνον υφίστανται οι λόγοι ούτοι. Χρόνος υποχρεωτικής υπηρεσίας στρατευσίμων Άρθρ.16α.-1.Εις ην περίπτωσιν, κατά το άρθρ. 101 του Ν.Δ. 720/1970 «περί Στρατολογίας», διατίθεται εις την Χωροφυλακήν και την Αστυνομίαν Πόλεων αριθμός στρατευσίμων προς κατάταξιν ως Χωροφυλάκων ή Αστυφυλάκων, ούτοι υποχρεούνται να υπηρετήσουν επί χρονικόν διάστημα, οριζόμενον εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, εκδιδομένης προ της κατατάξεώς των. «2.Η κρίσις προς μονιμοποίησιν τούτων ενεργείται μετά την συμπλήρωσιν τριετούς υπηρεσίας εις το Σώμα των αρχομένης από της κατατάξεώς των και κατά την διαδικασίαν της παρ. 3 του άρθρ. 16 του Ν.Δ. 935/1971. Εκ τούτων οι κρινόμενοι μη ικανοί προς μονιμοποίησιν απολύονται κατά την διαδικασίαν των ανωτέρω διατάξεων, οι δε κρινόμενοι ικανοί απολύονται τη αιτήσει των οποτεδήποτε μετά την συμπλήρωσιν της αναλαμβανομένης υποχρεωτικής υπηρεσίας. Αι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και δια τους στρατευσίμους τους συμπληρώσαντας ήδη διετίαν από της εξόδου των εκ της Σχολής». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 9 Νόμ. 836/1978 (ανωτ. σελ. 24, 629). Σελ. 24,706(ε) Τεύχος 1334 Σελ. 70 4.Α.ζ.1 Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 599 3.Δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Αμύνης και Δημοσίας Τάξεως δύναται εκάστοτε να αποφασίζεται, όπως οι εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου διαλαμβανόμενοι, μετά την κατάταξίν των ως δοκίμων Χωροφυλάκων και δοκίμων Αστυφυλάκων, υφίστανται την βασικήν εκπαίδευσιν των νεοσυλλέκτων δαπάναις του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως εις Μονάδας Κατατάξεως Στρατευσίμων. Δια της αυτής αποφάσεως καθορίζεται ο χρόνος της εκπαιδεύσεως και ρυθμίζεται πάσα αναγκαία λεπτομέρεια ταύτης. 4.Οι δόκιμοι Χωροφύλακες και δόκιμοι Αστυφύλακες, διαρκούσης της εκπαιδεύσεώς των εις Μονάδας Κατατάξεως Στρατευσίμων, υπόκεινται εις τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις (Νόμων, Δ/των, Αποφάσεων, Κανονισμών, Διαταγών κλπ.) τας αφορώσας εις τους κληρωτούς του Στρατού Ξηράς, ο δε χρόνος της τοιαύτης εκπαιδεύσεως αυτών λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας εις το Σώμα εις ο κατετάγησαν. 5.Ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως δύναται, τηρουμένης της παρ. 3 του παρόντος, δι’ αποφάσεώς του να ρυθμίζη τα αφορώντα εις την κατάταξιν, την εκπαίδευσιν εις τας οικείας Σχολάς των Σωμάτων Ασφαλείας και λοιπάς λεπτομερείας εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Το άρθρ. 16α προσετέθη δια του άρθρ. 1 Νόμ. 34/1975, κατωτ. αριθ. 17. 600 Αποδοχαί Άρθρ.17.-1.Αι αποδοχαί των τελούντων εις τας καταστάσεις διαθεσιμότητος, ετησίας αδείας λόγω νοσήματος, ή αργίας δι’ απολύσεως καθορίζονται ως κάτωθι, επί του συνόλου των αποδοχών των εν ενεργεία συναδέλφων των: α)Οι εν διαθεσιμότητι λόγω νοσήματος και ετησία αδεία δια την αυτήν αιτίαν λαμβάνουν πλήρεις αποδοχάς. β)Οι εν διαθεσιμότητι λόγω αιχμαλωσίας τα 90%. γ)Οι εν διαθεσιμότητι λόγω προφυλακίσεως ή εκτίσεως στερητικής της ελευθερίας ποινής τα 50%. δ)Οι εν αργία δι’ απολύσεως τα 75%. 2.Αι βάσει του παρόντος άρθρου παρακρατούμεναι αποδοχαί των Οπλιτών Χωροφυλακής περιέρχονται εις τους πόρους του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, αι δε των κατωτέρων οργάνων των λοιπών Σωμάτων, εις το Μετοχικόν Ταμείον πολιτικών υπαλλήλων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ Βεβαίωσις πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.18.-1.Πας Αξιωματικός Διοικητής Υπηρεσίας, κατωτέρας των εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου αναφερομένων λαμβάνων γνώσιν ότι οπλίτης Χωροφυλακής ή κατώτερον όργανον της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος υπέπεσεν εις παράπτωμα, εκ των εν άρθρ. 11 και 14 του παρόντος αναφερομένων, υποβάλλει εις την προϊσταμένην του Υπηρεσίαν ειδικήν περί τούτου αναφοράν, εν η εκθέτει, σαφώς και εμπεριστατωμένως, τα του παραπτώματος, συνυποβάλλων και παν έτερον έγγραφον ή στοιχείον χρήσιμον προς βεβαίωσιν του παραπτώματος, έτι δε και τυχόν υποβληθείσαν αίτησιν ή αναφοράν του αδικηθέντος ή τρίτου προσώπου. Δια τους τελούντας εις διαθεσιμότητα, ετησίαν άδειαν λόγω νοσήματος, αργίαν δι’ απολύσεως, πολεμικήν ή μόνιμον διαθεσιμότητα την αναφοράν υποβάλλει ο διοικητής της Υπηρεσίας του τόπου διαμονής του υπό κατηγορίαν. Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.ζ.1 601 2.Η Υπηρεσία, εις ην υπεβλήθη η αναφορά αύτη, προς πλήρη διαφώτισιν και έρευναν της υποθέσεως: α)Προκειμένου περί του Σώματος της Χωροφυλακής, εφ’ όσον πρόκειται περί Διοικήσεως Χωροφυλακής ή ισοτίμου προς ταύτην ή ανωτέρας τούτων υπηρεσίας Χωροφυλακής, ο Διοικητής αυτής διατάσσει την ενέργειαν ενόρκου διοικητικής εξετάσεως παρ’ αξιωματικού και την υποβολήν της σχηματισθησομένης δικογραφίας μετά πορίσματος δεόντως ητιολογημένου εντός τακτής προθεσμίας ή ενεργεί ταύτην αυτοπροσώπως. β)Προκειμένου περί του Σώματος της Αστυνομίας Πόλεων, εφόσον πρόκειται περί Αστυνομικής Διευθύνσεως, Σχολής, Αποθήκης Υλικού και γενικώς περί Υπηρεσίας αυτοτελούς, διοικουμένης παρ’ Αστυνομικού Διευθυντού Α΄ ή Β΄ τάξεως ή ανωτέρας τούτων Υπηρεσίας, ο Διευθυντής αυτής διατάσσει την ενέργειαν ενόρκου διοικητικής εξετάσεως παρ’ Αξιωματικού φέροντος βαθμόν τουλάχιστον Αστυνόμου Β΄ τάξεως και την υποβολήν της σχηματισθησομένης δικογραφίας μετά πορίσματος δεόντως ητιολογημένου εντός τακτής προθεσμίας ή ενεργεί αυτοπροσώπως. γ)Προκειμένου περί του Πυροσβεστικού Σώματος, εφ’ όσον πρόκειται περί Διοικήσεως Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πόλεως, Διευθυντού Αρχηγείου Πυροσβεστικού Σώματος, Γενικής Αποθήκης Υλικού Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ή οιασδήποτε αυτοτελούς Υπηρεσίας διοικουμένης υπό Επιπυραγού ή Πυραγού ή ανωτέρας τούτων Υπηρεσίας, ο Διοικητής αυτής διατάσσει την ενέργειαν ενόρκου διοικητικής εξετάσεως παρ’ Αξιωματικού και την υποβολήν της σχηματισθησομένης δικογραφίας μετά πορίσματος δέοντως ητιολογημένου εντός τακτής προθεσμίας, ή ενεργεί ταύτην αυτοπροσώπως. Διαταχθείσης ενόρκου Διοικητικής εξετάσεως αίρεται ταυτοχρόνως τυχόν επιβληθείσα, υπό κατωτέρου του διατάσσοντος, δια το παράπτωμα αυτό κατωτέρα πειθαρχική ποινή. (Μετά την σελ. 24,706(β) Σελ. 24,7061 Τεύχος 570-Σελ. 21 602 4.Α.ζ.1 Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 603 3.Η διατάσσουσα ή επιλαμβανομένη της εξετάσεως Υπηρεσία αναφέρει ιεραρχικώς εις τον οικείον Αρχηγόν τα του παραπτώματος και της διαταχθείσης εξετάσεως. Δύναται όμως να υποβληθή ιεραρχικώς προς τον οικείον Αρχηγόν η αναφορά αύτη μετά των λοιπών στοιχείων, εφ’ όσον τα στοιχεία κρίνονται επαρκή προς λήψιν αποφάσεως και ιδία οσάκις πρόκειται περί των περιπτώσεων των εδαφ. δ΄ έως και ζ΄της παρ.1 του άρθρ. 14 του παρόντος. 4.Εάν το παράπτωμα διεπράχθη εκτός του τόπου ένθα υπηρετεί ο τελέσας τούτο αρμοδία προς βεβαίωσιν του παραπτώματος είναι η Υπηρεσία Χωροφυλακής Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού Σώματος εις ήν ανήκει ούτος ή η τοιαύτη εκάστου Σώματος του τόπου, ένθα διεπράχθη το παράπτωμα. Εάν επελήφθη η τελευταία υποχρεούται να κοινοποιήση τας ενεργείας εις την πρώτην και περατωθείσης της ανακρίσεως να διαβιβάση προς αυτήν την δικογραφίαν προς περαιτέρω ενέργειαν. 5.Η σχηματισθησομένη δικογραφία ή η αναφορά, απαραιτήτως μετά της απολογίας του κατηγορουμένου, υποβάλλεται, ιεραρχικώς, εις τον Αρχηγόν, επι ταύτης δε γνωματεύουν άπασαι αι καθ’ ιεραρχίαν προϊστάμεναι αρχαί, εκάστη δε τούτων δύναται να υποβάλη ιεραρχικώς πρώτη αύτη, οίκοθεν, την τοιαύτην αναφοράν ή να διατάξη την ενέργειαν διοικητικής εξετάσεως, κατά τα ανωτέρω οριζόμενα, πρός δε να επιστρέψη την δικογραφίαν προς συμπλήρωσιν εφ’ όσον κρίνη, ότι αύτη είναι ατελής. 6.Ο υπό κατηγορίαν, αφ’ ής κληθή εις απολογίαν και προ ταύτης καλείται εγγράφως, όπως λάβη γνώσιν απάντων των εγγράφων της δικογραφίας και προτείνη πάν μέσον προς υπεράσπισίν του, δικαιούμενος εις υποχρεωτική εξέτασιν προτεινομένων υπ’ αυτού μαρτύρων, του αριθμού αυτών μη δυναμένου να υπερβή τους 5, ως επίσης και εις παροχήν αυτώ 48ώρου προθεσμίας, ίνα απολογηθή. 7.Εάν η ενέργεια ενόρκου διοικητικής εξετάσεως ανετέθη εις Αξιωματικόν, μη ανήκοντα εις την οργανικήν δύναμιν της υπηρεσίας εις ήν ανήκει ο υπό κατηγορίαν, η δικογραφία υποβάλλεται απ’ ευθείας εις τον διατάξαντα την εξέτασιν, ανευ γνώμης των ιεραρχικώς προϊσταμένων του υπό κατηγορίαν. Ο διατάξας την εξέτασιν, εάν κρίνη αναγκαίαν την γνώμην των ιεραρχικώς προϊσταμένων του υπό κατηγορίαν, προκαλεί ταύτην δια διαταγής, διαβιβάζων αρμοδίως την δικογραφίαν. 8.Η ένορκος εξέτασις είναι μυστική, ουδείς δε δύναται να λάβη γνώσιν των στοιχείων ταύτης, πλήν του κατηγορουμένου. Διά τον όρκον των Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.ζ.1 604 μαρτύρων και τον τύπον των εκθέσεων εφαρμόζονται αι περί αυτών διατάξεις του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας, αντί όμως Βου ανακριτικού υπαλλήλου προσλαμβάνεται ως Γραμματεύς έτερος του Σώματος οιουδήποτε βαθμού. 9.Ο Αρχηγός, λαβών την αναφοράν ή την δικογραφίαν, εκτιμά τα περιστατικά εντός διμήνου προθεσμίας και άν κρίνη ότι δεν υπάρχει παράπτωμα, δίδει εντολήν να τεθή η δικογραφία ή αναφορά εις το αρχείον. 10.Εάν κρίνη ότι υφίσταται παράπτωμα τιμωρητέον δια κατωτέρας πειθαρχικής ποινής, δύναται ή να επιβάλη ούτος την προσήκουσαν ποινήν ή να διαβιβάση την δικογραφίαν ή αναφοράν εις τινα των εκ των κατωτέρων του αρμοδίων δια την υπό τούτου άσκησιν του πειθαρχικού ελέγχου. Εάν το παράπτωμα είναι τιμωρητέον δι’ ανωτέρας πειθαρχικής ποινής παραπέμπει τον τελέσαντα το παράπτωμα εις το Ανακριτικόν Συμβούλιον. 11.Η περί παραπομπής εις ανακριτικόν συμβούλιον διαταγή του Αρχηγού τίθεται εις τον ατομικόν φάκελλον του εγκαλουμένου, η δε τελεσίδικος απόφασις του Ανακριτικού Συμβουλίου καταχωρίζεται εις το ατομικόν βιβλιάριον αυτού. 12.Κοινοποιηθείσα διαταγή του Αρχηγού περί παραπομπής ενώπιον Ανακριτικού Συμβουλίου, εν ουδεμιά περιπτώσει ανακαλείται. Κωλύματα προς ενέργειαν διοικητικών εξετάσεων Άρθρ.19.-1.Δεν δύναται να ενεργήση ένορκον διοικητικήν εξέτασιν: α)Όστις είναι συγγενής του εγκαλουμένου ή του εγκαλούντος κατ’ ευθείαν γραμμήν απεριορίστως και εκ πλαγίου εξ αίματος μεν μέχρι τετάρτου βαθμού, εξ αγχιστείας δε μέχρι δευτέρου. β)Όστις ήθελεν έχει ιδιαιτέραν φιλίαν και οικειότητα ή έχθρα μετ’ αυτών . γ)Όστις κατήγγειλε την διωκομένη πράξιν ή υπέβαλεν εις τον οικείον Αρχηγόν την περί παραπομπής εις το Συμβούλιον αναφοράν. δ)Ο καθ’ ού υφίστανται ενδείξεις ότι φέρει τυχόν ευθύνην δια την υπό εξέτασιν πράξιν και ε)Όστις έχει συμφέρον από την έκβασιν της υποθέσεως. 2.Ο εγκαλούμενος δικαιούται,εφ’ άπαξ και το βραδύτερον εντός τριημέρου από της κλήσεώς του προς εξέτασιν υπό του ενεργούντος την ανάκρισιν, να αιτήσηται την εξαίρεσιν αυτού από του έργου της ανακρίσεως, δι’ εγγράφου αιτήσεως, εν η δέον να εκτίθενται οι λόγοι της εξαιρέσεως, επισυνάπτονται δε και τα υπάρχοντα αποδεικτικά (Αντί για τη σελ.24,707(α) Σελ. 24,707(β) Τεύχος 1334 Σελ. 71 605 στοιχεία. Επί της αιτήσεως αποφαίνεται οριστικώς και τελεσιδίκως ο Αρχηγός του οικείου Σώματος. 3.Κακόβουλοι υπαινιγμοί εναντίον του ενεργούντος την ανάκρισιν, διατυπούμενοι εν τη αιτήσει εξαιρέσεως ή αοριστίαι, ως πρός την ύπαρξιν κωλύματος ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον προσπάθεια προς παρέλκυσιν της διαταχθείσης ανακρίσεως, αποτελούν αυτοτελές πειθαρχικόν παράπτωμα. Επίσης πειθαρχικόν παράπτωμα διαπράττει ο εν γνώσει διατελών των εν παρ. 1 κωλυμάτων και αναλαμβάνων την ενέργειαν διοικητικής εξετάσεως. Πρωτοβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον Άρθρ.20.-1.Το Πρωτοβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον συγκροτείται δι’ ωρισμένην υπόθεσιν δι’ αποφάσεως του Αρχηγού του οικείου Σώματος εκ πέντε αξιωματικών αυτού Γενικών Υπηρεσιών ως ακολούθως: α)Εξ ενός Αντισυνταγματάρχου ή Ταγματάρχου και των τούτοις αντιστοιχούντων. β)Εκ 2 Μοιράρχων και των τούτοις αντιστοιχούντων. γ)Εκ 2 Υπομοιράρχων ή Ανθυπομοιράρχων και των τούτοις αντιστοιχούντων. 2.Ο κατά βαθμόν ανώτερος εκ των μελών του Συμβουλίου ή εν ισοβαθμία ο αρχαιότερος, είναι πρόεδρος αυτού, ο δε νεώτερος εισηγητής. 3.Δια την αναπλήρωσιν των τακτικών μελών, εν περιπτώσει κωλύματος ή απουσίας αυτών, ο οικείος Αρχηγός ορίζει ισάριθμα ή ολιγώτερα αναπληρωματικά μέλη, τουλάχιστον όμως τρία, λαμβανόμενα συμφώνως ταις προηγουμέναις παραγράφους του άρθρου τούτου. Για την αντικατάσταση των παρ. 1-3 μόνον για το Πυροσβεστικό Σώμα βλ. άρθρ. 2 Π.Δ. 370/1987, (ΦΕΚ Α΄ 166), όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 άρθρ. 3 του Π.Δ. 16/11-11 Φεβρ. 1998 (ΦΕΚ Α΄ 27), κατωτ. σελ. 270,85025. 4.Ο Πρόεδρος του ανακριτικού συμβουλίου δεν υποχρεούται να καλή τα αναπληρωματικά μέλη κατά την σειράν της εν τη διαταγή αναγραφής των. 5.Δεν δύναται να διορισθή μέλος του Ανακριτικού Συμβουλίου: α)Όστις είναι συγγενής του εγκαλουμένου ή του εγκαλούντος εις ανιόντα ή κατιόντα βαθμόν ή μέχρι του τετάρτου εκ πλαγίου βαθμού ή μέχρι του δευτέρου εξ αγχιστείας . β)Όστις ήθελεν ομολογουμένως έχει ιδιαιτέραν φιλίαν, οικειότητα ή έχθραν μετ’ αυτού. Σελ. 24,708(β) Τεύχος 1334 Σελ. 72 4.Α.ζ.1 Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 606 «γ.Εκείνος που κατήγγειλε τη διωκομένη πράξη ή υπέβαλε στον Αρχηγό την περί παραπομπής στο συμβούλιο αναφορά ή γνωμάτευση οπουδήποτε για την παραπομπή ή όχι». Η μέσα σε « » περίπτ.γ΄αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 του άρθρ. 181 του Π.Δ. 141/12-30 Απρ.1991 (ΦΕΚ Α΄ 58) ανωτ.σελ.16,589). δ)Όστις ενήργησε την διοικητικήν εξέτασιν ή εξητάσθη κατ’ αυτήν ως μάρτυς. ε)Όστις πρόκειται να εξετασθή ως μάρτυς ενώπιον του Συμβουλίου. Περιεχόμενον της αποφάσεως συγκροτήσεως ΑνακριτικούΣυμβουλίου Άρθρ.21.-1.Ο οικείος Αρχηγός εν τη αποφάσει δι’ ης συγκροτεί το Ανακριτικόν Συμβούλιον: α)Καθορίζει την αιτίαν και εν περιλήψει τα περιστατικά της πράξεως του εγκαλουμένου. β)Ορίζει τα μέλη του Ανακριτικού Συμβουλίου τακτικά και αναπληρωματικά. γ)Ορίζει τον τόπον και την προθεσμίαν, εν ω δέον τούτο να συνέλθη και δ)Θέτει το ερώτημα ή τα ερωτήματα, εφ’ ών δέον τούτο να αποφανθή. 2.Αντίγραφα της αποφάσεως ταύτης, ισάριθμα προς τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Συμβουλίου και τον εγκαλούμενον μετά του φακέλλου της υποθέσεως, του ατομικού βιβλιαρίου και πάντων έν γένει των διαφωτιστικών εγγράφων και άλλων στοιχείων, διαβιβάζονται εις τον πρόεδρον του Ανακριτικού Συμβουλίου. 3.Έτερα αντίγραφα διαβιβάζονται εις τας τηρούσας τα ατομικά έγγραφα του εγκαλουμένου αρχάς, ίνα τεθούν εις τον ατομικόν φάκελλον τούτου. 607 Ενέργειαι Προέδρου Ανακριτικού Συμβουλίου Άρθρ.22.-1.Ο Πρόεδρος, διά της οικείας Υπηρεσίας του Σώματος εις ην υπηρετεί ή απ’ ευθείας ή δια του εισηγητού ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον ήθελεν κρίνει πρόσφορον: α)Κοινοποιεί το ταχύτερον την απόφασιν του Αρχηγού, επί αποδείξει, εις τα λοιπά μέλη του Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά και εις τον εγκαλούμενον. β)Καλεί τον εγκαλούμενον, όπως εντός τριών ημερών από της κοινοποιήσεως ταύτης προτείνη, δι’ εγγράφου αναφοράς του, απ’ ευθείας εις τον Πρόεδρον υποβαλλομένης, μάρτυρας υπερασπίσεως, άν έχη, σημειών και την κατοικίαν αυτών, ως επίσης και τα ερωτήματα εφ’ ων γενήσεται η εξέτασις. 2.Ο Πρόεδρος λαβών τας αποδείξεις των κοινοποιήσεων τούτων και έχων υπ’ όψιν και την από της έδρας του Συμβουλίου απόστασιν της διαμονής του εγκαλουμένου και των μαρτύρων, συγκαλεί το Συμβούλιον προς συνεδρίασιν εν ωρισμένω τόπω και χρόνω και καλεί τον εγκαλούμενον προ τριών τουλάχιστον ημερών, επί ποινή ακυρότητος της διαδικασίας, όπως προσέλθη εις την συνεδρίασιν και απολογηθή. 3.Ο Πρόεδρος καλεί τους μάρτυρας, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς διαφώτισιν του Συμβουλίου, ως επίσης και μάρτυρας υπό του εγκαλουμένου προταθέντας, ουχί πλείονας των πέντε, εξ ων 2 τουλάχιστον υποχρεωτικώς. Εάν οι προταθέντες υπό του εγκαλουμένου μάρτυρες διαμένουν μακράν της έδρας του Συμβουλίου, ο δε Πρόεδρος εκ της μελέτης της δικογραφίας και εκ της αναφοράς του εγκαλουμένου κρίνη ότι, ούτοι θέλουν καταθέσει περί γεγονότων εχόντων επίδρασιν εις την κρίσιν του Συμβουλίου, καθίσταται, δε αδύνατος ο εξ άλλων στοιχείων σχηματισμός κρίσεως τούτου, εφαρμόζει τα εν παρ.2 του άρθρ.26 του παρόντος οριζόμενα, αιτούμενος την ένορκον εξέτασιν των προσώπων τούτων παρά των Υπηρεσιών εκάστου Σώματος του τόπου διαμονής των. 4.Ο εγκαλούμενος δικαιούται, ιδίαις αυτού δαπάναις, να εμφανίζη μέχρι 3 μάρτυρας κατά την ενώπιον του Συμβουλίου διαδικασίαν πρός υπεράσπισίν του. Εξαίρεσις μελών Ανακριτικού Συμβουλίου Άρθρ.23.-1.Εις τον υπό του Προέδρου ορισθέντα δια την συνεδρίασιν του Συμβουλίου τόπον και χρόνον συνέρχονται τα μέλη αυτού, τακτικά και αναπληρωματικά. 2.Ο εγκαλούμενος οφείλει, πρό της ενάρξεως της συνεδριάσεως, επί ποινή απαραδέκτου, να ζητήση, δι’ εγγράφου πρός τον Πρόεδρον αναφοράς, την εξαίρεσιν των μελών εκείνων του Συμβουλίου δι’ α συντρέχει λόγος τις εκ των εν. άρθρ.20 παρ.5 αναφερομένων, ον λόγον, ως και τα μέσα της βεβαιώσεως αυτού, δέον να αναφέρη συγκεκριμένως. Δέν δύναται να ζητήση την εξαίρεσιν πλειόνων των δύο. Εάν ζητήση την εξαίρεισιν πλειόνων των δύο, εξετάζεται ή αίτησις μόνον καθ’ όσον αφορά τα δύο πρώτα εν τη αιτήσει αναφερόμενα μέλη. Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.ζ.1 608 3.Την περί εξαιρέσεως αίτησιν ο Πρόεδρος διαβιβάζει εις τα μέλη, εις α αύτη αφορά, ίνα παράσχουν εγγράφως εξηγήσεις περί αυτής. Τα μέλη ταύτα απέχουν, προσωρινώς των εργασιών του Συμβουλίου επι ποινή ακυρότητος της διαδικασίας, λαμβάνουν δ’ αντ’ αυτών μέρος πρός συμπλήρωσιν του Συμβουλίου και μόνον δια την εκδίκασιν της περί εξαιρέσεως αιτήσεως, τα αναπληρωματικά μέλη κατά την ωρισμένην εν τη αποφάσει συγκροτήσεως του συμβουλίου σειράν. Εάν εζητήθη η εξαίρεσις του προέδρου αναλαμβάνει την προεδρίαν το ανώτερον κατά βαθμόν ή αρχαιότερον εκ των τακτικών και αναπληρωματικών μέλος κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω διαλαμβανόμενα. 4.Ούτω συγκροτούμενον το Συμβούλιον και λαμβάνον υπ’ όψιν την αίτησιν και τα τυχόν προσαχθέντα έγγραφα αποφασίζει παραχρήμα, εν μυστική συνεδριάσει, επί της περί εξαιρέσεως αιτήσεως. Πάσα αίτησις περί εξαιρέσεως μέλους του δια την εκδίκασιν της αιτήσεως περί εξαιρέσεως συγκροτηθέντος Συμβουλίου είναι απαράδεκτος και απορρίπτεται υπό του Προέδρου. 5.Πάν μέλος του Συμβουλίου, συνειδός αυτώ αιτίαν εξαιρέσεως, οφείλει να φανερώση αυτήν εις το Συμβούλιον, τούτο δε συμπληρούμενον κατά τ’ ανωτέρω ειρημένα, αποφασίζει κατά πλειοψηφίαν περί της εξαιρέσεως. 6.Περί πάντων τούτων συντάσσεται πρακτικόν εν ω καταχωρίζεται και η εκδοθείσα απόφασις. 7.Εάν η αίτησις εξαιρέσεως εγένετο δεκτή, τα εξαιρεθέντα μέλη απέχουν της εκτελέσεως των έργων των, εις δε τας θέσεις αυτών παραμένουν οριστικώς τα αναπληρωματικά μέλη δια την εκδίκασιν της υποθέσεως. Συνεδριάσεις Ανακριτικού Συμβουλίου- Διακοπαί Άρθρ.24.-«1.Οι συνεδριάσεις του συμβουλίου γίνονται κεκλεισμένων των θυρών. Ουδείς εκτός του εγκαλουμένου παρίσταται, με εξαίρεση τους εξεταζόμενους μάρτυρες. Η παράσταση ή συμπαράσταση πληρεξουσίου δικηγόρου δεν επιτρέπεται». Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 του άρθρ.4 του Π.Δ. 380/3-11 Σεπτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄135). 2.Η διαδικασία διεξάγεται προφορικώς, την διεύθυνσιν δε αυτής έχει ο Πρόεδρος. 3.Η συνεδρίασις δεν διακόπτεται, ειμή δια τα προς αναψυχήν αναγκαία διαλείμματα διά την εμφάνισιν ουσιώδους μάρτυρος ή δια την εξακρίβωσιν ουσιώδου γεγονότος. Περί της διακοπής αποφασίζει το Συμβούλιον κατά πλειοψηφίαν. (Αντί για τη σελ.24,709) Σελ.24,709(α) Τεύχος 1116-Σελ.95 609 Διαδικασία ενώπιον Ανακριτικού Συμβουλίου Άρθρ.25.-1.Άμα τη ενάρξει της συνεδριάσεως, ο Πρόεδρος διατάσσει ίνα εμφανισθή ο εγκαλούμενος. 2.Έν περιπτώσει μη εμφανίσεως του εγκαλουμένου, οφειλομένης εις ανυπέρβλητον κώλυμα, εγκαίρως γνωστοποιηθέν, μερίμνη του, εις το Συμβούλιον, τούτο αναβάλλει την εκδίκασιν της υποθέσεως δι’ άλλην ημέραν και πέραν εν ανάγκη, αλλ’ ουχί πλέον των δέκα πέντε ημερών, από της λήξεως της τεταγμένης υπό του Αρχηγού προθεσμίας, άλλως η διαδικασία προχωρεί. Δευτέρα αναβολή δεν επιτρέπεται. 3.Ο εισηγητής αναγιγνώσκει εντολή του Προέδρου πρώτον μεν τα άρθρ.10, 12, 13, 14 παρ.3, 20 εως 24 του παρόντος είτα δε την περί συγκροτήσεως του Συμβουλίου απόφασιν του Αρχηγού και την τυχόν εκδοθείσαν απόφασιν επί αιτήσεως εξαιρέσεως και όλα τα έγγραφα της υποθέσεως, ων την ανάγνωσιν ήθελε κρίνει αναγκαίαν ο Πρόεδρος. Τη αιτήσει του εγκαλουμένου ή τινος των μελών του Συμβουλίου, δύναται το Συμβούλιον να διατάξη την ανάγνωσιν ωρισμένων εγγράφων της υποθέσεως ή και πάντων των εγγράφων. 4.Ο Πρόεδρος, μετά τούτο, καλεί τους υπ’ αυτού κληθέντας μάρτυρας, ως και τους υπό του εγκαλουμένου προταθέντας. Αν τινες των μαρτύρων τούτων είναι απόντες, το δε συμβούλιον κρίνει ουσιωδώς αναγκαίαν την εμφάνισιν αυτών, αναβάλλει την εκδίκασιν της υποθέσεως δι’ άλλην ημέραν εντός της υπό του Αρχηγού τεταγμένης προθεσμίας, άλλως ή διαδικασία προχωρεί. 5.Νέους μάρτυρας ο εγκαλούμενος δεν δύναται να προτείνη πλέον των δύο. Το Συμβούλιον όμως δύναται και κατά την διάρκειαν της ανακρίσεως να καλέση και εξετάση πάν πρόσωπον, ου την εξέτασιν ήθελε κρίνει αναγκαίαν. 6.Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως. 7.Τους μάρτυρας εξετάζει ο Πρόεδρος και μετ’ αυτόν κατά σειράν τα μέλη του συμβουλίου, τελευταίος δε ο εγκαλούμενος όστις, τας ερωτήσεις του απευθύνει δια του Προέδρου. Οι μάρτυρες δύνανται να εξετασθούν και κατ’ αντιπαράστασιν. Αι καταθέσεις των μαρτύρων καταχωρίζονται συνοπτικώς εν ιδιαιτέρω πρακτικώ υπογραφομένω αμέσως υπ’ αυτών, του Προέδρου και του εισηγητού. 8.Τελευταίος εξετάζεται και απολογείται ο κατηγορούμενος. 9.Ο Πρόεδρος μετά τούτο, ερωτά τα μέλη του Συμβουλίου, αν έχουν έτι να ζητήσουν εξήγησίν τινα, από τους μάρτυρας ή τον εγκαλούμενον, τούτων δε αποκριθέντων αποφατικώς, κηρύσσει περαιωμένην την εκδίκασιν και ο εγκαλούμενος μετά των τυχόν παρευρισκομένων μαρτύρων αποσύρονται. Σελ.24,710(α) Τεύχος 1116-Σελ.96 4.Α.ζ.1 Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 610 Διαδικασία εκδόσεως αποφάσεως Άρθρ.26.-1.Το Συμβούλιον διασκέπτεται πρός έκδοσιν της αποφάσεώς του. Προ της εκδόσεως της αποφάσεως τα μέλη του Συμβουλίου με ουδένα επικοινωνούν, ουδέ αποχωρίζονται αλλήλων. 2.Εάν εκ της ενώπιόν του διεξαχθείσης διαδικασίας το Συμβούλιον δεν ηδυνήθη να μορφώση πεποίθησιν επί ωρισμένου ουσιώδους γεγονότος και δεν επαρκεί κατά την κρίσιν του προς τούτο η παρά του Αρχηγού τεταγμένη προθεσμία, δύναται ν’ αναβάλη την εκδίκασιν της υποθέσεως εις άλλην ρητώς ωρισμένην ημέραν και πέραν εν ανάγκη, αλλ’ ουχί πλέον των δέκα πέντε ημερών, της προθεσμίας ταύτης. Δια την διευκρίνισιν του γεγονότος το Συμβούλιον δικαιούται να ζητή δια του Προέδρου πληροφορίας, απ’ ευθείας μεν παρ’ οιασδήποτε Υπηρεσίας Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων, Πυροσβεστικού Σώματος ή Στρατιωτικής Αρχής, ή την λήψιν εγγράφου μαρτυρίας προσώπων διαμενόντων εκτός της έδρας αυτού, δια του οικείου Αρχηγού δε εγγράφους πληροφορίας παρ’ οιασδήποτε πολιτικής αρχής. Ο εγκαλούμενος υποχρεούται να εμφανισθή κατά την ορισθείσαν νέαν ημέραν συνεδριάσεως του Συμβουλίου άνευ νέας κλητεύσεώς του. 611 3.Ο Πρόεδρος θέτει εις το Συμβούλιον τα θέματα κεχωρισμένως, καθ’ ήν σειράν και ως ακριβώς διατυπούνται εν τη αποφάσει του Αρχηγού, δι’ ης παρεπέμφθη ο εγκαλούμενος ενώπιον του Συμβουλίου ως εξής: α)Υπάρχει λόγος να τεθή εις απόταξιν ο Α.Β. (παρατίθεται ο βαθμός, το όνομα και το επώνυμον του εγκαλουμένου) δια (παρατίθεται η νόμιμος αιτία, δι’ ην ο εγκαλούμενος παρεπέμφθη ενώπιον του ανακριτικού συμβουλίου μετά συντόμου μνείας των περιστατικών των αποτελούντων τα στοιχεία του παραπτώματος ). β)Υπάρχει λόγος να τεθή εις αργίαν δι’ απολύσεως ο Α.Β. (παρατίθεται ο βαθμός, το όνομα και το επώνυμον του εγκαλουμένου) δια (παρατίθεται η νόμιμος αιτία, δι’ ην ο εγκαλούμενος παρεπέμφθη ενώπιον του ανακριτικού συμβουλίου μετά συντόμου μνείας των περιστατικών των αποτελούντων τα στοιχεία του παραπτώματος ). Ουδέν άλλο ερώτημα δύναται να τεθή εις το Συμβούλιον. 4.Εάν εις το Συμβούλιον είχε τεθή υπό του Αρχηγού μόνον το ερώτημα της αποτάξεως και το Συμβούλον απήντησεν αποφατικώς ο Πρόεδρος θέτει υποχρεωτικώς το ερώτημα της αργίας δι’ απολύσεως. Ψηφοφορία Άρθρ.27.-1.Προς κατάρτισιν της αποφάσεως γίνεται φανερά προφορική ψηφοφορία, έκαστον δε των μελών, αρχής γενομένης από του νεωτέρου, καλείται υπό του Προέδρου ν’ αποφανθή επί του τεθέντος ερωτήματος ή ερωτημάτων διά της λεξεως «ΝΑΙ» ή «ΟΧΙ». Το «ΝΑΙ» εκφράζει την κατά του εγκαλουμένου γνώμην το δε «ΟΧΙ» την υπέρ αυτού. 2.Η γνώμη της πλειοψηφίας αποτελεί την γνώμην του Συμβουλίου, το δε αποτέλεσμα αναγράφεται, επι ποινή ακυρότητος της διαδικασίας, εις το πρακτικόν της συνεδριάσεως. 3.Η απόφασις δέον να είναι ητιολογημένη ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Εν περιπτώσει γνώμης του Συμβουλίου κατά πλειοψηφίαν δέον να αιτιολογώνται κεχωρισμένως και αι γνώμαι των μειοψηφούντων μελών. Καθορισμός διαρκείας ποινής Άρθρ.28.-1.Εάν το Συμβούλιον απεφάνθη καταφατικώς επί του ερωτήματος της αργίας δι’ απολύσεως ορίζει και την χρονική διάρκειαν αυτής δια δευτέρας φανεράς προφορικής ψηφοφορίας. Η επί τούτου απόφασις λαμβάνεται κατά πλειοψηφίαν. 2.Εάν εκ των διατυπουμένων γνωμών, πλειόνων των δύο, δεν σχηματίζεται πλειοψηφία, οι έχοντες μεμονωμένην γνώμην οφείλουν, προς σχηματισμόν Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.ζ.1 612 πλειοψηφίας, να προσχωρήσουν είτε εις τινα των μειζόνων γνωμών, είτε εις την μεμονωμένην γνώμην του μεταξύ αυτών ανωτέρου κατά βαθμόν ή του αρχαιοτέρου. Πρακτικόν αποφάσεως Ανακριτικού Συμβουλίου Άρθρ.29.-1.Εκδοθείσης της αποφάσεως το Συμβούλιον διαλύεται οριστικώς. 2.Περί όλης της ενώπιον του Συμβουλίου λαβούσης χώραν διαδικασίας συντάσσεται πρακτικόν υπογραφόμενον υπό πάντων των μελών. 3.Το πρακτικόν τούτο δέον να διαλαμβάνη: α)Τον τόπον και τον χρόνον της συνεδριάσεως . β)Επί ποινή ακυρότητος τα ονοματεπώνυμα και τον βαθμόν των μελών του Συμβουλίου. γ)Το ονοματεπώνυμον και τον βαθμόν του εγκαλουμένου. δ)Την απόφασιν του Αρχηγού περί παραπομπής εις το Συμβούλιον (αριθμός, ημερομηνία, αιτιολογικόν). ε)Τα ονοματεπώνυμα των εξετασθέντων μαρτύρων ς)Την απολογίαν του εγκαλουμένου συνοπτικώς εάν παρέστη ούτος. ζ)Τα τεθέντα ερωτήματα, την ληφθείσαν απόφασιν και τον αριθμόν των ψήφων επι ποινή ακυρότητος. 4.Το πρακτικόν τούτο μεθ’ ολοκλήρου του φακέλλου της υποθέσεως, ο Πρόεδρος υποβάλλει απ’ ευθείας εις τον οικείον Αρχηγόν. Προσφυγή Άρθρ.30.-Προσφυγή κατά της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου ενώπιον του Δευτεροβαθμίου επιτρέπεται μόνον: α)Εις τον εγκαλούμενον, εάν το Συμβούλιον απεφάνθη υπέρ αποτάξεως ή αργίας δι’ απολύσεως. Εις τας περιπτώσεις ταύτας αντίγραφον της αποφάσεως κοινοποιείται εις αυτόν διαταγή του Αρχηγού, καθίσταται δε συγχρόνως εις τούτον γνωστόν ότι δύναται, εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεως, να προσφύγη ενώπιον του Δευτεροβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου, πρός νέαν της υποθέσεως έρευναν. Περί της κοινοποιήσεως και γνωστοποιήσεως ταύτης συντάσσεται, παρά της κοινοποιούσης αρχής, αποδεικτικόν, όπερ υποβάλλεται παραχρήμα εις τον Αρχηγόν. β)Εις τον Αρχηγόν εάν το Συμβούλιον απεφάνθη αρνητικώς επί του τεθέντος υπό τούτου εις αυτό ερωτήματος. (Αντί για τη σελ.24,711(α) Σελ. 24,711(β) Τεύχος 1334 Σελ. 73 613 Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής Άρθρ.31.-1.Η προσφυγή ασκείται: α)Εκ μέρους του εγκαλουμένου, εντός της κατά το προηγούμενον άρθρον δεκαημέρου προθεσμίας, δι’ εγγράφου προς την προϊσταμένην αυτού αρχήν αναφοράς, υποβαλλομένης αμελλητί εις τον Αρχηγόν. β)Εκ μέρους του Αρχηγού εντός 20 ημερών, αφ’ης περιέλθη αυτώ η απόφασις του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου δια της συγκροτήσεως Δευτεροβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου και παραπομπής της υποθέσεως πρός νέαν κρίσιν. 2.Γενομένης προσφυγής υπό του εγκαλουμένου, ο Αρχηγός αναλόγως της περιπτώσεως και συμφώνως τοις ανωτέρω, συγκροτεί Δευτεροβάθμιον ανακριτικόν συμβούλιον προς νέαν της υποθέσεως εκδίκασιν. 3.Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας εις εκατέραν των εν παρ.1 περιπτώσεων η απόφασις καθίσταται τελεσίδικος. Δευτεροβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον Άρθρ.32.-1.Το Δευτεροβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον συγκροτείται δι’ ωρισμένην υπόθεσιν υπό του Αρχηγού του οικείου Σώματος εκ πέντε Αξιωματικών Γενικών Υπηρεσιών, ως ακολούθως: α)Εξ ενός Συνταγματάρχου ή Αντισυνταγματάρχου και των τούτοις αντιστοιχούντων. β)Εκ 2 Ταγματαρχών και των τούτοις αντιστοιχούντων. γ)Εκ 2 Μοιράρχων και των τούτοις αντιστοιχούντων. Σελ. 24,712 Για την αντικατάσταση της παρ. 1 μόνον ως προς το Πυροσβεστικό Σώμα βλ. άρθρ. 2 του Π.Δ. 370/1987 (ΦΕΚ Α΄ 166), όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την παρ.5 άρθρ. 3 Π.Δ. 16/11-11 Φεβρ. 1998 (ΦΕΚ Α΄ 27), κατωτ. σελ. 270,85024. 2.Κατά πάσαν περίπτωσιν ο Πρόεδρος του Συμβουλίου δέον να είναι ανώτερος κατά βαθμόν ή αρχαιότερος του Προέδρου του εκδικάσαντος την υπόθεσιν Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου. Κατά τα λοιπά, ως πρός την συγκρότησιν του Συμβουλίου, εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 20 και 21 του παρόντος. Σελ. 24,712(β) Τεύχος 1334 Σελ. 74 4.Α.ζ.1 Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 614 3.Ουδείς των μετασχόντων του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου δύναται να μετάσχη του Δευτεροβαθμίου. Διαδικασία -΄Εκδοσις αποφάσεως Άρθρ.33.-1.Αι διατάξεις των άρθρ.22 έως και 29 του παρόντος εφαρμόζονται και εις την διαδικασίαν του Δευτεροβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου. Επί πλέον αναγιγνώσκονται υπό του εισηγητού εκτός των εν αρθρ.25 αναφερομένων διατάξεων του παρόντος και το άρθρ.32 αυτού. 2.Εις το Συμβούλιον τούτο τίθεται δια διαταγής του Αρχηγού εν περιπτώσει μεν προσφυγής αυτού το τεθέν εις την διαταγήν περί παραπομπής ερώτημα, εν περιπτώσει δε προσφυγής του εγκαλουμένου το ερώτημα, εις ο καταφατικώς απεφάνθη το Πρωτοβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον. Ο Πρόεδρος όμως του Δευτεροβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου, εν περιπτώσει αποφατικής απαντήσεως εις το ερώτημα της αποτάξεως, θέτει υποχρεωτικώς το ερώτημα της αργίας δι’ απολύσεως. 3.Εις ας περιπτώσεις τα προηγούμενα άρθρα επιβάλλουν την εις τον εγκαλούμενον κοινοποίησιν δικογράφων, εάν ούτος διατελή εις παράνομον απουσίαν ή λιποταξίαν η κοινοποίησις γίνεται εις τον Διοικητήν της Υπηρεσίας, εν η τελευταίως υπηρετή. Εάν δε διατελή εις την κατάστασιν της διαθεσιμότητος ή ετησίας αδείας λόγω νοσήματος ή 615 αργίας δι’ απολύσεως ή έχη απομακρυνθή του Σώματος και τυγχάνει ιδιώτης και δεν ανευρίσκεται αυτοπροσώπως ή αρνήται την παραλαβήν οιουδήποτε δικογράφου, η κοινοποίησις γίνεται εις τους συνοικούντας συγγενείς ή συνοίκους της τελευταίας γνωστής κατοικίας του και εν περιπτώσει αρνήσεως παραλαβής τα εν λόγω δικόγραφα θυροκολλούνται. Περί της κατά τ’ ανωτέρω επιδόσεως και θυροκολλήσεως συντάσσεται σχετική έκθεσις θυροκολλήσεως. Εάν ο εγκαλούμενος είναι αγνώστου διαμονής, η κοινοποίησις των ανωτέρω γίνεται εις την Αστυνομικήν Αρχήν της τελευταίας γνωστής διαμονής του. Τόπος συνεδριάσεως Ανακριτικών Συμβουλίων Άρθρ.34.-«Προκειμένου περί Πρωτοβαθμίων Ανακριτικών Συμβουλίων οπλιτών Χωροφυλακής και κατωτέρω οργάνων του Πυροσβεστικού Σώματος, δύναται ο οικείος Αρχηγός, δι’ αποφάσεώς του, να ορίζη τόπον συνεδριάσεως αυτών την έδραν Ανωτέρων Διοικήσεων Χωροφυλακής ή εξομοιουμένων πρός αυτάς Υπηρεσιών και Διοικήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Πόλεων». Το άρθρ 34 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.11 Νόμ.772/1978 (κατωτ.αριθ.24). Εκδίκασις πειθαρχικών παραπτωμάτων κρατουμένων Άρθρ.35.-.Εις ην περίπτωσιν ο εγκαλούμενος κρατήται εις φυλακάς ζητείται παρά του αρμοδίου Εισαγγελέως ή Βασιλικού Επιτρόπου η μεταγωγή αυτού προς εμφάνισιν ενώπιον του ανακριτικού Συμβουλίου. Αναστολή εκδικάσεως πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.36.-Η υπό των Ανακριτικών Συμβουλίων εκδίκασις παραπτωμάτων δύναται να αναστέλληται καθ’ ον χρόνον οι υπό κατηγορίαν νοσηλεύονται εις νοσοκομεία ή κλινικάς. Δια τους τυχόν συμμετόχους το παράπτωμα δύναται να εκδικασθή κεχωρισμένως. 616 (Μετά τη σελ. 24,712(β) Σελ. 24,7121 Τεύχος 1334 Σελ. 75 617 618 αργίας δι’ απολύσεως ή έχη απομακρυνθή του Σώματος και τυγχάνει ιδιώτης και δεν ανευρίσκεται αυτοπροσώπως ή αρνήται την παραλαβήν οιουδήποτε δικογράφου, η κοινοποίησις γίνεται εις τους συνοικούντας συγγενείς ή συνοίκους της τελευταίας γνωστής κατοικίας του και εν περιπτώσει αρνήσεως παραλαβής τα εν λόγω δικόγραφα θυροκολλούνται. Περί της κατά τ’ ανωτέρω επιδόσεως και θυροκολλήσεως συντάσσεται σχετική έκθεσις θυροκολλήσεως. Εάν ο εγκαλούμενος είναι αγνώστου διαμονής, η κοινοποίησις των ανωτέρω γίνεται εις την Αστυνομικήν Αρχήν της τελευταίας γνωστής διαμονής του. Τόπος συνεδριάσεως Ανακριτικών Συμβουλίων Άρθρ.34.-«Προκειμένου περί Πρωτοβαθμίων Ανακριτικών Συμβουλίων οπλιτών Χωροφυλακής και κατωτέρω οργάνων του Πυροσβεστικού Σώματος, δύναται ο οικείος Αρχηγός, δι’ αποφάσεώς του, να ορίζη τόπον συνεδριάσεως αυτών την έδραν Ανωτέρων Διοικήσεων Χωροφυλακής ή εξομοιουμένων πρός αυτάς Υπηρεσιών και Διοικήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Πόλεων». Το άρθρ 34 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.11 Νόμ.772/1978 (κατωτ.αριθ.24). Εκδίκασις πειθαρχικών παραπτωμάτων κρατουμένων Άρθρ.35.-.Εις ην περίπτωσιν ο εγκαλούμενος κρατήται εις φυλακάς ζητείται παρά του αρμοδίου Εισαγγελέως ή Βασιλικού Επιτρόπου η μεταγωγή αυτού προς εμφάνισιν ενώπιον του ανακριτικού Συμβουλίου. Αναστολή εκδικάσεως πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.36.-Η υπό των Ανακριτικών Συμβουλίων εκδίκασις παραπτωμάτων δύναται να αναστέλληται καθ’ ον χρόνον οι υπό κατηγορίαν νοσηλεύονται εις νοσοκομεία ή κλινικάς. Δια τους τυχόν συμμετόχους το παράπτωμα δύναται να εκδικασθή κεχωρισμένως. 619 (Μετά τη σελ. 24,712(β) Σελ. 24,7121 Τεύχος 1334 Σελ. 75 620 621 Σχέσις πειθαρχικής προς ποινικήν δίκην Άρθρ.37.-1.Η ποινική δίωξις δεν κωλύει την πειθαρχικήν τοιαύτην. Ο ασκών όμως τον πειθαρχικόν έλεγχον δύναται να αναστείλη την πειθαρχικήν δίωξιν μέχρις εκδικάσεως της ποινικής δίκης, εκτός εάν το παράπτωμα ενέχη εξαιρετικήν βαρύτητα επιβάλλουσαν την άμεσον άσκησιν του πειθαρχικού ελέγχου. 2.Πραγματικά γεγονότα ων η ύπαρξις ή ανυπαρξία δεπιστώθη δε’ αμετακλήτου αποφάσεως ποινικού Δικαστηρίου, λαμβάνονται υπ’ όψιν εν τη πειθαρχική δίκη ως εν τη ποινική, δεν κωλύεται όμως εντεύθεν το πειθαρχικόν όργανον να εκδώση απόφασιν διάφορον της ποινικής. Ακυρότητες Άρθρ.38.-1.Ακυρότης της αποφάσεως του Ανακριτικού Συμβουλίου, Πρωτοβαθμίου η Δευτεροβαθμίου τότε μόνον υπάρχει, όταν παρεβιάσθη ή παρελείφθη όρος ή τόπος, επί ποινή ακυρότητος υπό του παρόντος διατεταγμένος. 2.Επί ακυρότητι δύναται να προσβληθούν μόνον: α)Η οριστική απόφασις του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου, καθ’ης δεν επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου. β)Η απόφασις του Δευτεροβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου. 3.Την ακυρότητα προτείνει ο εγκαλούμενος,κατά τους όρους και προθεσμίας του άρθρ.31 του παρόντος, εφ’ όσον η απόφασις ήτο υπέρ της επιβολής οιασδήποτε κατ’ αυτού ποινής. 4.Περί της ακυρότητος αποφασίζει το Συμβούλιον Επικρατείας. 5.Ακυρωθείσης της αποφάσεως του Ανακριτικού Συμβουλίου, ο Αρχηγός παραπέμπει την υπόθεσιν εις νέον ομοειδές Συμβούλιον πρός νέαν κρίσιν και λήψιν αποφάσεως. 6.Προσφυγή εις τα τακτικά δικαστήρια δι’ αποζημίωσιν, ένεκα πράξεως της εκτελεστικής εξουσίας στηριχθείσης εις απόφασιν Ανακριτικού Συμβουλίου, αποκλείεται, εφ’ όσον η απόφασις του Ανακριτικού Συμβουλίου δεν ηκυρώθη υπό του Συμβουλίου Επικρατείας. Επιβολή της ποινής Άρθρ39.-1.Καταστάσης τελεσιδίκου της αποφάσεως του Ανακριτικού Συμβουλίου περί θέσεώς τινος εις απόταξιν ή αργίαν δι’ απολύσεως, εκδίδεται υπό του οικείου Αρχηγού εντός δεκαπενθημέρου η σχετική απόφασις. 2.Αι αποφάσεις των Ανακριτικών Συμβουλίων ειναι υποχρεωτικαί δια τον Αρχηγόν. Εάν δε η απόφασις του Συμβουλίου υπήρξεν απαλλακτική, δύναται ο Αρχηγός κατά τας περιστάσεις, να επιβάλη κατωτέραν ποινήν, ή να διατάξη την επιβολήν κατωτέρας ποινής υπό τινος εκ των υφισταμένων του αρμοδίων. 3.Ποινή επιβληθείσα κατόπιν αποφάσεως Ανακριτικού Συμβουλίου εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να αρθή ή να μετριασθή μεταγενεστέρως. Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.ζ.1 622 Πειθαρχική δίωξις εξελθόντων των Σωμάτων Άρθρ.40.-1.Η πειθαρχική δίωξις δια πράξεις συνεπαγομένας την παραπομπήν ενώπιον Ανακριτικού Συμβουλίου εξακολουθεί και μετά την έξοδον των Οπλιτών Χωροφυλακής και των κατωτέρων οργάνων της Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού Σώματος, εξαιρέσει των εξελθόντων λόγω ορίου ηλικίας και σωματικής ανικανότητος, εφ’ όσον η διαταγή προς ενέργειαν διοικητικής εξετάσεως της αρμοδίας αρχής εξεδόθη προ της εξόδου των. 2.Η ενώπιον του Ανακριτικού Συμβουλίου διαδικασία και αι διατάξεις εν γένει αι διέπουσαι τους υπηρετούντας, εφαρμόζονται αναλόγως και δια τους εξελθόντας της υπηρεσίας καθ’ ων ησκήθη πειθαρχική δίωξις κατά την προηγουμένην παράγραφον. Υποχρεώσεις Βασιλικών Επιτρόπων- Εισαγγελέων Άρθρ.41.-1.Οι παρά τοις στρατιωτικοίς δικαστηρίοις Βασιλικοί Επίτροποι και οι παρά τοις τακτικοίς δικαστηρίοις Εισαγγελείς, υποχρεούνται να αποστέλλουν εις τα Αρχηγεία Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού Σώματος, αντίγραφον πάσης δικαστικής αποφάσεως (καταδικαστικής ή αθωωτικής) και παντός βουλεύματος (παραπεμπτικού, απαλλακτικού ή παύοντος προς καιρόν την δίωξιν), αφορώντων εις Οπλίτας Χωροφυλακής και κατωτέρους Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού Σώματος, εντός μηνός από της εκδόσεως αυτών. 2.Καθισταμένης αμετακλήτου της δικαστικής αποφάσεως ή τελεσιδίκου του απαλλακτικού βουλεύματος, οι αυτοί ως άνω, υποχρεούνται να αποστέλλουν εις την ιδίαν αρχήν εν πρωτοτύπω και άπασαν την δικογραφίαν εντός της αυτής προθεσμίας. Η δικογραφία επιστρέφεται εις την αποστέλλουσαν αρχήν μετά το πέρας της πειθαρχικής διαδικασίας. Μεταβίβασις αρμοδιοτήτων Άρθρ.42.-Αι υπό του παρόντος παρεχόμεναι αρμοδιότητες εις τους Αρχηγούς των Σωμάτων Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού, δύνανται να μεταβιβασθούν, εν όλω ή εν μέρει, εις τους Υπαρχηγούς αυτών δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατόπιν προτάσεως του οικείου Αρχηγού. (Μετά την σελ.24,712) Σελ.24,713 Τεύχος 428-Σελ.13 623 Τελικαί Διατάξεις Άρθρ.43.-Εις τους Προέδρους, τα μέλη και τους εισηγητάς των δια του παρόντος συνιστωμένων Συμβουλίων ουδεμία αποζημίωσις καταβάλλεται. Μεταβατικαί Διατάξεις Άρθρ.44.-1.Εκκρεμείς πειθαρχικαί υποθέσεις ενώπιον των οικείων Ανακριτικών ή Πειθαρχικών Συμβουλίων των Σωμάτων, εκδικάζονται κατά τας μέχρι της ισχύος του παρόντος ισχυούσας δι’ έκαστον Σώμα διατάξεις. 2.Επιβληθείσαι και μη εκτελεσθείσαι πειθαρχικαί ποιναί κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, εκτελούνται κατά τας μέχρι της ισχύος του παρόντος δι’ έκαστον Σώμα ισχυούσας διατάξεις. 3.Εκκρεμείς, ένορκοι ή μη, διοικητικαί εξετάσεις διενεργηθείσαι βάσει των προϊσχυουσών του παρόντος διατάξεων θεωρούνται νομίμως ενεργηθείσαι, περαιούνται δε και κρίνονται αι βεβαιωθείσαι πράξεις βάσει των διατάξεων του παρόντος. Καταργούμεναι Διατάξεις Άρθρ.45.- Από της ισχύος του παρόντος καταργούνται: 1.Τα άρθρ.57, 58, 59 παρ.1 έως και 8, 217 έως και 220, 223 περίπτ. ε΄, 224 παρ. 5 και 6, 245 έως και 251 του Ν.Δ.3365/1955 «περί Κώδικος Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής» ως τροποποιηθέντα ισχύουν, τα άρθρ.42 έως και 59 του από 15-7/28-7-1956 Β.Δ/τος «περί κυρώσεως του Κανονισμού Πειθαρχίας εν τη Χωροφυλακή» ως και πάσα άλλη διάταξις αναφερομένη εις θέματα ρυθμιζόμενα υπό του παρόντος και αφορώντα εις Οπλίτας Χωροφυλακής. 2.Αι διατάξεις του άρθρ. 47 πλήν της περιπτ. 3 και των παρ. 1, 2, 4 ,5 και 6 του άρθρ. 48 του Κ.Ν.2458/1953 «περί Οργανισμού του Σώματος της Αστυνομίας Πόλεων» ως και πάσα ετέρα διάταξις αναφερομένη εις θέματα υπό του παρόντος ρυθμιζόμενα και αφορώντα εις τα κατώτερα όργανα της Αστυνομίας Πόλεων. Σελ.24,714 Τεύχος 428-Σελ.14 4.Α.ζ.1 Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 624 3.Τα άρθρ.8 παρ. 5 εδάφ. β΄, 12 και 13 παρ. 1 και 2 του Νόμ. 4661/1930 «περί διοργανώσεως Πυροσβεστικής Υπηρεσίας εν τω Κράτει», το άρθρ. 8 παρ.1 εδάφ. δ΄του Νόμ. 5273/1931 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Νόμ. 4661/1930», καθ’ ο μέρος αφορά εις θέματα ρυθμιζόμενα υπό του παρόντος, τα άρθρ. 18 παρ.5 και 20 του Νόμ. 6015/1934 «περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως των Νόμ. 4661/1930 και 5273/1931», το άρθρ. 10 παρ. 1, 2 και 3 του Νόμ. 376/1943 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Πυροσβεστικής Υπηρεσίας διατάξεων», το άρθρ. 5 παρ. 1 έως και 7 του Νόμ. 4023/1959 «περί τροποιποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων περί Πυροσβεστικής Υπηρεσίας», το άρθρ. 15 παρ. 3 του Α.Ν. 360/1968 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Πυροσβεστικής Υπηρεσίας διατάξεων». και τα άρθρ. 108 παρ.10, 110 περιπτ. δ΄και ε΄, 114, 115, 120, 122, 124, 125 παρ. 1 εδάφ. α΄, 3, 4 και 5, 126 παρ. 4, 5 και 6, 127, 130 και 133 …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.