← Ελλάδα

25. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΡΙΘ. 116 της 10/17 Μαρτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 48) Ανασύνταξη, τροποποίηση και συμπλήρωση του Κανονισμού Παροχών του Τ.Ε.Β.Ε. Έχοντας υ

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα ανασυντάσσει, τροποποιεί και συμπληρώνει τον Κανονισμό Παροχών του Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (Τ.Ε.Β.Ε.), καθορίζοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για τις συνταξιοδοτικές παροχές.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
25. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΡΙΘ. 116 της 10/17 Μαρτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 48) Ανασύνταξη, τροποποίηση και συμπλήρωση του Κανονισμού Παροχών του Τ.Ε.Β.Ε. Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 1027/80 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΤΕΒΕ νομοθεσίας και άλλων τινών διατάξεων» (ΦΕΚ 49/14.2.80 τ.Α΄). 2.Τις διατάξεις των άρθρων 23, 24 και 27 του Ν. 1558/85 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (ΦΕΚ 137/26.7.85 τ.Α΄) και του άρθρου 5 του Π.Δ/τος 437/85 «Καθορισμός και ανακατανομή των αρμοδιοτήτων των Υπουργείων» (ΦΕΚ 157/85 τ.Α΄). 3.Την αρ. 1358/2.10.87 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 535/5.10.87 τ.Β΄) «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στους Υφυπουργούς Υγείας - Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων» και το Π.Δ. 303/84 «Οργανισμός του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (ΦΕΚ 110/84 τ.Α΄). 4.Τις διατάξεις της περ. α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 113 του Π.Δ/τος 544/77 (ΦΕΚ 178/77 τ.Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ν. 728/77 (ΦΕΚ 316/77 τ.Α΄). 5.Τη γνώμη του Δ.Σ. του ΤΕΒΕ που διατυπώθηκε με τις 339/171/1985, 328/169/1985 και 175/1985 αποφάσεις του. 6.Τη γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλειας που διατυπώθηκε κατά τις 19/16.7.86, 20/23.7.86, 21/30.7.86 και 23/27.8.86 συνεδριάσεις του της ΚΔ΄ περιόδου. 7.Την 54/1988 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά από πρόταση του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αποφασίζουμε: Ο Κανονισμός Παροχών του Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (ΤΕΒΕ) ανασυντάσσεται, τροποποιείται και συμπληρώνεται ως εξής: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ ΤΟΥ Τ.Ε.Β.Ε. Άρθρο 1 Χρόνος ασφάλισης 1.Ο χρόνος ασφάλισης με βάση τον οποίο θεμελιώνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα και προσδιορίζεται το ποσό της σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, διακρίνεται σε χρόνο πραγματικό και σε χρόνο από αναγνώριση. 2.Χρόνος ασφάλισης είναι: α)Ο χρόνος υπαγωγής στην ασφάλιση του Ταμείου για την άσκηση επαγγέλματος που ασφαλίζεται σ’ αυτό υποχρεωτικά, από την εγγραφή στα μητρώα ασφαλισμένων με τη θέληση του ασφαλισμένου ή αυτεπάγγελτα με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Ταμείου και στο εξής. β)Ο χρόνος υπαγωγής στην ασφάλιση άλλων οργανισμών κύριας ασφάλισης που προσμετράται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/61, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. γ)Ο χρόνος υπηρεσίας στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και ΟΤΑ που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 1405/83, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. δ)Ο χρόνος της προαιρετικής ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος Κανονισμού. ε)Ο χρόνος της άσκησης επαγγέλματος που ασφαλίζεται στο ΤΕΒΕ υποχρεωτικά και εφόσον έχει διανυθεί στην τελευταία δεκαετία πριν από την εγγραφή στα μητρώα ασφαλισμένων του Ταμείου. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να είναι περισσότερος από 7,5 έτη και αναγνωρίζεται με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του παρόντος Κανονισμού. στ)Ο χρόνος της συνταξιοδότησης από το ΤΕΒΕ λόγω αναπηρίας και μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου που απαιτείται για τη θεμελίωση του δκαιώματος συντάξεως λόγω γήρατος εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, καθώς και για τη θεμελίωση δικαιώματος συντάξεως λόγω θανάτου. ζ)Ο χρόνος υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφάλειας, στο Λιμενικό και το Πυροσβεστικό Σώμα, που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 1358/83 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. η)Ο χρόνος φυλάκισης, αιχμαλωσίας, ομηρίας ή εγκλεισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ελλήνων πολιτών από τις Αρχές Κατοχής και ο χρόνος συμμετοχής στην Εθνική Αντίσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 του νόμου 1543/85 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. θ)Ο χρόνος από 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1949, αυτών που παρέμειναν χωρις επαγγελματική ή βιοτεχνική στέγη ή στερήθηκαν από τα μέσα άσκησης του επαγγέλματος ή της βιοτεχνίας, λόγω των συνθηκών του πολέμου, της κατοχής και της ανώμαλης κατάστασης που ακολούθησε, ή επίταξης ή βομβαρδισμού ή εμπρησμού χωρίς υπαιτιότητά τους. ι)Ο χρόνος άσκησης επαγγέλματος που ασφαλίζεται στο ΤΕΒΕ που διανύθηκε στη Δωδεκάνησο μετά την 28η Οκτωβρίου 1947 και μέχρι την 1η Ιουλίου 1968 που επεκτάθηκε σ’ αυτή η ασφάλιση του Ταμείου. ια)Ο χρόνος που έχει αναγνωρισθεί στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κάθε φορά μέχρι την ισχύ του παρόντος Κανονισμού, ο οποίος έχει εξαγορασθεί ή θα εξαγορασθεί μεταγενέστερα. ιβ)Ο χρόνος επαγγελματικής απασχόλησης στην Αίγυπτο, Τουρκία, Βόρειο Ήπειρο και Ρουμανία, σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν.Δ. 4377/64, 4378/64, 4577/66 και 4581/66 αντίστοιχα, όπως αυτες ισχύουν κάθε φορά. ιγ)Ο χρόνος επαγγελματικής απασχόλησης στην αλλοδαπή σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 1469/84, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. «3.Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περίπτ. α, β, γ, δ, θ, ι, ιβ και ιγ της προηγούμενης παραγράφου είναι χρόνος πραγματικός που λαμβάνεται υπόψη τόσο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης. Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτ. ε΄ της προηγούμενης παραγράφου είναι χρόνος πραγματικός, από τον οποίο τα 5 έτη λαμβάνονται υπόψη τόσο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης, ενώ τα υπόλοιπα 2,5 έτη μόνο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτ. στ΄ της προηγούμενης παραγράφου είναι χρόνος πραγματικός που λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περίπτ. ζ και η της προηγούμενης παραγράφου είναι είτε πραγματικός είτε χρόνος ασφάλισης από αναγνώριση που λαμβάνεται υπόψη τόσο για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης όσο και για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις των νόμων 1358/83 και 1543/85 όπως ισχύουν κάθε φορά. Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτ. ια της προηγούμενης παραγράφου ειναι χρόνος είτε πραγματικός είτε χρόνος από αναγνώριση σύμφωνα με τις διατάξεις που προέβλεπαν την αναγνώρισή του. (Αντί για τη σελ. 200,11) Σελ. 200,11(α) Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 93 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. 39.Δ.γ.25 Ειδικότερα, ο χρόνος επαγγελματικής απασχόλησης πριν από την 1η Ιαν. 1939 που έχει εξαγορασθεί μετά την 17η Ιουν. 1969 σύμφωνα με τις διατάξεις του εδάφ. α΄ της παρ. 3 του άρθρ. 2 του Β.Δ./5/28.1.55 όπως αυτές ίσχυσαν πριν από την κατάργησή τους με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 1241/72 ή που θα εξαγορασθεί μεταγενέστερα, είναι χρόνος από αναγνώριση που λαμβάνεται υπόψη μόνο για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 209/13-18 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-6-1989). Άρθρο 8 Αφάνεια Όλα τα δικαιώματα τα οποία κατά τον Κανονισμό αυτό έχουν ως προϋπόθεση το θάνατο, γεννώνται και για την αφάνεια που έχει κηρυχθεί νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Άρθρο 9 Καθορισμός του ποσού σύνταξης λόγω γήρατος και αναπηρίας 1.Το ποσό της σύνταξης λόγω γήρατος και αναπηρίας που χορηγεί το Ταμείο, αποτελείται: α)Από βασικό ποσό που είναι ίσο με το τετραπλάσιο του ποσού της μηνιαίας εισφοράς της Α ασφαλιστικής κατηγορίας του Κλάδου Συντάξεων που ισχύει κάθε φορά, ανεξάρτητα με την ασφαλιστική κατηγορία στην οποία ανήκει ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του χρόνου της ασφάλισής του. β)Από προσαυξήσεις που υπολογίζονται στο ποσό της μηνιαίας εισφοράς του Κλάδου Συντάξεων που ισχύει κάθε φορά, των αντίστοιχων ασφαλιστικών κατηγοριών στις οποίες είχε καταταγεί ο ασφαλισμένος στη διάρκεια του χρόνου της ασφάλισής του. Οι προσαυξήσεις υπολογίζονται ως εξής: αα)Για τα πρώτα 30 έτη ασφάλισης, προσαύξηση 15% για κάθε έτος. ββ)Από το 31ο έτος ασφάλισης μέχρι και το 35ο έτος, προσαύξηση 25% για κάθε έτος. γγ)Από το 36ο έτος ασφάλισης και άνω, προσαύξηση 30% για κάθε έτος. Το βασικό ποσό και οι προσαυξήσεις υπολογίζονται στα ποσά των μηνιαίων εισφορών των αντίστοιχων ασφαλιστικών κατηγοριών που ισχύουν κατά το χρόνο που υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση. (Αντί για τη σελ. 200,15) Σελ. 200,15(α) Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 97 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. 39.Δ.γ.25 2.Αν οι μήνες ασφάλισης κάποιου έτους έχουν διανυθεί σε περισσότερες από μια ασφαλιστικές κατηγορίες, η προσαύξηση του ποσού της σύνταξης που ορίζεται από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, υπολογίζεται στο ποσό της μηνιαίας εισφοράς της κάθε μιας από τις κατηγορίες αυτές κατά το λόγο αυτής προς τη χρονική διάρκειά της μέσα στο έτος. Το άθροισμα των επιμέρους ποσών που προκύπτουν από τον υπολογισμό αυτό, αποτελεί την ετήσια προσαύξηση. 3.Η μηνιαία σύνταξη που καταβάλλεται από το Ταμείο στρογγυλοποιείται σε ακέραιες δεκάδες δραχμών. Ποσά μέχρι και πέντε δραχμών παραλείπονται, ενώ ποσά ανώτερα των πέντε δραχμών στρογγυλοποιούνται στην επόμενη δεκάδα. 4.Ο χρόνος της συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας που υπολογίζεται ως χρόνος ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Κανονισμού αυτού δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. «5.Για τον καθορισμό του ποσού της σύνταξης των δικαιοδόχων προσώπων λόγω θανάτου ασφαλισμένου, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παρ. 1 έως 4 του άρθρου αυτού». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 6 Π.Δ. 209/13-18 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-6-1989). 6.Το ποσό της σύνταξης λόγω αναπηρίας που καταβάλλεται από το Ταμείο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Κανονισμού αυτού, προσαυξάνεται κατά 50%, εφόσον ο ανάπηρος βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση άλλου προσώπου (απόλυτη αναπηρία) και για όσο χρόνο κρίνεται από την υγειονομική επιτροπή ότι βρίσκεται στην κατάσταση αυτή. Άρθρο 10 Καθορισμός του ποσού της σύνταξης των μελών οικογενείας 1.Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου το ποσό της σύνταξης υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1-5 του άρθρου 9 ανάλογα με το χρόνο της ασφάλισής του και μοιράζεται μεταξύ των μελών της οικογένειάς του ως εξής: α)Στη χήρα (χήρο) το 20% του ποσού της σύνταξης του θανόντος (θανούσης). β)Σε κάθε τέκνο το 20% του ποσού της σύνταξης του θανόντος (θανούσης). Το σύνολο του ποσού της σύνταξης που δικαιούνται η χήρα και τα τέκνα, δεν μπορεί να είναι ανώτερο του πιο πάνω ποσού της σύνταξης του θανόντος. Αν το σύνολο του ποσού της σύνταξης της χήρας και των τέκνων είναι μεγαλύτερο του ποσού της σύνταξης του θανόντος, το ποσό της σύνταξης όλων των δικαιούχων μειώνεται ανάλογα. γ)Στα τέκνα, εφόσον δεν υπάρχει χήρα (χήρος) ή η χήρα (χήρος) ετέλεσε δεύτερο γάμο, ή η χήρα (χήρος) απώλεσε το δικαίωμα για οποιαδήποτε αιτία, το 60% του ποσού της σύνταξης του θανόντος για το ένα τέκνο και το 80% του ποσού της σύνταξης του θανόντος για δύο ή περισσότερα τέκνα το οποίο μοιράζεται σε ίσα μέρη μεταξύ των δικαιούχων τέκνων. δ)Σε κάθε εγγονό (εγγονή) ή προγονό (προγονή) ή στον πατέρα και στη μητέρα από 20% και στο χήρο πατέρα ή στη χήρα μητέρα το 40% του ποσού της σύνταξης του θανόντος (θανούσης). Σελ. 200,16(α) Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 98 ε)Αν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα, εγγονοί (εγγονές), προγονοί (προγονές) που να δικαιούνται σύνταξη, το ποσό της σύνταξης του κάθε γονέα ορίζεται στο 40% του ποσού της σύνταξης του θανόντος (θανούσης). στ)Οι εγγονοί (εγγονές), οι προγονοί (προγονές) και οι γονείς δικαιούνται σύνταξη εφόσον δεν υπάρχει χήρα (χήρος) ή τέκνα ή υπάρχουν, αλλά με την ικανοποίηση των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων δεν εξαντλείται το ποσό της σύνταξης του θανόντος (θανούσης). ζ)Αν ένα μέλος οικογενείας απωλέσει το δικαίωμα για συνέχιση της συνταξιοδότησής του, το ποσό της σύνταξης που ελάμβανε μοιράζεται μεταξύ των άλλων δικαιούχων, αλλά δεν είναι δυνατό ο κάθε δικαιούχος να λάβει ποσοστό σύνταξης μεγαλύτερο απ’ αυτό που δικαιούται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων α-στ. 2.Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου, το ποσό της σύνταξής του μοιράζεται στα μέλη της οικογένειάς του σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, χωρίς να υπολογίζεται στο ποσό της σύνταξης του συνταξιούχου το ποσό του επιδόματος της απόλυτης αναπηρίας που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 9 του Κανονισμού αυτού. Για τη συνταξιοδότηση των μελών της οικογενείας του ασφαλισμένου ή Συνταξιούχου βλέπε και τις διατάξεις των παρ. 11-13 άρθρ. 40 Νόμ. 1902/1990 (ΦΕΚ Α΄ 138), Τόμ. 15Β(1), σελ. 18,31. Άρθρο 11 Δώρα εορτών - Επίδομα θερινών διακοπών - Επίδομα φυματικού 1.Στους συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται για τις γιορτές των Χριστουγέννων, Νέου Έτους και Πάσχα, δώρο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του νόμου 4577/1966 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται με εξουσιοδότηση των διατάξεων αυτών. 2.Στους συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται την 1η Ιουλίου κάθε έτους επίδομα θερινών διακοπών το ποσό του οποίου είναι ίσο με το μισό του ποσού της σύνταξης που λαμβάνει ο συνταξιούχος κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Το επίδομα θερινών διακοπών χορηγείται σε όσους είναι συνταξιούχοι την 1η Ιουλίου κάθε έτους ή συνταξιοδοτούνται μετά την ημερομηνία αυτή, αλλά η έναρξη της συνταξιοδότησής τους ανάγεται μέχρι και την 1η Ιουλίου. 3.Στους φυματικούς συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται επίδομα φυματιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του νόμου 1027/80. 39.Δ.γ.25 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. Άρθρο 12 Διαδικασία απονομής των συντάξεων «1.Για την άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που θεμελιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού, πρέπει να υποβληθεί έγγραφη αίτηση στο Ταμείο μαζί με τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Για τη συνταξιοδότηση λόγω θανάτου υποβάλλεται είτε κοινή αίτηση όλων των δικαιοδόχων είτε ατομική αίτηση από τον κάθε δικαιοδόχο. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Ταμείου. Αν λείπουν αποδεικτικά στοιχεία ή δικαιολογητικά οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ταμείου υποχρεούνται μέσα σε δύο μήνες από της υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση να ειδοποιήσουν τον ενδιαφερόμενο. Εάν δεν συμπληρωθούν μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που θα παραλάβει ο ενδιαφερόμενος την έγγραφη ειδοποίηση του Ταμείου για την υποβολή τους, η αίτηση για συνταξιοδότηση απορρίπτεται. Εφόσον, μετά την απόρριψη της πρώτης αίτησης υποβληθούν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και δικαιολογητικά, η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα που θα υποβληθεί η νέα αίτηση με τα ελλείποντα αποδεικτικά στοιχεία και δικαιολογητικά. 2.Η υπηρεσία του Ταμείου που παραλαμβάνει την αίτηση με τα δικαιολογητικά εξετάζει πρώτα αν είναι πλήρη και αν είναι ελλιπή ζητάει από τον ενδιαφερόμενο να τα συμπληρώσει. Η διαδικασία ελέγχου από το αρμόδιο Τμήμα ή Γραφείο πρέπει να έχει τελειώσει μέσα σε προθεσμία ενός μηνός που αρχίζει από την ημέρα παραλαβής της αίτησης, μετά τη λήξη της οποίας υποχρεούται να διαβιβάσει την αίτηση στην αρμόδια Διεύθυνση του ΤΕΒΕ αφού επισυνάψει και τα σχετικά στοιχεία που υπάρχουν στο αρχείο του για την ασφαλιστική σχέση του ενδιαφερόμενου, τη διάρκειά της (ατομικό φάκελλο, Π.Ε.Ε., κεφαλαιοποιήσεις εισφορών, αποφάσεις διαγραφής, επανεγγραφής κ.λπ.), καθώς και σχετική έκθεσή του για τη διακοπή της άσκησης του επαγγέλματος, την ημερομηνία διακοπής και οποιοδήποτε άλλο σχετικά στοιχείο. Αν η αίτηση για συνταξιοδότηση, κατατεθεί σε Περιφερειακή Διεύθυνση του ΤΕΒΕ, η Διεύθυνση αυτή μετά τον έλεγχο της πληρότητας των δικαιολογητικών, ζητά τα πιο πάνω στοιχεία από τα περιφερειακά Τμήματα, ή Γραφεία του ΤΕΒΕ. Η διαδικασία ελέγχου από την Περιφερειακή Διεύθυνση του ΤΕΒΕ και η αποστολή των απαραίτητων στοιχείων από τα αρμόδια Τμήματα ή Γραφεία του ΤΕΒΕ πρέπει να έχει τελειώσει μέσα σε προθεσμία ενός μηνός που αρχίζει από την ημέρα υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση». Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 7 Π.Δ. 209/13-18 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-61989). 3.Αρμόδια υπηρεσία για να αποφασίσει σε θέματα του Κανονισμού αυτού είναι η Περιφερειακή Διεύθυνση του ΤΕΒΕ, στην περιφέρεια της οποίας άσκησε το επάγγελμά του ο ασφαλισμένος ή κατοικούσε ο συνταξιούχος πριν από το θάνατό του. 4.Όταν τελειώσει η διαδικασία που ορίζεται από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, η αρμόδια διεύθυνση του ΤΕΒΕ εκδίδει την απόφαση για την απονομή της σύνταξης. Η απόφαση πρέπει να εκδοθεί το αργότερο μέσα σε προθεσμία τριών μηνών που αρχίζει από την ημέρα που θα παραληφθεί η αίτηση για συνταξιοδότηση μαζί με πλήρη δικαιολογητικά από την αρμόδια υπηρεσία για έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης. Η απόφαση αυτή πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη, ειδικότερα όταν δεν γίνεται δεκτή η αίτηση του δικαιούχου ολικά ή μερικά. Σε περίπτωση καθυστέρησης έκδοσης της συνταξιοδοτικής απόφασης πέραν των προβλεπομένων προθεσμιών το Δ.Σ. του Ταμείου εξετάζοντας τους λόγους καθυστέρησης επιβάλλει πειθαρχικές ποινές. Αντίγραφο της απόφασης συνταξιοδότησης κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την έκδοσή της. Στο σώμα του κοινοποιουμένου αντιγράφου της απόφασης συνταξιοδότησης, γίνεται ρητή μνεία ότι ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα κατά της απόφασης, ποια είναι αυτά και η προθεσμία μέσα στην οποία δικαιούται να τα ασκήσει. 5.Αν ο ασφαλισμένος που υποβάλει αίτηση για συνταξιοδότηση είναι ταυτόχρονα ασφαλισμένος και στο Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων για το ίδιο επάγγελμα που έχει ασφαλισθεί στο ΤΕΒΕ, για το οποίο έχει εγερθεί αμφισβήτηση για τον αρμόδιο ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο πρέπει να υπαχθεί πριν από την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση, αναβάλλεται η λήψη της απόφασης για την απονομή της σύνταξης μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινων. Ασφαλίσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του νόμου 1027/1980. 6.Γενικά, για τις διαδικασίες απονομής των παροχών και τον καθορισμό συνοπτικής διαδικασίας για την προσωρινή απονομή των συντάξεων ή μέρους αυτών, εφαρμόζονται οι διατάξεις των Προεδρικών Διαταγμάτων 258/1983 και 392/1985 που εκδόθηκαν σε εκτέλεση των διατάξεων του δωδέκατου άρθρου του νόμου 1305/1982 και όπως οι διατάξεις των Διαταγμάτων αυτών θα ισχύουν κάθε φορά. (Μετά τη σελ. 200,16(α) Σελ. 200,161 Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 99 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. 39.Δ.γ.25 Άρθρο 13 Δικαιολογητικά συνταξιοδότησης 1.Για τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων και των μελών της οικογένειάς τους πρέπει μαζί με την αίτηση να υποβληθούν και τα εξής δικαιολογητικά: α)Τα ασφαλιστικά βιβλιάρια. β)Αντίγραφο της πράξης αποδοχής της παραίτησης που πρέπει να έχει κυρωθεί, προκειμένου για τους μεσίτες αστικών συμβάσεων. γ)Ληξιαρχική πράξη γάμου και αν δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξη γάμου πιστοποιητικό της αρμόδιας Μητρόπολης ή του αρμόδιου Αρχιερατικού Επιτρόπου ή του αρμόδιου Δήμου ή Κοινότητας όταν πρόκειται για τέλεση πολιτικού γάμου, προκειμένου να αποδειχθεί η τέλεση γάμου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που απεβίωσε. Για τις περιπτώσεις γάμων που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή ή γάμων μεταξύ ετεροδόξων ή αλλοθρήσκων, υποβάλλεται πιστοποιητικό ή βεβαίωση των αρμόδιων θρησκευτικών ή εκκλησιαστικών αρχών ή της Ελληνικής Προξενικής Αρχής ή των αρμόδιων πολιτικών αρχών προκειμένου να αποδειχθεί η τέλεση πολιτικού γάμου και αν δεν υπάρχει κανένα από τα στοιχεία αυτά υποβάλλεται ένορκη βεβαίωση. Αν έχει καταστραφεί το αρχείο του αρμόδιου ληξιαρχείου ή της Μητρόπολης ή άλλης αρμόδιας αρχής, γεγονός που αποδεικνύεται με βεβαίωση των ίδιων αυτών αρχών για την καταστροφή του, υποβάλλεται ένορκη βεβαίωση. Αν δεν έχουν καταστραφεί τα αρχεία και δεν υπάρχουν σ’ αυτά στοιχεία για την τέλεση του γάμου, υποβάλλεται αντίγραφο απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου από την οποία θα προκύπτει ότι έγινε η τέλεση του γάμου. δ)Πιστοποιητικό του αρμόδιου Γραμματέα Πρωτοδικών ότι δεν λύθηκε ο γάμος, προκειμένου για τη συνταξιοδότηση μελών οικογενείας θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου. ε)Διαζευκτήριο της αρμόδιας Μητρόπολης ή ληξιαρχική πράξη λύσεως του γάμου ή πιστοποιητικό Δήμου ή Κοινότητας για τη λύση του γάμου στα οποία θα αναφέρεται ο αριθμός της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ότι λύθηκε ο γάμος, προκειμένου για τη συνταξιοδότηση διαζευγμένων θυγατέρων θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου. στ)Ληξιαρχική πράξη γέννησης, προκειμένου για τη συνταξιοδότηση τέκνων θανόντος ασφαλισμένου η συνταξιούχου. ζ)Ληξιαρχική πράξη θανάτου ή δικαστική απόφαση όταν πρόκειται για αφάνεια, προκειμένου για τη συνταξιοδότηση μελών οικογενείας θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου. Σελ. 200,162 Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 100 «η)Υπεύθυνη δήλωση των τέκνων ότι είναι άγαμα και εφόσον είναι ανήλικα όμοια δήλωση της χήρας ή του χήρου, προκειμένου για τη συνταξιοδότηση των τέκνων θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου». Η περίπτ. η΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 8 Π.Δ. 209/13-18 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-61989). θ)Πιστοποιητικό του αρμόδιου Τμήματος Κοινωνικής Πρόνοιας για την οικονομική αδυναμία του ενδιαφερομένου, προκειμένου να αποτελέσει προϋπόθεση συνταξιοδότησης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. 39.Δ.γ.25 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. Άρθρο 2 Απόδειξη του χρόνου άσκησης ασφαλιστέου επαγγέλματος 1.Ο χρόνος της άσκησης ασφαλιστέου επαγγέλματος που ορίζεται από τις διατάξεις της περ. α΄ της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου, αποδεικνύεται ότι διανύθηκε στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ εφόσον καταβλήθηκαν εμπρόθεσμα οι ασφαλιστικές εισφορές της οικείας ασφαλιστικής κατηγορίας, είτε με την επικόλληση ενσήμων στο ασφαλιστικό βιβλιάριο, είτε με την καταβολή των εισφορών στο ΤΕΒΕ, είτε με την κατάθεση αυτών υπέρ του ΤΕΒΕ σε αναγνωρισμένη Τράπεζα ύστερα από έγγραφη πρόσκληση αυτού. 2.Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου εμπρόθεσμη θεωρείται η καταβολή των εισφορών εφόσον έγινε μέχρι το τέλος του ημερολογιακού έτους του επομένου εκείνου στο οποίο ανάγονται ή έχει περάσει πενταετία από την καταβολή τους και κατά την διάρκεια της πενταετίας δεν διατυπώθηκε έγγραφη αντίρρηση του Ταμείου. 3.Αν δεν καταβλήθηκαν καθόλου οι ασφαλιστικές εισφορές ή οποιεσδήποτε άλλες εισφορές (εγγραφής κ.λπ.) ή δεν καταβλήθηκαν οι εισφορές της οικείας ασφαλιστικής κατηγορίας, τότε καταβάλλονται με το ασφάλιστρο της οικείας ασφαλιστικής κατηγορίας που ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής τους. Αν δεν καταβλήθηκαν τα νόμιμα πρόσθετα τέλη, τότε αυτά υπολογίζονται στο ασφάλιστρο της οικείας ασφαλιστικής κατηγορίας που ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής τους. Αν οι εισφορές δεν καταβλήθηκαν στην ασφαλιστική κατηγορία που έπρεπε και έχει περάσει πενταετία από την καταβολή τους ή έχει επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος θεωρείται ότι καταβλήθηκαν στην οικεία ασφαλιστική κατηγορία στην οποία καταβλήθηκαν. 4.Εφόσον οι ασφαλιστικές εισφορές δεν καταβληθούν σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων, ο χρόνος της άσκησης του ασφαλιστέου επαγγέλματος μπορεί να αναγνωρισθεί ως χρόνος ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρ.14 Ηλικία 1.Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους αποδεικνύεται με το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα η ηλικία αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη γεννήσεως η οποία έχει συνταχθεί ή διορθωθεί μέσα σε 90 μέρες από τη γέννηση ή με την εγγραφή στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν. 2.Στην περίπτωση που υπάρχουν δύο ή περισσότερες εγγραφές στα ίδια ή διαφορετικά Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με διαφορετικό έτος γεννήσεως λαμβάνεται υπόψη η παλαιότερη εγγραφή. Αν έχει γίνει διόρθωση ή μεταβολή του έτους γεννήσεως που αναγράφεται στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με οποιοδήποτε τρόπο, ως έτος γεννήσεως σε όλες τις περιπτώσεις θεωρείται αυτό που γράφτηκε πριν από τη διόρθωση ή τη μεταβολή. 3.Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα στοιχεία που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, η ηλικία βεβαιώνεται με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής του ΙΚΑ μετά από την αίτηση του αρμοδίου οργάνου του ΤΕΒΕ ή του ασφαλισμένου. Με απόφαση της ίδιας Επιτροπής βεβαιώνεται η ηλικία και στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος αμφισβητήσει την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεώς του στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια, εφόσον η αμφισβήτηση αυτή στηρίζεται αποκλειστικά σε έγγραφα στοιχεία τα οποία έχουν συνταχθεί πριν από την υπαγωγή του στην ασφάλιση. 4.Η ηλικία των, κατά τον χρόνο της αιτήσεώς τους για χορήγηση ασφαλιστικής παροχής, αλλοδαπών ή ακαθόριστης υπηκοότητας ασφαλισμένων και των μελών της οικογένειάς τους αποδεικνύεται με το νόμιμα θεωρημένο διαβατήριό τους ή με την ταυτότητα με την οποία τους έχει εφοδιάσει η αρμόδια αστυνομική αρχή. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία η ηλικία αποδεικνύεται με έγγραφο στοιχείο που προβλέπεται από τη νομοθεσία του Κράτους που γεννήθηκε ο δικαιοδόχος της παροχής, εφόσον είναι θεωρημένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα πιο πάνω πρόσωπα. 5.Ως ημερομηνία γεννήσεως των ασφαλισμένων και των μελών της οικογένειάς τους θεωρείται η ημερομηνία που προκύπτει από τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 3 και 4. Στην περίπτωση που η ηλικία βεβαιώνεται με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής, καθώς και στην περίπτωση που από τα στοιχεία που υποβάλλονται δεν προκύπτει ακριβής ημερομηνία γεννήσεως, ως ημερομηνία γεννήσεως θεωρείται οπωσδήποτε η 1η Ιουλίου του έτους γεννήσεως. Άρθρο 15 Τρόπος και χρόνος καταβολής των συντάξεων 1.Οι συντάξεις του ΤΕΒΕ καταβάλλονται στον δικαιούχο την πρώτη κάθε μήνα με επιταγή που στέλνεται στη διεύθυνση της κατοικίας του. Την εξόφληση της επιταγής υπογράφει ο δικαιούχος. Με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου μπορεί να καθορισθεί διάφορος τρόπος πληρωμής των συντάξεων. Με απόφαση επίσης του Δ.Σ. μπορεί να ορισθεί ότι στρογγυλεύονται τα ποσά της σύνταξης κάθε μήνα σε δεκάδες δραχμές. 2.Για την καταβολή των μηνιαίων συντάξεων σε πληρεξούσιο του δικαιούχου, απαιτείται η υποβολή συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου. Ο πληρεξούσιος υπογράφει την επιταγή αντί του δικαιούχου. Με απλή εξουσιοδότηση μπορεί να γίνει η είσπραξη αναδρομικών συντάξεων από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του συνταξιούχου, μέχρι ενός ανωτάτου ορίου ποσού που καθορίζεται κάθε φορά με γενική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Στις εξουσιοδοτήσεις αυτές πρέπει να αναφέρεται ρητά η αξιούμενη απαίτηση, το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και η διεύθυνση της κατοικίας του. Η γνησιότητα της υπογραφής της εξουσιοδότησης βεβαιούται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 1599/86 (ΦΕΚ 75/11.6.1986 τ.Α΄) όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. 3.Συντάξεις που οφείλονται σε αποβιώσαντα δικαιούχο, καταβάλλονται από το ΤΕΒΕ κατά σειρά στη (ή στο) σύζυγο, σε οποιοδήποτε από τα παιδιά ή τους γονείς του χωρίς ευθύνη του Ταμείου προς τυχόν άλλους δικαιούχους, οι οποίοι, μπορούν να στραφούν μόνο εναντίον εκείνου (ή εκείνων) που τις έχει εισπράξει. Άρθρο 16 Έναρξη του συνταξιοδοτικού δικαιώματος 1.Το δικαίωμα στη σύνταξη αρχίζει: α)Για τη σύνταξη λόγω γήρατος, από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου που υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση. «β)Για τη σύνταξη λόγω αναπηρίας, από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου που υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση. Αν ο ασφαλισμένος διακόψει την άσκηση του επαγγέλματός του μετά την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας το δικαίωμα στη σύνταξη αρχίζει από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου που διακόπηκε η άσκηση του επαγγέλματος». Η περίπτ β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 9 Π.Δ. 209/13-18 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-6-1989). γ)Για τη σύνταξη λόγω θανάτου, από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου που επήλθε ο θάνατος. Η σύνταξη λόγω θανάτου μπορεί να καταβληθεί αναδρομικά, όχι όμως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα έτος πριν από το τέλος του μήνα που υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση. δ)Για τη σύνταξη των μελών οικογενείας, σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος ή ο συνταξιούχος κηρυχθεί σε αφάνεια με δικαστική απόφαση, από την πρώτη του μήνα που ακολουθεί την τελευταία στιγμή του κινδύνου του αφάντου ή την τελευταία είδηση για τον άφαντο. 2.Με την επιφύλαξη των διατάξεων, του άρθρου 6 του Π.Δ. 258/1983, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται αν ο ασφαλισμένος δεν έχει εξοφλήσει το ποσό των οφειλών του προς το Ταμείο. Άρθρο 17 Λήξη του συνταξιοδοτικού δικαιώματος Το δικαίωμα στη σύνταξη λήγει: α)Για τη σύνταξη λόγω γήρατος, με το θάνατο του συνταξιούχου. β)Για τη σύνταξη λόγω αναπηρίας εφόσον πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Κανονισμού αυτού. γ)Για τη σύνταξη της χήρας (χήρου) με την τέλεση νέου γάμου ή με το θάνατό της (του). δ)Για τη σύνταξη τέκνων, εγγονών και προγονών, εφόσον πάψουν να υπάρχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. ε)Για τη σύνταξη γονέων με το θάνατό τους. (Αντί για τη σελ. 200,17) Σελ. 200,17(α) Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 101 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. 39.Δ.γ.25 Άρθρο 18 Συρροή συντάξεων 1.Δεν είναι δυνατή η χορήγηση από το ΤΕΒΕ περισσοτέρων από μία συντάξεων στο ίδιο πρόσωπο, είτε διότι το πρόσωπο αυτό ασκεί περισσότερα από ένα επαγγέλματα που υπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου, είτε διότι είναι δικαιοδοχος θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου. 2.Αν συντρέχει περίπτωση απονομής από το ΤΕΒΕ περισσοτέρων από μία συντάξεων στο ίδιο πρόσωπο από οποιαδήποτε αιτία, χορηγείται η μεγαλύτερη από τις συντάξεις αυτές προσηυξημένη κατά 25%. 3.Αν ένα πρόσωπο δικαιούται δύο ή περισσότερες συντάξεις από το ΤΕΒΕ οπότε, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, του απονέμεται η μεγαλύτερη από αυτές προσηυξημένη κατά 25% τα υπόλοιπα μέλη οικογενείας που μαζί με το πρόσωπο αυτό δικαιούνται σύνταξη λόγω θανάτου του ίδιου προστάτη τους ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, θα λάβουν τη σύνταξη που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, το ποσό της οποίας υπολογίζεται στο ποσό της σύνταξης που ελάμβανε ο συνταξιούχος ή θα δικαιούταν ο ασφαλισμένος προστάτης τους. Άρθρο 19 Στέρηση από το δικαίωμα της σύνταξης 1.Ο ασφαλισμένος ή συνταξιούχος στερείται από το δικαίωμα της σύνταξης αν αποδειχθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ότι έγινε ανάπηρος εκ προθέσεως η συνεπεία κακουργήματος ή πλημμελήματος που διέπραξε ο ίδιος. 2.Στερούνται του δικαιώματος της σύνταξης, οι δικαιούχοι, εφόσον με απατηλά μέσα ή ψευδή δικαιολογητικά που αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επεδίωξαν να θεμελιώσουν ή θεμελίωσαν δικαίωμα για σύνταξη. Οι αποφάσεις με τις οποίες χορηγήθηκαν συντάξεις με απατηλά μέσα ή ψευδή δικαιολογητικά, ανακαλούνται και τα καταβληθέντα ποσά συντάξεων αναζητούνται και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπουν την είσπραξη καθυστερουμένων εισφορών. Άρθρο 20 Αναστολή καταβολής της σύνταξης 1.Η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται: α)Αν ο συνταξιούχος λόγω γήρατος, αναλάβει την άσκηση επαγγέλματος που υπάγεται στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ ή του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων. Στην περίπτωση αυτή διακόπτεται η καταβολή της σύνταξης από την ημέρα που ο συνταξιούχος θα αναλάβει την άσκηση του επαγγέλματος. Σελ. 200,18(α) Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 102 β)Αν ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας, αναλάβει την άσκηση επαγγέλματος που υπάγεται στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ ή άλλου ασφαλιστικού οργανισμού κύριας ασφάλισης που ασφαλίζει αυτοτελώς απασχολούμενα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή διακόπτεται η καταβολή της σύνταξης από το τέλος του μήνα του προηγούμενου εκείνου που ο συνταξιούχος ανάλαβε την άσκηση επαγγέλματος. γ)Αν ο συνταξιούχος αρνηθεί να εξετασθεί από την Υγειονομική Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 7 διακόπτεται η καταβολή της σύνταξης από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου κατά τον οποίο ορίσθηκε η εξέτασή του από την Υγειονομική Επιτροπή. δ)Αν ο συνταξιούχος εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη από ένα έτος, εφόσον το αδίκημα για το οποίο καταδικάσθηκε έχει σχέση με τη συμπεριφορά του έναντι του Ταμείου. Στην περίπτωση αυτή η σύνταξη μεταβιβάζεται στους δικαιούχους, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. 2.Όταν ο συνταξιούχος λόγω γήρατος ή αναπηρίας που ανάλαβε την άσκηση επαγγέλματος, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου διακόψει την άσκηση αυτού, η διακοπείσα σύνταξη χορηγείται πάλι, από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου που θα υποβάλει τη σχετική αίτηση. 3.Ο χρόνος που πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ από συνταξιούχο λόγω γήρατος κατά τη διάρκεια της αναστολής καταβολής της σύνταξής του και εφόσον είναι μεγαλύτερος από ένα έτος συνεχώς ή με διακοπές, προσμετράται στο χρόνο ασφάλισης βάσει του οποίου συνταξιοδοτήθηκε ο συνταξιούχος και καθορίζεται από την αρχή το ποσό της σύνταξης με βάση το συνολικό χρονο ασφάλισης. 4.Το δικαίωμα για τη λήψη της σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας ηρεμεί για όσο χρονικό διάστημα η επιχείρηση του προσώπου που δικαιούται τη σύνταξη έχει μεταβιβασθεί σε τέκνο αυτού που έχει ηλικία κάτω των 18 ετών. 39.Δ.γ.25 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. Άρθρο 21 Παραγραφή 1.Το δικαίωμα στη σύνταξη είναι απαράγραπτο. 2.Απαιτητές δόσεις σύνταξης που δεν έχουν εισπραχθεί μέσα σε ένα έτος από την ημέρα από την οποία έγιναν απαιτητές, παραγράφονται. 3.Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, για αναστολή και διακοπή βραχυπροθέσμων παραγραφών, εφαρμόζονται ανάλογα και στις αξιώσεις για παροχές που προβλέπονται από τον Κανονισμό αυτό. Άρθρο 22 Εκχώρηση - Κατάσχεση συντάξεων 1.Οι συντάξεις που χορηγεί το Ταμείο δεν εκχωρούνται, ούτε κατάσχονται. 2Εξαιρετικά επιτρέπεται η κατάσχεση μέχρι 1/4 του ποσού της σύνταξης λόγω διατροφής συζύγου, κατιόντων ή ανιόντων, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. 3.Συμψηφισμός με τις συντάξεις που χορηγούνται από το Ταμείο, επιτρέπεται μόνο για απόσβεση οφειλών του συνταξιούχου γήρατος ή αναπηρίας από εισφορές, πρόσθετα τέλη, τόκους, εισφορές από αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας ή από παροχές που τις έχει λάβει αχρεωστήτως. Ο συμψηφισμός ενεργείται σε ίσα μέρη και στη σύνταξη των μελών οικογένειας για απόσβεση είτε τυχόν δικής τους οφειλής είτε οφειλής του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε. Κάθε μέλος της οικογένειας που δικαιούται σύνταξη από το Ταμείο, λόγω θανάτου του ασφαλισμένου η συνταξιούχου προστάτη του, ευθύνεται για την επιστροφή ολόκληρου του ποσού των μηνιαίων συντάξεων που έχουν εισπραχθεί αχρεωστήτως από το θανόντα προστάτη του. Ο συμψηφισμός απαιτήσεων του Ταμείου με τη σύνταξη ενεργείται σε δόσεις, που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο και οι οποίες δεν είναι δυνατό να υπερβούν το 1/4 της σύνταξης. Άρθρο 23 Οι αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του Ταμείου που αφορούν θέματα που περιλαμβάνονται στον Κανονισμό αυτό, προσβάλλονται με την άσκηση ένστασης ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής ΤΕΒΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56, 57, 58 και 59 παρ. 1 του Π.Δ. 948/1977. άρθρου 3 του Κανονισμού αυτού. 5.(Καταργήθηκε από το άρθρ. 2 Π.Δ. 209/13-18 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-61989). Άρθρο 24 Μεταβατικές διατάξεις 1.Αιτήσεις που έχουν υποβληθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του Κανονισμού αυτού, για τη συνέχιση της ασφάλισης προαιρετικά και δεν έχουν κριθεί με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Ταμείου, κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κανονισμού αυτού. Ασφαλισμένοι που είχαν υποβάλει αίτηση και είχε απορριφθεί διότι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ή δεν είχαν υποβάλει αίτηση μπορούν να ζητήσουν την προαιρετική ασφάλισή τους από το Ταμείο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. 2.Όσοι είναι προαιρετικά ασφαλισμένοι διέπονται στο εξής από τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κανονισμού αυτού. 3.Όσοι έχουν ασφαλισθεί προαιρετικά και έχασαν το δικαίωμα να συνεχίσουν την ασφάλιση προαιρετικά ή συμπλήρωσαν το ανώτατο όριο του χρόνου της προαιρετικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις προϊσχύσασες διατάξεις, μπορούν να ζητήσουν τη συνέχιση της προαιρετικής ασφάλισης, εφόσον υποβάλουν σχετική αίτηση μέσα σε προθεσμία δύο ετών που αρχίζει από την ισχύ των διατάξεων του Κανονισμού αυτού. Οι ασφαλισμένοι αυτοί θα διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κανονισμού αυτού. 4.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου που έχουν διακόψει την απασχόλησή τους πριν από την ισχύ των διατάξεων του Κανονισμού αυτού, οι οποίοι είχαν υποβάλει αίτηση για συνταξιοδότηση και είχε απορριφθεί διότι δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ή δεν είχαν υποβάλει αίτηση, μπορούν να ζητήσουν με αίτησή τους τη συνταξιοδότησή τους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του Κανονισμού αυτού. Τα οικονομικά αποτελέσματα από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, αρχίζουν από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου που θα υποβληθεί η σχετική αίτηση στο Ταμείο. 5.Αιτήσεις για συνταξιοδότηση που έχουν υποβληθεί πριν από την ισχύ των διατάξεων του Κανονισμού αυτού, κρίνονται, για την έναρξη του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο που υποβλήθηκαν. «6.Αιτήσεις που έχουν υποβληθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού για την συνταξιοδότηση και δεν έχουν κριθεί με απόφαση του αρμόδιου Οργάνου του Ταμείου, κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εφόσον με αυτές μετεβλήθησαν προς το ευνοϊκώτερο οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, διαφορετικά κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης». Η παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 10 Π.Δ. 209/13-18 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-6-1989). Άρθρο 25 Με απόφασή του το Δ.Σ. του ΤΕΒΕ, δύναται να οργανώνει και λειτουργεί κατασκηνώσεις κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Σ’ αυτές στέλνονται παιδιά, κατά πρώτον ασφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου και κατά δεύτερον εργαζομένων με οποιαδήποτε σχέση στο ΤΕΒΕ ηλικίας από 5 έως 14 χρόνων. Με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου και έγκριση του Υπουργού, Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ρυθμίζονται θέματα διοργάνωσης και λειτουργίας των κατασκηνώσεων, αγοράς χώρου και εγκαταστάσεων αυτών καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια. Στις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή η λειτουργία κατασκηνώσεων του ΤΕΒΕ, δύναται το Δ.Σ. μετά από έγκριση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να διαθέτει τα απαραίτητα χρηματικά ποσά για ενοικίαση ή αποστολή παιδιών σε κατασκηνώσεις του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμών κοινωφελή χαρακτήρα ή ιδιωτών, εφόσον τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται για την ενέργεια αυτή. Σε περίπτωση οργάνωσης κατασκηνώσεων με άλλα Ν.Π.Δ.Δ. εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Ν. 1554/85 όπως ισχύουν κάθε φορά. Το Δ.Σ. προκειμένου να φιλοξενήσει παιδιά ασφαλισμένων άλλων Οργανισμών, εφόσον υπάρχουν κενές θέσεις, καθορίζει τη σχετική δαπάνη που καταβάλλουν οι Οργανισμοί αυτοί. Με απόφασή του το Δ.Σ. μπορεί να φιλοξενήσει δωρεάν μέχρι 20 παιδιά (Κύπριοι, ομογενείς κ.λπ.) που δεν πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις και να τους προσφέρει αναμνηστικά δώρα. Άρθρο 26 Ο παρών Κανονισμός ισχύει από την πρώτη του μεθεπόμενου από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μήνα. (Αντί για τη σελ. 200,19) Σελ. 200,19(α) Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 103 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. 39.Δ.γ.25 Άρθρο 3 Αναγνώριση και απόδειξη του χρόνου ασφάλισης 1.Για την αναγνώριση του χρόνου ασφάλισης ο ασφαλισμένος πρέπει να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία του Ταμείου μαζί με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. «2.Για την αναγνώριση του χρόνου άσκησης του επαγγέλματος από τη εγγραφή στα μητρώα ασφαλισμένων του Ταμείου και στο εξής που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτ. α΄ της παρ. 2 του α΄ρθρ. 1 που αναγνωρίζεται Σελ. 200,12(α) Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 94 σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 2, καθώς και του χρόνου άσκησης του επαγγέλματος πριν από την εγγραφή στα μητρώα ασφαλισμένων του Ταμείου που ορίζεται από τις διατάξεις των περίπτ. ε΄ και ι΄ της παρ 2 του άρθρ. 1 του Κανονισμού αυτού, απαιτούνται τα εξής δικαιολογητικά. Το πιο πάνω εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 3 Π.Δ. 209/13-18 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-6-1989). α)Υπεύθυνη Δήλωση, στην οποία θα αναφέρονται πλήρη στοιχεία για το χρόνο του οποίου ζητείται αναγνώριση, το επάγγελμα που ασκήθηκε και για την ακριβή διεύθυνση της επαγγελματικής εγκατάστασης. β)Πιστοποιητικό της αρμόδιας Οικονομικής Εφορίας στο οποίο θα αναφέρονται τα έτη για τα οποία ο ασφαλισμένος υπέβαλε εμπρόθεσμα δήλωση φόρου εισοδήματος ή και εκπρόθεσμα εφόσον η δήλωση φόρου εισοδήματος υποβλήθηκε δύο τουλάχιστον έτη πριν από την υποβολή αίτησης για συνταξιοδότηση ή σημειώματα υπολογισμού και εκκαθάρισης του φόρου εισοδήματος ή αποδείξεις καταβολής φόρου εισοδήματος για το επάγγελμα του οποίου ο χρόνος άσκησης ζητείται να αναγνωρισθεί ή άλλα πρόσφορα στοιχεία της φορολογικής αρχής ή απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου ή άλλη Δικαστική απόφαση από την οποία θα προκύπτει ότι ασκήθηκε το επάγγελμα του οποίου ο χρόνος άσκησης ζητείται να αναγνωρισθεί ή επίσημα στοιχεία φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από τα οποία θα προκύπτει ότι ο ασφαλισμένος είχε την ιδιότητα του εργοδότη στο επάγγελμα του οποίου ο χρόνος άσκησης ζητείται να αναγνωρισθεί καθώς και τα χρονικά διαστήματα για τα οποία είχε υποχρέωση καταβολής εργοδοτικών εισφορών ή απαλλασσόταν νόμιμα από την υποχρέωση καταβολής τους ή δημόσια έγγραφα που να έχουν εκδοθεί από δημόσιες, δημοτικές ή κοινοτικές αρχές ή από το αρμόδιο επαγγελματικό ή βιοτεχνικό επιμελητήριο ή το επαγγελματοβιοτεχνικό τμήμα εμπορικού επιμελητηρίου ή άλλα ΝΠΔΔ ή Τράπεζες, λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου. γ)Αν δεν υπάρχει κανένα από τα δικαιολογητικά της προηγούμενης περίπτωσης β΄, απαιτείται η υποβολή βεβαίωσης επιμελητηρίου ή της οικείας επαγγελματικής ένωσης ή οργάνωσης, που θα εκδίδεται ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου. Στη βεβαίωση θα αναφέρονται η ημερομηνία της εγγραφής του ασφαλισμένου στα μητρώα των μελών τους, η χρονική διάρκεια της άσκησης του επαγγέλματος καθώς και οι τυχόν μεταβολές αυτού. Από τα αναφερόμενα στη βεβαίωση λαμβάνονται υπόψη από το Ταμείο μόνο τα στοιχεία που αναφέρονται στο χρόνο άσκησης του επαγγέλματος από την εγγραφή του ασφαλισμένου στα μητρώα των μελών τους και στο εξής. δ)Για την αναγνώριση χρόνου άσκησης επαγγέλματος με την ιδιότητα μέλους ομόρρυθμης ή ετερρόρυθμης εταιρείας, απαιτείται η υποβολή αντιγράφου του καταστατικού της εταιρείας που να έχει κατατεθεί στο οικείο Πρωτοδικείο. Για την αναγνώριση χρόνου άσκησης επαγγέλματος με την ιδιότητα μέλους εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) ή μέλους Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, απαιτείται η υποβολή φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) στο οποίο θα είναι καταχωρημένο το καταστατικό της εταιρείας, καθώς και απόσπασμα πρακτικών της γενικής συνέλευσης της εταιρείας. Από τα πιο πάνω δικαιολογητικά πρέπει να προκύπτει ότι ο ασφαλισμένος άσκησε ασφαλιστέο επάγγελμα, καθώς και η χρονική διάρκεια της άσκησής του. Αν τα πιο πάνω δικαιολογητικά δεν ειναι πλήρη, το Ταμείο μπορεί να ζητήσει και άλλα δικαιολογητικά σχετικά με τη λειτουργία της εταιρείας. 39.Δ.γ.25 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. «ε)Αν δεν υπάρχει κανένα από τα δικαιολογητικά των προηγουμένων περιπτώσεων β-δ, απαιτείται η υποβολή πιστοποιητικού του προϊσταμένου του αρμοδίου τμήματος ή γραφείου του ΤΕΒΕ στην τοπική δικαιοδοσία της οποίας άσκησε ο ασφαλισμένος το επάγγελμα». Το πιο πάνω εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 3 Π.Δ. 209/13-18 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-6-1989). Το πιστοποιητικό εκδίδεται εντός διμήνου από την υποβολή της αίτησης για αναγνώριση, με βάση: αα)Τα στοιχεία που υπάρχουν στα αρχεία του ΤΕΒΕ, δηλαδή προσκλήσεις καταβολών εισφορών, πράξεις επιβολής εισφορών, μηνυτήρια έγγραφα, πράξεις ρυθμίσεων εξόφλησης καθυστερουμένων εισφορών, αποφάσεις κατάταξης σε κλάσεις, εγγραφής σε βιβλία των αιτήσεων ή δηλώσεων ή ενστάσεων του ασφαλισμένου, δικαιολογητικά για έκδοση βιβλιαρίων ασθενείας και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. ββ)Τα στοιχεία που υποβάλλει ο ασφαλισμένος εκτός απ’ αυτά που αναφέρονται στις περιπτώσεις β-δ της παραγράφου αυτής, δηλαδή η άδεια άσκησης του επαγγέλματος, μισθωτήρια, εκθέσεις αστυϊατρικής εξέτασης, βιβλία και στοιχεία που τηρούνται σύμφωνα με τις φορολογικές διατάξεις, καθώς και οι βεβαιώσεις που προβλέπονται από την περίπτωση γ της παραγράφου αυτής, για το χρόνο άσκησης επαγγέλματος πριν από την εγγραφή στο μητρώο του επιμελητηρίου ή της επαγγελματικής οργάνωσης. γγ)Έκθεση έρευνας από αρμόδιο όργανο του Τ.Ε.Β.Ε. δδ)Κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο το οποίο κρίνει πρόσφορο το Δ.Σ. του ΤΕΒΕ. 3.Τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την αναγνώριση του χρόνου που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης θ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Κανονισμού αυτού, ορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου. 4.Τα δικαιολογητικά υποβάλλονται μαζί με την αίτηση στο αρμόδιο τμήμα ή γραφείο του ΤΕΒΕ του τόπου κατοικίας το οποίο τα διαβιβάζει στην Υπηρεσία που είναι αρμόδια να αποφασίσει. Η Υπηρεσία υποχρεούται να εκδώσει την απόφαση για την αναγνώριση του χρόνου μέσα σε προθεσμία τριών μηνών. 5.Αν το όργανο που είναι αρμόδιο για την αναγνώριση του χρόνου κρίνει ότι τα δικαιολογητικά που ορίζονται από τις διατάξεις των περιπτώσεων β, γ, δ και ε εδάφια ββ και δδ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, είναι αντιφατικά ή είναι αντίθετα με τα στοιχεία που υπάρχουν στην υπηρεσία του Ταμείου και εκδώσει απορριπτική απόφαση, η απόφαση αυτή πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Άρθρο 4 Εξαγορά του χρόνου ασφάλισης «1.Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περίπτ. θ, ι και ιβ της παρ. 2 του άρθρ. 1, εξαγοράζεται με την καταβολή για κάθε μήνα της εισφοράς του Κλάδου Σύνταξης που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για μια από τις υποχρεωτικές ασφαλιστικές κατηγορίες που ίσχυσαν κατά το χρόνο του οποίου ζητείται η αναγνώριση, με επιλογή του ασφαλισμένου, χωρίς την καταβολή προσθέτων τελών. Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτ. ε΄ της παρ. 2 του άρθρ. 1 εξαγοράζεται με την καταβολή για κάθε μήνα της εισφοράς του Κλάδου Σύνταξης της εκάστοτε ανώτερης υποχρεωτικής ασφαλιστικής κατηγορίας που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, χωρίς την καταβολή προσθέτων τελών. Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτ. α΄ της παρ. 2 του άρθρ. 1 που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 2 του Κανονισμού αυτού, εξαγοράζεται με την καταβολή για κάθε μήνα της εισφοράς των Κλάδων Σύνταξης και Ασθένειας της οικείας ασφαλιστικής κατηγορίας που ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής της χωρίς πρόσθετα τέλη». Το πιο πάνω εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Π.Δ. 209/13-18 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-6-1989). Η εξόφληση του ποσού της οφειλής για την εξαγορά γίνεται είτε εφάπαξ είτε τμηματικά μέσα σε προθεσμία έξι μηνών που αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου που κοινοποιήθηκε στον ασφαλισμένο η απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Ταμείου για την αναγνώριση του χρόνου. Αν το ποσό της οφειλής δεν καταβληθεί ολόκληρο μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, εξοφλείται τμηματικά σε μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη δόση καταβάλλεται τον πρώτο μήνα μετά την λήξη του εξαμήνου. Το ποσό της κάθε δόσης είναι ίσο με δύο μηνιαία ασφάλιστρα της αντίστοιχης ασφαλιστικής κατηγορίας που ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής. Αν περάσει η προθεσμία καταβολής της δόσης τότε επιβαρύνεται το ποσό αυτής με πρόσθετα τέλη, εφόσον δεν έχει γίνει αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου. 2.Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης ιγ της παραγράφου 2 του άρθρου 1, εξαγοράζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 1469/84, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. 3.Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης γ της παραγράφου 2 του άρθρου 1, εξαγοράζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 1405/83 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και των υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται σε εκτέλεση των διατάξεων του νόμου αυτού. 4.Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτώσεων ζ και η της παραγράφου 2 του άρθρου 1, εξαγοράζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 1358/83 και 1543/85 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Άρθρο 5 Προαιρετική ασφάλιση 1.Ο ασφαλισμένος του ΤΕΒΕ που έχει πραγματοποιήσει δεκαπέντε έτη στην ασφάλιση αυτού, δικαιούται όταν διακόψει την ασφάλισή του να συνεχίσει προαιρετικά την ασφάλιση με αίτησή του που υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία δύο ετών που αρχίζει από την ημέρα διακοπής της υποχρεωτικής ασφάλισης. Ο προηγούμενος χρόνος ασφάλισης σε οποιοδήποτε φορέα ή Κλάδο Κύριας Σύνταξης συνυπολογίζεται για τη συμπλήρωση του χρόνου που απαιτείται για τη συνέχιση της ασφάλισης προαιρετικά εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει 10 έτη πραγματικής ασφάλισης στο Ταμείο από τα οποία τα 5 συνεχή πριν από τη διακοπή της υποχρεωτικής ασφάλισης. 2.Ο ασφαλισμένος του ΤΕΒΕ που έχει πραγματοποιήσει πέντε έτη στην ασφάλιση αυτού, δικαιούται να συνεχίσει προαιρετικά την ασφάλισή του και για χρόνο όχι μεγαλύτερο των πέντε ετών, εφόσον η διακοπή της άσκησης του επαγγέλματός του οφείλεται σε πτώχευση ή σε έξωση από μισθωμένο κατάστημα ή σε πυρκαγιά ή σε κατεδάφιση του καταστήματος ή σε μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία του περιβάλλοντος. Η αίτηση για τη συνέχιση προαιρετικά της ασφάλισης υποβάλλεται μέσα στην προθεσμία που ορίζουν οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου. 3.Ο ασφαλισμένος του ΤΕΒΕ που έχει συνταξιοδοτηθεί λόγω αναπηρίας και έχει πραγματοποιήσει δέκα έτη στην ασφάλιση αυτού, δικαιούται όταν διακοπεί η συνταξιοδότησή του, να συνεχίσει προαιρετικά την ασφάλιση με αίτησή του που υποβάλλεται, μέσα σε προθεσμία δύο ετών που αρχίζει από τη λήξη του χρόνου της συνταξιοδότησής του ή μέσα σε προθεσμία ενός έτους που αρχίζει (Αντί για τη σελ. 200,13) Σελ. 200,13(α) Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 95 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. 39.Δ.γ.25 από την κοινοποίηση της απόφασης του αρμοδίου οργάνου του Ταμείου με την οποία δεν γίνεται δεκτή η παράταση της συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας. 4.Προαιρετική ασφάλιση ή συνέχισή της δεν είναι δυνατή αν ο ενδιαφερόμενος που κάνει την αίτηση είναι υποχρεωτικά ασφαλιστέος ή προαιρετικά ασφαλισμένος σε άλλο Ασφαλιστικό Οργανισμό Κύριας Ασφάλισης ή έγινε συνταξιούχος τέτοιου οργανισμού ή του Δημοσίου. 5.Η προαιρετική ασφάλιση αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης και μπορεί εφόσον ζητηθεί από τον ασφαλισμένο να ανατρέξει μέχρι ένα έτος πριν από την υποβολή της αίτησης. 6.Ο ασφαλισμένος που συνεχίζει προαιρετικά την ασφάλιση κατατάσσεται με επιλογή του σε μια από τις ισχύουσες ασφαλιστικές κατηγορίες από την Α μέχρι και τη ΣΤ. Δεν είναι όμως δυνατή η κατάταξη του ασφαλισμένου σε κατηγορία κατώτερη από εκείνη που υπαγόταν υποχρεωτικά όταν διέκοψε την άσκηση του επαγγέλματός του. Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλει την εισφορά της ασφαλιστικής κατηγορίας που διάλεξε όπως αυτή ισχύει κάθε φορά. «7.Αν ο ασφαλισμένος δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του για την υποχρεωτική ή την προαιρετική ασφάλιση για το χρονικό διάστημα πριν από την υποβολή της αίτησης για τη συνέχιση της ασφάλισης προαιρετικά, υποχρεούται να καταβάλλει τις εισφορές της αντίστοιχης ασφαλιστικής κατηγορίας, είτε εφάπαξ είτε τμηματικά μέσα σε προθεσμία έξι μηνών που αρχίζει από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου που κοινοποιήθηκε στον ασφαλισμένο η απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Ταμείου. Αν οι εισφορές καταβληθούν εφάπαξ τότε οφείλεται το ποσό της εισφοράς που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Αν οι εισφορές καταβληθούν τμηματικά τότε οφειλεται το ποσό της εισφοράς που ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής. Οι εισφορές που οφείλονται για το χρονικό διάστημα μεταξύ της υποβολής της αίτησης για τη συνέχιση της ασφάλισης προαιρετικά και της κοινοποίησης της απόφασης του αρμόδιου οργάνου του Ταμείου καταβάλλονται μέσα σε προθεσμία έξι μηνών που αρχίζει από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου που κοινοποιήθηκε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Ταμείου. Αν οι εισφορές καταβληθούν εφάπαξ τότε οφείλεται το ποσό της εισφοράς που ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής και οι μηνιαίες δόσεις δεν μπορεί να είναι περισσότερες από τους μήνες για τους οποίους οφείλονται εισφορές. Για το χρονικό διάστημα μετά την κοινοποίηση της απόφασης και στο εξής οφείλεται κάθε μήνα το ποσό της εισφοράς της ασφαλιστικής κατηγορίας που ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής». Σελ. 200,14(α) Τεύχος ΙΒ-11-3 - ΙΒ-12-1 Σελ. 96 «8.Αν καθυστερήσει η καταβολή των εισφορών πέραν από το τέλος του επόμενου μήνα στον οποίο ανάγονται, τότε επιβαρύνονται με τα νόμιμα πρόσθετα τέλη. Αν καθυστερήσει η καταβολή των εισφορών πέραν των δώδεκα μηνών από το τέλος του μηνός εκείνου στον οποίο ανάγονται, τότε χάνεται το δικαίωμα για τη συνέχιση της προαιρετικής ασφάλισης». Οι παρ. 7 και 8 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 5 Π.Δ. 209/13-18 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 98), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 145/1-61989). 9.Η προαιρετική ασφάλιση διακόπτεται: α)Από την ημέρα της υπαγωγής του ασφαλισμένου στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΤΕΒΕ. β)Από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου της υποβολής της αίτησης για τη διακοπή της προαιρετικής ασφάλισης. Άρθρο 6 Δικαιούμενοι σύνταξη λόγω γήρατος 1.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου δικαιούνται σύνταξη λόγω γήρατος μετά τη διακοπή της άσκησης του επαγγέλματός τους: α)Όταν συμπληρώσουν το 65ο έτος της ηλικίας τους και έχουν χρόνο ασφάλισης 20 ετών. β)Όταν συμπληρώσουν το 60ό έτος της ηλικίας τους και έχουν χρόνο ασφάλισης 35 ετών. 2.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου που είναι τυφλοί και από τα δύο μάτια δικαιούνται σύνταξη λόγω γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 612/1977, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Ο χρόνος που προστίθεται στο χρόνο ασφάλισης του Ταμείου για να συμπληρωθούν τα 35 έτη ασφάλισης που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης των τυφλών ασφαλισμένων, θεωρείται ότι διανύθηκε στην Α ασφαλιστική κατηγορία του Ταμείου. 39.Δ.γ.25 Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε. Άρθρο 7 Δικαιούμενοι σύνταξη λόγω αναπηρίας 1.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου δικαιούνται σύνταξη λόγω αναπηρίας: α)Αν διακόψουν την άσκηση του επαγγέλματός τους διότι έγιναν ανάπηροι κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού και έχουν χρόνο ασφάλισης 10 ετών, εκτός αν ασφαλίσθηκαν στο Ταμείο για πρώτη φορά μετά τη συμπλήρωση του 50ού έτους της ηλικίας τους οπότε πρέπει να έχουν χρόνο ασφάλισης 15 ετών. β)Αν έγιναν ανάπηροι, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, μετά τη διακοπή της άσκησης του επαγγέλματός τους οποτεδήποτε και έχουν χρόνο ασφάλισης 20 τουλάχιστον ετών. γ)Αν διακόψουν την άσκηση του επαγγέλματος μετά την εγγραφή τους στα μητρώα ασφαλισμένων του Ταμείου διότι έγιναν ανάπηροι, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την άσκηση του επαγγέλματος ή εξαιτίας της άσκησης αυτού, ανεξάρτητα με το χρόνο ασφάλισής τους. Αν το βίαιο συμβάν επήλθε εκτός εργασίας, απαιτείται χρόνος ασφάλισης 5 ετών. 2.Για τη συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας από βίαιο συμβάν σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της προηγούμενης παραγράφου, υποβάλλεται εκτός από την αίτηση συνταξιοδότησης και δήλωση του ασφαλισμένου εντός 3μήνου στην οποία αναφέρονται οι ακριβείς συνθήκες που επήλθε το βίαιο συμβάν, δηλαδή αν παρασχέθηκαν πρώτες βοήθειες, ο τόπος που μεταφέρθηκε ο παθών, τα στοιχεία του γιατρού που τον εξέτασε, το νοσοκομείο ή η κλινική που μεταφέρθηκε, στοιχεία των τυχόν αυτόπτων μαρτύρων και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίνεται απαραίτητο από την αρμόδια υπηρεσία του Ταμείου. Η αρμόδια υπηρεσία του Ταμείου στην οποία υποβάλλεται η αίτηση μαζί με τη δήλωση του ασφαλισμένου, προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την εξακρίβωση των συνθηκών του βίαιου συμβάντος. 3.Ο ασφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, αν λόγω πάθησης ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής εξάμηνης τουλάχιστον διάρκειας σε συνδυασμό με την ηλικία του και τη δυνατότητά του να συνεχίσει την άσκηση του ίδιου ή άλλου επαγγέλματος είναι ανίκανος με ποσοστό τουλάχιστον 66,6%. 4.Οι υγειονομικές επιτροπές γνωματεύουν για τη φύση, τα αίτια, την έκταση και τη διάρκεια της σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας του ασφαλισμένου. Το αρμόδιο όργανο του Ταμείου αποφασίζει αιτιολογημένα και καθορίζει το οριστικό ποσοστό της αναπηρίας, λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό που καθόρισε η οικεία υγειονομική επιτροπή, την ηλικία του ασφαλισμένου καθώς και τη δυνατότητά του να ασκήσει το ίδιο ή άλλο επάγγελμα με την αναπηρία που διαπιστώθηκε. 5.Το αρμόδιο όργανο του Ταμείου μπορεί οποτεδήποτε να παραπέμπει το συνταξιούχο στις υγειονομικές επιτροπές για εξέταση και πριν από τη λήξη της περιόδου για την οποία κρίθηκε ανάπηρος, αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι έχει μεταβληθεί η κατάσταση της υγείας του. 6.Ο ασφαλισμένος που συνταξιοδοτήθηκε λόγω αναπηρίας για ορισμένο χρονικό διάστημα, δικαιούται παράταση της συνταξιοδότησής του, εφόσον υποβάλει σχετική αίτηση μέσα σε προθεσμία έξι μηνών που αρχίζει από την επόμενη ημέρα της λήξης της χρονικής περιόδου για την οποία συνταξιοδοτήθηκε. Στην περίπτωση αυτή, η συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας παρατείνεται, εφόσον κριθεί από τα αρμόδια όργανα ότι ο συνταξιούχος είναι ανάπηρος με το ίδιο ποσοστό αναπηρίας. Ο συνταξιούχος μπορεί να υποβάλει την αίτηση για παράταση της συνταξιοδότησής του, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, μέσα στο τελευταίο δίμηνο της χρονικής περιόδου για την οποία κρίθηκε ανάπηρος. 7.Οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται και ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας δεν παραπέμπεται για επανεξέταση από τις υγειονομικές επιτροπές εφόσον: α)Έχει συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του, συνταξιοδοτείται πέντε συνεχή έτη και έχει υποβληθεί σε τρεις εξετάσεις από την υγειονομική επιτροπή, στη διάρκεια της συνταξιοδότησής του. β)Έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του, συνταξιοδοτείται δέκα συνεχή έτη και έχει υποβληθεί σε πέντε εξετάσεις από την υγειονομική επιτροπή, στη διάρκεια της συνταξιοδότησής του. 8.Ο ασφαλισμένος που κρίθηκε οριστικά από τις υγειονομικές επιτροπές με ποσοστό αναπηρίας λιγότερο από 66,6%, δεν δικαιούται να ζητήσει την επανάκρισή του για την ίδια πάθηση αν δεν περάσει ένα έτος από την τελευταία κρίση της υγειονομικής επιτροπής, εκτός αν επέλθει επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του. 9.Η σύνθεση, η λειτουργία και οι αρμοδιότητες των υγειονομικών επιτροπών, προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 1027/80 και των Υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται σε εκτέλεση των διατάξεων του νόμου αυτού, όπως ισχύουν κάθε φορά.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.