← Ελλάδα

1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 22/23 Αυγ. 1952 (ΦΕΚ Α΄ 233) Περί ιδρύσεως Ταμείου Αρωγής υπαλλήλων αρμοδιότητος του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ιδρύει ένα Ταμείο Αρωγής για τους υπαλλήλους που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με σκοπό την παροχή χρηματικών βοηθημάτων σε αυτούς και στις οικογένειές τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 22/23 Αυγ. 1952 (ΦΕΚ Α΄ 233) Περί ιδρύσεως Ταμείου Αρωγής υπαλλήλων αρμοδιότητος του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων. Εκυρώθη αφ’ ης ίσχυσε δια του άρθρ. 2 Νόμ. 2822 της 10/19 Απρ. 1954 (ΦΕΚ Α΄ 78). Οι κατωτέρω διατάξεις ισχύουν εφόσον δεν είναι αντίθετοι των διατάξεων του Ν.Δ. 95/1973 (ΦΕΚ Α΄ 169) όπως τροποποιήθηκαν από το Νόμ. 253/1976 (κατωτ. αριθ. 11α και 12α). Έχοντες υπ’ όψιν το άρθρ. 27 του Νόμ. 2066 «περί ιδρύσεως Ταμείου Αρωγής και Υγείας Οικονομικών υπαλλήλων και άλλων τινών διατάξεων», και την υπ’ αριθ. 520/1952 γνωμάτευσιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει των Ημετέρων επί της Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Οικονομικών Υπουργών, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Σύστασις και σκοπός του Ταμείου Άρθρ.1.-1.Συνιστώμεν Νομικόν πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου υπό την επωνυμίαν «Ταμείον αρωγής υπαλλήλων αρμοδιότητος του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων». Το Ταμείον τούτο εδρεύει εν Αθήναις τελεί δε υπό την εποπτείαν του Υπουργού Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων. 2.Σκοπός του Ταμείου είναι: Η παροχή μηνιαίων χρηματικών βοηθημάτων εις τους παρ’ αυτώ ησφαλισμένους δημοσίους υπαλλήλους και υπηρέτας αρμοδιότητος του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων μετά την αποχώρησίν των εκ της ενεργού υπηρεσίας εν περιπτώσει δε θανάτου αυτών εις τα μέλη των οικογενειών των. Διοίκησις Άρθρ.6.-1.«Αι κατά τας παρ. 1 και 2 του προηγουμένου άρθρ. 4 του παρόντος κρατήσεις εκ των αποδοχών των ησφαλισμένων, εκκαθαριζόμεναι υπό του Προϊσταμένου εκάστης υπηρεσίας, αναγράφονται υποχρεωτικώς εις τας μισθοδοτικάς καταστάσεις ή τα εντάλματα του μισθού αυτών, τα ποσά δε τούτων παρακρατούμενα υπό του αρμοδίου Ταμείου αποδίδονται απ’ ευθείας εις το κατά το παρόν Δ/μα Ταμείον Αρωγής εντός του πρώτου μετά την μισθοδοσίαν 15θημέρου». 2.Αι κατά την παρ. 3 του προηγουμένου άρθρ. 4 του παρόντος κρατήσεις εκκαθαριζόμεναι υπό των εντελλομένων την πληρωμήν της αμοιβής κλπ. οργάνων του Δημοσίου και παντός Νομικού Προσώπου, ιδρύματος κλπ. αναγράφοντος υποχρεωτικώς εις τας σχετικάς καταστάσεις και εντάλματα πληρωμής, τα ποσά δε τούτων παρακρατούμενα υπό του καταβάλλοντος την αμοιβήν ταμείου, αποδίδονται απ’ ευθείας εις το κατά το παρόν Δ/μα Ταμείον Αρωγής εις το τέλος εκάστου μηνός». Σελ. 86(γ) Τεύχος ΙΒ-4-1 Σελ. 16 Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 5 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 3.Αι απαιτήσεις του Ταμείου εκ καθυστερουμένων ως ανωτέρω εισφορών των ησφαλισμένων δύνανται να εισπράττωνται αναγκαστικώς δια του Δημοσίου Ταμείου κατά τας διατάξεις του περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων Νόμου. 4.«Οι υπόχρεοι προς εντολήν των κρατήσεων εκκαθαρισταί αποδοχών περί ων αι παρ. 1 και 2 του προηγουμένου άρθρ. 4 του παρόντος ποσών υποχρεούνται όπως αποστέλλωσι μεθ’ έκαστον μήνα αντίγραφον των μισθοδοτικών καταστάσεων των υπαλλήλων επί των υπαλλήλων επί των οποίων εγένετο κράτησις επί του μισθού των ή επί πάσης άλλης υποκειμένης εις κράτησιν υπό του Ταμείου αμοιβής των, εφ’ όσον δε αμελούσι την υποχρέωσίν των προς εξασφάλισιν των κατά τας ως άνω διατάξεις του αυτού άρθρ. 4 πόρων του Ταμείου, υπέχουσι τας ευθύνας του άρθρ. 259 του εν ισχύϊ Ποινικού Κώδικος, οι δε υπόχρεοι εις παρακράτησιν των κατά τας παρ. 1, 2 και 3 του αυτού άρθρ. 4 ποσών, παραλείποντες την εμπρόθεσμον απόδοσιν των παρακρατουμένων ποσών εις το Ταμείον τιμωρούνται κατά τα άρθρ. 256 και 258 του Ποινικού Κώδικος εάν η πράξις των δεν υποπίπτη εις ετέραν διάταξιν τούτου τιμωρούσαν αυτήν δια βαρυτέρας ποινής». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 5.Τα έσοδα του Ταμείου κατατίθενται εις μίαν ή πλείονας των ημεδαπών ανεγνωρισμένων Τραπεζών ή εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων κατά τας περί τούτου αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου τηρουμένων των τυχόν εξ ετέρων Γενικών ή Ειδικών Νόμων υφισταμένων εκάστοτε περιορισμών. 32.Α.ζ.1 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας Άρθρ.7.-«1.Δικαιούνται μηνιαίου βοηθήματος εκ του Ταμείου οι εν αυτώ ησφαλισμένοι. α)Οι δικαιωθέντες συντάξεως υπό του Δημοσίου ή του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου. β)«Οι αποχωρούντες μετά πλήρη 10ετή και μέχρις 20 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν και πενταετή ενεργόν συμμετοχήν εις το Ταμείον, ως καταστάντες ανίκανοι προς εργασίαν συνεπεία ατυχήματος ή νόσου σωματικής ή πνευματικής. Το μηνιαίον βοήθημα τούτων ορίζεται εις 20/35 των 30% της συντάξεως της αναλογούσης εις 25ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, άνευ ουδεμιάς υποχρεώσεως δι’ εξαγοράν προϋπηρεσίας». Η περίπτ. β΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 του άρθρ. 6 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). γ)Οι συνεπεία ατυχήματος εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας των ή εξ αιτίας ταύτης ή ένεκα νόσου σωματικής ή πνευματικής προκληθείσης εκ της υπηρεσίας των καταστάντες ανίκανοι προς εργασίαν και απολυόμενοι της υπηρεσίας ένεκα του λόγου τούτου κατά την εκδοθησομένην περί τούτου απόφασιν του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το μηνιαίον βοήθημα τούτων, ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας και ενεργού συμμετοχής εις το Ταμείον δεν θα δύναται να είναι μικρότερον του παρεχομένου εις τους του β΄ εδαφίου του παρόντος άρθρου υποχρεουμένων πάντως εις εξαγοράν του χρόνου προϋπηρεσίας. δ)Αι χήραι μετά ή άνευ τέκνων ησφαλισμένων και μη δικαιωθέντων συντάξεως υπό του Δημοσίου Ταμείου λαμβάνουν βοήθημα συμφώνως προς τα εν τω εδαφ. β΄ του παρόντος οριζόμενα. Μετά δεύτερον γάμον ή θάνατον ταύτης το βοήθημα κατανέμεται μεταξύ των ανηλίκων τέκνων κατ’ ισομοιρίαν. ε)«Τα άγαμα θήλεα ή ανήλικα άρρενα ή ενήλικα άρρενα αλλά ανίκανα προς πάσαν εργασίαν της ησφαλισμένης και μη δικαιωθέντα συντάξεως εκ του Δημοσίου λαμβάνουν βοήθημα κατά τας διατάξεις της περιπτ. ζ΄ του άρθρ. 9 του Β.Δ. 26.7/10.8.1955». Η περίπτ. ε΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 6 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). «ς)Εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου ή του βοηθηματούχου των β΄ και γ΄ περιπτώσεων το εν αυταίς οριζόμενον βοήθημα παρέχεται εις το ακέραιον εις τα μέλη της οικογενείας τούτου, ως ταύτα ορίζονται υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά δεύτερον όμως γάμον ή θάνατον της χήρας το βοήθημα κατανέμεται μεταξύ των δικαιούχων κατ’ ισομοιρίαν». Η περίπτ. ς΄ προσετέθη δια της παρ. 2 άρθρ. 6 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 2.α)«Ησφαλισμένοι αποχωρούντες της υπηρεσίας λόγω ορίου ηλικίας, μη δικαιωθέντες συντάξεως και μη έχοντες πενταετή ενεργόν συμμετοχήν εις το Ταμείον, δικαιούνται εις ανάληψιν των καταθέσεων ατόκως. β)Οι ίδιοι της περιπτ. α έχοντες ενεργόν συμμετοχήν εις το Ταμείον πέντε και πλέον ετών και συνολικήν υπηρεσίαν 10-15 ετών, δικαιούνται βοηθήματος ίσου προς τόσα τριακοστά πέμπτα των 30/100 της ιδανικής συντάξεως των ετών της συνολικής υπηρεσίας των, άνευ υποχρεώσεως καταβολής ασφαλίστρου δια την εξαγοράν προϋπηρεσίας». Αι περιπτ. α΄ και β΄ αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 3 άρθρ. 6 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). γ)Οι αποχωρούντες λόγω ορίου ηλικίας ησφαλισμένοι έχοντες υπέρ τα 15 και μέχρι 20 ετών υπηρεσίαν δικαιούνται του αναλόγου ως οι προηγούμενοι βοηθήματος, υποχρεωμένοι όμως εις εξαγοράν των πέραν των 15 ετών, προς ασφάλιστρον 1%, επί του μισθού του τελευταίου μηνός προ της εξόδου του υπαλλήλου. 3.«Εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου, η εξαγορά του πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως μέχρις 20ετίας γίνεται εις το αυτό ποσοστόν επί της πλήρους οφειλής του θανόντος, όσον είναι και το ποσοστόν του βοηθήματος, το οποίον δικαιούνται τα μέλη της οικογενείας αυτού. Θάνατος, κατά την διάρκειαν των τριμήνων αποδοχών, θεωρείται θάνατος εν υπηρεσία. 4.Εις πάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις το υπό του Ταμείου παρεχόμενον βοήθημα, δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχ. 100 μηνιαίως, δια τους αμέσους ησφαλισμένους και των δραχ. 75 δια τα μέλη της οικογενείας τούτων. Το βοήθημα τούτο άρχεται καταβαλλόμενον, αφ’ ης δια της παρακρατήσεως τούτου, εξοφλήθη ολόκληρον το ποσόν δια την εξαγοράν του πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως, εφ’ όσον υφίσταται τοιαύτη προς το Ταμείον υποχρέωσις. Εν περιπτώσει επαναδιορισμού του βοηθηματούχου εις μίαν των υπαγομένων εις την ασφάλισιν υπηρεσιών, το απονεμηθέν αυτώ βοήθημα διακόπτεται αφ’ ης ούτος ανέλαβεν υπηρεσίαν, επαναρχίζει δε καταβαλλόμενον μετά την έκδοσιν της νέας πράξεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βάσει της οποίας εκδίδεται υπό του Ταμείου νέα πράξις απονομής βοηθήματος, αναθεωρουμένης συγχρόνως και της εξαγοράς του πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως, βάσει του μισθού του τελευταίου μηνός προ της νέας αποχωρήσεως. 5.Στερούνται του δικαιώματος απολήψεως του κατά τα ανωτέρω βοηθήματος, ως και της επιστροφής των εις το Ταμείον καταβολής των, εξαιρουμένης της περιπτώσεως θανάτου οι μη συμπληρώσαντες πενταετή ενεργόν συμμετοχήν εις το Ταμείον, εξαιρέσει της περιπτ. α΄ της παρ. 2 του παρόντος. (Αντί για τη σελ. 87(β) Σελ. 87(γ) Τεύχος 1224-Σελ. 115 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας 32.Α.ζ.1 α)Οι απολυόμενοι της υπηρεσίας συνεπεία δικαστικής αποφάσεως κατά τας σχετικάς διατάξεις του Νόμ. 1811/51 και β)οι απολυόμενοι εκ της υπηρεσίας κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 516/1948 και του ΜΘ/1948 ψηφίσματος οι μη δικαιωθέντες συντάξεως εφ’ όσον κατά τας κειμένας συνταξιοδοτικάς διατάξεις η στέρησις της συντάξεως εξακολουθεί ν’ αποτελή συνέπειαν της απολύσεώς των βάσει των διατάξεων του Α.Ν. 516/48 και του ΜΘ/1948 Ψηφίσματος δικαιούνται εις επιστροφήν κρατήσεων ατόκως εφ’ όσον κέκτηνται υπερπενταετή ενεργόν συμμετοχήν εις το Ταμείον». Αι ανωτέρω εντός « » παρ. 3-5 ετέθησαν εις αντικατάστασιν των αρχικών παρ. 3-6 δια της παρ. 4 άρθρ. 6 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 7.Οι μετατασσόμενοι εις άλλας Δημοσίας Υπηρεσίας ή Ν.Π.Δ.Δ. ή παραιούμενοι λόγω διορισμού αυτών εις ετέραν Δημοσίαν θέσιν ή Ν.Π.Δ.Δ. δικαιούνται να ζητήσωσι την μεταφοράν των εις το Ταμείον καταβληθέντων ασφαλίστρων εις το Ταμείον Αρωγής των Υπαλλήλων της εις ην μετετάγησαν ή διωρίσθησαν υπηρεσίας, εφ’ όσον υφίσταται τοιούτον, ατόκως. Άλλως ούτοι δικαιούνται να παραμείνωσιν εις την ασφάλισιν του Ταμείου, υποβάλλοντες σχετικήν περί τούτου δήλωσιν εντός μηνός από της αναλήψεως των καθηκόντων των εις την νέαν των θέσιν, μη υποκειμένην δε εις ανάκλησιν». Το άρθρ. 7 τροποποιηθέν δια του άρθρ. 6 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 6 Β.Δ. 92 της 30 Δεκ. 1959/ 26 Φεβρ. 1960 (κατωτ. αριθ. 4). Άρθρ.8.-1.Εκ των πόρων του Ταμείου ποσοστόν 5% τουλάχιστον διατίθεται υποχρεωτικώς προς σχηματισμόν αποθεματικού κεφαλαίου, του οποίου μέρος ή και ολόκληρον το ποσόν δύναται να διατεθή προς αντιμετώπισιν εκτάκτων αναγκών ή ελλειμμάτων του Ταμείου δι’ αποφάσεως του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού, μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. 2.Απαγορεύεται η κατάσχεσις και η εν γένει εκχώρησις των χορηγουμένων υπό του Ταμείου βοηθημάτων ή των τυχόν επιστρεφομένων εις τους ησφαλισμένους εισφορών. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται η παρακράτησις υπό του Ταμείου ποσοστού του βοηθήματος και των δικαιουμένων προς επιστροφήν εισφορών προς απόσβεσιν οφειλής των ησφαλισμένων προς αυτό απορρεούσης εξ οιασδήποτε αιτίας. Σελ. 88(γ) Τεύχος 1224-Σελ. 116 Εν ουδεμιά περιπτώσει όμως το ποσόν του καταβαλλομένου μηνιαίου βοηθήματος δύναται να είναι κατώτερον του ημίσεος του απονεμηθέντος τοιούτου. 3.Το βοήθημα διακόπτεται άμω τω θανάτω του βοηθηματούχου ή του προστατευομένου μέλους ή όταν εξέλιπον αι προϋποθέσεις απονομής του βοηθήματος. «4.Σε ασφαλισμένους του Ταμείου Αρωγής Υπαλλήλων αρμοδιότητος του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που έχουν τουλάχιστον 5ετή υπηρεσία και σε βοηθηματούχους αυτού, δύναται να χορηγούνται, εφόσον η οικονομική κατάσταση του Ταμείου επιτρέπει, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ., δάνεια ποσού ίσου προς τις αποδοχές μέχρι 3 κατ’ ανώτατο όριο μηνών προκειμένου περί των ασφαλισμένων ή προς το 15πλάσιο κατ’ ανώτατο όριο του λαμβανομένου βοηθήματος προκειμένου περί βοηθηματούχων. Οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης των δανείων καθορίζονται με απόφαση του Δ.Σ., τηρουμένων των γενικών αποφάσεων του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος που ισχύουν κάθε φορά για το θέμα αυτό. Η εξόφληση των δανείων ενεργείται με μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις που παρακρατούνται από τις μηνιαίες αποδοχές του ασφαλισμένου ή του μηνιαίου βοηθήματος του βοηθηματούχου, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 36 και με επιτόκιο το οριζόμενο εκάστοτε από την Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος. Ειδικότερα σε περίπτωση χορήγησης δανείου σε βοηθηματούχους το ύψος της παρακρατούμενης τοκοχρεωλυτικής δόσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/2 κατ’ ανώτατο όριο του παρεχόμενου μηνιαίου βοηθήματος». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 364/20-27 Νοεμ. 1992 (ΦΕΚ Α 184). Το άρθρ. 8 τροποποιηθέν δια του άρθρ. 7 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955 και δια του άρθρ. 7 Β.Δ. 92/1960 (κατωτ. αριθ. 4) αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 10 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./ 11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 32.Α.ζ.1 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας Άρθρ.9.-«1.Εις τους ησφαλισμένους παρέχεται πλήρες βοήθημα μετά ενεργόν συμμετοχήν εις την ασφάλισιν του Ταμείου επί 35 έτη. Ο πέραν των 35 ετών χρόνος συνταξίμου υπηρεσίας δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. Το παρεχόμενον πλήρες μηνιαίον βοήθημα ανέρχεται εις τα (25/100) της παρεχομένης υπό του Δημοσίου ή του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου συντάξεως. Αυξανομένου του ποσού της συντάξεως επέρχεται αυτομάτως ανάλογος αύξησις και του παρεχομένου βοηθήματος. Δια τους έχοντας υπηρεσίαν μικροτέραν των 35 ετών, το βοήθημα υπολογίζεται εις τόσα τριακοστά πέμπτα του πλήρους ως ανωτέρω βοηθήματος, όσα είναι τα έτη της ενεργού συμμετοχής εις το Ταμείον. Το ανωτέρω εντός ( ) ποσοστόν των 25/100 ηυξήθη εις 30/100 δια της υπ’ αριθ. 12753 της 11/12 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 259). «Ως χρόνος ενεργού συμμετοχής εις την ασφάλισιν λογίζεται: α)Ο από της ιδρύσεως του Ταμείου διανυθείς πραγματικός χρόνος υπηρεσίας του ησφαλισμένου, δι’ ον εγένοντο αι υπό του άρθρ. 4 του παρόντος υπέρ του Ταμείου προβλεπόμεναι κρατήσεις. β)Ο αναγνωρισθείς χρόνος ενεργού συμμετοχής των μετά την ίδρυσιν του Ταμείου υπαχθέντων εις αυτό ησφαλισμένων. Η αναγνώρισις του χρόνου τούτου γίνεται υπό του ησφαλισμένου κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. επί τη καταβολή των οφειλομένων κρατήσεων υπολογιζομένων βάσει της κατά τον χρόνον ενάρξεως της εξοφλήσεως της οφειλής καταβαλλομένης μηνιαίας εισφοράς του ησφαλισμένου ή της τοιαύτης του τελευταίου μηνός προ της εκ της υπηρεσίας αποχωρήσεως δια τους συνταξιοδοτηθέντας ησφαλισμένους και εντόκως προς 5%. Η εξόφλησις της τοιαύτης οφειλής των εν τη υπηρεσία διατελούντων δέον να συντελήται τοκοχρεωλυτικώς δια μηνιαίων δόσεων καθοριζομένων υπό του Δ.Σ. μη δυναμένων να υπερβώσι τας 40. Καθυστερούμεναι εισφοραί επιβαρύνονται με τόκον υπερημερίας. Παρερχομένης της προθεσμίας ταύτης, η οφειλομένη εισφορά επιβαρύνεται δια τόκου 5%, άλλως αναπροσαρμόζεται και εξοφλείται εις 12 μηνιαίας δόσεις. γ)Ως χρόνου ενεργού συμμετοχής εις την ασφάλισιν αναγνωρίζεται υποχρεωτικώς και ο χρόνος προϋπηρεσίας, ο διανυθείς προ της ιδρύσεως του Ταμείου μέχρις 20 το πολύ ετών. Δια την αναγνώρισιν της υπηρεσίας ταύτης καταβάλλεται υπό των ησφαλισμένων ασφάλιστρον ανερχόμενον εις 2% επί του τελευταίου προ της αποχωρήσεως μηνιαίου μισθού, ως ούτος χαρακτηρίζεται υπό της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας». Τα εντός « » τροποποιηθέντα δια της παρ. 1 άρθρ. 8 Β.Δ. 92/1960 (κατωτ. αριθ. 4) αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 7 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). «Η εξ αναγνωρίσεως πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως οφειλή καταβάλλεται αμέσως εκ του εφ’ άπαξ χρηματικού βοηθήματος του απονεμομένου υπό του Ταμείου Προνοίας επί τη εξόδω του υπαλλήλου εκ της υπηρεσίας εις ποσοστόν ίσον προς το 1/2 υπό των δικαιωθέντων συντάξεως μέχρι 30 ετών και εις ποσοστόν ίσον προς το 1/3 αυτής υπό των δικαιωθέντων ανωτέρας των 30 ετών συντάξεως. Το υπόλοιπον της οφειλής του 1/2 των πρώτων και των 2/3 των δευτέρων εξοφλείται δια συμψηφισμού εκ του παρεχομένου βοηθήματος εις εξήκοντα ίσας μηνιαίας δόσεις. Η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου περί χορηγήσεως βοηθήματος λαμβάνεται μετά την εκπλήρωσιν της ως άνω υποχρεώσεως υπό των δικαιούχων». Τα εντός « » αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 7 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). «Εις περίπτωσιν και δι’ οιονδήποτε λόγον δεν καθίσταται δυνατή η κατά το 1/2 ή 1/3 άμεσος καταβολή του δια την εξαγοράν του πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως οφειλομένου χρηματικού ποσού, δύναται μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου επί τη αιτήσει του δικαιουμένου βοηθήματος να παρακρατήται τούτο εξ ολοκλήρου μέχρις εξοφλήσεως της ανωτέρω υποχρεώσεως επί τω νομίμω τόκω. Μετά την εξόφλησιν του ανωτέρω χρέους άρχεται καταβαλλόμενον εις τον βοηθηματούχον το ο δικαιούται ούτος βοήθημα». Το εντός « » πέμπτον εδάφιον, προστεθέν δια της παρ. 2 άρθρ. 8 Β.Δ. 92/1960 (κατωτ. αριθ. 4) αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 άρθρ. 7 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). «Οι από της ιδρύσεως του Ταμείου και μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δικαιωθέντες βοηθήματος, υποχρεούνται ούτοι, ως και τα προστατευόμενα δια του παρόντος μέλη της οικογενείας του θανόντος υπάλληλοι, εκ των ησφαλισμένων, ν’ αναγνωρίσωσι προς συμπλήρωσιν του χρόνου ενεργού συμμετοχής των εις την ασφάλισιν του Ταμείου εκ της προ της συστάσεως του Ταμείου συνταξίμου υπηρεσίας των μέχρι πέντε κατ’ ανώτατον όριον ετών προϋπηρεσίας πέραν της αναγνωρισθείσης, βάσει των προγενεστέρων ισχυουσών διατάξεων 15ετούς τοιαύτης, επί τη καταβολή ασφαλίστρου 2% επί του μισθού, όστις αναλογεί εις την κατά τον χρόνον της ενάρξεως ισχύος του παρόντος καταβαλλομένην εις τον βοηθηματούχον σύνταξιν ή το ποσοστόν ταύτης. (Μετά την σελ. 88(β) Σελ. 88,01 Τεύχος 379-Σελ. 133 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας 32.Α.ζ.1 Η αναγνώρισις του χρόνου τούτου είναι υποχρεωτική και ενεργείται αυτεπαγγέλτως παρά του Ταμείου. Η κατά τας διατάξεις της παρούσης παραγράφου οφειλή εξ αναγνωρίσεως πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος βοηθηματούχων εξοφλείται εις 50 ίσας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις προς επιτόκιον 5% δια συμψηφισμού εκ του παρεχομένου βοηθήματος». Τα εντός « » εδάφια προσετέθησαν δια της παρ. 4 άρθρ. 7 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 2.Μετ’ απόφασιν του Δ. Συμβουλίου, λαμβανομένην τουλάχιστον δια πλειοψηφίας των 2/3 του συνόλου των μελών αυτού, εγκρινομένην δε υπό των Υπουργών της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, των Οικονομικών και της Εργασίας, το δια της προηγουμένης παρ. 1 οριζόμενον ποσοστόν 25/100 της συντάξεως, δύναται αναλόγως προς την εκάστοτε οικονομικήν κατάστασιν του Ταμείου να αυξάνηται ή να μειούται». Το άρθρ. 9 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 8 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. «3.Ομοίως συμφώνως προς την καθοριζομένην δια της προηγουμένης παραγράφου διαδικασίαν δύναται, υπαρχούσης οικονομικής ευχερείας εις το Ταμείον, να παρέχηται εις τους βοηθηματούχους οικονομική ενίσχυσις μέχρι δύο το πολύ μηνιαίων βοηθημάτων εντός του αυτού οικονομικού έτους, υπολογιζομένη είτε εις ποσοστόν επί του παρεχομένου βοηθήματος δι’ ολόκληρον το οικονομικόν έτος, κατά το οποίον ελήφθη η απόφασις, είτε εις εν ολόκληρον, ή μέρος του μηνιαίου βοηθήματος». Η παρ. 3 προσετέθη δια της παρ. 5 άρθρ. 7 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). Σελ. 88,02 Τεύχος 379-Σελ. 134 32.Α.ζ.1 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας Άρθρ.10.-«1.Εις τα μέλη της οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου ή βοηθηματούχου ή θανούσης ησφαλισμένης ή βοηθηματούχου ως ταύτα καθορίζονται εν άρθρ. 4 του παρόντος και υπό τας εν αυτώ προϋποθέσεις, καταβάλλεται μηνιαίον βοήθημα, οριζόμενον εις ποσοστόν του κατά το άρθρ. 9 του παρόντος βοηθήματος, το οποίον ελάμβανεν ο θανών βοηθηματούχος ή θα ελάμβανεν ο θανών ησφαλισμένος ως κατωτέρω». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 10 Β.Δ. 92 της 30 Δεκ. 1959/26 Φεβρ. 1960 (κατωτ. αριθ. 4). «α)Εις την χήραν άνευ τέκνων ή εις τον εν χηρεία άπορον Β΄ κατηγορίας ή ανίκανον προς εργασίαν σύζυγον τα 60% β)Εις την χήραν ή τον εν χηρεία άπορον Β΄ κατηγορίας ή ανίκανον σύζυγον μεθ’ ενός τέκνου δικαιουμένου κατά τας διατάξεις του παρόντος βοηθήματος τα 70% μετά δύο τέκνων δικαιουμένων βοηθήματος τα 80% και μετά πλειόνων των δύο δικαιουμένων βοηθήματος τέκνων τα 90% του επί πλέον του βοηθήματος της χήρας ή του κατά τα άνω συζύγου ποσού, κατανεμομένου μεταξύ των τέκνων κατ’ ισομοιρίαν». Αι περιπτ. α΄ και β΄ αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 8 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). γ)Εις εν ανήλικον τέκνον ορφανόν εξ αμφοτέρων των γονέων τα 50%, εις δύο εξ αμφοτέρων των γονέων ορφανά ανήλικα τέκνα τα 65% και επί πλειόνων των δύο τα 80%, του ποσού του βοηθήματος κατανεμομένου κατά τας δύο τελευταίας περιπτώσεις, μεταξύ των τέκνων κατ’ ισομοιρίαν. δ)«Εις εν άγαμον θήλυ ή άρρεν δικαιουμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος βοηθήματος ορφανόν εκ μητρός ησφαλισμένης τα 40% και επί πλειόνων τα 50% του ποσού του βοηθήματος κατανεμομένου κατ’ ισομοιρίαν». Η περίπτ. δ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 8 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). ε)Εις τους γονείς αγάμου ησφαλισμένου ή βοηθηματούχου, είτε επιζώσιν αμφότεροι είτε ο εις μόνον, τα 50%. ς).(Κατηργήθη και η επομένη ηριθμήθη ως ς΄ δια του άρθρ. 8 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). (ζ)στ.Εις εν άγαμον θήλυ ή ανήλικον άρρεν ορφανόν εκ μητρός ησφαλισμένης και μη δικαιουμένης συντάξεως εκ του δημοσίου, παρέχεται βοήθημα ίσον προς τα 40% του βοηθήματος, του οποίου θα εδικαιούτο η ησφαλισμένη κατά την ημέραν του θανάτου της. Εις περίπτωσιν, καθ’ ην η ησφαλισμένη δεν θα εδικαιούτο βοηθήματος κατά την ημέραν του θανάτου της, παρέχεται εις το άγαμον θήλυ ή ανήλικον άρρεν τέκνον της, βοήθημα ίσον προς το ήμισυ του εν τω άρθρ. 6 παρ. 1 εδάφ. β΄ προβλεπομένου. Δια πλείονα του ενός τέκνα αυξάνεται το βοήθημα τούτο κατά 10% δι’ έκαστον τέκνον». Το άρθρ. 10 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 9 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. Άρθρ.11.-«1.Ως ημέρα εισόδου των ησφαλισμένων εις την δημοσίαν υπηρεσίαν θεωρείται η ημέρα χρονολογίας ην φέρει το έγγραφον του διορισμού των. Ως ημέρα εξόδου εκ ταύτης θεωρείται η ημέρα καθ’ ην λύεται η υπαλληλική σχέσις κατά τας κειμένας διατάξεις. 2.Κατά τον υπολογισμόν του προς αναμονήν βοηθήματος χρόνου το έλαττον των 12 μηνών διάστημα, εφ’ όσον δεν είναι κατώτερον του εξαμήνου, λογίζεται ως πλήρες έτος. 3.Λογίζεται ως χρόνος ασφαλίσεως και το χρονικόν διάστημα καθ’ ο καταβάλλονται αποδοχαί εις τον ησφαλισμένον μετά την εκ της υπηρεσίας αποχώρησίν του ή εις την οικογένειαν θανόντος ησφαλισμένου. Εκ των ούτω καταβαλλομένων αποδοχών ενεργείται κράτησις υπέρ του Ταμείου συμφώνως τω άρθρ. 5 του παρόντος. 4.Το βοήθημα άρχεται καταβαλλόμενον από της επομένης ημέρας, αφ’ ης ο ησφαλισμένος παύει μισθοδοτούμενος εκ του Δημοσίου Ταμείου, συμπεριλαμβανομένων και των τριμήνων ή εξαμήνων αποδοχών. Εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου ή του βοηθηματούχου, το βοήθημα των προστατευομένων μελών υπολογίζεται αφ’ ης ημέρας λήξη το διάστημα καθ’ ο εμισθοδοτήθη ο αποβιώσας ησφαλισμένος, συμπεριλαμβανομένων και των τριμήνων ή εξαμήνων αποδοχών, ή έλαβε βοήθημα ο αποβιώσας βοηθηματούχος. 5.«Η το πρώτον καταβολή βοηθήματος γίνεται μετά την επικύρωσιν των πρακτικών της συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου κατά την οποίαν απεφασίσθη η απονομή του μηνιαίου βοηθήματος. Η εφεξής καταβολή του απονεμηθέντος βοηθήματος γίνεται κατά τριμηνίαν και εις την αρχήν του δευτέρου της τριμηνίας μηνός». Η παρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 9 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 6.Βοήθημα δεδουλευμένον, μη καταβληθέν εις τον δικαιούχον λόγω επελθόντος θανάτου του, καταβάλλεται εις τους κληρονόμους, επί τη προσαγωγή των απαιτουμένων προς νομιμοποίησιν αυτών πιστοποιητικών. 7.«Ο βοηθηματούχος ή οι κληρονόμοι τούτου υποχρεούνται να προσαγάγωσιν εντός του πρώτου μηνός εκάστου έτους πιστοποιητικόν, ότι ουδεμία μεταβολή επήλθεν εις την προσωπικήν ή οικογενειακήν αυτών κατάστασιν επαγομένην την διακοπήν ή την ελάττωσιν του βοηθήματός των. (Αντί της σελ. 89(α) Σελ. 89(β) Τεύχος 379-Σελ. 135 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας 32.Α.ζ.1 8.Το βοήθημα καταβάλλεται εις έκαστον δικαιούχον αυτοπροσώπως επί τούτω προσερχόμενον ή εις τον δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου πληρεξούσιον αυτού θεωρουμένου εντός του πρώτου μηνός εκάστου έτους, ή επί τη βάσει εξουσιοδοτικής επιστολής του δικαιούχου εις τον δια ταύτης οριζόμενον, βεβαιουμένης της υπογραφής του δικαιούχου παρά της οικείας Αστυνομικής Αρχής». Αι παρ. 7 και 8 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 9 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 9.Το βοήθημα ανηλίκου προστατευομένου μέλους καταβάλλεται εις τον ασκούντα την πατρικήν εξουσίαν ή τον νόμιμον επίτροπον ή κηδεμόνα αυτού, εκτός αν τις, έχων έννομον συμφέρον, γνωστοποιήση τω Ταμείω, ότι ούτοι εξέπεσαν της επιτροπείας κλπ. 10.Βοηθήματα μη εισπραχθέντα παραγράφονται μετά παρέλευσιν τριετίας, αφ’ ης ταύτα καθίστανται απαιτητά». Το άρθρ. 11 αντικατεστάθη ως άνω δια του Άρθρ.2.-«1.Το Ταμείον διοικείται υπό (δεκατριμελούς Συμβουλίου) αποτελουμένου εκ: Το άρθρ. 2 τροποποιηθέν δια του Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955 και δια του άρθρ. 2 Β.Δ. 92/1960 (κατωτ. αριθ. 4) ετροποποιήθη εκ νέου δια του άρθρου μόνου Β.Δ. 445 της 29/31 Μαΐου 1965 (ΦΕΚ Α΄ 99). Εκ του τελευταίου τούτου Δ/τος παρατίθενται κατωτέρω μόνον αι ισχύουσαι διατάξεις, των λοιπών, αναφερομένων εις την σύνθεσιν του Δ.Σ. του Ταμείου, αντικατασταθεισών δια της υπ’ αριθ. 79251/1967 αποφ. Υπ. Συντονισμού και Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων (κατωτ. αριθ. 7). 4.Χρέη Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου εκτελεί εις εκ των παρά τω Ταμείω υπηρετούντων υπαλλήλων επί 6ω βαθμώ και άνω οριζόμενος υπό του Προέδρου μετά του αναπληρωτού του. 6.…………………...……………………………. Του Διοικητικού Συμβουλίου προεδρεύει ο τακτικός Πρόεδρος αυτού. Τούτον απόντα, ελλείποντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο τακτικός Αντιπρόεδρος. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Αντιπροέδρου, του Διοικητικού Συμβουλίου προεδρεύει το ανώτερον κατά βαθμόν μέλος αυτού και εν περιπτώσει ισοβάθμων το αρχαιότερον. Οι αναπληρωταί αναπληρούν τα απουσιάζοντα μέλη εν περιπτώσει προσωρινής απουσίας ή κωλύματος, αλλά και εις πάσαν άλλην περίπτωσιν διαρκούς απουσίας ή κωλύματος, ως παραιτήσεως ή θανάτου, του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων υποχρεουμένου όπως εντός μηνός από της αποδοχής της παραιτήσεως ή του θανάτου του τακτικού μέλους του Συμβουλίου, προβή εις τον διορισμόν νέου τοιούτου. Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνονται δια της πλειοψηφίας των παρόντων μελών. Εν ισοψηφία υπερισχύει η πρότασις υπέρ ης εδόθη η ψήφος του Προέδρου. Εάν η ψηφοφορία είναι μυστική, καθ’ ας περιπτώσεις τούτο νομίμως προβλέπεται, εν ισοψηφία η πρότασις θεωρείται αποριφθείσα. Ασφαλιζόμενοι άρθρ. 10 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. «11.Το δικαίωμα απονομής βοηθήματος παραγράφεται μετά πενταετίαν αφ’ ης εγεννήθη το δικαίωμα τούτο». Η παρ. 11 προσετέθη δια του άρθρ. 9 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). Άρθρ.12.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 10 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). Γενικαί Διατάξεις Άρθρ.13.-«1.Καθυστερούμεναι προς το Ταμείον πάσης φύσεως οφειλαί εισπράττονται κατά τας διατάξεις του Νόμου «περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων» και εντόκως επί τω νομίμω επιτοκίω κατά τον χρόνον της καταβολής, πλην των περιπτώσεων δια τας οποίας προβλέπεται διάφορος τρόπος καταβολής εις το Ταμείον. 2.Οφειλή του Ταμείου προς ησφαλισμένον ή συνταξιούχον παραγράφεται μετά τριετίαν αφ’ ης ημέρας κατέστη αύτη απαιτητή». Το άρθρ. 13 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 11 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. Άρθρ.14.-1.Δι’ έκαστον ησφαλισμένον ή συνταξιούχον τηρείται μερίς εν ειδικώ βιβλίω Μητρώου, εις το οποίον καταχωρείται παν αφορών τούτον στοιχείον, γνωστοποιούμενον τω Ταμείω είτε δι’ επιστολών του ησφαλισμένου ή του βοηθηματούχου είτε δια της προσκομίσεως άλλων εγγράφων, αιτουμένων παρά του Ταμείου. Σελ. 90(β) Τεύχος 379-Σελ. 136 2.Δια την τροποποίησιν ή διόρθωσιν καταχωρηθέντος ήδη ουσιώδους στοιχείου εν τω Μητρώω ησφαλισμένων ή βοηθηματούχων, απαιτείται προηγουμένη απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Πάντα τα σχετικά με τον ησφαλισμένον ή τον βοηθηματούχον έγγραφα και επιστολαί φυλάσσονται εν ειδικώ φακέλλω του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. Άρθρ.15.-«1.Οι εφεξής διοριζόμενοι ως υπάλληλοι περί ων το άρθρ. 3 υπηρεσιών εφ’ όσον έχουσι προϋπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή παρά Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου, πλην της εν ταις ανωτέρω υπηρεσίαις, δικαιούνται ν’ αναγνωρίσωσι, ολόκληρον μεν τον χρόνον της από της συστάσεως του Ταμείου διανυθείσης τοιαύτης προϋπηρεσίας των, μέχρι δε μιας 20ετίας εκ της προ ταύτης διανυθείσης ως χρόνον συμμετοχής των, εις το Ταμείον, δι’ εξαγοράς αυτού συμφώνως προς τα οριζόμενα εν άρθρ. 7 του παρόντος. 1.Οι επαναδιοριζόμενοι, ή άλλως πως επανερχόμενοι μετά την ισχύν του παρόντος εις την υπηρεσίαν είτε έτυχον, είτε δεν έτυχον βοηθήματος εκ του Ταμείου κατά την εκ της υπηρεσίας τούτων αποχώρησίν των, δικαιούνται να αναγνωρίσωσιν ως χρόνον συμμετοχής των εις το Ταμείον το από της εξόδου των εκ της υπηρεσίας μέχρι της επανόδου των χρονικόν διάστημα, οι εξ αυτών δε αναλαβόντες τας εισφοράς των κατά το χρονικόν διάστημα της προϋπηρεσίας των, δι’ εξαγοράς αυτού κατά τα οριζόμενα εν άρθρ. 7 του παρόντος. Ο χρόνος προϋπηρεσίας των ανωτέρω δι’ ον κατέβαλον κρατήσεις εις το Ταμείον μη αναληφθείσας υπ’ αυτών, υπολογίζεται ως χρόνος συμμετοχής εις το Ταμείον, άνευ καταβολής ποσού τινός». Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 11 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 3.Οι εξ άλλων υπηρεσιών μετατασσόμενοι εις τας εν άρθρ. 3 υπηρεσίας, δικαιούνται να προσμετρήσωσι κατά τας εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου καθοριζομένας διακρίσεις τον χρόνον της εν αυταίς προϋπηρεσίας των δι’ εξαγοράς αυτού κατά τα εν τη παραγράφω ταύτη οριζόμενα». Το άρθρ. 15 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. 32.Α.ζ.1 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας Άρθρ.16.-«1.Λόγω εκπληρώσεως στρατιωτικής θητείας εν τω Στρατώ, η εν αυτώ υπηρεσία τότε μόνον αναγνωρίζεται ως χρόνος συμμετοχής εις το Ταμείον όταν ησφαλισμένος κατά τον χρόνον της υπό τα όπλα προσκλήσεώς του ετύγχανε Δημόσιος υπάλληλος. 2.Ησφαλισμένοι εις το Ταμείον στρατευόμενοι και επιλέγοντες τον μισθόν του εφέδρου αξιωματικού, υποχρεούνται άμα τη εκ των τάξεων του Στρατού απολύσει των, να εξοφλήσωσι τας προς το Ταμείον υποχρεώσεις των, δια τον χρόνον καθ’ ον εμισθοδοτούντο, ως αξιωματικοί. 3.Η αναγνώρισις του χρόνου υπηρεσίας της 1ης παραγράφου και η εξόφλησις των υποχρεώσεων των της 2ας παραγράφου γίνεται πάντοτε τη αιτήσει του ενδιαφερομένου μετά την απόλυσίν του εκ των τάξεως του Στρατού και εντός έτους από της αναλήψεως υπ’ αυτού υπηρεσίας, επί τη προσαγωγή των νομίμων δικαιολογητικών και τη καταβολή υπό τούτου της αναλογούσης εισφοράς, υπολογιζομένης ταύτης συμφώνως προς τα οριζόμενα εν άρθρ. 7 του παρόντος. 4.Ο χρόνος της εν τω Στρατώ εφεδρικής υπηρεσίας δύναται ν’ αναγνωρισθή ομοίως ως χρόνος συμμετοχής εις το Ταμείον υπό μεν των κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος υπηρετούντων εις μίαν των υπαγομένων εις το Ταμείον υπηρεσιών εντός διετίας απ’ αυτής, υπό δε των διοριζομένων, ή μετατασσομένων εν ταις αυταίς ως άνω υπηρεσίαις εντός έτους από της αναλήψεως των καθηκόντων των επί τη προσαγωγή κατ’ αμφοτέρους τας περιπτώσεις των νομίμων δικαιολογητικών και τη καταβολή υπό του ενδιαφερομένου της αναλογούσης εισφοράς, υπολογιζομένης συμφώνως προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω καθοριζόμενα. 5.Εφεδρική υπηρεσία εν τω Στρατώ, θεωρείται η υπό κειμένης νομοθεσίας καθοριζομένη τοιαύτη, εφ’ όσον δεν συμπίπτει προς διανυθείσαν εις υπαγομένην εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπηρεσίαν ή προς άλλην αναγνωρισθείσαν υπηρεσίαν». Το άρθρ. 16 τροποποιηθέν δια του άρθρ. 13 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955 και συμπληρωθέν δια του άρθρ. 11 Β.Δ. 92/1960, αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). Αρμοδιότης και καθήκοντα των οργάνων της Διοικήσεως Άρθρ.17.-«1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού. 2.Ειδικώτερον το Διοικητικόν Συμβούλιον: α)Επαγρυπνεί δια την πιστήν τήρησιν των κειμένων εν γένει διατάξεων του παρόντος. β)Μεριμνά δια των αρμοδίων αυτού υπηρεσιών δια την κανονικήν είσπραξιν των πόρων του Ταμείου και αποφασίζει περί των τακτικών και εκτάκτων δαπανών και εν γένει περί των υποχρεώσεων του Ταμείου. γ)Εγκρίνει τον Προϋπολογισμόν ως και τον Ισολογισμόν και Απολογισμόν εκάστου έτους. δ)Καταρτίζει τον Οργανισμόν του Ταμείου ως και τον εσωτερικόν κανονισμόν της υπηρεσία αυτού, τιθεμένους εις εφαρμογήν μετ’ έγκρισιν των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομικών και Εργασία. Μετ’ απόφασιν λαμβανομένην δια πλειοψηφίας των 2/3 του συνόλου των μελών του, υποβάλλει προς τους Υπουργούς Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομικών και Εργασίας προς έγκρισιν τροποποιήσεις του Οργανισμού του Ταμείου. ε)Αποφασίζει περί του διορισμού του Διευθυντού του Ταμείου ως και του λοιπού προσωπικού αυτού. ς)Προτείνει τας επενεκτέας εκάστοτε τροποποιήσεις των διατάξεων του παρόντος δια της πλειοψηφίας των 2/3 τού όλου των μελών αυτού. ζ)Μεριμνά δια την επένδυσιν των τυχόν διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου εγκρινομένη εκ μέρους του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων». Η περίπτ. ζ΄αντικατεστάθη ως άνω δια του Άρθρ.3.-«1.Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς πάντες οι εν ενεργεία Δημόσιοι Υπάλληλοι και Υπάλληλοι Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, οι ανήκοντες εις το μόνιμον και δόκιμον Ανώτατον, Ανώτερον και κατώτερον προσωπικόν: α)Της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. (Αντί για τη σελ. 83(β) Σελ. 83(γ) Τεύχος Ε72-Σελ. 51 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας 32.Α.ζ.1 β)«Της α/θμίου (Στοιχειώδους), β/θμίου (Μέσης), Εκκλησιαστικής, Τεχνικής, Επαγγελματικής κλπ. Εκπαιδεύσεως». Η περίπτ. β΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 Β.Δ. 92 της 30 Δεκ. 1959/26 Φεβρ. 1960 (κατωτ. αριθ. 4). 3.«Δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, να καταρτίζωνται εκάστοτε μέχρι δύο Επιτροπαί εκ πέντε το πού μελών, λαμβανομένων εκ μελών ή μη μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ειδικών δι’ εκάστην περίπτωσιν δια τον καταρτισμόν μελετών τεχνικών, οικονομικών, δι’ επίβλεψιν έργων κλπ. 4.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου δύναται ν’ ανατίθεται εις έν ή πλείονα των μελών αυτού η ενέργεια ωρισμένων πράξεων, η άσκησις ελέγχου και εποπτείας επί παντός έργου κλπ. και οιονδήποτε άλλον καθήκον κρινόμενον σκόπιμον ή αναγκαίον». Αι παρ. 3 και 4 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 13 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). Το άρθρ. 17 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 14 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. Άρθρ.18.-1.«Το Διοικητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει μετά πρόσκλησιν του Προέδρου ή του αναπληρωτού του, τακτικώς μεν τετράκις του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή ανάγκη ή ήθελον ζητήσει τούτο τρία τουλάχιστον μέλη. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ο Πρόεδρος υποχρεούται να συγκαλέση το Συμβούλιον εις Συνεδρίασιν εντός τριών ημερών το πολύ από της εις (Αντί της σελ. 90,01(α) Σελ. 90,01(β) Τεύχος 379-Σελ. 137 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας 32.Α.ζ.1 αυτόν επιδόσεως της αιτήσεως με θέματα ημερησίας διατάξεως τα εν τη αιτήσει κατά σειράν αναγραφής αυτών, επιτρεπομένης της εν συνεχεία προσθήκης και ετέρων θεμάτων». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 14 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 2.Πρόσκλησις προς συνεδρίασιν κοινοποιείται εις τα μέλη, μερίμνη του Διευθυντού του Ταμείου, τουλάχιστον 48 ώρας προ της συνεδριάσεως, επιτρεπομένης της συντμήσεως εις το ήμισυ του χρόνου τούτου, εν περιπτώσει επειγούσης ανάγκης δεόντως δικαιολογουμένης παρά του Προέδρου κατά την συνεδρίασιν του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Μετά της προσκλήσεως προς συνεδρίασιν συναποστέλλεται προς τα μέλη και ημερησία διάταξις. Αύτη καταρτίζεται μερίμνη του Προέδρου. 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται ν’ αποφασίζη την αναγραφήν θέματός τινος εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης συνεδριάσεως. 5.Θέμα μη αναγραφέν εις την ημερησίαν διάταξιν δύναται μετ’ απόφασιν του Δ. Συμβουλίου να συζητηθή κατά την αυτήν συνεδρίασιν, εφ’ όσον αποδέχεται τούτο ομοφώνως το Διοικητικόν Συμβούλιον. 6.Αι ψηφοφορίαι εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω είναι φανεραί, εκτός των αφορωσών εις προσωπικά ζητήματα. 7.Περί των εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω συζητήσεων και των λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται παρά του Γραμματέως υπό την εποπτείαν του Προέδρου πρακτικά εν περιλήψει, υπογραφόμενα παρ’ όλων των κατά την συνεδρίασιν παραστάντων μελών. 8.Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν εκτελούνται ούτε ανακοινούνται εις τους ενδιαφερομένους προ της επικυρώσεως των πρακτικών της συνεδριάσεως, καθ’ ην ελήφθησαν αύται. 9.Μόνον εν επειγούση ανάγκη επιτρέπεται η επικύρωσις των πρακτικών, καθ’ ην ημέραν ελήφθησαν αι αποφάσεις μετά σχετική ομόφωνον απόφασιν του Διοικ. Συμβουλίου. 10.Αποσπάσματα των πρακτικών δύνανται να χορηγώνται εις τον ενδιαφερόμενον, αποφάσει πάντοτε του Διοικητικού Συμβουλίου». Σελ. 90,02(β) Τεύχος 379-Σελ. 138 Το άρθρ. 18 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 15 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. Άρθρ.19.-«1.Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και τούτου απόντος ή κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος και τούτου κωλυομένου ο νόμιμος αντικαταστάτης αυτού, συμφώνως προς την παρ. 5 του άρθρ. 2 του παρόντος: α)Διευθύνει τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, ενεργεί δια την εκτέλεσιν των αποφάσεων αυτού, εκπροσωπεί, κατά τας κειμένας διατάξεις και εντός του πλαισίου των αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου, το Ταμείον εξωδίκως και δικαστικώς και ορίζει μετ’ απόφασιν του Διοικ. Συμβουλίου τους προς τούτο πληρεξουσίου δικηγόρους. Προς τούτοις δε έχει πάσαν αρμοδιότητα, την οποίαν το Διοικ. Συμβούλιον ήθελε δι’ αποφάσεώς του αναθέσει αυτώ κατά τας κειμένας διατάξεις. β)Εποπτεύει επί της ομαλής λειτουργίας των υπηρεσιών του Ταμείου. γ)Υπογράφει τα έγγραφα του Ταμείου και εν γένει πάντα τα έγγραφα, όσα πρόκειται να προσαχθούν ενώπιον των δικαστικών ή άλλων αρχών. δ)Δύναται να αναθέση εις τον Διευθυντήν του Ταμείου την υπογραφήν υπηρεσιακών εγγράφων, μη δυναμένων οπωσδήποτε να δημιουργήσωσιν υποχρεώσεις εις το Ταμείον. 2.Ο Διευθυντής επικυροί δια της υπογραφής του τα αντίγραφα και τα αποσπάσματα των πρακτικών του Διοικ. Συμβουλίου, τα οποία προσυπογράφει και ο Γραμματεύς τούτου». Το άρθρ. 19 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 16 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. 32.Α.ζ.1 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας Υπηρεσία και Προσωπικόν Άρθρ.20.-«1.Το προσωπικόν του Ταμείου αποτελείται εκ των κάτωθι: α)ενός Διευθυντού, β)ενός Προϊσταμένου του Διοικητικού, γ)ενός Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας, δ)δύο λογιστών, ε)τριών γραμματέων, ς)τριών γραφέων, ζ)δύο δακτυλογράφων, η)ενός κλητήρος. Η διάρθρωσις των θέσεων τούτων κατά κλάδους, κατηγορίας και βαθμούς καθορισθήσεται δια του οργανισμού της Υπηρεσίας του Ταμείου. Βλέπε ήδη διατάξεις άρθρ. 3 Π.Δ. 517/1981, ΦΕΚ Α΄ 136, (κατωτ. αριθ. 16). 2.Τα της πληρώσεως των εν παρ. 1 θέσεων καθορισθήσονται δια του οργανισμού του Ταμείου. Οι από του 8ου βαθμού και άνω υπάλληλοι του Ταμείου διορίζονται δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι δε λοιποί δι’ αποφάσεως αυτού. 3.Δι’ ας θέσεις προβλέπεται η διενέργεια διαγωνισμού, δικαίωμα συμμετοχής εις αυτόν έχουσι μόνον τα τέκνα των εν ενεργεία ησφαλισμένων εις το Ταμείον υπαλλήλων και τα των βοηθηματούχων. Εν ελλείψει τοιούτων επαναλαμβάνεται ο διαγωνισμός και γίνονται δεκτοί υποψήφιοι μη υπαγόμενοι εις μίαν των ανωτέρω κατηγοριών. 4.Εις την θέσιν του Διευθυντού του Ταμείου δύναται να διορίζηται άνευ διαγωνισμού και μη ησφαλισμένος ή μη βοηθηματούχος του Ταμείου, έχων πτυχίον Πανεπιστημίου ή άλλης ισοτίμου Ανωτάτης Σχολής της ημεδαπής ή αλλοδαπής και ειδικήν πείραν επί θεμάτων Κοινωνικής ασφαλίσεως συναγομένην εξ επισήμων αποδείξεων ή προϋπηρεσίας κατά την απόλυτον κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου. 5.Ο Διευθυντής παρίσταται κατά τας Συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ως εισηγητής άνευ ψήφου. 6.Το προσωπικόν εν γένει του Ταμείου υπάγεται εις τας διατάξεις του Νόμ. 1811/51 «Περί Κώδικος καταστάσεως των Δημοσίων Διοικητικών υπαλλήλων», ως αύται θέλουσι συμπληρωθή ή τροποποιηθή όσον αφορά τους υπαλλήλους των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Όσον αφορά εις το πειθαρχικόν δίκαιον εφαρμόζονται αι διατάξεις του Νόμ. 1811/51, της ποινής της εγγράφου επιπλήξεως δυναμένης να επιβληθή υπό του Διευθυντού του Ταμείου, της ποινής του προστίμου μέχρι και του ημίσεως των μηνιαίων αποδοχών δυναμένης να επιβληθή υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, πασών δε των λοιπών ποινών επιβαλλομένων δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. 7.Δια σοβαράν υπηρεσιακήν ανάγκην του Ταμείου επιτρέπεται η εις αυτό απόσπασις εν ενεργεία υπαλλήλων ησφαλισμένων εις τούτο μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου το οποίον καθορίζει και τον αριθμόν των αποσπωμένων. Η απόσπασις γίνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μετά γνώμην του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η απόσπασις ενεργείται δι’ έν εξάμηνον κατ’ ανώτατον όριον, δυναμένη ν’ ανανεούται δια το αυτό ή μικρότερον χρονικόν διάστημα κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον. 8.Οι απεσπασμένοι υπάλληλοι μισθοδοτούνται υπό της υπηρεσίας εις ην ανήκουσι, κατά την διάρκειαν όμως της αποσπάσεώς των υπόκεινται εις τον κανονισμόν της υπηρεσίας του Ταμείου και εις την πειθαρχικήν εξουσίαν του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, δυναμένου να επιβάλλη εις τούτους ποινάς μέχρι ποστίμου ίσου προς το ½ των μηνιαίων των αποδοχών. Δια βαρύτερα πειθαρχικά αδικήματα εφαρμόζονται αι κείμεναι διατάξεις περί του προσωπικού της υπηρεσίας εις ην ανήκουσιν. 9.Δεν επιτρέπεται ανάκλησις ή αντικατάστασις των απεσπασμένων υπαλλήλων προ της λήξεως του χρόνου, δι’ ον εγένετο η απόσπασις, εκτός εάν υπάρχη σύμφωνος προς τούτο γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου ή μετετέθησαν εκ της έδρας, εξ ης ενηργήθη η απόσπασίς των εις το Ταμείον. 10.«Η Διεύθυνσις του Ταμείου, κενής ούσης της θέσεως του Διευθυντού, δύναται να ανατίθεται δι’ αποφάσεως μεν του Διοικητικού Συμβουλίου είς τινα των παρ’ αυτών απεσπασμένων ησφαλισμένων, εκ των εχόντων τουλάχιστον τον 4ον βαθμόν ή τον βαθμόν του πρωτοβαθμίου καθηγητού, δι’ αποφάσεως δε του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είς τινα των εν τη περιφερεία της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης υπηρετούντων ησφαλισμένων επί τω αυτώ ως άνω τουλάχιστον βαθμώ μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου». Η παρ. 10 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 13 Β.Δ. 92 της 30 Δεκ. 1959/26 Φεβρ. 1960 (κατωτ. αριθ. 4). «11.Προς αντιμετώπισιν εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών του Ταμείου, δύναται ν’ ανατίθεται, μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, πρόσθετος εργασία κατά τας μη εργασίμους ώρας, εις συνεργείον εξ υπαλλήλων του Ταμείου κατά την διαδικασίαν την οριζομένην υπό των διατάξεων του άρθρ. 10 του Α.Ν. 1538/1950». Το άρθρ. 20 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 17 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. Η παρ. 11 προσετέθη δια της παρ. 2 (Αντί για τη σελ. 90,03(α) Σελ. 90,03(β) Τεύχος Ε72-Σελ. 53 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας 32.Α.ζ.1 άρθρ. 13 Β.Δ 92 της 30 Δεκ. 1959/26 Φεβρ. 1960 (κατωτ. αριθ. 4). άρθρ. 1 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). γ)Της Μέσης και Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως. δ)Των σχολείων Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως. ε)Των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, περιλαμβανομένου και του επί θητεία ανωτέρου και κατωτέρου διδακτικού και βοηθητικού προσωπικού. ς)Του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, και των κατωτέρων Σχολών αυτού, περιλαμβανομένου και του επί θητεία ανωτέρου και κατωτέρου διδακτικού και βοηθητικού προσωπικού αυτών. ζ)«Της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, μόνον οι διδάσκαλοι ξένων γλωσσών, το Διοικητικόν και υπηρετικόν προσωπικόν αυτής ως και οι εν αυτή καθηγηταί της Γυμναστικής». Το εδάφ. ζ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 3 Β.Δ. 92 της 30 Δεκ. 1959/26 Φεβρ. 1960 (κατωτ. αριθ. 4). η)Της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. θ)Της Ακαδημίας Αθηνών και των υπό την δικαιοδοσίαν αυτής υπαγομένων υπηρεσιών του Ιστορικού Λεξικού, του Λαογραφικού Αρχείου, της Εθνικής Μουσικής Συλλογής και του Υδροβιολογικού Ινστιτούτου. ι)Της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. ια΄)«Της σχολιατρικής Υπηρεσίας, πλην των σχολιάτρων». Η περίπτ. ια΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του Άρθρ.21.-«1.Δια την διεξαγωγήν των νομικής φύσεως υπηρεσιών και των δικαστικών υποθέσεων του Ταμείου, ορίζεται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου δικηγόρος, εκ των εν Αθήναις παρ’ Εφέταις, τουλάχιστον τοιούτων, είτε δι’ εκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν, είτε επί συμβάσει κατά τας κειμένας διατάξεις. 2.Η αντιμισθία τούτων καθορίζεται δια της περί ορισμού αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου». Το άρθρ. 21 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 18 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. Άρθρ.22.-«Η λογιστική υπηρεσία του Ταμείου διεξάγεται επί τη βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων «περί Δημοσίου Λογιστικού του Κράτους» και των υπό του Υπουργείου Οικονομικών εκδιδομένων οδηγιών». Το άρθρ. 22 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 19 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. Διαχείρισις, Εποπτεία και ΄Ελεγχος Άρθρ.23.-«1.Άπαντα τα εις μετρητά κεφάλαια του Ταμείου κατατίθενται εις έντοκον λογαριασμόν καταθέσεις όψεως παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ή παρά τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων ή παρά Τραπέζη ορισθησομένη υπό της Νομισματικής Επιτροπής, ανατοκιζόμενα καθ’ εξαμηνίαν. 2.Πάσα είσπραξις ενεργείται δια της Τραπέζης της Ελλάδος ή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή δια της υπό της Νομισματικής Επιτροπής ορισθησομένης, εις περίπτωσιν του παρ’ αυτοίς ως άνω λογαριασμού». Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 15 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 3.Εκάστη πληρωμή ενεργείται μέσω Τραπέζης ή μέσω του αυτού ως άνω Ταμείου. 4.Αι εκ του παρά τη Τραπέζη ή παρά τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων λογαριασμού του Ταμείου αναλήψεις μετρητών ενεργούνται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου δι’ επιταγών υπογραφομένων παρά του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή του νομίμου αναπληρωτού του και προσυπογραφομένων παρά του Διευθυντού του Ταμείου ή του νομίμου αναπληρωτού του. Σελ. 90,04(β) Τεύχος Ε72-Σελ. 54 5.Αι εκ του Ταμείου εντολαί προς πληρωμήν δίδονται δια καταστάσεων ή ειδικών ενταλμάτων υπογραφομένων παρά του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή του νομίμου αναπληρωτού του και του Διευθυντού του Ταμείου ή του νομίμου αναπληρωτού του. 6.«Πάσα καταβολή γίνεται απ’ ευθείας προς τον ενδιαφερόμενον δικαιούχον ή τον δια συμβολαιογραφικού εγγράφου πληρεξούσιον αυτού, τηρουμένης της παρ. 8 του άρθρ. 11 του από 22/23.8.52 Β.Δ/τος, ως αύτη αντικατεστάθη μεταγενεστέρως ως προς την καταβολήν των βοηθημάτων. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις, κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου, δύναται να γίνη η καταβολή και επί τη βάσει εξουσιοδοτικής επιστολής του δικαιούχου εις τον δια ταύτης οριζόμενον, βεβαιουμένης της υπογραφής του δικαιούχου παρά της οικείας Αστυνομικής Αρχής». Η παρ. 6 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 15 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 32.Α.ζ.1 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας Άρθρ.24.-«1.Η εποπτεία της εν γένει λειτουργίας του Ταμείου ως και ο έλεγχος της νομιμότητος των πράξεων του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού ενασκείται υπό του Υπουργού της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ο έλεγχος της ετησίας διαχειρίσεως ενασκείται υπό τριμελούς επιτροπής συγκειμένης εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οριζομένου υπό του Προέδρου αυτού, του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Εντελλομένων Εξόδων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και ενός ανωτέρου υπαλλήλου του αυτού Υπουργείου, οριζομένου υπό του Υπουργού της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η επιτροπή αύτη, μετά το πέρας του ελέγχου των λογιστικών και λοιπών στοιχείων, συντάσσει και υποβάλλει εις τον Υπουργόν Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων λεπτομερή έκθεσιν επί του διενεργηθέντος ελέγχου, βεβαιούσα το «καλώς έχειν» και διατυπούσα τυχόν παρατηρηθείσας ελλείψεις, παραλείψεις ή ανωμαλίας και υποδείξεις περί των ληπτέων μέτρων. Η έκθεσις αύτη κοινοποιείται υποχρεωτικών και προς το Δ.Σ. του Ταμείου». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 14 Β.Δ 92 της 30 Δεκ. 1959/26 Φεβρ. 1960 (κατωτ. αριθ. 4). 2.Δια πάσης φύσεως υπηρεσίαν του Ταμείου εν τω Υπουργείω καθίσταται αρμοδία η Διεύθυνσις Προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. 3.Ο έλεγχος της ταμιακής και διαχειριστικής υπηρεσίας του Ταμείου ενεργείται προληπτικώς. Εν περιπτώσει διαφωνίας του ενεργούντος τον προληπτικόν έλεγχον, το ζήτημα διαφωνίας εισάγεται μετά των παρατηρήσεων του ελεγκτού εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, εφ’ όσον δε τούτο δεν συμφωνήσει προς τας απόψεις του ελεγκτού, παραπέμπεται εις το αρμόδιον Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου». Το άρθρ. 24 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 20 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. Άρθρ.25.-1.Επιτρέπεται η εις το κατά το παρόν Δ/μα συνιστάμενον Ταμείον συγχώνευσις και άλλων υπαρχόντων ή συσταθησομένων Κλαδικών Ασφαλιστικών Ταμείων προσωπικού ετέρων υπηρεσιών της αρμοδιότητος του Υπουργείου της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. 2.Η συγχώνευσις ενεργείται δια Β.Δ/τος εκδιδομένου επί τη προτάσει του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δύο Ταμείων στηριζομένης εις απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου εκατέρου τούτων υπέρ της συγχωνεύσεώς των. Η απόφασις λαμβάνεται δια πλειοψηφίας των 2/3 του συνόλου των αποτελούντων το Διοικητικόν Συμβούλιον μελών. Δια του αυτού Β.Δ/τος καθορίζεται και τίνες εκ των πόρων του συγχωνευομένου Ταμείου διατηρούνται είτε ως έχουν, είτε προσαρμοζόμενοι εις τους κατά το άρθρ. 5 πόρους του Ταμείου του παρόντος Δ/τος. 3.Εις περίπτωσιν καθ’ ην τα Διοικητικά Συμβούλια ήθελον αποφασίσει κατ’ αρχήν την συγχώνευσιν, διαφωνούσιν όμως μεταξύ των ως προς τους όρους ταύτης, τα ζητήματα επί των οποίων δεν συμπίπτουσιν αι απόψεις των δύο Διοικητικών Συμβουλίων υποβάλλονται εις Επιτροπήν αποτελουμένην εκ του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ενός καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών, έδρας σχέσιν εχούσης προς τας ασφαλίσεις, οριζομένου υπό του Πρυτάνεως. Η επιτροπή καθορίζει αμετακλήτως τους όρους της συγχωνεύσεως υποχρεουμένων των Διοικητικών Συμβουλίων να προτείνωσι την συγχώνευσιν εντός τριμήνου το βραδύτερον από της εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής και κατά τους όρους ταύτης. 4.Κατά την περίπτωσιν συγχωνεύσεως οι μέχρι ταύτης ησφαλισμένοι εις το συγχωνευόμενον Ταμείον λογίζονται ως ησφαλισμένοι εις το κατά το παρόν Β.Δ/μα Ταμείον, εφαρμοζομένων επί τούτων των διατάξεων του παρόντος όσον αφορά τα δικαιώματα εν γένει και τας υποχρεώσεις των ησφαλισμένων. Άρθρ.26.-1.Οι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος Δ/τος υπηρετούντες Δημόσιοι υπάλληλοι και υπηρέται οι ανήκοντες εις το μόνιμον και δόκιμον, Ανώτατον, Ανώτερον και κατώτερον προσωπικόν των εν τη παρ. 1 του άρθρ. 3 του παρόντος υπηρεσιών καθίστανται αυτοδικαίως ησφαλισμένοι παρά τω συνισταμένω Ταμείω. Εξερχόμενοι δε εκ της υπηρεσίας δικαιούνται μηνιαίου βοηθήματος υπό τους όρους, τας προϋποθέσεις και τας λοιπάς διατάξεις του Δ/τος τούτου. 2.Εις τον αυτόν επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Δ/τος. (Μετά την σελ. 90,04) Σελ 90,05 258-055 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας 32.Α.ζ.1 άρθρ. 1 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). ιβ)Του Οργανισμού Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.). ιγ)Της Εθνικής Βιβλιοθήκης, των ανά το Κράτος Δημοσίων Βιβλιοθηκών ως και των Γενικών Αρχείων του Κράτους και των Τοπικών Ιστορικών Αρχείων. ιδ)Της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. ιε)Της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και της Εθνικής Πινακοθήκης. ις)Της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων του Εθνικού Μουσείου Κοσμητικών τεχνών, του Σινοϊαπωνικού Μουσείου Κερκύρας και Ωδείου Θεσσαλονίκης. ιζ)Του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. ιη)Του Ταμείου Αρωγής Υπαλλήλων αρμοδιότητος του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. ιθ)Του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών. κ)Της Εθνικής Ακαδημίας Σωματικής Αγωγής. Σελ. 84(γ) Τεύχος Ε72-Σελ. 52 32.Α.ζ.1 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας 2.Εις την ως άνω ασφάλισιν υπάγονται υποχρεωτικώς και: α)Οι Ιεροκήρυκες και οι κληρικοί Εκπαιδευτικοί ανεξαρτήτως της συμμετοχής των εις το Τ.Α.Κ.Ε. β)(Οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί οι υπηρετούντες εις Ελληνικά σχολεία του εξωτερικού, εφ’ όσον η εις τα σχολεία ταύτα υπηρεσία των είναι συντάξιμος και παρέχει αυτοίς το δικαίωμα της διαβαθμίσεως και προαγωγής κατά τας κειμένας διατάξεις) και Η περίπτ. β΄ κατηργήθη και η επομένη περίπτωσις έλαβε το ψηφίον β΄ δια της παρ. 2 άρθρ. 3 Β.Δ. 92 της 30 Δεκ. 1959/26 Φεβρ. 1960 (κατωτ. αριθ. 4). (γ)(β)το προσωπικόν εν γένει των σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. 3.Η κατά τα ανωτέρω ασφάλισις δύναται να επεκταθή και εις το προσωπικόν ετέρων υπηρεσιών ως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου αρμοδιότητος του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, δι’ αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Εργασίας επί τη προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Δια της αποφάσεως ταύτης καθορίζεται και ο τρόπος της καταβολής υπό των ούτω ασφαλιζομένων των κρατήσεων του άρθρ. 5 δια το χρονικόν διάστημα από της συστάσεως του Ταμείου, ή προκειμένου περί των μετ’ αυτήν διοριζομένων, από του διορισμού των, μέχρι της υπαγωγής αυτών εις την ασφάλισιν του παρόντος Δ/τος. (Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων επί τη προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου καθορίζεται εκάστοτε ο τρόπος καταβολής των κατά το άρθρ. 5 κρατήσεων υπό των εκπαιδευτικών λειτουργών των υπηρετούντων εις Ελληνικά σχολεία του Εξωτερικού ως και τα της εξαγοράς υπ’ αυτών οιασδήποτε υπηρεσίας αναγνωριζομένης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος ως χρόνου ενεργού συμμετοχής των εις το Ταμείον). Το εντός ( ) τρίτον εδάφιον κατηργήθη δια της παρ. 4 άρθρ. 3 Β.Δ. 92 της 30 Δεκ. 1959/26 Φεβρ. 1960 (κατωτ. αριθ. 4). 4.(Καταργήθηκε από το άρθρο μόνο του Π.Δ. 401/16-16 Ιουν. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 173). Το άρθρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. Άρθρ.4.-«1.Ως μέλη της οικογενείας του ησφαλισμένου νοούνται προς εφαρμογήν του παρόντος. α)«Η σύζυγος και επί ησφαλισμένης ο άπορος Β΄ κατηγορίας και ανίκανος προς εργασίαν σύζυγος». Η περίπτ. α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 3 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). β)«Τα άγαμα νόμιμα και νομιμοποιηθέντα τέκνα, εφ’ όσον δεν συνεπλήρωσαν το 21ον ή προκειμένου περί φοιτώντων εις τας Ανώτατας Σχολάς το 25ον έτος της ηλικίας των, εξαιρουμένων των ανικάνων προς εργασίαν, ανεξαρτήτως φύλου, τα δε άγαμα θήλεα και ενήλικα όντα, εφ’ όσον στερούνται αποδεδειγμένως ιδίων επαρκών προς συντήρισιν πόρων». Η περίπτ. β΄ τροποποιηθείσα δια του άρθρ. 5 Β.Δ. 92/1960 (κατωτ. αριθ. 4) αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 3 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103) γ)«Οι γονείς, εφ’ όσον αποδεδειγμένως είναι άποροι Β΄ κατηγορίας συνετηρούντο αποκλειστικώς και μόνον υπό του ησφαλισμένου». Η περίπτ. γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 3 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). δ)(Κατηργήθη δια της παρ. 2 άρθρ. 3 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103). 2.(Κατηργήθη δια της παρ. 2 άρθρ. 3 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966, ΦΕΚ Α΄ 103, δι’ ης η επομένη παράγραφος έλαβε αριθμ. 2). (3)2.Η απορία και η ανικανότης διαπιστούται συμφώνως προς τας εκάστοτε κειμένας σχετικά διατάξεις». Το άρθρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955. Πόροι του Ταμείου Άρθρ.5.-«Οι πόροι του Ταμείου συνίστανται: 1)Εκ κρατήσεως επί του συνόλου των επί τη βάσει των μισθολογικών καταστάσεων μηνιαίων αποδοχών εκ του Δημοσίου Ταμείου ή εκ του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου εν γένει των ησφαλισμένων. Αι εν λόγω κρατήσεις ορίζονται: α)Εις 2% δια τους λαμβάνοντας αποδοχάς μέχρι δραχ. 2.100. β)Εις 3% δια τους λαμβάνοντας αποδοχάς από δραχ. 2.101 μέχρι δραχ. 3.000. γ)Εις 4% δια τους λαμβάνοντας αποδοχάς από 3.001 δραχμάς και άνω, ενεργούνται δε εκ των μισθοδοτικών καταστάσεων του Β΄ 15θημέρου εκάστου μηνός, εφ’ όσον αι μηνιαίαι αποδοχαί καταβάλλονται κατά 15θήμερον. (Αντί για τη σελ. 85(β) Σελ. 85(γ) Τεύχος ΙΒ-4-1 Σελ. 15 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Παιδείας 32.Α.ζ.1 2)Εκ κρατήσεως των αποδοχών, κατανεμομένης εις δώδεκα ίσας μηνιαίας δόσεις του πρώτου από του διορισμού 15θημέρου μετ’ αφαίρεσιν των επί του μισθού ενεργουμένων εκάστοτε κατά μήνα κρατήσεων των το πρώτον διοριζομένων (κρατήσεις Μετοχικού Πολιτικών Υπαλλήλων, Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, Φόρος Καθ. Προσόδου κλπ.) ως εκ κρατήσεως, της διαφοράς αποδοχών ενός 15θημέρου των προαγομένων ή λαμβανόντων επίδομα ευδοκίμου υπηρεσίας, ενεργουμένης κατά το πρώτον 15θήμερον μετά την προαγωγήν ή την απονομήν του επιδόματος. 3)Εκ κρατήσεως 5% επί πάσης αμοιβής ή αποζημιώσεως των εις το Ταμείον ησφαλισμένων λόγω παροχής προσθέτου εις το Κράτος ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου υπηρεσίας πάσης φύσεως. Εις την κράτησιν ταύτην υπόκεινται μόνον τα πάσης φύσεως εξέταστρα και παράβολα. 4)Εκ δωρεών, κληρονομιών, κληροδοτημάτων και πάσης άλλης χαριστικής αιτίας παροχής προς το Ταμείον. 5)Εκ των τόκων και εν γένει των προσόδων των κεφαλαίων και πάσης περιουσίας του Ταμείου». Το άρθρ. 5, τροποποιηθέν δια του άρθρ. 5 Β.Δ. 26 Ιουλ./10 Αυγ. 1955, αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 Β.Δ. 397 της 25 Απρ./11 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 103).

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.