📄 Κείμενο νόμου
1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 7/9 Οκτ. 1958 Περί συστάσεως και Οργανώσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Ραδιοφωνίας. Έχοντες υπ’ όψιν τας διατάξεις του άρθρ. 12 του Ν.Δ. 3778/1957 «περί κυρώσεως πράξεων Υπουργικού Συμβουλίου αφορωσών το Εθνικόν ΄Ιδρυμα Ραδιοφωνίας και άλλων συναφών διατάξεων», ως και την υπ’ αριθ. 238/7.5.58 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει των Ημετέρων επί της Εργασίας και Προεδρίας της Κυβερνήσεως Υπουργών, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Γενικοί ορισμοί ΄Αρθρ.1.-«1.Συνιστάται Ταμείον επικουρικής ασφαλίσεως των υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και άλλων συναφών προς ταύτα υπηρεσιών και οργανισμών, υπό τον τίτλον «Ταμείον επικουρικής ασφαλίσεως υπαλλήλων Ραδιοφωνίας και Τουρισμού, ή κατά σύντμησιν (Τ.Ε.Α.Υ.Ρ.Τ.)». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 155 της 2/18 Μαρτ. 1961 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 46). 2.Το Ταμείον αποτελεί ίδιον Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου εδρεύον εν Αθήναις, τελούν υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Κράτους ασκουμένην υπό του Υπουργού της Εργασίας, όπου δε εν τω παρόντι καθορίζεται και υπό του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως. Σκοπός του Ταμείου ΄Αρθρ.10.-1.Αι υπό του Ταμείου χορηγούμεναι παροχαί προς ησφαλισμένους εν περιπτώσει επελεύσεως ασφαλιστικής τινός περιπτώσεως εκ των εν άρθρ. 11 του παρόντος αναφερομένων συνίσταται εις τακτικόν περιοδικόν βοήθημα καταβαλλόμενον εις τον δικαιούχον κατά μήνα και εις εφ’ άπαξ χρηματικόν βοήθημα εις πάντα δικαιούμενον περιοδικού τοιούτου. Δικαιούμενοι παροχών ΄Αρθρ.11.-1.«Δικαίωμα εις την απόληψιν τακτικού περιοδικού βοηθήματος, έχει πας ησφαλισμένος εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Εάν ο ησφαλισμένος αποχωρήση λόγω παραιτήσεως εκ της Υπηρεσίας, διακοπτομένης της περαιτέρω ασφαλίσεως και έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 300 μήνας συνταξίμου υπηρεσίας. β)Εάν ο ησφαλισμένος αποχωρήση της υπηρεσίας λόγω πειθαρχικής καταδίκης και έχει διανύσει 300 τουλάχιστον μήνας συνταξίμου υπηρεσίας. γ)Εάν ο ησφαλισμένις αποχωρήση της υπηρεσίας εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας πλην της «περιπτώσεως» πειθαρχικής καταδίκης εφ’ όσον πρόκειται περί μονίμου υπαλλήλου, ή λόγω καταγγελίας ή λήξεως της συμβάσεως, εφ’ όσον πρόκειται περί υπαλλήλου επί συμβάσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 240 μήνας συνταξίμου υπηρεσίας. Η λέξις «περίπτωσις» διωρθώθη ως άνω δια Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Α΄ 108 της 12 Ιουν. 1969. δ)Εάν ο ησφαλισμένιος αποχωρήση της υπηρεσίας λόγω ορίου ηλικίας ή λόγω οπωσδήποτε συνταξιοδοτήσεώς του υπό του φορέως κυρίας ασφαλίσεως λόγω γήρατος, κέκτηται δε τουλάχιστον 180 μήνας συνταξίμου υπηρεσίας παρά τω Ταμείω. ε)Εάν ο ησφαλισμένος αποχωρήση της υπηρεσίας λόγω ατυχήματος ή νοσήματος ψυχικού ή σωματικού καθιστώντος τούτον ανίκανον δια την περαιτέρω άσκησιν των καθηκόντων του και έχει διανύσει τουλάχιστον 120 μήνας συνταξίμου υπηρεσίας. 39.Κ.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. ς)Εάν ο ησφαλισμένος καταστή ανίκανος προς πάσαν εργασίαν λόγω ατυχήματος ή νόσου, επισυμβάντος εν υπηρεσία και προδήλως και αναμφισβητήτως προελθόντος εκ ταύτης και ένεκα ταύτης. Εν τη περιπτώσει ταύτη ο ησφαλισμένος θεωρείται ως έχων συμπληρώσει 240 μήνας συνταξίμου υπηρεσίας, ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως, εφ’ όσον δεν συντρέχει ετέρα πλέον ευνοϊκή περίπτωσις. ζ)Ησφαλισμέναι γυναίκες έγγαμοι, εν χηρεία ή εν διαζεύξει μετ’ ανηλίκων τέκνων, δικαιούνται τακτικού περιοδικού βοηθήματος, εφ’ όσον αποχωρήσουν της υπηρεσίας και έχουν συμπληρώσει 180 τουλάχιστον μήνας συνταξίμου υπηρεσίας. η)Ησφαλισμέναι γυναίκες (αα)άγαμοι και (ββ), εν χηρεία ή εν διαζεύξει άνευ τέκνων, δικαιούνται τακτικού περιοδικού βοηθήματος εφ’ όσον αποχωρήσουν της υπηρεσίας και έχουν συμπληρώσει 240 τουλάχιστον μήνας συνταξίμου υπηρεσίας». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. ΙΙ Α΄ άρθρου μόνου Β.Δ. 313 ΤΗΣ 7/15 Μαΐου 1969 (ΦΕΚ Α΄ 90). «2.Εις απόληψιν βοηθήματος, δικαιούνται και οι δικαιοδόχοι θανόντος ησφαλισμένου, εφ’ όσον ούτος είχε συμπληρώσει τουλάχιστον 120 μήνας συνταξίμου υπηρεσίας, εκτός εάν ο θάνατος επήλθε εκ περιπτώσεως προβλεπομένης υπό του εδαφ. ς΄ παρ. 1 του παρόντος άρθρου ήτοι εν υπηρεσία και ένεκα ταύτης, οπότε εφαρμόζονται αι διατάξεις του οικείου εδαφίου». Η παρ. 2 προσετέθη και αι επόμεναι παράγραφοι ηριθμήθησαν αναλόγως δια της παρ. ΙΙ Β, Γ και Δ άρθρου μόνου Β.Δ. 313 της 7/15 Μαΐου 1969 (ΦΕΚ Α΄ 90). 3.Εις πάσας τας περιπτώσεις τας προβλεπομένας εν τω παρόντι άρθρω ο μην θεωρείται ως έχον 30 ημέρας. Υπόλοιπον ημερών, εφ’ όσον υπερβαίνει τας 15 ημέρας, θεωρείται ως ακέραιος μην. 4.Πας εξ οιασδήποτε αιτίας καθιστάμενος βοηθηματούχος επανερχόμενος εις την υπηρεσίαν και επανεγγραφόμενος εις την ασφάλισιν υποχρεούται εις την επιστροφήν πάντων των οιωδήποτε εκ του Ταμείου αποληφθέντων, εντόκως προς 6%. ΄Αρθρ.12.-«1)Η διαπίστωσις της ανικανότητος συνεπεία νόσου, ατυχήματος ή αναπηρίας, κατά την έννοιαν των διατάξεων των εδαφ. (δ΄)ε΄και (ε΄)ς΄ της παρ. 1 του άρθρ. 11 του παρόντος ενεργείται, κατόπιν παραπεμπτικής αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, παρά των αρμοδίων Υγειονομικών Οργάνων του φορέως κυρίας ασφαλίσεως εις ον ανήκει ο ησφαλισμένος, τηρουμένης της οικείας διαδικασίας, αι δε δαπάναι βαρύνουν το Ταμείον. 2)Αι τελεσίδικοι αποφάσεις των αρμοδίων Υγειονομικών Οργάνων, εις α παραπέμπονται παρά του φορέως κυρίας ασφαλίσεως οι παρ’ αυτώ ησφαλισμένοι και δι’ ων διεπιστώθη η ανικανότης λόγω νόσου, ατυχήματος ή αναπηρίας, κατά έννοιαν καλυπτομένην και υπό των διατάξεων των εδαφ. (δ΄)ε΄ και (ε΄)ς΄ της παρ. 1 του άρθρ. 11 του παρόντος θεωρούνται και δια το Ταμείον υποχρεωτικαί, προκειμένου, εν συσχετισμώ μετά των λοιπών προϋποθέσεων να ληφθή απόφασις περί παροχής τακτικού περιοδικού βοηθήματος. Τα εις τας ανωτέρω παρ. 1 και 2 μνημονευόμενα εδάφ. δ΄ και ε΄ μετεγραμματίσθησαν εις ε΄ και ς΄ αντιστοίχως ως άνω δια της παρ. VII άρθρου μόνου Β.Δ. 313 της 7/15 Μαΐου 1969 (ΦΕΚ Α΄ 90). 3)Αι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου ισχύουν και δια τους από της συστάσεως του Ταμείου και εντεύθεν αποχωρήσαντας της υπηρεσίας ησφαλισμένους. 4)Η διάταξις της παρ. 3 του άρθρ. 11 του παρόντος Β.Δ/τος δεν εφαρμόζεται δια τους κατά τα ανωτέρω βοηθηματούχους». Το άρθρ. 12 αντικατεστάθη ως άνω δια του Β.Δ. 367 της 28 Απρ./3 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 97). Τρόπος αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας ΄Αρθρ.13.-1.Εις αναγνώρισιν και προσμέτρησιν προϋπηρεσίας ως εν ασφαλίσει διαδραμούσης δικαιούνται: α)Οι συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος δικαιούμενοι εγγραφής εις το Ταμείον. β)«Οι εν τω μέλλοντι δικαιωθησόμενοι εγγραφής εις το Ταμείον συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος. Δια τους εν τω παρόντι εδαφίω αναφερομένους το δικαίωμα εξαγοράς και προσμετρήσεως προϋπηρεσιών, δεν δύναται να ασκηθή ειμή μετά πάροδον 10ετούς εν πραγματική ασφαλίσει υπηρεσίας». Το εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. ΙΙΙ άρθρου μόνου Β.Δ. 313 της 7/15 Μαΐου 1969 (ΦΕΚ Α΄ 90). 2.«Η κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου δυναμένη να εξαγορασθή και προσμετρηθή ως εν ασφαλίσει διανυθείσα προϋπηρεσία, δεν δύναται οπωσδήποτε να υπερβή τους 60 μήνας, εξαιρέσει των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπηρετούντων, οίτινες δύνανται να εξαγοράσωσι και προσμετρήσωσιν 120 μήνας». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. ΙΙΙ άρθρου μόνου Β.Δ. 313 της 7/15 Μαΐου 1969 (ΦΕΚ Α΄ 90). (Αντί για τη σελ. 929(ζ) Σελ. 929(η) Τεύχος Ζ23-Σελ. 115 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. 39.Κ.α.1 «3.Το δικαίωμα της αναγνώρισης και προσμέτρησης των προϋπηρεσιών που προβλέπει το άρθρ. 9 του από 7/9.10.58 Β.Δ/τος, μπορεί να το ασκήσει ο δικαιούμενος οποτεδήποτε και μέχρι της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, μετά από υποβολή σχετικής αίτησης προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου». Η παρ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρο μόνο Π.Δ. 489/14-21 Δεκ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 184). 4.Συν τη αιτήσει δέον να συνυποβληθώσιν επίσημα αποδεικτικά οποτεδήποτε εκδιδόμενα πάσης αρμοδίας αρχής ή οργανισμού, περί της προϋπηρεσίας του αιτούντος, μετά πασών των ενδείξεων και υπηρεσιακής αυτού καταστάσεως και μετά βεβαίας ημερομηνίας ενάρξεως και λήξεως της παρ’ εκάστω τούτων υπηρεσίας αυτού. 5.΄Αμα τη παραλαβή η αίτησις μετά πάντων των σχετικών διαπέμπεται εις ειδικήν 3μελή Επιτροπήν, συγκροτουμένην υπό του Δ.Σ. κατά τας διατάξεις του άρθρ. 5 παρ. 12 του παρόντος, ήτις αναθέτει εις έν εκ των μελών της, την μελέτην, έρευναν και εισήγησιν επί της υποθέσεως. Επί της εισηγήσεως η Επιτροπή εκδίδει γνωμάτευσιν εφ’ ης οριστικώς αποφασίζει το Δ. Συμβούλιον ή επιστρέφει τον φάκελλον προς συμπλήρωσιν εφ’ όσον κρίνει ότι ελλείπουν ουσιώδη στοιχεία. Η Επιτροπή προς σχηματισμόν γνώμης δικαιούται να καλέση τον αιτούντα προς παροχήν προφορικών εξηγήσεων, ως και πάντα δυνάμενον ον ο αιτών θα επεκαλείτο ως μάρτυρα, δεν δύναται όμως να στηριχθή μόνον επί μαρτυριών, εφ’ όσον το βασικόν αίτημα δεν προκύπτει εξ επισήμων εγγράφων και στοιχείων. 6.Η απόφασις του Δ. Συμβουλίου κοινοποιείται εις τον αιτούντα και ενεργείται σχετική εγγραφή εις την εν τω μητρώω μερίδα αυτού τιθεμένων και των σχετικών εγγράφων εις τον ατομικόν αυτού φάκελλον. 7.Η κατά τα ανωτέρω αναγνωριζομένη ως εν ασφαλίσει διανυθείσα υπηρεσία υπόκειται εις εξαγοράν. Το ποσόν της εξαγοράς δέον να καταβληθή εξ ολοκλήρου εντός 5ετίας το πολύ από της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου της αναγνωριζούσης την προϋπηρεσίαν και επιτρεπούσης την προσμέτρησιν και εξαγοράν αυτής. «8.α.Η εξαγορά του αναγνωριζομένου, ως συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας, ενεργείται δια καταβολής υπό του ησφαλισμένου, καθ’ έκαστον μήνα, προσθέτου ειδικής εισφοράς ίσης προς το άθροισμα της εκάστοτε εισφοράς ησφαλισμένου και συνεισφοράς εργοδότου. Η εν λόγω πρόσθετος ειδική εισφορά καταβάλλεται επί τόσους μήνας, όσοι οι μήνες του αναγνωριζομένου χρόνου. Σελ. 930(η) Τεύχος Ζ23-Σελ. 116 β.Εν περιπτώσει επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου προ της, κατά την προηγουμένην παράγραφον του παρόντος, ολοσχερούς εξαγοράς του αναγνωρισθέντος χρόνου, ο μη εξαγορασθείς χρόνος λαμβάνεται υπ’ όψιν ως συντάξιμος, από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου εντός του οποίου έλαβε χώραν η καταβολή εφ’ άπαξ ποσού ίσου προς το προκύπτον εκ του πολλαπλασιασμού της μηνιαίας προσθέτου ειδικής εισφοράς του τελευταίου μηνός ασφαλίσεως επί τον αριθμόν των υπολοίπων προς αναγνώρισιν μηνών». Η παρ. 8 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Π.Δ. 691 της 8/8 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 298). 39.Κ.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. 9.Εν η περιπτώσει κατά το μέχρι 31 Δεκ. 1962 διάστημα χορηγηθή υπό του Ταμείου περιοδικόν βοήθημα, δια του εν εδαφ. δ΄, ε΄ και ς΄, παρ. 1 άρθρ. 11 του παρόντος χωρίς παραλλήλως να έχη εν όλω ή εν μέρει καταβληθή η εξ εξαγοράς προϋπηρεσίας οφειλή του ησφαλισμένου τότε το ποσόν της οφειλής θα κρατήται δια δόσεων μέχρι 50% επί του χορηγουμένου εις αυτόν ή τους δικαιούχους μηνιαίου περιοδικού βοηθήματος. «Ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Ραδιοφωνίας και Τουρισμού, απωλέσαντες το κατά το άρθρ. 13 του Καταστατικού αυτού δικαίωμα αναγνωρίσεως ως συνταξίμου χρόνου των υπό του άρθρ. 9 οριζομένων προϋπηρεσιών, δύνανται να ασκήσωσι το δικαίωμα τούτο, δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης προς το Ταμείον, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος». Η ανωτέρω εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια του άρθρ. 2 Π.Δ. 691 της 8/8 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 298). «Ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Ραδιοφωνίας και Τουρισμού, οι οποίοι απώλεσαν το κατά το άρθρ. 13 του Καταστατικού αυτού δικαίωμα αναγνωρίσεως ως συνταξίμου χρόνου των υπό του άρθρ. 9 του 7/9.10.58 Β.Δ/τος οριζομένων προϋπηρεσιών δύνανται να ασκήσωσι το δικαίωμα τούτο δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης προς το Ταμείον, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 4 μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος». Η ανωτέρω μεταβατική διάταξη προστέθηκε από το άρθρο μόνο Π.Δ. 627/15-23 Ιουν. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 158). Αναγνώρισις δικαιώματος προς απόληψιν βοηθήματος ΄Αρθρ.14.-1.Το προς απόληψιν βοηθήματος δικαίωμα γεννάται άμα τη επελεύσει ασφαλιστικής τινός περιπτώσεως, εκ των εν άρθρ. 12 του παρόντος αναφερομένων, ανεξαρτήτως του χρόνου καθ’ ον ήθελε μεταγενεστέρως βεβαιωθή τούτο και εκδοθή η σχετική πράξις του Δ.Σ. του Ταμείου. 2.Από της ημερομηνίας της γενέσεως του δικαιώματος άρχεται και το δικαίωμα προς απόληψιν βοηθήματος. Αποδοχαί εφ’ ων υπολογίζεται το βοήθημα ΄Αρθρ.15.-1.«Ως αποδοχαί βάσει των οποίων υπολογίζεται το απονεμόμενον περιοδικόν βοήθημα νοούνται αι αποδοχαί του τελευταίου μηνός της υπηρεσίας του ησφαλισμένου ως κατωτέρω καθορίζονται: Εάν κατά το διάστημα του τελευταίου 12μήνου ο επί οιαδήποτε συμβάσει τελών ησφαλισμένος έλαβε διαφόρους κατά μήνα αποδοχάς, τότε προς υπολογισμόν τούτων λαμβάνεται ο μέσος όρος των αποδοχών ολοκλήρου του 12μήνου τούτου. Η παρ. I τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. IV άρθρου μόνου Β.Δ. 313/7-15 Μαΐου 1969 (ΦΕΚ Α΄ 90). «2.Ως αποδοχές νοούνται για τους μονίμους υπαλλήλους ή για τους Δημοσίους Υπαλλήλους που υπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου, ο εκάστοτε βασικός μισθός, τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας, οικογενειακών βαρών και οι μισθολογικές διαφορές για ευδόκιμη παραμονή στον ίδιο βαθμό η εξάντληση της ιεραρχίας, η συνταξιοδοτική εισφορά και για τους ασφαλισμένους του ΕΟΤ το ειδικό Τουριστικό επίδομα-επίδομα θέσης, εφόσον για αυτό καταβάλλονται εισφορές». Η παρ. 2, όπως τροποποιήθηκε από την IV άρθρο μόνο Β.Δ. 313/7-15 Μαΐου 1969 και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Ι άρθρου μόνου Π.Δ. 23-25 Απρ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 54) η οποία σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η ισχύς της αρχίζει 12 μήνας πριν από το μήνα δημοσίευσης του Δ/τος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Δια τους επί συμβάσει οπωσδήποτε τελούντας, ως αποδοχαί νοούνται αι εν τη οικεία συμβάσει προβλεπόμεναι. 4.Ειδικώτερον δεν λογίζονται ως αποδοχαί τα έξοδα κινήσεως, τα επιδόματα ειδικότητος, μελετών ή προσθέτων εργασιών, αι αποζημιώσεις λόγω συμμετοχής εις συνεργεία, συμβούλια, επιτροπάς, τα οδοιπορικά έξοδα εκτός και εντός έδρας, καθώς και αι αμοιβαί λόγω υπερωριακής, ημεραργιακής και νυκτερινής εργασίας. Επίσης δεν νοούνται ως αποδοχαί τα επιδόματα λόγω ακριβείας βίου. Εν ουδεμιά περιπτώσει το χορηγούμενον βοήθημα δύναται να υπολογίζεται επί συνταξίμων αποδοχών ανωτέρων των εκάστοτε τοιούτων του βαθμού 1ου της δημοσίας διοικητικής ιεραρχίας. Αναστολή δικαιώματος ησφαλισμένων ΄Αρθρ.2.-Σκοπός του Ταμείου είναι η επικουρική ασφάλισις των εν τω παρόντι διατάγματι αναφερομένων προσώπων δια της χορηγήσεως εις τα πρόσωπα ταύτα, καθώς και εις τα υπό των οικείων διατάξεων του παρόντος οριζόμενα μέλη των οικογενειών αυτών, περιοδικών και εφ’ άπαξ παροχών προβλεπομένων εν τω παρόντι, εν περιπτώσει επελεύσεως ασφαλιστικής τινος περιπτώσεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Διοίκησις του Ταμείου Σύνθεσις Διοικητικού Συμβουλίου ΄Αρθρ.16.-1.Στερείται του δικαιώματος προς απόληψιν βοηθήματος ο καθιστάμενος ανάπηρος εκ προθέσεως, ή ο καταδικασθείς δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως επί κακουργήματι προβλεπομένω υπό των άρθρ. 59, 60 και 61 του ποινικού Νόμου. Εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα εκ των εν άρθρ. 18 αναφερομένων έχοντα δικαίωμα προς απόληψιν βοηθήματος εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου ταύτα δικαιούνται βοηθήματος κατά το ποσοστόν το προβλεπόμενον εν άρθρ. 20 του παρόντος. 2.Το εις το περιοδικόν βοήθημα δικαίωμα μελών οικογενείας απόλλυται εάν ταύτα καταδικασθώσι δι’ αποφάσεων ποινικού δικαστηρίου δια πράξιν συνέπεια της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή βοηθηματούχου. (Αντί για τη σελ. 930,01(γ) Σελ. 930,01(δ) Τεύχος Ζ23-Σελ. 117 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. 39.Κ.α.1 Δικαιοδόχοι λόγω θανάτου ΄Αρθρ.17.-1. Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου και εφ’ όσον συντρέχουσιν αι ασφαλιστικαί προϋποθέσεις αι προβλεπόμεναι υπό του άρθρ. 11 του παρόντος Δ/τος, ή θανάτου βοηθηματούχου του Ταμείου δικαιούνται εις απόληψιν βοηθήματος. α)Η χήρα σύζυγος και επί ησφαλισμένης ο άπορος και ανίκανος προς εργασίαν σύζυγος εφ’ όσον η συντήρησίς του εβάρυνε την θανούσαν. β)Τα άγαμα τέκνα του ησφαλισμένου ή της ησφαλίσμένης (νόμιμα ή νομιμοποιημένα) τα μεν άρρενα μέχρις ηλικίας 21 ετών, τα δε θήλεα μέχρι του 25ου. Εις ην περίπτωσιν τα τέκνα συνεχίζουσι τας σπουδάς των το δικαίωμά των διαρκεί μέχρι του 23ου έτους της ηλικίας των. Μη υπαρχόντων νομίμων ή νομιμοποιημένων τέκνων δικαιούνται απολήψεως του βοηθήματος υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις και τα υιοθετηθέντα τέκνα ων η υιοθεσία έλαβε χώραν 2 τουλάχιστον έτη προ του θανάτου. γ)Οι γονείς του ησφαλισμένου ή βοηθηματούχου εφ’ όσον είναι άποροι και συνετηρούντο υπό τούτου. «δ.Τα ανάπηρα και ανίκανα για εργασία παιδιά ασφαλισμένων, δικαιούνται μηνιαίου βοηθήματος, ανεξάρτητα από το όριο ηλικίας, έστω και αν τέλεσαν γάμο πριν ή μετά τη συνταξιοδότησή τους, εφόσον η αναπηρία τους ή η ανικανότητά τους για εργασία, βεβαιώνεται με γνωμάτευση των αρμοδίων υγειονομικών οργάνων του φορέα κύριας ασφάλισης». Η περίπτ. δ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρο μόνο Π.Δ. 311/25 Ιουλ.-10 Αυγ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 114). 2.Η χήρα σύζυγος ή χήρος σύζυγος δεν δικαιούται βοηθήματος εις την ακόλουθον περίπτωσιν: Εάν ο θάνατος του συζύγου ή της συζύγου επήλθε προ της παρόδου 6 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός: α)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα επελθόν εν τη υπηρεσία και προελθόν ένεκα ταύτης. β)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενιμοποιήθη τέκνον και γ)Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. 3.Οι κατά τ’ ανωτέρω δικαιοδόχοι στερούνται παντός δικαιώματος έναντι του Ταμείου άμα τη τελέσει γάμου. Διαδικασία απονομής βοηθήματος ΄Αρθρ.18.-1.Τα περιοδικά βοηθήματα απονέμονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Η αίτησις δέον να συνοδεύεται υπό παντός απαραιτήτου πιστοποιητικού όπερ ήθελε ζητηθή υπό της υπηρεσίας του Ταμείου. Σελ. 930,02(δ) Τεύχος Ζ23-Σελ. 118 2.Το Δ.Σ. εξετάζον την υποβληθείσαν αίτησιν, διαπιστώνον την ύπαρξιν ασφαλιστικής τινός περιπτώσεως εκ των εν άρθρ. 11 αναφερομένων και εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα δικαιολογητικά είναι πλήρη, υποχρεούνται όπως εντός 3 μηνών από της υποβολής εκδώση την σχετικήν απόφασίν του. Εν περιπτώσει καθ’ ην η υποβολή των δικαιολογητικών πραγματοποιηθή εις χρόνον μεταγενέστερον της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως, η κατά τ’ ανωτέρω προθεσμία άρχεται από της υποβολής του τελευταίου δικαιολογητικού. Χρόνος ενάρξεως και λήξεως δικαιώματος ΄Αρθρ.19.-1.Η καταβολή περιοδικού βοηθήματος άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός καθ’ ον έλαβον χώραν τα επενεργούντα το δικαίωμα γεγονότα. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν δύναται αύτη να ανατρέξη εις χρόνον ανώτερον του έτους προ της υποβολής της αιτήσεως περί απονομής βοηθήματος. 2.Το δικαίωμα εις απόληψιν περιοδικού βοηθήματος λήγει εις το τέλος του μηνός καθ’ ον έλαβε χώραν ο θάνατος του βοηθηματούχου, ή επί της χήρας δικαιοδόχου, εις το τέλος του μηνός καθ’ ον συνήψε νέον γάμον. Επί τέκνων, των μεν αρρένων εις το τέλος του μηνός καθ’ ον φέρονται συμπληρώσαντα το 21ον ή το 23ον έτος της ηλικίας των κατά την διάκρισιν της παρ. 1 του εδαφ. β΄ του άρθρ. 17 του παρόντος επί θηλέων δε εις το τέλος του μηνός καθ’ ον φέρονται συμπληρώσαντα το 25ον έτος ή καθ’ ον ετέλεσαν γάμον. «3.Η εκ του Ταμείου απόληψις τακτικού περιοδικού βοηθήματος κατά τας διατάξεις των εδαφ. (δ)ε΄ και (ε΄)ς΄ της παρ. 1 του άρθρ. 11 του παρόντος διαρκεί εφ’ όσον χρόνον ορίζουν αι σχετικαί αποφάσεις των κατά τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 12 του παρόντος αρμοδίων Υγειονομικών Οργάνων». Η παρ. 3 προσετέθη δια του Β.Δ. 367 της 28 Απρ./3 Μαΐου 1966 (ΦΕΚ Α΄ 97). Τα εν τη ανωτέρω παρ. 3 μνημονευόμενα εδάφ. δ΄ και ε΄ μετεγραμματίσθησαν εις ε΄ και ς΄ αντιστοίχως ως άνω δια της παρ. VII άρθρου μόνου Β.Δ. 313 της 7/15 Μαΐου 1969 (ΦΕΚ Α΄ 90). 39.Κ.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. Προσδιορισμός ποσού περιοδικού βοηθήματος ΄Αρθρ.20.-1.Το απονεμόμενον εις τους κατά το παρόν δικαιούχους περιοδικόν βοήθημα ορίζεται μηνιαίον υπολογίζεται δε επί ποσοστού ίσου προς τα 60% των αποδοχών του ησφαλισμένου ως αύται καθορίζονται εν άρθρ. 15 του παρόντος. 2.Το πλήρες βοήθημα είναι ίσον προς τα 60% των κατά τ’ ανωτέρω οριζομένων αποδοχών. Προς υπολογισμόν του απονεμητέου βοηθήματος λαμβάνονται τόσα 36στά των 60 εκατοστών των αποδοχών όσοι οι μήνες οι διανυθέντες υπό του δικαιούχου εν ασφαλίσει. 3.(Κατηργήθη δια του Β.Δ. 57 της 15/15 Φεβρ. 1964, (ΦΕΚ Α΄ 31). 4.Οι εν τω μέλλοντι καθιστάμενοι μέτοχοι του Ταμείου δεν δύνανται οπωσδήποτε να δικαιωθώσι περιοδικού ή εφ’ άπαξ βοηθήματος, εάν μετά των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρ. 11 δεν συντρέχει δια τούτους και 10ετής υπηρεσία διανυθείσα εν πραγματική ασφαλίσει. Της παρούσης εξαιρούνται οι δικαιωθησόμενοι βοηθήματος ή δικαιοδόχοι αυτών δια την περίπτωσιν του εδαφ. ς΄ παρ. 1 του άρθρ. 11 του παρόντος. ΄Αρθρ.21.-1.Το ποσόν του μηνιαίου βοηθήματος εις το οποίον δικαιούται η χήρα σύζυγος (ή χήρος) ισούται προς τα 60% του βοηθήματος όπερ ελάμβανεν ή εις ο εδικαιούτο ο ησφαλισμένος. 2.Το ποσόν του κατά τα ανωτέρω παρεχομένου εις την χήραν (ή χήρον) βασικού μηνιαίου βοηθήματος προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 20% δι’ έκαστον τέκνον αυτού (αυτής) και μέχρι συμπληρώσεως των 100% του ποσού του βοηθήματος όπερ θα εδικαιούτο ο ησφαλισμένος. 3.Εάν θανόντος του ησφαλισμένου δεν υπάρχει σύζυγος αλλά μόνον τέκνα, τότε εάν μεν υφίσταται έν μόνον τέκνον τούτο δικαιούται εις βοήθημα ίσον προς τα 50% του βοηθήματος εις ο εδικαιούτο ή ελάμβανεν ο ησφαλισμένος, εάν δε υπάρχουν πλείονα τέκνα τότε δι’ έκαστον επί πλέον προστίθεται ποσοστόν 10% και μέχρι συμπληρώσεως ποσού ίσου προς τα 100% του βοηθήματος εις ο εδικαιούτο ή ελάμβανεν ο ησφαλίσμένος. Εις το ούτω διαμορφούμενον βοήθημα δικαιούται έν έκαστον των τέκνων κατ’ ίσην μοίραν. 4.Θανούσης και της χήρας (ή χήρου) εφ’ όσον υπάρχουν τέκνα συγκεντρούντα τας προϋποθέσεις της σχετικής διατάξεως, ταύτα δικαιούνται εις απόληψιν βοηθήματος ίσου προς το καθοριζόμενον δια της προηγουμένης παρ. 3. 5.Μη υπαρχόντων συζύγου ή τέκνων το ποσόν του βοηθήματος της χήρας μητρός ή του χήρου πατρός εφ’ όσον είναι άπορος ή συνετηρείτο υπό του ησφαλίσμένου ή βοηθηματούχου, είναι ίσον προς τα 30% του βοηθήματος του θανόντος. Υπαρχόντων αμφοτέρων των κατά τα ανωτέρω γονέων το ποσόν του βοηθήματος ισούται προς τα 50% του βοηθήματος του θανόντος. Τρόπος και χρόνος πληρωμής βοηθήματος ΄Αρθρ.22.-1.Αι πληρωμαί του περιοδικού βοηθήματος γίνονται προς αυτούς τούτους τους δικαιούχους ή τους νομίμους εκπροσώπους αυτών. 2.Ως νόμιμοι εκπρόσωποι λογίζονται οι δια δικαστικού πληρεξουσίου (συμβολαιογραφικής πράξεως) οριζόμενοι ειδικοί πληρεξούσιοι ή κηδεμόνες ή επίτροποι στερουμένων κατά Νόμον της ελευθέρας διαχειρήσεως της περιουσίας των. 3.Τα βοηθήματα καταβάλλονται εν αρχή εκάστου μηνός, καθ’ εξάμηνον δε δέον να προσκομίζεται πιστοποιητικόν της αρμοδίας αστυνομικής αρχής ή ετέρας καθοριζομένης δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εξ ου να βεβαιούται ότι δεν συνέβη εις τους δικαιούχους γεγονός εκ των επιφερόντων παύσιν ή ελλάτωσιν του παρεχομένου βοηθήματος. Εφ’ άπαξ βοήθημα ΄Αρθρ.23.-Δια Β.Δ/τος θέλει ορισθή ο χρόνος ενάρξεως παροχής εφ’ άπαξ βοηθήματος, το ύψος τούτου, ο τρόπος και η εν γένει διαδικασία παροχής τούτου, ως και οι τρόποι επί των οποίων θα στηρίζεται η τοιαύτη παροχή. Κατάσχεσις και εκχώρησις παροχών ΄Αρθρ.3.-1-11.(Αναφερόμεναι εις την σύνθεσιν του Διοικητικού Συμβουλίου, αντικατεστάθησαν δια των διατάξεων της υπ’ αριθ. 73/458/1964 αποφ. Υπ. Εργασίας, κατωτ. αριθ. 2). 12.Ο Πρόεδρος διευθύνει τας εργασίας του Δ.Σ. και εκπροσωπεί το Ταμείον μετά του Διευθύνοντος Συμβούλου, εξωδίκως, δικαστικώς και κατά πάσας τας σχέσεις αυτού, υπογράφει δε μετά τούτου και πάντα τα προς Υπουργεία απευθυνόμενα έγγραφα ή τοιαύτα δι’ ων αμέσως ή εμμέσως αναλαμβάνονται υπό του Ταμείου υποχρεώσεις ή δι’ ων σκοπείται εκτέλεσις αποφάσεων του Δ.Σ. (Αντί για τη σελ. 925(β) Σελ. 925(γ) Τεύχος 1204-Σελ. 95 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. 39.Κ.α.1 13.Οι Αντιπρόεδροι αναπληρούν τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον κατά την τάξιν ηλικίας ή εφ’ όσον αμφότεροι είναι δημόσιοι υπάλληλοι κατά προβάδισμα του βαθμού ή μεταξύ ομοιοβάθμων της αρχαιότητος. 14.Του Δ.Σ. του Ταμείου μετέχει ως Κυβερνητικός Επίτροπος ο Γενικός Γραμματεύς τουΥπουργείου Εργασίας ή ανώτερος υπάλληλος του αυτού Υπουργείου επί βαθμώ 1ω ή 2ω έχων τας αρμοδιότητας του Κυβερνητικού Επιτρόπου του Ι.Κ.Α. 15.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. εκτελεί υπάλληλος του Ε.Ι.Ρ. οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του, αιτήσει του Δ.Σ. του Ταμείου, δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ε.Ι.Ρ. εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη Γραμματέως εκτελεί υπάλληλος του Ε.Ι.Ρ. οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ.Σ. Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου ΄Αρθρ.24.-Τα επί των παροχών εν γένει του Ταμείου Δικαιώματα των ησφαλισμένων και των βοηθηματούχων καθώς και των εκ μεταβιβάσεως δικαιουμένων προσώπων είναι απολύτως προσωπικά και δεν υπόκεινται εις ουδεμίαν κατάσχεσιν ή άλλην εκχώρησιν εκτός των υπό των σχετικών νόμων ανεγνωρισμένων περιπτώσεων. Ανάληψις ατομικών καταθέσεων ΄Αρθρ.25.-1.Πας ησφαλισμένος αποχωρών της υπηρεσίας μετά 3ετή πραγματικήν ασφάλισιν δικαιούται εις ανάληψιν των ατομικών αυτού καταθέσεων. 2.Εις ανάληψιν των ατομικών καταθέσεων ησφαλισμένου δικαιούνται εν περιπτώσει θανάτου και οι δικαιοδόχοι αυτού εφ’ όσον δεν δικαιωθώσι βοηθήματος ή ετέρας παροχής. 3.Ο άπαξ ενασκήσας το δικαίωμα της αναλήψεως του ατομικού λογαριασμού επανερχόμενος εις την υπηρεσίαν είναι υπόχρεως εις την καταβολήν του παρ’ αυτού αναληφθέντος ποσού εντόκως προς 6% από της αναλήψεως, άλλως η προηγουμένη αντίστοιχος υπηρεσία δεν λογίζεται ως εν ασφαλίσει διαρρέουσα. Η καταβολή γίνεται είτε εφ’ άπαξ είτε τμηματικώς εις 12 το πολύ μηνιαίας δόσεις. «4.α)Ασφαλισμένοι Οργανισμών Επικουρικής Ασφάλισης, ή σε περίπτωση θανάτου τα μέλη της οικογενείας τους, μπορούν να αναγνωρίσουν στο ΤΕΑΥΡΤ, με αίτησή τους το χρόνο (Αντί για τη σελ. 930,03) Σελ. 930,03(α) Τεύχος Η42-Σελ. 31 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. 39.Κ.α.1 για τον οποίον τους επιστράφηκαν από αυτό οι ασφαλισμένες εισφορές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 13 του Νόμ. 1405/83. β)Η εξαγορά του παραπάνω αναγνωριζόμενου χρόνου, γίνεται με την καταβολή από τον ενδιαφερόμενο για κάθε αναγνωριζόμενη ημέρα εισφοράς 10% επί του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Η σχετική απόφαση του Ταμείου για την αναγνώριση και εξαγορά, θα πρέπει να εκδοθεί μέσα σε 3 μήνες από την υποβολή της αίτησης. γ)Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς που θα προκύψει από την παραπάνω αναγνώριση, γίνεται είτε εφ’ άπαξ, είτε σε δόσεις, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των αναγνωριζομένων μηνών και σε καμιά περίπτωση πάνω από 36. δ)Η μη εμπρόθεσμη καταβολή 2 συνεχών δόσεων, συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος εξαγοράς και θα πρέπει να υποβληθεί νέα αίτηση για την αναγνώριση του υπολειπόμενου χρόνου. ε)Σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου το υπόλοιπο της οφειλής καταβάλλεται εφάπαξ». Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. Ι της 131/ Ν.863/4-12 Δεκ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 864) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Με την παρ. 2 της ίδιας απόφασης ορίστηκε ότι η αναγνώριση του παραπάνω χρόνου γίνεται μόνο για τον Κλάδο Συντάξεων του Ταμείου και σε καμμία περίπτωση δεν ισχύει για τον Κλάδο Προνοίας. Σελ. 930,04(α) Τεύχος Η42-Σελ. 32 39.Κ.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Πόροι και οικονομική λειτουργία του Ταμείου Πόροι του Ταμείου ΄Αρθρ.26.-Πόροι του Ταμείου είναι: α)Εισφορά των ησφαλισμένων οριζομένη εις 5% επί των μηνιαίων αποδοχών αυτών ως αύται καθορίζονται εν άρθρ. 15 του παρόντος. β)Εισφορά του Ε.Ι.Ρ. οριζομένη εις 6% επί των μηνιαίων αποδοχών των ησφαλισμένων ως αύται καθορίζονται εν άρθρ. 15 του παρόντος. γ)Τα εκάστοτε επιβαλλόμενα πρόστιμα εις υπαλλήλους ή συνεργάτας του Ε.Ι.Ρ. περιερχόμενα εις το ταμείον κατά την διάταξιν της παρ. 2 άρθρ. 58 του από 19.1.54 Β.Δ/τος «περί Κανονισμού Υπηρεσιών του Ε.Ι.Ρ.». Τρόπος ενεργείας των εισπράξεων του Ταμείου και υπόχρεοι προς τούτο ΄Αρθρ.27.-Οι εν άρθρ. 26 αναφερόμενοι πόροι του Ταμείου εισπράττονται κατά τον εν τοις επομένοις οριζόμενον τρόπον. Η εισφορά των ησφαλισμένων παρακρατείται εκ των αποδοχών αυτών εγγραφομένη εις τας οικείας μισθολογικάς καταστάσεις μετά των λοιπών κρατήσεων αποδίδεται δε κατά 15θήμερον εις το Ταμείον βάσει συγκεντρωτικής καταστάσεως της αρμοδίας Δ/νσεως Οικον. Υπηρεσιών του Ε.Ι.Ρ. Υπεύθυνοι δια την παρακράτησιν και απόδοσιν της παρακρατουμένης κατά τα άνω εισφοράς ησφαλισμένων είναι οι αρμόδιοι δια την εντολήν και εκκαθάρισιν των αποδοχών, ιδία δε η παρά τω Ε.Ι.Ρ. Διεύθυνσις Διοικητικού και Δ/νσις Οικ. Υπηρεσιών. Προκειμένου περί ησφαλισμένων δημοσίων υπαλλήλων υπεύθυνοι δια την παρακράτησιν και απόδοσιν είναι οι κατά υπηρεσίας αρμόδιοι εκκαθαρισταί αποδοχών και οι Διευθυνταί των Δημοσίων Ταμείων, εξ ων καταβάλλονται αι αποδοχαί των εν λόγω ησφαλεσμένων. 2.Η εισφορά του Ε.Ι.Ρ,. ως εργοδότου καταβάλλεται εις το Ταμείον επίσης κατά 15θήμερον δια συγκεντρωτικής καταστάσεως διαβιβαζομένης υπό του Λογιστηρίου του Ε.Ι.Ρ. και θεωρουμένης υπό του Διευθυντού Διοικητικού και Διευθυντού Οικονομικών Υπηρεσιών αυτού. 3.Τα ποσά άτινα αναγράφονται συγκεντρωτικώς εις αμφοτέρας τας ως άνω καταστάσεις δέον να κατατίθενται επ’ ονόματι του Ταμείου εις την κατά τα εν τω παρόντι οριζομένην Τράπεζαν το πολύ εντός μηνός από της ενεργείας της πληρωμής αποδοχών εις τους ησφαλισμένους. 4.Εις πάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις εφ’ όσον πρόκειται περί ησφαλισμένων δημοσίων υπαλλήλων, η παρακράτησις και απόδοσις των αντιστοίχων εσόδων του Ταμείου ενεργείται υπό των οικείων εν εκάστη περιπτώσει υπηρεσιών, δια των προς εντολήν και εκκαθάρισιν αποδοχών και συναφών δαπανών εντεταλμένων οργάνων καθώς και υπό των Διευθυντών των Δημοσίων Ταμείων των ενεργούντων την πληρωμήν. Τα έσοδα του Ταμείου κατατίθενται εις μίαν ή πλείονας των αναγνωρισμένων Τραπεζών καθοριζομένας υπό του Δ.Σ. μετ’ έγκρισιν των Υπουργών Εργασίας και Προεδρίας Κυβερνήσεως εις έντοκον λογαριασμόν όψεως ή προθεσμίας. Διαχείρισις Οικονομική-Λειτουργία του Ταμείου ΄Αρθρ.28.-1.Το Ταμείον ακολουθεί το όπερ και το Δημόσιον Οικον. ΄Ετος. 2.Δύο μήνας προ της λήξεως εκάστου οικονομικού έτους, το Δ.Σ. συντάσσει τον προϋπολογισμόν του επομένου έτους, ον υποβάλλει προς τελικήν έγκρισιν εις τους Υπουργούς Εργασίας και Προεδρίας Κυβερνήσεως. Μετά την υπό τούτων έγκρισιν ο προϋπολογισμός του Ταμείου δημοσιεύεται εν συνόψει δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, μερίμνη της Εποπτευούσης Υπηρεσίας της Προεδρίας Κυβερνήσεως. 3.Το Δ.Σ. θα καθορίση δια Κανονισμού τον τρόπον διεξαγωγής της εσωτερικής οικονομικής λειτουργίας και της τηρήσεως των λογαριασμών του Ταμείου. 4.Πάσα πληρωμή ή είσπραξις ενεργείται δι’ ενταλμάτων υπογραφομένων υπό του Προέδρου του Δ.Σ. και του Διευθύνοντος Συμβούλου. Προ της εξοφλήσεώς των τα εντάλματα πληρωμής υποβάλλονται προς θεώρησιν εις τον προληπτικόν έλεγχον, ασκούμενον υπό του παρά τη Διευθύνσει Ραδιοφωνίας Προεδρίας Κυβερνήσεως Τμήματος Οικονομικού Ελέγχου. 5.«Εντός τριών μηνών από της λήξεως εκάστου οικονομικού έτους συντάσσεται ο απολογισμός και ο ισολογισμός του Ταμείου αφ’ ου αποφαίνεται κατ’ αρχήν το Δ.Σ. Μετά τούτο η οικονομική διαχείρησις του υπό κρίσιν οικονομικού έτους παραπέμπεται προς έλεγχον υπό εξελεγκτικής Επιτροπής συγκροτουμένης δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, επί ετησία θητεία και αποτελουμένης: α)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου της παρά τω Υπουργείω Εργασίας Διευθύνσεως Επιθεωρήσεως και Ελέγχου ασφαλιστικών οργανισμών, οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας. β)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου της Γενικής Διευθύνσεως Τύπου και Προεδρίας Κυβερνήσεως, οριζομένου υπό του αρμοδίου Υπουργού. γ)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, οριζομένου υπό του εποπτεύοντος το Ε.Ι.Ρ. Υπουργού και δ)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, οριζομένου υπό του αρμοδίου Υπουργού». Η παρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια του Β.Δ. 156 της 2/18 Μαρτ. 1961 (ΦΕΚ Α΄ 46). (Αντί για τη σελ. 931(α) Σελ. 931(β) Τεύχος Η42-Σεελ. 33 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. 39.Κ.α.1 6.Η Εξελεγκτική Επιτροπή δέον να περατώση τον ΄Ελεγχον εντός τριμήνου από της εις ταύτην παραπομπής των στοιχείων, υποβάλη δε την έκθεσίν της προς τους Υπουργούς Εργασίας και Προεδρίας Κυβερνήσεως, κοινοποιούσα ταύτην και προς το Δ.Σ. του Ταμείου. 7.Δια το τρέχον έτος 1958 ο προϋπολογισμός δέον να συνταχθή εντός τριών μηνών από της συγκροτήσεως του 1ου Δ.Σ. θα περιλάβη δε μόνον το διάστημα από της δημοσιεύσεως του παρόντος μέχρι 31ης Δεκεμβρίου ε.έ. 8.Η έναρξις εισπράξεων των εν γένει πόρων του Ταμείου, άρχεται από της δημοσιεύσεως του παρόντος Δ/τος. 9.Χρηματικά ποσά προερχόμενα εξ επιβληθέντων προστίμων περιερχομένων κατά τας κειμένας διατάξεις εις το Ταμείον και εισπραχθέντα υπό του Ε.Ι.Ρ. κατά το παρελθόν και μέχρι σήμερον αποδίδονται εις το ταμείον εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Χορήγησις Δανείων ΄Αρθρ.29.-1.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να χορηγή δάνεια προς τους ησφαλισμένους προς αντιμετώπισιν εκτάκτων αναγκών. 2.Τα δάνεια χορηγούνται κατά την κρίσιν του Δ.Σ. λαμβάνοντος υπ’ όψιν το ύψος των διαθεσίμων προς τούτο ποσών καθώς και την οικονομικήν κατάστασιν των αιτούντων. 3.Τα δάνεια παρέχονται επί τόκω ίσω προς τα 50% του εκάστοτε προεξοφλητέου τόκου και 10% τούτου ως ασφαλίστρου, εξοφλούνται δε δια μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων παρακρατουμένων των αντιστοίχων ποσών. 4.Το ποσόν του χορηγουμένου δανείου δεν δύναται να υπερβή το σύνολον των αποδοχών του ησφαλισμένου 4 μηνών, προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του χορηγηθέντος δανείου δεν επιτρέπεται η χορήγησις νέου τοιούτου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εξόδου εκ της Υπηρεσίας του δανεισθέντος, εάν οι εξ αυτού έλκοντες δικαίωμα δικαιωθώσι παροχών παρά του Ταμείου, παρακρατείται η οφειλή εκ των παροχών τούτων δια δόσεων μέχρι το πολύ 60. Σελ. 932(β) Τεύχος Η42-Σελ. 34 39.Κ.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. Επενδύσεις κεφαλαίων και διάθεσις πόρων ΄Αρθρ.30.-1.Το εκ της εισφοράς ησφαλισμένων, ποσοστόν θα εγγράφεται εκάστοτε εις τον ατομικόν λογαριασμόν του ησφαλισμένου. Ο λογαριασμός ούτος δεν είναι δεκτικός αναλήψεως κατά τας διατάξεις του άρθρ. 25 του παρόντος. 2.(Κατηργήθη δια του Β.Δ. 156 της 2/18 Μάρτ. 1961 Φ.Ε.Κ. Α΄ 46). 3.Το κεφάλαιον του Ταμείου αποτελείται: α)Από παν περίσσευμα απομένον μετά την εκπλήρωσιν των υποχρεώσεων του Ταμείου. β)Από παν περίσσευμα των ατομικών λογαριασμών προερχομένων εκ λήξεως, απωλείας ή μετριασμού των επ’ αυτών δικαιωμάτων ησφαλισμένου τινός. 4.Τα κεφάλαια του Ταμείου διατίθενται συμφώνως προς τας διατάξεις του Α.Ν. 1611/50, ως ετροποποιήθη δια του Νόμ. 2999/54. 5.Τα διαθέσιμα κεφάλαια δύνανται να διατεθώσι δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου εγκρινομένης εκάστοτε υπό των Υπουργών Εργασίας και Προεδρίας Κυβερνήσεως, εις τας ακολούθους τοποθετήσεις και επενδύσεις: α)Είτε εις βραχυπρόθεσμα δάνεια προς ησφαλισμένους και βοηθηματούχους συμφώνως προς τας οικείας διατάξεις. (β)Είτε εις οικοδομικά δάνεια προς τους ησφαλισμένους). Το εδάφ. β΄ κατηργήθη και τα επόμενα ηριθμήθησαν αναλόγως δια της παρ. VI άρθρου μόνου Β.Δ. 313 της 7/15 Μαΐου 1969 (ΦΕΚ Α΄ 90). β)Είτε εις χρεώγραφα του Δημοσίου, εις αξίας ηγγυημένας υπ’ αυτού και εις μετοχάς μεγάλων Τραπεζών ή Εταιρειών Κοινής Ωφελείας, εφ’ όσον γίνονται δεκταί υπό του Κράτους δι’ ασφαλιστικάς τοποθετήσεις. γ)«Είτε εις ακίνητα». Το εδάφ. δ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 368 της 18/31 Μαΐου 1968 (ΦΕΚ Α΄ 121). δ)Είτε εις ομολογίας Δημοσίων επιχειρήσεων. 6.Τα εις την κυριότητα ή κατοχήν του Ταμείου χρεώγραφα και κινηταί αξίαι, κατατίθενται προς φύλαξιν επ’ ονόματι του Ταμείου παρά τη υπό του Δ. Συμβουλίου οριζομένη Τραπέζη. «΄Αρθρ.31.-1.Αι επενδύσεις εις ακίνητα περιλαμβάνουν: α)Την αγοράν οικοδομημένων ακινήτων, κειμένων εντός του σχεδίου πόλεως Αθηνών, προς εκμετάλλευσιν ή προς εγκατάστασιν των υπηρεσιών του Ταμείου. β)Την αγοράν οικοπέδων ή οικοδομών με οικοπεδικήν αξίαν, κειμένων εντός του σχεδίου πόλεως Αθηνών. γ)Την απόκτησιν κυριότητος δια προαγοράς, μέρους ή όλου οικοδομουμένων ή μελλόντων να οικοδομηθώσι κτιρίων, λαμβανομένων διασφαλιστικών μέτρων δια τας προκαταβολάς επί της συμφωνουμένης αξίας. 2.Εγκριθείσης νομίμως, της διαθέσεως κεφαλαίων του Ταμείου, δι’ επένδυσιν εις ακίνητα, το διοικητικόν συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του λαμβανομένης δια πλειοψηφίας τουλάχιστον των 4/5 του όλου αριθμού των μελών αυτού, καθορίζει το είδος της επενδύσεως, εκ των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου αναφερομένων περιπτώσεων, το ποσόν της επενδύσεως, τας περιοχάς της πόλεως εις ας δέον να κείται το ακίνητον και πάσαν ετέραν σχετικήν λεπτομέρειαν. Βάσει της ληφθείσης κατά την προειρημένην παράγραφον αποφάσεως καταρτίζεται λεπτομερής διακήρυξις της οποίας περίληψις δημοσιεύεται τρις δια δύο εκ των καθημερινών αθηναϊκών εφημερίδων και ως και δια δύο ημερησίων οικονομικών τοιούτων, μεταδίδεται τρις επίσης δια του ραδιοφώνου και αναρτάται εν τω ειδικώ πίνακι του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Δια της εν λόγω διακηρύξεως, τάσσεται τουλάχιστον δεκαπενθήμερος προθεσμία, δια την υποβολήν ενσφραγίστων προσφορών, αίτινες παραδίδονται εις την υπηρεσίαν του Ταμείου και παραλαμβάνονται υπ’ αυτής επί αποδείξει, σημειουμένης της ημερομηνίας και της ώρας παραλαβής, ως και των στοιχείων του παραδόσαντος. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δια της κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 αποφάσεώς του προβαίνει εις την σύστασιν ειδικής επιτροπής συγκροτουμένης: α)Εκ του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών. β)Ενός αρχιτέκτονος μηχανικού, υπαλλήλου του Υπουργείου Δημοσίων ΄Εργων, ειδικού περί την εκτίμησιν ακινήτων, οριζομένου υπό του Υπουργείου τούτου και γ)Ενός μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης. Των ανωτέρω τακτικών μελών, απόντων ή κωλυομένων, ορίζονται αναπληρωταί κεκτημένοι τας αυτάς ιδιότητας. Της επιτροπής προεδρεύει ο Οικονομικός ΄Εφορος, αναπληρούμενος εν κωλύματι υπό του αναπληρωτού του. 4.Η αποζημίωσις των μελών της ως άνω Επιτροπής καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας και καταβάλλεται μετά το πέρας των εργασιών και την υποβολήν των πορισμάτων της Επιτροπής. 5.Κατά την τεταγμένην δια της διακηρύξεως ημέραν η κατά το προηγούμενον άρθρον συγκροτουμένη ειδική επιτροπή συνερχομένη (Αντί της σελ. 932,01(β) Σελ. 932,01(γ) 359-085 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. 39.Κ.α.1 εις τα γραφεία του Ταμείου, εν δημοσία συνεδρία καθ’ ην δύνανται να παρίστανται και οι προσφέροντες ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι τούτων, αποσφραγίζει τας προσφοράς και καταρτίζει συγκριτικόν πίνακα, του οποίου κεκυρωμένον αντίγραφον, αναρτάται εις το γραφείον του Ταμείου, ετέρων ομοίων αντιγράφων διαβιβαζομένων εις τα Υπουργεία Εργασίας και Προεδρίας Κυβερνήσεως. 6.Η Επιτροπή ενεργεί αυτοψίαν και πραγματογνωμοσύνην, εις έν έκαστον εκ των προσφερομένων ακινήτων εν η δε περιπτώσει πρόκειται περί προαγοράς μη οικοδομημένου, εξετάζει το γήπεδον, τα σχέδια και πάντα τα σχετικά στοιχεία. Κατά τας άνω περιπτώσεις, συντάσσει πλήρως ητιολογημένας εκθέσεις, μίαν εκάστην δι’ έκαστον εκ των εις πραγματογνωμοσύνην υποβληθέντων ακινήτων, σημειουμένης επί της οικείας εκθέσεως, της γνώμης εκάστου των μελών κεχωρισμένως. Ιδιαιτέρως η επιτροπή εξετάζει, την από απόψεως τεχνικής πληρότητος κατασκευήν του κτιρίου, την ύπαρξιν των απαιτουμένων βοηθητικών χώρων εν επαρκεία και εν συναρτήσει πάντοτε προς την χρήσιν δι’ ην το κτίριον προορίζεται και αν η αξία της προσφερομένης οικοδομής, τελεί εις συσχετισμόν, προς την πραγματικήν και εξ αντικειμένου αποτίμησιν και προς την γενικώς παραδεκτήν αξίαν των ακινήτων εν τη δεδομένη περιοχή και κατά τον δεδομένον χρόνον. 7.Μετά το πέρας της διαδικασίας, το Διοικητικόν Συμβούλιον εξετάζον τας υπό της ειδικής επιτροπής υποβληθείσας εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, επιλέγει δύο εκ των προσφερθέντων ακινήτων και ορίζει την σειράν προτιμήσεως αυτών, μεθ’ ο ορίζει επίτροπήν εξ ενός μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, νομικού, καθώς και εκ δύο ησφαλισμένων παρά τω Ταμείω κεκτημένων ιδιότητα νομικού συμβούλου ή δικηγόρου παρά το Ε.Ι.Ρ. ή τω Ε.Ο.Τ. Η εν λόγω επιτροπή προβαίνει εντολή του Διοικητικού Συμβουλίου, εις την εξέτασιν των τίτλων ιδιοκτησίας των επιλεγέντων ακινήτων και υποβάλλει την έκθεσιν αυτής προς το Διοικητικόν Συμβούλιον. Το δεύτερον κατά σειράν προτιμήσεως ακίνητον επιλέγεται δια την περίπτωσιν καθ’ ην οι τίτλοι ιδιοκτησίας του πρώτου επιλεγέντος ήθελον κριθή υπό της Νομικής Επιτροπής ως ελαττωματικοί. Περαιωθείσης ούτω της νομίμου διαδικασίας, το Διοικητικόν Συμβούλιον, εκδίδει την τελικήν απόφασιν αυτού, δι’ ης καθορίζεται το επιλεγέν ακίνητον, τα στοιχεία αυτού αναλυτικώς, το καταβλητέον καθαρόν ποσόν, τα πρόσθετα έξοδα και πάσα ετέρα σχετική λεπτομέρεια. Η εν λόγω απόφασις εγκρινομένη υπό των Υπουργών Εργασίας και Προεδρίας Κυβερνήσεως καθίσταται εκτελεστή. Σελ. 932,02(γ) 359-086 Εν τη σχετική προς την αγοράν ακινήτου διακηρύξει και τη μετά του πωλητού καταρτισθησομένη συμβάσει δέον να περιέχεται όρος καθ’ ον πάσαι αι σχετικαί με την δικαιοπραξίαν δαπάναι ήτοι δημοσιεύσεως, εξετάσεως των τίτλων ιδιοκτησίας, συμβολαιογραφικά και δικαστικά έξοδα κλπ. βαρύνωσι τον ιδιοκτήτην του ακινήτου και εν ουδεμιά περιπτώσει το Ταμείον. Δεν γίνονται δεκταί προσφοραί υποβαλλόμεναι υπό κτηματομεσητών, εκτός αν ούτοι καθίστανται πληρεξούσιοι του ιδιοκτήτου. Και εν τη περιπτώσει όμως ταύτη καθώς και εις πάσαν ετέραν, το Ταμείον δεν υποχρεούται εις την καταβολήν μεσητικών δικαιωμάτων. 8.Προκειμένης περιπτώσεως προαγοράς μέρους ή όλου μη εισέτι οικοδομημένου ακινήτου ή τοιούτου τελούντος υπό οικοδομήν, δεν επιτρέπεται η καταβολή ποσού τινός, άνευ τηρήσεως των κατωτέρω οριζομένων προϋποθέσεων. Συναφθέντος συμβολαίου πωλήσεως καθορισθέντων των όρων της δικαιοπραξίας, ανατίθενται εις ένα εκ των ησφαλισμένων παρά τω Ταμείω, κεκτημένον την ιδιότητα αρχιτέκτονος ή πολιτικού μηχανικού ή και εις δύο τοιούτους, εφ’ όσον το διοικητικόν συμβούλιον του Ταμείου ήθελε κρίνει τούτο αναγκαίον, η εποπτεία και η επίβλεψις της εκτελέσεως του έργου. Προς τούτο εις εκάστην φάσιν σταδιακής εκτελέσεως ως αύται θα καθορίζωνται εις το συμβόλαιον, θα συντάσσωνται υπό των επιβλεπόντων μηχανικών, ειδικαί τμηματικαί εκθέσεις, ορίζουσαι το ποσόν όπερ εκπροσωπεί το εκτελεσθέν έργον. Αι εν λόγω εκθέσεις θεωρούμεναι υπό αρχιτέκτονος-Μηχανικού υπαλλήλου του Υπουργείου Δημοσίων ΄Εργων διοριζομένου υπό τούτου, θα εκτελούνται μετ’ έγκρισιν εκάστοτε του διοικητικού συμβουλίου, πάντων των φόρων, χαρτοσήμων και κρατήσεων, βαρυνόντων τον προσφέροντα». Το άρθρ. 31 προσετέθη δια του άρθρ. 2 Β.Δ. 368 της 18/30 Μαΐου 1968 (ΦΕΚ Α΄ 121). Δια του άρθρ. 3 του αυτού Β.Δ. 368/68 τα επόμενα άρθρα έλαβον αριθ. 32 και 33. 39.Κ.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. Ειδικαί Διατάξεις ΄Αρθρ.32.-«Ουδέν περιοδικόν βοήθημα, παρεχόμενον υπό του Ταμείου δύναται να είναι κατώτερον των 750 δραχμών. Το άρθρ. 32 ετροποποιήθη ως άνω δια του ΄Αρθρ.4.-Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού, ειδικώτερον δε: α)Εγκρίνει τον ετήσιον προϋπολογισμόν, ισολογισμόν και απολογισμόν αυτού. β)Επιμελείται της κανονικής εισπράξεως των πόρων του Ταμείου. γ)Διαχειρίζεται τα κεφάλαια του Ταμείου βάσει των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών διατάξεων. δ)Αποφασίζει περί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων, της εκποιήσεως, υποθηκεύσεως και ενεχυριάσεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, εγέρσεως αγωγών και ασκήσεως ενδίκων μέσων και συμβιβάζεται ή παραιτείται από δικαστικού αγώνος. ε)Αποφασίζει περί της απονομής παροχών προβλεπομένων υπό του παρόντος και μεριμνά δια την κανονικήν χορήγησιν αυτών. ς)Εγκρίνει πάσαν δαπάνην αφορώσαν εις την εν γένει λειτουργίαν του Ταμείου. ζ)Λαμβάνει και υποδεικνύει μέτρα προς βελτίωσιν και αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών του Ταμείου. η)Αποφασίζει περί της χορηγήσεως δανείων προς ησφαλισμένους ή βοηθηματούχους του Ταμείου. Λειτουργία Διοικητικού Συμβουλίου άρθρ. 4 Π.Δ. 691 της 8/8 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 298). Μεταβατικαί διατάξεις ΄Αρθρ.33.-1.Προκειμένου περί ησφαλισμένων αποβιούντων ή καθισταμένων ανικάνων κατά την πρώτην 5ετίαν της λειτουργίας του Ταμείου, δεν απαιτείται η συμπλήρωσις των εν άρθρ. 11 παρ. 1 εδάφ. δ΄ και ς΄ οριζομένων 60 μηνών πραγματικής ασφαλίσεως δια την θεμελίωσιν δικαιώματος περιοδικού βοηθήματος. 2.Κατά την πρώτην 5ετίαν από της λειτουργίας του Ταμείου εξερχόμενοι της υπηρεσίας λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας προ της παρελεύσεως ταύτης, δύνανται να συνεχίζωσι την παρ’ αυτώ ασφάλισίν των δια καταβολής του συνολικού ασφαλίστρου (11%) και μέχρι της συμπληρώσεως του απαιτουμένου κατά το άρθρ. 11 παρ. 1 εδάφ, γ΄ χρόνου πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας. 3.Κατά την 1ην μετά την δημοσίευσιν του παρόντος συγκρότησιν του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου η θητεία αυτού αρχομένη από της εκδόσεως της Κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εργασίας και Προεδρίας της Κυβερνήσεως περί συγκροτήσεως αυτού και δημοσιεύσεως αυτής δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, λήγει την 31.12.60. Κατά την πρώτην ταύτην συγκρότησιν τα 3 μέλη του Δ.Σ. του Ταμείου τα λαμβανόμενα εξ εκπροσώπων των ησφαλισμένων θέλουσι διορισθή υπό των ως άνω αναφερομένων αρμοδίων Υπουργών, δια κοινής αποφάσεως αυτών, εκ καταλόγου περιέχοντος τριπλάσιον αριθμόν προσώπων, υποβληθησομένου υπό του Συλλόγου Προσωπικού του Ιδρύματος. ΄Αρθρ.5.-1.Το Δ.Σ. συνεδριάζει μετ’ έγραφον πρόσκλήσιν του Προέδρου αυτού, ή τούτου κωλυομένου του αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου, τακτικώς μεν τουλάχιστον δις του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή ανάγκη κατά την κρίσιν του Προέδρου ή του αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου ή ήθελον ζητήσει τούτο εγγράφως 3 τουλάχιστον τακτικά μέλη αυτού. Εν τη περιπτώσει ταύτη, υποχρεούται ο Πρόεδρος να ορίση συνεδρίασιν εντός 48 ωρών από της Σελ. 926(γ) Τεύχος 1204-Σελ. 96 υποβολής της αιτήσεως με θέμα τα εν τη αιτήσει αναγραφόμενα. Μη επιτευχθείσης απαρτίας τα θέματα ταύτα αναγράφονται πρώτα εις την Ημερησίαν Διάταξιν της επομένης τακτικής Συνεδριάσεως. Το Δ. Συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του δύναται να ορίζη ωρισμένας ημέρας τακτικών Συνεδριάσεων. 2.Η πρόσκλησις εις Συνεδρίασιν κοινοποιείται εις τα μέλη τουλάχιστον δύο ημέρας προ της ημέρας καθ’ ην πρόκειται να λάβη χώραν η συνεδρίασις επιτρεπομένης της συντομεύσεως του χρονικού τούτου διαστήματος κατά μίαν ημέραν μόνον εις περίπτωσιν επειγούσης ανάγκης δικαιολογουμένης υπό του Προέδρου ή του αναπληρούντος τούτον Αντιπροέδρου. Επί της προσκλήσεως εις Συνεδρίασιν αναγράφονται πάντοτε η ημέρα και η ώρα της Συνεδριάσεως ως και τα θέματα της Ημερησίας Διατάξεως. 3.Το Δ. Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων 5 τουλάχιστον μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων και δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των 3. Εν ισοψηφία νικά η ψήφος του Προεδρεύοντος. Ειδικώς προκειμένου περί αποφάσεων δι’ ων σκοπείται η τροποποίησις του παρόντος Β.Δ/τος ή η έκδοσις νέων Β.Δ/των απαιτείται πλειοψηφία των 2/3 του αριθμού των μελών του Δ. Συμβουλίου, του Ταμείου και γνωμοδότησις του παρά τω Υπουργείω Εργασίας λειτουργούντος Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως. Τα εντός ( ) αντικατεστάθησαν δια των διατάξεων της υπ’ αριθ. 73458/1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (κατωτ. αριθ. 2). 4.Το Δ. Συμβούλιον δικαιούται να αποφασίζη την αναγραφήν θέματός τινος εις την Ημερησίαν Διάταξιν της επομένης Συνεδριάσεως. Θέμα μη αναγραφόμενον εν τη Ημερησία Διατάξει δύναται, αποφάσει του Δ. Συμβουλίου να συζητηθή κατά την αυτήν Συνεδρίασιν, απόφασις όμως επ’ αυτού δεν δύναται να ληφθή, εφ’ όσον δεν είναι παρόντα άπαντα τα μέλη του Δ. Συμβουλίου, ή εφ’ όσον δεν ήθελεν αναγνωρισθή παρά πάντων των παρισταμένων μελών κατά την Συνεδρίασιν ότι πρόκειται περί θέματος επειγούσης φύσεως. 5.Αι ψηφοφορίαι του Δ. Συμβουλίου είναι πάντοτε φανεραί, εξαιρέσει της περιπτώσεως συζητήσεως προσωπικών ζητημάτων. 6.Τα ενώπιον του Δ. Συμβουλίου αγόμενα προς συζήτησιν θέματα, εισηγείται ο Διευθύνων Σύμβουλος ή ο Αναπληρωτής αυτού. 7.Περί των εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω συζητήσεων και λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται μερίμνη του Διευθύνοντος Συμβούλου υπό του Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου, συνοπτικά πρακτικά άτινα καταχωρούνται εις ειδικόν βιβλίον πρακτικών και υπογράφονται μετά την επικύρωσίν των παρά του Διοικητικού Συμβουλίου υπό του Προέδρου, των κατά την Συνεδρίασιν παραστάντων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, του Διευθύνοντος Συμβούλου και του Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου. 39.Κ.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. 8.Αι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν είναι δημόσιαι. 9.Προκειμένου να συζητηθή υπό του Δ. Συμβουλίου υπόθεσις αφορώσα ιδιωτικά συμφέροντα μέλους τινός αυτού ή συγγενούς του μέλους μέχρι 4ου εξ αίματος βαθμού, δεν δύναται το μέλος τούτο να παραστή κατά την Συνεδρίασιν. Η επί της εξαιρέσεως απόφασις του Δ. Συμβουλίου λαμβάνεται μετά πρότασιν του ενδιαφερομένου, υποχρεουμένου εις σχετικήν δήλωσιν ή παντός άλλου μέλους αυτού. 10.Αι αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου δεν εκτελούνται προ της επικυρώσεως παρά τούτου εν τη επομένη Συνεδριάσει των πρακτικών της Συνεδριάσεως, καθ’ ην ελήφθησαν εκτός της περιπτώσεως καθ’ ην το Δ. Συμβούλιον κρίνει ότι επείγουσα ανάγκη επιβάλλει την άμεσον επικύρωσιν των πρακτικών, ως προς ωρισμένα θέματα. Μετά την επικύρωσιν των πρακτικών ο Διευθύνων Σύμβουλος ανακοινοί εις το Δ.Σ. τας ενεργείας του επί των προηγουμένων αποφάσεων αυτού ως επίσης και παν άξιον μνείας έγγραφον, ληφθέν εις το Ταμείον κατά το μεσολαβήσαν από της προηγουμένης Συνεδριάσεως διάστημα. 11.Εις την πρώτην μετά την έναρξιν εκάστου μηνός Συνεδρίασιν, ο Διευθύνων Σύμβουλος ανακοινοί προς το Δ. Συμβούλιον την οικονομικήν κατάστασιν του Ταμείου και τα πραγματοποιηθέντα κατά τον παρελθόντα μήνα και έσοδα και έξοδα. 12.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται κατά τας εκάστοτε εμφανιζομένας ανάγκας να συνιστά δι’ αποφάσεών του Επιτροπάς εκ μέρους αυτού, γνωμοδοτικού χαρακτήρος. Διεύθυνσις Ταμείου ΄Αρθρ.6.-1.Εν αρχή εκάστης 2ετίας το Δ.Σ. εκλέγει έν εκ των ησφαλισμένων μελών αυτού ως Διευθύνοντα Σύμβουλον του Ταμείου και έτερον των μελών ως αναπληρωτήν αυτού. 2.Ο Διευθύνων Σύμβουλος διευθύνει το Ταμείον, εποπτεύει το προσωπικόν, μεριμνά δια την τήρησιν των Κανονισμών και εισηγείται πάντα τα προς συζήτησιν θέματα ενώπιον του Δ.Σ. καθώς και ενώπιον των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών ειδικών Επιτροπών. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Ασφαλιστικαί Διατάξεις Ασφαλιζόμενα παρά τω Ταμείω Πρόσωπα ΄Αρθρ.7.-Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς τηρουμένων πάντων των διατάξεων του άρθρ. 2 του Α.Ν. 580/45 οι ακόλουθοι: α)Οι παρά τω Εθνικώ Ιδρύματι Ραδιοφωνίας μόνιμοι υπάλληλοι παντός κλάδου, κατηγορίας και ειδικότητος. β)Οι επί συμβάσει Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου υπάλληλοι και συνεργάται της Ε.Ι.Ρ. οι προσφέροντες προς αυτό τακτικήν συνεχή και σταθεράν εργασίαν, συνδεόμενοι δε μετ’ αυτού δια σχέσεως εξηρτημένης εργασίας. γ)(Καταργήθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 300/25 Ιουλ.-1 Αυγ. 1984 (ΦΕΚ Α΄109) με το οποίο και ορίστηκε, ότι: ΄Οσοι έχουν ασφαλιστεί με βάση τις διατάξεις της καταργουμένης διάταξης, συνεχίζουν την ασφάλισή τους μέχρι την έξοδό τους από την υπηρεσία). «δ.Από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεως του παρόντος μηνός υπάγονται υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του Ταμείου οι τεχνικοί υπάλληλοι του ΕΙΡΤ, οι ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω Επικουρικής Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος, διακοπτομένης της παρ’ αυτώ ασφαλίσεώς των». Το εδάφ. δ΄ προσετέθη δια του άρθρ. 1 Π.Δ. 691 της 8/8/ Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 298). Μητρώον ησφαλισμένων ΄Αρθρ.8.-1.Παρά τω Ταμείω τηρείται μητρώον των ησφαλισμένων του κατά την υπό του Δ.Σ. τούτου οριζόμενον τρόπον, όπερ και ενημερούται εκάστοτε δια των απαραιτήτων νέων στοιχείων και εγγραφών. 2.Δια την τήρησιν και κανονικήν ενημέρωσιν των μητρώων του Ταμείου έκαστος ησφαλισμένος υποχρεούται όπως υποβάλη εις το Ταμείον εντός προθεσμίας 3 μηνών από της εγγραφής του εις το Ταμείον «Δελτίον Απογραφής Ησφαλισμένων» εκ των παρά του Ταμείου χορηγουμένων τοιούτων δεόντως συμπεπληρωμένον και υπογεγραμμένον. 3.Επίσης και προς τον αυτόν σκοπόν έκαστος ησφαλισμένος υποχρεούται εντός προθεσμίας 3 μηνών από της υπαγωγής του εις την ασφάλισιν του Ταμείου ή της επελθούσης μεταβολής εις την οικογενειακήν του κατάστασιν όπως υποβάλη τα κάτωθι πιστοποιητικά: α)Ληξιαρχικήν πράξιν γεννήσεως ή εν ελλείψει τοιαύτης πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος εμφαίνον την ηλικίαν του και την εγγραφήν του εις το μητρώον των αρρένων εις το οικείον Δημοτολόγιον. β)Προκειμένου περί εγγάμου πιιστοποιητικόν τελέσεως γάμου και τοιαύτα εμφαίνοντα τα ονόματα και τον χρόνον της γεννήσεως των τυχόν τέκνων αυτού και την εγγραφήν των εν τοις μητρώοις των αρρένων δια τα εκ τούτων άρρενα, και εις τα δημοτολόγια δια τα θήλεα. γ)Προκειμένου περί ησφαλισμένου προστάτου μελών οικογενείας εκ των εν τω παρόντι αναφερομένων, πιστοποιητικόν της αρμοδίας Αρχής εμφαίνον τα ονόματα των παρ’ αυτού προστατευομένων ως άνω προσώπων μετά παντός ετέρου στοιχείου όπερ ήθελεν ορίση το Δ.Σ. δ)Πιστοποιητικόν εμφαίνον πάσαν προγενεστέραν μεταβολήν της οικογενειακής του καταστάσεως προερχομένην εκ γάμου, γεννήσεως, διαζυγίου, θανάτου, ενηλικιώσεως, κλπ. και επηρεαζούσης την ασφάλισιν. ε)Πιστοποιητικά εμφαίνοντα την τυχόν δυναμένην να αναγνωρισθή υπό του Ταμείου προϋπηρεσίαν. (Αντί για τη σελ. 927(γ) Σελ. 927(δ) Τεύχος Ζ23-Σελ. 113 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσ/κού Ε.Ρ.Τ. Τ. 39.Κ.α.1 4.Τα τυγχάνοντα βοηθήματος λόγω θανάτου μέλη οικογενείας υποχρεούνται όπως γνωρίζωσιν αμέσως εις το Ταμείον υποβάλλοντα και τα τυχόν απαιτούμενα πιστοποιητικά, πάσαν μεταβολήν προερχομένην εκ γάμου, ενηλικιώσεως, θανάτου κλπ. των λαμβανόντων βοήθημα προσώπων και επιφέρουσαν ελάττωσιν ή παύσιν του χορηγουμένου βοηθήματος. 5.(Κατηργήθη δια της παρ. 1 άρθρου μόνου Β.Δ. 313 της 7/15 Μαΐου 1969, ΦΕΚ Α΄ 90). Συντάξιμος υπηρεσία ΄Αρθρ.9.-1.Δια τον υπολογισμόν του χρόνου προς πλήρωσιν των κατά το παρόν απαιτουμένων προϋποθέσεων δια την παροχήν του περιοδικού ή εφ’ άπαξ βοηθήματος ως Υπηρεσία εν ασφαλίσει νοείται: α)Η Υπηρεσία παρά τω Ε.Ι.Ρ., ως και η προγενεστέρα της συστάσεως τούτου προϋπηρεσίας προς την Ραδιοφωνίαν υπό πάσαν μορφήν αυτής, Δημοσίας Υπηρεσίας, Ν.Π.Π.Π. ή προνομιούχου Εταιρείας από του 1938 και εντεύθεν μέχρι του 1945. β)Ο χρόνος ο αναγνωριζόμενος ως πραγματική συντάξιμος δημοσία υπηρεσία, κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 1854/51 ως ούτος μεταγενεστέρως τροποποιηθείς και συμπληρωθείς ισχύει. γ)Ο χρόνος υπηρεσίας παρ’ ετέρω Ν.Π.Δ.Δ. εφ’ όσον ο χρόνος ούτος έχει συνυπολογισθή παρά τω Ε.Ι.Ρ., δια την παροχήν επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας ή προκειμένου περί των τελούντων επί σχέσει Ιδιωτ. Δικαίου. ή τε προηγηθείσα δημοσία υπηρεσία και η τοιαύτη παρά Ν.Π.Π.Π. αλλά μετά συμπλήρωσιν 5ετούς πραγματικής παρά τω Ε.Ι.Ρ. υπηρεσίας ή μετά 5ετή παρά τω Ταμείω πραγματικήν ασφάλισιν. 2.Προκειμένου περί συνταξιούχων του Δημοσίου ή τοιούτων λαμβανόντων σύνταξιν εκ φορέως κυρίας ασφαλίσεως, υπηρετούντων κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, ή εν τω μέλλοντι προσλαμβανομένων εν τη υπηρεσία του Ε.Ι.Ρ. υπό την ιδιότητα του συνταξιούχου, δεν δύναται να προϋπολογισθή και εξαγορασθή ο κατά τα ανωτέρω εν παρ. 1 αναφερόμενος χρόνος εφ’ όσον ούτος εχρησιμοποιήθη ήδη προς απόληψιν συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου ή εκ των προαναφερθέντων φορέων κυρίας ασφαλίσεως. 3.Η κατά τ’ ανωτέρω εν ασφαλίσει υπηρεσία διακρίνεται εις συντάξιμον και πραγματικήν τοιαύτην. Ως πραγματική υπηρεσία λογίζεται ο από της συστάσεως του Ταμείου και εφ’ εξής διανυόμενος εν υπηρεσία και ασφαλίσει χρόνος υπό τας εν τω παρόντι καθοριζομένας προϋποθέσεις. Ως συντάξιμος υπηρεσία λογίζεται ο χρόνος πάσης προϋπηρεσίας εκ των ανωτέρω αναφερομένων ον ο ησφαλισμένος δικαιούται κατά τας διατάξεις και τας προϋποθέσεις του παρόντος, να αναγνωρίση ως εν ασφαλίσει διανυθέντα, δι’ εξαγοράς. Σελ. 928(δ) Τεύχος Ζ23-Σελ. 114 Παροχαί προς ησφαλίσμένους
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.