← Ελλάδα

2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 27375/Σ.659 της 4/18 Οκτ. 1948 Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υ

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση Υπουργού Εργασίας εγκρίνει το Καταστατικό του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών, το οποίο καθορίζει τη λειτουργία και τη διοίκηση του Ταμείου.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 27375/Σ.659 της 4/18 Οκτ. 1948 Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών εξ άρθρων 32. Έχοντες υπ΄όψει: 1.Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ.1938 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2.Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ./τος «περί Οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής». 3.Πρότασιν του διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών, υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 771 π.έ. αναφοράς του. 4.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. Πρωτ. ΣΚΑ 242 π.έ, Συνεδρίασις 52 της 17ης Ιουν. 1948), αποφασίζομεν. Εγκρίνομεν το Καταστατικόν του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών εξ άρθρ. 32, έχον ούτω: Άρθρ.1-Το υπό του Κανονιστικού Δ/τος της 20-41944, δημοσιευθέντος εις το υπ’ άριθ. 99/1944 φύλλον της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (τεύχος πρώτον) και κυρωθέντος δια της υπ’ αριθ. 324/1946 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου, συσταθέν «Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών» αποκαλούμενον του λοιπού προς συντομίαν «Ταμείον», διέπεται υπό των επομένων διατάξεων του παρόντος Καταστατικού. Σελ. 452(α) Έδρα. Νομική φύσις του Ταμείου και Εποπτεία Άρθρ.9.-1.Εις το Διοικητικόν Συμβούλιον εισηγείται τα θέματα ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος ή ο Προϊστάμενος του Ταμείου, εις περίπτωσιν δε καθ’ ην το Διοικητικόν Συμβούλιον οριζει επιτροπάς ή ειδικούς εισηγητάς προς μελέτην ωρισμένων θεμάτων, η εισήγησις δύναται να γίνεται υπό του Προέδρου της εκλεγείσης Επιτροπής ή των ορισθέντων επί των εν λόγω θεμάτων εισηγητών. 2.Των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου τηρούνται πρακτικά εις τα οποία καταχωρούνται περιληπτικώς αι γενόμεναι συζητήσεις και κεχωρισμένως αι λαμβανόμεναι αποφάσεις. Τα πρακτικά τούτα επικυρούμενα υπογράφονται υπό του Προέδρου και του Γραμματέως ως και των παραστάντων εις την συνεδρίασιν μελών. Αντίγραφα ή αποσπάσματα των πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου χορηγούνται τη αιτήσει παντός ενδιαφερομένου εφ’ όσον ήθελεν εγκρίνει το Διοικητικόν Συμβούλιον και επικυρούνται υπό του Προέδρου ή του Γραμματέως. Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αριθμούνται χρονολογικώς και κατ’ αύξοντα αριθμόν. Ο Γραμματεύς τηρεί ευρετήριον πασών των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Επί σοβαρών περιπτώσεων δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον ν’ αποφασίζη την τήρησιν εστενογραφημένων πρακτικών. 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να συνιστά ειδικήν Επιτροπήν Προμηθειών, ης αι αμοιβόμεναι συνεδριάσεις δεν δύνανται να υπερβούν τας 4 κατά μήνα. Τα μέλη ταύτης δικαιούνται της εν άρθρ. 11 καθοριζομένης κατά συνεδρίασιν αποζημιώσεως. Συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.10.-1.Αι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν είναι δημόσιαι. Απαγορεύεται απολύτως εις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οιαδήποτε ανακοίνωσις των κατά τας συνεδριάσεις αυτού γενομένων συζητήσεων και ληφθεισών αποφάσεων, πλην εάν δοθή ειδικώς προς τούτο άδεια υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. Αι περί προσωπικών ζητημάτων και τοποθετήσεων κεφαλαίων συζητήσεις θεωρούνται πάντοτε εμπιστευτικαί και δεν επιτρέπεται επ’ αυτών ανακοίνωσις εκ μέρους των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Δ.Σ. δύναται να χαρακτηρίση και έτερα θέματα εμπιστευτικά. 2.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να καλέση ενώπιόν του Επιτροπάς ή μεμονωμένα άτομα προς αίτησιν πληροφοριών και γνωμών. Άνευ προσκλήσεως ή αιτήσεως δεν επιτρέπεται εμφάνισις ουδενός ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Εάν έν τέταρτον της ώρας μετά την ώραν της προσκλήσεως δεν έχει επιτευχθή απαρτία, αιτήσει της πλειοψηφίας των παρόντων, η συνεδρίασις δύναται να κηρυχθή ματαιωθείσα. 4.Αι προσκλήσεις κοινοποιούνται πάντοτε εις τα τακτικά μέλη υπό του Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου. Εάν μέλος κωλύεται να παρασταθή δέον να ειδοποιήση αμελλητί απ’ ευθείας τον αναπληρωτήν του ή τον Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου, όστις αποστέλλει την πρόσκλησιν εις το αναπληρωματικόν μέλος. 5.΄Αμα τη κοινοποιήσει των προσκλήσεων, κατατίθεται ο φάκελλος των υπό του Διοικητικού Συμβουλίου συζητήσεων θεμάτων μετά πάντων των σχετικών εγγράφων εις τον Γραμματέα αυτού ή τον Προϊστάμενον του Ταμείου όπου τα μέλη δύνανται να λάβωσι γνώσιν και να ζητήσωσιν οιαδήποτε στοιχεία υποβοηθούντα την εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω συζήτησιν. Σελ. 455 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών 39.Η.θ.2 6.Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν εκτελούνται προ της επικυρώσεως των πρακτικών, ήτις γίνεται την επομένην συνεδρίασιν αφ’ ης ελήφθησαν, πλην των περιπτώσεων καθ’ ας το Διοικητικόν Συμβούλιον αποφασίζει ρητώς και παμψηφεί την άμεσον εκτέλεσιν τούτων ότε και εξουσιοδοτείται ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου να επικυρώση τα πρακτικά της συνεδριάσεως, καθ’ ην ελήφθησαν αμέσως εκτελεστέαι αποφάσεις. 7.Η εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω συζήτησις, γίνεται κατά σειράν της αναγραφής των θεμάτων εις την ημερησίαν διάταξιν, την οποίαν το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να μεταβάλη εάν ευρίσκη προς τούτο αποχρώντας λόγους. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνουν τον λόγον παρά του Προέδρου κατά σειράν της προς τούτο αιτήσεως. 8.Το Διοικητικόν Συμβούλιον αποφασίζει δια φανεράς ψηφοφορίας. Μυστική ψηφοφορία γίνεται οσάκις τούτο κρίνει απαραίτητον ο Πρόεδρος ή ζητείται παρά τριών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Εν ισοψηφία επί μυστικής ψηφοφορίας, η πρότασις θεωρείται απορριφθείσα. Αποφάσεις αφορώσαι έγκρισιν ή τροποποίησιν καταστατικών διατάξεων του Ταμείου, δέον να λαμβάνωνται εις δύο συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και δια πλειοψηφίας τουλάχιστον των δύο τρίτων των παρόντων μελών. 9.Εάν πρόκειται να συζητηθή υπό του Διοικητικού Συμβουλίου υπόθεσις αφορώσα ιδιωτικά συμφέροντα μέλους τινός του Διοικητικού Συμβουλίου ή του Προϊσταμένου Εισηγητού ή συγγενούς αυτών μέχρι τετάρτου βαθμού, δεν δύναται το μέλος τούτο ή ο Προϊστάμενος να παραστώσι κατά την συζήτησιν ούτε το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου να λάβη μέρος εις την ψηφοφορίαν. Η επί της αξαιρέσεως απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, λαμβάνεται κατά πρότασιν του ενδιαφερομένου υποχρεωμένου εις σχετικήν δήλωσιν ή παντός μέλους τούτου. 10.Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιούνται να ζητήσωσι και να λαμβάνωσι παρά του Προέδρου, ή του Προϊσταμένου, πάσης φύσεως πληροφορίας δια ζητήματα αφορώντα το Ταμείον. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιούνται να υποβάλουν συστάσεις ή ερωτήσεις ως και επερωτήσεις ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου, δια των οποίων ασκείται ο έλεγχος επί των ενεργειών του Ταμείου. Αι επερωτήσεις πρέπει να υποβάλλωνται εγγράφως εις τον Πρόεδρον τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της συνεδριάσεως. Η συζήτησις των ερωτήσεων και επερωτήσεων, γίνεται πάντοτε αμέσως μετά την επικύρωσιν των πρακτικών της προηγουμένης συνεδριάσεως και προ πάσης άλλης συζητήσεως. Σελ. 456 ΄Αρθρ.11.-1.Άπαντα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, υπέχουν κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων των ευθύνην δημοσίου υπαλλήλου και απολαύουν της υπέρ τούτων νομοθετημένης ειδικής προστασίας. 2.Εις τον Πρόεδρον, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και εις τον Προϊστάμενον Εισηγητήν και τον Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου, παρέχεται αποζημίωσις κατά συνεδρίασιν, εφ’ όσον λαμβάνουν εις αυτήν μέρος, καθοριζομένη εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Ομοίως χορηγούνται πάγιαι μηνιαίαι αποζημιώσεις εις τον Πρόεδρον, Αντιπρόεδρον και Γραμματεά του Διοικητικού Συμβουλίου καθοριζόμεναι δια των εκάστοτε κοινών αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας και Οικονομικών. «3.Αι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού περί καταβολής παγίας κατά μήνα ή κατά συνεδρίασιν αμοιβής ή αποζημιώσεως δια συμμετοχήν υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα εις πάσης φύσεως Συμβούλια ή Επιτροπάς του Ταμείου δεν έχουσι εφαρμογήν από 1ης Ιαν. 1958 δια τους κεκτημένους την ιδιότητα του Δημοσίου Υπαλλήλου ή του Υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. εφ’ όσον ούτοι δικαιούνται των υπό των οικείων Υπουργικών αποφάσεων καθωρισμένων εκάστοτε εξόδων κινήσεως δια την αυτήν υπηρεσιακήν απασχόλησιν». Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 22662/Σ.216 της 19/30 Ιουν. 1958 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. 39.Η.θ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών Άρθρ.12.-1.Το τακτικόν προσωπικόν του Ταμείου ορίζεται ως ακολούθως: α)Είς Προϊστάμενος επί βαθμώ Εισηγητού ή Τμηματάρχου β΄ ή α΄ τάξεως. β)Είς Λογιστής επί βαθμώ Γραμματεώς β΄ ή α΄ τάξεως ή Εισηγητού. γ)Είς Γραφεύς ή Δακτυλογράφος επί βαθμώ γραφέως α΄ τάξεως ή ακολούθου. δ)Είς κλητήρ β΄ ή α΄ τάξεως. 2.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται κατά την κρίσιν του ή τας ανάγκας της υπηρεσίας του Ταμείου να προσλαμβάνη μέχρι δύο εκτάτους υπαλλήλους δι’ ωρισμένον χρόνον, επί μισθώ Γραφεώς α΄ τάξεως, της θητείας των δυναμένης να παραταθή επί έν ή δύο το πολύ έτη. Άρθρ.13-1.Προϊστάμενος του Ταμείου διορίζεται ο κεκτημένος δίπλωμα ανωτέρων σπουδών ημεδαπής ή ισοτίμου αλλοδαπής ανωτέρας σχολής και τριετή τουλάχιστον ευδόκιμον υπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή Οργανισμώ Δημοσίου Δικαίου ή Απολυτήριον Γυμνασίου ή Μέσης Εμπορικής Σχολής ή ισοτίμου Σχολής και επταετή τουλάχιστον υπηρεσίαν υπαλλήλου παρά τω Δημοσίω ή παρ’ Οργανισμώ Δημοσίου ή παρά σοβαρά Τραπεζιτική Επιχειρήσει. 2.Λογιστής διορίζεται ο έχων δίπλωμα Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής ή Μέσης τοιαύτης και τριετή τουλάχιστον λογιστικήν υπηρεσίαν παρ’ Οργανισμώ Δημοσίου Δικαίου ή Τραπεζιτική Επιχειρήσει ή άλλη υπό μορφήν Ανωνύμου Εταιρείας. 3.Γραφεύς ή Δακτυλογράφος διορίζεται ο έχων ή έχουσα Απολυτήριον Γυμνασίου ή Μέσης Εμπορικής Σχολής και γνώσεις δακτυλογραφίας. 4.Κλητήρ διορίζεται ο γνωρίζων γραφήν και ανάγνωσιν και ηλικίαν ουχί ανωτέραν των 45 ετών. Άρθρ.14.-1.Ίνα διορισθή τις ως υπάλληλος ή υπηρέτης του Ταμείου δέον να είναι Έλλην υπήκοος, να μη έχει καταδικασθή επί ατιμωτικώ αδικήματι κατά τα υπό του Ποινικού Νόμου προβλεπόμενα, να έχη εκπληρώσει την στρατιωτικήν του υποχρέωσιν, εφ’ όσον υπέχει τοιαύτην, κατά τον χρόνον του διορισμού του, να είναι κατά βεβαίωσιν ιατρού του Ι.Κ.Α. αρτιμελής σωματικώς ως και υγιής πνευματικώς και να κέκτηται τα δια την οικείαν θέσιν οριζόμενα δια του παρόντος προσόντα σπουδών. 2.Η πρόσληψις του προσωπικού του Ταμείου ενεργείται αναλόγως των παρουσιαζομένων αναγκών της υπηρεσίας δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας. Το Διοικητικόν Συμβούλιον αναθέτει εις τους υπαλλήλους τα κατά την κρίσιν του υπηρεσιακά καθήκοντα. Άρθρ.15.-1.Ως βασικός μηνιαίος μισθός του προσωπικού ορίζεται ο αντίστοιχος δια τους υπαλλήλους Νομ. Προσ. Δημοσίου Δικαίου εκάστοτε ισχύων. Ο ως άνω βασικός μισθός προσαυξάνεται κατά 5% ανά τριετή παρά τω Ταμείω υπηρεσίαν εις τον αυτόν βαθμόν και μέχρι δύο τριετιών. Επίσης προσαυξάνεται ούτος λόγω πολυετούς παρά τω Ταμείω υπηρεσίας καθ’ α χρονικά διαστήματα εκάστοτε προσαυξάνεται εις την περίπτωσιν ταύτην ο μισθός των Δημοσίων Υπαλλήλων. 2.Εις τους έχοντας χρηματικήν διαχείρισιν υπαλλήλους δύναται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου να χορηγηθή μηνιαίον επίδομα εκ πέντε τοις εκατόν επί του βασικού μισθού, λόγω διχειριστικών λαθών. 3.Εφ’ όσον προς αντιμετώπισιν υπηρεσιακών αναγκών επιβάλλεται η πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας απασχόλησις του προσωπικού παρέχεται αυτώ ειδική αποζημίωσις (υπερωρία) καθοριζομένη υπό του Διοικητικού Συμβουλίου και εγκρινομένη υπό του Υπουργού Εργασίας. 4.Εις τους υπαλλήλους και τον κλητήρα καταβάλλονται τα εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας των έξοδα κινήσεως. Τα δε οδοιπορικά έξοδα και εκτός έδρας αποζημίωσις αυτών καθορίζονται κατά τα δια τους δημοσίους υπαλλήλους προβλεπόμενα εκάστοτε. 5.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να χορηγή εις τους υπαλλήλους του Ταμείου δάνειον μέχρι δύο μηνιαίων αποδοχών, ορίζον τούτο και τα του τρόπου εξοφλήσεως. «6.Το Δ.Σ. δύναται δι’ αποφάσεώς του εγκρινομένης υπό Υπουργού Εργασίας, να χορηγή δάνεια προς τους συνταξιούχους του Ταμείου μέχρι τριών μηνιαίων συντάξεων κατ’ ανώτατον όριον εξοφλητέα δια τοκοχρεωλυτικών δόσεων μη υπερβαινουσών τας 36, επί τόκω 6% και ασφαλίστρω 1%. Η χορήγησις των κατά τ’ ανωτέρω δανείων, επιτρέπεται μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δικαιολογουμένας εξ εκτάκτων, σοβαρών και απροβλέπτων αναγκών του αιτούντος, κατά τας εκάστοτε ισχυούσας αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και εφ’ όσον ούτος έχει εξοφλήσει ολοσχερώς τυχόν προηγούμενον τοιούτον». Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56186/1/53 της 19 Δεκ. 1953/8 Ιαν. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.16.-1.Τα περί κανονικών ή αναρρωτικών αδειών ισχύοντα εκάστοτε δια τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εργασίας εφαρμόζονται και εις τους υπαλλήλους του Ταμείου. 2.Η υπαλληλική σχέσις του τακτικού προσωπικού του Ταμείου λύεται καθ’ ας περιπτώσεις και εις ον χρόνον λύεται αύτη και δια τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εργασίας. 3.Τα περί πειθαρχικών παραβάσεων και ποινικών εφαρμοζόμενα δια τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εργασίας ισχύουν και δια τους υπαλλήλους του Ταμείου, του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου έχοντος την δικαιοδοσίαν επιβολής απασών των σχετικών ποινών πλην των οριστικών και προσωρινών απολύσεων δι’ ας απαιτείται έγκρισις του Υπουργού Εργασίας. (Αντί της σελ. 457(α) Σελ. 457(β) Τεύχος 606-Σελ. 61 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών 39.Η.θ.2 Άρθρ.17.-1.Οι υπάλληλοι προάγονται εις τον επόμενον βαθμόν της θέσεως μετά συμπλήρωσιν τριετούς ευδοκίμου υπηρεσίας δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβανομένης προτάσει του προέδρου και εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας, προκειμένου δε περί προαγωγής εις κατά βαθμόν θέσιν και εφ’ όσον υπάρχει κενή θέσις. 2.Οι νεοπροσλαμβανόμενοι υπάλληλοι προσλαμβάνονται εις τον κατώτερον βαθμόν της θέσεως. Ασφαλιζόμενα πρόσωπα και υπαγωγή τούτων εις την ασφάλισιν. Άρθρ.18.-«1.Εις την ασφάλισιν του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών, συσταθέντος δια του Κ.Δ. 1944 (ΦΕΚ 99/9.5.44) και επικυρωθέντος δια του Νόμ. 1731/30.3.1951 (ΦΕΚ 101/9.4.1951 τ.Δ΄) υπάγονται υποχρεωτικώς: α)Οι παρά τω Ιδρύματι Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατά κυρίαν Ασφάλισιν ασφαλιζόμενοι τεχνίται, βοηθοί ποντελλαδόροι και μαθητευόμενοι υαλουργοί. β)Το παρά τω Ιδρύματι Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατά κυρίαν ασφάλισιν ασφαλιζόμενον Εργατοτεχνικόν και Εργατικόν Προσωπικόν των πάσης φύσεως υαλουργικών βιομηχανιών και βιοτεχνιών, ως επίσης και το προσωπικόν των εργαστηρίων, το απασχολούμενον με την παρασκευήν, βαφήν, χάραξιν, κοπήν και συσκευασίαν υαλουργικών παρασκευασμάτων, των πάσης φύσεως υαλουργικών βιομηχανιών και Βιοτεχνιών ανεξαρτήτως της αμοιβής αυτών, εφ’ όσον τυγχάνη ησφαλισμένον παρά τω Ιδρύματι Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 2.Αμφισβητήσεις ως προς την υπαγωγήν ή μη προσώπου τινός εις την ασφάλισιν του Ταμείου επιλύονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοιν. Υπηρεσιών μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και του παρά τω Υπουργείω «Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλείας». Το άρθρ. 18 συμπλήρωθέν και τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 56005/53 της 2/12 Σεπτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας, 56147/1/54 της 5/20 Μαρτ. 1954 ομοίας και Φ.126/2626 της 13 Ιουλ./3 Αυγ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 624) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 126/1983 της 3/22 Ιουν. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 822. Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 943 της 19 Ιουλ. 1976) ομοίας. Έναρξις ισχύος από 1 Ιαν. 1977. Αι δια το χρονικόν διάστημα από της ανωτέρω ημερομηνίας και εντεύθεν καταβληθείσαι εισφοραί δεν επιστρέφονται συμψηφιζόμεναι προς ετέρας υποχρεώσεις εξ εισφορών προς το Ταμείον των υποχρέων». Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56005/53 της 2/12 Σεπτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 458(β) Τεύχος 606-Σελ. 62 «Αμφισβητήσεις ως προς την υπαγωγήν ή μη προσώπου τινός εις την ασφάλισιν του Ταμείου επιλύονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και του παρά τω Υπουργείω Συμβουλίου Κοινων. Ασφαλίσεως». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56147/1/54 της 5/20 Μαρτ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. Πόροι του Ταμείου Άρθρ.2.1-Το Ταμείον εδρεύει εν Αθήναις και αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου. 2.Το Ταμείον υπάγεται υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας, συμφώνως προς τους εκάστοτε κειμένους Νόμους. Αντικείμενον Ασφαλίσεως ΄Αρθρ.19.-Πόροι του Ταμείου είναι: α)Εισφορά των ησφαλισμένων ίση προς το 3% επί των πάσης φύσεως απολαυών αυτών. β)Ισόποσος προς την εισφοράν των ησφαλισμένων συνεισφορά των εργοδοτών αυτών. γ)Οι τόκοι των κεφαλαίων και οι πάσης φύσεως πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου. δ)Πάσα πρόσοδος προερχομένη εκ χαριστικής αιτίας. 39.Η.θ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών Τρόπος εισπράξεως των πόρων του Ταμείου Άρθρ.20.-1.Η είσπραξις των κατά το προηγούμενον άρθρον πόρων του Ταμείου ενεργείται μέσω της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή ετέρας οριζομένης υπό του Διοικητικού Συμβουλίου υποχρεουμένων των εργοδοτών όπως υποβάλωσι κατά μήνα προς το Ταμείον ονομαστικήν κατάστασιν των απασχοληθέντων παρ’ αυτοίς, κατά τον λήξαντα μήνα ησφαλισμένων εν η να εμφαίνωνται η εισφορά των μισθωτών ως και η συνεισφορά του εργοδότου. Η κατάστασις αύτη συνοδεύεται μετά της αποδείξεως καταβολής εις την Τράπεζαν του σχετικού ποσού. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να αναθέτη εις τα όργανα του Ταμείου ην άσκησιν ελέγχου επί των εργοδοτών δια την επαλήθευσιν των ούτω υποβαλομένων στοιχείων. 2.α)Κατά την πληρωμήν των μισθών ή ημερομισθίων ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατή τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ησφαλισμένους. Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώση , την υποχρέωσίν του ταύτην η καταβολή τής τε εργοδοτικής και της εισφοράς του ησφαλισμένου βαρύνει αυτόν. β)Εάν ο εργοδότης δεν καταβάλη εις το Ταμείον τα κατά το προηγούμενον εδάφιον εκ των μισθών ή ημερομισθίων των ησφαλισμένων παρακρατηθέντα ποσά εντός μηνός από της ημέρας της πληρωμής αυτών, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως εις βαθμόν πλημμελήματος ασχέτως ποσού. Δια τας βαρυνούσας αυτόν εισφοράς εφαρμόζεται το άρθρ. 6 του Νόμ. 1373/44. γ)Εισφοραί μη καταβληθείσαι εντός μηνός από της πληρωμής των μισθών ή ημερομισθίων επιβαρύνονται δια προσθέτου τέλους 20%. δ)Μετά παρέλευσιν εξαμήνου από της καταβολής των μισθών ή ημερομισθίων εις τους ησφαλισμένους ο εργοδότης εφ’ όσον δεν εξώφλησε τας εισφοράς του, επιβαρύνεται δι’ ετέρου προσθέτου τέλους 20%. Μετά την πάροδον και του εξαμήνου τούτου το όλον ποσόν επιβαρύνεται άνευ οχλήσεως δια του νομίμου τόκου υπερημερίας. ε)Ο εργοδότης υποχρεούται όπως υποβάλλη κατά μήνα προς το Ταμείον ονομαστικήν κατάστασιν των παρ’ αυτού απασχοληθέντων υαλουργών εν η να εμφαίνηται η εισφορά των μισθών των και η συνεισφορά του εργοδότου καθώς και τα πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια και το καταβαλλόμενον εις τους απασχολήθέντας ποσόν ημερομισθίου. Εν περιπτώσει μη υποβολής εντός διμήνου των περί ου η ανωτέρω διάταξις αναφερομένων καταστάσεων, υπόκεινται οι εργοδόται εις τας ποινάς του άρθρ. 6 του Νόμ. 1373/44. Επί παραλείψεως υποβολής των ειρημένων καταστάσεων ή υποβολής ψευδών τοιούτων συντάσσεται υπό του υπαλλήλου του Ταμείου καταλογιστική πράξις περί της οφειλομένης εισφοράς κατά μήνα, εμφαίνουσα κατ’ εικασίαν το σύνολον των εργασθέντων και το νόμιμον ημερομίσθιον. Η πράξις αύτη κοινοποιείται εις τον ενδιαφερόμενον εργοδότην, όστις δύναται εντός δεκαημέρου από της επιδόσεως να προσφύγη εις το Δ.Σ. του Ταμείου όπερ αποφασίζει τελεσιδίκως. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η καταλογιστική πράξις είναι υποχρεωτική δια τον εργοδότην του καταλογισθέντος ποσού εισπραττομένου κατά τα κεκανονισμένα». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ άριθ. 23552/Σ.553 της 8/23 Απρ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Εν περιπτώσει παραστάσεως εργατικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ενώπιον Δικαστηρίου ως μαρτύρων επί μηνύσεων του Ταμείου κατά εργοδοτών καθυστερούντων εισφοράς ή απασχολήσεως αυτών εις ελέγχους εργοστασίων ή δι’ υποβολήν μηνύσεων και μη δικαιουμένων ημεραργίας , καταβάλλεται εις αυτά ποσόν δρχ. 40 δι’ οδοιπορικά των έξοδα και ουχί πλέον των 120 δραχμών δι’ έκαστον τούτων κατά μήνα». Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ. αριθ. 10903/Σ.105 της 11 Μαρτ./1 Απρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. Διάθεσις και ανάληψις κεφαλαίων Άρθρ.21.-1.Τα κεφάλαια του Ταμείου κατατίθενται εις έντοκον κατάθεσιν εις μίαν των Τραπεζών, Εθνικήν, Ελλάδος, Αγροτικήν, Αθηνών, Λαϊκήν, Ιονικήν και Εμπορικήν, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου προτιμωμένης επί ίσοις όροις της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. 2.Τα κεφάλαια του Ταμείου διατίθενται τηρουμένων των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων: α)Εις αγοράν χρεωγράφων του Δημοσίου, Μετοχών των Τραπεζών Ελλάδος, Εθνικής και Κτηματικής ή χρεωγράφων εν γένει ων η εξυπηρέτησις είναι ηγγυημένη υπό του Κράτους. Οι τίτλοι τούτων κατατίθενται προς φύλαξιν παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος, αι δε λοιπαί αποδείξεις φυλάσσονται παρά τη υπηρεσία του Ταμείου. β)Εις αγοράν κεντρικών ακινήτων και οικοπέδων εντός του σχεδίου της πόλεως Αθηνών. γ)Εις ενυπόθηκα δάνεια. δ)Εις οικοδομικά δάνεια προς τους ησφαλισμένους και Συνταξιούχους του Ταμείου. Τα της χορηγήσεως των υπό στοιχεία γ΄ και δ΄ δανείων καθορισθήσονται δι’ ειδικού Κανονισμού. 3.Η ακολουθητέα εις εκάστην των ανωτέρω περιπτώσεων διαδικασία καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας. 4.Η ανάληψις χρημάτων ενεργείται δι’ εξοφλητικών αποδείξεων ή επιταγών υπογραφομέ(Αντί για τη σελ. 459(α) Σελ. 459(β) Τεύχος Ε101-Σελ. 81 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών 39.Η.θ.2 νων παρά του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, του προϊσταμένου και του Λογιστού ή παρά των νομίμων αυτών αναπληρωτών. Ελλείψει προϊσταμένου ή Λογιστού αντ’ αυτών υπογράφει είς των συμβούλων οριζόμενος υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. 5.Το ανώτατον όριον των μηνιαίως δυναμένων ν’ αναληφθώσι χρηματικών ποσών ορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου κοινοποιουμένης υπό του Ταμείου προς τας συναλλασσομένας Τραπέζας. Παροχαί ΄Αρθρ.22.-«Εις τους, κατά το άρθρ. 18 καταστατικού του Ταμείου, ως τούτο αντικατεστάθη δια της υπ. αριθ. 126/1983/3.6.76 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, ησφαλισμένους του Ταμείου, ως και τα μέλη της οικογενείας αυτών, εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου, ή συνταξιούχου, χορηγούνται συντάξεις υπό τας εις τα επόμενα άρθρα αναφερομένας προυποθέσεις». Το άρθρ. 22 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 250/1979 (ΦΕΚ Α΄ 70), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 105/9 Μαΐου 1979. ΄Αρθρ.23.-«1.Η χορήγησις συντάξεως λόγω γήρατος. Ησφαλισμένος ή ησφαλισμένη του Ταμείου δικαιούται συντάξεως λόγω γήρατος: α)Εφ’ όσον επραγματοποίησεν εις την ασφάλισιν αυτού συντάξιμον υπηρεσίαν 4050 ημερών εργασίας, εξ ων 3000 πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην και συνεπλήρωσεν τα υπό του ΙΚΑ καθοριζόμενα εκάστοτε όρια ηλικίας δια την απονομήν συντάξεως, λόγω γήρατος. β)Εφ’ όσον συνεπλήρωσεν εις το Ταμείον, τας προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρ. 10 του Νόμ. 825/78, εφαρμοζομένων αναλόγως και των διατάξεων των παρ. 2 και 5 του ιδίου άρθρου». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ως άνω από το άρθρο μόνο Π.Δ. 688/1979 (ΦΕΚ Α΄ 200). 2.Χορήγησις συντάξεως λόγω αναπηρίας. α)Ησφαλισμένος ή ησφαλισμένη του Ταμείου δικαιούται συντάξεως λόγω αναπηρίας εφ’ όσον επραγματοποίησεν πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν 1.500 ημερών εργασίας, εξ ων 300 κατά το έτος κατά το οποίον κατέστη ανάπηρος και των προηγουμένων τούτου πέντε ημερολογιακών ετών και έτυχεν τοιαύτης συντάξεως παρά του ΙΚΑ. Επίσης δικαιούται παρά του Ταμείου συντάξεως μερικής αναπηρίας ή επιδόματος αναπροσαρμογής, υπό τας προϋποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου εφ’ όσον έτυχε και παρά του Ι.Κ.Α. , αντιστοίχως, συντάξεως μερικής αναπηρίας ή επιδόματος αναπροσαρμογής. Σελ. 460(β) Τεύχος Ε101-Σελ. 82 Η υπό του Ταμείου απονεμομένη σύνταξις μερικής αναπηρίας ,ισούται προς το 75% της συντάξεως πλήρους αναπηρίας, της οποίας θα εδικαιούτο ο ησφαλισμένος υπό τας αυτάς προϋποθέσεις, το δε επίδομα αναπροσαρμογής ισούται προς το 60% της συντάξεως πλήρους αναπηρίας. β)Η συνταξιοδότησις λόγω ολικής ή μερικής αναπηρίας και η επιδότησις των ησφαλισμένων διαρκεί δι’ όσον χρόνον αντιστοίχως διαρκεί η εκ του φορέως κυρίας ασφαλίσεως, συνταξιοδότησις ή επιδότησις αυτών. γ)Εις περίπτωσιν διακοπής της κατά τα ανωτέρω συνταξιοδοτήσεως και επαναχορηγήσεως ταύτης προ της παρόδου τριετίας από της διακοπής, δεν απαιτείται εκ νέου η προϋπόθεσις της παραγματοποιήσεως των 300 ημερών εργασίας κατά την προ της επελεύσεως της νέας αναπηρίας πενταετίαν. Ως αιτία της αναπηρίας δια τον καθορισμόν των χρονικών προϋποθέσεων και λοιπών συνεπειών της συνταξιοδοτήσεως λαμβάνεται υποχρεωτικώς η εν τη αποφάσει του φορέως κυρίας ασφαλίσεως καθοριζομένη. δ)Η σύνταξις αναπηρίας χορηγείται βάσει της σχετικής συνταξιοδοτικής αποφάσεως του Ι.Κ.Α. και δια τον υπό ταύτης οριζόμενον χρόνον συνταξιοδοτήσεως, παρατεινομένης αναλόγως της συνταξιοδοτήσεως υπό του Ταμείου εφ’ όσον παρατείνεται και η υπό του Ι.Κ.Α. συνταξιοδότησις. ε)Η σύνταξις λόγω αναπηρίας μετατρέπεται τη αιτήσει του συνταξιούχου εις σύνταξιν λόγω γήρατος από της 1ης του επομένου της υποβολής της αιτήσεως μηνός εφ’ όσον αύτη έχει μετατραπή εις σύνταξιν γήρατος και παρά του Ι.Κ.Α. 39.Η.θ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών 3.Xορήγησις συντάξεως λόγω ατυχήματος. α)Ησφαλισμένος ή ησφαλισμένη του Ταμείου δικαιούται συντάξεως λόγω εργατικού ατυχήματος, εφ' όσον δικαιούται τοιαύτης και παρά του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ανεξαρτήτως ηλικίας και χρόνου συνταξίμου υπηρεσίας. β)Αι χρονικαί προϋποθέσεις δια την υπό του Ταμείου χορήγησιν συντάξεως ατυχήματος επισυμβάντος εκτός εργασίας περιορίζονται εις το ήμισυ των απαιτουμένων δια την συνταξιοδότησιν λόγω αναπηρίας. 4.Χορήγησις συντάξεως λόγω θανάτου. Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου ή επιδοματούχου του Ταμείου ή ησφαλισμένου αυτού έχοντος πραγματοποιήσει πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, 1.500 ημερών εργασίας, εξ ων 300 κατά την τελευταίαν προ του θανάτου των πενταετίαν, δικαιούνται συντάξεως κατά σειράν τα κάτωθι μέλη οικογενείας του θανόντος. α)Η χήρα σύζυγος ή ο χήρος σύζυγος, εφ' όσον η συντήρησίς του εβάρυνε την θανούσαν και είναι άπορος και ανάπηρος ή συνεπλήρωσε το 60όν έτος της ηλικίας του. β)Τα άγαμα τέκνα, γνήσια, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα, επί ησφαλισμένης δε ή συνταξιούχου, τα εξώγαμα τέκνα αυτής μέχρι του 18ου έτους της ηλικίας των ή του 24ου εφ' όσον συνεχίζουν τας σπουδάς των εις Σχολάς Γενικής ή Επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Τα ως άνω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί ανικάνων προς πάσαν εργασίαν τέκνων, της ανικανότητος βεβαιουμένης υπό των Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α. γ)Ελλείψει χήρας ή χήρου και τέκνων η χήρα μητέρα ή ο χήρος πατέρας εφ' όσον αύτη ή ούτος συνετηρείτο υπό του θανόντος και είναι ανάπηρος ή έχει συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας. δ)Η χήρα ή ο χήρος σύζυγος δεν δικαιούνται συντάξεως εάν ο θανών κατά την τέλεσιν του γάμου ήτο, ήδη, συνταξιούχος ή είχε συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας του ή ο θάνατος αυτού επήλθεν προ της παρόδου έξ (6) μηνών από της τελέσεως του γάμου του, εκτός εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα ή υφισταμένου του γάμου, εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον ή η χήρα, κατά τον χρόνον του θανάτου, ετέλει εις κατάστασιν εγκυμοσύνης". Το άρθρ. 23 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 250/1979 (ΦΕΚ Α΄ 70), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 105/9 Μαΐου 1979. Άρθρ.24.-"1.Ως πραγματική εν ασφαλίσει υπηρεσία, λογίζεται: α)Ο χρόνος της εργασίας ο διανυθείς εις την ασφάλισιν του Ταμείου από της ιδρύσεως αυτού. β)Ο χρόνος ο διανυθείς εις την ασφάλισιν του Ειδικού Λογαριασμού Εργατοτεχνιτών Υαλουργών υπό την ιδιότητα του υαλουργού. 2.Ως συντάξιμος υπηρεσίας λογίζεται, εφ' όσον εξαγορασθή κατά τας επομένας παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου: α)Ο χρόνος ο διανυθείς εις εργασίαν υαλουργού προ της ιδρύσεως του Ταμείου. β)Ο διανυθείς από 27.4.41 έως 15.10.44 χρόνος αναγκαστικής αποχής από της εργασίας ως υαλουργού. γ)Ο προ της 1ης Ιαν. 1977 χρόνος εργασίας εις απασχολήσεις υπαχθείσας από 1ης Ιαν. 1977 δια της υπ' αριθ. 126/1983/3.6.76 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ 822/22.6.76 τ.Β΄) εις την ασφάλισιν του Ταμείου. δ)Ο χρόνος καθ' ον ο ησφαλισμένος ή ησφαλισμένη επεδοτήθη από το Ταμείον Ανεργείας. 3.Ο κατά την προηγουμένην παράγραφον χρόνος συνταξίμου υπηρεσίας αναγνωρίζεται αιτήσει του ησφαλισμένου ή εν περιπτώσει θανάτου αυτού, των μελών της οικογενείας του δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου μετά έλεγχον των δικαιολογητικών. 4.α)Η εξαγορά της αναγνωριζομένης ως συνταξίμου υπηρεσίας, ενεργείται επί τη καταβολή υπό του ησφαλισμένου ή των μελών της οικογενείας του, του συνόλου των εισφορών εργοδότου και ησφαλισμένου, υπολογιζομένων επί των υποκειμένων εις εισφοράς μηνιαίων αποδοχών αυτού, κατά τον χρόνον της υποβολής της, περί αναγνωρίσεως, αιτήσεως. Προκειμένου περί μελών οικογενείας δικαιουμένων συντάξεων λόγω θανάτου του, εξ ου έλκουν το δικαίωμα, αμέσου ησφαλισμένου, ως αποδοχαί δια τον υπολογισμόν του ποσού της εξαγοράς νοούνται αι νόμιμοι αποδοχαί τας οποίας θα ελάμβανε ο θανών εάν θα ευρίσκετο εν τη ζωή κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως. β)Το κατά τα ανωτέρω προκύπτον ποσόν της εξαγοράς καταβάλλεται υπό των ησφαλισμένων είτε εφ' άπαξ είτε εις δόσεις καθοριζομένας υπό του Δ.Σ., ο αριθμός των οποίων δεν δύναται να υπερβή τας 60. Εις περίπτωσιν επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής το υπόλοιπον αυτής εξοφλείται δια παρακρατήσεως του 25% της καταβαλλομένης συντάξεως. 5.Επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρ. 25, ως τούτο τροποποιείται δια του άρθρ. 4 του παρόντος, η αναγνωριζομένη προϋπηρεσία δεν δύναται να υπερβή τας 1.050 ημέρας εργασίας". "6.α)Ασφαλισμένοι του Ταμείου στους οποίους επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 34 του καταστατικού όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 9 του Π.Δ. 250/79 (ΦΕΚ 70/12.4.1979), μπορούν ν' αναγνωρίσουν τον αντίστοιχο χρόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 13 του Νόμ. 1405/83. β)Η εξαγορά για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα διενεργείται με την καταβολή ασφαλίστρου ανερχόμενου σε ποσοστό 3% στο σύνολο των νομίμων ημερησίων αποδοχών που λαμβάνει ο ασφαλισμένος ή που θα ελάμβανε εάν εργάζετο με την ίδια ειδικότητα κατά την ημέρα της υποβολής της αίτησης. γ)Η εξόφληση των εισφορών διενεργείται είτε εφάπαξ είτε σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής περισσοτέρων των 4 δόσεων, χάνεται το δικαίωμα της αναγνώρισης του χρόνου χωρίς ο ασφαλισμένος να δικαιούται ν' αναλάβει τις δόσεις που κατέβαλε μέχρι τότε. (Αντί για τη σελ. 461 (β) Σελ. 461 (γ) Τεύχος Ζ22-Σελ. 127 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών 39.Η.θ.2 δ)Η πίστωση του χρόνου ασφάλισης για τον οποίο επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές καθώς και η ανάληψη των εισφορών γίνεται από τα στοιχεία που τηρούνται στο Ταμείο. ε)Οι ασφαλισμένοι μπορούν να εξαγοράσουν μόνο τον χρόνο που απαιτείται για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος δηλαδή 4.050 ημέρες για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος και 1.500 ημέρες για τη συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας και θανάτου". Η παρ. 6 προστέθηκε από την 126/1962/21 Αυγ.-5 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 169) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Το άρθρ. 24 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 250/1979 (ΦΕΚ Α΄ 70), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 108/9 Μαΐου 1979. Άρθρ.25.-"1.Ησφαλισμένοι του Ταμείου απασχολούμενοι εις ένα ή εις πλείονας εργοδότας δεν δύνανται να πραγματοποιήσουν περισσοτέρας ημερολογιακάς ημέρας ασφαλίσεως εκείνων εκάστου ημερολογιακού μηνός. 2.Ησφαλισμένοι του Ταμείου, οίτινες συνεπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν από της δημοσιεύσεως του παρόντος Καταστατικού και μέχρι του έτους 1985 το όριον ηλικίας δια την απονομήν συντάξεως γήρατος, δύνανται να εξαγοράσουν υπηρεσίαν ασφαλιστέαν εις το Ταμείον μέχρι 2.000 ημερομίσθια, συμφώνως τω άρθρ. 24". Το άρθρ. 25 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρ.3.-Σκοπός του Ταμείου είναι η χορήγησις εφ’ άπαξ ή περιοδικών παροχών εις τα κατά το άρθρ. 4 Π.Δ. 250/1979 (ΦΕΚ Α΄ 70), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 105/9 Μαΐου 1979. Σελ. 462 (γ) Τεύχος Ζ22-Σελ. 128 Άρθρ.26.-"1.Το ποσόν της χορηγουμένης μηνιαίας συντάξεως εις τους μετά την δημοσιεύσιν του παρόντος εξερχομένους της υπηρεσίας αποτελείται εκ της βασικής συντάξεως και εκ προσαυξήσεων αυτής ως ακολούθως: "2.Η χορηγουμένη βασική μηνιαία σύνταξις εις τους συμπληρούντας εκάστοτε τας ελαχίστας χρονικάς προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως ορίζεται εκ ποσοστού 10% επί του 25πλασίου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου, ανειδικεύτου εργάτου της Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας και εκ προσαυξήσεως 5% επί της διαφοράς των κατά την τελευταία διετία μηνιαίων αποδοχών, πέραν του 25πλασίου του ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου της Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας". Η παρ. 2, τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 554/25-28 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 150) (κατωτ. αριθ. 8.). 3.Το κατά την προηγουμένην παράγραφον ποσόν της βασικής συντάξεως προσαυξάνεται κατά 3% ανά 300 ημέρας ασφαλίσεως πέραν των απαιτουμένων τοιούτων δια την χορήγησιν της βασικής συντάξεως. 4.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον προσαυξήσεις εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να υπερβούν το 40% της βασικής συντάξεως. 5.Αι απαιτούμεναι δια τον καθορισμόν του ύψους της βασικής συντάξεως μηνιαίαι αποδοχαί των ησφαλισμένων κατά την τελευταίαν διετίαν της εις το Ταμείον ασφαλίσεώς των εξευρίσκονται εκ του 25πλασίου του πηλίκου το οποίον προκύπτει από την διαίρεσιν του συνόλου των αποδοχών της τελευταίας διετίας των υποκειμένων εις ασφαλιστικάς εισφοράς συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας, δια του συνόλου των πραγματοποιηθεισών ημερών εργασίας εντός της εν λόγω διετίας, λαμβανομένων υπ' όψιν και των αναλογουσών ημερών εργασίας δια δώρα εορτών και επιδομάτων αδείας". "6.Ως κατώτατον όριον της παρεχομένης βασικής μηνιαίας συντάξεως μετά των προσαυξήσεων της παρ. 3 του παρόντος άρθρου ορίζεται από 1.1.1981 το ποσόν των 1.900 δραχ. και από 1.7.1981 το ποσόν των 2.100 δραχ., ανεξαρτήτως του χρόνου ενάρξεως του συνταξιοδοτικού δικαιώματος". Η παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 605/8-17 Ιουν. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 153) (κατωτ. αριθ. 10). Το άρθρ. 26 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 Π.Δ. 250/1979 (ΦΕΚ Α΄ 70) Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 105/9 Μαΐου 1979. Άρθρ.27.-"Το ποσόν της συντάξεως των μελών οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ταμείου, ορίζεται ως ακολούθως: α)Η χήρα ή ο χήρος σύζυγος άνευ τέκνων τα 70% της συντάξεως του θανόντος. β)Η χήρα ή ο χήρος σύζυγος μεθ' ενός ή δύο τέκνων τα 80% της συντάξεως του θανόντος και μετά πλειόνων των δύο τέκνων τα 90% αυτής. Το επί πλέον του απονεμομένου εις την χήραν ή τον χήρον ποσόν, κατανέμεται κατ' ισομοιρίαν μεταξύ των τέκνων. 39.Η.θ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών 39.Η.θ.2 γ)Εις έν τέκνον ορφανόν εξ αμφοτέρων των γονέων τα 70%, και επί πλειόνων του ενός τέκνου τα 80%, του ποσού της συντάξεως κατανεμομένου μεταξύ των τέκνων κατ' ισομοιρίαν. δ)Εις τον πατέρα ή την μητέρα τα 50% της συντάξεως του θανόντος". Το άθρ. 27 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 6 Π.Δ. 250/1979 (ΦΕΚ Α΄ 70), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 105/9 Μαΐου 1979. Άρθρ.28.-"Εις τους επιμελουμένους της κηδείας των αποβιούντων ησφαλισμένων καταβάλλεται, κατόπιν αιτήσεώς των, ποσόν ίσον προς τας νομίμους αποδοχάς ενός (1) μηνός, δια δε τους συνταξιούχους ποσόν ίσον προς τας συντάξεις τριών μηνών. Εν πάση περιπτώσει το καταβαλλόμενον ποσόν δεν δύναται να υπερβή τας 8.000 δραχμάς. Το άρθρ. 28 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 7 Π.Δ. 250/1979 (ΦΕΚ Α΄ 70). Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 105/9 Μαΐου 1979. (Μετά τη σελ. 462 (γ) Σελ. 462, 01 Τεύχος Ζ22-Σελ. 129 39.Η.θ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών Άρθρ.29.-"1.Δια την απονομήν συντάξεως δέον ο ενδιαφερόμενος να υποβάλη εις το Ταμείον αίτησιν, συνοδευομένην υπό της σχετικής περί συνταξιοδοτήσεως αποφάσεως του Ι.Κ.Α. ως και πιστοποιητικού γεννήσεως, εν συνεχεία δε να προσκομίση παν δικαιολογητικόν και στοιχείον υποδεικνυόμενον υπό της υπηρεσίας. 2.Η καταβολή της συντάξεως άρχεται από την πρώτην του επομένου μηνός της υποβολής αιτήσεως περί απονομής συντάξεως . Κατ' εξαίρεσιν η καταβολή της συντάξεως άρχεται: α)Εν περιπτώσει αναπηρίας από της διακοπής της εις το Ταμείον ασφαλιστέας εργασίας και εφ' όσον μέχρι τότε συνεπληρώθησαν αι υπό του παρόντος καταστατικού προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας, β)εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου από της επομένης του θανάτου, γ)εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου από της πρώτης του επομένου του θανάτου μηνός. Σύνταξις αναπηρίας ή θανάτου ουδέποτε δύναται ν' ανατρέξη εις χρόνον απώτερον του εξαμήνου από της υποβολής της σχετικής περί χορηγήσεως συντάξεως αιτήσεως". Το άρθρ. 29 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 18 του παρόντος ασφαλιζόμενα πρόσωπα, δια τας περιπτώσεις του γήρατος, της αναπηρίας και ατυχήματος ως και των μελών της οικογενείας αυτών εν περιπτώσει θανάτου του προστάτου αυτών, ησφαλισμενου ή συνταξιούχου. άρθρ. 8 Π.Δ. 250/1979 (ΦΕΚ Α΄ 70), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 105/9 Μαΐου 1979. Προμήθειαι Άρθρ.30.-1.Παντός είδους προμήθειαι του Ταμείου, ενεργούνται ως ακολούθως: α)Μέχρι του ποσού των 100.000 μηνιαίως παρά του Διευθυντού του Ταμείου, όστις εις το τέλος του μηνός θέτει υπό την έγκρισιν του Διοικητικού Συμβουλίου τα σχετικά δικαιολογητικά. β)Από του ποσού τούτου και μέχρι 1.000.000 δια προχείρου μειοδοτικού διαγωνισμού ενεργουμένου παρά της Επιτροπής Προμηθειών αποτελουμένης εκ του Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, ως Προέδρου, δύο μελών του Διοικητικού Συμβουλίου οριζομένων δι' αποφάσεως αυτού, ενός εκ της τάξεως των ησφαλισμένων και ενός εκ της τάξεως των εργοδοτών και του Διευθυντού του Ταμείου. γ)Από του ποσού του ενός εκατομμυρίου και άνω δια δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού ενεργουμένου παρά της ως άνω Επιτροπής. 2.Aι σχετικαί περί των κατά τα εδάφ. β΄ και γ΄ της προηγουμένης παραγράφου προμήθειαι υπόκεινται προ της εκτελέσεως αυτών εις την έγκρισιν του Διοικητικού Συμβουλίου. 3."Εν περιπτώσει παραστάσεως εργατικών μελών του Δ.Σ. ενώπιον Δικαστηρίων ως μαρτύρων επί μηνύσεων του Ταμείου κατά εργοδοτών καθυστερούντων εισφοράς, ή απασχολήσεως αυτών εις ελέγχους εργοστασίων καταβάλλεται αυτοίς κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. αποζημίωσις ίση προς το απωλεσθέν ημερομίσθιόν των και ισχύον εκάστοτε βάσει Κλαδικής Συλλογικής Συμβάσεως εφ' όσον αποδεδειγμένως απωλέσθη αλλ’ ουχί πλέον των 3 ημερομισθίων κατά μήνα. Το αυτό ισχύει και προκειμένου περί μαρτύρων ησφαλισμένων, μη μελών του Δ.Σ., ουχί όμως πλέον του ενός ημερομισθίου κατά μήνα". Η παρ. 3 προστεθείσα δια της υπ' αριθ. 23552/Σ.553 της 8/23 Απρ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 33324/1927 της 25/30 Απρ. 1968 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 212). Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.31.-1.Αι διατάξεις του παρόντος έχουν εφαρμογήν και επί των ήδη συνταξιοδοτηθέντων παρά του Ι.Κ.Α. ησφαλισμένων λόγω γήρατος ή αναπηρίας ως και επί των συνταξιοδοτηθησομένων παρά του Ι.Κ.Α. μελών οικογενείας αυτών εφ' όσον έτυχον συντάξεως δι' εργασίαν υαλουργού και εφ' όσον πληρούν τας υπό του παρόντος Κανονισμού προβλεπομένας προϋποθέσεις. 2."Μέλη οικογενείας ησφαλισμένων φονευθέντων παρ' αντεθνικών Οργανώσεων κατά την διάρκειαν της εχθρικής κατοχής ή του κινήματος του Δεκ. 1944, δικαιούνται από της δημοσιεύσεως της παρούσης, του εν άρθρ. 23 παρ. 4 του παρόντος μηνιαίου περιοδικού βοηθήματος, εφ' όσον κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου, εκέκτηντο τας προϋποθέσεις προς παροχήν αυτοίς συντάξεως και υπέβαλον προς τούτο σχετικήν αίτησιν ή θα υποβάλωσι τοιαύτην εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης". Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 56278/1/54 της 21/30 Απρ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.32.-1.Μέχρι της πληρώσεως των δια του παρόντος δημιουργουμένων οργανικών θέσεων του προσωπικού, το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται δι' αποφάσεώς του, εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας, να προσλαμβάνη προσωρινώς προς αντιμετώπισιν εκτάκτων αναγκών του Ταμείου μέχρι 2 εκτάκτων υπαλλήλων επί εξαμήνω θητεία δυναμένη να παραταθή επί δύο εισέτι εξάμηνα και επί μηνιαία αντιμισθία δια μεν την θέσιν του Λογιστού, του Υπουργικού Εισηγητού, δια δε την θέσιν του Γραφέως, του Υπουργικού Γραφέως α΄ τάξεως. "Άρθρ.33.-Εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος της παρούσης, δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον δι' αποφάσεώς του εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας να προβή εις την πλήρωσιν της θέσεως του προϊσταμένου του Ταμείου δι' εντάξεως εις τον κατώτατον βαθμόν ταύτης (Εισηγητού), ενός των ήδη υπηρετούντων μονίμων υπαλλήλων του Ταμείου, κεκτημένου τα υπό του καταστατικού αυτού προβλεπόμενα δια την κατάληψιν της θέσεως προσόντα, εφ' όσον δεν δύναται να καταλάβη ταύτην δια προαγωγής λόγω ελλείψεως του απαιτουμένου χρόνου υπηρεσίας εις τον προηγούμενον βαθμόν". Το άρθρ. 33 προσετέθη δια της υπ' αριθ. 56293/1/54 της 27 Μαΐου/11 Ιουν. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. (Αντί για τη σελ. 463(γ) Σελ.463(δ) Τεύχος Ε101-Σελ. 85 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών 39.Η.θ.2 Άρθρ.34.-"Ησφαλισμένοι του Ταμείου εξελθόντες της ασφαλιστέας εργασίας από 1.1.1977, ως και οι εφεξής οριστικώς διακόπτοντες ταύτην μετά την συμπλήρωσιν του, υπό του άρθρ. 2 παρ. 1 του παρόντος Π.Δ/τος, προβλεπομένου ορίου ηλικίας, ή λόγω διαρκούς ανικανότητος με ποσοστόν ασφαλιστικής αναπηρίας 67% τουλάχιστον και μη έχοντες τας απαιτουμένας προϋποθέσεις δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως παρά του Ταμείου, δύνανται δι' αιτήσεως να ζητήσουν την απονομήν εφ' άπαξ παροχής ισουμένης προς το σύνολον των υπ' αυτών καταβληθεισών ατομικών εισφορών εις το Ταμείον ατόκως, εφ' όσον το ύψος αυτών είναι άνω των 2.000 δραχμών. Το δικαίωμα αυτό έχουν και τα μέλη οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου". Το άρθρ. 34 το οποίο προστέθηκε από την 7347/Σ221/9-21 Απρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας και τροποποιήθηκε από την 56418/1/54/8-9 Ιουλ. 1954 όμοια και αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 της 126/3/2888/23 Αυγ.-5 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 930) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 9 Π.Δ. 250/79 (ΦΕΚ Α΄ 70), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 105/9 Μαΐου 1979. Μεταβατικαί διατάξεις "Δικαιούται προσωρινού περιοδικού βοηθήματος ο ησφαλισμένος αποχωρών ή αποχωρήσεως της εργασίας λόγω συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας του και εφ' όσον έχει: 1)εικοσιπενταετή τουλάχιστον συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης δεκαετή τοιαύτην πραγματικήν ή 2)τριακονταετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ' ης οκταετή πραγματικήν. Η παρούσα ισχύουσα μέχρι 31ης Ιαν. 1960, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως". Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ' αριθ. 50002/Σ.437 της 5/20 Σεπτ. 1957 αποφ. Υπ. Εργασίας. "Η υπό της παρ. 6 του άρθρ. 24 οριζομένη προθεσμία ασκήσεως του δικαιώματος προς αναγνώρισιν προϋπηρεσίας παρατείνεται επί εξάμηνον από της δημοσιεύσεως της παρούσης". Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ' αριθ. 51521/Σ.764 της 18 Ιουλ./14 Αυγ. 1962 Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 285). Σελ. 464(δ) Τεύχος Ε101-Σελ. 86 Άρθρ.4.-1.«Το Ταμείον διοικείται υπό επταμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εκ 2 δημοσίων υπαλλήλων εξ ων ο είς τουλάχιστον του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των εργοδοτών. δ)Εκ 2 μελών εκ της τάξεως των ησφαλισμένων. ε)Εξ ενός προσώπου έχοντος πείραν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται, εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. 39.Η.θ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Το εξ εργοδοτών μέλος και ο αναπληρωτής τούτου, λαμβάνεται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό των οικείων Επιμελητηρίων ή των οικείων εργοδοτικών επαγγελματικών ή άλλων συναφών κατά Κλάδον εκπροσωπευτικών Οργανώσεων και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέου μέλους (τακτικού και αναπληρωματικού). Η επιλογή των εργατικών και εργοδοτικών Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ’ ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του». Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71023 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 327) 4.Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού Συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχείον δ΄ της παρ. 1 μελών του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. 5.Εις τας Συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελεν κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επι της διαφωνίας του, εφ’ όσον το Δ.Σ. ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβ. Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελεν κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβερν. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβερ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει τούτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού Συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυόμενης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δυο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. (Αντί της σελ. 453)Σελ. 453(α) 250-071 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών 39.Η.θ.2 Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ.Σ. 6.«Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 5 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία. Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71023 της 8/17 Αυγ. 1964 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 327). 7.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. του Ταμείου εκτελεί είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη γραμματέως εκτελεί είς των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ.Σ.». Το άρθρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια των υπ’ αριθ. 1584/Σ.53 της 3/21 Φεβρ. 1953 και 73311/Σ.799 της 17 Δεκ. 1956/7 Ιαν. 1958 αποφάσεων Υπουργού Εργασίας. Άρθρ.5-1.΄Ινα διορισθή τις ως τακτικόν ή αναπληρωματικόν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου δέον να πληροί τας κάτωθι προϋποθέσεις: α)Να έχη την Ελληνικήν ιθαγένειαν. β)Να έχη συμπεπληρωμένον τα 25ον έτος της ηλικίας του. γ)Να είναι ικανός δια την ανάληψιν δημοσίου λειτουργήματος. δ)Να διατηρή την ιδιότητα υφ’ ην διωρίσθη. Ελλειπούσης μιας των ανωτέρω προϋποθέσεων, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, αντικαθίστανται εις το αξίωμά των δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. 2.Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου τακτικόν ή αναπληρωματικόν, απουσιάζον εκ περισσοτέρων των πέντε συνεχών συνεδριάσεων του Δ. Συμβουλίου άνευ αποχρώντος λόγου βεβαιουμένου δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, αντικαθίσταται εις το αξίωμά του, δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου. Σελ. 454(α) 250-072 Άρθρ.6-1.Το Ταμείον εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και εν κωλύματι ή απουσία αυτού υπό του Αντιπροέδρου. Δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ν’ ανατίθεται η εκπροσώπησις του Ταμείου εις ειδικάς περιπτώσεις και εις τα μέλη αυτού. 2.Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων και δεν αναλαμβάνει ουδεμίαν απολύτως υποχρέωσιν έναντι οιουδήποτε, παρά μόνον δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, καταχωρουμένης εις τα πρακτικά αυτού. 3.Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου υπογράφει άπαντα τα έγγραφα του Ταμείου. 4.Δι’ ανάληψιν τίτλων ή χρημάτων απαιτούνται αι υπογραφαί: α)Του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, β)του προϊσταμένου του Ταμείου ή ελλείψει τούτου ενός συμβούλου οριζομένου δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και γ)του Λογιστού του Ταμείου. Αρμοδιότης του Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.7.-Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού, ειδικώτερον εγκρίνει τον ετήσιον προϋπολογισμόν, ισολογισμόν και απολογισμόν του Ταμείου και το λογιστικόν ισοζύγιον αυτού, μεριμνά δια την κανονικήν είσπραξιν των πόρων αυτού, αποφασίζει περί της απονομής των παροχών κατά τους ισχύοντας Νόμους και τας καταστατικάς διατάξεις, ως και περί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων του Ταμείου, συμβιβάζεται ή παραιτείται από δικαστικού αγώνος, αποφασίζει περί αναλήψεως χρημάτων ή καταθέσεων του Ταμείου παρά Τραπέζαις, διορίζει, προάγει και απολύει το προσωπικόν του Ταμείου κατά τας σχετικάς διατάξεις του παρόντος, εγκρίνει πάσας τας δαπάνας του Ταμείου, έχει την ανωτέραν παρακολούθησιν και εποπτείαν του προσωπικού του Ταμείου και ελέγχει τούτο δια την εκτέλεσιν των καθηκόντων του, εισηγείται περί εγκρίσεως των κανονισμών του Ταμείου και τροποποιήσεως αυτών και τέλος ασκεί πάσας τας εκ των διατάξεων Νόμου ή Κανονισμού ανατιθεμένας αυτώ λειτουργίας και λαμβάνει παν μέτρον προς αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών του Οργανισμού. 39.Η.θ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών Πρόσκλησις του Διοικητικού Συμβουλίου και ημερησία διάταξις Άρθρ.8.-1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον καλείται εις συνεδρίασιν υπό του Προέδρου αυτού ή τούτου κωλυομένου ή απουσιάζοντος υπό του αναπληρωτού αυτού Αντιπροέδρου, τακτικώς μεν άπαξ της εβδομάδος, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή ανάγκη προς τούτο κατά την κρίσιν του Προέδρου, ή ήθελον ζητήση τούτο τρία τουλάχιστον τακτικά μέλη αυτού επί εγγράφω αυτών αιτήσει, εις ην ν’ αναγράφωνται απαραιτήτως τα θέματα δι’ α αιτείται η συνεδρίασις, υποχρεουμένου του προέδρου όπως συγκαλέση συνεδρίαν των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου εντός τριών ημερών το βραδύτερον από της λήψεως της αιτήσεως. 2.Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου καταρτίζει αναλόγως των παρουσιαζομένων υπηρεσιακών αναγκών, την ημερησίαν διάταξιν των συνεδριάσεων. Η ημερησία διάταξις εκάστης συνεδριάσεως μετά της προσκλήσεως εις συνεδρίασιν , διανέμεται επί αποδείξει εις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μίαν τουλάχιστον ημέραν προ της συνεδριάσεως. 3.Τρία τουλάχιστον τακτικά μέλη δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης προ της καταρτίσεως της ημερησίας διατάξεως, δύνανται να ζητήσωσι την αναγραφήν οιουδήποτε θέματος εις την ημερησίαν διάταξιν. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται ν’ αποφασίζη πάντοτε την αναγραφήν θέματός τινος. Εν τη ημερησία διατάξει αναγράφονται σαφώς τα συζητητέα θέματα. Θέματα μη συμπεριλαμβανόμενα εις την ημερησίαν διάταξιν δύνανται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου, να συζητηθώσι, αλλ’ απόφασις επ’ αυτών δεν δύναται να ληφθή, ει μη μόνον εις την επομένην συνεδρίασιν, εκτός εάν είναι παρόντα πάντα τα μέλη ή αναγνωρισθή παμψηφεί υφ’ όλων των παρόντων μελών ότι πρόκειται περί επειγούσης ανάγκης μη επιδεχομένης αναβολήν. Μετά της ημερήσιας διατάξεως διανέμονται τα συζητηθησόμενα σχέδια Κανονισμών, Προϋπολογισμών, Απολογισμών, Ισολογισμών, Ισοζυγίου ως και πάσαι αι τυχόν υποβληθησόμεναι εις το Συμβούλιον προτάσεις επί σοβαρών θεμάτων εν περιλήψει και οι εκθέσεις των τυχόν επί ειδικών θεμάτων ορισθέντων εισηγητών ή εκλεγεισών επιτροπών. Απαρτία-Εισήγησις-Πρακτικά

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.