← Ελλάδα

3. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 345 της 9/10 Ιουν. 1976 (ΦΕΚ Α΄141) Περί κυρώσεως του Κώδικος περί του κατά το άρθρ. 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρί

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την επικύρωση του Κώδικα για το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, όπως προβλέπεται από το άρθρο 100 του Συντάγματος, και καθορίζει τη λειτουργία και τη δικαιοδοσία του.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 345 της 9/10 Ιουν. 1976 (ΦΕΚ Α΄141) Περί κυρώσεως του Κώδικος περί του κατά το άρθρ. 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Άρθρ.5.-1.Δι εσωτερικού Κανονισμού συντασσομένου υπό του Ειδικού Δικαστηρίου, εν συμβουλίω, και δημοσιευομένου δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καθορίζονται: α)Η διάρθρωσις, οργάνωσις και λειτουργία των υπηρεσιών αυτού. 1.Θ.α.3 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο β) Τα των ημερών και ωρών συνεδριάσεων αυτού, μη αποκλειομένου και του ορισμού εκτάκτων δικασίμων. γ)Ο χρόνος εργασίας του βοηθητικού προσωπικού, ως και πάσα αναγκαία λεπτομέρεια δια την λειτουργίαν των υπηρεσιών αυτού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β Δικαιοδοσία Άρθρ.6.-Εις την δικαιοδοσίαν του Ειδικού Δικαστηρίου υπάγονται, κατά το άρθρ.100 παρ.1 του Συντάγματος : α)Η εκδίκασις ενστάσεων κατά το άρθρ.58 του Συντάγματος. β)Ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος, ενεργουμένου κατά το άρθρ. 44 παρ.2 του Συντάγματος. γ)Η κρίσις περί των ασυμβιβάστων ή της εκ εκπτώσεως βουλευτού κατά τα άρθρ. 55 παρ.2 και 57 του Συντάγματος. δ)Η άρσις των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφ’ ενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφ’ ετέρου ή τέλος μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων. ε)Η άρσις της αμφισβητήσεως περί της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητος ή της εννοίας διατάξεων τυπικού νόμου, εάν εξεδόθησαν περί αυτών αντίθετοι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου. ς)Η άρσις της αμφισβητήσεως περί τον χαρακτηρισμόν κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικώς παραδεδεγμένων κατά την παρ. 1 του άρθρ. 28 του Συντάγματος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Γενικαί Διαδικαστικαί Διατάξεις Άρθρ.7. Το Ειδικόν Δικαστήριον επιλαμβάνεται των εις την δικαιοδοσίαν του υπαγομένων υποθέσεων:α)Κατόπιν αιτήσεως ή β) κατόπιν περιελεύσεως εις τούτο παραπεμπτικής αποφάσεως ετέρου δικαστηρίου. Άρθρ.8.-1. Η αίτησις ασκείται δια καταθέσεως εν πρωτοτύπω εις τον Γραμματέα του Δικαστηρίου και καταχωρίζεται αμέσως εις ίδιον βιβλίον κατά την χρονολογίαν και την σειράν της εγχειρίσεώς της. Προκειμένου περί αιτήσεων επιδιδομένων εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα, η καταχώρισις τούτων γίνεται άμα τη περιελεύσει των εις την Γραμματείαν του Ειδικού Δικαστηρίου. 2.Εις το κατά την προηγουμένην παράγραφον βιβλίον καταχωρίζεται και η δια του Προέδρου του παραπέμποντος δικαστηρίου διαβιβαζομένη προς το Ειδικόν Δικαστήριον απόφασις, άμα τη περιελεύσει της εις την Γραμματείαν του Ειδικού Δικαστηρίου. Άρθρ.9.-1.Εις την αίτησιν πρέπει να αναφέρωνται: α)Το όνομα, πατρώνυμον, επώνυμον, επάγγελμα και η ακριβής διεύθυνσις της κατοικίας του αιτούντος και του νομίμου αντιπροσώπου του. Επί νομικού προσώπου πρέπει να αναφέρωνται τα αυτά στοιχεία ταυτότητος του νομίμου αντιπροσώπου του, ως και η επωνυμία και η έδρα αυτού. Επί δημοσίας αρχής πρέπει να αναφέρεται η ονομασία και η έδρα της, ως και το ονοματεπώνυμον του προϊσταμένου της, β) τα κατά το εδάφ. α΄ στοιχεία ταυτότητος των λοιπών, γνωστών εις τον αιτούντα διαδίκων, γ)ακριβής περιγραφή της υποθέσεως, περί της οποίας καλείται να αποφανθή το Ειδικόν Δικαστήριον, δ)σαφής έκθεσις των γεγονότων, τα οποία θεμελιούν κατά το δίκαιον την σχέσιν και δικαιολογούν την νομιμοποίησιν του αιτούντος, ε) ωρισμένον αίτημα ως προς την σχέσιν ταύτην και ς)υπογραφή του αιτούντος ή του πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου. 2.Τα άρθρ.119 παρ. 3,120 και 121 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 3.Εφ όσον, ο αιτών ή ο υπογράφων δικηγόρος δεν είναι κάτοικοι Αθηνών, δια των κατά την προηγουμένην παράγραφον δικογράφων διορίζεται και αντίκλητος εν Αθήναις, άλλως η διαδικασία χωρεί άνευ των προς τον αιτούντα προβλεπομένων κοινοποιήσεων. Αντίκλητος δύναται να διορισθή και δια ειδικής δηλώσεως κατατιθεμένης εις τον Γραμματέα του Δικαστηρίου. 4.Εάν εις την αίτησιν υπάρχουν τυπικαί παραλείψεις δυνάμεναι να συμπληρωθούν, ο επί της υποθέσεως εισηγητής δύναται να καλέση τον αιτούντα προς συμπλήρωσιν των ελλείψεων. Άρθρ.10-1.Μετά την καταχώρησιν της αιτήσεως ή της παραπεμπτικής αποφάσεως εις το προς τούτο βιβλίον, ο Πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου, ορίζει δια πράξεως αυτού, σημειουμένης κάτωθι της αιτήσεως, μέλος του δικαστηρίου ως εισηγητήν της υποθέσεως και δικάσιμον. 2.Αντίγραφον της αιτήσεως ή της παραπεμπτικής αποφάσεως μετά της πράξεως του Προέδρου, επιδίδεται επιμελεία της Γραμματείας του Δικαστηρίου είκοσιν ημέρας πρό της δικασίμου εις τον αιτούντα και τους λοιπούς διαδίκους. 3.Αι κατά τον παρόντα νόμον αυτεπαγγέλτως ενεργούμεναι κοινοποιήσεις προς τους διαδίκους, γίνονται κατά τας οικείας διατάξεις του Κώδικος Πολ. Δικονομίας, προκειμένου δε περί ανακηρυχθέντων βουλευτών δύναται αντ’ αυτών να γίνουν εις τον Πρόεδρον της Βουλής. 4.Επιφυλασσομένης της εφαρμογής των άρθρ. 28 και 30 οι διάδικοι υποχρεούνται δέκα ημέρας πρό της συζητήσεως να καταθέσουν εις τον γραμματέα του Δικαστηρίου, εγγράφους προτάσεις περί των ισχυρισμών των, επισυνάπτοντες εις ταύτας και άπαντα τα αποδεικτικά των έγγραφα. (Αντί για τη σελ. 265) Σελ. 265(α) Τεύχος 1321 Σελ. 79 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 1.Θ.α.3 Άρθρ.11-1. Ο ορισθείς εισηγητής μεριμνά δια την επίδοσιν τυχόν παραληφθεισών κοινοποιήσεων, την συγκέντρωσιν των απαραιτήτων δια την διάγνωσιν της υποθέσεως στοιχείων και συντάσσει έκθεσιν, τόσον επί του πραγματικού όσον και του νομικού μέρους αυτής. 2.Άπασαι αι κρατικαί αρχαί υποχρεούνται να παρέχουν αμελλητί εις τον Εισηγητήν τα υπ’ αυτού αιτούμενα στοιχεία και πληροφορίας, ως και να εκθέτουν τας επί της υποθέσεως απόψεις των ητιολογημένως. Η παράλειψις της τοιαύτης συνδρομής, βεβαιουμένη δια πράξεως του Δικαστηρίου, συνιστά πειθαρχικόν παράπτωμα του υπαιτίου οργάνου, δι ο καθίσταται υποχρεωτική η κατ’ αυτού άσκησις πειθαρχικής διώξεως. 3.Η έκθεσις του εισηγητού κατατίθεται πέντε ημέρας προ της συζητήσεως εις την γραμματείαν του Δικαστηρίου, ταύτης δε δύνανται να λάβουν γνώσιν οι διάδικοι. Η μη εμπρόθεσμος κατάθεσις της εκθέσεως είναι λόγος αναβολής της συζητήσεως αιτήσει των διαδίκων. Άρθρ.12.-Επιτρέπεται η υποβολή προσθέτων λόγων δια δικογράφου κατατιθεμένου εις την Γραμματείαν του Δικαστηρίου εν πρωτοτύπω και κοινοποιουμένου εν κεκυρωμένω αντιγράφω, επιμελεία του αιτούντος, εις τους λοιπούς διαδίκους, επί ποινή απαραδέκτου, δώδεκα ημέρας πρό της δια της πράξεως του Προέδρου ορισθείσης αρχικής δικασίμου, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρ.25. Άρθρ.13-1.Εις δίκην ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου δύναται να παρέμβη προσθέτως πάς έχων έννομον συμφέρον. 2.Η παρέμβασις ασκείται διά δικογράφου κατατιθεμένου εις την Γραμματείαν του Ειδικού Δικαστηρίου και κοινοποιείται επιμελεία του παρεμβαίνοντος, επί ποινή απαραδέκτου, δώδεκα ημέρας προ της διά της πράξεως του Προέδρου ορισθείσης αρχικής δικασίμου εις τον αιτούντα ως και εις τους λοιπούς διαδίκους. 3.Το δικόγραφον της παρεμβάσεως πρέπει να περιέχη τα κατά το άρθρ. 9 παρ. 1 εδάφ. α΄,β΄,γ΄,και ς στοιχεία της αιτήσεως και να αναφέρη τα γεγονότα τα θεμελιούντα το έννομον συμφέρον του παρεμβαίνοντος. Αι παρ. 2 έως 4 του άρθρ. 9 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. Βλ. άρθρ. 1 Ν. 2479/6-6 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 9, σχετικά με το δ/μα παρέμβασης για το αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι. Άρθρ.14.-1.Οι διάδικοι παρίστανται ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου δια δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω ή Νομικού Συμβούλου του Κράτους. Ειδικώς επί αιτήσεως κατά της ανακηρύξεως βουλευτού ή αναπληρωματικού επιτρέπεται και η αυτοπρόσωπος παράστασις των διαδίκων. Σελ. 266(α) Τεύχος 1321 Σελ. 80 2.Η πληρεξουσιότης προς δικηγόρον παρέχεται δια ειδικού συμβολαιογραφικού εγγράφου ή προφορικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτησιν, δια δηλώσεως καταχωριζομένης εις τα πρακτικά. 3.Η πληρεξουσιότης Αρχής δύναται να παρασχεθή και δι’εγγράφου αυτής. ΄Αρθρον πρώτον. –Κυρούται ο υπό της Αναθεωρητικής Επιτροπής, της συσταθείσης δυνάμει του Άρθρ.15-1.Δια πράξεως της προδικασίας και μέχρι της επ’ακροατηρίου συζητήσεως θεωρείται υπάρχουσα πληρεξουσιότης, δια δε την επ’ακροατηρίω συζήτησιν απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, άλλως ο διάδικος θεωρείται απών. Εάν το δικόγραφον είναι υπογεγραμμένον παρά δικηγόρου στερουμένου πληρεξουσιότητος κατά την συζήτησιν, η δι’ αυτού ασκηθείσα διαδικαστική πράξις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καταδικαζομένου του δικηγόρου εις την δικαστικήν δαπάνην. 2.Αιτήσει του παρισταμένου κατά την συζήτησιν δικηγόρου δύναται να δοθή σύντομος προθεσμία προς υποβολήν του πληρεξουσίου δια της Γραμματείας. Άρθρ.16.-1.Η συζήτησις άρχεται δια της αναγνώσεως υπό του Εισηγητού της εκθέσεως αυτού. 2.Οι διάδικοι δύνανται να υποβάλουν εις το Ειδικόν Δικαστήριον υπομνήματα, τρείς τουλάχιστον ημέρας προ της συζητήσεως. Κατ’ εξαίρεσιν δύναται να επιτραπή υπό του Προέδρου η υποβολή υπομνημάτων και μεταγενεστέρως. 3.Κατά πάσαν περίπτωσιν, εφ’ όσον εγένοντο αι κατά τον παρόντα νόμον κοινοποιήσεις, η συζήτησις της υποθέσεως και η έκδοσις της αποφάσεως χωρεί και απολιπομένων των διαδίκων. Έφ όσον δε ούτοι παρίστανται και δεν αντιλέγουν δια μη νομότυπον κοινοποίησιν, το Ειδικόν Δικαστήριον δύναται να χωρήση εις την συζήτησιν. 4.Εν παραλείψει κλητεύσεώς τινος των διαδίκων το Ειδικόν Δικαστήριον αναβάλλει την εκδίκασιν της υποθέσεως εις νέαν δικάσιμον προς διενέργειαν της κλητεύσεως, κατά τας διατάξεις του άρθρ.10 παρ.2. Η πράξις ορισμού νέας δικασίμου κοινοποιείται και εις τους λοιπούς διαδίκους προ είκοσι ημερών. Αντίγραφον της περί αναβολής αποφάσεως κοινοποιείται εις πάντας τους διαδίκους επιμελεία του γραμματέως είκοσιν ημέρας πρό της συζητήσεως. 1.Θ.α.3 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο Άρθρ.17.-1. Εάν μέχρι του πέρατος της προφορικής συζητήσεως αποβιώση τις των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων του ή των δικαστικών πληρεξουσίων αυτού ή επέλθη άλλη μεταβολή εις την προσωπικήν κατάστασιν τινός εξ αυτών, εκ της οποίας επηρεάζεται η επί δικαστηρίου ικανότης παραστάσεως ή η εξουσία εκπροσωπήσεως, η δίκη διακόπτεται, εφ’ όσον τούτο επιβάλλεται κατά την κρίσιν του Ειδικού Δικαστηρίου, εκτός αν εξέλιπε το αντικείμενον της δίκης. 2.Η επανάληψις της διακοπείσης δίκης γίνεται αιτήσει του έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως υπό του Ειδικού Δικαστηρίου, καλουμένων προς τούτο των νομιμοποιουμένων προς συνέχισιν ταύτης, είκοσι τουλάχιστον ημέρας πρό της δικασίμου. Άρθρ.18.-.Παραίτησις από ασκηθείσης αιτήσεως δεν επιτρέπεται. Άρθρ.19.-1.Αι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου λαμβάνονται δια πλειοψηφίας των μετασχόντων της δίκης δικαστών. Εάν κατά την ψηφοφορίαν σχηματισθούν πλείονες γνώμαι τότε οι της ασθενεστέρας οφείλουν να προσχωρήσουν εις μίαν των επικρατεστέρων γνωμών. Εάν αι ασθενέστεραι γνώμαι συγκεντρώσουν ίσον αριθμόν ψήφων επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία και καθορίζεται ο αποκλεισμός μιάς, οι δε ακολουθήσαντες ταύτην οφείλουν να προσχωρήσουν εις μίαν των άλλων γνωμών μέχρι σχηματισμού πλειοψηφίας. 2.Η γνώμη της μειοψηφίας καταχωρίζεται εις την απόφασιν, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρ. 93 παρ.3 του Συντάγματος και των εις εκτέλεσιν αυτού νόμων. Άρθρ.20.-1.Το Ειδικόν Δικαστήριον εάν κρίνη αναγκαίον προς μόρφωσιν της κρίσεώς του την διεξαγωγήν ή συμπλήρωσιν αποδείξεων, δύναται να εκδώση μη οριστικήν απόφασιν, δια της οποίας διατάσσει πάν πρόσφορον προς τούτο μέτρον, και ιδία αποδείξεις, ορίζον τα αποδεικτέα θέματα,τα μέσα αποδείξεως, τον διάδικον ο οποίος θα προσαγάγη τα αποδεικτικά μέσα και την προς διεξαγωγήν προθεσμίαν. 2.Η εξέτασις των μαρτύρων γίνεται, είτε ενώπιον του εισηγητού της υποθέσεως είτε ενώπιον ειδικώς οριζομένου ισοβίου δικαστικού λειτουργού, υποχρεουμένου προς τούτο δια της προδικαστικής αποφάσεως, ενεργείται δε πάντως μετά προηγουμένην πρόσκλησιν, υπό του ενεργούντος την εξέτασιν των διαδίκων ή των πληρεξουσίων αυτών, παρισταμένου και γραμματέως. 3.Συμπληρωματικώς εφαρμόζονται αι περί αποδεικτικής διαδικασίας διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Άρθρ.21.-1.Αι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι κατά το άρθρ.100 του Συντάγματος αμετάκλητοι, αποκλειομένης της ασκήσεως τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ’ ακροατηρίου δημοσιεύσεώς των έναντι πάντων, πλήν αν άλλως δι’ ειδικής διατάξεως ορίζεται. 2.Εντολή του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου και άνευ άλλης τινός διατυπώσεως καταχωρίζονται αμελλητί δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως εις ίδιον τεύχος αι οριστικαί αποφάσεις, αι εκδιδόμεναι επί των υποθέσεων, περί των οποίων αι περιπτ. β΄,δ΄,ε΄,και ς΄του άρθρ. 6 του παρόντος. Άρθρ.22.-1.Η αίτησις, εφ’ όσον δεν υποβάλλεται υπό δημοσίας αρχής, ως και τα λοιπά έγγραφα και αντίγραφα των διαδίκων, αι επιδόσεις, το δικόγραφον προσθέτων λόγων, αι δηλώσεις, τα πρακτικά και αι αποφάσεις, υπόκεινται εις τα τέλη τα ισχύοντα εκάστοτε διά την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασίαν. 2.Τα λοιπά έξοδα της αυτεπαγγέλτως υπό του Ειδικού Δικαστηρίου διεξαγομένης διαδικασίας προκαταβάλλονται εκ του προϋπολογισμού του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εκκαθαριζόμενα υπό του Εισηγητού της υποθέσεως και επιβάλλονται δια της αποφάσεως εις τον ηττηθέντα διάδικον. 3.Η δικαστική δαπάνη, προσδιοριζομένη διά της αποφάσεως, επιβάλλεται εις τον ηττώμενον διάδικον, το Ειδικόν Δικαστήριον όμως εκτιμών τας περιστάσεις δύναται να απαλλάξη τούτον εν όλω ή εν μέρει. Άρθρ.23.-Κατά την ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου διαδικασίαν εφαρμόζονται αναλόγως κατά τα λοιπά και ιδίως ως προς τους λόγους εξαιρέσεως των δικαστών, των επικουρικών μελών και των υπαλλήλων της γραμματείας, την διεξαγωγήν των συζητήσεων, την ευταξίαν του ακροατηρίου, την κατάρτισιν των πρακτικών και αποφάσεων, αι διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Ενστάσεις κατά του κύρους Βουλευτικών Εκλογών Άρθρ.24.-Αι ενστάσεις κατά του κύρους βουλευτικών εκλογών ασκούνται δι’ αιτήσεως προς το Ειδικόν Δικαστήριον διά τους εν άρθρ.58 του Συντάγματος αναφερομένους λόγους. Οι εν τη αιτήσει περιλαμβανόμενοι λόγοι ενστάσεως δέον να είναι ειδικοί και ωρισμένοι. άρθρ. 7 παρ.2 του Νόμ. 255/1976 και της υπ. αριθ. 38794/7.5.1976 κοινής αποφάσεως του Πρωθυπουργού και των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, συνταχθείς «Κώδιξ περί του κατά το άρθρ. 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου», έχων ως ακολούθως : ΚΩΔΙΞ «Περί του κατά το άρθρ. 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου». ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α Οργάνωσις Άρθρ.25.-1.Η αίτησις ασκείται εντός δέκα πέντε ημερών από της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως περί ανακηρύξεως βουλευτών ή αναπληρωματικών. Επί εφαρμογής αναλογικού εκλογικού συστήματος προβλέποντος πλείονας κατανομάς εδρών, η προθεσμία ασκήσεως (Αντί για τη σελ. 267) Σελ. 267(α) Τεύχος 1321 Σελ. 81 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 1.Θ.α.3 αιτήσεως κατά της ανακηρύξεως, εξ οιασδήποτε κατανομής, άρχεται από της δημοσιεύσεως της περί της ανακηρύξεως αποφάσεως, δια της οποίας συμπληρούται ο συνολικός αριθμός των βουλευτικών εδρών της εκλογικής περιφερείας. 2.Εντός της δια της προηγουμένης παραγράφου οριζομένης προθεσμίας επιτρέπεται η άσκησις προσθέτων λόγων. 3.Η αίτησις και οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται δια δικογράφου, είτε κατατιθεμένου κατά τα εν άρθρ.8 παρ.1 του παρόντος οριζόμενα είτε επιδιδομένου δια δικαστικού επιμελητού εις τον εισαγγελέα του εκδόντος την προσβαλλομένην απόφασιν δικαστηρίου. 4.Η αίτησις δεν έχει ανασταλτικόν αποτέλεσμα Άρθρ.26.-1.Οι εισαγγελείς πρωτοδικών, άμα τη παρόδω της προς άσκησιν της αιτήσεως οριζομένης υπό του άρθρ.25 παρ.1 προθεσμίας αποστέλλουν εις τον γραμματέα του Ειδικού Δικαστηρίου απάσας ομού τας επιδοθείσας εις αυτούς αιτήσεις, μεθ’ όλων των σχετικών προς την εκλογήν εγγράφων και στοιχείων, ως και δύο κεκυρωμένα αντίγραφα εκάστης προσβαλλομένης αποφάσεως. 2.Εις περίπτωσιν μη ασκήσεως αιτήσεως αποστέλλεται αμελλητί υπό των αυτών Εισαγγελέων βεβαίωσις περί τούτου εις τον Γραμματέα του Ειδικού Δικαστηρίου. 3.Οι εισαγγελείς αποστέλλουν αμελλητί εις τον Γραμματέα του Ειδικού Δικαστηρίου και τας αιτήσεις, αι οποίαι επιδίδονται εις αυτούς και μετά την πάροδον της κατά το άρθρ.25 παρ.1 προθεσμίας Άρθρ.27.- «Διάδικοι εκ του νόμου στην εκλογική δίκη είναι, εκτός από τους αιτούντες, ο βουλευτής ή ο αναπληρωματικός κατά του οποίου στρέφεται η ένσταση. Οι αναπληρωματικοί εκείνοι, στην ανακήρυξη των οποίων δύναται να επιδράσει η απόφαση ση, έχουν δικαίωμα πρόσθετης παρέμβασης κατά το άρθρ. 13 του παρόντος νόμου. Με την πρόσθετη παρέμβαση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η εγκυρότητα ή ακυρότητα ψηφοδελτίων ή σταυρών προτιμήσεως που δεν αμφισβητείται από το διάδικο υπέρ του οποίου ασκείται η παρέμβαση». Το άρθρο 27 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 2479/6-6 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄ 67) ,κατωτ. αριθ. 9. Άρθρ.28.-1.Οι καθ’ ων η αίτησις διάδικοι δικαιούνται, όπως δέκα τουλάχιστον ημέρας πρό της συζητήσεως καταθέσουν εις τον Γραμματέα του Ειδικού Δικαστηρίου τας αντενστάσεις των, δυνάμενοι προς τούτο να επικαλεσθούν οιοδήποτε πραγματικό γεγονός. 2.Ο αιτών δικαιούται να αντικρούη εγγράφως τας υποβληθείσας αντενστάσεις επτά τουλάχιστον ημέρας πρό της συζητήσεως, μη δυνάμενος να προβάλη νέα πραγματικά γεγονότα. Σελ. 268(α) Τεύχος 1321 Σελ. 82 3.Νέοι ισχυρισμοί, προβαλλόμενοι είτε υπό του αιτούντος είτε υπό των καθ’ ων η αίτησις διαδίκων μετά την πάροδον των υπό των δύο προηγουμένων παραγράφων οριζομένων προθεσμιών, είναι απαράδεκτοι. Άρθρ.29.-«1.Αν η επιδιωκόμενη από την ένσταση ακύρωση της ανακήρυξης βουλευτή ή αναπληρωματικού σε ορισμένη εκλογική περιφέρεια δύναται να έχει έννομες συνέπειες στην ανακήρυξη βουλευτών ή αναπληρωματικών σε άλλη ή άλλες εκλογικές περιφέρειες από εκείνη του καθ’ ου η ένσταση, βουλευτή ή αναπληρωματικού, ο εισηγητής υποχρεούται να μεριμνήσει για την κοινοποίηση αντιγράφου της ένστασης, μαζί με την πράξη ορισμού της δικασίμου, στο βουλευτή ή τον αναπληρωματικό της άλλης αυτής εκλογικής περιφέρειας, η ανακήρυξη του οποίου μπορεί να επηρεασθεί από την απόφαση. Η κοινοποίηση γίνεται τουλάχιστον 20 ημέρες πριν από τη συζήτηση». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67) κατωτ. αριθ. 9 2.Την κατά την προηγουμένην παράγραφον υποχρέωσιν έχει και το Ειδικόν Δικαστήριον εάν κατά την συζήτησιν ή και μετ’ αυτήν πρό της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως ήθελε κρίνει ότι συντρέχει περίπτωσις εφαρμογής των εν αυτή οριζομένων. «3.Αν κατά τις προηγούμενες παραγράφους επηρεάζεται η ανακήρυξη βουλευτή, ο βουλευτής αυτός θεωρείται καθ’ ου και έχει δικαίωμα να ασκήσει αντένσταση κατά το άρθρ. 28. Αν επηρεάζεται η ανακήρυξη αναπληρωματικού, ο αναπληρωματικός αυτός μπορεί να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση κατά τα άρθρ. 13 και 27». Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67 ) ,κατωτ. αριθ. 9. 1.Θ.α.3 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο Άρθρ.30-1.Οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίσουν εις τον Εισηγητήν επτά ημέρας πρό της συζητήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία των υπ’ αυτών προβαλλομένων ισχυρισμών. 2.Ο εισηγητής δύναται και κατ’ απόκλισιν των περί αποδείξεως διατάξεων, να διατάξη πάν ό,τι κατά την κρίσιν του είναι απαραίτητον διά την εξακρίβωσιν της αληθείας των πραγματικών γεγονότων. 3.Η εκπρόθεσμος υποβολή των αποδεικτικών στοιχείων καθιστά αυτά απαράδεκτα. 4.Εν περιπτώσει ανεπαρκείας των κατά την παρ.1 προσαχθέντων αποδεικτικών στοιχείων το Ειδικόν Δικαστήριον δύναται δι’ αποφάσεώς του, κατά το άρθρ. 20, να διατάξη περαιτέρω αποδείξεις. 5.Η διά την κλήτευσιν και εξέτασιν των μαρτύρων απαιτουμένη δαπάνη ορίζεται δια της περί αποδείξεως αποφάσεως, προκαταβάλλεται υπό του υποχρεωθέντος εις απόδειξιν διαδίκου και βαρύνει αυτόν μεν εις ην περίπτωσιν το ταχθέν θέμα ήθελε κριθή ως μη αποδειχθέν, άλλως δε το Δημόσιον. «Άρθρ.30Α.-1.Αν ο αριθμός των ψηφοδελτίων ή των σταυρών προτίμησης, οι οποίοι πρέπει να καταμετρηθούν ή των οποίων η εγκυρότητα ή ακυρότητα αμφισβητείται από τις ενστάσεις και τις αντενστάσεις, είναι μεγάλος, το Δικαστήριο μπορεί, με απόφασή του που λαμβάνεται σε συμβούλιο, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου του και χωρίς κλήτευση των διάδικων, να αναθέσει την καταμέτρηση και τον έλεγχο των ψηφοδελτίων ή των σταυρών προτίμησης, κατά την πραγματική βάση των αιτιάσεων που προβάλλονται, σε δικαστικούς λειτουργούς, κατά προτίμηση πρωτοδίκες, όλων των κλάδων. Οι δικαστικοί αυτοί λειτουργοί μπορούν να επικυρούνται στο έργο τους από δικαστικούς υπαλλήλους. 2.Με την απόφαση τάσσεται προθεσμία για την περάτωση του έργου και προσδιορίζεται ο αριθμός των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων που είναι αναγκαίοι, καθώς και ο κλάδος ή οι κλάδοι της Δικαιοσύνης από τους οποίους προέρχονται. Ο διορισμός τους γίνεται με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου, ύστερα από πρόταση του Προέδρου του οικείου Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναλόγως του κλάδου από τον οποίο προέρχονται οι διοριζόμενοι. 3.Οι δικαστικοί αυτοί λειτουργοί, που τελούν καθόσον αφορά το έργο τους αυτό υπό την εποπτεία του εισηγητή της υπόθεσης, ενεργούν είτε συλλογικά, καθ’ ομάδες είτε ατομικά, κατά τις οδηγίες του εισηγητή και συντάσσουν έκθεση ή εκθέσεις (πρακτικό καταμέτρησης ψηφοδελτίων, έκθεση αυτοψίας ψηφοδελτίων) για τα θέματα που τους ανατέθηκαν, τις οποίες καταθέτουν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου. 4.Με μέριμνα της Γραμματείας καλούνται οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους να λάβουν γνώση της έκθεσης ή των εκθέσεων της προηγούμενης παραγράφου. Οι πιο πάνω μπορούν να υποβάλλουν υπόμνημα με τις παρατηρήσεις τους μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την ημερομηνία που έλαβαν γνώση των εκθέσεων. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί για 15 ακόμη ημέρες, αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις με πράξη του προέδρου του Δικαστηρίου. 5.Η περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης γίνεται, μέσα στα όρια της ένστασης και των τυχόν αντενστάσεων, με βάση τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι για τις εκθέσεις που προβλέπει η παρ. 3. 6.Το Δικαστήριο μπορεί πάντοτε με απόφασή του, που λαμβάνεται με την ίδια διαδικασία να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει την απόφασή του, που αναφέρεται στην παρ. 1. 7.Η διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων μπορεί να διαταχθεί και με προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου που λαμβάνεται ύστερα από τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. 8.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζονται τα σχετικά με την αποζημίωση των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων που εκτελούν το πιο πάνω έργο. Η αποζημίωση καταβάλλεται από το Δημόσιο. 9.Το Δικαστήριο μπορεί με την οριστική απόφασή του και εκτιμώντας τις περιστάσεις να επιβάλει στους διαδίκους που ηττώνται το σύνολο ή μέρος της δαπάνης του Δημοσίου, η οποία προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο ή να τους απαλλάξει από αυτή. Η Γραμματεία του Δικαστηρίου επισυνάπτει στο φάκελο-σημείωμα για το ύψος της πιο πάνω δαπάνης στη συγκεκριμένη περίπτωση». Το άρθρο 30 Α προστέθηκε από την παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 2479/6/6Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 9. Άρθρ.31.-1.Το Ειδικόν Δικαστήριον εξετάζει αυτεπαγγέλτως μεν το παραδεκτόν της ενστάσεως και το βάσιμον των προβαλλομένων λόγων, κατά τα λοιπά δε περιορίζεται εις την εξέτασιν μόνον των υπό των διαδίκων προβαλλομένων λόγων και ισχυρισμών. 2.Εν περιπτώσει αναβολής της συζητήσεως αι προθεσμίαι αι οποίαι προβλέπονται δια τας πρό της ημέρας της συζητήσεως ενεργείας των διαδίκων, υπολογίζονται βάσει της αρχικώς προσδιορισθείσης δικασίμου και ουχί της μετ’ αναβολήν. 3.Επί της κατά το άρθρ. 24 αιτήσεως δεν εφαρμόζονται αι περί διακοπής της δίκης διατάξεις του παρόντος Νόμου. (Μετά τη σελ. 268(α) Σελ. 268,01 Τεύχος 1321 Σελ. 83 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 1.Θ.α.3 Άρθρ.32.-1.Το Ειδικόν Δικαστήριον αποδεχόμενον έλλειψιν νομίμου προσόντος ανακηρυχθέντος βουλευτού ή αναπληρωματικού ή νόμιμον κώλυμα προς ανακήρυξιν αυτού, αποφαίνεται άκυρον την ανακήρυξιν. 2.Το Ειδικόν Δικαστήριον, αποδεχόμενον παράβασιν νόμου περί την ενέργειαν της εκλογής, συνεπεία της οποίας γεννάται αμφιβολία περί του εάν το τελικόν αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήθελεν είναι το αυτό άνευ του διαπιστωθέντος ελαττώματος, αποφαίνεται άκυρον την ανακήρυξιν των καθ’ ων η αίτησις βουλευτών ή αναπληρωματικών, η οποία καθίσταται αμφίβολος συνεπεία της εκλογικής παραβάσεως, και διατάσσει την επανάληψιν της ψηφοφορίας μεταξύ αυτών και των λοιπών υποψηφίων, η θέσις των οποίων δύναται να μεταβληθή εκ του αποτελέσματος αυτής, και καθορίζει τούτους. Εις την περίπτωσιν ταύτην η επανάληψις της ψηφοφορίας διατάσσεται δια της ιδίας αποφάσεως είτε εις ολόκληρον την εκλογικήν περιφέρειαν είτε εις ωρισμένα τμήματα αυτής, αναλόγως της εκτάσεως της διαπιστωθείσης παραβάσεως. 3.Το Ειδικόν Δικαστήριον, αποδεχόμενον λάθος περί την αρίθμησιν των ψήφων, αποφαίνεται άκυρον την συνεπεία του λάθους γενομένην ανακήρυξιν και ανακηρύσσει βουλευτάς ή αναπληρωματικούς τους κατά την ορθήν αρίθμησιν των ψήφων πλειονοψηφήσαντος. Η διάταξις αύτη εφαρμόζεται αναλόγως και εις πάσαν άλλην περίπτωσιν ακυρώσεως ανακηρύξεως, κατά την οποίαν εν όψει της φύσεως της εκλογικής παραβάσεως είναι προφανώς, κατά την κρίσιν του Ειδικού Δικαστηρίου, περιττή η επανάληψις της ψηφοφορίας. 4.Εις ην περίπτωσιν η κατά τας παρ. 2 και 3 ακύρωσις της ανακηρύξεως βουλευτών συνεπιφέρει εννόμους συνεπείας και επί ανακηρύξεως βουλευτών ή αναπληρωματικών εις άλλην ή άλλας εκλογικάς περιφερείας, το Ειδικόν Δικαστήριον υποχρεούται να απαγγείλη δια της αποφάσεώς του και τας συνεπείας αυτάς, τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρ.1.-1.Το υπό του άρθρ. 100 του Συντάγματος συσταθέν Ανώτατον Ειδικόν Δικαστήριον, καλούμενον εις τας επομένας διατάξεις «Ειδικόν Δικαστήριον », συγκροτείται εκ των Προέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκ τεσσάρων Συμβούλων της Επικρατείας, εκ τεσσάρων Αρεοπαγιτών και του Γραμματέως. Εις τας περιπτώσεις των εδαφ. δ΄και ε΄της παρ. 1 του αυτού άρθρου του Συντάγματος μετέχουν της συνθέσεως και δύο τακτικοί Καθηγηταί νομικών μαθημάτων των Νομικών Σχολών των Πανεπιστημίων της Χώρας. Άπαντα τα μέλη του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών ανά διετίαν δια κληρώσεως. Του Ειδικού Δικαστηρίου προεδρεύει ο αρχαιότερος μεταξύ των Προέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου τούτου δε απόντος ή κωλυομένου προεδρεύει ο έτερος. 2.Οσάκις το Ειδικόν Δικαστήριον συνέρχεται εν Συμβουλίω μετέχουν της συνθέσεως τούτου και οι κατά την προηγουμένην παράγραφον. Καθηγηταί των Πανεπιστημίων. 3.Το Ειδικόν Δικαστήριον εδρεύει εν Αθήναις, το κατάστημα δε και ο τόπος των συνεδριάσεων αυτού ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. άρθρ.29. Σελ. 268,02 Τεύχος 1321 Σελ. 84 1.Θ.α.3 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο Άρθρ.33.- Κατ’ εξαίρεσιν του άρθρ.21 παρ1. αι απορριπτικαί αποφάσεις δημιουργούν δεδικασμένον μόνον μεταξύ των διαδίκων. Άρθρ.34.- Άμα τη δημοσιεύσει εκάστης οριστικής αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος αυτού αποστέλλει κεκυρωμένον αυτής αντίγραφον και προς τον Πρόεδρον της Βουλής και το Υπουργείον των Εσωτερικών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ Έλεγχος του Κύρους και των Αποτελεσμάτων Δημοψηφίσματος. Άρθρ.35.-1.Ένστασιν κατά του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος διεξαχθέντος κατά το άρθρ.44 παρ.2 του Συντάγματος δικαιούται να ασκήση δι’ αιτήσεως ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου πας εκλογεύς εγγεγραμμένος εις τους εκλογικούς καταλόγους οιασδήποτε εκλογικής περιφερείας. 2.Εις την δίκην δύναται να παρέμβη υπέρ του κύρους του δημοψηφίσματος πας εκλογεύς εγγεγραμμένος εις τους εκλογικούς καταλόγους οιασδήποτε εκλογικής περιφερείας. 3.Πλείονες αυτοτελώς αιτούντες ή παρεμβάντες λογίζονται αναγκαίοι ομόδικοι και υποχρεούνται εις κοινήν παράστασιν δια δέκα το πολύ δικηγόρων και εις την υποβολήν κοινού υπομνήματος. Εις περίπτωσιν υπάρξεως πλειόνων δικηγόρων και εν ασυμφωνία αυτών, η επιλογή γίνεται υπό του δικαστηρίου δια κληρώσεως. 4.Η αίτησις δύναται να στρέφεται κατά του κύρους και των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος εις ωρισμένην εκλογικήν περιφέρειαν ή εις πλείονας εκλογικάς περιφερείας ή εις άπασαν την Επικράτειαν. 5.Η αίτησις ασκείται εντός δέκα ημερών από της κατά νόμον δημοσιεύσεως του τελικού αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, κατά τα εν άρθρ.25 παρ.3 οριζόμενα. 6.Άμα τη παρόδω απράκτου της προθεσμίας ασκήσεως αιτήσεως οι εισαγγελείς πρωτοδικών υποχρεούνται να αποστέλλουν αμελλητί εις τον γραμματέα του Ειδικού Δικαστηρίου βεβαίωσιν περί της μη υποβολής αιτήσεως. 7.Μετά την παρέλευσιν της προθεσμίας προσβολής των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος, εάν ουδεμία αίτησις κατ’ αυτού υπεβλήθη, ο Πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου εκδίδει πράξιν βεβαιούσαν τούτο, ήτις δημοσιεύεται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 8.Περί της ασκηθείσης αιτήσεως κατά του κύρους του δημοψηφίσματος δημοσιεύεται, μερίμνη του γραμματέως του Ειδικού Δικαστηρίου, εις δύο καθημερινάς εφημερίδας των Αθηνών σχετική ειδοποίησις δέκα ημέρας προ της δικασίμου. Άρθρ.36.- Λόγοι ενστάσεως είναι α)Παράβασις του νόμου περί την διενέργειαν του δημοψηφίσματος και β)λάθος περί την αρίθμησιν των ψήφων. Άρθρ.37.-1.Το Ειδικόν Δικαστήριον, διαπιστούν παράβασιν του νόμου περί την διεξαγωγήν του δημοψηφίσματος, η οποία καθιστά αμφίβολον το τελικόν αποτέλεσμα τούτου, διατάσσει την επανάληψιν αυτού εις την εκλογικήν περιφέρειαν ή τας εκλογικάς περιφερείας, εις τας οποίας εγένετο παράβασις. 2.Το Ειδικόν Δικαστήριον, διαπιστούν λάθος περί την αρίθμησιν των ψήφων, μεταρρυθμίζει αντιστοίχως το τελικόν αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Άρθρ.38.- Τα άρθρ.24 έως 34 εφαρμόζονται αναλόγως και προκειμένου περί εξελέγξεως του δημοψηφίσματος, πλην αν αντίκεινται εις ειδικάς περί αυτού διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Κρίσις περί της εκπτώσεως των Βουλευτών Άρθρ.39.-1.Το Ειδικόν Δικαστήριον αποφαίνεται επί αμφισβητήσεων, αναφερομένων εις την έκπτωσιν βουλευτών, εις τας υπό των άρθρ.55 παρ.2 και 57 του Συντάγματος προβλεπομένας περιπτώσεις, κατ’ αίτησιν α)παντός βουλευτού, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου δια τον οποίον εδημιουργήθη η αμφισβήτησις, β)του δικαιουμένου να καταλάβη την συνεπεία της εκπτώσεως του βουλευτού, κενουμένην βουλευτικήν έδραν και γ)παντός εκλογέως εγγεγραμμένου εις τους εκλογικούς καταλόγους της εκλογικής περιφερείας εις την οποίαν εξελέγη ο περί ου η αμφισβήτισις βουλευτής. 2.Διάδικοι εις την δια της υποβολής της αιτήσεως εγερθείσαν δίκην είναι ο αιτών και ο καθ’ ου η αίτησις βουλευτής. 3.Επιφυλασσομένης της διατάξεως του άρθρ.10 παρ.2, κεκυρωμένον αντίγραφον της αιτήσεως μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου κοινοποιείται επιμελεία του γραμματέως του Ειδικού Δικαστηρίου και εις τον Πρόεδρον της Βουλής. Άρθρ.40.- Επί της αιτήσεως εφαρμόζεται η διάταξις του άρθρ.25 παρ.4. Άρθρ.41.- Η οριστική απόφασις του Ειδικού Δικαστηρίου κοινοποιείται αμελλητί υπό του γραμματέως αυτού και εις τον Πρόεδρον της Βουλής, ο οποίος επιμελείται της εκτελέσεως αυτής, αποτελεί δε δεδικασμένον έναντι πάντων. (Μετά τη σελ. 268) Σελ. 269 Τεύχος 612-Σελ.63 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 1.Θ.α.3 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄ Άρσις Συγκρούσεων Α΄Σύγκρουσις μεταξύ Δικαστηρίου και Διοικητικών αρχών α)Καταφατική σύγκρουσις Αρθρ.2.-1.Διά την ανάδειξιν των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου, κατά το πρώτον δεκαήμερον του μηνός Δεκεμβρίου εκάστου δευτέρου έτους, ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποστέλλει εις τον Πρόεδρον του Συμβουλίου της Επικρατείας καταλόγους των εν ενεργεία Συμβούλων της Επικρατείας , των Αρεοπαγιτών , ως και των τακτικών Καθηγητών των νομικών μαθημάτων των Νομικών Σχολών των Πανεπιστημίων της Χώρας. Καθηγηταί έχοντες και την ιδιότητα του μέλους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου δεν περιλαμβάνονται εις τους καταλόγους των Καθηγητών. «2.Κατά το δεύτερο δεκαήμερο του μήνα Δεκεμβρίου κάθε δεύτερου έτους διενεργείται κλήρωση ενώπιον της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε δημόσια συνεδρίαση, με βάση τους κατά την προηγούμενη παράγραφο καταλόγους. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης η ολομέλεια συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη, τα ονόματα των συμβούλων της επικρατείας, των αρεοπαγιτών και των καθηγητών των πανεπιστημίων που περιέχονται στους κατά την προηγούμενη παράγραφο καταλόγους. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας εξάγει από τις κληρωτίδες που περιέχουν τα ονόματα των συμβούλων της επικρατείας και των αρεοπαγιτών 8 κλήρους από καθεμιά. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος, το οποίο επιδεικνύει στα λοιπά μέλη της ολομέλειας. Οι αναγραφόμενοι στους 4 πρώτους κλήρους που εξάγονται από κάθε κληρωτίδα είναι τα τακτικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου και οι επόμενοι 4, κατά τη σειρά εξαγωγής, τα αναπληρωματικά μέλη του. Ακολούθως, ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας εξάγει 4 κλήρους από την κληρωτίδα που περιέχει τα ονόματα των καθηγητών των πανεπιστημίων και εκφωνεί κατά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου το όνομα του κληρωθέντος, το οποίο επιδεικνύει στα λοιπά μέλη της ολομέλειας. Οι αναγραφόμενοι στους 2 πρώτους από τους κλήρους αυτούς είναι τακτικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του, σύμφωνα με τα εδάφια δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του Άρθρ.42.-1.Εάν ενώπιον δικαστηρίου είναι εκκρεμής υπόθεσις, την οποίαν η διοικητική αρχή θεωρεί ως ανήκουσαν εις την αρμοδιότητα αυτής και το επιληφθέν δικαστήριον δεν αποφανθή εαυτό αναρμόδιον, η σύγκρουσις αίρεται επιμελεία του αρμοδίου νομάρχου, ή προκειμένου περί του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επιμελεία του αρμοδίου Υπουργού. 2.Ο νομάρχης ή ο Υπουργός προς άρσιν της συγκρούσεως, υποβάλλει εις το δικαστήριον παρεμπίπτουσαν αίτησιν απευθυνομένην κατά των διαδίκων της εκκρεμούς δίκης, προς διάγνωσιν της ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. 3.Η δικάσιμος ορίζεται εντός είκοσιν ημερών από της καταθέσεως της αιτήσεως, αντίγραφον της οποίας μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου κοινοποιείται επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως, επιμελεία του νομάρχου ή του Υπουργού, εις τους διαδίκους της εκκρεμούς δίκης πέντε ημέρας προ της συζητήσεως. 4.Η συζήτησις διεξάγεται προφορικώς εις μίαν δικάσιμον και απολιπομένων έτι των διαδίκων. Η απόφασις του δικαστηρίου εκδίδεται υποχρεωτικώς εντός δέκα πέντε ημερών από της συζητήσεως. Εάν το δικαστήριον δια της αποφάσεώς του έκρινεν εαυτό αρμόδιον, ο νομάρχης ή ο Υπουργός, εάν δε αναρμόδιον πας διάδικος, δικαιούνται να υποβάλλουν ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου αίτησιν περί άρσεως της συγκρούσεως, εντός προθεσμίας εξήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Η πάροδος απράκτου της προθεσμίας ταύτης καθιστά την απόφασιν δεσμευτικήν δια την διοίκησιν και τους λοιπούς διαδίκους. 5.Η κατάθεσις της αιτήσεως, κατά την παρ.2 αναστέλλει την πρόοδον της κυρίας δίκης. Αι διοικητικαί αρχαί από του αυτού χρόνου υποχρεούνται να απέχουν πάσης περαιτέρω ενεργείας, μέχρις άρσεως της συγκρούσεως, επί ποινή ακυρότητος των πράξεων αυτών. Σελ. 270 Τεύχος 612-Σελ.64 β)Αποφατική σύγκρουσις Άρθρ.43.-1.Εάν αφ’ ενός δικαστήριον δια τελεσιδίκου αυτού αποφάσεως και αφ’ ετέρου διοικητική αρχή αποφανθούν ότι στερούνται δικαιοδοσίας και αρμοδιότητος όπως επιληφθούν ωρισμένης υποθέσεως, πας διάδικος ή εκείνος τον οποίον αφορά η διοικητική πράξις, δικαιούνται να ζητήσουν την άρσιν της συγκρούσεως. 2.Η αίτησις υποβάλλεται εντός προθεσμίας ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως, εάν αύτη έπεται ή από της κοινοποιήσεως ή της πραγματικής γνώσεως της διοικητικής πράξεως, εάν αύτη ωσαύτως έπεται. Β)Σύγκρουσις μεταξύ Δικαστηρίων α)Καταφατική σύγκρουσις Άρθρ.44.-1.Εφ’ όσον η αυτή υπόθεσις μεταξύ των αυτών διαδίκων είναι εκκρεμής ενώπιον αφ’ ενός του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ετέρου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, και αφ’ ετέρου αστικού ή ποινικού δικαστηρίου, ή εκ τρίτου μεταξύ τινος εκ των ανωτέρω δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και το εν εκ τούτων δεν απεφάνθη περί της ελλείψεως δικαιοδοσίας αυτού, η σύγκρουσις αίρεται επιμελεία παντός διαδίκου. 2.Ο διάδικος υποβάλλει αίτησιν ενώπιον του δικαστηρίου το οποίον θεωρεί ως στερούμενον δικαιοδοσίας, μετά των αποδείξεων της εκκρεμοδικίας ενώπιον του ετέρου δικαστηρίου, ίνα τούτο αποφανθή περί της δικαιοδοσίας αυτού. 3.Επί της αιτήσεως εφαρμόζονται τα εις το άρθρ.42 παρ.3 και 4, οριζόμενα. Αντίγραφον της αιτήσεως κοινοποιείται επί ποινή απαραδέκτου και εις τον πρόεδρον του ετέρου δικαστηρίου εντός της αυτής προθεσμίας. Η κατάθεσις της αιτήσεως αναστέλλει την πρόοδον αμφοτέρων των εκκρεμών δικών. Άρθρ.45.- Η αίτησις προς το Ειδικόν Δικαστήριον μετά πράξεως ορισμού δικασίμου κοινοποιείται αυτεπαγγέλτως, και εις τους προέδρους των αντιστοίχων δικαστηρίων. β)Αποφατική σύγκρουσις Άρθρ.46.-1.Εφ’ όσον τα κατά το άρθρ.44 παρ.1 δικαστήρια έκριναν τελεσιδίκως ότι στερούνται δικαιοδοσίας επί της αυτής υποθέσεως η σύγκρουσις αίρεται επιμελεία παντός διαδίκου, δια καταθέσεως αιτήσεως ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου, εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της νεωτέρας αποφάσεως. 2.Το άρθρ.45 εφαρμόζεται και εν προκειμένω. 1.Θ.α.3 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο Γ΄Κοιναί διαδικαστικαί διατάξεις Άρθρ.47.-1.Διάδικοι ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου είναι πλην των αιτούντων και οι διάδικοι των δικών, αι οποίαι προκαλούν την σύγκρουσιν. 2.Η περί άρσεως αίτησις, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου, κοινοποιείται, και εις τον Υπουργόν Δικαιοσύνης, ο οποίος δικαιούται να μετάσχη εις την συζήτησιν άνευ ετέρας διατυπώσεως. 3.Υπόθεσις είναι, κατά την έννοιαν του παρόντος Κεφαλαίου, εκκρεμής: α)ενώπιον διοικητικής αρχής, εφ’ όσον εξεδόθη παρ’ αυτής οιαδήποτε, έστω και μη εκτελεστή πράξις, ενέχουσα ανάμιξιν ταύτης ή εκκρεμεί κατ’ εκτελεστής πράξεως της διοικητικής αρχής ενδικοφανής προσφυγή ή ένδικον μέσον ενώπιον δικαστηρίου, περιλαμβανομένης και της αιτήσεως ακυρώσεως, β)ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων από της εκδόσεως κλητηρίου θεσπίσματος ή βουλεύματος ή της ενεργείας ετέρας πράξεως υποδηλούσης άσκησιν της ποινικής αγωγής, γ)ενώπιον παντός ετέρου δικαστηρίου από της ασκήσεως της αγωγής ή ενδίκου μέσου, περιλαμβανομένης και της αιτήσεως αναιρέσεως ή της ασκήσεως παντός ενδίκου βοηθήματος. 4.Η απόφασις του Ειδικού Δικαστηρίου περιορίζεται εις την λύσιν του αμφισβητουμένου ζητήματος δικαιοδοσίας, εξαφανίζει την εσφαλμένως αποφανθείσαν επί τούτου απόφασιν ή διοικητικήν πράξιν, παραπέμπει την υπόθεσιν εις το κρινόμενον ως έχων δικαιοδοσίαν δικαστήριον ή αρχήν, είναι δε κατ’ εξαίρεσιν του άρθρ.21 παρ.1, υποχρεωτική δια πάντα τα επιληφθέντα ή αποσχόντα να επιληφθούν δικαστήρια ή αρχάς και τους διαδίκους. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ Αμφισβήτησις περί της Συνταγματικότητος ή της εννοίας τυπικού νόμου Άρθρ.48.-1.Το Ειδικόν Δικαστήριον εν περιπτώσει εκδόσεως περί της ουσιαστικής Συνταγματικότητος ή της εννοίας τυπικού νόμου αντιθέτων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίρει την αμφισβήτησιν κατόπιν αιτήσεως: α)του Υπουργού Δικαιοσύνης, του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας παρά τω Ελεγκτικώ Συνεδρίω ή του Γενικού Επιτρόπου της Διοικητικής Δικαιοσύνης, β)παντός έχοντος έννομον συμφέρον. 2.Το Συμβούλιον της Επικρατείας, ο Άρειος Πάγος ή το Ελεγκτικόν Συνέδριον, εάν αποφασίση επί της Συνταγματικότητος ή της εννοίας Νόμου τυπικού, κατ’ αποδοχήν απόψεως διαφόρου εκείνης υπό την οποίαν είχεν εκδοθή απόφασις ετέρου εκ των δικαστηρίων τούτων, την οποίαν επεκαλέσθη τις των διαδίκων ή είναι εξ άλλου λόγου γνωστή εις το Δικαστήριον, υποχρεούται, εκδίδον την αντίθετον ως προς το θέμα απόφασίν του, να παραπέμψη τούτο δι’ ειδικής αποφάσεώς του εις το Ειδικόν Δικαστήριον προς άρσιν της δημιουργηθείσης αμφισβητήσεως. Εν τη περιπτώσει ταύτη η υπόθεσις παραμένει κατά τα λοιπά εκκρεμής εις το εκδόν την παραπεμπτικήν απόφασιν δικαστήριον, το οποίον μετά την έκδοσιν της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, κοινοποιουμένης προς αυτό μερίμνη του Γραμματέως τούτου, επιλαμβάνεται τη αιτήσει των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως της εκδικάσεως εκ νέου της υποθέσεως υποχρεούμενον να συμμορφωθή προς την απόφασιν του Ειδικού Δικαστηρίου. 3.Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εφαρμόζονται εφ’ όσον η μία τουλάχιστον των αντιθέτων αποφάσεων εδημοσιεύθη μετά την έναρξιν της ισχύος του Συντάγματος. Άρθρ.49.-1.Διάδικοι κατά την ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου δίκην είναι, εκτός των αιτούντων, και πάντες οι διάδικοι της δίκης εφ’ ης εξεδόθη η δικαστική απόφασις, δια της οποίας παρεπέμφθη προς επίλυσιν ή αμφισβήτισις. 2.Το εισαγωγικόν της δίκης δικόγραφον, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου κοινοποιείται, εν πάση περιπτώσει εις τον Υπουργόν Δικαιοσύνης, ο οποίος και αν δεν είναι διάδικος, δικαιούται να μετάσχη εις την συζήτησιν άνευ ετέρας διατυπώσεως. Άρθρ.50.-1.Η πράξις ορισμού της δικασίμου, μετά μνείας εν περιλήψει του αντικειμένου της αμφισβητήσεως, δημοσιεύεται δια δύο ημερησίων εφημερίδων της Πρωτευούσης είκοσιν ημέρας προ της δικασίμου. 2.Αντίγραφον της περί άρσεως αμφισβητήσεως αιτήσεως ή παραπεμπτικής δικαστικής αποφάσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου, κοινοποιείται είκοσιν ημέρας προ ταύτης και εις τον Πρόεδρον του Συμβουλίου της Επικρατείας, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον Επίτροπον του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τον Γενικόν Επίτροπον επί της Διοικητικής Δικαιοσύνης προς ενημέρωσιν των οικείων δικαστηρίων, ως και εις τον Υπουργόν Δικαιοσύνης. Επί αιτήσεως ασκουμένης υπό ιδιώτου, συμφώνως προς το άρθρ.48 παρ.1 περίπτ.β΄, ομοία κοινοποίησις ενεργείται, επιμελεία του Εισηγητού, και προς παν πρόσωπον εις ο αφορά η υπόθεσις, ως εκ της οποίας νομιμοποιείται ο ασκήσας την αίτησιν άρσεως της αμφισβητήσεως. 3.Παν Δικαστήριον ενώπιον του οποίου εκκρεμεί υπόθεσις, επί της οποίας έχουν εφαρμογήν διατάξεις τυπικού νόμου, αίτινες αποτελούν αντικείμενον εκκρεμούς ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου αμφισβητήσεως, κατά το άρθρ.48, ως λάβη καθ’ οιονδήποτε τρόπον, γνώσιν ταύτης, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναβάλη την έκδοσιν οριστικής αποφάσεως, μέχρι δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου. (Μετά τη σελ.270) Σελ. 271 Τεύχος 612-Σελ.65 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 1.Θ.α.3 άρθρ. 100 του Συντάγματος και οι αναγραφόμενοι στους επόμενους κλήρους είναι αναπληρωματικά μέλη κατά τη σειρά εξαγωγής. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης». Η παρ. 2, αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρ.51.-1.Η απόφασις του Ειδικού Δικαστηρίου δια της οποίας ήρθη αμφισβήτησις περί της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητος ή της εννοίας (τυπικού) Νόμου, ισχύει έναντι πάντων από της εν δημοσία συνεδριάσει δημοσιεύσεώς της, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παρ.4 του παρόντος άρθρου. 2.Δικαστικαί αποφάσεις και Διοικητικαί πράξεις εκδιδόμεναι μετά την δημοσίευσιν της περί ης η προηγουμένη παράγραφος αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, κρίνασαι δε κατά παράβασιν των δι’ αυτής γενομένων δεκτών, υπόκεινται εις τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Ειδικώς εάν τοιαύτη απόφασις εξεδόθη υπό του Συμβουλίου Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου χωρεί δια τον λόγον τούτον αίτησις επαναλήψεως της υφ’ ην εξεδόθη διαδικασίας, ασκουμένη εκ μέρους παντός διαδίκου, εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, τηρουμένης κατά τα λοιπά της ισχούσης δι’ έκαστον δικαστήριον διαδικασίας. 3.Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των αποφάσεων αίτινες εξεδόθησαν προ της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου κατά παράβασιν των διατάξεων των άρθρ.48 παρ.2 και 50 παρ.3. Εν τη περιπτώσει ταύτη η αίτησις επαναλήψεως διαδικασίας ασκείται εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου. 4.Το Ειδικόν Δικαστήριον δύναται δι’ ειδικώς ητιολογημένης προς τούτο σκέψεως της αποφάσεώς του, ισχυούσης έναντι πάντων, να κηρύξη και από προγενεστέρου της δημοσιεύσεως αυτής χρόνου το ανίσχυρον της ως αντισυνταγματικής κριθείσης διατάξεως. Σελ. 272 Τεύχος 612-Σελ.66 5.Επί αναδρομικής κηρύξεως της αντισυνταγματικότητος νόμου, κατά την προηγουμένην παρ.4, εφ’ όσον εντός του χρονικού διαστήματος της αναδρομής είχεν εκδοθή αμετάκλητος δικαστική απόφασις κατ’ εφαρμογήν της κηρυχθείσης ως αντισυνταγματικής διατάξεως, χωρεί αίτησις επαναλήψεως της εφ’ ης εξεδόθη η απόφασις αύτη διαδικασίας, ασκουμένη εκ μέρους παντός διαδίκου εντός προθεσμίας εξ μηνών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου. Κατά τα λοιπά τηρείται η ισχύουσα διαδικασία εις το δικάζον δικαστήριον, υποχρεούμενον όπως μη εφαρμόση την κηρυχθείσαν ως αντισυνταγματικήν διάταξιν. 6.Αι κατά την διάρκειαν του περί ου η παρ.4 του παρόντος άρθρου, χρόνου της αναδρομής εκδοθείσαι, βάσει του κηρυχθέντος ως αντισυνταγματικού νόμου, διοικητικαί πράξεις ανακαλούνται υποχρεωτικώς εντός αποκλειστικής προθεσμίας εξ μηνών από της δημοσιεύσεως της κηρυξάσης την αντισυνταγματικότητα αποφάσεως. 1.Θ.α.3 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄ Αμφισβητήσεις περί τον χαρακτηρισμόν Κανόνων Διεθνούς Δικαίου ως Γενικώς Παραδεδεγμένων Άρθρ.52.-1.Εκκρεμούσης υποθέσεως ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής και δημιουργουμένης αμφιβολίας περί τον χαρακτηρισμόν κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικώς παραδεδεγμένων, το Ειδικόν Δικαστήριον επιλαμβάνεται προς άρσιν ταύτης: α)Προκειμένου περί υποθέσεως εκκρεμούσης ενώπιον δικαστηρίου, κατόπιν παραπεμπτικής αποφάσεως τούτου. β)Προκειμένου περί υποθέσεως εκκρεμούσης ενώπιον διοικητικής αρχής, τη αιτήσει του αρμοδίου Υπουργού, εκθέτοντος και την υπ’ αυτού υποστηριζομένην άποψιν. Εις τας ανωτέρω περιπτώσεις η μεν εκδίκασις της ενώπιον δικαστηρίου εκκρεμούς υποθέσεως αναβάλλεται υποχρεωτικώς η δε επί διοικητικής υποθέσεως ενέργεια διακόπτεται μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου. 2.Εκκρεμούσης υποθέσεως ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου ή οργάνου της διοικήσεως αρμοδίου κατά νόμον προς επίλυσιν αμφισβητήσεων, κατόπιν ασκήσεως ενδικοφανούς μέσου, η περί ης η προηγουμένη παράγραφος άρσις αμφισβητήσεως δύναται να ζητηθεί και υπό τινος των εν τη δίκη διαδίκων ή των ενδιαφερομένων επί της διοικητικής υποθέσεως, δι’ αιτήσεώς του προς το Ειδικόν Δικαστήριον. Εν τη περιπτώσει ταύτη η πρόοδος της δίκης ή της διοικητικής διαδικασίας αναστέλλεται μόνον εφ’ όσον ήθελε διατάξει περί τούτου το Ειδικόν Δικαστήριον, δια παρεμπιπτούσης αποφάσεώς του. 3.Επί αντιθέτων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς τον χαρακτηρισμόν κανόνος του Διεθνούς Δικαίου ως γενικώς παραδεδεγμένου, έχουν ανάλογον εφαρμογήν τα εν άρθρ.48 εως 51 οριζόμενα. Άρθρ.53.-1.Διάδικοι εις την ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου δίκην είναι, προκειμένου μεν περί αμφισβητήσεως επί υποθέσεως εκκρεμούς ενώπιον της Διοικήσεως, ο παραπέμψας Υπουργός και οι εις ους αφορά η υπόθεσις, προκειμένου δε περί υποθέσεως εκκρεμούσης ενώπιον δικαστηρίου, πάντες οι διάδικοι της δίκης. 2.Το εισαγωγικόν της δίκης δικόγραφον, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου, κοινοποιείται εν πάση περιπτώσει και εις τους Υπουργούς Δικαιοσύνης και Εξωτερικών, οι οποίοι και αν έτι δεν είναι διάδικοι δικαιούνται να μετάσχουν της ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου συζητήσεως της υποθέσεως άνευ οιασδήποτε ετέρας διατυπώσεως. Άρθρ.54.-1.Η απόφασις του Ειδικού Δικαστηρίου ισχύει έναντι πάντων. 2.Εις την περίπτωσιν της παρ.2 του άρθρ.52 εάν δεν είχε διαταχθή αναστολή την προόδου της δίκης υπό του Ειδικού Δικαστηρίου, και η επακολουθείσασα απόφασις αυτού τελεί εις αντίθεσιν προς τα υπό του εκδικάσαντος την υπόθεσιν Δικαστηρίου εν τη αποφάσει του γενόμενα δεκτά, χωρεί αίτησις επαναλήψεως της εφ’ ης εξεδόθη αύτη διαδικασίας κατά τα εν παρ.2 και 3 του άρθρ.51 του παρόντος οριζόμενα. Η δε υπό τους ιδίους όρους εκδοθείσα αντίθετος προς την απόφασιν του Ειδικού Δικαστηρίου διοικητική πράξις ανακαλείται υποχρεωτικώς κατά τα εν παρ.6 του αυτού άρθρ.51 οριζόμενα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄ Τελικαί και Μεταβατικαί Διατάξεις Άρθρ.55.-Αντίγραφον πάσης αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου κοινοποιείται και εις τον Υπουργόν Δικαιοσύνης. Άρθρ.56.-Εις τους μετέχοντας του Ειδικού Δικαστηρίου δικαστικούς λειτουργούς και καθηγητάς, ως και εις τους επικουρούντας τούτους καταβάλλεται μηνιαίον επίδομα καθοριζόμενον εις ποσοστόν επί των αποδοχών των, δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Άρθρ.57.-Υποθέσεις εμπίπτουσαι εις την αρμοδιότητα του Ειδικού Δικαστηρίου και εκκρεμούσαι ενώπιον αρμοδίων, βάσει των μέχρι ούδε ισχυουσών διατάξεων, δικαστηρίων, μεταβιβάζονται εις το Ειδικόν Δικαστήριον, το οποίον επιλαμβάνεται τούτων από του σημείου εις ο αύται ευρίσκονται. Άρθρ.58.-Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος καταργούνται: α)Ο Νομ.406 της 17/24 Νοεμ. 1914 «περί δικαστηρίων συγκρούσεως καθηκόντων» (τόμ.10Α σελ.203). β)Τα άρθρ.116 έως 118,119 παρ.2,120 και 122 έως 131 του Π.Δ.650 της 2/3 Οκτ. 1974 «περί κωδικοποιήσεως των ισχυουσών διατάξεων της εκλογικής νομοθεσίας» (ανωτ. σελ.129) και γ)Πάσα ετέρα διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα Κώδικα ή αφορώσα εις τα υπ’ αυτού ρυθμιζόμενα θέματα. Άρθρον δεύτερον.-1.Η ισχύς του δια του άρθρου πρώτου του παρόντος κυρουμένου Κώδικος άρχεται μετά ένα μήνα από της δημοσιεύσεως του παρόντος δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, πλην των διατάξεων αυτού των αφορωσών εις τας απαραιτήτους ενεργείας δια την έναρξιν λειτουργίας του Ειδικού Δικαστηρίου, των οποίων η ισχύς άρχεται από της δημοσιεύσεως του παρόντος δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. (Αντί για τη σελ.273(γ) Σελ. 273(δ) Τεύχος 1321 Σελ. 85 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 1.Θ.α.3 2.Η θητεία των κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος κληρωθησομένων μελών λήγει την 31 Δεκ. 1977. 3.Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. άρθρ. 37, του Νομ. 2172/16 Δεκ. 1993, (ΦΕΚ Α’ 207), τομ. 6 σελ. 146,18. 3.Περί της συγκροτήσεως του Ειδικού Δικαστηρίου δι’ εκάστην αρχομένην διετίαν εκδίδεται απόφασις του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία περιλαμβάνει τα ονόματα των κληρωθέντων τακτικών και αναπληρωματικών μελών, δημοσιεύεται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και ανακοινούται προς τους κληρωθέντας, ως και τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τον Κοσμήτορα των εις ας ανήκουν οι κληρωθέντες καθηγηταί Νομικών Σχολών. (Αντί για τη σελ. 263) Σελ. 263(α) Τεύχος 1321 Σελ. 77 Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 1.Θ.α.3 4. Εις περίπτωσιν ελλείψεως, απουσίας, κωλύματος ή εξαιρέσεως, οι Πρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εν τη ιδιότητί των ως μελών του Ειδικού Δικαστηρίου, αναπληρούνται αντιστοίχως υπό των Αντιπροέδρων των δικαστηρίων τούτων, κατά σειράν αρχαιότητος, τα δε τακτικά μέλη αυτού υπό των αναπληρωματικών, καλουμένων κατά την τάξιν της κληρώσεώς των. 5.Εν περιπτώσει αποχωρήσεως ή θανάτου τακτικού ή αναπληρωματικού μέλους ενεργείται νέα κλήρωσις προς αντικατάστασιν τούτου, τηρουμένων αναλόγως των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων. Μέχρι της αναδείξεως των νέων μελών το Ειδικόν Δικαστήριον νομίμως συγκροτείται εκ των λοιπών μελών του. Άρθρ.3-1.Εις την αρχήν εκάστης διετίας, ο Πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου προτείνει εις τον Υπουργόν Δικαιοσύνης τον αριθμόν των αναγκαιούντων δικαστικών λειτουργών και υφηγητών των νομικών μαθημάτων της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, προς επικουρίαν των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου. 2.Οι κατά την προηγουμένην παράγραφον δικαστικοί λειτουργοί και υφηγηταί ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, κατόπιν αποφάσεως του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, προκειμένου περί των δικαστικών λειτουργών, κατόπιν προτάσεως δε της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, προκειμένου περί των υφηγητών. Ούτοι επικουρούν τα μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου εις την εν γένει προπαρασκευήν των προς συζήτησιν υποθέσεων, κατά τα ειδικώτερον δια του Κανονισμού του Ειδικού Δικαστηρίου οριζόμενα, ασκούν δε το έργον τούτο παραλλήλως προς τα κύρια αυτών καθήκοντα. 3.Δια την ομαλήν λειτουργίαν του Ειδικού Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος αυτού δι’ αποφάσεώς του αναθέτει την επιμέλειαν και τον συντονισμόν των προπαρασκευαστικών εν γένει εργασιών εις ένα εκ των κατά την παρ. 1 του άρθρου τούτου δικαστικών λειτουργών, ο οποίος δύναται να απαλλαγή εν όλω ή εν μέρει των κυρίων καθηκόντων του, κατόπιν αποφάσεως του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Άρθρ.4.-«1.Γραμματέας του Ειδικού Δικαστηρίου είναι ο γραμματέας του ανώτατου δικαστηρίου, του οποίου ο πρόεδρος προεδρεύει, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 100 του Συντάγματος, στο Ειδικό Δικαστήριο. Το βοηθητικό προσωπικό της γραμματείας του Ειδικού Δικαστηρίου, αποτελούμενο από 10 κατ’ ανώτατο όριο δικαστικούς υπαλλήλους των διοικητικών ή Σελ. 264(α) Τεύχος 1321 Σελ. 78 των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, τοποθετείται με απόσπαση ύστερα από απόφαση του πενταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, μετά από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 39 του Νόμ. 2190/1-3 Μαρτ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 28), Τόμ. 2 Α σελ. 316,979. Σύμφωνα δε με την παρ. 7 του ιδίου άρθρ. 39 του Νόμ. 2190/94, «οι δικαστικοί υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου υπηρετούν στη γραμματεία του Ειδικού Δικαστηρίου ως βοηθητικό προσωπικό, εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως ότου ανακληθεί η απόσπασή τους κατά τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου». 2.Προς αντιμετώπισιν εκτάκτων αναγκών δύναται, δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκδιδομένης μετά πρότασιν του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου, να αυξηθή ο αριθμός των κατά την προηγούμενην παράγραφον αποσπωμένων. 3.Η κατά την παρ.1 απόσπασις δεν περιορίζεται χρονικώς, δύναται δε να ανακληθή κατά την διαδικασίαν κατά την οποίαν εγένετο, οποτεδήποτε, αν τούτο επιβάλλεται εξ υπηρεσιακών λόγων. Η συμφώνως προς την παρ.2 γενομένη απόσπασις λήγει μετά την παρέλευσιν της δι ην εγένετο εκτάκτου ανάγκης. 4.Ο κατά το άρθρ.3 παρ.3 δικαστικός λειτουργός, εν περιπτώσει πλήρους απαλλαγής του εκ των κυρίων αυτού καθηκόντων, ως και οι κατά τας προηγουμένας παραγράφους του παρόντος άρθρου αποσπώμενοι δικαστικοί υπάλληλοι, διατηρούν άπαντα τα εκ της οργανικής των θέσεως απορρέοντα δικαιώματα, του χρόνου της αποσπάσεώς των λογιζομένου ως διανυθέντος εις την οργανική αυτών θέσιν.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.