📄 Κείμενο νόμου
2. ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 26 Ιουν./10 Ιουλ. 1944 Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου. Για τις δικαστικές διαφορές του Δημοσίου που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, τις επιδόσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών ως εκπρόσωπο του Δημοσίου και τις προθεσμίες κλήτευσης του Δημοσίου και των Ν. Προσώπων του παρόντος κανονιστικού δ/τος βλέπε παρ. 28 και 29 άρθρ. 19 Νόμ. 2386/6-7 Μαρτ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. Τόμ. 10Α, σελ. 290,403. Γενικαί Διατάξεις Έχοντες υπ’ όψει το άρθρον 6 του υπ’ αριθ. 463/1943 νόμου «περί διατάξεών τινων αφορωσών την διεξαγωγήν των δικών του Δημοσίου κλπ», κωδικοποιούμεν εις το κατωτέρω ενιαίον κείμενον τας ισχυούσας γενικάς δικονομικάς και ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των εν τοις καθ’ έκαστον άρθροις του παρόντος σημειουμένων νόμων, ως και τας ισχυούσας διατάξεις περί των εθνικών περιουσιών, εις την δικαστικήν εκπροσώπησιν ή διαχείρισιν των οποίων μετέχει το Δημόσιον και περί υποκαταστάσεως του Δημοσίου ως διαδίκου εις δίκας ετέρων προσώπων. Κεφάλαιον Ι Γενικαί Δικονομικαί Διατάξεις Άρθρον 1 1.Η ενώπιον των Δικαστηρίων εκπροσώπησις του Δημοσίου γίνεται δια του Υπουργού των Οικονομικών. Σύμφωνα με τη παρ. 13 άρθρ. 27 Νόμ. 2166/ 1993 (ΦΕΚ Α΄ 137), Τόμ. 12, σελ. 86,301 «η αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών για την άσκηση, ένδικων μέσων ενώπιον παντός δικαστηρίου δύναται να μεταβιβάζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμ. 1558/1985. Τυχόν μεταβιβασθείσες αρμοδιότητες θεωρούνται ισχυρές, οι δε απορριπτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν για το λόγο αυτόν, επανεισάγονται στο δικαστήριο που τις εξέδωσε. 2.Το εκκλησιαστικόν Ταμείον, το Ταμείον Εθνικού Στόλου και το Ταμείον Εθνικής Αμύνης εκπροσωπούνται ενώπιον των Δικαστηρίων ως και το Δημόσιον υπό του Υπουργού των Οικονομικών (Β.Δ. της 12 Μαΐου 1835 άρθρα 1 και 5, Β.Δ. της 29 Απρ. 1843 άρθρ. 1, Ν. 2861 του 1922 άρθρ. 1, Ν.Δ. 27 Σεπτ. 1922, άρθρ. 4, Ν. 4407 του 1929 άρθρ. 17, Δ. 7 Φεβρ. 1930 και άρθρον μόνον Ν. 6219/1934. Κατ’ εξαίρεσιν διάφορος εκπροσώπησις του Δημοσίου προβλέπεται παρ’ ειδικών τινων διατάξεων ως είναι Ν.Δ. 12/19 Μαΐου 1923 άρθρον μόνον, Δ. 24/27 Αυγούστου 1931 άρθρον 88 και Α.Ν. 717/37 άρθρ. 5 παράγραφος 2). Άρθρον 9 1.Ουδεμία αγωγή κατά του Δημοσίου επιτρέπεται να εγγραφή προς συζήτησιν εις το πινάκιον του αρμοδίου δικαστηρίου προ της παρελεύσεως μηνός από της κοινοποιήσεως αυτής. Η προθεσμία αύτη δεν δύναται να συντμηθή δια πράξεως του προέδρου του δικαστηρίου, ειμή τη εγγράφω συναινέσει του αντιπροσώπου του Δημοσίου. 2.Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται εις πάσαν ανεξαιρέτως δικαστικήν πράξιν και ενέργεια κατά του Δημοσίου και πάσαν κλήτευσιν αυτού ενώπιον δικαστηρίων ή εισηγητών προς διεξαγωγήν αποδείξεων, έτι δε προέδρων και Ειρηνοδικών ως και πάσης άλλης δικαστικής αρχής, τηρουμένης πάντοτε επί ποινή ακυρότητος και εν πάση περιπτώσει μηνιαίας προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της κλητεύσεως του Δημοσίου μέχρι της ωρισμένης προς εμφάνισίν του ημέρας. Εφ’ όσον δεν ετηρήθη υπέρ του Δημοσίου η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία πάσα πράξις ή κλήτευσις κατά του Δημοσίου εις ελάσσονα χρόνον είναι αυτοδικαίως άκυρος, ουδέ συγχωρείται ερημοδικία κατά του Δημοσίου προ της παρελεύσεως μηνός από της κοινοποιήσεως της κλητεύσεώς του. Σύντμησις της ανωτέρω προθεσμίας, μέχρι το πολύ του ημίσεως δύναται να γίνη μόνον τη προηγουμένη εγγράφω συναινέσει του αντιπροσώπου του Δημοσίου. Εξαιρετικώς επί προσωρινών μέτρων και συντηρητικών αποδείξεων, η ανωτέρω προθεσμία είναι δεκαήμερος και άρχεται από της προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κοινοποιήσεως της κλήσεως προς εμφάνισιν. 3.Αι ανωτέρω διατάξεις έχουσιν εφαρμογήν πάντοτε επί οιασδήποτε δίκης του Δημοσίου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου ή του Ταμείου του Εθνικού Στόλου ή των άλλων νομικών προσώπων των επί δικαστηρίου υπό του Υπουργού των Οικονομικών ή ετέρου Υπουργού εκπροσωπουμένων, ασχέτως του είδους της διαδικασίας του εκπροσωπούντος το Δημόσιον κρατικού οργάνου και το δικάζοντος δικαστηρίου ή δικαστού. Εξαιρετικώς α)επί ανακοπών ενώπιον του Ειρηνοδίκου ή Προέδρου Πρωτοδικών κατά τα εν άρθρω 68 του Κώδικος των νόμων «περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων» διατεταγμένα και αιτήσεων αναστολής επισπευδομένης διοικητικής εκτελέσεως κατά την παρ. 4 στοιχείον Α΄ του ιδίου άρθρου 68, β)επί συντηρητικών αποδείξεων και γ)επί αιτήσεων παρατάσεως προθεσμίας υποβαλλομένων ενώπιον του Προέδρου του δικαστηρίου ή του Ειρηνοδίκου κατά το άρθρον 198 της Πολ. Δικονομίας η προθεσμία κλητεύσεως του Δημοσίου είναι δεκαήμερος (Ν. 473/1914 άρθρ. 12 παρ. α΄, Ν.Δ. 11/12 Ιαν. 1923 άρθρ. 1 και Α.Ν. 675/37 άρθρ. 4 παρ. 2). (Αντί για τη σελ. 263(β) Σελ. 263(γ) Τεύχος 1354 Σελ. 35 Κώδικας δικών του Δημοσίου 10.Δ.β.2 85 Άρθρον 10 Αι προθεσμίαι προς άσκησιν ενδίκων μέσων, προς δήλωσιν επί κατασχέσεων εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου και αι πάσης άλλης φύσεως νόμιμοι και δικαστικαί προθεσμίαι, εάν ορίζωνται βραχύτεροι των τριάκοντα ημερών, είναι δια το Δημόσιον διαρκείας τριάκοντα ημερών. «Παρέκτασις της προθεσμίας ταύτης λόγω αποστάσεως κατά τας διατάξεις του άρθρ. 195 της Πολ. Δικονομίας χωρεί πάντοτε έστω και αν εν τω ειδικώ νόμω δεν ορίζεται τοιούτη». Εξαιρετικώς επί συντηρητικών μέτρων η προθεσμία προς εμφάνισιν είναι δεκαήμερος, επί δε προσωπικής κρατήσεως είναι πενθήμερος (Ν.Δ. 22 Απρ./16 Μαΐου 1926 άρθρ. 28). Τα εντός « » ετροποποιήθησαν ως άνω δια του άρθρ. 6 Ν.Δ. 2711/1953 (10.Δγ.35). Άρθρον 11 Εις πάσας τας δίκας του Δημοσίου ουδεμία απολύτως τρέχει κατά την διάρκειαν των δικαστικών διακοπών προθεσμία εις βάρος του Δημοσίου, ούτε δια την υπό τούτου ως τρίτου άσκησιν δηλώσεων, ούτε δια την έγερσιν αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων, ούτε τέλος δια την άσκησιν οιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέτασιν μαρτύρων, πάσα δε τοιαύτη προθεσμία, αρξαμένη προ των διακοπών, ως και η εξέτασις των μαρτύρων αναστέλλονται κατά την διάρκειαν των διακοπών. Εξαιρετικώς η προ των διακοπών αρξαμένη εξέτασις μάρτυρος δύναται να συνεχισθή και κατά τας διακοπάς μόνον αν αιτήσηται τούτο το Δημόσιον (Α.Ν. 1539/38 άρθρ. 35 και Α.Ν. 1557/39 άρθρ. 4 παρ. 1). Με την παρ. 4 άρθρ. 22 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), -τομ. 6 σελ. 146,07, ορίστηκε ότι: «Η διάταξη του άρθρ. 11 του «Κώδικος των νόμων περί των δικών του Δημοσίου» (Κ.Δ. της 26-6/10.7.1944) εφαρμόζεται και στις υποθέσεις δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως προς όλα τα ασκούμενα από το Δημόσιο ή τη διοικητική αρχή ενώπιόν τους ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα». Με την παρ.4 άρθρ.28 Νόμ.2579/17-17 Φεβρ.1998 (ΦΕΚ Α΄31), κατωτ.σελ.290,429, ορίστηκε ότι: «Οι διατάξεις του άνω άρθρου και της παρ.4 άρθρ.22 Νόμ.1868/1989 (ΦΕΚ Α΄230) έχουν εφαρμογή και επί των νομικών Σελ. 264(γ) Τεύχος 1354 Σελ. 36 προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών. Επίσης με την περίπτ.ζ της παρ.2 του άρθρ.285 Νόμ.2717/14-17 Μαΐου 1999 (ΦΕΚ Α΄97), τόμ.6 σελ.104,652, ορίστηκε ότι, κατ’ εξαίρεση, διατηρούν την ισχύ τους οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις της παρ.4 άρθρ.28 Νόμ.2579/1998. 10.Δ.β.2 Κώδικας δικών του Δημοσίου 86 Άρθρον 12 1.Προκειμένου περί μαρτύρων κλητευομένων εν πολιτική δίκη υπό του Δημοσίου ή του Ταμείου Εθνικού Στόλου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου και μη προσερχομένων ή αρνουμένων την κατάθεσιν ή την δόσιν του όρκου, η κατά το άρθρον 314 Πολ. Δικονομίας ποινή λιπομαρτυρίου αυξάνεται μέχρι του δεκαπλασίου. Αν οι μάρτυρες ούτοι κέκτηνται την ιδιότητα δημοσίου ή κοινοτικού υπαλλήλου ή υπηρέτου, η μη προσέλευσίς των ή η άρνησις της μαρτυρίας των ή της ορκοδοσίας των θεωρείται προσέτι βαρύ πειθαρχικόν παράπτωμα διωκόμενον κατά τας κειμένας περί τούτων διατάξεις και συνεπαγόμενων πειθαρχικήν ποινήν μέχρι και της προσωρινής εκ της υπηρεσίας απολύσεως δια χρόνον μη υπερβαίνοντα το έτος. 2.Οι κλητευόμενοι υπό του Δημοσίου ή των ανωτέρω δύο νομικών προσώπων και εμφανιζόμενοι μάρτυρες, εφόσον δεν κέκτηνται την ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνον επί τη αιτήσει των τα προς μετακίνησιν από του τόπου της κατοικίας ή διαμονής των εις τον τόπον ένθα καλούνται προς εξέτασιν οδοιπορικά αυτών έξοδα, έτι δε και αποζημίωσιν αναλόγως της διατεθείσης χρονοτριβής των, αμφοτέρων τούτων εκκαθαριζομένων υπό του προέδρου του δικαστηρίου ή του εισηγητού ου ενώπιον εκλήθησαν και ενεφανίσθησαν, επί της κοινοποιηθείσης αυτοίς κλήσεως ήτις μετά της επ’ αυτής εκκαθαρίσεως αποτελεί δικαιολογητικόν δια την καταβολήν των δαπανημάτων. 3.Η εκκαθάρισις της δαπάνης ταύτης ενεργείται άνευ των εν τη διατιμήσει περιορισμών, ουχί όμως εις ποσόν ημεραργίας μείζον των δραχ. 5.000 δι’ εκάστην ημέραν διατεθείσης χρονοτριβής ή κλάσμα αυτής, ουδ’ εις αριθμόν ημεραργιών μείζονα των πέντε, η δε πληρωμή γίνεται υπό του κατά τας διατάξεις του από 2 Νοεμ. 1935 Α.Ν. «περί τροποποιήσεως του άρθρου 128 της Ποιν. Δικονομίας» διαχειριστού της παγίας προκαταβολής πρωτοδικείων εκ της κεχορηγημένης αυτώ εις εκτέλεσιν του άρθρου 2 του αυτού Α.Ν. παγίας προκαταβολής. Τα άρθρα 3 εδαφ. 3 και επομ. 4, 5, 6 και 7 του αυτού ως άνω Α.Ν. εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν και επί των δαπανημάτων τούτων. 4.Προκειμένου περί μαρτύρων δημοσίων υπαλλήλων έχουν εφαρμογή αι κείμεναι διατάξεις περί οδοιπορικών εξόδων και αποζημιώσεως των δια λόγους υπηρεσίας μετακινουμένων δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων. 5.Κατά τα λοιπά ισχύουσι τα εν άρθρ. 314-316 της Πολ Δικονομίας οριζόμενα (Α.Ν. 1051/88 άρθρ. 1 και Ν. 463/1943 άρθρ. 4). Άρθρον 13 1.Οι εις το Δημόσιον επιβαλλόμενοι δια δικαστικών αποφάσεων όρκοι δίδονται παρά του Υπουργού των Οικονομικών εν τω Καταστήματι του Υπουργείου τούτου. Κατά πάσαν περίπτωσιν, ο τοιούτος όρος διατυπούται υπό τον τύπον του πιστεύειν και μη γιγνώσκειν, εις την τροποποίησιν δε ταύτην του τύπου δύναται να προβή ο Υπουργός κατά την δόσιν του όρκου και εν τη περιπτώσει κατά την οποίαν διετυπώθη άλλως χωρίς να είναι αναγκαίον να προκληθή ειδική περί τούτου απόφασις (Ν.πΙΣΤ΄/1881 άρθρ. 1 Β.Δ. 8/13 Νοεμβρ. 1918 άρθρ. 19). 2.(Α.Ν. 2374/1940 άρθρ. 9 παρ. 1 εδ. δ'). Κατηργήθη υπό του άρθρου 39 Α.Ν. 237/45 (10. Δγ. 28) (Αντί για τη σελ. 264,01) Σελ. 264,01(α) Τεύχος 1354 Σελ. 37 Κώδικας δικών του Δημοσίου 10.Δ.β.2 87 10.Δ.β.2 Κώδικας δικών του Δημοσίου 88 Άρθρον 14 Επί δικών του Δημοσίου κατά συνέπειαν εκτιμήσεως αποδείξεων και προς τυχόν συμπλήρωσιν αυτών δεν επιβάλλεται δικαστικός όρκος εις το Δημόσιον, αλλά το Δικαστήριον αποφασίζει οριστικώς, άνευ τούτου, εφόσον κατέληξεν εις εκτίμησιν υπέρ του Δημοσίου. Εν πάση όμως περιπτώσει ο αντίδικος του Δημοσίου δεν στερείται του δικαιώματος να επαγάγη εις αυτό όρκον προς απόδειξιν θέματος προς την υπέρ του Δημοσίου γενομένου υπό του Δικαστηρίου εκτίμησιν των αποδείξεων (Ν. 4975/1931 άρθρον 8). Άρθρον 15 Δια της αποφάσεως δι' ης επιβάλλεται ο όρκος ορίζεται η προς ορκοδοσίαν ημέραν, ήτις πάντοτε πρέπει να συμπίπτη μετά χρονικόν διάστημα τριάκοντα τουλάχιστον ημερών από της κοινοποιήσεως της δηλώσεως, προθεσμία δε προς δήλωσιν ουδέποτε δύναται να ταχθή ελάσσων των τριάκοντα ημερών. Δια της αυτής αποφάσεως ορίζεται ως εισηγητής προς δόσιν του όρκου εις των εν τη πρωτεούση Πρωτοδικών ή πάρεδρος του αυτού πρωτοδικείου, παρ' οιουδήποτε δικαστηρίου του Κράτους και αν επιβάλλεται ο όρκος ούτος. Δια της κοινοποιουμένης δηλώσεως από τον επί των Οικονομικών Υπουργόν ορίζεται το χρονικόν σημείον κατά το οποίον της παρά του δικαστηρίου ταχθείσης ημέρας δοθήσεται ο όρκος, γνωστοποιείται δε τούτο εις τον διορισθέντα εισηγητήν, και εις τον αντίδικον ή τον πληρεξούσιόν του, όστις καλείται να παρασταθή εις την ορκοδοσίαν. Το χρονικόν τούτο σημείον δεν δύναται να περιλάβη διάρκειαν μείζονα της ημισείας ώρας, εγκύρως δε λογίζεται δοθείς ο όρκος οποτεδήποτε δοθή εντός του χρονικού τούτου σημείου. Αι γενόμεναι τυχόν αντιρρήσεις καταχωρίζονται εν τη συνταχθησομένη εκθέσει, δια το κύρος της οποίας απαιτείται να προσληφθεί ο Γραμματεύς του εν Αθήναις Πρωτοδικείου, ή εις των μονίμων αναπληρωτών του. Ο Εισηγητής διαβιβάζει τη έκθεσιν ταύτην εις το δικαστήριον παρά τω οποίω είναι εκκρεμής η διαφορά. Ως προς τους όρκους τους επιβληθέντας δι' αποφάσεως, εκδοθείσης προ της δημοσιεύσεως του Νόμου πΙΣΤ' εφαρμόζονται τα προ τούτου ισχύοντα. (Ν. πΙΣΤ'/1881 άρθρα 2 και 3, Ν. 473/1914 άρθρ. 12 παρ. α' "Β.Δ/μα 8/13 Νοεμ. 1918 Άρθρον 2 (Άρθρον 1 παρ. 2,2παρ. 1 στοιχ. Α΄ 10 παρ. 1, 2, 3 και 4, 25 και 30 παρ. 2 Α.Ν. 2374/40 και Ν. 1198/44 άρθρ. 1 παρ. 5). Κατηργήθη υπό του άρθρου 39 Α.Ν. 427/1945 (10 Δγ. 28). άρθρα 18 και 20" Ν.Δ. 11/12 Ιαν. 1923 άρθρον 1 και Α.Ν. 675/1937 άρθρον 4 παρ. 2). Άρθρον 16 Οι εις τους επαρχιακούς ταμίας, ως εκπροσωπούντας το Δημόσιον και εις τους οικονομικούς εφόρους επιβαλλόμενοι δια δικαστικών αποφάσεων όρκοι, εκτός όταν πρόκειται περί προσωπικής των ενεργείας, διατυπούνται κατά πάσαν περίπτωσιν υπό τον τύπον του πιστεύειν και μη γιγνώσκειν, εις την τροποποίησιν δε ταύτην του τύπου δύνανται να προβώσιν οι οικ. έφοροι και επαρχιακοί ταμίαι και εν η περιπτώσει διετυπώθη άλλως, χωρίς να είναι αναγκαίον να προκληθή ειδική περί τούτου απόφασις (Ν.ΓΞ' /1905 άρθρ. 3 παρ. β' "Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρ. 21"). Άρθρον 17 1.Επί των δηλώσεων του Δημοσίου, του Εκκλησιαστικού Ταμείου και του Ταμείου του Εθνικού Στόλου επί των εις χείρας των, ως τρίτων, επιβαλλομένων κατασχέσεων, δεν επέρχονται αι συνέπειαι του άρθρου 931 της Πολ. Δικονομίας εν παραλείψει προσφοράς των προς ένορκον των δηλώσεών των τούτων ενίσχυσιν. 2.Πάσα κατάσχεσις χρημάτων οφειλομένων από το Δημόσιον, πάσα δήλωσις της παραχωρήσεως ή μεταβιβάσεως αυτών εις τρίτα πρόσωπα, και εν γένει πάσα πράξις τείνουσα να εμποδίση την πληρωμήν αυτών πρέπει να γίγνηται παρά τοις ταμίαις εκείνοις, προς τους οποίους επιδίδονται τα περί πληρωμής αυτών εντάλματα, αλλ' ειδοποιείται συγχρόνως και το Υπουργείον εις το οποίον υπάγεται η δαπάνη επί της πληρωμής της οποίας γίνεται η κατάσχεσις. Πάσα κατάσχεσις ή δήλωσις γενομένη κατ' άλλον τρόπον, είναι άκυρος και θεωρείται ως μηδέποτε λαβούσα χώραν. 3.Αι ειρημέναι κατασχέσεις ή δηλώσεις έχουν κύρος και φέρουν αποτελέσματα μόνον επί πέντε έτη, αφ' ης ημέρας εγένοντο, εκτός εάν εν τω διαστήματι τούτο ανανεωθώσιν. Οποιαδήποτε πράξις, σύμβασις ή δικαστική απόφασις και αν λάβη χώραν εν τω μεταξύ επ' αυτών, δεν μεταβάλλει την ανωτέρω διάταξιν, επομένως μετά την συμπλήρωσιν των πέντε ετών διαγράφονται (Νόμος 463/1943 άρθρ. 3 και Ν. ΣΙΒ' /1882 άρθρ. 86 και 87). Άρθρον 18 1.Καθ' ας δίκας παρίστανται οι Νομικοί Σύμβουλοι, είτε επ' ακροατηρίου, είτε εκτός τούτου, επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ του Δημοσίου και της περιουσίας του Εκκλησιαστικού Ταμείου, κατά τα περί δικηγορικών αμοιβών ισχύοντα. Αι περί τούτων γινόμεναι εν τοις πινακίοις των Δικαστηρίων εγγραφαί των υποθέσεων απαλλάσσονται τελών χαρτοσήμου (Ν.ΑΚΑ' άρθρ. 24, Π.Δ. 28 Ιουλ. 1931). 2.(Α.Ν. 2374/40 άρθρ. 27) κατηργήθη υπό του άρθρου 39 Α.Ν. 247/45(10.Δγ. 26). Άρθρον 19 1.Επί αντιδικίας προς το Δημόσιον τέλη προκαταβάλλονται μόνον υπό του αντιδίκου του Δημοσίου αιτούντος, ενάγοντος, ανακόπτοντος, εκκολούντος ή αναιρεσείοντος και εν γένει καταδιώκοντος, επιδικαζόμενα αυτώ εν περιπτώσει ήττης του Δημοσίου μετά των δικαστικών εξόδων και καταβαλλόμενα μετά κοινοποίησιν επιταγής εξ απογράφου της αποφάσεως δι' εντάλματος μεν του αρμοδίου Υπουργείου και ομού μετά της επιδικαζομένης απαιτήσεως, δι' εντάλματος δε του Υπουργείου των Οικονομικών όταν επιδικάζωνται μόνον δικαστικά έξοδα και τέλη. Σελ. 265 Κώδικας δικών του Δημοσίου 10.Δ.β.2 89 2.Εν περιπτώσει ήττης του αντιδίκου του Δημοσίου, η βεβαίωσις των τελών επιδιώκεται ομού μετά των επιδικαζομένων τω Δημοσίω δικαστικών εξόδων, ως και των οφειλομένων απ' αρχής της δίκης και μη βεβαιωθέντων τελών επιμελεία της Δ.Ν.Υ. βάσει της κοινοποιηθείσης επιταγής εξ απογράφου ή βάσει αποσπασμάτων των σχετικών αποφάσεων. 3.Εν περιπτώσει ήττης του Δημοσίου αιτούντος, ενάγοντος, εκκαλούντος, αναιρεσείοντος, ανακόπτοντος και εν γένει καταδιώκοντος, τέλη ούτε εκκαθαρίζονται, ούτε εισπράτονται. 4.Επί διεξαγωγής αποδείξεων παντός είδους μόνον δια την αιτήσει του Δημοσίου ενεργουμένην δεν προκαταβάλλονται τέλη, η δε έκθεσις συντάσσεται ατελώς προκειμένης εξετάσεως μάρτυρος του Δημοσίου ή βεβαιώσεως πραγματογνωμοσύνης αυτοψίας κλπ. αιτήσει του Δημοσίου βαρυνομένης δι' αυτής (Ν.Δ. 28 Ιουλ. 1931 άρθρ. 36 παρ. 1-4). Άρθρον 20 Της καταβολής του εν άρθρω 1 του Α.Ν. υπ' αριθ. 386/36 ειδικού ενσήμου αντιγραφικών απαλλάσσονται τα δι' υποθέσεως του Δημοσίου, του Ταμείου Εθνικού Στόλου, του Εκκλησιαστικού Ταμείου και γενικώς των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, άτινα παρίστανται επί Δικαστηρίοις δια των Νομικών Συμβούλων του Κράτους χορηγούμενα εις ταύτα αντίγραφα, απόγραφα, αποσπάσματα ή πιστοποιητικά. (Α.Ν. 386/1936 άρθρον 6). Κεφάλαιον ΙΙ Γενικαί Ουσιαστικού Δικαίου διατάξεις (νεωτέρων νόμων) Άρθρον 21 Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής (Νόμος ΧΑ' 1877 άρθρ. 1 και ΓΤΟΕ'/1909 άρθρ. 1,άρθρ. 24 Δ/τος 8/13 Νοεμ. 1918). Άρθρον 22 Τόκος επί τόκων ή άλλων προσόδων, οφείλεται: 1)εάν συνεφωνήθη τοιούτος, ή 2)εάν ζητηθή δι' αγωγής, κατ' αμφοτέρας δε τας περιπτώσεις τούτας μόνον επί των καθυστερουμένων τοιούτον επί ολόκληρον τουλάχιστον έτος ή επί μίαν χρήσιν ως προς το Δημόσιον. Η περί πληρωμής τοιούτου τόκου συμφωνία πρέπει να γίνηται η δε αγωγή να επιδίδηται μετά την λήξιν του ανωτέρου έτους ή της χρήσεως (Νόμος πΞΕ'/1882 άρθρ. 3 παρ. α, β και γ, Β.Δ. 8/13 Νοεμβρ. 1918 άρθρον 27). Σελ. 266 Άρθρον 23 Οφειλέται του Δημοσίου, τυγχάνοντες εξ οιασδήποτε αιτίας πιστωταί αυτού, δεν δικαιούνται τόκων υπερημερίας επί ισοπόσου προς το χρέος των απαιτήσεων και εφ' όσον απηλλάγησαν της καταβολής των αναλογούντων εις το χρέος των τόκων υπερημερίας και προσθέτων τελών (Α.Ν. 1537/1938 Άρθρον 3 (Α.Ν. 2374/40 άρθρ. 18 παρ. 1, 10 παρ. 5 και 19 παρ. 1, 2 και 3). Κατηργήθη υπό του άρθρου 39 Α.Ν. 427/1945 (10 Δγ.28). άρθρ. 4 παρ. 2). Άρθρον 24 Επιτρέπεται εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, όπως διατάξη την πληρωμήν εις αλλοδαπούς οίκους τόκων μη υπερβαινόντων τα 5% οφειλομένων δε αυτοίς λόγω της καθυστερήσεως της πληρωμής του αντιτίμου των παρ αυτών προμηθευθέντων εις το Ελληνικόν Δημόσιον ειδών και υλικών από του έτους 1912 και εντεύθεν (Νομοθετ. Β.Δ. 20 Δεκ. 1917 δυνάμει του Νόμου 848 άρθρ. μόνον "Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρ. 25"). Άρθρον 25 Μετά τρεις μήνας από της ισχύος του νόμου ΓΤΟΕ' (26 Οκτωβρίου 1909) καταβάλλεται ο αυτός τόκος των 6% και επί των προ αυτού κατά του Δημοσίου απαιτήσεων, μη εξαιρουμένων ουδέ των τελεσιδίκως ανεγνωρισμένων, υπέρ ων ανώτερος επεδικάσθη τόκος (Ν. ΓΤΟΕ' του 1909 άρθρ. 2 "Β.Δ. 13 Νοεμ. 1918 άρθρον 26"). Άρθρον 26 Πλην της ρητής διατάξεως του Νόμου ουδείς των οφειλετών του Δημοσίου δύναται ν' αντιτάξη συμψηφισμόν απαιτήσεως αυτού έναντι χρέους του προς το Δημόσιον. Κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται συμψηφισμός απαιτήσεων εξ επιστροφής χρημάτων καταβληθέντων εις το Δημόσιον Ταμείον αχρεωστήτως ή υπό αίρεσιν πληρωθείσαν (Δ. 24/27 Αυγ. 1931 άρθρον 87). 10.Δ.β.2 Κώδικας δικών του Δημοσίου 90 Άρθρ.27.-1.Παραγράφεται προς όφελος του Κράτους και εξαλείφεται παν χρέος του Δημοσίου, εάν δι’ έλειψιν αποχρώσης δικαιολογήσεως δεν ανεγνωρίσθη, δεν διετάχθη η πληρωμή αυτού και δεν επληρώθη εντός πέντε ετών αφ' ης το πρώτον εγεννήθη το προς αγωγήν δικαίωμα. Η διάταξις αύτη δεν ισχύει εις τας περιστάσεις δια τας οποίας νόμοι, ειδικά Δ/τα, ή συμβόλαια προσδιώρισαν μακροτέραν ή συντομωτέραν προθεσμίαν εκπτώσεως. 2.Δεν ισχύει προσέτι ως προς τα χρέη, τα οποία δεν επληρώθησαν εντός προσδιορισμένης προθεσμίας, δι' εμπόδια προελθόντα εκ μέρους των αρχών ή των οποίων η πληρωμή ανεβλήθη δι' αρξαμένην δίκην. Έκαστος πιστωτής έχει το δικαίωμα να ζητήση και λάβη από τον αρμόδιον αποδεικτικόν περί της εμπροθέσμου αιτήσεώς του και της παρουσιάσεως των τίτλων του δικαιώματός του (Ν.ΣΙΒ'/1852 άρθρ. 69 και 70, Ν.ΧΛ' /1877 άρθρ. 3). Άρθρ.28.-«Αι των δημοσίων υπαλλήλων και υπηρετών και των στρατιωτικών εν γένει προσωπικαί αγωγαί κατά του Δημοσίου ένεκεν απολύσεως, καθυστερήσεως μισθών και άλλων αποδοχών, ή παραβάσεως των περί προβιβασμού ή καταστάσεως των αξιωματικών του στρατού της ξηράς, του αέρος και της θαλάσσης νόμων παραγράφονται μετά διετίαν, αφ' ης το πρώτον εγεννήθη το προς αγωγήν δικαίωμα, πλην εάν η απαίτησις ανεγνωρίσθη παρά του Δημοσίου, οπότε παραγράφονται μετά πενταετίαν από της αναγνωρίσεως, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 69 και 70 του περί Δημοσίου Λογιστικού νόμου. Τα αυτά ισχύουσιν επί αγωγών προερχομένων εκ των περί καταδιώξεως της ληστείας νόμων". Το άρθρ. 28 (άρθρ. 2 Νόμ. ΧΛ'/1877 και άρθρ. 28 Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918) αντικατεστάθη ως άνω δια του Α.Ν. 504 της 17/22 Αυγ. 1968 (ΦΕΚ Α' 184). Βλ. και Ν.Δ. 564/1970 (τόμ. 31Β σελ. 832,03) δι' ου εκηρύχθησαν παραγεγραμμέναι από της δημοσιεύσεώς του, απαιτήσεις κατά του Δημοσίου εφ' ων δεν εξεδόθησαν αμετάκλητοι δικαστικαί αποφάσεις του επί συμβάσει ιδ. δικαίου προσωπικού της Ελλην. Επιτροπής Ατομικής Ενεργείας εκ της μη καταβολής ειδικού επιδόματος. Άρθρ.29.-1.Παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται μετά 5ετίαν από της λήξεως της χρήσεως εντός της οποίας εβεβαιώθη τελεσιδίκως ως δημόσιον έσοδον. 2.Κατ' εξαίρεσιν α)τα χρέη προς το Δημόσιον εκ παρακρατηθέντων ή εισπραχθέντων δια λογαριασμόν του Δημοσίου φόρων, τελών και δικαιωμάτων και β)τα χρέη προς το Δημόσιον εξ εισαγωγικών δασμών και τελών εν γένει εισπραττομένων εν τοις Τελωνείοις, παραγράφονται μετά 10ετίαν από της λήξεως της χρήσεως εντός της οποίας εγεννήθη η προς είσπραξιν αυτών απαίτησις του Δημοσίου. Ως χρόνος γεννέσεως της προς είσπραξιν εισαγωγικών και λοιπών τελών εμπορευμάτων υπό αποταμίευσιν λογίζεται δια την παραγραφήν η επομένη της λήξεως της συμφώνως τοις τελωνειακοίς νόμοις οριζομένης προθεσμίας αποταμιεύσεως, εν περιπτώσει δε ενεργείας προ ταύτης ελέγχου των αποθηκών, η ημέρα της συντάξεως εκθέσεως περί διαπιστώσεως ελλείματος. 3.Αι ανωτέρω παραγραφαί εφαρμόζονται και δια τας προ της ισχύος του 4845/1930 νόμου τελεσιδίκως βεβαιουμένας οφειλάς προς το Δημόσιον, αλλά δεν δύνανται να συμπληρωθούν προ της παρελεύσεως τριετίας αρχομένης από της 1 Απρ. 1931. Η αληθής έννοια της διατάξεως ταύτης είναι ότι έχει εφαρμογήν και επί των χρεών των αναφερομένων εν τη παρ. 2. 4.Των ανωτέρω παραγραφών εξαιρούνται τα χρέη α)εκ τελεσιδίκων αποφάσεων των τακτικών Δικαστηρίων, πλην των προστίμων, χρηματικών ποινών και των συναφών δικαστικών εξόδων και τελών, υποκειμένων εις την παραγραφήν της παρ. 1 του παρόντος, β)εξ απίστου διαχειρίσεως και τα δι' αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου καταλογιζόμενα εις βάρος δημοσίων υπολόγων ή άλλων δημοσίων υπαλλήλων, γ)εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως ως και αι εκ τούτων περιοδικαί παροχαί και δ)τα χρέη τα αφορώντα, εις καταλογισμούς επιβληθέντας παρ' οιωνδήποτε αρμοδίων κατά νόμον αρχών. Πάντα τα χρέη ταύτα υπόκεινται εις 30ετή παραγραφήν. 5.Πάσα κατά τας παρ. 1-4 του παρόντος αποσβενυομένη απαίτησις του Δημοσίου δύναται ν' αντιταχθή εις συμψηφισμόν επί 5ετίαν από της συμπληρώσεως της παραγραφής (Δ. 24/27 Αυγ. 1931 άρθρ. 86 Α.Ν. 1537/1938 άρθρ. 1 παρ. 2, 3 και 4). Άρθρ.30.-Επί απαιτήσεων, ων κατέστη δικαιούχον το Δημόσιον εκ πάσης αιτίας διαδοχής και αίτινες μέχρι της προς το Δημόσιον μεταβιβάσεώς των δεν έχουσιν υποκύψει εις παραγραφήν εν τω προσώπω του δικαιοπαρόχου, χωρεί η παραγραφή του Άρθρον 4 (Α.Ν. 2374/40 άρθρ. 12 παρ. 1 Δ.4 Σεπτ. 1940 άρθρ. 86 του νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων, ως και νέα παραγραφή, του χρόνου αυτής υπολογιζομένου αφ' ης συνετελέσθη η δικαιοδοτική του δικαιώματος του Δημοσίου πράξις (Α.Ν. 1337/1938 άρθρ. 1 παρ. 6). Άρθρ.31.-Απαιτήσεις περί αποδόσεως φόρου ή άλλου δικαιώματος παρά το δέον πληρωθέντος εις το Δημόσιον παραγράφονται μετά τρία έτη από της πληρωμής (Νόμ. ΣΙΒ'/1852 άρθρ. 83 δι' επιστροφήν αχρεωστήτως καταβληθέντος τέλους χαρτοσήμου όρα ειδικήν παραγραφήν άρθρ. 7 Ν.Δ. υπ’ αριθ. 1722/1942. (Αντί της σελ. 267 (α) Σελ. 267 (β) Κώδικας δικών του Δημοσίου 10.Δ.β.2 91 Άρθρ.32.-Όσα χρήματα παραδοθώσιν εις τα Ταμεία του Κράτους δια να πληρωθώσιν από άλλα Ταμεία εις ωρισμένα πρόσωπα, εν διαστήματι δε πέντε ετών αφ' ης ημέρας παρεδόθησαν, δεν αναζητηθώσιν από τους έχοντες δικαίωμα επ αυτών, μεταβαίνουσιν οριστικώς εις την κυριότητα του Δημοσίου (Νόμ. ΣΙΒ'/1852 άρθρ. 84). Άρθρ.33.-Χρημάτων κατατεθειμένων εις Δημόσιον Ταμείον, λόγω εγγυήσεως οι δεδουλευμένοι τόκοι, όταν εν διαστήματι πέντε ετών δεν ζητηθώσιν παραγράφονται (Νόμ. ΣΙΒ'/1852 άρθρ. 82). Άρθρ.34.-(Α.Ν. 2374/1940 άρθρ. 14 και 15). Κατηργήθη υπό του άρθρ. 39 Α.Ν. 427/1945 (10 Δγ. 28). Άρθρ.35.-1.Πάσα αναγνώρισις ή οιασδήποτε συμβιβαστική λύσις των εν τω προηγουμένω άρθρω διαφορών, γενομένη άνευ της ομοφώνου γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου, είναι αυτοδικαίως άκυρος, τα δε συνεπεία τοιαύτης παρά του Δημοσίου ή από την περιουσίαν του Εκκλησιαστικού Ταμείου καταβληθέντα αποδίδονται. 2.Της ανωτέρω διατάξεως η έννοια είναι ότι αναγνωρισθείσης άπαξ υπό του Νομικού Συμβουλίου αξιώσεώς τινος κατά του Δημοσίου και εν γένει συμβιβαστικής λύσεως διαφοράς ή καταργήσεως δίκης, εγκριθείσης δε της τοιαύτης αναγνωριστικής γνωμοδοτήσεως και υπό του Υπουργού και συνταχθέντος του οικείου συμβολαίου, ουδείς πλέον έλεγχος δύναται ν' ασκηθή (Νόμ. ΑΚΑ'/1882 άρθρ. 4, "Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρ. 50" και Νόμ. 4975/1931 άρθρ. 12). Άρθρ.36.-(Α.Ν. 2374/40 άρθρ. 13 παρ. 5) Κατηργήθη υπό του άρθρ. 39 Α.Ν. 427/1945 (10. Δγ.28). Σελ. 268 (β) Άρθρ.37.-1."Αι περί συμβιβασμού και αναγνωρίσεως απαιτήσεων αιτήσεις κοινοποιούνται δια δικαστικού κλητήρος, συνυποβαλλομένου επί συνεπεία, απαραδέκτου αυτών και διπλοτύπου εισπράξεως του Δημοσίου Ταμείου καταβολής παραβόλου αναλόγως του ποσού της απαιτήσεως, ης ζητείται η αναγνώρισις, ή του ποσού της διαφοράς, ης ζητείται η κατά συμβιβασμόν ρύθμισις, και εφ' όσον τα ποσά ταύτα είναι ανώτερα του 1.000.000 δραχμών, υπολογιζομένου κατά την κατωτέρω κλίμακα: Γραμμάτιον δραχμών μέχρι ποσού 20.000 3.000.000 40.000 5.000.000 100.000 10.000.000 150.000 15.000.000 200.000 25.000.000 350.000 50.000.000 500.000 75.000.000 650.000 100.000.000 800.000 125.000.000 950.000 150.000.000 1.000.000 δια παν επί πλέον ποσόν". Το εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 17 Ν. 2246/1952, τ.28. Με τη παρ. 22 άρθρ. 19 Νόμ. 2386/6-7 Μαρτ. 1996 (ΦΕΚ Α' 43), κατωτ. Τόμ. 10Α, σελ. 290,403 ορίστηκε ότι τα ποσά του παραβόλου που προβλέπονται από την άνω παρ. 1 μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπ. Οικονομικών, ύστερα από πρόταση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. 2.Η ανωτέρω καταβολή απαλλάσσεται του προσθέτου τέλους δανείων. Αι απορριφθείσαι αιτήσεις εισάγονται εκ νέου μόνον εάν προσαχθώσι νέα στοιχεία και επί καταβολή του ημίσεως του τέλους. Περαιτέρω επανεισαγωγή είναι απαράδεκτος. Όμως ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου κατά πάσαν περίπτωσιν και ιδία επί εκκρεμών δικών ή κατόπιν εκδοθεισών αποφάσεων ή προκειμένου περί παραιτήσεως από αγωγής ή ασκηθέντος ενδίκου μέσου, δικαιούται αυτεπαγγέλτως να εισαγάγη απορριφθείσαν αίτησιν. (Α.Ν. 19/20 Νοεμ. 1935 άρθρ. 4). 3.(Α.Ν. 2374/40 άρθρ. 17 παρ. 1). Κατηργήθη υπό του άρθρ. 39 Α.Ν. 247/1945 (10.Δγ.26). 10.Δ.β.2 Κώδικας δικών του Δημοσίου Κώδικας δικών του Δημοσίου 10.Δ.β.2 92 (Αντί για τη σελ. 268,1) Σελ. 268,1 (α) Τεύχος 1258-Σελ 85 93 10.Δ.β.2 Κώδικας δικών του Δημοσίου 94 Κεφάλαιον ΙΙΙ Διατάξεις περί εθνικών περιουσιών (Περιουσία Ταμείου Εθνικού Στόλου) Άρθρον 38 1.Η περιουσία του Ταμείου του Εθνικού Στόλου θεωρείται εθνική περιουσία, εφαρμόζονται δε περί αυτής πάσαι αι διέπουσαι τη εθνικήν περιουσίαν διατάξεις ως και αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί καταδιώξεως των δημοσίων οφειλετών δια τους προς το Ταμείον εξ οιασδήποτε αιτίας οφειλέτας. Οι καθυστερούντες οφειλάς προς το Ταμείον υποβάλλονται εις πληρωμήν τόκων υπερημερίας ίσων προς τον ισχύοντα εκάστοτε δια το Δημόσιον. Το Ταμείον του Εθνικού Στόλου θεωρείται αδιαλείπτως έχον τη νομήν ακινήτου κτήματος από της κτήσεως της κυριότητος αυτού, ασχέτως προς πάσαν εκ μέρους τρίτου αφαίρεσιν αυτής. Η διάταξις αύτη ανατρέχει από της δημοσιεύσεως του ΒΨΟΔ' Νόμου. Το Ταμείον του Εθνικού Στόλου ενώπιον των Δικαστηρίων εκπροσωπείται υπό του Υπουργού των Οικονομικών εφαρμοζομένων και των διατάξεων του ΑΚΑ΄ Νόμου της 22 Ιουνίου 1882 ή των εκάστοτε ισχυουσών περί νομικών συμβούλων. 2.Η αληθής έννοια του άρθρου 6 παραγρ. 1 του Νόμου 4944, καθ' ην η περιουσία του Ταμείου του Εθνικού Στόλου θεωρείται εθνική περιουσία, εφαρμόζονται δε περί ταύτης πάσαι αι διέπουσαι την εθνικήν περουσίαν διατάξεις κλπ. είναι ότι επί της περιουσίας του Ταμείου Εθνικού Στόλου έχουσιν εφαρμογήν και αι διατάξεις των άρθρων 69 και 70 του ΣΙΒ' Νόμου (Άρθρον 27 του παρόντος) περί παραγραφής δι' απάσας τας εναντίον του αξιώσεις ως και αι περί δικαστικών προθεσμιών υπέρ του Δημοσίου διατάξεις του άρθρου 12 του Νόμου 473 της 10 Δεκεμβρ. 1914 και του Νόμου 679 ως και αι διατάξεις των άρθρων 18, 19, 21, και 22 του Ν.Δ. της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής κλπ." και πάσα άλλη προνομιακή διάταξις τεθειμένη υπέρ του Δημοσίου. (Ν. 4944/1931 άρθρ. 6 παρ. 1 "Π.Δ. 24/10-2/11/1931" και Α.Ν. 768/1937 άρθρ. 15 παρ. 1 και 2). Κατηργήθη υπό του άρθρου 39 Α.Ν. 427/1945 (10.Δγ. 28). άρθρον 5). (Περιουσία του Ταμείου της Εθνικής Αμύνης) Άρθρον 39 1.Η περιουσία του Ταμείου της Εθνικής Αμύνης θεωρείται δημοσία περιουσία, εφαρμόζονται δε περί αυτής πάσαι αι διέπουσαι τη δημοσίαν περιουσίαν και εν γένει την διαχείρισιν και διοίκησιν αυτής, ειδικώτερον δε αι διέπουσαι τας στρατιωτικάς διαχειρίσεις διατάξεις. Αι διατάξεις αι αφορώσαι την ενώπιον των δικαστηρίων εκπροσώπησιν του Δημοσίου, εφαρμόζονται και προκειμένου περί του Ταμείου Εθνικής Αμύνης. 2.Η αληθής έννοια των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 8, 9 και 15 του Ν. 4407/1929 είναι ότι το Ταμείον Εθνικής Αμύνης αποτελεί νομικόν πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου ανεξάρτητον του Δημοσίου, εκπροσωπείται δεν ενώπιον των Δικαστηρίων συμφώνως προς τας διατάξεις τας αφορώσας την εκπροσώπησιν του Δημοσίου (Ν. 4407/1929 άρθρον 17, Διάταγμα 7/2/1930 άρθρον 12 και Ν. 6219/1934 άρθρον μόνον). Περιουσία Ευαγγέλη Ζάππα Άρθρον 40 1.Η καταλειφθείσα εις το Έθνος περιουσία υπό του αειμνήστου Ευαγγέλη Ζάππα δια της από 30 Νοεμβρίου 1860 ιδιογράφου διαθήκης του συνταχθείσης εν Βροσθενίω της Ρουμανίας διοικείται και διαχειρίζεται υπό της Επιτροπής επί των Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων. 2.Η Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων αποτελεί νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου σκοπός δε αυτής είναι η διοίκησις και διαχείρισης της περιουσίας, της ανηκούσης εις ταύτην ή διαχειριζομένης υπό ταύτης συμφώνως προς τους κειμένους νόμους, τας διαθήκας και τας εν γένει συστατικάς πράξεις. Επίσης η συντήρησις του Ζαππείου Μεγάρου και των κήπων αυτού, η εμψύχωσις της γεωργίας, της βιομηχανίας, της κτηνοτροφίας και των ωραίων τεχνών δια της ανά τετραετίαν τελέσεως των "Ολυμπίων" ήτοι, διαγωνισμών καθ' ους θέλουσιν εκτίθεσθαι εν τω Ζαππείω Μεγάρω και τω περί αυτώ χώρω τα προϊόντα της ελληνικής ενεργείας και παραγωγής, συμφώνως προς τας διατάξεις της διαθήκης του Ευαγγέλη Ζάππα. Ομοίως η τέλεσις εν τω Ζαππείω Μεγάρω εκθέσεων προϊόντων προς διαφήμισιν και προαγωγήν της ελληνικής παραγωγής και ενεργείας εν γένει. (Α.Ν. 1920/1939 άρθρ. 1 και 2). Η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων απολαμβάνει πάντων των δικαστικών προνομίων, ων και το Δημόσιον απολαμβάνει. (Άρθρον 5 Ν.Δ. 625/49,10.Aβ.) Άρθρον 41 1.Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων εκπροσωπεί το νομικόν πρόσωπον της Επιτροπής και την περιουσίαν αυτής δικαστικώς και εξωδίκως και ενώπιον των διοικητικών ή άλλων αρχών και παντός δικαστηρίου. Τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο Αντιπρόεδρος. 2.Νομικός Σύμβουλος της Επιτροπής ορίζεται εις των Νομικών Συμβούλων ή των Παρέδρων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους δι' Σελ. 269 Κώδικας δικών του Δημοσίου 10.Δ.β.2 95 αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Ο Νομικός Σύμβουλος γνωμοδοτεί υποχρεωτικώς προ πάσης εγέρσεως, αποκρούσεως ή παραιτήσεως από ενδίκων μέσων και παρίσταται ενώπιον πάντων των δικαστηρίων κατά τας δίκας της Επιτροπής κλπ. (Εις τον Νομικόν σύμβουλον παρέχεται μηνιαία αποζημίωσις, καθοριζομένη δι' αποφάσεως της επιτροπής εγκρινομένης υπό του Υπουργού των Οικονομικών) (Α.Ν. 1920/1939 άρθρον 8 παράγρ. 1 και 2). Άρθρον 42 Επί των δικών της Επιτροπής (Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων) εφαρμόζονται αι σχετικαί περί δικαστικών προθεσμιών υπέρ του Δημοσίου διατάξεις. Τα εισαγωγικά των δικών κατά της Επιτροπής δικόγραφα κοινοποιούνται επί ποινή απαραδέκτου αυτών εξεταζομένων και αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων και προς τον Υπουργόν των Οικονομικών. Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να παρεμβαίνη εις πάσας τας δίκας της Επιτροπής και εις πάσαν στάσιν αυτών και άνευ προηγουμένης κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως. (Α.Ν. 1920/1939 άρθρ. 8 παράγραφος 3). Άρθρον 43 Η αναγνώρισις απαιτήσεως κατά της Επιτροπής, η κατάργησις δίκης ή ο συμβιβασμός αποφασίζεται υπό της Επιτροπής εν συνεδριάσει καθ' ην απαραιτήτως δέον να παρίσταται ο νομικός σύμβουλος της Επιτροπής. Η σχετική απόφασις της Επιτροπής υπόκεινται εις την έγκρισιν του Υπουργού των Οικονομικών παρεχομένην μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά τας ισχυούσας επί συμβιβασμού και καταργήσεως δικών του Δημοσίου διατάξεις. (Α.Ν. 1920/939 άρθρον 8 παρ. 4). Άρθρον 44 Η παρά της επί των Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων Επιτροπής διοικουμένη περιουσία δεν κατάσχεται, περί δε του τόκου υπερημερίας των οφειλετών της Επιτροπής κρατεί ό,τι και περί του Δημοσίου. (Α.Ν. 1920/1939 άρθρον 8 παρ. 5). Άρθρον 45 Η Επιτροπή απαλλάσσεται των τελών χαρτοσήμου, απολαμβάνει πασών των άλλων ατελειών και προνομίων ως αυτό το Δημόσιον ήτοι οικονομικών, δικαστικών, συγκοινωνίας, μεταφορών κλπ. ουδεμία δε παραγραφή ή απαράδεκτον ισχύει εναντίον της Επιτροπής δι' οιασδήποτε μετά του Δημοσίου δοσολοψίας. Αι περί περιγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων διατάξεις ισχύουσιν και επί των κατά της επιτροπής αξιώσεων. (Α.Ν. 1920/1939 άρθρον 8 παρ. 6) Σελ. 270 Άρθρον 46 1.Αι εκτάσεις αι ανήκουσαι εις την Επιτροπήν Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων, εκ παραχωρήσεως του Δημοσίου ή εξ αγοράς παρ' αυτής, είναι αναπαλλοτρίωτοι, πάσα δε τυχόν απαλλοτρίωσις αυτών ή παραχώρησις δικαιώματος ή νομής επ’ αυτών είναι άκυρος. Αι εκτάσεις αύται χρησιμοποιούνται μόνον δια την τέλεσιν εν αυταίς των Ολυμπίων εκθέσεων και δια τη ίδρυσιν και επέκτασιν των κήπων του Ζαππείου, δεν επιτρέπεται δε η ανέγερσις εις αυτά εξαιρέσει των περιπτώσεων των άρθρων 16 και 17 του Α.Ν. 1920/39 οιουδήποτε οικοδομήματος ή περιπτέρου εκτός των Ολυμπίων και των παραρτημάτων αυτού. 2.Δια την διεκδίκησιν, δικαστικήν προστασίαν εν γένει των ακινήτων της Επιτροπής και την εξ' αυτού αποβολήν των αυθαιρέτων ή κατά παράκλισιν κατόχων ισχύουσιν αναλόγως αι σχετικαί περί κτημάτων του Δημοσίου διάταξεις, πλην των τοιούτων, αίτινες ως εκ της ιδιότητας των κτημάτων της Επιτροπής ως αναπαλλοτριώτων κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου δεν δύνανται να εφαρμοσθώσι. Πας κατά παράκλησιν νομεύς ή οπωσδήποτε ποιούμενος χρήσιν ακινήτων ανηκόντων κατά κυριότητα εις την Επιτροπήν ή οπωσδήποτε νεμομένων και κατεχομένων παρ' αυτής, οφείλει, εφόσον δεν διατελεί εν συμβατική σχέσει μετά της Επιτροπής να συνάψη σύμβασιν μισθώσεως μετά της Επιτροπής εντός προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος του Α.Ν. 1920/39, επί όροις εγκριθησομένοις από του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων. Παρερχομένης της προθεσμίας ταύτης η αποβολή του κατόχου και η εγκατάστασις της Επιτροπής ενεργείται διοικητικώς, δαπάνη του αποβαλλομένου βεβαιουμένη και εισπραττομένη κατά τας διατάξεις του άρθρου 22 του Α.Ν. 1920/39, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 22 του υπ' αριθ. 1539 της 24/28 Δεκεμβρίου 1938 Α.Ν. "περί προστασίας των Δημοσίων Κτημάτων". Οι αποβαλλόμενοι κάτοχοι δικαιούνται να προσφύγωσιν εις τα τακτικά δικαστήρια προς οριστικήν επίλυσιν της τυχόν διαφοράς εντός εξαμήνου από της αποβολής των. Αι διατάξεις του άρθρ. 115 του Διατάγματος της 11/12 Νοεμβρ. 1929 "Περί Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων" ως αντικατεστάθησαν δια του άρθρου 5 του Νόμου 5895 της 20/31 Οκτ. 1942 "περί εκποιήσεως γηπέδων του Δημοσίου εν Ηγουμενίτση" άνευ δημοπρασίας και τροποποιήσεως του άρθρου 115 του από 11/12 Νοεμ. 1929 Δ/τος "περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων" και συνεπληρώθησαν δια του άρθρου 20 του Α.Ν. 1540 της 24/29 Δεκ. 1938 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων 10.Δ.β.2 Κώδικας δικών του Δημοσίου 96 Κτημάτων Νομοθεσίας" εφαρμόζονται αναλόγως και επί των ακινήτων της Επιτροπής Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων (Α.Ν. 1920/39 άρθρον 15 παρ. 1 και 2). Εθνική περιουσία Κωνσταντίνου Ζάππα Άρθρον 47 Η διαχείρισις της εν Ελλάδι Εθνικής περιουσίας Κ. Ζάππα θα γίνηται δια πενταμελούς Επιτροπής, ενεργούσης υπό τον τίτλον Ζάππειος Επιτροπή κατά τα εν τη διαθήκη σαφέστερον οριζόμενα (Β.Δ. 24 Ιουν. /4 Ιουλ. 1892). Άρθρον 5 1.Μόνον αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 και υπό στοιχείον ΡϞΓ΄ Νόμου γενόμεναι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας. 2.Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπήται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν των Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης. Η αντίθετος διάταξις του άρθρ. 88 εδάφ. 3 του από 24/27 Αυγούστου 1931 Διατάγματος «περί κώδικος του Νόμου περί εισπράξεως των Δημοσίων εσόδων» καταργείται (Ν. ΩΛΖ΄/1880 άρθρ. 2, Α.Ν. 1919/1939 άρθρ. 11, Ν. 2861/1922 άρθρ. 1 και Ν.Δ. 27 Σεπτ. 1922 άρθρ. 4). (Μετά την σελ. 262 (β) Σελ. 262,01 Τεύχος 1258-Σελ. 83 Κώδικας δικών του Δημοσίου 10.Δ.β.2 83 10.Δ.β.2 Κώδικας δικών του Δημοσίου 84 Άρθρον 48 Η προ των δικαστηρίων παράστασις της Ζαππείου Επιτροπής περί πάσης διενέξεως περί της υπ' αυτής διοικουμένης εθνικής περιουσίας και παντός εκ ταύτης δικαίου ανήκει εις τον Πρόεδρον της Επιτροπής ταύτης ή τον νόμιμον αυτού αναπληρωτήν, όστις είναι ο αντιπρόεδρος της αυτής Επιτροπής (Νόμος ΓΥΑ' /1909 παρ. 1). Περί δε του διορισμού δικαστικού πληρεξουσίου, υπό του Προέδρου αυτής γινομένου, και αναγνωρίσεως, απαιτήσεων κατ' αυτής και καταργήσεως δικών κλπ. ισχύει ότι και περί Δημοσίου κατά τον ΑΚΑ' της 22 Ιουνίου νόμον του 1882. Αλλά η αναγνώρισις απαιτήσεως, η κατάργησις δίκης ή συμβιβασμός, αποφασίζονται μεθ' ομόφωνον έγκρισιν του Υπουργού των Οικονομικών και της ειρημένης Επιτροπής (Ν.ΒΡΞΑ' /1893 άρθρ. 1 «Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρ. 11»). Άρθρον 49 Η υπό της Ζαππείου Επιτροπής διοικουμένη εθνική περιουσία ουδαμώς κατάσχεται, περί δε τόκου υπερημερίας κλπ. χωρεί ό,τι και περί Δημοσίου. Ως προς τους οφειλομένους εξ υπερημερίας ή κατά συμφωνίαν υπό της Ζαππείου Επιτροπής τόκους, ως προς την παραγραφήν των κατ' αυτής χρηματικών απαιτήσεων, καθώς και ως προς τους εξ υπερημερίας ή κατά συμφωνίαν οφειλομένους εις αυτήν τόκους εκ μισθωμάτων των ενοικιασθέντων κτημάτων της, ισχύει ότι και περί Δημοσίου (Νόμου ΒΡΞΑ' /1893 άρθρον 4 "Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρ. 13"). (Περιουσία Ι.Μπάγκα) Άρθρον 50 Η επί δικαστηρίου εκπροσώπησις και εν γένει η διεξαγωγή των δικών των αφορωσών εις την υπό του Ι. Μπάγκα δωρηθείσαν ή δωρηθησομένην περιουσίαν προσήκει εις την δια των δωρητηρίων πράξεων ωρισμένην διαχειριστικήν Επιτροπήν τη συμπράξει του Υπουργού των Οικονομικών ως εκπροσωπούντος το Δημόσιον εις τας εκ της εν λόγω δημοσίας περιουσίας εννόμους σχέσεις, εφαρμοζομένων των διατάξεων του Νόμου ΑΚΑ' της 22 Ιουνίου 1882 "περί Νομικών Συμβούλων" και των λοιπών εις το αντικείμενον τούτο αναγομένων νόμων. Ως προς την παραγραφήν των αγωγών ως και προς τη υποχρέωσιν προς πληρωμήν τόκων εφαρμόζονται και επί της εν λόγω περιουσίας αι περί παραγραφής των κατά του Δημοσίου αγωγών διατάξεις του περί δημοσίου λογιστικού νόμου, του νόμου ΧΛ' της 27 Ιουνίου του 1877 περί υπερημερίας του Δημοσίου κλπ. και των λοιπών περί των αντικειμένων τούτων νόμων (Νόμος ΒΡΞ' /1893 άρθρον μόνον "Β.Δ. 8/18 Νοεμβρ. 1918 άρθρ. 14"). Κεφάλαιον ΙΥ' Διατάξεις περί Υποκαταστάσεως του Δημοσίου εις δίκας ετέρων προσώπων Δίκαι αυτονόμου Οργανισμού Σεισμοπαθών Κορινθίας (ΑΟΣΚ) Άρθρον 51 1.Από της δημοσιεύσεως του Α.Ν. 1348/1938 το Δημόσιον υποκαθίσταται εις πάσας τας υποχρεώσεις, πλην των εις το άρθρον 2 του Α.Ν. 1348/38 αναφερομένων, και πάντα τα δικαιώματα τόσον τα ενοχικά όσον και τα εμπράγματα τοιαύτα μη απαιτουμένης, προκειμένου περί ακινήτων, οιασδήποτε πράξεως μεταγραφής, του δια του υπ’ αριθ. 1169/ 1938 Α.Ν. καταργηθέντος Α.Ο.Σ.Κ. 2.Άπασαι αι αρμοδιότητες του ΑΟΣΚ περιέρχονται εις το Υπουργείον Οικονομικών (Γενικήν Δ/νσιν Δημοσίου Λογιστικού) πλην των αφορωσών την διοίκησιν, διαχείρισιν και εν γένει εκμετάλλευσιν των Ιαματικών Πηγών και Υδάτων Λουτρακίου, μεταβιβασθεισών δια του αυτού Νόμου εις το Υφυπουργείον Τύπου και Τουρισμού, ως και των εν τοις εδαφίοις 3 και 5 του άρθρου 3 του άνω υπ' αριθ. 1348/1938 Α. Νόμου περιλαμβανομένων. 3.Η κατά τας κειμένας περί ΑΟΣΚ διατάξεις, δικαιοδοσία του Υπουργού της Εθνικής Οικονομίας, του Διοικητικού Συμβουλίου του ΑΟΣΚ, του Προέδρου και του Διευθυντού αυτού, επί των περιεχομένων εις τε το Υπουργείον Οικονομικών, και το κατά το εδάφιον 5 του άρθρου 2 Υπουργείον ζητημάτων περιέρχεται από της αυτής ως άνω ημερομηνίας εις του αρμοδίους Υπουργούς (Α.Ν 1348/1938 άρθρον 1). Άρθρον 52 1.Αι εκκρεμείς εν οιαδήποτε στάσει ενώπιον των δικαστηρίων δίκαι του καταργηθέντος Οργανισμού (Α.Ο.Σ.Κ.), δεν δύναται να συνεχισθώσιν επ' ονόματι του υποκαταστάτου του Δημοσίου άνευ κοινοποιήσεως προς τον Σελ. 271 Κώδικας δικών του Δημοσίου 10.Δ.β.2 97 Υπουργόν των Οικονομικών (Δ.Ν.Υ.) του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου μετά κλήσεως προς το Δημόσιον περιγραφούσης το σημείον, εις ο η δίκη ευρίσκεται. Το Δημόσιον εν τη περιπτώσει ταύτη ουδόλως δεσμεύεται εξ ενδεχομένων ομολογιών ή άλλων επιβλαβών δι' αυτό αιτήσεων ή προτάσεων ή ενστάσεων ή ισχυρισμών εν γένει του Α.Ο.Σ.Κ. θεωρούμενον ως το πρώτον εισερχόμενον εις την δίκην, δικαιούμενον εις προβολήν και νέων ισχυρισμών ή ενστάσεων, κατά την πρώτην συζήτησιν, των αντιδίκων ή άλλων τρίτων μη αποκτώντων εντεύθεν ουδέν δικαίωμα. 2.Πάσαι αι από της 12 Μαρτίου 1938 μέχρι της δημοσιεύσεως του Α.Ν. υπ' αριθ. 1348/1938 ενεργηθείσαι υπό των πληρεξουσίων του Α.Ο.Σ.Κ. δικηγόρων, διαδικαστικαί πράξεις θεωρούνται έγκυροι (Α.Ν. υπ' αριθ. 1348/1938 άρθρον 4). Άρθρον 53 Επί δικών του Δημοσίου εφ' ων τούτο παρίσταται ως διάδοχον των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του καταργηθέντος Α.Ο.Σ.Κ. η προθεσμία κλητεύσεως του Δημοσίου, ως και πάσα εν γένει νόμιμος ή δικαστική προθεσμία, εφ' όσον έχει ορισθή μικροτέρα των δυο μηνών, είναι δια το Δημόσιον δίμηνος επί συνεπεία ακυρότητος ερευνομένης αυτεπαγγέλτως. Η δίμηνος αύτη προθεσμία δύναται τη εγγράφω συνεναίσει του πληρεξουσίου του Δημοσίου να συντμηθή ως προς την ενώπιον των Δικαστηρίων και δικαστικών εν γένει αρχών κλήτευσιν του Δημοσίου, ουδέποτε όμως δύναται δια της τοιαύτης συντμήσεως να καταστή μικροτέρα της μηνιαίας (Α.Ν. υπ’ αριθ. 557/1939 άρθρον 4 παρ. 2). (Δίκαι Γιούλεν και Σία) Άρθρον 6 1.Αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών (Δ.Ν.Υ.). 2.Τα αποδεικτικά των προς τον Υπουργόν των Οικονομικών ως εκπρόσωπον του Δημοσίου ή του Ταμείου Εθνικού Στόλου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου επιδιδομένων δικαστικών αποφάσεων και παντός είδους δικογράφων υπογράφει ο Διευθυντής των Νομικών Υπηρεσιών (Ν. 1564/1918 άρθρ. 6, Α.Ν. 2374/1940 άρθρ. 1 και 25 αριθ. 2 και Β.Δ. 8/12 Σεπτ. 1940 άρθρ. 11 περίπτ. β΄). Άρθρον 54 1.Εφ' ων περιπτώσεων παράγονται δικαιώματα και υποχρεώσεις υπέρ ή κατά του Δημοσίου εκ των εργασιών της Εταιρίας Γιούλεν και Σία προς ύδρευσιν των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων, συμφώνως τη δια του Ν. 3316 κυρωθείση συμβάσει, αι δίκαι εγείρονται ή συνεχίζονται από της ισχύος του υπ' αριθ. 263/1936 Α.Ν. υπό ή κατά του Δημοσίου. 2.Δια τη συνέχισιν εκκρεμών δικών ήτις γενήσεται από του σημείου εις ο ευρίσκονται ενώπιον των αρμοδίων κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας δικαστηρίων και κατά την τακτικήν διαδικασίαν απαιτείται πλην της κλήσεως προς συζήτησιν και κοινοποίησις προς το Δημόσιον του οικείου εισαγωγικού της δίκης δικογράφου και των τυχόν παρεμβάσεων τρίτων (Α.Ν. 263/1936 ισχύοντος από 22/10/1936 άρθρον μόνον.) (Δίκαι "Τζων Μόνκς και Υιοί" κλπ.) Σελ. 272 Άρθρον 55 Αι διατάξεις του Α.Ν. 263/1936 περί αναλήψεως υπό του Δημοσίου των κατά της Εταιρίας "Γιούλεν και Σία" δικών ισχύουσι και ως προς τας εργασίας των Εταιριών "Τζων Μονκς και Υιοί" και "Γιούλεν και Σία" δια την εκτέλεσιν των υδραυλικών και λοιπών έργων των πεδιάδων Σερρών και Δράμας συμφώνως τη δια του Νόμου 3718/1928 κυρωθείση συμβάσει (Α.Ν. 1642/1939 ισχύοντος από 8/3/1939 άρθρον 1). (Δίκαι Εταιρίας Φαουντέσιον) Άρθρον 56 Αι διατάξεις του Α.Ν. 263/1936 περί αναλήψεως υπό του Δημοσίου των κατά της Εταιρίας "Γιούλεν και Σία" δικών ισχύουσι κατ' αναλογίαν και επί των εργασιών της Εταιρίας Φαουντέσιον, αναδόχου της κατασκευής των υδραυλικών έργων εν τη πεδιάδι Θεσσαλονίκης. (Α.Ν. υπ' αριθ. 496/1947 ισχύοντος από 27/2/1937 άρθρον μόνον). Δίκαι Εμπορικής Εταιρίας Βελγίου Άρθρον 57 Από της δημοσιεύσεως του υπ’ αριθ. 361/36 Α.Ν. καταργείται πας ενοχικός θεσμός μεταξύ της Εμπορικής Εταιρίας του Βελγίου και παντός τρίτου, γεννηθείς εκ των μεταξύ αυτών συναφθεισών εν Ελλάδι συμβάσεων προς εκτέλεσιν της μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εταιρίας ταύτης συνομολογηθείσης και δια του Ν.Δ. της 6 Οκτωβρίου 1923 κυρωθείσης συμβάσεως "δια την μελέτην και κατασκευήν τριακοσίων πεντήκοντα χιλιομέτρων νέων σιδηροδρομικών γραμμών" ως και των επακολουθησασών ταύτην συμπληρωματικών συμβάσεων, εφ' όσον εκ των ανωτέρω συμβάσεων μεταξύ Εταιρίας και τρίτων γεννώνται υποχρεώσεις ταύτης προς τους τρίτους, αίτινες δυνάμει των μεταξύ Δημοσίου και Εταιρίας συμβάσεων βαρύνουσι τελικώς το Δημόσιον. Η Εταιρία απαλλάσσεται των ανωτέρω προς τρίτους υποχρεώσεών της. Εις τας υποχρεώσεις ταύτης, ως και εις τα κατά των τρίτων δικαιώματα ταύτης υποκαθίσταται το Δημόσιον. Η υποκατάστασις αύτη γίνεται προς εκτέλεσιν του άρθρου 28 της συμβάσεως μεταξύ Δημοσίου και Εταιρίας. Η ορθή έννοια του άρθρου τούτου, ως και του κυρώσαντος Ν.Δ. της 6 Οκτωβρίου 1925 είναι ότι, αι ανωτέρω προς τρίτους υποχρεώσεις της Εταιρίας, ενεργούσης ως εντολοδόχου του Δημοσίου, θέλουσι κανονισθή και πληρωθή απ’ ευθείας υπό του Δημοσίου, προς τους τρίτους. Η εταιρία απαλλάσσεται ωσαύτως των κατά την εκτέλεσιν των 10.Δ.β.2 Κώδικας δικών του Δημοσίου 98 μετά τρίτων εν Ελλάδι συναφθεισών συμβάσεών της πηγαζουσών εκ πταίσματος εαυτής υποχρεώσεών της προς αυτούς, εξαιρέσει εκείνων δια τας οποίας οι τρίτοι διετύπωσαν αξιώσεις μετά την 25 Ιουλίου 1936 χρονολογίαν της εκδόσεως της μεταξύ Δημοσίου και Εταιρίας διαιτητικής αποφάσεως. Και εις τας υποχρεώσεις ταύτης υποκαθίσταται το Δημόσιον (Α.Ν. 361/36 άρθρον 1). Άρθρον 58 Αι εκκρεμείς ενώπιον των Δικαστηρίων δίκαι μεταξύ της Εμπορικής Εταιρίας του Βελγίου ως εναγούσης ή εναγομένης και τρίτων εξακολουθούσιν αφ’ ου σημείου ευρίσκονται επ’ ονόματι του Δημοσίου και ενώπιον των αρμοδίων κατά την Πολιτικήν Δικονομίαν Δικαστηρίων, ως ορίζουσι τα άρθρα 3 και 4 του από 29/29 Ιουνίου 1935 Νομοθετικού Διατάγματος «περί διακανονισμού διαφορών της Εμπορικής Εταιρίας του Βελγίου» η δε Εταιρία θεωρείται τιθεμένη δια του παρόντος εκτός δίκης. Δια την εξακολούθησιν των δικών τούτων επ’ ονόματι του Δημοσίου απαιτείται, εκτός της κοινοποιήσεως κλήσεως προς το Δημόσιον περιγραφούσης το σημείον εις ο η δίκη ευρίσκεται και η κοινοποίησις του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου. Το Δημόσιον εν τη περιπτώσει ταύτη ουδόλως δεσμεύεται εξ ενδεχομένων ομολογιών ή άλλων επιβλαβών δι’ αυτό αιτήσεων ή προτάσεων ή ενστάσεων ή αντεστάσεων ή ισχυρισμών εν γένει της Εμπορικής Εταιρίας του Βελγίου, θεωρούμενον ως το πρώτον εισερχόμενον εις την δίκην, δικαιούμενον εις προβολήν και νέων ισχυρισμών ή ενστάσεων κατά την πρώτην συζήτησιν, των αντιδίκων ή άλλων τρίτων μη αποκτώντων εντεύθεν ουδέν δικαίωμα (Α.Ν. 361/1936 άρθρ. 2). Άρθρον 59 Αι μέχρι της δημοσιεύσεως του Α.Ν. υπ’ αριθ. 361/1936 εκδοθείσαι οριστικαί κατά της Εμπορικής Εταιρίας του Βελγίου αποφάσεις των δικαστηρίων δι’ απαιτήσεις γεννηθείσας εκ των ρηθεισών συμβάσεων δεν δύνανται να εκτελεσθώσι κατά της Εταιρίας ταύτης. Εις την θέσιν της Εταιρίας εν ταις αποφάσεσι ταύταις υπεισέρχεται το Δημόσιον, καθ’ ου έχουσι πλήρη την ισχύν των αύται, δικαιούμενον όμως ν’ ασκήση πάντα τα υπό των άρθρων 3 και 4 του από 29/29 Ιουνίου 1935 Ν.Δ. προβλεπόμενα ένδικα μέσα, ων η άσκησις αναστέλλει την εκτέλεσιν αυτών. Το ρηθέν Διάταγμα της 29 Ιουνίου 1935 διατηρείται καθ’ όλα εν ισχύϊ πλην των άρθρων 5, 6 και 7 αυτού, ως προς α θεωρείται τούτο ατονήσαν, παρελθούσης της προθεσμίας του άρθρου 6 αυτού. Η υπό του άρθρου 8 του άνω Διατάγματος νομοθετηθείσα μετατροπή του ξένου χρυσού νομίσματος ή εξωτερικού συναλλάγματος εις δραχμάς εγένετο κατά τροποποίησιν του άρθρου 2 του Α.Ν. της 29/29 Ιουλίου 1932 «περί μετατροπής εις δραχμάς των εις ξένων νόμισμα ή συνάλλαγμα οφειλών» (Α.Ν. υπ’ αριθ. 361/1936 άρθρον 3). Άρθρον 60 Συμβάσεις συνομολογηθείσαι μεταξύ της Εμπορικής Εταιρίας του Βελγίου και τρίτων, σχετικαί προς την εκτέλεσιν της ρηθείσης συμβάσεως της κυρωθείσης δια του Ν.Δ. της 6 Οκτωβρίου 1925 και των συμπληρωματικών ταύτης τοιούτων και μη διαλυθείσαι δι’ οιονδήποτε λόγον μέχρι τούδε κατά τας διατάξεις του από 29/29 Ιουνίου 1935 Ν.Δ. θεωρούνται διαλυθείσαι από της ισχύος του Α.Ν. 361/1936 άνευ άλλης τινός διατυπώσεως. Άπασαι αι διατάξεις του Ν.Δ. της 29/29 Ιουνίου 1935 ισχύουσι και δια τας υπό του παρόντος διαλυομένας συμβάσεις (Α.Ν. υπ’ αριθ. 361/1936 άρθρον 4). (Δίκαι της υπό εκκαθάρισιν Εταιρίας ΣΠΑΠ) Άρθρον 61 1.Η αληθής έννοια των άρθρων 1 και 2 του Α.Ν. 2378/1940 και των εν γένει σχετικών διατάξεων τούτου και του Ν.Δ. 557/1941 των διαλαμβανουσών ότι η εκμετάλλευσις των εις την Εταιρίαν ΣΠΑΠ, ανηκόντων σιδηροδρόμων, αυτοκινήτων και εν γένει παντός κινητού και ακινήτου ανατίθεται εις το Ελληνικόν Δημόσιον και ότι αύτη θ’ ασκήται υπ’ αυτού και δια του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας συμφώνως προς τους εν ισχύϊ νόμους και κανονισμούς τους διέποντας την Εταιρίαν, είναι ότι άπασαι αι κατά την διάρκειαν της εκμεταλλεύσεως δημιουργούμεναι οιασδήποτε φύσεως σχέσεις, συμβάσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις μεθ’ οιωνδήποτε, λογίζονται απορρέοντα εκ της εν εκκαθαρίσει διατελούσης Εταιρίας, ήτις και μόνη ενάγει και ενάγεται και ουχί το Ελληνικόν Δημόσιον. 2.Αι εκκρεμείς δίκαι εφ’ ων δεν εξεδόθησαν αμετάκλητοι δικαστικαί αποφάσεις συνεχίζονται επ’ ονόματι της Εταιρίας, αι κατ’ αυτής δε εγειρόμεναι αγωγαί και αιτήσεις περί λήψεως προφυλακτικών μέτρων κατά την διάρκειαν της εκμεταλλεύσεως, δέον επί ποινή απαραδέκτου ν’ ανακοινώνωνται εις το Ελληνικόν Δημόσιον εις ο επίσης δέον επί των εκκρεμών αγωγών να κοινοποιήται επί τη αυτή ποινή πάσα κλήσις ή δικόγραφον τείνον προς συνέχισιν της δίκης (Ν.Δ. 2172/1943 άρθρον 3). Σελ. 273 Κώδικας δικών του Δημοσίου 10.Δ.β.2 99 Άρθρον 7 1.Αι εν τοις άρθροις 145 παρ. 7 και 596 εδάφ. γ΄ και δ΄ της Πολ. Δικονομίας, ως και αι υπό των κειμένων περί του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος του Κράτους και περί διαχειρίσεως, σχολαζουσών κληρονομιών διατάξεων διατασσόμεναι δημοσιεύσεις, όταν ταύτας επιμελήται το Δημόσιον, ενεργούνται δια μόνου του δελτίου δικαστικών δημοσιεύσεων του Ταμείου Συντάξεων Νομικών, δις εις δύο κατά συνέχειαν φύλλα τούτου. 2.Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται ασχέτως αν ωρίσθησαν ήδη αρμοδίως προ της ισχύος του Νόμου 463/1943 έτεραι εφημερίδες προς δημοσίευσιν (Νόμος 463/1943, άρθρ. 2). Άρθρον 8 Απαγορεύεται επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας εις τους Οικονομικούς Εφόρους να εγείρωσιν εν ονόματι του Δημοσίου ή της περιουσίας του Εκκλησιαστικού Ταμείου αγωγάς, κυρίας ή προσθέτους παρεμβάσεις ή ανακοινώσεις, να προσβάλλωσι δια τριτανακοπής ή δι’ οιουδήποτε άλλου ενδίκου μέσου αποφάσεις και να διορίζωσι πληρεξουσίους δικηγόρους άνευ ειδικής προς τούτο εντολής του επί των Οικονομικών Υπουργού. Η ακυρότης αύτη απαγγέλεται και εξ επαγγέλματος. Εξαιρούνται μόνον αι περί προσωρινών μέτρων περιπτώσεις, κατά τας οποίας δύναται και οφείλουσι να ενεργήσωσιν οι οικονομικοί έφοροι ό,τι υπαγορεύει ο νόμος, οφείλουσιν όμως επί πειθαρχική ποινή, επιβαλλομένη από τον επί των Οικονομικών Υπουργόν επί τη βάσει εκθέσεως της Δ.Ν.Υ. να γνωστοποιώσι την τοιαύτην ενέργειάν των εις το Υπουργείον των Οικονομικών εντός τριών ημερών αφ’ ης ενεργήσωσι. Το καθήκον τούτο της γνωστοποιήσεως επιβάλλεται επί τη αυτή ως άνω ποινή και εις τους ταμίας ως προς τας διεξαγομένας παρ’ αυτών δυνάμει των περί καταδιώξεως των καθυστερούντων φόρους υποθέσεις. (Ν.ΩΛΖ΄/1880 άρθρ. 1 «Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρον 7»).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.