📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 20107/2101 της 17/19 Ιουν. 1949 Περί εγκρίσεως του ανασυνταχθέντος Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ασφαλιστών και Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων. Έχοντες υπ’ όψει: 1) Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της ασφαλιστικής νομοθεσίας». 2)Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος «περί οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής. 3)Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ασφαλιστών και Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων, υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 48 ε. έ. αναφοράς. 4)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. Σ.Κ.Α. 32 Συνεδριάσεις 26 και 42 της 6-1147 και 6-5-47). Αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν το ανασυνταχθέν Καταστατικόν του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ασφαλιστών και Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων εξ άρθρ. 16 έχον ούτω: Σύστασις – Σκοπός – Υπαγόμενοι – Πόροι Διαχείρισις Άρθρ.1.-1.Ιδρύεται Ταμείον υπό τον τίτλον «Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Ασφαλιστών και Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων» αποτελούν νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, εδρεύον εν Αθήναις και υπαγόμενον υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας. «2.Σκοπός του Ταμείου είναι η επικουρική ασφάλισις των εν άρθρ. 3 αναφερομένων προσώπων κατά των κινδύνων της αναπηρίας, του ατυχήματος και του γήρατος, ως και των μελών της οικογενείας αυτών εν περιπτώσει θανάτου του προστάτου των ησφαλισμένου ή συνταξιούχου». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 116/3348 της 30 Ιουλ. /14 Αυγ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 944) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄1224 της 11 Οκτ. 1973) Άρθρ.10.-Η προβλεπομένη υπό του άρθρ. 4 μηνιαία εισφορά εξ 6% επί του ποσού της κλάσεως εις ην κατετάγη ο μη έμμισθος (υποχρεωτικώς ή προαιρετικώς) καταβάλλεται απ’ ευθείας υπ’ αυτού προς το Ταμείον καθ’ έκαστον μήνα και εντός του επομένου μηνός το βραδύτερον. Η εξόφλησις των εισφορών των το πρώτον υπαχθησομένων εις την ασφάλισιν του Ταμείου (υποχρεωτικώς ή προαιρετικώς) δύναται να γίνη τμηματικώς δια μηνιαίων δόσεων καθοριζομένων υπό του Δ.Σ. και εις αριθμόν ουχί μείζονα των 12 δι’ έκαστον έτος αναδρομικής ασφαλίσεως». Το άρθρ. 10 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 79280/Σ. 1114 της 14/30 Νοεμ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 434). (Αντί για τη σελ. 281 (γ) Σελ. 281 (δ) Τεύχος Η33 – Σελ. 69 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.α.1 Είσπραξις καθυστερουμένων εισφορών Άρθρ.11.-«1.Εισφοραί ησφαλισμένων και εργοδοτών μη καταβληθείσαι εντός των υπό των άρθρ. 9 και 10 του παρόντος Καταστατικού προβλεπομένων προθεσμιών επιβαρύνονται αυτομάτως δια προσθέτου τέλους εξ 1 ½% των καθυστερουμένων εισφορών δι’ έκαστον μήνα καθυστερήσεως επί καθυστερήσεως δε πλέον των πέντε μηνών και δια του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας. Εν περιπτώσει μη εμπροθέσμου υποβολής, εντός των 60 ημερών της υπό του άρθρ. 9 προβλεπομένης καταστάσεως εργοδοτικής εισφοράς, επιβαρύνεται αύτη δια προσθέτου τέλους εκ 0,50% δι’ έκαστον μήνα καθυστερήσεως. 2.Μη εμπρόθεσμος πληρωμή των εργοδοτικών εισφορών και εισφορών ησφαλισμένων, ως και μη έγκαιρος υποβολή των καταστάσεων, περί ων τα άρθρ. 9 και 10 του παρόντος Καταστατικού συνεπάγονται τον κατά την ελευθέραν κρίσιν του Ταμείου υπολογισμόν των. Προς τούτο συντάσσεται υπό των Υπηρεσιών Εσόδων και Λογιστηρίου, πράξις καταλογισμού θεωρουμένη υπό του Διευθυντού του Ταμείου. Η πράξις καταλογισμού κοινοποιείται εις τον υπόχρεον, όστις εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως δικαιούται να προσφύγη ενώπιον του Δ.Σ. του Ταμείου, όπερ κρίνον εις πρώτον και τελευταίον βαθμόν, αποφαίνεται επί της προσφυγής. 3.Πάσα απαίτησις του Ταμείου εκ καθυστερουμένων εισφορών, προσθέτων τελών και τόκων υπερημερίας, εισπράττεται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις του περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων Νόμου. Ως τίτλος δια την παρά του Ταμείου βεβαίωσιν και είσπραξιν των ανωτέρω χρησιμεύει η υπό του Ταμείου αποστελλομένη κατάστασις οφειλέτου συντασσομένη υπό της υπηρεσίας του Ταμείου μετά τον σχετικόν έλεγχον ή κατά την κρίσιν αυτού, εν περιπτώσει μη παροχής στοιχείων ή αδυναμίας προς έλεγχον. 4.Το δικαίωμα προς είσπραξιν των εισφορών, πλην της δι’ αναγνώρισιν του γάμου τοιαύτης, παραγράφεται μετά πενταετίαν από της λήξεως του Οικονομικού Έτους, καθ’ ο κατέστησαν απαιτηταί. Επί της τοιαύτης παραγραφής εφαρμόζονται, ως προς τον υπολογισμόν, την αναστολήν και διακοπήν αι διατάξεις περί βραχυπροθέσμων παραγραφών του Αστικού Κώδικος. Εισφοραί αδικαιολογήτως εισπραχθείσαι επιστρέφονται επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου εντόκως προς 4%». Το άρθρ. 11 τροποποιηθέν αρχικώς δια της υπ’ αριθ. 67083 της 18 Δεκ. 1951/9 Ιαν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 79280/Σ. 1114 της 14/30 Νοεμ. 1962 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 434). Σελ. 282(δ) Τεύχος Η33 – Σελ. 70 Τρόπος ενεργείας προμηθειών Άρθρ.12.-1α)Την προμήθειαν των πάσης φύσεως υλικών και ειδών αποφασίζει το Δ.Σ. όπερ ορίζει τριμελή Επιτροπήν εκ δύο μελών του Δ.Σ. και ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Ταμείου προς διενέργειαν του σχετικού διαγωνισμού ή όπου τοιούτος διαγωνισμός δεν είναι απαραίτητος, προς καθορισμόν των λεπτομερειών της ενεργείας των προμηθειών. β)Η προμήθεια των πάσης φύσεως υλικών και ειδών ενεργείται πάντοτε και μόνον δια διαγωνισμού. 2.Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται να ενεργηθή η προμήθεια δι’ ιδιαιτέρας συμφωνίας οπότε γίνεται τοιχοκόλλησις της αποφάσεως περί προμηθείας εις το Κατάστημα του Ταμείου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Όταν η αξία του αντικειμένου της προμηθείας είναι μέχρι 5.000.000 δραχμών. β)Όταν ο δις ενεργηθείς διαγωνισμός απέβη άνευ αποτελέσματος ή όταν αι επιτευχθείσαι τιμαί και εν τω δευτέρω διαγωνισμώ δεν είναι συμφέρουσαι. γ)Όταν η διενέργεια του διαγωνισμού είναι αδύνατος είτε διότι η κατασκευή των ειδών της προμηθείας ανήκει αποκλειστικώς εις τους έχοντας προνόμιον εφευρέσεως ή εισαγωγής, είτε διότι έχουσιν ένα μόνον κάτοχον είτε διότι η κατασκευή αυτών απαιτεί εγγυήσεις ασφαλείας των ειδών κατά τε τον χρόνον της κατασκευής αυτών και τον μετ’ αυτήν, μέχρι της παραδόσεως αυτού, ας μόνον εις κατασκευαστής ανεγνωρισμένος παρέχει. Περί του μη σκοπίμου της διενεργείας διαγωνισμού δια τους εν τη περιπτώσει ταύτη λόγους απαιτείται ειδική ητιολογημένη απόφασις του Δ.Σ. δια πλειοψηφίας των 2/3 των παρόντων μελών αυτού. 39.Ζ.α.1 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 3. «Ο διαγωνισμός ενεργείται κατόπιν προκηρύξεως καταρτιζομένης υπό της υπηρεσίας του Ταμείου, συμφώνως προς σχετικήν απόφασιν του Δ. Συμβουλίου, δι’ ης καθορίζονται λεπτομερώς οι όροι διεξαγωγής του διαγωνισμού και συμμετοχής εις αυτόν (ημέρα, ώρα, τόπος και χρονική διάρκεια του διαγωνισμού, τύπος υποβληθησομένων προσφορών, ποσόν και είδος εγγυήσεως δια συμμετοχήν εις τον διαγωνισμόν κλπ.) και αι υποχρεώσεις του τελευταίου μειοδότου». Η παρ. 3 διωρθώθη ως άνω δια Διορθώσεως Ημαρτημένων, ΦΕΚ 136 τ. Β΄ της 17 Ιουνίου 1953. Η προκήρυξις δημοσιεύεται δια καταχωρήσεως περιλήψεως ταύτης εις δύο εκ των εν Αθήναις και Πειραιεί εκδιδομένων εφημερίδων δια τοιχοκολλήσεως εις τον επί τούτω χώρον, εν τω Καταστήματι του Ταμείου, ενώ διεξηχθήσεται ο διαγωνισμός δι’ αποστολής εις τα Εμπορικά, Βιομηχανικά και Επαγγελματικά Επιμελητήρια Αθηνών και Πειραιώς αντιτύπου της προκηρύξεως. Η τελευταία δημοσίευσις της προκηρύξεως δέον να προηγήται της ημέρας της διενεργείας του διαγωνισμού τουλάχιστον κατά 15 ημέρας. Η προθεσμία των 15 ημερών δύναται δια της αποφασιζούσης την προμήθειαν αποφάσεως να συντμηθή μέχρι 5 ημερών. Οι όροι της προκηρύξεως δεν επιδέχονται ουδεμίαν μεταβολήν. Η μεταβολή των όρων της προκηρύξεως καθιστά άκυρον τον διενεργηθέντα διαγωνισμόν. 4.Η ποιοτική και ποσοτική παραβολή των ειδών προμηθείας αξίας άνω μεν των δραχμών 1.000.000 ενεργείται εξ ενός μέλους του Δ.Σ. του Ταμείου οριζομένου εκάστοτε υπό του Δ.Σ. μέχρι δε δραχμών 1.000.000 υφ’ ενός υπαλλήλου του Ταμείου οριζομένου υπό του Διευθυντού αυτού. Δεν δύναται να μετάσχουν εις την παραλαβήν μέλη του Δ.Σ. ή υπάλληλοι μετασχόντες εις την Επιτροπήν Προμηθειών. Εάν κατά την παραλαβήν δεν ευρέθησαν τα προς παράδοσιν προσκομισθέντα είδη εν όλω ή εν μέρει σύμφωνα προς τους όρους της προκηρύξεως και του συμφωνητικού απορρίπτονται ταύτα ο δε προμηθευτής κηρύσσεται έκπτωτος της προμηθείας δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. καθοριζούσης την εν μέρει ή εν όλω απόρρηψιν. Εάν τα προσκομισθέντα παρά του προμηθευτού είδη δεν είναι μεν εν όλω ή εν μέρει σύμφωνα προς τους ανωτέρω όρους δύνανται όμως να χρησιμοποιηθώσιν υπό του Ταμείου, δύναται το Δ.Σ. ν’ αποφασίση την παραλαβήν αυτών επί αναλόγω εκπτώσει της τιμής εφ’ όσον αποδέχεται ταύτην ο προμηθευτής. 5.Προς αντιμετώπισιν μικροδαπανών δι’ ικανοποίησιν επειγουσών αναγκών του Ταμείου, δύναται αποφάσει του Δ.Σ. να τίθεται εις την διάθεσιν του Διευθυντού του Ταμείου, επί αποδόσει λογαριασμού ποσόν μέχρι δραχμών 200.000 μηνιαίως. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου. Το άρθρ. 12 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 5270 της 9/22 Απρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Μίσθωσις ακινήτων και εκτέλεσις έργων Άρθρ.13.-1.Αι δια λογαρισμόν του Ταμείου ενεργούμεναι μισθώσεις και η εκτέλεσις οιωνδήποτε έργων, εφ’ όσον η σχετική δαπάνη δεν υπερβαίνει εν τω συνόλω εκάστοτε το ποσόν των δραχμών 5.000.000 δύναται να διενεργούνται αποφάσει του Δ.Σ. δια της συνάψεως απ’ ευθείας συμφωνίας. Κατά πάσαν ετέραν περίπτωσιν αι μισθώσεις και η εκτέλεσις έργων ενεργούνται δια διαγωνισμού, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων της περιπτώσεως α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 12 του παρόντος. 2.Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται μίσθωσις ακινήτου άνευ διαγωνισμού εις τας κάτωθι περιπτώσεις. α)Όταν κρίνηται παρά του Δ.Σ. λόγω του κατεπείγοντος απαραίτητος η μίσθωσις ακινήτων, αλλά δια χρόνον ουχί μακρότερον του ενός έτους. β)Οσάκις πρόκειται περί μισθώσεως κτιρίου ανήκοντος εις το Δημόσιον ή Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου. Η κατ’ εξαίρεσιν άνευ διαγωνισμού μίσθωσις επιτρέπεται εις τας ανωτέρω περιπτώσεις μόνον εφ’ όσον το συμφωνούμενον μηνιαίον μίσθωμα είναι κατώτερον του 1.000.000 δραχμών. γ)Οσάκις ο δις διενεργηθείς διαγωνισμός απέβη άνευ αποτελέσματος είτε λόγω μη εξευρέσεως του καταλλήλου οικήματος είτε λόγω ασυμφόρου μισθώματος, ή μη εμφανίσεως παντάπασι μειοδοτών. 3.Η μίσθωσις ακινήτων δι’ εγκατάστασιν εν γένει των υπηρεσιών του Ταμείου δεν δύναται να είναι μακροτέρα των τριών ετών. 4.Επί των διαγωνισμών προς μίσθωσιν ακινήτων ή εκτέλεσιν έργων έχουσιν κατ’ αναλογίαν εφαρμογήν αι διατάξεις του προηγουμένου άρθρου περί του αρμοδίου προς ενέργειαν, και έγκρισιν αυτών οργάνου και της δημοσιεύσεως αυτών. Το άρθρ.13 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 5270 της 9/22 Απρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Προϋπολογισμός Άρθρ.14.-Κατ’ έτος συντάσσεται προϋπολογισμός των εσόδων και εξόδων του Ταμείου, συμφώνως προς τας διατάξεις του από 14 Ιουνίου 1937 Β.Δ/τος. (Αντί για τη σελ. 283 (γ) Σελ. 283 (δ) Τεύχος 1202 – Σελ. 103 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.α.1 Απογραφή, Ισολογισμός, Απολογισμός Άρθρ.15.-Κατά το τέλος εκάστης λογιστικής χρήσεως ενεργείται απογραφή των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου και συντάσσεται βάσει ταύτης ο Ισολογισμός και Απολογισμός της διαχειρίσεως, συμφώνως προς τας διατάξεις του από 27.2.1938 Δ/τος «περί λογιστικής λειτουργίας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως και του τρόπου συντάξεως του Ισολογισμού αυτών. Διαχείριση πόρων – Επένδυση Κεφαλαίων «Άρθρ.16.-1.Με απόφαση του Δ.Σ. και σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 1611/50 και του Ν.Δ. 2999/54, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν, ορίζεται η Τράπεζα ή Τραπεζικός Οργανισμός όπου τηρείται ο λογαριασμός ταμειακής διαχείρισης του Ταμείου. 2.Τα πλεονάζοντα κεφάλαια του Ταμείου που σχηματίζονται πέρα από τις τρέχουσες υποχρεώσεις αυτού κατατίθενται ως διαθέσιμα σε έντοκο λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος, τηρουμένων των διατάξεων του Α.Ν. 1611/50 και Ν.Δ. 2999/54 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. 3.Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου μπορεί να επενδύονται με απόφαση των 2/3 των μελών του Δ.Σ. αυτού και έγκριση του Υπουργείου Υγείας – Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τηρουμένων και των διατάξεων γενικών ή ειδικών νόμων, που ισχύουν κάθε φορά για την τοποθέτηση των κεφαλαίων των Ν.Π.Δ.Δ.. α)Σε τίτλους του Δημοσίου, σε αξίες εγγυημένες από το Δημόσιο, σε εισηγμένους στο Χρηματιστήριο Αξιών τίτλους ομολογιακών δανείων εν γένει και μετοχών Τραπεζών ή Εταιρειών και σε χρεώγραφα εν γένει. β)Σε ακίνητα που βρίσκονται σε όλη την Επικράτεια της Χώρας. 4.Οι επενδύσεις σε ακίνητα περιλαμβάνουν: α)Την αγορά ετοίμων κτισμάτων, οικοπέδων μετά ή άνευ κτισμάτων ή κτισμάτων οικοπεδικής αξίας καθώς και αγροτεμαχίων εντός ή εκτός σχεδίου πόλεων σε όλη την Επικράτεια της Χώρας. β)Την οικοδόμηση σε ιδιόκτητα οικόπεδα, δηλαδή την ανέγερση, επισκευή και επέκταση κτισμάτων καθώς και την εγκατάσταση και λειτουργία παιδικών κατασκηνώσεων για τα τέκνα των ασφαλισμένων, συνταξιούχων και υπαλλήλων του Ταμείου. 5.Η διαδικασία επιλογής και αγοράς ακινήτων διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 715/79 (ΦΕΚ 212/Α/10.9.79) και δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση η υπογραφή του Συμβολαίου της αγοραπωλησίας πριν από την παροχή της έγκρισης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σελ. 284 (δ) Τεύχος 1202 – Σελ. 104 6.Για την ανοικοδόμηση σε ιδιόκτητα οικόπεδα στην οποία περιλαμβάνεται και η κατεδάφιση των παλαιωμένων κτισμάτων που βρίσκονται επ’ αυτών, καθώς και την επισκευή ή διαρρύθμιση ακινήτων ιδιόκτητων κτισμάτων του Ταμείου τηρούνται οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί Δημοσίων Έργων». Το άρθρ. 16 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρο μόνο Π.Δ. 175/5-26 Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Α΄ 81). 39.Ζ.α.1 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. «Άρθρ.17.-Προς έλεγχον της προϋπηρεσίας των εμμίσθων ησφαλισμένων, συνιστάται παρά του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου τριμελής «Επιτροπή Ελέγχου Προϋπηρεσίας Ησφαλισμένων» αποτελουμένη εκ δύο τακτικών ή αναπληρωματικών μελών του Δ.Σ. και του Διευθυντού του Ταμείου. Χρέη Γραμματέως εκτελεί εις υπάλληλος του Ταμείου, οριζόμενος παρά του Διοικ. Συμβουλίου. Η Επιτροπή λαμβάνουσα υπ’ όψιν τα υποβληθέντα πιστοποιητικά και άλλα πρόσφορα στοιχεία, αποφασίζει περί της προτεινομένης προϋπηρεσίας της οποίας ζητείται η αναγνώρισις. Κατά των αποφάσεων της Επιτροπής και εντός μηνός από της κοινοποιήσεώς των, χωρεί ένστασις ενώπιον του Διοικ. συμβουλίου, αποφαινομένου τελεσιδίκως. Μετά την παρέλευσιν της τασσομένης δια την υποβολήν ενστάσεως προθεσμίας αι αποφάσεις της Επιτροπής υποβάλλονται εις το Διοικ. Συμβούλιον προς έγκρισιν. Αι αποζημιώσεις των μελών της Επιτροπής και του Γραμματέως αυτής ορίζονται δια των εκάστοτε Υπουργικών αποφάσεων». Το άρθρ. 17 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 27373/Σ. 658 της 4/4 Ιουλ. 1948 αποφ. Υπ. Εργασία (ΦΕΚ Β΄ 125). Μεταβατική διάταξις «Άρθρ.18.-Εργοδοτικαί εισφοραί αναφερόμεναι εις το μέχρι της 31.12.49 χρονικόν διάστημα, απαλλάσσονται του εκ 10% προσθέτου τέλους, εφ’ όσον ήθελον καταβληθή εξ ολοκλήρου παρά των υποχρέων μέχρι της 30 Ιουνίου 1950. Επί των ανωτέρω όμως οφειλών υπολογίζεται τόκος εκ 5%. Από 1ης Ιανουαρίου 1950 και εφ’ εξής αι εργοδοτικαί εισφοραί καταβάλλονται το βραδύτερον εντός τετραμήνου από της λήξεως εκάστου τριμήνου.» Το άρθρ. 18 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 18024 της 27 Απρ. /12 Μαΐου 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.19.-α)Οι μηχανικοί και αρχιτέκτονες εις ους ανατίθεται η εκπόνησις οικοδομικών προγραμμάτων, προσχεδίων και λοιπών πάσης φύσεως σχεδίων και μελετών, ως και η επίβλεψις εκτελουμένων υπό του Ταμείου οικοδομικών έργων (ανέγερσις κτισμάτων επί ιδιοκτήτων οικοπέδων, σοβαραί επισκευαί, διαρρυθμίσεις κλπ.) ορίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου. β)Αι αμοιβαί των εν λόγω μηχανικών και αρχιτεκτόνων ορίζονται ωσαύτως μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου παρά του Υπουργού Εργασίας, τηρουμένου πάντως του περιορισμού ότι ούται δεν δύνανται να ορίζωνται ανώτεραι των υπό της κειμένης νομοθεσίας προβλεπομένων κατωτάτων ορίων. γ)Ο καθορισμός της τηρητέας διαδικασίας δημοπρατήσεως του έργου, ήτοι της εκτελέσεως δημοπρασίας δι’ ορίου ή δια συμπληρώσεως τιμολογίου αποφασίζεται μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου, παρά του Υπουργού Εργασίας». Το άρθρ. 19 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ. 56061/54 της 20 Ιαν./19 Φεβρ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. Παιδικές Κατασκηνώσεις Άρθρ.19.-«1.Επιτρέπεται η διάθεση χρηματικού ποσού για την αποστολή των παιδιών των ασφαλισμένων, των συνταξιούχων και των υπαλλήλων του Ταμείου, σε παιδικές κατασκηνώσεις του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμών Κοινωφελή Χαρακτήρα ή Ιδιωτών. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, σταθμίζοντας κάθε φορά τις οικονομικές δυνατότητές του, μπορεί, με έγκριση του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να διαθέτει, κάθε χρόνο, το αναγκαίο χρηματικό ποσό, για την αποστολή παιδιών των ασφαλισμένων, των συνταξιούχων και των υπαλλήλων του Ταμείου, σε κατασκηνώσεις κατά τη θερινή περίοδο. Στην απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται ο αριθμός και η ηλικία των παιδιών, που θα σταλούν σε κατασκηνώσεις, ο τρόπος ειδοποίησης των ενδιαφερομένων να δηλώσουν συμμετοχή, η προθεσμία, ο τρόπος επιλογής τους, οι κατασκηνώσεις που θα σταλούν, ο χρόνος παραμονής και οι λοιπές αναγκαίες λεπτομέρειες. Η διάθεση του παραπάνω ποσού και η σύναψη της σχετικής συμφωνίας θα γίνεται χωρίς διαγωνισμό, για την αποστολή παιδιών σε κατασκηνώσεις του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. ή των Οργανισμών με κοινωφελή χαρακτήρα και με μειοδοτικό διαγωνισμό, που θα γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για την αποστολή των παιδιών σε ιδιωτικές κατασκηνώσεις. 2.Η αποστολή σε παιδικές κατασκηνώσεις γίνεται είτε απευθείας από το Ταμείο είτε μέσω του Συλλόγου Υπαλλήλων Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων, εφόσον αυτός ήθελε διοργανώσει τέτοια αποστολή, οπότε η διάθεση του εν λόγω ποσού ενεργείται επ’ ονόματι του επαγγελματικού σωματείου, για ενίσχυση της προσπάθειάς του». Το άρθρ. 19 αντικαταστάθηκε ως άνω από την 8/Ν. 304/7-29 Νοεμ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 844) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τις σελ. 285 (δ) - 286,001) Σελ. 285 (ε) Τεύχος 1202 – Σελ. 105 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.α.1 Μεταβατική διάταξις Αι μέχρι της 30 Σεπτεμβρίου 1952 καθυστερούμεναι προς το Ταμείον πάσης φύσεως εισφοραί δύνανται να καταβληθώσιν εις εννέα ίσας μηνιαίας δόσεις, αρχής γινομένης από της ημερομηνίας της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εν περιπτώσει καθυστερήσεως έστω και μιας μηνιαίας δόσεως καθίσταται απαιτητή ολόκληρος η μέχρι της 30.9.52 προς το Ταμείον καθυστερουμένη οφειλή, εκ πάσης φύσεως εισφορών, των υποχρέων προς καταβολήν υπεχόντων απάσας τας νομίμους συνεπείας. Η ανωτέρω διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 57410 της 7/21 Ιαν. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Μεταβατική διάταξις 1.Δύναταί τις να εισέλθη το πρώτον εις την ασφάλισιν του Ταμείου εφ’ όσον άγει ηλικίαν μεγαλυτέραν των 50 ετών υπό τας εν τοις επομένοις διακρίσεις και προϋποθέσεις. α)Εφ’ όσον άγει ηλικίαν 50 ετών συμπεπληρωμένην, απαιτείται όπως έχη συμπληρώσει 5 ετών τουλάχιστον ασφαλιστικήν προϋπηρεσίαν, ως τοιαύτης νοουμένης της προβλεπομένης υπό των εδ. α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου. β)Εφ’ όσον άγει ηλικίαν 51-55 ετών απαιτείται όπως έχη συμπληρώσει 10 ετών τουλάχιστον ασφαλιστικήν προϋπηρεσίαν, ως τοιαύτης νοουμένης της προβλεπομένης υπό των εδ. α΄ και β΄ της παρ. 1 του Άρθρ.2.-1. «Το Ταμείον διοικείται υπό εννεαμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εξ 1 υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εκ 2 μελών εκ της τάξεως των απασχολούντων μισθωτούς ησφαλισμένους εργοδοτών. δ)Εκ 2 μελών εκ της τάξεως των εμμίσθων ησφαλισμένων. ε)Εξ 1 ησφαλισμένου μέλους εκ της τάξεως των Ασφαλειομεσιτών. ς)Εξ 1 εκπροσώπου εκ της τάξεως των συνταξιούχων. ζ)Εξ 1 προσώπου έχοντος πείραν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουρ(Αντί της σελ. 275 (γ) Σελ. 275 (δ) Τεύχος 505 – Σελ. 41 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.α.1 γού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μισθωτών μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών εφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Τα εξ ησφαλισμένων αυτοτελώς εργαζομένων και εργοδοτών μέλη και οι αναπληρωταί τούτων, λαμβάνονται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό των οικείων Επιμελητηρίων ή των οικείων εργοδοτικών επαγγελματικών ή άλλων συναφών κατά Κλάδον εκπροσωπευτικών Οργανώσεων και περιλαμβάνοντος αριθμόν διοριστέων μελών (τακτικών και αναπληρωματικών). Η επιλογή των οικείων Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ’ ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός της Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του». Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71065 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). «4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει κατά την πρώτην αυτού συνεδρίασιν, καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του, μεταξύ των υπό στοιχ. γ΄ και δ΄ της παρ. 1 μελών του, δύο Αντιπροέδρους, δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού, ένα εξ εκάστης κατηγορίας. Το προβάδισμα έχει ο προερχόμενος, εκ του στοιχ. γ΄ των μελών του Δ.Σ. Αντιπρόεδρος». Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 79280/Σ. 1114 της 14/30 Νοεμ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 434). Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. Σελ. 276 (δ) Τεύχος 505 – Σελ. 42 5.Εις τας Συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτών λειτουργουσών Επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών ην ήθελε κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών Αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ’ όσον το Δ.Σ. ήθελε συμφωνήση προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβ. Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν, απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελεν κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβ. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται ν’ αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώση ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου, όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του Αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ.Σ. 39.Ζ.α.1 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 6. «Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 7 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία». Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71065 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 326). 7.Δεν διορίζεται μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. α)Ο μη συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. β)Ο ανίκανος να αναλάβη ή να διατηρή δημόσιον λειτούργημα. γ)Ο τελών εις οιανδήποτε συνεχή οικονομικήν σχέσιν προς το Ταμείον. δ)Ο μη έχων ελευθέραν διαχείρισιν της περιουσίας του. ε)Ο μη έχων την ελληνικήν Ιθαγένειαν. ς)Προκειμένου περί των εξ ησφαλισμένων μελών του Συμβουλίου ο μη συμπληρώσας 3ετή τουλάχιστον χρόνον ασφαλίσεως. Η μετά τον διορισμόν επέλευσις λόγου τινός εκ των υπό στοιχ. β΄ - ε΄ αναφερομένων ως και η αποβολή της ιδιότητος, υφ’ ην εγένοτο ο διορισμός μέλους τινός του Συμβουλίου, συνεπάγεται έκπτωσιν εκ του αξιώματος, αποφάσει του Υπουργού Εργασίας, λαμβανομένη προτάσει του Δ.Σ. ή και αυτεπαγγέλτως. 8.Δύναται ο Υπουργός Εργασίας κατόπιν προτάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου να κηρύσση έκπτωτον μέλος τούτου όπερ αδικαιολογήτως ήθελεν απουσιάσει επί τρεις τουλάχιστον συνεχείς συνεδριάσεις του Συμβουλίου. 9.Τα εις αντικατάστασιν εκπιπτόντων, αποβιούντων ή οπωσδήποτε αποχωρούντων διοριζόμενα μέλη διορίζονται δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των εκπεσόντων ή αποβιωσάντων ή αποχωρησάντων μελών. 10.Εν περιπτώσει λήξεως της θητείας των μελών του Δ. Συμβουλίου αύτη παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι του διορισμού των νέων μελών ουχί όμως πάντως πέραν του τριμήνου από της λήξεώς της. 11.Τα μέλη του Δ.Σ. υπέχουν κατά την άσκησιν των καθηκόντων των τας ευθύνας των δημοσίων υπαλλήλων και απολαύουν της υπέρ αυτών θεσπισμένης προστασίας. 12.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. εκτελεί εις των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη Γραμματέως εκτελεί εις των υπαλλήλων οριζομένου υπό του Προέδρου του Δ.Σ. 13.Εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβ. Επίτροπος του Δ.Σ. του Ταμείου ως και ο Γραμματεύς μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία, της θητείας των ήδη διωρισμένων θεωρουμένης ως ληξάσης από της δημοσιεύσεως της περί ης ανωτέρω αποφάσεως, εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Πάσα διάταξις της διεπούσης το Ταμείον Νομοθεσίας αντικειμένη εις τας διατάξεις της παρούσης καταργείται. Το άρθρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 22332 της 10/22 Απρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Ασφαλιστέα πρόσωπα «Άρθρ.3.-1.Στο Ταμείο ασφαλίζονται υποχρεωτικά: Οι απασχολούμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας, κατά κύριο επάγγελμα: α)Στις έδρες, Διευθύνσεις, Υποκαταστήματα, ημεδαπών Επιχειρήσεων Ασφάλισης και αντασφάλισης, που λειτουργούν στην Ελλάδα, με τη μορφή Α.Ε.. Επίσης οι Ελληνικής Ιθαγένειας απασχολούμενοι στα Υποκαταστήματα ή Πρακτορεία των ημεδαπών επιχειρήσεων ασφάλισης, τα οποία λειτουργούν στην αλλοδαπή. β)Στις Διευθύνσεις και Υποκαταστήματα των ημεδαπών και αλλοδαπών Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εταιριών που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα. γ)Στο Τμήμα Ασφαλειών της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος και σε κάθε άλλο οργανισμό Ιδιωτικού ή Δημοσίου Δικαίου που ασκεί επιχείρηση ιδιωτικής ασφάλισης στην Ελλάδα. δ)Στα Επαγγελματικά Σωματεία των ημεδαπών και αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιρειών που εδρεύουν στην Αθήνα και οι οποίες λειτουργούν στην Ελλάδα, κάθε Κλάδου, καθώς επίσης και στα Επαγγελματικά Σωματεία των ασφαλιστικών υπαλλήλων. ε)Στο Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης και στο Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης (πράσινων καρτών). στ)Οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι των ασφαλιστικών πρακτόρων και πρακτορειακών εταιρειών, πραγματογνωμόνων, παραγωγών ασφαλειών, καθώς και των νομίμων αντιπροσώπων αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιρειών, εφόσον απασχολούνται αποκλειστικά και μόνον με τις ασφαλιστικές εργασίες αυτών, είναι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ ή άλλο Οργανισμό Κύριας Ασφάλισης μισθωτών και κατά τη δημοσίευση της παρούσης, δεν ασφαλίζονται σε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό Επικουρικής Ασφάλισης. Η απόδειξη της αποκλειστικής απασχόλησης αυτών με ασφαλιστικές εργασίες, γίνεται με (Αντί για τη σελ. 277 (ι) Σελ. 277 (κ) Τεύχος 1202 – Σελ. 99 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.α.1 Υπεύθυνη Δήλωση του Νόμ. 1599/86 που υποβάλλεται και από τον εργοδότη και από τον ενδιαφερόμενο. 2.Στο Ταμείο ασφαλίζονται προαιρετικά: Ι.Από την κατηγορία των εμμίσθων: Οι υπάλληλοι του ταμείου, που έχουν διορισθεί μέχρι την ισχύ της 116/3/312/8.2.1979 απόφασης του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. ΙΙ.Από την κατηγορία των μη εμμίσθων. α)Οι κατά νόμον και κατ’ αποκλειστικότητα ασκούντες το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα. β)Οι κατά κύριο επάγγελμα παραγωγοί ασφαλίσεων. γ)Οι κατά κύριο επάγγελμα πραγματογνώμονες, που διενεργούν εκτιμήσεις ζημιών για λογαριασμό ασφαλιστικών εταιρειών. δ)Οι νόμιμοι αντιπρόσωποι αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιρειών. ε)Οι κατά κύριο επάγγελμα συντονιστές παραγωγών ασφαλίσεων ζωής. 3.Οι αναφερόμενοι στην παρ. 2 μη έμμισθοι, ασφαλίζονται με αίτησή τους και με απόφαση του Δ/ντή του Ταμείου μετά τη συμπλήρωση πενταετούς τουλάχιστον ασφαλιστικής υπηρεσίας είτε υπό την ιδιότητα του μη εμμίσθου είτε υπό την ιδιότητα του εμμίσθου, εφόσον κριθούν υπακτέοι στην ασφάλιση του Ταμείου, σύμφωνα με τα παρακάτω οριζόμενα και έχουν υπαχθεί σε φορέα κυρίας ασφάλισης. Η ασφάλισή τους είναι δυνατό να ανατρέξει σε προγενέστερο χρόνο, όχι όμως μεγαλύτερο της πενταετίας. 4.α)Για να θεωρηθούν ότι ασκούν κατά κύριο επάγγελμα ασφαλιστικές εργασίες οι παραγωγοί ασφαλίσεων, πραγματογνώμονες, νόμιμοι αντιπρόσωποι αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιριών και συντονιστές παραγωγών ασφαλίσεων ζωής θα πρέπει τα ακαθάριστα ετήσια εισοδήματά τους από ασφαλιστικές εργασίες, να αντιπροσωπεύουν το 75% τουλάχιστον των ακαθαρίστων εισοδημάτων, που αποκτούνται από την άσκηση του οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος. β)Για να θεωρηθούν ότι ασκούν αποκλειστικό επάγγελμα οι ασφαλιστικοί πράκτορες, θα πρέπει το 100% των ακαθαρίστων ετησίων εισοδημάτων από την εργασία τους να προέρχεται από την άσκηση του επαγγέλματος του ασφαλιστικού πράκτορα. Πάντως το μέσο μηνιαίο εισόδημα από ασφαλιστικές εργασίες και για τις δύο περιπτ΄. (α-β), δεν μπορεί να είναι κατώτερο του εκάστοτε προβλεπόμενου από τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας Ασφαλιστικών Υπαλλήλων Ιδιωτικής Ασφάλισης, κατωτάτου ορίου μισθού υπαλλήλου. Σελ. 278 (κ) Τεύχος 1202 – Σελ. 100 5.Οι ασφαλιστικοί πράκτορες, παραγωγών ασφαλίσεων, πραγματογνώμονες νόμιμοι αντιπρόσωποι αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιρειών και συντονιστές παραγωγών ασφαλίσεων ζωής υποχρεούνται να υποβάλλουν κάθε 2ετία στο Ταμείο, βεβαίωση της οικείας Οικονομικής Εφορίας, σχετικά με τα δηλωθέντα εισοδήματα από ασφαλιστικές εργασίες, καθώς και τα εισοδήματα από άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα και σε περίπτωση αδυναμίας υποβολής της βεβαίωσης αυτής, τα εξής στοιχεία η κάθε άλλο στοιχείο, που θα κρίνει το Διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου, ως απαραίτητο: α)Το πρωτότυπο του εκκαθαριστικού σημειώματος της Οικονομικής Εφορίας, η γνήσιο αντίγραφο αυτού, με αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης και το έντυπο «Συμπληρωματικά στοιχεία», επικυρωμένα από την αρμόδια Οικονομική Εφορία. β)Υπεύθυνη Δήλωση των ασφαλιστικών εταιρειών για την κατ’ έτος καθαρά ασφαλιστική παραγωγή που πραγματοποιήθηκε από τον ενδιαφερόμενο και την προμήθεια που του χορηγήθηκε για το λόγο αυτό. Επίσης ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν για ασφαλιστικές εργασίες, ανταποκρίνονται πλήρως, με τα αναγραφόμενα στις συγκεντρωτικές καταστάσεις αμοιβών, που δηλώθηκαν στην Οικονομική Εφορία. γ)Βεβαίωση του Ταμείου Κύριας Ασφάλισης, για την ασφάλιση του ενδιαφερόμενου σ’ αυτό (ΤΑΕ ή ΤΕΒΕ). δ)1.Για τον ασφαλιστικό πράκτορα, αντίγραφο επικυρωμένο της αδείας ασκήσεως επαγγέλματος, από το Μητρώο Ασφαλιστικών Πρακτόρων του Υπουργείου Εμπορίου. 2.Για τον παραγωγό ασφαλίσεων, αντίγραφο επικυρωμένο αδείας ασκήσεως επαγγέλματος από το οικείο Επιμελητήριο της περιφέρειας, άσκησης του επαγγέλματος. 3.Για το συντονιστή παραγωγή ασφαλίσεων ζωής επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης, που έχει καταρτισθεί μεταξύ αυτού και της εταιρείας, καθώς και κάθε άλλο δικαιολογητικό, οριζόμενο κάθε φορά από το νόμο. 6.Σε περίπτωση αμφισβήτησης για την υπαγωγή ενός προσώπου στην ασφάλιση του Ταμείου αποφαίνεται ο Υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με απόφασή του μετά γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης. 7.Οι απασχολούμενοι σε ασφαλιστικές εργασίες με τις δύο ιδιότητες μη εμμίσθου και εμμίσθου ασφαλίζονται στο Ταμείο με την ιδιότητα από την οποία αποκτούν μεγαλύτερο εισόδημα». Το άρθρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 116/276/24 Μαΐου – 4 Ιουν. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 410) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 548/27-7-1993) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Ζ.α.1 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. Πόροι άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου και γ)Εφ’ όσον άγει ηλικίαν 56 ετών και άνω, απαιτείται όπως έχη συμπληρώσει 15 ετών τουλάχιστον ασφαλιστικήν προϋπηρεσίαν, ως τοιαύτης νοουμένης της προβλεπομένης υπό των εδ. α΄ και β΄ της παρ. 1 του άθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου. 2.Ίνα υπαχθή τις εις την ασφάλισιν του Ταμείου κατά τας ανωτέρω περιπτώσεις, δέον όπως υποβάλη σχετικήν αίτησιν, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενενήκοντα ημερών αρχομένης ταύτης από της δημοσιεύσεως της παρούσης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Η ανωτέρω διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ. 56409 της 20 Ιουλ. /6 Αυγ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 286 (ε) Τεύχος 1202 – Σελ. 106 Μεταβατική διάταξις Αι μέχρι της 30ης Ιουνίου 1955 ληξιπρόθεσμοι οφειλαί προς το Ταμείον εκ καθυστερουμένων εισφορών, προσθέτων τελών και τόκων υπηρεσίας κεφαλαιοποιούμεναι δύνανται κατόπιν αιτήσεως των οφειλετών υποβαλλομένης, εντός μηνός από της ισχύος της παρούσης να εξοφλώνται εις μηνιαίας δόσεις, ων ο αριθμός οριζόμενος υπό του Δ.Σ. δεν δύναται να είναι μεγαλύτερος των είκοσι τεσσάρων της πρώτης τούτων καταβαλλομένης την πρώτην του μηνός του επομένου της ημερομηνίας λήψεως της σχετικής περί καθορισμού του αριθμού των δόσεων αποφάσεως του Δ.Σ.. 39.Ζ.α.1 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. Η ανωτέρω ευχέρεια παρέχεται υπό τον όρον της συγχρόνου τακτικής και εμπροθέσμου καταβολής των τρεχουσών εισφορών των αναγομένων εις το από 1ης Ιουλίου 1955 και εντεύθεν χρονικόν διάστημα. Η μη καταβολή δόσεώς τινος μηνός, αφ’ ης καταστή αύτη απαιτητή ως και η καθυστέρησις καταβολής των τρεχουσών υπέρ του Ταμείου εισφορών πέραν της νομίμου προθεσμίας συνεπάγεται απώλειαν του περί ου η παρούσα ευεργετήματος της δια δόσεων καταβολής των καθυστερουμένων εισφορών κλπ. καθισταμένου ούτω αυτοδικαίως απαιτητού ολοκλήρου του οφειλομένου ποσού. Η παρούσα, ης η ισχύς άρχεται από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεώς της μηνός, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 53649 της 27 Αυγ. / 13 Σεπτ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας. Μεταβατική διάταξις Προς παρακολούθησιν της ανοικοδομήσεως του ακινήτου του Ταμείου, συνιστάται παρά του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου τριμελής κτιριακή επιτροπή εκ μελών αυτού εις ην μετέχει επί πλέον είς Αρχιτέκτων ή Πολιτικός Μηχανικός, οριζόμενος παρά του Διοικ. Συμβουλίου. Χρέη Γραμματέως εκτελεί ο Γραμματεύς του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου ή εις των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος παρά του Διοικητικού Συμβουλίου. Αι εργασίαι της ουτωσεί συνιστωμένης Κτιριακής Επιτροπής άρχονται από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και λήγουσι μετά την τελικήν αποπεράτωσιν του ακινήτου. Εις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τα μετέχοντα της Κτιριακής Επιτροπής, τον Κυβερνητικόν Επίτροπον, ως και τον Γραμματέα, χορηγούνται έξοδα κινήσεως κατά συνεδρίασιν ίσα προς τα υπό των εκάστοτε διατάξεων οριζόμενα δια τα εκ δημοσίων υπαλλήλων μέλη του Διοικ. Συμβουλίου. Αι αμειβόμεναι συνεδριάσεις της Κτιριακής Επιτροπής δεν δύνανται να υπερβούν τας 4 κατά μήνα. Εις τον μετέχοντα της Κτιριακής Επιτροπής Αρχιτέκτονα ή Πολιτικόν Μηχανικόν χορηγείται αποζημίωσις κατά συνεδρίασιν οριζομένη δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ. 75832 της 21 Δεκ. 1955/16 Ιαν. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Τα μέλη της κτιριακής επιτροπής αυξάνονται κατά δύο. Αι συνεδριάσεις της Επιτροπής δεν δύνανται να υπερβαίνουν τας οκτώ μηνιαίως. Εις τα μέλη της κτιριακής επιτροπής τον Εισηγητήν και τον Γραμματέα καταβάλλονται αποζημιώσεις ή έξοδα κινήσεως πέραν των οριζομένων δια των υπ’ αριθ. 61216/4.10.55 και 13758/1.3.58 υπουργικών αποφάσεων». Η ανωτέρω διάταξις προσετέθη δυνάμει της υπ’ αριθ. 57998/Σ.698 της 10 Νοεμ. 1959/26 Ιαν. 1960 Αποφ. Υπ. Εργασίας. «Αι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού περί καταβολής παγίας κατά μήνα ή κατά συνεδρίασιν αμοιβής ή αποζημιώσεως δια συμμετοχήν υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα εις πάσης φύσεως Συμβούλια ή Επιτροπάς του Ταμείου, δεν έχουσιν εφαρμογήν από 1ης Ιαν. 1958 δια τους κεκτημένους την ιδιότητα του Δημοσίου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ., εφ’ όσον ούτοι δικαιούνται των υπό των οικείων Υπουργικών αποφάσεων καθωρισμένων εκάστοτε εξόδων κινήσεως δια την αυτήν υπηρεσιακήν απασχόλησιν». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 25862/Σ.267 της 19/30 Ιουν. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Οι μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης, υπαχθέντες εις την προαιρετικήν ασφάλισιν του Ταμείου μη έμμισθοι δύνανται τη αιτήσει των, υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών, από της δημοσιεύσεως της παρούσης, να αναγνωρίσουν ,ως συντάξιμον χρόνον, και τον προ της 31.12.1955 προκειμένου περί Τοπικών Πρακτόρων, ή της 22.8.60 προκειμένου περί Ασφαλειομεσιτών ή Πραγματογνωμόνων, διανυθέντα χρόνον ασφαλιστικής αυτών υπηρεσίας, κατά τον οποίον η ασφάλισις ήτο υποχρεωτική δια τα εν λόγω πρόσωπα και εφ’ όσον ούτοι επλήρουν, δια τον χρόνον τούτον, τας υπό του άρθρ. 3 του Κατ/κού του Ταμείου προβλεπομένας προϋποθέσεις. Η κατά τα άνω αναγνωριζομένη υπηρεσία δεν δύναται να είναι ανωτέρα των δέκα, κατ’ ανώτατον όριον, ετών και εφ’ όσον αύτη δεν συμπίπτει μετ’ άλλης συνταξίμου τοιαύτης. Η εισφορά δια την εξαγοράν του κατά τα άνω αναγνωριζομένου χρόνου υπηρεσίας των υπολογίζεται προς 6% επί του ποσού της κλάσεως εις ην ούτοι έχουν καταταγή κατά τον χρόνον της υποβολής της σχετικής αιτήσεως». Η εντός « » τελευταία μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της παρ. ΙΙΙ της υπ’ αριθ. 2035/Σ. 118 της 29 Μαρτ./9 Απρ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 251, διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 281 της 25 Απρ. 1969). (Αντί της σελ. 286,01 Σελ. 286,01(α) Τεύχος 411 Σελ. 95 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.α.1 Άρθρ.4.-Πόροι του Ταμείου είναι: «α)Εισφορά τόσον των Ιδιωτικών Επιχειρήσεων Ασφαλίσεως όσον και των Οργανισμών δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή κοινωφελούς χαρακτήρος των ασκούντων, δυνάμει ειδικών νόμων, διατάξεων νόμων ή καταστατικών διατάξεων, ιδιωτικήν επιχείρησιν ασφαλίσεως ή αντασφαλίσεως ή απλώς ιδιωτικήν ασφάλισιν υπολογιζομένην επί των παρ’ αυτών εισπραττομένων ασφαλίστρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων των εν Ελλάδι ασκουμένων βασικών ασφαλιστικών κλάδων ως κάτωθι: 1.2% επί των ασφαλίστρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων των κλάδων: Πυρός, Ατυχημάτων εν γένει και Αυτοκινήτων. Εις τον βασικόν κλάδον «Ατυχημάτων εν γένει» περιλλαμβάνονται: Τα εργατικά ατυχήματα, τα προσωπικά ατυχήματα, η γενική αστική ευθύνη, η εμπιστοσύνη υπαλλήλων, η θραύσις κρυστάλλων, ληστεία και η ευθύνη εργολάβων. 2.1% επί των ασφαλίστρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων των κλάδων: Μεταφορών – Θαλάσσης, Ευθύνης, Αποζημιώσεως, Χαλάζης, Κλοπής, Κτηνών, Πίστεως, θραύσεως, μηχανών Πλοίων και Αεροσκαφών, Νομικής Προστασίας και Ειδικών Κινδύνων. 3.5% επί ασφαλίστρων του πρώτου μόνον έτους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και κεφαλαιοποιήσεως και προσθέτων καλύψεων επί του αυτού ασφαλιστηρίου, καθοριζομένου ανωτάτου ορίου ασφαλίστρων δια τον υπολογισμόν του εν λόγω ποσοστού ίσου προς 6% επί του ασφαλιζομένου κεφαλαίου. Προκειμένου περί των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και κεφαλαιοποιήσεως των εκδοθέντων και μήπω ληξάντων μέχρι της ισχύος του παρόντος θα εξακολουθήση μέχρι της λήξεως αυτών εισπραττόμενον υπέρ του Ταμείου ποσοστόν 1% επί των ετησίως καταβαλλομένων παρά των οικείων ησφαλισμένων ασφαλίστρων. Πάντως η εργοδοτική εισφορά ασχέτως παραγωγής επί των Κλάδων Πυρός, Ατυχημάτων, Μεταφορών και Ζωής, δεν δύναται να είναι μικροτέρα της 4% εισφοράς των εμμίσθων ησφαλισμένων, κατά εργοδότην, καταβαλλομένη το βραδύτερον εντός τετραμήνου από της λήξεως εκάστου τριμήνου». Η παρ. α΄ συμπληρωθείσα δια της υπ’ αριθ. 18024 της 27 Απρ. /12 Μαΐου 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 116/3348 της 30 Ιουλ. /14 Αυγ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 944) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 4.1% επί των ασφαλίστρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων παντός κλάδου μη κατονομαζομένου εν τοις εδαφ. 1-3. Πάντως η κατά τα ανωτέρω εργοδοτική εισφορά επί της παραγωγής ασφαλίστρων, δεν δύναται να είναι μικροτέρα της εκ 4% εισφοράς των εμμίσθων ησφαλισμένων κατά εργοδότην. Με την 116/οικ. 529/9-23 Μαρτ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 184) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 850/12-111993) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, ορίστηκε ότι: «1.Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της περιπτ. α΄, ψηφία 1 έως και 4 του άρθρ. 4 του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ασφαλιστών και προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων (Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε.), εισφορά των καθοριζομένων σε αυτές ασφαλιστικών επιχειρήσεων υπέρ του Ταμείου θεωρείται εργοδοτική εισφορά και μέχρι του ποσού που προκύπτει από την εισφορά των εμμίσθων ασφαλισμένων. 2.Το επί πλέον ποσό που τυχόν προκύπτει από την εφαρμογή των αναφερομένων στην παρ. 1 της απόφασης αυτής διατάξεων εξακολουθεί να καταβάλλεται υπέρ του Ταμείου. 3.Από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται επιβάρυνση του Προϋπολογισμού του Ταμείου». 5.Η ποσοστιαία εργοδοτική εισφορά των ημεδαπών ασφαλιστικών Εταιριών, των διατηρουσών Υποκαταστήματα ή Πρακτορεία εν τη αλλοδαπή, ορίζεται εφ’ εξής εις 6% επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών των υπαλλήλων και υπηρετών τούτων, των εχόντων την Ελληνικήν ιθαγένειαν και υπηρετούντων εις τα εν τη αλλοδαπή Υποκαταστήματα ή Πρακτορεία αυτών, απαλλασσομένων των εν λόγω ασφαλιστικών Εταιριών της καταβολής ποσοστιαίας απί των ασφαλίστρων εργοδοτικής εισφοράς, επί της παρ’ αυτών πραγματοποιουμένης υπό των Υποκαταστημάτων ή Πρακτορείων των εν τη αλλοδαπή και μόνον, ασφαλιστικής παραγωγής των. 6.Η εργοδοτική εισφορά των εν Ελλάδι λειτουργουσών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ορίζεται ίση προς το 6% των μηνιαίων αποδοχών των εμμίσθων υπαλλήλων και υπηρετών αυτών. Τα εδάφ. 4-6 προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 73874 της 9/28 Δεκ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. β)Μηνιαία εισφορά εκάστου εμμίσθου μεν ησφαλισμένου ίση προς τα 4% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτού εκάστου δε αμίσθου 6% επί του ποσού της μισθολογικής κλάσεως, εις ην έκαστος εξ αυτών θα καταταγή. γ)Κράτησις των τακτικών αποδοχών ενός μηνός παντός εγγάμου ή ερχομένου εις γάμον εμμίσθου ησφαλισμένου. Προκειμένου περί εγγάμου ή ερχομένου εις γάμον αμίσθου ησφαλισμένου η κράτησις αύτη είναι ίση προς το ποσόν της κλάσεως, εις ην υπάγεται ο ησφαλισμένος. Εν περιπτώσει δευτέρου ή τρίτου γάμου ενεργείται το ήμισυ των κρατήσεων τούτων. Εφ’ όσον τόσον ο σύζυγος όσον και η σύζυγος τυγχάνουν έμμισθοι ησφαλισμένοι η ως (Αντί για τη σελ. 279 (η) Σελ. 279 (θ) Τεύχος 1202 – Σελ. 101 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.α.1 άνω εισφορά καταβάλλεται εξ ημισείας παρ’ εκατέρου εξ αυτών λαμβανομένης ως βάσεως δια τον υπολογισμόν ταύτης των τακτικών αποδοχών του συζύγου. δ)Αι τακτικαί πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου και ε)Πάσα πρόσοδος προερχομένη εκ χαριστικής αιτίας. «7.Η μηνιαία εισφορά των ασφαλιστικών υπαλλήλων των κατά κύριο επάγγελμα Τοπικών Πρακτόρων, Πραγματογνωμόνων και νομίμων αντιπροσώπων αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιρειών ορίζεται σε 4% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους. Ισόποση είναι και η εισφορά του εργοδότη» Η παρ. 7 προσετέθη από την παρ. 2 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφαση Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19-6-1985). Υπολογισμός εισφορών μη εμμίσθων ασφαλισμένων Άρθρ.5.-«1.Για τον υπολογισμό των μηνιαίων εισφορών των μη εμμίσθων ασφαλισμένων, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων ακαθαρίστων εσόδων της τελευταίας 2ετίας. 2.Μετά τη συμπλήρωση της διετίας και κάθε διετία επαναφέρεται ο φάκελος του μη εμμίσθου προαιρετικά ασφαλισμένου στο Διευθυντή του Ταμείου, ο οποίος με βάση τα στοιχεία που προσκομίζονται, καθορίζει το ποσό πάνω στο οποίο θα γίνεται ο υπολογισμός των εισφορών για την επόμενη διετία. Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν προσκομίσει τα απαιτούμενα από το άρθρ. 3 δικαιολογητικά κάθε διετία, ο Διευθυντής μέσα σ’ ένα χρόνο από τη λήξη της διετίας μπορεί να αποφασίσει τη διακοπή της ασφάλισής του. Τη διακοπή της ασφάλισης του μη εμμίσθου ασφαλισμένου αποφασίζει ο Διευθυντής και εφόσον τα ακαθάριστα έσοδά του από ασφαλιστικές εργασίες δεν ανέρχονται τουλάχιστον στο από την παρ. 4 του άρθρ. 3 εκάστοτε προβλεπόμενο ποσό. 3.Κατά των ανωτέρω αποφάσεων του Διευθυντού και εντός τριών μηνών από της κοινοποιήσεώς τους, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλλει ένσταση στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου στο οποίο και αποφαίνεται τελεσίδικα. 4.(Καταργήθηκε από την παρ. 2 της 116/276/24 Μαΐου – 4 Ιουν. 1993, ΦΕΚ Β΄ 410, διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 548/27-7-1993, απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Το άρθρ. 5, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19-6-1985). Σελ. 280 (θ) Τεύχος 1202 – Σελ. 102 Άρθρ.6.-«Όπου από τις διατάξεις του Καταστατικού και του Κανονισμού Παροχών αναφέρεται ο όρος «κλάσεις» εννοείται ο μηνιαίος μέσος όρος των αποδοχών της τελευταίας διετίας, επί των οποίων και καταβάλλει εισφορές». Το άρθρ. 6, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19-6-1985). Προαιρετική ασφάλιση Άρθρ.7.-«1.Ασφαλισμένοι οι οποίοι έχασαν ή θα χάσουν για οποιοδήποτε λόγο την ιδιότητα για την οποία ασφαλίσθηκαν, δικαιούνται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός χρόνου από την ημερομηνία απώλειας της ιδιότητας, να ζητήσουν με αίτησή τους τη συνέχιση της ασφάλισής τους σύμφωνα με όσα ορίζονται πιο κάτω: α)Εφόσον είχαν ασφαλιστική υπηρεσία τουλάχιστον 10 ετών το ανώτατο όριο του δικαιώματος για προαιρετική ασφάλιση ορίζεται σε δύο έτη. β)Εφόσον είχαν ασφαλιστική υπηρεσία τουλάχιστον 15 ετών το ανώτατο όριο του δικαιώματος για προαιρετική ασφάλιση ορίζεται σε 3 έτη. γ)Εφόσον είχαν ασφαλιστική υπηρεσία τουλάχιστον 20 ετών το ανώτατο όριο του δικαιώματος για προαιρετική ασφάλιση ορίζεται σε 4 έτη. δ)Εφόσον είχαν ασφαλιστική προϋπηρεσία τουλάχιστον 30 ετών το ανώτατο όριο του δικαιώματος δια προαιρετική ασφάλιση ορίζεται σε 5 έτη. ε)Εφόσον η ασφαλιστική υπηρεσία συμπίπτει μεταξύ 2 από τα ανωτέρω όρια υπολογίζεται ανάλογο κλάσμα χρόνου προαιρετικής ασφάλισης σε ακέραιο αριθμό μηνών. 2.Η εισφορά των ανωτέρω ορίζεται για τους μεν έμμισθους σε ποσοστό 4% επί των αποδοχών του τελευταίου μήνα της υπηρεσίας τους, για τους δε μη έμμισθους σε ποσοστό 6% επί του ποσού για το οποίο καταβάλλουν εισφορές του τελευταίου μήνα πριν από την απώλεια της ιδιότητάς τους». Το άρθρ. 7, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 της 116/489/24-26 απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19-6-1985). 39.Ζ.α.1 Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. Ανώτατο όριο αποδοχών για υπολογισμό εισφορών Άρθρ.8.-«α)Ορίζεται ως ανώτατο όριο αποδοχών επί των οποίων θα καταβάλλονται οι εισφορές των εμμίσθων και μη εμμίσθων ασφαλισμένων του Ταμείου οι αποδοχές του ασφαλιστικού υπαλλήλου Α΄ Κατηγορίας με 11-12 χρόνια προϋπηρεσίας, όπως αυτός ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της Αντιπροσωπευτικής Συνδικαλιστικής Οργάνωσης του Κλάδου Ιδιωτικών Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων. Ως αποδοχές στην προκειμένη περίπτωση εννοείται ο βασικός μισθός, τα διορθωτικά ποσά και η ΑΤΑ. β)Οι επί πλέον του ανωτέρω ποσού αποδοχές δεν υπόκεινται σε κρατήσεις, εκτός από τα Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, οι οποίες υπολογίζονται αυτοτελώς με τον περιορισμό του ανωτάτου ορίου αποδοχών που ορίζεται πιο πάνω. γ)Σε κάθε περίπτωση καθορισμού ή ανακαθορισμού των αποδοχών πάνω στις οποίες γίνονται κρατήσεις, για την εξεύρεση του ύψους της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των εμμίσθων και μη εμμίσθων προς το Ταμείο, αυτές θα στρογγυλοποιούνται στο πλησιέστερο χιλιόδραχμο». Το άρθρ. 8, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19-6-1985) Καταβολή συνεισφορών εργοδοτών και εισφορών εμμίσθων. Άρθρ.9.-1.Το προϊόν εκάστου μηνός των υπό του άρθρ. 4 του παρόντος Καταστατικού οριζομένων εργοδοτικών εισφορών των ιδιωτικών επιχειρήσεων ασφαλίσεως ή αντασφαλίσεως και των Οργανισμών Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου ή κοινωφελούς χαρακτήρος, των ασκούντων δυνάμει ειδικών νόμων επιχείρησιν ασφαλίσεως ή αντασφαλίσεως, καταβάλλεται το βραδύτερον εντός τεσσάρων μηνών από της λήξεως εκάστου μηνός υπό των άνω επιχειρήσεων και Οργανισμών εις το Ταμείον. «Από τις ίδιες επιχειρήσεις και Οργανισμούς υποβάλλεται στο Ταμείο, το αργότερο μέσα σε 60 ημέρες από τη λήξη κάθε μήνα, κατάσταση που να περιέχει τα ασφάλιστρα και αντασφάλιστρα (εσωτερικού και εξωτερικού) που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο μήνα, καθαρά από τις εν τω μεταξύ ακυρώσεις, ξεχωρισμένα κατά κλάδο ασφάλισης». Το μέσα στα « » πιο πάνω εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. β παρ. Ι της 116/3/935/5 Απρ. –13 Μαΐου 1983 (ΦΕΚ Β΄ 252) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Δια την καταβολήν των εν άρθρ. 4 του παρόντος Καταστατικού εισφορών των εμμίσθων ησφαλισμένων ευθύνεται ο εργοδότης. Πλείονες εργοδόται ευθύνονται αλληλεγγύως και αδιαιρέτως και εις ολόκληρον έκαστος. Κατά την πληρωμήν των αποδοχών εις τους ησφαλισμένους ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατή την βαρύνουσαν τούτους μηνιαίαν εισφοράν. Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώση την υποχρέωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας της πληρωμής των αποδοχών απαλλάσσεται ο ησφαλισμένος, της τοιαύτης καταβολής βαρυνούσης του λοιπού τον εργοδότην. Η παρά του εργοδότου μη καταβολή των εισφορών δεν συνεπάγεται δια τον ησφαλισμένον στέρησιν ή μείωσιν των δικαιωμάτων αυτού επί των παροχών. Την εισφοράν των εμμίσθων ησφαλισμένων ομού μετά σχετικής καταστάσεως υποχρεούνται ο εργοδότης αυτών να καταθέτη εις το Ταμείον εντός τριάκοντα ημερών από της λήξεως του μηνός εις ον αντιστοιχούν αι αποδοχαί. Προκειμένου περί ησφαλισμένων τελούντων εις προσωρινήν κατάστασιν συνεπαγομένην μείωσιν ή και παντελή στέρησιν των αποδοχών αυτών, χωρίς όμως να λύεται η υπαλληλική σχέσις, ο εργοδότης υποχρεούται ουχί ήττον εις την καταβολήν της μηνιαίας εισφοράς του εμμίσθου ησφαλισμένου ανεξαρτήτως της μειώσεως ή της στερήσεως των αποδοχών αυτού. 3.Οι εργοδόται υποχρεούνται να παρέχουν εις το Ταμείον πάσαν πληροφορίαν δυναμένην να καταστήση ευχερή και αποτελεσματικήν την άσκησιν του ελέγχου περί της υπαγωγής εις την ασφάλισιν της κανονικής πληρωμής των εισφορών και συνεισφορών. Το άρθρ. 9 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 67083 της 18 Δεκ. 1951/9 Ιαν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας. Τρόπος καταβολής εισφορών των μη εμμίσθων ησφαλισμένων.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.