← Ελλάδα

4. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 69790/Σ.769 της 11 Ιαν./11 Φεβρ. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 45) Περί εγκρίσεως ανασυνταχθέντος Καταστατικού του Ταμείου Προνοίας

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση εγκρίνει το ανασυνταχθέν Καταστατικό του Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Ο.Λ.Π., καθορίζοντας τους σκοπούς, τους πόρους, τις επενδύσεις κεφαλαίων και τους όρους χορήγησης δανείων στους ασφαλισμένους.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 69790/Σ.769 της 11 Ιαν./11 Φεβρ. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 45) Περί εγκρίσεως ανασυνταχθέντος Καταστατικού του Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Ο.Λ.Π. Βλέπε σχετικές διατάξεις στην παρ. 3 άρθρ. δεκάτου πέμπτου Νόμ. 2688/24 Φεβρ.-1 Μαρτ. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 40), κατωτ. αριθ. 19 ΄Εχοντες υπ’ όψει: 1.Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2.Το υπ’ αριθ. 2520/1953 Ν.Δ/μα «περί προσδιορισμού των αντικειμένων εφ’ ων εφαρμόζεται η διαδικασία η διαγραφομένη υπό των διατάξεων του Α.Ν. της 11-11-1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας κλπ.». 3.Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος «περί οργανώσεως και Συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής κυρωθέντος δια του υπ’ αριθ. 1392/49 Ν.Δ/τος. (Αντί για τη σελ.1821(γ) Σελ. 1821(δ) Τεύχος 1327 Σελ. 69 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 39.Ο.β.1-4 4.Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων ΟΛΠ υποβληθείσαν ημίν δια της υπ’ αριθ. 345/55 αναφοράς του. 5.Γνώμιν του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 191/55 Συνεδρίασις 242α της ΙΑ΄ Περιόδου της 5-9-56) Αποφασίζομεν. Εγκρίνομεν το ανασυνταχθέν Καταστατικόν του Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων ΟΛΠ εξ άρθρ. 27 έχον ούτω. Τίτλος-΄Εδρα ΄Αρθρ.1.-Το δυνάμει του Π.Δ. της 27/2-2/3/33 συσταθέν Ταμείον Προνοίας Υπαλλήλων ΟΛΠ, όπερ χάριν συντομίας, θα αποκαλήται εν τοις επομένοις «Ταμείον» εδρεύει εν Πειραιεί και στεγάζεται εν τω Καταστήματι του ΟΛΠ, υποχρεουμένου τούτου, εν περιπτώσει δι’ οιονδήποτε λόγον, στεγάσεως αυτού εκτός του Καταστήματός του, εις την καταβολήν του, εκ της αιτίας ταύτης, απαιτηθησομένου ενοικίου. Σκοπός ΄Αρθρ.10.-«Πάσα δια λογαριασμόν του Ταμείου προμήθεια και εκτέλεσις εργασιών ενεργείται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την επομένην διαδικασίαν. α)΄Ανευ δημοσίου διαγωνισμού δι’ απευθείας συμφωνίας κατάρτισις συμβάσεως εάν η ολική δαπάνη δεν υπερβαίνει τας 20.000 δραχμάς. β)Δια προχείρου μειοδοτικού διαγωνισμιού εάν η δαπάνη υπερβαίνει τας 20.000 δραχμάς, ουχί όμως και τας 75.000 δραχμάς. γ)Δια τακτικού δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού κατόπιν προκηρύξεως δημοσιευομένης εις τον ημερήσιον Τύπον κατά τους υπό του Νόμου προβλεπομένους όρους αν η δαπάνη υπερβαίνη τας 75.000 δραχμάς. δ)Τα ανωτέρω ποσά αναπροσαρμόζονται αυτομάτως βάσει των εκάστοτε εκδιδομένων αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών περί καταρτίσεως του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.». Το άρθρ. 10 αντικαταστάθηκε ως άνω από Β8/ 5/154/4822/24-24 Νοεμ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 1251) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 39.Ο.β.4 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) Πόροι του Ταμείου ΄Αρθρ.11.-1.Πόροι του Ταμείου είναι: α)Εισφορά εκάστου ησφαλισμένου, εκ 3%, επί του μισθού αυτού. β)Συνεισφορά του εργοδότου, εξ 6%, επί του μισθού εκάστου ησφαλισμένου. γ)Ποσοστόν εκ 2% επί πάσης δαπάνης του εργοδότου, εξαιρέσει του μισθού του υπαλληλικού, υπηρετικού και εργατικού προσωπικού αυτού. δ)Τα, εκ της πωλήσεως αχρήστου υλικού του εργοδότου, εισπραττόμενα. ε)Τα, εις τους ησφαλισμένους, επιβαλλόμενα πειθαρχικά πρόστιμα και ς)Αι προς το Ταμείον δωρεαί και κληροδοτήματα. 2.Ως μισθός του ησφαλισμένου, δια τον υπολογισμόν των, κατά τα εδάφ. α΄ και β΄ της προγουμένης παραγράφου, εισφορών νοείται, ο βασικός μισθός μετά των προσαυξήσεων λόγω: α)Ευδοκίμου παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ. β)Μη προαγωγής συνεπεία εξαντλήσεως της ειδικής ιεραρχίας και γ)Πολυετούς υπηρεσίας. 3.Προκειμένου περί προσώπων ησφαλισμένων εις το Ταμείον αγόντων ηλικίαν μικροτέραν του 18ου έτους συμεριλαμβανομένου, το ποσοστόν εισφοράς ησφαλισμένου και εργοδότου βαρύνει εξ ολοκλήρου τον εργοδότην από 1ης Απρ. 1953 μειούμενον εις το 1/4 αυτού, των κειμένων διατάξεων, προβλεπομένου, εις το 1/10 δε τούτου προκειμένου περί των εκ των ανωτέρω μαθητευομένων μαθητών και τεχνιτών, των προσλαμβανομένων κατά τας διατάξεις του από 6 Ιουν. 1952 Β.Δ/τος «περί μαθητείας». Αι δια το χρονικόν διάστημα από της ανωτέρω ημερομηνίας και εντεύθεν τυχόν επί πλέον καταβληθείσαι εισφοραί δεν επιστρέφονται. Δύνανται όμως επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου να συμψηφισθούν προς υφισταμένας ή μελλοντικάς υποχρεώσεις αυτού προς το Ταμείον εξ ασφαλιστικών εισφορών. Δια την καταβολήν εις το Ταμείον των ως άνω εισφορών και κρατήσεων ευθύνεται ο ΟΛΠ όστις υποχρεούται όπως εντός του επομένου μηνός, καταθέτη εις το Ταμείον το ποσόν το αντιστοιχούν εις τας εισφοράς του προηγουμένου μηνός, άλλως, υποχρεούνται, δια πάσαν καθυστέρησιν, πέραν των 15 ημερών από της λήξεως της ως άνω προθεσμίας εις την καταβολήν προσθέτου τέλους εκ 2% δι’ έκαστον μήνα καθυστερήσεως. Περί της επιβαρύνσεως των καθυστερουμένων εισφορών προς άπαντας τους Οργανισμούς Κοινων. Ασφαλίσεως βλ. Π.Υ.Σ. 92-1956 κυρωθείσαν δια του Ν.Δ. 3762/1957 (τόμ. 15Β σελ. 144,07α), και άρθρ. 3 του αυτού Ν.Δ/τος (σελ. 144,12α). ΄Οσον αφορά την ρύθμισιν τρόπου εξοφλήσεως καθυστερουμένων εισφορών βλ. 1)τας ανωτέρω διατάξεις, 2)Π.Υ.Σ. 162/1959 κυρωθείσαν δια του Νόμ. 4052/1960 (τόμ. 15Β σελ. 124,49α και επ.) και 3)άρθρ. 10 Νόμ. 4321/1963 (ΦΕΚ Α΄ 139-τόμ. 15Β σελ. 18,0021) εν συνδιασμώ προς την υπ’ αριθ. 51909/1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (τόμ. 15Β σελ. 124,02). Επένδυσις κεφαλαίων ΄Αρθρ.12.-1.Τα διαθέσιμα Κεφάλαια του Ταμείου δύνανται να επενδύωνται. α)Εις χρεώγραφα του Δημοσίου και εις αξίας ηγγυημένας παρ’ αυτού. «β)εις Μετοχάς Τραπεζών». Το εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. Φ.36/3/3798 της 20 Μαΐου/14 Ιουν. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 388). γ)Εις ακίνητα. δ)Εις προσωπικά δάνεια προς τους ησφαλισμένους. ε)Εις οικοδομικά ενυπόθηκα δάνεια προς τους ησφαλισμένους και ς)Εις ενυπόθηκα δάνεια δια την, υπό των ησφαλισμένων, αγοράν κατοικίας. 2.Το συνολικόν ποσόν, δια τας, κατά την προηγουμένην παράγραφον επενδύσεις δεν δύναται να υπερβαίνη τα 50/100 των διαθεσίμων Κεφαλαίων του Ταμείου. 3.Η αγορά των κατά τα εδάφ. α΄ και β΄ της παρ. 1 χρηματογράφων ενεργείται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας. Ως προς τας καταθέσεις και επενδύσεις των κεφαλαίων των Ν.Π.Δ.Δ. και Ασφαλιστικών Ταμείων, βλ. και Α.Ν. 1611/1950, εν συνδιασμώ και προς το Ν.Δ. 3856/1958 (τόμ. 39 σελ. 12α και επ.). Αγορά ακινήτων ΄Αρθρ.13.-1.«Μέρος των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου δύναται να διατίθηται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένη υπό του Υπουργού Κοιν. Υπηρεσιών, τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων γενικών και ειδικών Νόμων περί τοποθετήσεως των κεφαλαίων και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, εις ακίνητα ή οικόπεδα εξασφαλίζοντα από απόψεως κατασκευής και τίτλων ιδιοκτησίας πλήρως τα συμφέροντα του Ταμείου». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. Φ.36/3/3798 της 20 Μαΐου/14 Ιουν. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 388). 2.Δια την τοιαύτην αγοράν απαιτείται. α)Απόφασις του Δ.Σ. λαμβανομένη δι’ απολύτου πλειοψηφίας των μελών αυτού. (Αντί της σελ. 1829(β) Σελ. 1829(γ) Τεύχος 607-Σελ. 103 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 39.Ο.β.4 β)«Τα κατά τα ανωτέρω προκριθησόμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα ακίνητα εκτιμώνται παρ’ εκτιμητικής επιτροπής, ήτις υποχρεούται εις την σύνταξιν λεπτομερούς πρακτικού εκτιμήσεως εκάστου ακινήτου. Η επιτροπή συγκροτείται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου:1)Εκ του Προϊσταμένου του Γραφείου Σχεδίου Πόλεως ή του νομίμου αναπληρωτού του, 2)εκ του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου ή του νομίμου αναπληρωτού του εις την περιφέρειαν της αρμοδιότητος του οποίου κείται το προς αγοράν ακίνητον, 3)εξ ενός μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης, επί τη αιτήσει του Ταμείου». Το εντός « » εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 68787/Σ.672 της 29 Σεπτ./3 Νοεμ. 1964 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 488). γ)΄Εγκρισις του Υπουργείου Εργασίας. Η έγκρισις θεωρείται δοθείσα εάν ο Υπουργός δεν απαντήση εντός μηνός από της υποβολής των σχετικών πρακτικών του Δ.Σ. και εκθέσεων. Ο Υπουργός δικαιούται να ενεργήση κατά την κρίσιν του νέαν εκτίμησιν του ακινήτου δι’ εκτιμητικής επιτροπής οριζομένης παρ’ αυτού και απαρτιζομένης εξ ενός Καθηγητού του Πολυτεχνείου, εξ ενός ανωτέρου τεχνικού υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας και εξ ενός Οικονομικού Εφόρου. Αι δαπάναι των εκτιμήσεων και του ελέγχου των τίτλων ιδιοκτησίας βαρύνουσι το Ταμείον. Η αμοιβή των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Δάνεια Προσωπικού ΄Αρθρ.14.-1.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, μέρος των διαθεσίμων Κεφαλαίων του Ταμείου δύναται να επενδύηται εις δάνεια προσωπικά προς τους ησφαλισμένους αυτού, τηρουμένων εκάστοτε εγκυκλίων και αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας. 2.Το ποσόν του δανείου, δεν δύναται να υπερβαίνη τον μισθόν, ενός μηνός δια τους έχοντας συμπληρώσει πενταετή υποχρεωτικήν παρά τω Ταμείω ασφάλισιν δύο μηνών δια τους έχοντας οκταετή υποχρεωτικήν παρά τω Ταμείω ασφάλισιν και τριών μηνών δια τους έχοντας υπερδωδεκαετή ασφάλισιν. 3.Ως μισθός, δια τον, κατά την προηγουμένην παράγραφον, προσδιορισμόν του ποσού δανείου, νοείται ο εφ’ ου υπολογίζονται αι προς το Ταμείον εισφοραί του ησφαλισμένου. «4.Τα δάνεια ταύτα χορηγούνται επί τόκω 7% και ασφαλίστρω 1%, εξοφλούνται δε δια μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, οριζομένων υπό του Δ. Συμβουλίου και μη δυναμένων να υπερβώσι τας 36». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Ε4/154/3156 της 8 Αυγ./17 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1010) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Σελ. 1830(γ) Τεύχος 607-Σελ. 104 39.Ο.β.4 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) Δάνεια Οικοδομικά ΄Αρθρ.15.-1.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας και υπό τους περιορισμούς του άρθρ. 12 μέρος εκ των διαθεσίμων Κεφαλαίων του Ταμείου δύναται να επενδύηται εις οικοδομικά δάνεια προς τους ησφαλισμένους υπό τους κάτωθι όρους και προϋποθέσεις. α)΄Οτι ο ησφαλισμένος θέλει χρησιμοποιήσει το δάνειον προς ανέγερσιν κατοικίας ή προς αποπεράτωσιν ή βελτίωσιν ή επισκευήν αυτής. β)΄Οτι ο ησφαλισμένος είναι κύριος εξ ολοκλήρου ή μέρους του ακινήτου επί του οποίου θέλει ανεγερθή η κατοικία ή κύριος του υπό αποπεράτωσιν ή χρήζοντος βελτιώσεως ή επισκευής ακινήτου και γ)΄Οτι το περί ου ο λόγος ακίνητον είναι απηλλαγμένον παντός βάρους εμπραγμάτου ρυμοτομίας και κείται εντός σχεδίου πόλεως της περιοχής της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης. 2.«Τα δάνεια ταύτα παρέχονται εις τους κεκτημένους την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου και έχοντας συμπληρώσει δεκαετή τουλάχιστον υποχρεωτικήν ασφάλισιν παρά τω Ταμείω, εφ’ όσον δεν οφείλουσι ποσόν τι εξ ετέρου δανείου». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 63593/Σ.536 της 20/30 Σεπτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 601). 3.Το ποσόν του δανείου δεν δύναται να υπερβαίνη το 1/2 της αξίας ολοκλήρου ή του ανήκοντος εις τον ησφαλισμένον μέρους του ακινήτου εφ’ ου τα Ταμείον δικαιούται να εγγράψη πρώτην υποθήκην προς εξασφάλισιν της εκ της χορηγήσεως του δανείου, απαιτήσεώς του, αλλά ουδέ δύναται η τοκοχρεωλυτική δόσις αυτού, να είναι κατωτέρα του 1/5 των μηνιαίων αποδοχών του ησφαλισμένου. 4.Η εκτίμησις της αξίας του ακινήτου θα ενεργήται παρά τριμελούς Επιτροπής οριζομένης εξ ενός μέλους του Δ.Σ. οριζομένου υπό τούτου εξ ενός ανωτέρου Τεχνικού Υπαλλήλου του ΟΛΠ οριζομένου υπ’ αυτού και ενός ανωτέρου τεχνικού υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας. Τα δάνεια ταύτα θα εξοφλώνται τοκοχρεωλυτικώς επί τόκω 6% και δια μηνιαίων δόσεων, των οποίων ο αριθμός δεν δύναται να υπερβαίνη τους 180 μήνας. Δάνεια προς αγοράν κατοικίας ΄Αρθρ.16.-1.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας και υπό τους περιορισμούς του άρθρ. 12, μέρος των διαθεσίμων Κεφαλαίων του Ταμείου, δύναται να επενδύηται εις δάνεια προς τους ησφαλισμένους, δια την υπ’ αυτών αγοράν κατοικίας υπό τους κάτωθι όρους και προϋποθέσεις. α)«΄Οτι ο ησφαλισμένος είναι μόνιμος υπάλληλος και έχει δεκαετή τουλάχιστον υποχρεωτικήν ασφάλισιν εις το Ταμείον». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. ΙΙ της υπ’ αριθ. 63593/Σ.536 της 20/30 Σεπτ. 1966 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 601). β)Στερείται ιδιοκτήτου στέγης ο ίδιος ή η σύζυγος αυτού. (Μετά την σελ. 1830(β) Σελ. 1830,01 359-147 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 39.Ο.β.4 39.Ο.β.1 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) γ)΄Οτι η κατοικία ήτις δια του προϊόντος του δανείου ήθελε αγορασθή κείται εντός σχεδίου πόλεως της περιοχής της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης και είναι απηλλαγμένη παντός βάρους εμπραγμάτου ή ρυμοτομίας κλπ. δ)΄Οτι το Ταμείον θα εγγράψη πρώτην υποθήκην επί της αγορασθησομένης κατοικίας ήτις θέλει απαλειφθή μετά την ολοσχερή εξόφλησιν της επ’ αυτής απαιτήσεως αυτού. ε)΄Οτι ο ησφαλισμένος δεν έχει βαρύνει τον μισθόν του με ετέρας εκτός των κρατήσεων Φ.Κ.Π. χαρτοσήμου και ασφαλιστικών εισφορών υποχρεώσεις και ς)΄Οτι το δάνειον δεν θα υπερβαίνη το ποσόν όπερ δύναται να εξοφληθή δια μηνιαίας δόσεως ίσης προς το 1/5 των αποδοχών του δανειζομένου ησφαλισμένου. 2.Αι διατάξεις του προηγουμένου άρθρου αι σχέσιν έχουσαι με το ποσόν του τόκου του συναπτομένου δανείου, την εκτίμησιν του ακινήτου και τον χρόνον και τρόπον εξοφλήσεως του δανείου ισχύουσι και δια τα υπό του παρόντος άρθρου χορηγούμενα δάνεια. 3.Κατά την χορήγησιν των, δια του προηγουμένου και του παρόντος άρθρου προβλεπομένων δανείων προτιμώνται κατά σειράν. α)Οι έχοντες πολυμελεστέρας οικογενείας κατά λόγον των προστατευομένων προσώπων. β)Οι ασθενεστέρας οικονομικής καταστάσεως, λογω αποδοχών και περιουσίας γενικώς. Είσπραξις Δόσεων Δανείων. Άρθρ.17.-«1.Αι μηνιαίαι τοκοχρεωλυτικαί δόσεις των, κατά τα άρθρ. 14, 15 και 16 του παρόντος, χορηγουμένων δανείων παρακρατούνται εκ του μισθού του ησφαλισμένου, υποχρεωτικώς παρά του εργοδότου αυτού και αποδίδονται εις το Ταμείον εντός του πρώτου 15θημέρου του αμέσως επομένου μηνός από της εισπράξεως τούτων, υποχρεουμένου άλλως, δια πάσαν καθυστέρησιν, εις την καταβολήν των νομίμων τόκων υπερημερίας. 2.Εν περιπτώσει λύσεως καθ’ οιονδήποτε τρόπον της υπαλληλικής ή υπηρετικής σχέσεως του ησφαλισμένου, προ της εξοφλήσεως του χορηγηθέντος αυτώ δανείου, το Ταμείον παρακρατεί εκ του εφ’ άπαξ βοηθήματος τούτου ή των δικαιοδόχων προσώπων αυτού, καθ’ όσον μεν αφορά το χορηγηθέν αυτώ κατά τας διατάξεις του άρθρ. 14 του παρόντος, προσωπικόν δάνειον, ολόκληρον το ποσόν προς εξόφλησιν υπόλοιπον, καθ’ όσον δε αφορά τα χορηγηθέντα κατά τας διατάξεις των άρθρ. 15 και 16, του παρόντος Καταστατικού στεγαστικά ενυπόθηκα δάνεια, τα 40/100 του πρός εξόφλησιν υπολοίπου τούτων, μετά την παρακράτησιν του οποίου, το απομένον υπόλοιπον θέλει εξοφληθή δια της παρακρατήσεως της αυτής, κατά ποσόν τεκοχρεωλυτικής δόσεως μέχρι πλήρους εξοφλήσεως τούτων, εκ της καταβαλλομένης μηνιαίας συντάξεως του ησφαλισμένου ή των δικαιοδόχων προσώπων αυτού. Η τοκοχρεωλυτική ως άνω δόσις των κατά τας διατάξεις των άρθρ. 15 και 16 του παρόντος Καταστατικού, χορηγηθέντων στεγαστικών ενυποθήκων δανείων, παρακρατείται υποχρεωτικώς υπό του Ταμείου συντάξεως των ησφαλισμένων, και αποδίδεται εις το Ταμείον εντός του πρώτου 15θημέρου του αμέσως επομένου μηνός από της εισπράξεως ταύτης, υποχρεουμένου άλλως εις την καταβολήν των νομίμων τόκων υπερημερίας. 3.Η διάταξις της προηγουμένης παρ. 2 έχει εφαρμογήν από 1ης Ιαν. 1963». Το άρθρ. 17 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 35876/Σ.346 της 30 Απρ./11 Μαΐου 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 204). Ασφαλιστική Αναγνώρισις Προϋπηρεσίας ΄Αρθρ.18.-«1.Ο ασφαλισμένοις δικαιούται να ζητήση να του αναγνωριστεί ως χρόνος ασφάλισής του στο Ταμείο: α)Ο χρόνος που υπηρέτησε με οποιαδήποτε ιδιότητα στο Ο.Λ.Π., το Δημόσιο και οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. και ο οποίος του προσμετρήθηκε για την ένταξη και την επανένταξη στην υπηρεσία του. β)Ο χρόνος της κανονικής και αναρρωτικής άδειας που χορηγήθηκε χωρίς αποδοχές και μέχρι δύο χρόνια. γ)Ο χρόνος που παραμένει εκτός υπηρεσίας του, εφόσον επανήλθε σ’ αυτή βάσει νόμου ή σχετικής απόφασης του Συμβουλίου Επικρατείας ή κατόπιν ανάκλησης της Διοικητικής Πράξης της υπηρεσίας του, με την οποία απολύθηκε και δ)Ο χρόνος της εφεδρικής του υπηρεσίας στο στρατό. 2.α)Η αναγνώριση του χρόνου που αναφέρεται στις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου. β)Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την αναγνώριση αυτή είναι: αα)Αίτηση με την οποία ο ασφαλισμένος να ζητά, την αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας, η οποία μπορεί να υποβληθεί μέχρι της ημέρας λήψης του εφάπαξ βοηθήματος, και τον τρόπο εξαγοράς της. ββ)Πιστοποιητικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο ασφαλισμένος, από το οποίο να φαίνεται ο χρόνος που ζητά να αναγνωρίσει. γγ)Βεβαίωση της υπηρεσίας του, που να φαίνονται αναλυτικά οι αποδοχές που παίρνει κατά το μήνα υποβολής της αίτησης. 3.α)Η εξαγορά του χρόνου που αναγνωρίζεται με την καταβολή στο Ταμείο των εισφορών εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν στο χρόνο αυτό, οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις αποδοχές που υπόκεινται σε τακτικές ασφαλιστικές κρατήσεις κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την αναγνώριση. β)Το ποσόν της παραπάνω εξαγοράς καταβάλλεται εφάπαξ, από τον ασφαλισμένο σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία κοινοποίησης σ’ αυτόν της απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου για την αναγνώριση. (Αντί για τη σελ. 1831(α) Σελ. 1831(β) Τεύχος Ζ32-Σελ. 89 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 39.Ο.β.4 4.α)Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου μπορεί να γίνει και σε δόσεις, με παρακράτηση κάθε μήνα από τις αποδοχές του ασφαλισμένου, πρόσθετης εισφοράς, ίσης προς το άθροισμα της τακτικής μηνιαίας εισφοράς, ασφαλισμένου και εργοδότη που ισχύουν κάθε φορά. β)Η πρόσθετη εισφορά καταβάλλεται επί τόσους μήνες όσοι και οι μήνες που αναγνωρίζονται. γ)Η παρακράτηση της πρόσθετης εισφοράς γίνεται υποχρεωτικά από την υπηρεσία του και αποδίδεται στο Ταμείο μαζί με τις τακτικές εισφορές, αρχίζει δε από την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα από την κοινοποίηση της απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου. 5.α)Σε περίπτωση αποχώρησης του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, πριν από την ολοσχερή εξαγορά του χρόνου που αναγνώρισε, ο χρόνος που δεν εξαγοράσθηκε λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος, με την καταβολή ποσού ίσου, προς το γινόμενο της πρόσθετης εισφοράς του τελευταίου μήνα επί τον αρ. των υπολοίπων προς αναγνώρισην μηνών. β)Το ποσό της οφειλής που προκύπτει από το προηγούμενο εδάφιο, παρακρατείται από το εφάπαξ βοήθημα του ασφαλισμένου ή, σε περίπτωση θανάτου του, από το εφάπαξ βοήθημα των δικαιούχων μελών. 6.α)Δικαίωμα αναγνώρισης του χρόνου που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού έχουν και τα δικαιοδόχα πρόσωπα που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρ. 22 με τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους άμεσα ασφαλισμένους, η σχετική δε αίτηση για την αναγνώριση μπορεί να υποβληθεί μέχρι την ημέρα λήψης του εφάπαξ βοηθήματος. β)Η εξαγορά του χρόνου που αναγνωρίζεται γίνεται με την καταβολή στο Ταμείο του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη που ίσχυαν κατά την ημερομηνία του θανάτου του ασφαλισμένου, με τον αριθμό των μηνών που αναγνωρίζονται. γ)Το ποσόν της παραπάνω εξαγοράς παρακρατείται ολόκληρο, από το εφάπαξ βοήθημα που δικαιούνται τα δικαιοδόχα πρόσωπα. δ)Για τους, μέχρι της δημοσίευσης της απόφασης αυτής, συνταξιούχου και δικαιοδόχους αυτών, παρέχεται το δικαίωμα υποβολής της σχετικής αίτησης για αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας μέσα σε έξι (6) μήνες μετά τη λήψη του εφάπαξ βοηθήματος». Το άρθρ. 18 αντικαταστάθηκε ως άνω από την 154/3/2564/13-25 Οκτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 613), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 698/5 Δεκ. 1983) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 1832(β) Τεύχος Ζ32-Σελ. 90 39.Ο.β.4 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) Προϋποθέσεις Απολήψεως βοηθήματος ΄Αρθρ.19.-1.Οι του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 3 του παρόντος ησφαλισμένοι δικαιούνται εφ’ άπαξ βοηθήματος εκ του Ταμείου υπό τους κατωτέρω όρους και προϋποθέσεις. α)Εν περιπτώσει απολύσεώς των εκ της υπηρεσίας των Οργανισμών εις ους υπηρετούσι λόγω ορίου ηλικίας συμφώνως προς τας περί τούτου διατάξεις ή εν περιπτώσει απολύσεως δι’ οιανδήποτε αιτίαν εκτός της απολύσεώς των γενομένης λόγω αυθαιρέτου απουσίας ή καταδικαστικής τελεσιδίκου αποφάσεως επί υπεξαιρέσει, καταχωρήσει, απάτη, παραποιήσει, απιστία, λαθρεμπορία, κλοπή, ψευδορκία και πλαστογραφία και εφ’ όσον τα αδικήματα ταύτα στρέφονται εναντίον της υπηρεσίας των, παραιτήσεώς των λόγω υποβιβασμού θεωρουμένης ως απολύσεως, και εφ’ όσον συνεπλήρωσαν πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν 5 πλήρων ετών παρά τω Ταμείω. Η άσκησις ποινικής αγωγής δια τα ως άνω απαριθμηθέντα αδικήματα αναστέλλει την χορήγησιν εφ’ άπαξ βοηθήματος, μέχρι της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Ποινικού Δικαστηρίου. β)Εν περιπτώσει οιειοθελούς αποχωρήσεώς των εκ της υπηρεσίας των Οργανισμών εις ους υπηρετούσιν ή μετατάξεως ή εντάξεώς των εις έτερον Οργανισμόν εφ’ όσον συνεπλήρωσαν δεκαπενταετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν. «Το χρονικόν όριον της δεκαπενταετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας δεν ισχύει προκειμένου ησφαλισμένων, μεταταγέντων εις τον ΟΛΠ, δυνάμει της διατάξεως της παρ. 2, του άρθρ. 12, του Ν.Δ. 2942/1954 και εχόντων 35ετή συνολικήν υπηρεσίαν δημοσίου υπαλλήλου και υπαλλήλου ΟΛΠ, εξ ης εξαετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν παρά τω Ταμείω». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 14021/Σ.135 της 2/22 Σεπτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 325). «Ωσαύτως το χρονικόν όριον της δεκαπενταετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας παρά τω Ταμείω μειούται εις εξαετή πραγματικήν τοιαύτην προκειμένου περί αποχωρούντων της υπηρεσίας μονίμων υπαλλήλων του Ο.Λ.Π. υπαγομένων εις τας διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρ. 4 του Ν.Δ. 4210/1961». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 35151/555 της 20 Ιουν./11 Ιουλ. 1962 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 238). γ)Εάν συνεπεία σωματικής ή πνευματικής παθήσεως ή βλάβης καταστώσιν ολικώς και διαρκώς ανίκανοι προς εκτέλεσιν της υπηρεσίας των, εφ’ όσον συνεπλήρωσαν πέντε πλήρων ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν παρά τω Ταμείω. Εάν η εν λόγω ανικανότης οφείλεται εις ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος επελθόν εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας του, ο παθών δικαιούται εφ’ άπαξ βοηθήματος ασχέτως του χρόνου της παρά τω Ταμείω πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας του. 2.Οι των εδαφ. β΄ έως και ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 3, του παρόντος ησφαλισμένοι, δικαιούνται εφ’ άπαξ βοηθήματος εκ του Ταμείου, υπό τους κατωτέρω όρους και προϋποθέσεις. α)Εν περιπτώσει απολύσεώς των εκ της υπηρεσίας των Οργανισμών εις ους υπηρετούσι λόγω ορίου ηλικίας, συμφώνως προς τας περί τούτου διατάξεις ή εν περιπτώσει απολύσεως δι’ οιανδήποτε αιτίαν εκτός της απολύσεώς των γενομένης λόγω αυθαιρέτου απουσίας ή καταδικαστικής τελεσιδίκου αποφάσεως επί υπεξαιρέσει, καταχρήσει, απάτη, παραποιήσει, απιστία, λαθρεμπορία, κλοπή, ψευδορκία και πλαστογραφία εφ’ όσον τα αδικήματα ταύτα στρέφονται εναντίον της υπηρεσίας των, και εφ’ όσον συνεπλήρωσαν πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν 7 πλήρων ετών παρά τω Ταμείω. Η άσκησις ποινικής αγωγής δια τα ως άνω απαριθμηθέντα αδικήματα αναστέλλει την χορήγησιν εφ’ άπαξ βοηθήματος, μέχρι της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Ποινικού Δικαστηρίου. «β)Εν περιπτώσει οικειοθελούς αποχωρήσεως των εκ της υπηρεσίας των Οργανισμών εις ους υπηρετούσιν εφ’ όσον συνεπλήρωσαν δεκαπενταετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν». Η περίπτ. β΄ προστέθηκε και αυτή που ήταν β΄ αριθμήθηκε ως περίπτ. γ΄ από την 154/3/ 2324/20 Σεπτ.-22 Οκτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 961) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. γ.(β)Εάν συνεπεία σωματικής ή πνευματικής παθήσεως ή βλάβης, καταστώσιν ολικώς και διαρκώς ανίκανοι προς εκτέλεσιν της υπηρεσίας των εφ’ όσον συνεπλήρωσαν επταετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν παρά τω Ταμείω. Εάν η εν λόγω ανικανότης οφείλεται εις ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος επελθόν εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας του ο παθών δικαιούται εφ’ άπαξ βοηθήματος ασχέτως του χρόνου της παρά τω Ταμείω πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας του. 3.α)Η ολική διαρκής ανικανότης, περί ης τα εδάφ. γ΄ της παρ. 1 και β΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, διαπιστούται παρ’ Υγειονομικής Επιτροπής απαρτιζομένης εκ του Επιθεωρητού της Επαγγελματικής Υγιεινής του Υπουργείου Εργασίας, ως Προέδρου και δύο ιατρών οριζομένων παρά του Ταμείου. β)Ο εκάστοτε όμως κρινόμενος δικαιούται να ζητήση την συμμετοχήν εις την Υγειονομικήν Επιτροπήν ενός ιατρού της εκλογής του. Εν τη περιπτώσει ταύτη είς των παρά του Ταμείου οριζομένων ιατρών εκλεγόμενος παρά τούτου, αντικαθίσταται παρά του υπό του κρινομένου προτεινομένου. (Μετά τη σελ. 1832(α) Σελ. 1832,01 Τεύχος Ε123-Σελ. 55 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 39.Ο.β.4 γ)Η Υγειονομική Επιτροπή προκειμένου περί ειδικών παθήσεων ή βλαβών δύναται να προσλάβη ειδικόν ιατρόν, όστις έχει συμβουλευτικήν ψήφον. 4.Δια κανονισμού θέλουσιν ορισθή αι λεπτομέρειαι της συγκροτήσεως της ως άνω Υγειονομικής Επιτροπής και τα της εκπληρώσεως των έργων της. Αι αμοιβαί των απαρτιζόντων την Υγειονομικήν Επιτροπήν, οριζόμεναι δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου βαρύνουσι τούτο. Εάν όμως η γνωμάτευσις της Υγειονομικής Επιτροπής δεν ήθελε δικαιώσει τους ισχυρισμούς του κρινομένου περί της σωματικής ή πνευματικής καταστάσεως ούτος βαρύνεται δια του ημίσεος των αμοιβών των απαρτιζόντων την υγειονομικήν Επιτροπήν. Σελ. 1832,02 Τεύχος Ε123-Σελ. 56 39.Ο.β.4 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) Παροχαί ΄Αρθρ.2.-Σκοπός του ταμείου τούτου είναι η υπό τους κατωτέρω όρους και προϋποθέσεις παροχή εφ’ άπαξ χρηματικού βοηθήματος. α)Εις τους παρ’ αυτώ υποχρεωτικώς ησφαλισμένους, εν περιπτώσει αποχωρήσεως ή απολύσεως τούτων εκ της υπηρεσίας των, και β)Εις τα μέλη της οικογενείας του ησφαλισμένου εν περιπτώσει θανάτου του. Ασφαλιζόμενα Πρόσωπα ΄Αρθρ.20.-1.Το ποσόν του εφ’ άπαξ βοηθήματος, εις ο, κατά την παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου δικαιούται ο ησφαλισμένος απαρτίζεται. α)Δια τους έχοντας συμπληρώσει 5 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εκ ποσού ίσου προς τας καταβληθείσας τω Ταμείω ατομικάς εκάστου εισφοράς. Το αυτό ως άνω βοήθημα παρέχεται και εις τους εξερχομένους λόγω ανικανότητος, οφειλομένης εις ατύχημα, εκ βιαίου συμβάντος, επελθόν εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας των, ασχέτως χρόνου πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας. β)Δια τους έχοντας συμπληρώσει 6 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εκ ποσού ίσου πρός ένα μηνιαίο μισθόν, δι’ έκαστον πλήρες έτος, πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας και μέχρι 24 εν συνόλω μηνιαίων μισθών, και γ)Το υπό του προηγουμένου εδαφ. β΄ οριζόμενον βοήθημα προσαυξάνεται εκ του δεκάτου του αθροίσματος πάντων των από 1-1-45 και εφεξής, καταβληθέντων εις τον ησφαλισμένον μηνιαίων μισθών, περιλαμβανομένων και εκείνων, οίτινες ελήφθησαν υπ’ όψει, δια την από της αυτής ως άνω χρονολογίας αναγνώρισιν και εξαγοράν της προϋπηρεσίας των και εφ’ όσον, επί των ως άνω μισθών, διενεργήθησαν αι υπέρ του Ταμείου ασφαλιστικαί εισφοραί. «δ)Δια τους διακόψαντας ή διακόπτοντας μονίμους υπαλλήλους του Ταμείου Ασφαλ. Λιμενεργατών λόγω μετατάξεως εις έτερον Οργανισμόν την εις το Ταμείον υποχρεωτικήν ασφάλισιν και έχοντας μέχρι 15 μη συμπεπληρωμένην ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, το εφ’ άπαξ βοήθημα ισούται προς τον ατομικόν αυτών λογαριασμόν (εισφοραί-συνεισφοραί) μειωμένου τούτου κατά 25%». Το εδάφ. δ΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 22667/Σ.221 της 21/29 Αυγ. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 233). Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 261 της 30/9/58. 2.Δια τους από της ισχύος της παρούσης διατάξεως, υπαγομένους εις την ασφάλισιν του Ταμείου και έχοντας την κατά το εδάφ. α΄, της παρ. 1, του άρθρ. 3, ιδιότητα, το εφ’ άπαξ βοήθημα απαρτίζεται: α)Δια τους συμπληρώσαντας 5 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εκ ποσού ίσου προς τας καταβληθείσας τω Ταμείω ατομικάς εκάστου εισφοράς. Το αυτό ως άνω βοήθημα παρέχεται και εις τους εξερχομένους, λόγω ανικανότητος, οφειλομένης εις ατύχημα, εκ βιαίου συμβάντος, επελθόν εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας των, ασχέτως χρόνου πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας, και β)Δια τους συμπληρώσαντας 6 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εκ ποσού ίσου προς ένα μηνιαίον μισθόν, δι’ έκαστον πλήρες έτος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας και μέχρι 35 εν συνόλω μηνιαίων μισθών. 3.Δια τον καθορισμόν του κατά το εδάφ. β΄ των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, εφ’ άπαξ βοηθήματος, λαμβάνεται υπ’ όψει ο μέσος όρος των 12 προ της εξόδου εκ της υπηρεσίας, τελευταίων μισθών των αντιστοιχούντων εις τον οργανικόν βαθμόν του ησφαλισμένου. 4.Ως μισθός, δια την εφαρμογήν της προηγουμένης παραγράφου θεωρείται ο μισθός εφ’ ου ενεργούνται αι υπό του Καταστατικού του Ταμείου προβλεπόμεναι κρατήσεις. 5.Οι ενταχθέντες δυνάμει της υπ’ αριθ. 26237/ Ν.280/55 Κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, υπάλληλοι του Ταμείου, υπέρ των οποίων διατηρείται ο μισθός του Α.Ν. 610/1945, λογίζονται ως κατέχοντες τον βαθμόν του Διοικητικού υπαλλήλου του ΟΛΠ τον αντιστοιχούντα εις τον μισθόν, ον, ούτοι λαμβάνουν. Εάν όμως, ο μισθός του βαθμού ον κέκτηνται, είναι ανώτερος του βάσει του Α.Ν. 610/45, απονεμηθέντος, λαμβάνεται υπ’ όψει ο ανώτερος ούτος μισθός. 6.Το ποσόν του εφ’ άπαξ βοηθήματος, εις ο, κατά την παρ. 2, του προηγουμένου άρθρου, δικαιούται ο ησφαλισμένος απαρτίζεται: α)Δια τους έχοντας συμπληρώσει 7 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εκ ποσού ίσου προς τας καταβληθείσας τω Ταμείω, ατομικάς εκάστου εισφοράς. Το αυτό ως άνω βοήθημα παρέχεται και εις τους εξερχομένους λόγω ανικανότητος, οφειλομένης εις ατύχημα, εκ βιαίου συμβάντος επελθόν εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας των, ασχέτως χρόνου πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας. β)Δια τους έχοντας συμπληρώσει 8 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εκ ποσού ίσου, προς τα 50/100 του μισθού των, δι’ έκαστον έτος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας. γ)Δια τους έχοντας συμπληρώσει 12 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εκ ποσού ίσου, προς τα 75/100 του μισθού των, δι’ έκαστον πλήρες έτος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας, και δ)Δια τους έχοντας συμπληρώσει 16 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εκ ποσού ίσου προς ένα μηνιαίον μισθόν, δι’ έκαστον πλήρες έτος πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίας και μέχρι 35 εν συνόλω μισθών. 7.Δια τον καθορισμόν του κατά τα εδάφ. β΄, γ΄ και δ΄ της προηγουμένης παραγράφου, εφ’ άπαξ βοηθήματος λαμβάνεται υπ’ όψει ο μέσος όρος των 12 προ της εξόδου της υπηρεσίας τελευταίων μισθών, αντιστοιχούντων εις την θέσιν ην κατείχεν ο ησφαλισμένος. ΄Αρθρ.21.-1.Ησφαλισμένοι του Ταμείου, τυχόντες παρ’ αυτού, ένεκεν οιουδήποτε λόγου εφ’ άπαξ βοηθήματος ή επιστροφής ατομικών εισφορών επαναδιοριζόμενοι ή οπωσδήποτε αποκαθιστάμενοι εις την θέσιν των θεωρούνται υποχρεωτικώς ησφαλισμένοι, από της ημερομηνίας από της οποίας επανέλαβον υπηρεσίαν και δικαιούνται εφ’ άπαξ βοηθήματος του οριζομένου υπό των διατάξεων των παρ. 2 (Αντί για τη σελ. 1833) Σελ. 1833(α) Τεύχος Ε123-Σελ. 57 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 39.Ο.β.4 και 6, του προηουμένου άρθρου και άμα τη εκ νέου συμπληρώσει των υπό τούτων προβλεπόμενων, κατά περίπτωσιν χρονικών ορίων, πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας, αποκλειομένης της αναγνωρίσεως και της εξαγοράς του δι’ ον έτυχον εφ’ άπαξ βοηθήματος ή επιστροφής ατομικών εισφορών χρόνου υπηρεσίας. «Κατ’ εξαίρεσιν των εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζομένων, ησφαλισμένοι του Ταμείου, απολυθέντες της υπηρεσίας του Ο.Λ.Π. κατ’ εσφαλμένην εφαρμογήν των άρθρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 3768/57, των οποίων η περί απολύσεως απόφασις ανεκλήθη, θεωρούνται ως μη διακόψαντες την παρά τω Ταμείω ασφάλισιν. Το εφ’ άπαξ βοήθημα των ησφαλισμένων της κατηγορίας ταύτης υπολογιζόμενον κατά τας διατάξεις του άρθρ. 20 του παρόντος επί τη βάσει του συνολικού εν τη ασφαλίσει του Ταμείου διανυθέντος χρόνου ασφαλίσεως και των αποδοχών της οριστικής εξόδου εκ της υπηρεσίας μειούται κατά το ποσόν του βοηθήματος το οποίον έλαβον κατά την πρώτην έξοδον εκ της υπηρεσίας εντόκως προς 4% από της ημερομηνίας της νέας υπαγωγής των εις την ασφάλισιν». Αι ανωτέρω εντός « » παράγραφοι προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 9982/Σ.52 της 6/21 Μαρτ. 1964 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 102). Σελ. 1834(α) Τεύχος Ε123-Σελ. 58 39.Ο.β.4 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) Εφ’ άπαξ βοήθημα δικαιούχων προσώπων ΄Αρθρ.22.-1.Εις περίπτωσιν θανάτου τινός των εν άρθρ. 3, ησφαλισμένων προσώπων, δικαιουμένου κατά τους ορισμούς των άρθρ. 19 και 21 εις εφ’ άπαξ βοήθημα και μη τυχόντος τοιούτου, δικαιούνται παρά του Ταμείου, κατά τους ειδικωτέρους ορισμούς των επομένων διατάξεων, του παρόντος άρθρου, εφ’ άπαξ βοηθήματος τα κάτωθι μέλη της οικογενείας του. α)Η χήρα ή επί ησφαλισμένης ο χήρος σύζυγος αυτού. β)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα και τα υιοθετηθέντα τοιαύτα ή επί θανούσης, τα νόθα αυτής τέκνα, εφ’ όσον είναι άγαμα και προκειμένου περί αρρένων δεν υπερέβησαν το 21ον έτος της ηλικίας των. Το εν λόγω όριον ηλικίας δεν ισχύει προκειμένου περί τέκνων διαρκώς ανικάνων προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, της τοιαύτης ανικανότητός των διαπιστουμένης παρά της περί ης το άρθρ. 19 παρ. 3 Υγειονομικής Επιτροπής. γ)Ο πατήρ και η μήτηρ εάν τα πρόσωπα ταύτα συνετηρούντο κυρίως παρά του θανόντος (της θανούσης). Επί ησφαλισμένου υιοθετηθέντος προτιμώνται οι θετοί αυτού γονείς. δ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου, ορφανοί πατρός, έγγονοι, υπό τους όρους και περιορισμούς της περιπτ. β΄ του παρόντος άρθρου. ε)«Αι άγαμοι ή χήραι αδελφαί του ησφαλισμένου. Οι ορφανοί πατρός αδελφοί υπό τους όρους και περιορισμούς της αυτής περιπτ. β΄ του παρόντος άρθρου. Ως ορφανοί πατρός έγγονοι και αδελφοί λογίζονται και εκείνοι ων ο πατήρ ευρισκόμενος εν ζωή είναι διαρκώς ανίκανος προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν της τοιαύτης ανικανότητός του κρινομένης παρά της Υγειονομικής Επιτροπής του άρθρ. 19 παρ. 3». Το εδάφ. ε΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. ΙΙΙ της υπ’ αριθ. 63593/Σ.536 της 20/30 Σεπτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 601). 2.Η χήρα (ο χήρος) δικαιούται εφ’ άπαξ βοηθήματος, μόνον εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε μετά πάροδον τουλάχιστον δύο ετών από της τελέσεως του γάμου. Η τοιαύτη όμως προϋπόθεσις δεν ισχύει εάν: α)Ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον και γ)Η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου, τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. 3.α)Το εις την χήραν (τον χήρον) χορηγούμενον εφ’ άπαξ βοήθημα ισούται προς το 100% του βοηθήματος εις ο θα εδικαιούτο λαμβάνειν ο ησφαλισμένος (ησφαλισμένη) εάν, αντί να αποθάνη εξήρχετο της υπηρεσίας του δια ένα εκ των λόγων, οίτινες παρέχουν αυτώ δικαίωμα εις εφ’ άπαξ βοήθημα. β)Προκειμένου περί χήρας (χήρου) μεθ’ ενός τέκνου δικαιουμένου εφ’ άπαξ βοηθήματος το μεν εις την χήραν (χήρον) χορηγούμενον εφ’ άπαξ βοήθημα ισούται προς τα 60% το δε εις το τέκνον προς τα 40% του περί ου το προηγούμενον εδάφιον εφ’ άπαξ βοηθήματος. γ)Προκειμένου περί χήρας (χήρου) μετά πλειόνων του ενός τέκνων, δικαιουμένων εφ’ άπαξ βοηθήματος το μεν εις την χήραν (χήρον) χορηγούμενον εφ’ άπαξ βοήθημα ισούται προς τα 50%, το δε εις τα τέκνα προς τα έταιρα 50%, του περί ου το εδάφ. α΄ βοηθήματος κατανεμόμενον ισομερώς μεταξύ τούτων. 4.α)Προκειμένου περί τέκνων ορφανών εξ αμφοτέρων των γονέων το, εις αυτά, χορηγούμενον εφ’ άπαξ βοήθημα ισούται προς τα 100/100 του περί ου η προηγουμένη παρ. 3α, εφ’ άπαξ βοηθήματος κατανεμόμενον ισομερώς μεταξύ τούτων. Το αυτό βοήθημα χορηγείται προκειμένου και περί ενός ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων. β)Το εις την χήραν (μητέρα) συντηρουμένην υπό του θανόντος (θανούσης) χορηγούμενον εφ’ άπαξ βοήθημα ισούται προς τα 50% του περί ου η παρ. 3α εφ’ άπαξ βοηθήματος. Εάν αύτη όμως συντρέχη μετά χήρας (χήρου) συζύγου άνευ τέκνων ή μετά τέκνων μη διαιουμένων εφ’ άπαξ βοηθήματος το εφ’ άπαξ βοήθημα της χήρας μητρός ισούται προς τα 25/100 του κατά τα ως άνω εφ’ άπαξ βοηθήματος, μειουμένου του βοηθήματος της χήρας (χήρου) συζύγου αναλόγως. 5.α)Τα περί ων αι περιπτ. γ΄,δ΄και ε΄ της παρ. 1 του παρόντος πρόσωπα δικαιούνται εις εφ’ άπαξ βοήθημα εάν δεν εξηντλήθη το ποσόν του εφ’ άπαξ βοηθήματος δια της ικανοποιήσεως των δικαιωμάτων των περί ων αι προηγούμεναι παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου προσώπων. β)Το ποσόν του εφ’ άπαξ βοηθήματος εις ο δικαιούται έκαστον των προσώπων των περιπτ. γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ισούται προς τα 25% του κατά τους ορισμούς της παρ. 3α του παρόντος άρθρου βοηθήματος επιφυλασσομένης πάντοτε της εφαρμογής του προηγουμένου εδαφίου. Οσάκις λόγω της συνδρομής πλειόνων μελών οικογενείας των περιπτ. γ΄, δ΄ και ε΄ το ποσόν του βοηθήματος, του οποίου ταύτα δικαιούνται, υπερβαίνει το ποσόν του βοηθήματος το οποίον εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος το ποσόν του βοηθήματος εκάστου μειούται αναλόγως. Προσθήκη Διαδικασία απονομής εφ’ άπαξ βοηθήματος ΄Αρθρ.23.-1.Τα εφ’ άπαξ βοηθήματα καταβάλλονται υπό του Ταμείου, τη αιτήσει των ενδιαφερομένων, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. αυτού. (Αντί της σελ. 1835) Σελ. 1835(α) 300-129 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 39.Ο.β.4 2.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου ορισθήσονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, άτινα υποχρεούνται οι ησφαλισμένοι ή τα δικαιοδόχα πρόσωπα, να υποβάλλουν δια την απονομήν του εφ’ άπαξ βοηθήματος αυτών. ΄Εκπτωσις ΄Αρθρ.24.-1.Εκπίπτουσι του δικαιώματος προς απόληψιν εφ’ άπαξ βοηθήματος τα εν τω άρθρ. 22, του παρόντος Οργανισμού, αναφερόμενα δικαιοδόχα πρόσωπα, εις περίπτωσιν καθ’ ην ήθελε διαπιστωθή δι’ αποφάσεως του Ποινικού Δικαστηρίου, η ενοχή των εις πράξιν συνεπεία της οποίας επήλθεν ο θάνατος του εξ ου έλκουν το δικαίωμά των, ησφαλισμένου. 2.Η άσκησις της ποινικής αγωγής, δια την κατά την προηγουμένην παράγραφον αιτίαν, αναστέλλει την χορήγησιν εφ’ άπαξ βοηθήματος εις τα καθ’ ων αύτη πρόσωπα, μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως του Ποινικού Δικαστηρίου. Παραγραφή ΄Αρθρ.25.-1.Το προς απονομήν εφ’ άπαξ βοηθήματος δικαίωμα του ησφαλισμένου ή μελών της οικογενείας του παραγράφεται εάν εντός πενταετίας από της εκ της υπηρεσίας κατά τ’ ανωτέρω απομακρύνσεώς του ή του θανάτου αυτού δεν υπεβλήθη αίτησις περί απονομής τούτου. 2.Εάν ο δικαιούμενος βοηθήματος ησφαλισμένος απεβίωσε προ της λήξεως της ανωτέρω προθεσμίας χωρίς να υποβάλη την ρηθείσαν αίτησιν η προθεσμία προς υποβολήν της αιτήσεως εκ μέρους των δικαιουμένων εφ’ άπαξ βοηθήματος μελών της οικογενείας του παρατείνεται επί έν εισέτι έτος από της λήξεώς της. 3.Πάσα οφειλή του Ταμείου προς δικαιούμενον εφ’ άπαξ βοηθήματος μη εισπραχθείσα εξ υπαιτιότητος του δικαιούχου εντός διετίας αφ’ ης ημέρας ήτο καταβλητέα, παραγράφεται. Εκχώρησις-κατάσχεσις-συμψηφισμός ΄Αρθρ.26.-1.Απαγορεύεται η εκχώρησις ή κατάσχεσις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων εφ’ άπαξ βοηθημάτων. Κατ’ εξαίρεσιν, προκειμένου περί διατροφής συζύγου, κατιόντων και ανιόντων, δικαιουμένων τοιαύτης, κατά τας διατάξεις του Αστικού Κώδικος, επιτρέπεται η κατάσχεσις, κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών, μέχρι του 1/4 του χορηγουμένου εφ’ άπαξ βοηθήματος. Σελ. 1836(α) 300-130 «Επίσης κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται η εκχώρησις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων εφ’ άπαξ βοηθημάτων υπέρ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή ετέρου ΝΠΔΔ ή της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος και μέχρι του ποσού των 3/4 εν περιπτώσει χορηγήσεως υπό τούτων στεγαστικών ή οικοδομικών δανείων εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. IV της υπ’ αριθ. 63593/Σ.536 της 20/30 Σεπτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 601). 2.Συμψηφισμός με τα υπό του Ταμείου χορηγούμενα εφ’ άπαξ βοηθήματα επιτρέπεται μόνον προς απόσβεσιν των προς το Ταμείον, οφειλομένων οφειλών των ησφαλισμένων. Τελικαί διατάξεις ΄Αρθρ.27.-1.Αι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού τροποποιηθείσαι και συμπληρωθείσαι κατά την Νόμω οριζομένην διαδικασίαν, ισχύουσιν από της δημοσιεύσεώς των εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Πάσα διάταξις αντικειμένη τω παρόντι καταργείται. ΄Αρθρ.3.-1.Υποχρεωτικώς ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω είναι: α)Οι μόνιμοι υπάλληλοι και υπηρέται του ΟΛΠ, ως και οι τοιούτοι του Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων ΟΛΠ και οι του Ταμείου Ασφαλίσεως λιμενεργατών. β)Οι έκτακτοι και οι επί συμβάσει υπάλληλοι του προηγουμένου εδαφίου Οργανισμών. γ)Οι πρώην μόνιμοι υπάλληλοι του ΟΛΠ, οι δυνάμει της υπ’ αριθ. 59/1945 Συντ. Πράξεως επανελθόντες εις την κατάστασιν του ημερομισθίου υπαλλήλου αυτού. δ)Οι δυνάμει του Νόμ. 6148/1934 προσληφθέντες ως φύλακες του ΟΛΠ και ε)Οι δυνάμει του Νόμ. 1052/1938 προσληφθέντες επιτηρηταί χώρων του ΟΛΠ. Χαρακτήρ-Διοίκησις ΄Αρθρ.4.-1.Το Ταμείον, αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, τελούν υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας. 2.«Το Ταμείον διοικείται υπό επταμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου β)Εκ 2 Δημοσίων Υπαλλήλων εξ ων ο 1 τουλάχιστον του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εξ 1 μέλους της Διοικήσεως του Ο.Λ.Π. Σελ. 1822(δ) Τεύχος 1327 Σελ. 70 δ)Εκ 2 μελών εκ της τάξεως των ησφαλισμένων. ε)Εξ 1 προσώπου έχοντος πείραν εις τα θέματα Κοινων. Πολιτικής 2α.Ο πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοιν. Πολιτικής υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει». Αι παρ. 2 και 2α ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71048 της 8/18 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 328) αποφ. Υπ. Εργασίας. 2β.Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού Συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχ. δ΄ της παρ. 1 μελών του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού, ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. 39.Ο.β.4 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 3.Εις τας Συνεδριάσεις του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελε κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου του Επιτρόπου δυναμένου, να επιμείνη επί της διαφωνίας του. εφ’ όσον το Δ. Συμβούλιον ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ. Συμβουλίου υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κ. Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κ. Επιτρόπου ή του Δ. Συμβουλίου τούτου δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της υφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κ. Επίτροπος δύναται να αναστέλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού Συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κ. Επιτρόπου. Ο Κ. Επίτροπος δύναται να αναστέλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κ. Επιτρόπου. Ο Κ. Επίτροπος και αναπληρωτής αυτού διορίζεται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας, εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις απάσας τας συνεδριάσεις του Δ. Συμβουλίου και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κ. Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ. Συμβουλίου. (Αντί για τις σελ.1823(β)-1826) Σελ. 1823(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 71 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 39.Ο.β.4 39.Ο.β.1 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 3.«΄Απαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Σ.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Το υπό στοιχ. γ΄ της παρ. 1 μέλος και ο αναπληρωτής αυτού, λαμβάνονται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό της Διοικήσεως του Ο.Λ.Π. και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέων μελών (τακτικών και αναπληρωματικών). Η επιλογή των εργατικών Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τα ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του. 4.Το Δ.Σ ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 5 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινος λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία. Εντός της υπό της παρ. 3 του άρθρ. 8 του Νόμ. 4346/64 οριζομένης προσθεσμίας θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εραγασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβερνητικός Επίτροπος, τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. ως και ο Γραμματεύς μετά των αναπληρωτών του, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία. Μέχρι του διορισμού του νέου Δ.Σ. το ήδη υφιστάμενον νομίμως συνέρχεται και συνεδριάζει. Αι παρ. 3 και 4 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71048 της 8/18 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 328) αποφ. Υπ. Εργασίας. 4β.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. εκτελεί είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη Γραμματέως εκτελεί είς των υπαλλήλων του Ταμείου, οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ. Συμβουλίου. 5.Των συνεδριάσεων του Δ.Σ. τηρούνται, επιμελεία του Προέδρου, υπό του Γραμματέως, συνοπτικά πρακτικά, άτινα καταχωρίζονται εν ειδικώ βιβλίω και υπογράφονται εκάστοτε παρά του Προέδρου, Κ. Επιτρόπου, Γραμματέως και των παραστάντων εις αυτάς μελών του Δ.Σ. 6.Το Δ.Σ. συνεδριάζει τακτικώς μεν δίς του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις παραστή ανάγκη, κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου ή τούτου απόντος ή κωλυομένου, του Αντιπροέδρου ή εφ’ όσον ήθελον ζητήσει τούτο εγγράφως τρία τουλάχιστον τακτικά μέλη αυτού, αι δε αποφάσεις τούτου είναι εκτελεσταί άμα τη κυρώσει των πρακτικών. «7.Παρά τω Ταμείω συνιστάται τριμελής Επιτροπή οριζομένη υπό του Δ.Σ. και αποτελουμένη εκ 3 μελών αυτού, δια τον έλεγχον των δικαιολογητικών στοιχείων και καθορισμόν του, υπό του Κλάδου Προνοίας παρεχομένου εφ’ άπαξ βοηθήματος, ως και του, υπό του Κλάδου Αρωγής, παρεχομένου μηνιαίου οικονομικού βοηθήματος προς τους ησφαλισμένους του Ταμείου. Χρέη εισηγητού της Επιτροπής εκτελεί ο Δ/ντής του Ταμείου, άνευ ψήφου και Γραμματέως, ο Γραμματεύς του Δ.Σ. Αι αμειβόμεναι συν/σεις της εν λόγω Επιτροπής δεν δύνανται να υπερβούν τας 3 κατά μήνα». Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 63225/ Σ.591 της 21 Οκτ./7 Νοεμ. 1957 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 293). Αρμοδιότητες Δ. Συμβουλίου ΄Αρθρ.5.-1.Το Δ.Σ. διοικεί το Ταμείον, εποπτεύει την κανονικήν είσπραξιν των πόρων αυτού, διαχειρίζεται κατά τον συμφερώτερον τρόπον τα κεφάλαια του Ταμείου, αποφασίζει επί των αιτήσεων απονομής βοηθημάτων και επιμελείται της ταχείας καταβολής αυτών, καταρτίζει τον Κανονισμόν της εσωτερικής υπηρεσίας του Ταμείου και εγκρίνει τον ετήσιον Ισολογισμόν και Απολογισμόν αυτού. (Αντί για τη σελ. 1827) Σελ. 1827(α) Τεύχος Ε123-Σελ. 51 Ταμείο Επικ.Ασφ. Πρόνοιας και Ασθένειας εργαζομένων στα Λιμάνια(ΤΕΑΠΑΕΛ) 39.Ο.β.4 2.Το Ταμείον εκπροσωπείται καθ’ όλας αυτού τας σχέσεις υπό του Προέδρου του Δ.Σ. και τούτου απόντος ή κωλυομένου υπό του Αντιπροέδρου αυτού. ΄Ελεγχος ΄Αρθρ.6.-Τα του προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου διαχειρίσεως του Ταμείου διέπονται υπό των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας και των βάσει αυτών, εκδιδομένων εγκυκλίων διαταγών της αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας. Αποζημιώσεις μελών Δ. Συμβουλίου και οργάνων Ελέγχου ΄Αρθρ.7.-1.Εις τον Πρόεδρον, τον Αντιπρόεδρον, τα μέλη, τον Κ. Επίτροπον, τον Εισηγητήν και τον Γραμματέα του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών Επιτροπών παρέχονται αι υπό των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων προβλεπόμεναι πάγιαι ή και κατά συνεδρίασιν αποζημιώσεις ή και έξοδα κινήσεως δια τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των υπό τούτου οριζομένων Επιτροπών, αις ας λαμβάνουσι μέρος. «Αι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού περί καταβολής παγίας κατά μήνα ή κατά συνεδρίασιν αμοιβής ή αποζημιώσεως δια συμμετοχήν υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα εις πάσης φύσεως Συμβούλια ή Επιτροπάς του Ταμείου, δεν έχουσιν εφαρμογήν από 1 Ιαν. 1958 δια τους κεκτημένους την ιδιότητα του Δημοσίου υπαλλήλου ή του υπάλληλου Ν.Π.Δ.Δ., εφ’ όσον ούτοι δικαιούνται των υπό των οικείων Υπουργικών αποφάσεων καθωρισμένων εκάστοτε εξόδων κινήσεως δια την αυτήν υπηρεσιακήν απασχόλησιν». Η ανωτέω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 25861/Σ.268 της 19/30 Ιουν. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 182). 2.Εις τα ενασκούντα τον προληπτικόν και κατασταλτικόν έλεγχον διαχειρήσεως όργανα μη υπαλλήλους του Ταμείου παρέχονται αι, υπό των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων, καθοριζόμεναι αποζημιώσεις ή έξοδα κινήσεως. Υπηρεσίαι-Προσωπικόν Ταμείου ΄Αρθρ.8.-1.Η υπηρεσία του Ταμείου διεξάγεται παρ’ εμμίσθων υπαλλήλων, προσλαμβανομένων παρά του Δ.Σ. κατά τους ορισμούς του Κανονισμιύ Εσωτερικής Υπηρεσίας. 2.Τα καθήκοντα και τα δικαιώματα των υπαλλήλων του Ταμείου καθορίζονται δια του Κανονισμού της Εσωτερικής υπηρεσίας. 3.Ο Διευθυντής και το προσωπικόν του Ταμείου είναι μόνιμοι υπάλληλοι και απολαμβάνουσι της αυτής μετά των Δημοσίων υπαλλήλων προστασίας. Βλ. ήδη και τας διατάξεις του Β.Δ. της 23/24 Δεκ. 1955 «περί εφαρμογής του υπαλληλικού Κώδικος επί των υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (τόμ. 2Α σελ. 345). Σελ. 1828(α) Τεύχος Ε123-Σελ. 52 Οικονομική-Λογιστική Οργάνωσις ΄Αρθρ.9.-1.Το οικονομικόν έτος του Ταμείου άρχεται την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου του αυτού έτους. 2.Τα της λογιστικής οργανώσεως και λειτουργίας του Ταμείου διέπονται υπό των διατάξεων του από 27 Φεβρ. 1933 Δ/τος «Περί της λογιστικής λειτουργάις των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως και τρόπου της συντάξεως του Ισολογισμού αυτών», ως τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών Εγκυκλίων Διαταγών του Υπουργείου Εργασίας. Προμήθειαι

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.