Αυτός ο νόμος αφορά την κωδικοποίηση των διατάξεων για την κτηματογράφηση αστικών ακινήτων και τη δημιουργία του κτηματικού χάρτη και των κτηματικών βιβλίων. Σκοπός του είναι η δημοσιότητα, αναγνώριση και εξασφάλιση των εμπράγματων δικαιωμάτων επί των ακινήτων.
5/22 Σεπτ. 1923 Περί κωδικοποιήσεως των περί κτηματογραφήσεως αστικών ακινήτων διατάξεων τροποποιουμένων. Κεφάλαιον Α΄ Περί κτηματικού χάρτου των αστικών ακινήτων του Κράτους και του τρόπου συντάξεως αυτού. Άρθρον 1 Ο κτηματικός χάρτης μετά των συναφών αυτώ κτηματικών βιβλίων, μεθ’ ων αποτελεί ενιαίον σύνολον, σκοπεί την δημοσιότητα, αναγνώρισιν και εξασφάλισιν παντός επί των ακινήτων κτημάτων εμπραγμάτου δικαιώματος, δι’ οριοθετήσεως, εν τω χάρτη αναπαραστάσεως θέσει και μεγέθει, και εξακριβώσεως
νομικής μορφής των ακινήτων τούτων. Άρθρον 9 1.Εν περιπτώσει ανεπαρκείας του τακτικού και εκτάκτου τεχνικού, βοηθητικού και διοικητικού προσωπικού, του εις την 7.Γ.δ.5 Κτηματολόγιο τοπογραφικήν υπηρεσίαν ανήκοντος ή εις την διάθεσιν αυτής τεθέντος προς σύνταξιν του κτηματολογίου (δια τας κατά τα άρθρα 6,7 και 8 εποπτευούσας επιτροπάς, αρχειοφυλακεία, συνεργεία κλπ.) δύναται να προσλαμβάνηται υπό ταύτης και ειδικόν έκτακτον τοιούτον προσωπικόν επί ημερομισθίω ή και άλλω τρόπω οριζομένη αμοιβή, εις βάρος των πιστώσεων του κατά το άρθρον 26 ειδικού ταμείου. Πάντως ο τρόπος προσλήψεως του ανωτέρω προσωπικού και ο αριθμός αυτού κανονίζεται δι’ υπουργικής αποφάσεως βάσει του κατά το άρθρον 10 ειδικού οργανισμού. 2.Εν περιπτώσει εξαιρετικής ανάγκης δύναται η εκτέλεσις των κατά το προηγούμενον άρθρον τεχνικών εργασιών να εκχωρήται εν όλω ή εν μέρει και εις ημεδαπούς ή αλλοδαπούς αναδόχους, παρέχοντας επαρκή εχέγγυα γνώσεων και πείρας των τοιούτων εργασιών και ακριβούς αυτών εκτελέσεως. Η εκχώρησις δύναται να γίνηται κατόπιν δημοσίου συναγωνισμού ή και δι’ απ’ ευθείας συμφωνίας. Πάντως η περί
τοιαύτης εκχωρήσεως σύμβασις κυρούται δια β.διατάγματος, εκδιδομένου μετά γνώμην του Σ.Α.Κ., εφ’ όσον δε η προϋπολογιζομένη δαπάνη του όλου εκχωρουμένου έργου υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια απαιτείται προσθέτως και η σχετική απόφασις του υπουργικού συμβουλίου. Εν περπτώσει εκτελέσεως δημοσίου συναγωνισμού δια την εκχώρησιν του έργου, δύναται να μη θεωρήται η μικροτέρα προσφορά ως απαραίτητος όρος προτιμήσεως. Άρθρον 10 1.Προκειμένης
ενάρξεως
κτηματογραφήσεως πόλεώς τινος κλπ. επιτροπή καταρτιζομένη υπό του Υπουργού
Συγκοινωνίας, προβαίνει εις επιτόπιον εξακρίβωσιν των συνθηκών υφ’ ας διατελούσιν εν γένει τα ακίνητα κτηματογραφηθησομένης εκτάσεως από τεχνικής, οικονομικής και νομικής απόψεως, και συντάσσει έκθεσιν περί του κατά την κρίσιν
ακολουθητέου συστήματος δια την σύνταξιν του κτηματολογίου. 2.Το Σ.Α.Κ., βάσει
ανωτέρω εκθέσεως και του κατά τα ανωτέρω γενικού προγράμματος και λοιπών στοιχείων, καταρτίζει εν γενικότητι το ειδικόν πρόγραμμα δια την σύνταξιν του κτηματολογίου
κτηματογραφηθησομένης πόλεως κλπ. και τον ειδικόν οργανισμόν των υπηρεσιών (συνεργείων, αρχειοφυλακείου κλπ.), αίτινες θέλουσιν επιληφθή
συντάξεως ταύτης και
τηρήσεως του κτηματολογίου. Επί τη βάσει του προγράμματος και του οργανισμού τούτου ο Υπουργός
Συγκοινωνίας εκδίδει εφεξής τας περί
εκτελέσεως του κτηματολογίου σχετικάς διαταγάς του. Τα ανωτέρω ειδικά προγράμματα και οργανισμοί δύνανται να τροποποιώνται και μετά την αρχικήν κατάρτιστίν των κατά τον αυτόν τρόπον αναλόγως των ενδεικνυομένων αναγκών. Κεφάλαιον Γ΄ Οριοθέτησις των ακινήτων κτημάτων και εξακρίβωσις
νομικής αυτών μορφής. Άρθρον 11 1.Η οριοθέτησις και εξακρίβωσις
νομικής μορφής των κτηματογραφηθησομένων κτημάτων ενεργείται κατά την επομένην διαδικασίαν. 2.Η εποπτεύουσα επιτροπή δια δημοσίας γενικής προσκλήσεως τοιχοκολλωμένης εις τα δημοσιώτερα μέρη
πόλεως, κώμης κλπ. ης επίκειται η κτηματογράφησις, αναγινωσκομένης εις τας εκκλησίας και δημοσιευομένης εις άπαντα τα εν τη πόλει κλπ. ταύτη τυχόν εκδιδομένα και εις τρία τουλάχιστον εκ των εν Αθήναις εκδιδομένων και εις αυτήν κυκλοφορούντων ημερησίων φύλλων τρις, ημέραν παρ’ ημέραν, καλεί τους νομείς, κυρίους ή άλλους αξιούντας εμπράγματον δικαίωμα επί των εντός
πόλεως κλπ. ή ωρισμένου αυτής τμήματος περιλαμβανομένων ακινήτων κτημάτων, όπως υποβάλωσιν εις τον οικείον αρχειοφύλακα επί αποδείξει παραλαβής, και εντός προθεσμίας δύο μηνών, αρχομένης από
τοιχοκολλήσεως, δήλωσιν υπογεγραμμένην υπ’ αυτών ατομικώς ή υπό παντός προσώπου δια λογαριασμόν αυτών ενεργούντος, και περιέχουσαν: 1)Το όνομα, επώνυμον, επάγγελμα, υπηκοότητα, θρήσκευμα, κατοικίαν και τόπον διαμονής του δηλούντος, προσέτι δε και εκείνου, όστις δια λογαριασμόν του δικαιούχου ήθελε τυχόν υπογράψει την δήλωσιν. 2)Περιγραφήν
ακινήτου ιδιοκτησίας του δικαιούχου, καθορίζουσαν α)την οδόν και τους μεθ’ ων η ιδιοκτησία συνορεύει κατά τα σημεία του ορίζοντος γείτονας, μετά μνείας του ονόματος, επωνύμου, επαγγέλματος, υπηκοότητος, θρησκεύματος, κατοικίας και διαμονής αυτών, και β)το ως έγγιστα εμβαδόν
ιδιοκτησίας εις μέτρα τετραγωνικά, εφ’ όσον τούτο είναι γνωστόν εις τον δηλούντα. 3)Σημείωμα των βαρυνόντων την ιδιοκτησίαν εμπραγμάτων βαρών μετά προσδιορισμού
ταυτότητος και
κατοικίας ή διαμονής των υπέρ ων τα βάρη. Εις την ανωτέρω δήλωσιν επισυνάπτονται α)οι τυχόν υπάρχοντες τίτλοι, και β)το τυχόν υπάρχον σχεδιάγραμμα
ακινήτου ιδιοκτησίας. Άπαντα τα ανωτέρω έγγραφα παραδίδονται επί αποδείξει εις τον αρχειοφύλακα, όστις ταξινομεί και καταχωρεί ταύτα εις ειδικά ευρετήρια, καταρτίζων ίδιον φάκελλον δι’ εκάστην ιδιοκτησίαν. 3.Μετά την ταξινόμησιν των κατά τα ανωτέρω εγγράφων υπό του αρχειοφύλακος και κατόπιν συνεννοήσεως αυτού μετά των οριοθετών περί
προσφορωτέρας σειράς καθ’ ην δέον να γίνη η οριοθέτησις, παραδίδονται εις αυτούς εκ των εγγράφων τούτων όσα κρίνονται αναγκαία δια την τοιαύτην οριοθέτησιν. 4.Εν τη κατά τα ανωτέρω (παραγρ. 2) προσκλήσει ορίζεται και η προθεσμία εντός
οποίας οι υποβαλλόντες τας δηλώσεις δέον να παρουσιασθώσιν εις το Κ.Α. Σελ. 253 Κτηματολόγιο 7.Γ.δ.5 και να λάβωσι γνώσιν περί του χρόνου καθ’ ον γενήσεται επιτοπίως η οριοθέτησις εκάστου κτήματος ή ομάδος γειτνιαζόντων κτημάτων. Πάντως ο αρχειοφύλαξ οφείλει να ειδοποιή τους ενδιαφερομένους περί του χρόνου καθ’ ον θα άρξηται η επί τόπου οριοθέτησις των κτημάτων δια γενικής ανακοινώσεως τοιχοκολλωμένης εις τα δημοσιώτερα μέρη
πόλεως κτλ. και δημοσιευομένης και εις τα εν αυτή ή τη πλησιεστέρα πόλει κτλ. κυκλοφορούντα φύλλα. Οι ενδιαφερόμενοι προσερχόμενοι εις το Κ.Α. ωρισμένας ημέρας και ώρας οριζομένας εν τη ως άνω ειδοποιήσει, δύνανται να λαμβάνωσι λεπτομερή γνώσιν παρά του οικείου οριοθέτου του χρόνου καθ’ ον γενήσεται η οριοθέτησις των δι’ α ενδιαφέρονται κτημάτων. 5.Οι μη υποβαλόντες εμπροθέσμως τα κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου στοιχεία, δύνανται να υποβάλωσι ταύτα εις τον αρχειοφύλακα ή εις τον οικείον οριοθέτην απ’ ευθείας επί αποδείξει παραλαβής και διαρκούσης
οριοθετήσεως του κτήματος εν ω περιλαμβάνεται το όπερ τα στοιχεία ταύτα αφορώσιν ακίνητον. Άρθρον 12 1.Κατά τον ορισθέντα χρόνον ο οικείος οριοθέτης επιλαμβάνεται του έργου αυτού, λαμβάνων υπ’ όψει τους προϋποβληθέντας ή και ήδη το πρώτον ενώπιον αυτού υποβαλλομένους τίτλους. Και εν ή μεν περιπτώσει ουδεμία εγείρεται αμφισβήτησις περί του δικαιώματος του εμφανιζομένου ως δικαιούχου, συνομολογούνται υπό των εμφανιζομένων ομόρων γειτόνων τα όρια, συμπληρούται η ενδεχομένως απαιτουμένη επί του εδάφους σήμανσις των ορίων και συντάσσεται επιτοπίως υπό του οριοθέτου πρακτικόν, εν ω αναφέρεται η γενομένη οριοθέτησις μετά των αναγκαίων στοιχείων αυτής και του ονόματος του δικαιούχου και εφ’ ου υποτυπούται πρόχειρον σχεδίασμα του ακινήτου, εμφαίνον τουλάχιστον τας διαστάσεις
περιμέτρου αυτού. Τα στοιχεία του πρακτικού καταχωρούνται υπό του οριοθέτου εν περιλήψει εις πρόχειρα βιβλία, άτινα παρακολουθούσι τα πρακτικά κατά την περαιτέρω διαδικασίαν περί ης τα επόμενα άρθρα. Το ανωτέρω πρακτικόν υπογράφεται υφ’ όλων των συμπραττόντων προσώπων, εν περιπτώσει δε απουσίας ή αρνήσεως των ενδιαφερομένων, ως και εν περιπτώσει αγραμμάτου, υπογράφεται υπό του οριοθέτου και δύο ετέρων υπαλλήλων του επί
κτηματογραφήσεως συνεργείου. 2.Εγερθείσης αμφισβητήσεως είτε περί των ορίων είτε περί του δικαιώματος του δικαιούχου, ο οριοθέτης εκτιμά τους ως ανωτέρω προσαγομένους τίτλους και εξακριβοί εκ των ενόντων την αλήθειαν των υποβαλλομένων ισχυρισμών κατ’ ανάλογον επί του προκειμένου εφαρμογήν του άρθρου 3 του νόμου ΓΨ4Ζ΄
21 Ιουνίου 1911, προβαίνων μετ’ αποτυχούσαν πρόσκλησιν των ενδιαφερομένων προς συμβιβαστικόν καθορισμόν των ορίων εις την οριοθέτησιν
περί ης πρόκειται ακινήτου ιδιοκτησίας καθ’ όμοιον τρόπον προς τον εν τη περιπτώσει
προηγουμένης παραγράφου οριζόμενον, μνημονεύων εν τω υπ’ αυτού Σελ. 254 συνταχθησομένω πρακτικώ συνοπτικώς, αλλ’ ακριβώς, τας εγερθείσας αμφισβητήσεις και καθορίζων τον κατά την κρίσιν αυτού πιθανολογούμενον δικαιούχον
αυτής ιδιοκτησίας. 3.Εάν ο οριοθέτης αμφιβάλη περί
χορηγητέας λύσεως κατά την ανωτέρω αμφισβήτησιν, απευθύνεται δια του αρχειοφύλακος εις την οικείαν εποπτεύουσαν επιτροπήν, ήτις αποφασίζει σχετικώς. 4.Η από του τόπου των εργασιών
οριοθετήσεως απουσία τινός ή πάντων των νομίμως κατά το άρθρον 11 κληθέντων ενδιαφερομένων δεν εμποδίζει τον οριοθέτην να προβή εις το έργον αυτού, κατά την εν τοις ανωτέρω οριζομένην διαδικασίαν. 5.Περί την συμπλήρωσιν
οριοθετήσεως εν εκάστω των κατά το ανωτέρω (άρθρον 11 παράγραφ. 4) τμημάτων, ο οριοθέτης επιστρέφει εις τον αρχειοφύλακα τα παραδοθέντα αυτώ υπό του τελευταίου ή και απ’ ευθείας υπό των ενδιαφερομένων τίτλους και λοιπά έγγραφα, άτινα ταξινομούμενα τηρούντα εν τω Κ.Α. «Επίσης παραδίδει αυτώ και τα συνταχθέντα πρακτικά οριοθετήσεως επισυνάπτων εις διπλούν και γενικόν συνοπτικόν διάγραμμα οριοθετήσεως, εκάστου οικοδομικού τετραγώνου ή ομάδος ιδιοκτησιών». Το εντός « » β΄ εδάφιον
παραγρ. 5 προσετέθη υπό του άρθρ. 1 εδ. 7 ν. 4351/1929. Κεφάλαιον Δ΄ Σύνταξις του κτηματικού χάρτου και των κτηματικών βιβλίων. Άρθρον 13 1.Το τεχνικόν μέρος
κτηματογραφήσεως (τριγωνισμός, πολυγωνικόν δίκτυον, αποτύπωσις των ακινήτων και υποτύπωσις αυτών εν τω χάρτη, οριοσήμανσις, μέτρησις και χαρακτηρισμός των ακινήτων κλπ.) εκτελείται βάσει κανονισμών καθοριζόντων εν εκάστη περιπτώσει τας ακολουθητέας μεθόδους, τα όρια ακριβείας και πάσαν ετέραν συναφή τεχνικήν λεπτομέρειαν. 2.Οι κατά την προηγουμένην παράγραφον κανονισμοί καταρτίζονται υπό του Σ.Α.Κ. και εγκρίνονται δια β. διατάγματος. 3.Κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον καθορίζεται ο τύπος των κτηματικών βιβλίων και των πάσης φύσεως ευρετηρίων και ο τρόπος συμπληρώσεως αυτών. Άρθρον 14 1.Επί τη βάσει του κατά το άρθρον 12 πρακτικού του οριοθέτου και του επ’ αυτού προχείρου σχεδιαγράμματος, αναπαριστώνται εν πάση περιπτώσει υπό των οικείων συνεργείων αι δια του σχεδιάσματος τούτου ορισθείσαι οριοθετικαί γραμμαί επί χάρτου συντασσομένου υπό των κατά τ’ ανωτέρω τοπογραφικών συνεργείων. 2.Εν τω κατά τ’ ανωτέρω χάρτη, πλην των οριοθετικών γραμμών αναπαριστώνται και πάντα τα ακίνητα κτήματα
κτηματογρα7.Γ.δ.5 Κτηματολόγιο φουμένης εκτάσεως, εν πάσαις αυτών ταις λεπτομερείαις. 3.Παραλλήλως τω κατά την προηγουμένην παράγραφον κτηματικώ χάρτη δέον να συντάσσηται, βάσει των αυτών τεχνικών δεδομένων και των κατά το άρθρον 13 κανονισμών, και ο τοπογραφικός και χωροσταθμικός χάρτης
κτηματογραφουμένης εκτάσεως (εφ’ όσον δεν υπάρχει επαρκούς ακριβείας τοιούτος), όστις δεν αποτελεί μεν επίσημον στοιχείον του κτηματολογίου, αλλά δύναται να χρησιμοποιήται επιβοηθητικώς προς διευκρίνισιν συναφών αυτώ ζητημάτων. Άρθρον 15 1.Μετά την συμπλήρωσιν του κατά το προηγούμενον άρθρον χάρτου (αποτελούντος πλέον τον κτηματικόν ή κτηματολογικόν χάρτην), υποβάλλεται ούτος μετά των κατά το άρθρον 12 πρακτικών εις την διεύθυνσιν (τον προϊστάμενον)
τοπογραφικής υπηρεσίας προς έλεγχον και θεώρησιν, καταρτιζομένων άμα και των αντιγράφων αυτού, άτινα εξελέγχονται και θεωρούνται κατά τον αυτόν τρόπον. «Ακολούθως άπαντα τα ανωτέρω στοιχεία αποστέλλονται εις το γραφείον τηρήσεως κτηματολογίου, εκ τούτων δε ο πρωτότυπος κτηματογραφικός χάρτης κατατίθεται εις το Κ.Κ.Α.». Το εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 εδ. 8 ν. 4351/1929. 2.Η εποπτεύουσα επιτροπή εξελέγχει τα εν άρθρω 11 αναφερόμενα έγγραφα και τα ανωτέρω πρακτικά εν σχέσει προς τον κτηματογραφικόν χάρτην και δίδει εντολήν εις τον αρχειοφύλακα προς σύνταξιν των κτηματικών βιβλίων. 3.Τα ανωτέρω κτηματικά βιβλία μετά την σύνταξίν των εξελέγχονται υπό
εποπτευούσης επιτροπής, εν συνδυασμώ προς τον ανωτέρω χάρτην, εκάστη δε τούτων σελίς αριθμείται κατά συνεχή αύξοντα αριθμόν και μονογραφείται υπό του προέδρου
εποπτευούσης επιτροπής και του οικείου αρχειοφύλακος. Εις την τελευταίαν σελίδα των ανωτέρω βιβλίων συντάσσεται υπό
ιδίας επιτροπής σύντομον πρακτικόν περί του κατά τα ανωτέρω ελέγχου αυτών ως παραρτημάτων του κτηματικού χάρτου. Δια
συντάξεως του πρακτικού τούτου ο κτηματικός χάρτης (όστις, ως ωρίσθη εν άρθρω 1, αποτελεί μετά των κτηματικών βιβλίων ενιαίον σύνολον) θεωρείται οριστικώς κυρωθείς. Το πρωτότυπον των κτηματικών βιβλίων κατατίθεται εις το Κ.Κ.Α., αντίγραφα δ’ αυτών καταρτιζόμενα κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον κατατίθενται εις το οικείον Κ.Α. 4.Η σύνταξις, συμπλήρωσις και κύρωσις του κτηματικόυ χάρτου και των κτηματικών βιβλίων δύναται να εκτελήται και τμηματικώς εφ’ όσον συμπληρούνται αι σχετικαί εργασίαι. 5.Μετά την κύρωσιν του κτηματικού χάρτου ο αρχειοφύλαξ καταρτίζει τα σχετικά ευρετήρια αυτού. Άρθρον 16 «Το Γ.Τ.Κ. μετά την κατά τ’ ανωτέρω παρ’ αυτώ κατάθεσιν και κύρωσιν του κτηματικού χάρτου (ή και τμήματος αυτού μόνον) ειδοποιεί περί τούτου τους ενδιαφερομένους δια γενικής προσκλήσεως καταχωριζομένης τρις εις τρία τουλάχιστον των εν τη πόλει κλπ. κυκλοφορούντων ημερησίων φύλλων. Απαραιτήτως πρέπει να ειδοποιήται και ατομικώς έκαστος ενδιαφερόμενος δια
αστυνομικής αρχής ή και υπό υπαλλήλου του άνω γραφείου, κοινοποιουμένου αυτώ αποσπάσματος του κτηματικού χάρτου επί αποδείξει παραλαβής». Η § 1 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρου 1 εδ. 9 ν. 4351/1929 (κατωτ. αριθ. 7). 2.Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας «πέντε» μηνών από
προς αυτούς κοινοποιήσεως
προσκλήσεως ή τοις εν ταις εφημερίσι πρώτης δημοσιεύσεως αυτής, να υποβάλλωσιν εγγράφως εις την εποπτεύουσαν επιτροπήν αυτοπροσώπως, ή δια προσώπου ενεργούντος δια λογαριασμόν αυτών, αντιρρήσεις όσο αφορά το ακριβές
οριοθετήσεως (θέσιν οροσήμων, όνομα δικαιούχου και συνδικαιούχων κλπ.)
ακινήτου ιδιοκτησίας. Επί των αντιρρήσεων τούτων αποφαίνεται ανεκκλήτως η εποπτεύουσα επιτροπή. Η προθεσμία ηυξήθη από δύο εις πέντε μήνας δια του άρθρ. 1 εδ. 10 ν. 4351/1929. «3.Εάν η εποπτεύουσα επιτροπή ήθελεν αποδεχθή εν όλω ή εν μέρει τας υποβληθείσας αυτή αντιρήσεις, διατυπώνει την περί τούτου απόφασιν αυτής εν πρακτικώ, βάσει δε τούτων το Γ.Τ.Κ. επιμελείται την αναγκαίαν συμπληρωματκήν κτηματογραφικήν αποτύπωσιν, επί τη βάσει
οποίας μεταφέρονται εις τα συντελεσθέντα κτηματικά σχεδιαγράμματα και τα σχετικά κτηματικά βιβλία τα νέα στοιχεία δια μελάνης διαφόρου χρώματος, άνευ εξαλείψεως των αρχικών τοιούτων μετά σχετικής μνείας επ’ αυτών». Αι ως άνω αποφάσεις μετά των εκ
εφαρμογής τούτων εξαχθέντων αποτελεσμάτων ανακοινούνται τοις ενδιαφερομένοις υπό του Γ.Τ.Κ. Το α΄ εδάφ. αντικατεστάθη ως άνω και προσετέθη το β΄ εδάφιον δια του άρθρου 1 εδ. 11 ν. 4351/1929 (κατωτ. αριθ. 7). 4.Εάν τα κατά τα ανωτέρω καθορισθέντα όρια των ακινήτων κτημάτων δεν προσδιορισθώσιν εντός ενιαυτού από
κατά το παρόν άρθρον (παράγρ. 1) ειδοποιήσεως των ενδιαφερομένων δια τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων άλλως, η γενομένη οριοθέτησις θεωρείται ως οριστική και αμετάκλητος, μη αποκλειομένης εις τους ενδιαφερομένους και μετά τον ενιαυτόν τούτον
εις τα δικαστήρια προσφυγής προς κανονισμόν των ορίων. Πάντως όμως αι μετά την ανωτέρω ενιαύσιον προθεσμίαν εκδιδόμεναι Σελ. 255 Κτηματολόγιο 7.Γ.δ.5 εν γένει περί κανονισμού ορίων τελεσίδικοι αποφάσεις παράγουσι προσωπικήν μόνον υποχρέωσιν του εναγομένου προς αποζημίωσιν του ενάγοντος άνευ οιασδήποτε άλλης συνεπείας. Βλ. και άρθρ. 1 εδ. 26 ν. 4351/1929 (κατωτ. αριθ. 7). 5.Αντίγραφα των κατά το παρόν άρθρον επενεγκομένων μεταβολών εις τον κυρωθέντα κτηματικόν χάρτην και τα σχετικά αυτώ βιβλία διαβιβάζονται εις τον αρχειοφύλακα του Κ.Κ.Α., όστις, μετά προηγούμενον έλεγχον και θεώρησιν αυτών υπό του προϊσταμένου
τοπογραφικής υπηρεσίας, μεταφέρει ταύτας επί των εν τω αρχειοφυλακείω τούτων κατατεθειμένων σχετικών πρωτοτύπων στοιχείων. «6.Άπασα η ενώπιον
εποπτευούσης επιτροπής, ως και του Γ.Τ.Κ., διαδικασία και αι συντασσόμεναι πράξεις και αποφάσεις δεν υπόκεινται εις τέλος χαρτοσήμου». Η § προσετέθη δια του άρθρου 1 εδ. 12 ν. 4351/1929. Άρθρον 17 1.Αι αποφάσεις
εποπτευούσης επιτροπής περί κυρώσεως του κτηματικού άρτου δεν αποκλείουσι τον δικαιούχον από
ασκήσεως αγωγής ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, σχετιζομένης προς την νομήν του οριοθετηθέντος ακινήτου, ή πηγαζούσης εκ του επί του αυτού ακινήτου οικείου εμπραγμάτου δικαιώματος, ο δε υπέρ ού η αμετάκλητος σχετική απόφασις δικαιούχος αιτείται την συμφώνως τη αποφάσει ταύτη διόρθωσιν του κτηματικού χάρτου. «Η διόρθωσις αύτη εκτελείται υπό του προϊσταμένου του Γ.Τ.Κ., κατ’ ανάλογον εφαρμογήν των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21». Το εντός « » β΄ εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 1 εδ. 15 ν. 4351/1929. 2.Από
συντάξεως του κατά το άρθρον 12 πρακτικού οριοθετήσεως, μέχρι
κατά το άρθρον 16 προσκλήσεως, αποκλείεται η συνεπεία
κατά την προηγουμένην παράγραφον προσφυγής εις τα δικαστήρια λήψις προσωρινών μέτρων ή η κατ’ εκτέλεσιν άλλης δικαστικής αποφάσεως μετακίνησις των υπό του οριοθέτου τεθέντων οροσήμων, και εν γένει οιαδήποτε παρακώλυσις
όλης κατά το παρόν διάταγμα διαδικασίας. Άρθρον 2 Η κτηματογράφησις των αστικών ακινήτων και
περί τας πόλεις, κώμας και συνοικισμούς ζώνης εφ’ ης προβλέπεται η μελλοντική αυτών επέκτασις, ως και η σχετική σύνταξις και τήρησις του κτηματικού χάρτου και των κτηματικών βιβλίων, υπάγεται εις την αρμοδιότητα
τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου
Συγκοινωνίας και εκτελείται κατά τας επομένας διατάξεις. Άρθρον 18 1.Εάν
κατά τα ανωτέρω οριοθετήσεως και εξακριβώσεως
νομικής μορφής των ακινήτων κτημάτων έχη προηγηθή ανεπισήμως η σύνταξις του κτηματογραφικού χάρτου βάσει πληροφοριών, αντί
κατά τα ανωτέρω διαδικασίας ακολουθείται η επομένη. 2.Ο κατά την προηγουμένην παράγραφον κτηματογραφικός χάρτης μετά πάντων των σχετικών αυτώ στοιχείων, διαβιβάζεται εις την τοπογραφικήν υπηρεσίαν, ήτις προβαίνει εις τον από τεχνικής απόψεως έλεγχον και θεώρησιν αυτού μετά προηγουμένην εν ανάγκη συμπλήρωσίν του. Σελ. 256 Ακολούθως το Σ.Α.Κ. αποφασίζει κατ’ αρχήν εάν ο καταρτισθείς χάρτης δύναται ν’ αποτελέση βάσιν κτηματολογίου. Εν καταφατική περιπτώσει συνιστάται συνωδά ταις σχετικαίς διατάξεσι του παρόντος διατάγματος το οικείον Κ.Α. και η εποπτεύουσα επιτροπή, εις ην και διαβιβάζονται τ' ανωτέρω στοιχεία. 3.Ο ανωτέρω κτηματογραφικός χάρτης εκτίθεται εις τα γραφεία του Κ.Α. επί τρίμηνον και προσκαλούνται οι ενδιαφερόμενοι ίνα εντός
προθεσμίας ταύτης λάβωσι γνώσιν αυτού και υποβάλωσι τας τυχόν κατ’ αυτού αντιρρήσεις των και τας εν άρθρω 11 αναφερομένας δηλώσεις. Η πρόσκλησις και η υποβολή των δηλώσεων και αντιρρήσεων γίνεται κατά την εν άρθρω 11 οριζομένην διαδικασίαν, η δε ανωτέρω τρίμηνος προθεσμία θεωρείται αρχομένη από
τοιχοκολλήσεως
προσκλήσεως. 4.Η εποπτεύουσα επιτροπή, μετά την παρέλευσιν του ανωτέρω τριμήνου, άρχεται του ελέγχου των υποβληθεισών ενστάσεων και δηλώσεων εν σχέσει προς τον κτηματογραφικόν χάρτην και αποφασίζει περί των επενεκτέων εις αυτόν τροποποιήσεων, ήτις εκτελείται υπό των οικείων συνεργείων. Αι κατά τα ανωτέρω ενστάσεις και δηλώσεις δύνανται να υποβάλλωνται εις την εποπτεύουσαν επιτροπήν και μετά την παρέλευσιν
τριμήνου προθεσμίας εφ’ όσον διαρκούσιν αι ως άνω εργασίαι αυτής. 5.Μετά την συμπλήρωσιν των κατά την προηγουμένην παράγραφον εργασιών, η εποπτεύουσα επιτροπή δια πράξεώς
κηρύσσει την λήξιν του ελέγχου του κτηματογραφικού χάρτου. 6.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ακολούθως αι διατάξεις των άρθρων 15 και επόμενα. 7.Εάν η εποπτεύουσα επιτροπή κατά τας περί ων η ανωτέρω παράγραφος 4 εργασίας
εξακριβώση ότι εφ’ άπαντος του κτηματογραφικού χάρτου ή και επί τμημάτων αυτού μόνον υφίσταται ανάγκη πολλών τροποποιήσεων
οριοθετήσεως, υποβάλλει σχετικήν έκθεσιν προς το Υπουργείον
Συγκοινωνίας, όπερ μετά γνωμοδότησιν του Σ.Α.Κ. δύναται να διατάξη την εν μέρει ή εν όλω επανάληψιν
οριοθετήσεως κατ’ εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων των άρθρων 11 και εφεξής, οπότε εφαρμόζεται και η υπό τούτων προβλεπομένη διαδικασία. Άρθρον 19 Εν περιπτώσει επειγούσης ανάγκης (οίον εάν η κτηματογράφησις σκοπή την τακτοποίησιν των ακινήτων ιδιοκτησιών βάσει
εφαρμογής νέου σχεδίου κλπ.) αι κατά τα άρθρα 11, 12, 16 και 18 προθεσμίαι δύνανται να συντομεύωνται δι’ αποφάσεως του Υπουργού
Συγκοινωνίας. Κεφάλαιον Ε΄ Τήρησις του κτηματικού χάρτου Άρθρον 20 1.Η τήρησις των κτηματικών χαρτών και 7.Γ.δ.5 Κτηματολόγιο βιβλίων μετά την κατά το άρθρον 16 προθεσμίαν ενεργείται δια του οικείου αρχειοφύλακος. «2.Πάσα πράξις μεταβιβάσεως
κυριότητος του ακινήτου δι’ εκποιήσεως ή διανομής ή κατά πάντα άλλον τρόπον, ίνα έχη αποτέλεσμα, δέον να υποτυπωθή εν τω κτηματικώ χάρτη και να καταχωρηθή εν τοις σχετικοίς κτηματικοίς βιβλίοις, αναγραφομένων των υποχρεώσεων τούτων και των εκ
παραλείψεως συνεπειών εις τας σχετικάς συμβολαιογραφικάς πράξεις». Η §. 2 ετροποποιήθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 εδ. 14 ν. 4351/1929. 3.Πάσα ετέρα μεταβολή του ακινήτου δια κατασκευής ή διαρρυθμίσεως και κατεδαφίσεως επ’ αυτού οικοδομών και εν γένει οιωνδήποτε τεχνικών έργων δέον να υποτυπώται και καταχωρίζηται φροντίδι του ιδιοκτήτου εν τοις κτηματικοίς χάρταις και βιβλίοις, προσημειουμένη μεν απλώς βάσει
χορηγηθείσης προς εκτέλεσιν
μεταβολής ταύτης αδείας, οριστικώς δε διατυπουμένη κατόπιν αυτοψίας μετά την συμπλήρωσιν των σχετικών εργασιών. Παράλειψις
προσημειώσεως των ανωτέρω μεταβολών συνεπάγεται ακυρότητα
χορηγηθείσης αδείας, παράλειψις δε
οριστικής διατυπώσεως αυτών καθίστησιν άκυρον πάσαν κατά την προηγουμένην παράγραφον μεταβίβασιν
κυριότητος του εφ’ ου αι γενόμεναι μεταβολαί ακινήτου. Άρθρον 21 1.Αφ’ ης άρξηται η κατά το άρθρον 12 οριοθέτησις και εφ’ όσον δεν παρήλθεν η υπό του άρθρου 16 οριζομένη ενιαύσιος προθεσμία, ο ιδιοκτήτης ακινήτου περιλαμβανομένου εν τω τμήματι εν ω ωρίσθη κατά το άρθρον 11 παράγρ. 4 η διεξαγωγή
οριοθετήσεως, οφείλει να δηλοί εγγράφως εις τον οικείον αρχειοφύλακα πάσαν μεταβίβασιν
κυριότητος του ακινήτου του ή μεταβολήν αυτού εκ των υπό των παραγρ. 2 και 6 του προηγουμένου άρθρου προβλεπομένων, προσάγων άμα τους σχετικούς τίτλους και λοιπά επίσημα έγγραφα, ταύτα δε λαμβάνονται υπ' όψει δια την σύνταξιν του κτηματικού χάρτου και βιβλίων ή δια την τροποποίησιν αυτών συνωδά ταις διατάξεσι του άρθρου 16. «Επίσης υποχρεούνται και οι φύλακες μεταγραφών και υποθηκών ν’ αποστέλλωσι περίληψιν πάσης μεταγραφομένης σχετικής πράξεως εντός
ως άνω προθεσμίας». Το εδάφιον β΄ προσετέθη υπό του άρθρ. 1 εδ. 15 ν. 4351/1929. 2.Μετά την παρέλευσιν
ανωτέρω ενιαυσίου προθεσμίας, η εν τω κτηματικώ χάρτη και βιβλίοις υποτύπωσις και καταχώρησίς των κατά τα ανωτέρω μεταβιβάσεων και μεταβολών (οποτεδήποτε και αν εγένοντο αύται) ενεργείται υπό του οικείου αρχειοφύλακος, προς ον οι ενδιαφερόμενοι δέον να προσάγωσιν αίτησιν συνοδευομένην υπό των σχετικών τίτλων και λοιπών επισήμων εγγράφων. Ο αρχειοφύλαξ εν τη περιπτώσει ταύτη προβαίνει εις τας ως άνω υποτυπώσεις και καταχωρήσεις κατόπιν σχετικού επιτοπίου ελέγχου και εκτελέσεως εν ανάγκη των απαιτουμένων συμπληρωτικών τοπογραφικών εργασιών, και ειδοποιεί τους ενδιαφερομένους κατά τον εν άρθρω 16 παράγρ. 1 οριζόμενον τρόπον, ίνα εντός ανατρεπτικής προθεσμίας, οριζομένης εν τη αυτή ειδοποιήσει και αρχομένης από
κοινοποιήσεως ταύτης προς τους ενδιαφερομένους, υποβάλωσιν ούτοι τας τυχόν αντιρρήσεις των. Επί των αντιρρήσεων τούτων αποφαίνεται ο αρχειοφύλαξ, η απόφασις του οποίου δύναται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα ημερών από
προς τους ενδιαφερομένους κοινοποιήσεώς
να εφεσιβληθή υπό τούτων ενώπιον του Σ.Α.Κ., όπερ αποφασίζει οριστικώς. 3.Αντίγραφον των κατά το παρόν άρθρον συνεπεία μεταβιβάσεων και μεταβολών των ακινήτων γινομένων εν τω κτηματικώ χάρτη και βιβλίοις υποτυπώσεων και καταχωρήσεων, υποβάλλεται υπό του οικείου αρχειοφύλακος εις την τοπογραφικήν υπηρεσίαν του υπουργείου Συγκοινωνίας, ήτις μετά προηγουμένην του αντιγράφου τούτου θεώρησιν, διατάσσει την υπό του αρχειοφύλακος του Κ.Κ.Α. μεταγραφήν των υποτυπώσεων και καταχωρήσεων εις τους εν αυτώ κατατεθειμένους κτηματικούς χάρτας και βιβλία. 4.Οι αρχειοφύλακες εν γένει οφείλουν να αναγράφωσιν εν τοις οικείοις ευρετηρίοις πάσας τας συνεπεία μεταβιβάσεων και μεταβολών των ακινήτων επενεχθείσας μεταβολάς εν τω κτηματικώ χάρτη και τοις κτηματικοίς βιβλίοις. 5.Εν περιπτώσει λελανθασμένης εξ υπαιτιότητος του αρχειοφύλακος υποτυπώσεως και καταχωρήσεως εν τω κτηματικώ χάρτη και βιβλίοις των κατά το παρόν άρθρον πράξεων μεταβιβάσεων και μεταβολών, τα γενόμενα σφάλματα επανορθούνται δια νέας υποτυπώσεως και καταχωρήσεως γινομένης κατά την αυτήν διαδικασίαν, μετά (προηγουμένην εξακρίβωσιν των γενομένων σφαλμάτων υπό
τοπογραφικής υπηρεσίας και) σχετικήν απόφασιν του Σ.Α.Κ., «και συμφώνως ταις διατάξεσι
ανωτέρω παραγράφου 2». Η εντός ( ) περίοδος διεγράφη υπό του άρθρου 1 εδ. 16 ν. 4351/1929, υφ’ ου και προσετέθη η εντός « » περίοδος. 6.Το υπουργείον Συγκοινωνίας ελέγχει τουλάχιστον δις του έτους την τήρησιν των κτηματικών χαρτών και βιβλίων υπό των αρχειοφυλάκων δι’ ανωτέρων τεχνικών υπαλλήλων. Χρείας τυχούσης, οι εις ους ανατίθεται ο ανωτέρω έλεγχος δικαιούνται να ζητώσι την επέμβασιν του εισαγγελέως των πρωτοδικών
εν ή το Κ.Α. περιφερείας, μεθ’ ου από κοινού προβαίνουσιν εις τον έλεγχον τούτον. Περί του ελέγχου του Κ.Α. καταρτίζεται υπό των εκτελούντων τούτον σχετική έκθεσις, βάσει
οποίας ο υπουργός
Συγκοινωνίας λαμβάνει εν περιπτώσει παρατηρηθεισών ελλείψεων τα απαιτούμενα μέτρα μετά γνώμην του Σ.Α.Κ. Σελ. 257 Κτηματολόγιο 7.Γ.δ.5 Άρθρο 22 1.Εάν η περί
κατά το άρθρον 20 παράγραφον 2 μεταβιβάσεως
κυριότητος πράξις συνταχθή μετά την παρέλευσιν
κατά το άρθρον 16 ενιαυσίου προθεσμίας, ίνα η σχετική μεταγραφή θεωρήται πλήρης και επαγομένη κατά τας περί μεταγραφής σχετικάς διατάξεις την μεταβίβασιν
κυριότητος των ακινήτων κλπ., δέον να σημειώται εν τω περιθωρίω
μεταγραφομένης πράξεως ή εις τον κτηματικόν χάρτην και τα κτηματικά βιβλία σχετική υποτύπωσις και καταχώρησις.
τοιαύτης καταχωρήσεως και υποτυπώσεως προηγείται η μεταγραφή, η δε χρονολογία
ανωτέρω εν τω περιθωρίω σημειώσεως δεν κανονίζει την σειράν των μεταγραφών, αίτινες ισχύουσιν αφ’ ης κατεχωρήθησαν κατά τας σχετικάς περί μεταγραφής διατάξεις. «2.Ο υποθηκοφύλαξ δέον να ειδοποιήται υπό του γραφείου τηρήσεως κτηματολογίου προ
λήξεως του χρόνου
κατά την προηγουμένην παράγραφον προθεσμίας, να διαβιβάζηται δ’ αυτώ ταυτοχρόνως μετά
ως άνω ειδοποιήσεως και διάγραμμα μεθ’ υπομνήματος εμφαίνον σαφώς τα όρια του τμήματος ου κατηρτίσθη οριστικώς ο κτηματικός χάρτης μετά πίνακος των ιδιοκτητών των εν αυτώ περιλαμβανομένων ακινήτων. Ο υποθηκοφύλαξ, βάσει των ανωτέρω στοιχείων οφείλει να ειδοποιή εκάστοτε τον αιτήσαντα την μεταγραφήν
πράξεως περί
υποχρεώσεώς του όπως φροντίση δια την υποτύπωσιν και καταχώρησιν αυτής εν τω κτηματικώ χάρτη και τω κτηματικώ βιβλίω και ν’ αποστέλλη τω Γ.Τ.Κ. περίληψιν πάσης μεταγραφομένης πράξεως. Εν περιπτώσει αμφιβολιών του υποθηκοφύλακος περί του εάν το όπερ αφορά η μεταγραφή ακίνητον περιλαμβάνεται ή ου εν τω κτηματικώ χάρτη, δέον ούτος να ζητή παρά του οικείου αρχειοφύλακος σχετικάς πληροφορίας». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 εδ. 17 ν. 4351/1929. 3.Η κατά την ανωτέρω παράγραφον 1 εν τω περιθωρίω σημείωσις συντάσσεται βάσει πιστοποιητικού παρεχομένου εις τον ενδιαφερόμενον υπό του αρχειοφύλακος περί
γενομένης εν τω κτηματικώ χάρτη και τοις σχετικοίς αυτώ βιβλίοις υποτυπώσεως και καταχωρήσεως
πράξεως μεταβιβάσεως και των τυχόν μη υποτυπωθεισών προηγουμένως επί του ακινήτου μεταβολών, δέον δε πάντως να μνημονεύη εν περιλήψει τον αριθμόν
τοιαύτης καταχωρήσεως και τα λοιπά κύρια χαρακτηριστικά αυτής. 4.Ο υποθηκοφύλαξ οφείλει να ειδοποιή εγγράφως τον αρχειοφύλακα περί των μεταγραφεισών πράξεων, αίτινες δυνάμει τελεσιδίκων αποφάσεων εκηρύχθησαν άκυροι. Ο αρχειοφύλαξ επί τη βάσει
τοιαύτης ειδοποιήσεως προβαίνει εις την ακύρωσιν των συνεπεία
ακυρωθείσης πράξεως γενομένων υποτυπώσεων και καταχωρήσεων εν τω κτηματικώ χάρτη και τοις σχετικοίς βιβλίοις, ειδοποιών άμα περί τούτου το Κ.Κ.Α. «και τους ενδιαφερομένους και ακολουθουμένης
διαδικασίας
προβλεπομένης υπό των διατάξεων
παραγράφου 2 του άρθρου 21». Τα εντός « » προσετέθησαν υπό του άρθρου 1 εδ. 18 ν. 4351/1929. Σελ. 258 Άρθρον 23 1.Επίσημα αντίγραφα των κατά το προηγούμενον άρθρον κτηματικού χάρτου και βιβλίων και του τοπογραφικού και χωροσταθμικού χάρτου παρέχονται παντί τω αιτούντι επί τη καταβολή, πλην των νενομισμένων τελών χαρτοσήμου, και εισφοράς κατά μέγιστον όρον (εικοσιπενταδράχμου) κατά τετραγωνικήν παλάμην αντιγράφου του κτηματικού ή τοπογραφικού και χωροσταθμικού χάρτου. Κατ’ εξαίρεσιν εις τους ιδιοκτήτας τους εκπληρώσαντας τας κατά το άρθρον 25 υποχρεώσεως των, παρέχονται δωρεάν εφ’ άπαξ, εκ των ανωτέρω αντιγράφων τα αφορώντα την ιδιοκτησίαν των αποσπάσματα, άτινα υπέχουσι θέσιν τίτλου ιδιοκτησίας. Η εισφορά ωρίσθη εις δρχ. 3.000 κατά τετρ. παλάμην (Απόφ. Υπ. Δημ. Έργων αρ. 62298/ 1947). 2.Εκ των ανωτέρω αντιγράφων, τα μεν του κτηματικού χάρτου και βιβλίων παρέχονται υπό του αρχειοφύλακος, μετά προηγουμένην αυτών θεώρησιν υπό του προϊσταμένου
τοπογραφικής υπηρεσίας, ήτις δύναται ν’ ανατίθηται υπό τούτου εις τον οικείον εκάστοτε αρχειοφύλακα, τα δε του τοπογραφικού και χωροσταθμικού χάρτου παρέχονται υπό του προϊσταμένου
τοπογραφικής υπηρεσίας ή του τμηματάρχου σχεδίων πόλεων. Παν τοιούτον αντίγραφον παρεχόμενον κατά διάφορον τρόπον δεν έχει νόμιμον κύρος. 3.Το ποσόν
κατά την ανωτέρω παράγραφον 1 καταβλητέας δι’ εκάστην περίπτωσιν εισφοράς κανονίζεται δι’ αποφάσεως του επί
Συγκοινωνίας υπουργού, αναλόγως
κλίμακος του αντιγράφου και
φύσεως των εν αυτώ υποτυπουμένων. Δια των αυτών αποφάσεων καθορίζεται και ο τρόπος
εισφοράς. 4.Το εκ των κατά το παρόν άρθρον εισφορών εισπραττόμενον ποσόν κατατίθεται εις το κατά το άρθρον 26 ταμείον, εκ τούτου δε το προερχόμενον εξ αντιγράφων τοπογραφικών και χωροσταθμικών χαρτών δεν διατίθεται υπέρ
κτηματογραφήσεως, αλλά μεταβιβάζεται μετά των σχετικών τόκων εις τα τυχόν ιδρυθησόμενα προς εφαρμογήν των σχεδίων των πόλεων ειδικά ταμεία. Άρθρον 24 1.Δια β. διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των υπουργών Δικαιοσύνης και Συγκοινωνίας, δύνανται να ρυθμισθώσι και άλλως τα των σχέσεων μεταξύ
μεταγραφής και
τηρήσεως του κτηματικού χάρτου και μεταξύ του υποθηκοφύλακος και του αρχειοφύλακος, ως επίσης να ορισθή και ενιαίον σύστημα μεταγραφής και τηρήσεως του κτηματικού χάρτου,
καταχωρήσεως εις τα βιβλία των μεταγραφών και
υποτυπώσεως και καταχωρήσεως εις τον κτηματικόν χάρτην και τα κτηματικά βιβλία 7.Γ.δ.5 Κτηματολόγιο θεωρουμένων ως αποτελουσών μίαν και την αυτήν πράξιν. 2.Δια πάσαν αμφιβολίαν ως προς την τήρησιν των κτηματικών χαρτών και βιβλίων εν σχέσει προς τας μεταγραφάς αποφαίνονται αι επί
Δικαιοσύνης και Συγκοινωνίας υπουργοί δι’ αποφάσεώς των εκδιδομένης μετά γνώμην τους Σ.Α.Κ. Κεφάλαιον ΣΤ΄ Πόροι προς σύνταξιν και τήρησιν κτηματολογίου. Άρθρον 25 1.«Προς κάλυψιν των προς σύνταξιν των κτηματικών χαρτών και βιβλίων δαπανών επιβαρύνεται εφ’ άπαξ έκαστος ιδιοκτήτης ακινήτου ιδιοκτησίας δια καταβολής ωρισμένου χρηματικού ποσού ανά τετραγωνικόν μέτρον κτηματογραφηθείσης επιφανείας. Το εισπρακτέον τούτο ποσόν ορίζεται εκάστοτε κατά τομείς ή συνοικίας ή ιδιοκτησίαν ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον δι’ αποφάσεως του υπουργού μετά πρότασιν
διοικούσης επιτροπής του ταμείου και γνωμοδότησιν του Σ.Α.Κ., λαμβανομένου υπ' όψει δια τον καθορισμόν αυτού του είδους και ποιότητος των ιδιοκτησιών». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 εδ. 20 ν. 4351/1929. 2.«Προς κάλυψιν των δαπανών τηρήσεως των κτηματικών χαρτών και βιβλίων, ήτοι δια πάσαν μεταβολήν καταστάσεως
ιδιοκτησίας (μεταβίβασιν
κυριότητος δι’ εκποιήσεως ή διανομής κατά πάντα άλλον τρόπον, τροποποίησιν οριογραμμών, διανομήν
ιδιοκτησίας ή συγχώνευσιν μεθ’ ετέρων, ανοικοδόμησιν οικοδομημάτων, συμπλήρωσιν ή διαρρύθμισιν υπαρχόντων κτιρίων και εν γένει δια πάσης φύσεως μεταβολήν
ιδιοκτησίας συνεπαγομένην την εν τοις κτηματικοίς σχεδίοις και βιβλίοις μεταβολήν των στοιχείων
εν αυτοίς υποτυπωθείσης και καταχωρηθείσης μορφής ιδιοκτησίας) επιβαρύνεται ο ιδιοκτήτης του μεταβαλόντος κατάστασιν ακινήτου δια χρηματικής εισφοράς οριζομένης κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον». Η § 2 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 εδ. 21 ν. 4351/1929. 3.Αι ειδικαί δαπάναι οριοσημάνσεως των ακινήτων βαρύνουσι τους ιδιοκτήτας αυτών, κατανέμονται δε μεταξύ των τελευταίων αναλόγως των υπαρχόντων εις τας ιδιοκτησίας των κοινών ορίων. Η προεκκαθάρισις των δαπανών τούτων γίνεται υπό
τοπογραφικής υπηρεσίας βάσει σχετικής εκθέσεως του οριοθέτου. 4.Τα ανωτέρω ποσά βεβαιούμενα υπό του οικείου αρχειοφύλακος (μετά προηγουμένην
βεβαιώσεως θεώρησιν υπό του προϊσταμένου
τοπογραφικής υπηρεσίας) κατατίθενται υπό των ιδιοκτητών παρά τη Εθνική Τραπέζη
Ελλάδος απ’ ευθείας, εφαρμοζομένων εν περιπτώσει δυστροπίας ή αρνήσεως των οφειλετών των σχετικών περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων διατάξεων και εγγραφομένης επί των ακινήτων των δυστροπούντων ή αρνουμένων οφειλετών υποθήκης ατελώς υπέρ του «Ταμείου Κτηματολογίου
Ελλάδος». Η εντός ( ) φράσις διεγράφη υπό του άρθρ. 1 εδ. 22 ν. 4351/1929. Άρθρον 3 1.Η κατά τα ανωτέρω κτηματογράφησις εκτελείται βάσει προγράμματος καθορίζοντος κατά σειράν προτιμήσεως τας πόλεις, κώμας κλπ. του Κράτους, εφ’ ων εκταθήσεται αύτη. Το πρόγραμμα τούτο καταρτίζεται υπό του κατά το άρθρον 5 συμβουλίου κατά τον δια β.διατάγματος κανονισθησόμενον τρόπον και εγκρίνεται δια β.διατάγματος εκδιδομένου μετά σύμφωνον απόφασιν του Υπουργικού συμβουλίου. Σελ. 250 Μετά την αρχικήν έγκρισιν του ανωτέρω προγράμματος, δεν επιτρέπεται οιαδήποτε τροποποίησις αυτού δια μεταβολής
εν αυτώ ορισθείσης σειράς προτιμήσεως ή
προσθήκης νέων πόλεων κλπ., ειμή ανά πάσαν τετραετίαν, των τοιούτων αναθεωρήσεων γινομένων κατά την αυτήν ως άνω διαδικασίαν. Πάντως κατά την αναθεώρησιν ταύτην δεν δύνανται να προηγηθώσιν ως προς την σειράν προτιμήσεως πόλεις κλπ. ετέρων τοιούτων ων ήρξατο η κτηματογράφησις. 2.Παρέκκλισις από
υπό του ανωτέρω προγράμματος ορισθείσης σειράς κτηματογραφήσεως επιτρέπεται κατ’ εξαίρεσιν κατά τας ακολούθους περιπτώσεις:α)Οσάκις πρόκειται περί ανάγκης ανοικοδομήσεως πόλεως καταστραφείσης (ή και τμήματος αυτής μόνον) επί τη βάσει νέου σχεδίου μεταβάλλοντος ριζικώς την προτέραν κατάστασιν. β)Οσάκις πρόκειται περί αμέσου ιδρύσεως νέας πόλεως, κώμης κλπ. ή και τμήματος αυτής. γ)Οσάκις προκαταβάλλονται υπό του δήμου ή κοινότητος ή των ιδιωτών δια δωρεάς ή καθ’ οιονδήποτε έτερον τρόπον άπασαι αι απαιτηθησόμεναι δια την κτηματογράφησιν
άλλης πόλεως, κώμης κλπ. δαπάναι, κατατιθεμένου εκ των προτέρων του απαιτουμένου δια την κτηματογράφησιν ταύτην ποσού εις την Εθνικήν Τράπεζαν
Ελλάδος υπέρ του κατά το άρθρον 26 ταμείου. Περί
ανάγκης
ανωτέρω παρεκκλίσεως, ως και
ακολουθητέας ειδικής σειράς προτιμήσεως, αποφασίζει το Υπουργικόν συμβούλιον μετά γνωμοδότησιν του κατά το άρθρον 5 συμβουλίου, κανονίζοντος άμα του τελευταίου τούτου τας προκαταβλητέας δαπάνας οσάκις πρόκειται περί
περιπτώσεως γ΄. Η κατά παρέκκλισιν του προγράμματος κτηματογράφησις εις τας περιπτώσεις α΄ και β΄ περιορίζεται πάντως εις τα τμήματα εις α αύτη θεωρείται αναγκαία προς πραγμάτωσιν του προκαλέσαντος την παρέκκλισιν ταύτην σκοπού. Άρθρα 26-32 (Αφεώρων την λειτουργίαν του «Ταμείου Αστικού Κτηματολογίου
Ελλάδος», όπερ κατηργήθη δια του Π.Δ.
23/26 Νοεμ. 1931 περί καταργήσεως ειδικών ταμείων, των πόρων του άρθρου 25 εισαχθέντων εις τον προϋπολογισμόν). Κεφάλαιον Ζ΄ Ποινικαί Διατάξεις. Άρθρον 33 1.Πας κάτοχος
οριοθετουμένης εκτάσεως υποχρεούται να επιτρέπη ελευθέρως την εις το ακίνητον προσέλευσιν των επί
οριοθετήσεως και
εν γένει συντάξεως και τηρήσεως του κτηματικού χάρτου αρμοδίων υπαλλήλων, επί δηλώσει
ιδιότητος και
εντολής αυτών, τιμωρούμενος επί αρνήσει μεν κατά το άρθρ. 164, εν αντιστάσει δε κατά το άρθρον 69 του Ποινικού νόμου. Άρθρον 34 1.Με φυλάκισιν και χρηματικήν ποινήν (μέχρι δέκα χιλιάδων δραχμών) τιμωρείται ο εν γνώσει και εκ προθέσεως υποδεικνύων ψευδή όρια ή προσάγων ψευδή έγγραφα προς υποστήριξιν ανυπάρκτων δικαιωμάτων είτε αυτού είτε άλλου, δια λογαριασμόν του οποίου παρίσταται, ενώπιον των κατά το παρόν διάταγμα υπαλλήλων και επιτροπών. 2.
ανωτέρω ποινικής ευθύνης απαλλάσσεται ο κατόπιν ειδικής πληρεξουσιότητος παριστάμενος πληρεξούσιος, εκτός αν ήθελεν ενεργήσει παρά την δοθείσαν αυτώ εντολήν. 3.Με την αυτήν ποινήν τιμωρείται και ο ως μάρτυς εν γνώσει βεβαιών ενώπιον των αυτών υπαλλήλων και επιτροπών γεγονότα αναληθή. Άρθρον 35 1.Τιμωρείται δια χρηματικής ποινής (μέχρι 5.000 δραχμών) και δια φυλακίσεως μέχρι δύο ετών, όστις εκ προθέσεως μετατοπίζει, υποκρύπτει, αφαιρεί, καταστρέφει ή άλλως εξαφανίζει τα οιουδήποτε είδους προς εφαρμογήν του παρόντος διατάγματος τιθέμενα σήματα ή οιουδήποτε είδους ορόσημα. 2.Με τας αυτάς ποινάς τιμωρείται επίσης ο διατελών οπωσδήποτε εν γνώσει, αλλά μη καταμηνύων εγκαίρως εις την αρμοδίαν εισαγγελικήν αρχήν πράξιν τινα εκ των ανωτέρω μνημονευομένων. 3.Εάν εξ αμελείας υποπέση τις εις τινας των ανωτέρω πράξεων, καταγιγνώσκεται αυτώ φυλάκισις μέχρις έξ μηνών ή χρηματική ποινή (μέχρι χιλίων δραχμών). 4.Καθ’ απάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις, ο καταδικασθείς υποχρεούται δια
καταΣελ. 259 Κτηματολόγιο 7.Γ.δ.5 δικαστικής αποφάσεως εις αντικατάστασιν των οπωσδήποτε βλαβέντων ή καταστραφέντων σημάτων ή οροσήμων. Άρθρον 36 1.Ο δια βίας ή απειλών ανθιστάμενος εις οριοθέτησιν τιμωρείται κατά τας διατάξεις ή τας διακρίσεις των άρθρων 169 και 170 του ποινικού νόμου, προσέτι δε και δια χρηματικής ποινής (μέχρι πέντε χιλιάδων δραχμών). Δια την προσμέτρησιν των χρηματικών ποινών βλ. τόμον 9 (Ποινική Δικονομία). Κεφάλαιον Η΄ Ακροτελεύτιοι και μεταβατικαί διατάξεις Άρθρον 37 1.Παραμένουσιν εν ισχύϊ αι διατάξεις των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 9 του από 7 Μαΐου 1923 νμθ. διατάγματος «περί τροποποιήσεως διατάξεών τινων του νόμου 2085 περί σχεδίου και κτηματολογίου πόλεως Αθηνών και περιχώρων». 2.Παραμένουσι προσωρινώς και μέχρις ου θεσπισθή ίδιος νόμος δια την σύνταξιν ή τήρησιν κτηματικού χάρτου
υπαίθρου χώρας (των μη αστικών ακινήτων), εν ισχύϊ αι διατάξεις του άρθρου 10 του κατά την προηγουμένην παράγραφον νομ. διατάγματος. Πάντως κατά την εφαρμογήν αυτού η τοπογραφική υπηρεσία του υπουργείου
Συγκοινωνίας δεν δύναται να διαθέτη δια την κτηματογράφησιν
υπαίθρου χώρας τεχνικόν προσωπικόν εφ’ όσον υπάρχει ανάγκη τοιούτου δια την απρόσκοπτον εκτέλεσιν του κατά το άρθρον 3 προγράμματος. Περί
ανάγκης ταύτης αποφαίνεται ο επί
Συγκοινωνίας υπουργός μετά γνώμην του Σ.Α.Κ. Κατά την εφαρμογήν
παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ανωτέρω νμθ. διατάγματος, εν περιπτώσει αστικής κτηματογραφήσεως υπό
τοπογραφικής υπηρεσίας του υπουργείου
Γεωργίας, αύτη εκτελείται υπό την άμεσον διεύθυνσιν
τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου
Συγκοινωνίας, κατ’ εφαρμογήν του παρόντος διατάγματος. 2.Παραμένουσιν εν ισχύϊ αι διατάξεις του άρθρου 11 του ανωτέρω μνημονευομένου από 7 Μαΐου 1923 νμθ. διατάγματος. «4.Μέχρι
συστάσεως του Κ.Κ.Α. αι εις τούτο δια του παρόντος ανατιθέμεναι εργασίαι διεξάγονται υπό του Γ.Τ.Κ.
πόλεως Αθηνών, προαστείων και περιχώρων». «5.Επί των μέχρι
δημοσιεύσεως του παρόντος εκπροθέσμως ασκηθεισών αντιρρήσεων ως προς την κτηματογράφησιν Παλαιού Φαλήρου αποφαίνεται η εποπτεύουσα επιτροπή». Αι §§ 4 και 5 προσετέθησαν υπό του άρθρ. 1 εδ. 24 και 25 ν. 4351/1929. Άρθρον 38 1.Η κτηματογράφησις των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Παλαιού Φαλήρου εξακολουθεί διεξαγομένη συμφώνως ταις μέχρι τούδε ισχυούσαις διατάξεις, μέχρι
εφαρμογής και ως προς ταύτην του παρόντος νομοθετικού διατάγματος δυναμένης να γίνη δι’ υπουργικής αποφάσεως εφ’ άπαξ ή τμηματικώς. 2.Αι εις το ειδικόν ταμείον κτηματολογίου
Ελλάδος αναφερόμεναι διατάξεις του από 7 Μαΐου 1923 νμθ. διατάγματος «περί τροποποιήσεως διατάξεών τινων του νόμου 2085 περί σχεδίου και κτηματολογίου πόλεως Αθηνών και περιχώρων» εξακολουθούσιν ισχύουσαι μέχρι
εφαρμογής και ως προς τούτο δι’ υπουργικής αποφάσεως του παρόντος νμθ. διατάγματος. Σελ. 260 3.Πάσα λεπτομέρεια του παρόντος διατάγματος κανονίζεται δια β. διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει του επί
Συγκοινωνίας υπουργού, εξαιρέσει των αναγομένων εις τα κεφάλαια Δ΄ και Ε΄, τα δια τας οποίας β. διατάγματα εκδίδονται προτάσει των επί
Δικαιοσύνης και Συγκοινωνίας υπουργών. Δια
υπ’ αριθ. 67264
24/31 Οκτ. 1928 αποφάσεως του Υπουργού
Συγκοινωνίας, «τίθεται εις εφαρμογήν το ως άνω Ν.Δ., εξαιρέσει των διατάξεων (
του άρθρου 6),
του άρθρου 7, (των §§3 και 5 του άρθρου 16),
21 (και
26)». Τα εντός ( ) αντικατεστάθησαν μεταγενεστέρως δια του νόμου 4351/1929. Άρθρον 4 1.Η κτηματογράφησις χωρεί τμηματικώς κατά πόλεις, κώμας κλπ. δι’ αποφάσεως του επί
Συγκοινωνίας υπουργού, βάσει του κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένου προγράμματος, και
τυχόν αποφασισθείσης παρεκκλίσεως από τούτου. 2.Δεν επιτρέπεται η έναρξις
κτηματογραφήσεως οιασδήποτε πόλεως, κώμης κλπ. πριν ή συμπληρωθεί οριστικώς ή αρξαμένη κατά το αυτό πρόγραμμα κτηματογράφησις ετέρας τοιαύτης, εκτός εάν τούτο δύναται να επιτευχθή άνευ μειώσεως
δυνάμεως του προσωπικού του απαιτουμένου κατά μέγιστον όρον δια την εντατικήν και ταχείαν περαίωσιν των εργασιών
αρξαμένης ήδη κτηματογραφήσεως και υπάρχει και η αναγκαία δια την έναρξιν και κανονικήν συνέχισιν των εργασιών πίστωσις. ΄Εναρξις
κτηματογραφήσεως ετέρων πόλεων κλπ. παρά την ανωτέρω διάταξιν, δύναται να επιτραπή μόνον εφ’ όσον πρόκειται περί των περιπτώσεων α΄ και β΄
παραγράφου 2 του προηγουμένου άρθρου. 3.Περί του δυνατού
ενάρξεως
κτηματογραφήσεως εις ετέρας πόλεις κλπ. από
εν τω πρώτω εδαφίω
προηγου7.Γ.δ.5 Κτηματολόγιο μένης παραγράφου αναφερομένης απόψεως, αποφασίζει οριστικώς το κατά το άρθρον 5 συμβούλιον, συνεδριάζον εν τη ειδική αυτού κατά το ίδιον άρθρον συνθέσει. Κεφάλαιον Β΄ Κτηματογραφικαί υπηρεσίαι Άρθρον 5 1.Δια την σύνταξιν του κατά τα ανωτέρω προγράμματος κτηματογραφήσεως κλπ. και την εν γένει ανωτέραν εποπτείαν των κατά το παρόν διάταγμα κτηματογραφικών εργασιών συνιστάται ειδικόν συμβούλιον φέρον τον τίτλον «συμβούλιον αστικού κτηματολογίου» (Σ.Α.Κ.). Ο αριθμός των μελών του συμβουλίου τούτου, τα του καθορισμού αυτών και του προέδρου του συμβουλίου, οριζομένου πάντως εκ των μελών του, τα
αντικαταστάσεως και αναπληρώσεως αυτών εν απουσία ή κωλύματι, τα
απαρτίας των συνεδριάσεων κατά
λειτουργίας του, και πάσα λεπτομέρεια
δικαιοδοσίας του κανονισθήσονται δια βασ. δ/τος. Εν πάση περιπτώσει μεταξύ των μελών του ανωτέρω συμβουλίου δέον να περιλαμβάνωνται ο διευθυντής των δημοσίων έργων, ο προϊστάμενος
τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου Συγκοινωνίας, ο καθηγητής
ανωτέρας γεωδαισίας εν τω Ε.Μ.Πολυτεχνείω, ο τμηματάρχης των σχεδίων των πόλεων, είς ανώτατος δικαστικός λειτουργός, είς ανώτερος οικονομικός υπάλληλος (και ο προϊστάμενος
χαρτογραφικής υπηρεσίας). Η εντός ( ) φράσις διεγράφη υπό του εδ. 1 άρθρου 1 νόμου 4351/1929 (κατωτ. αριθ. 7). Του ως άνω συμβουλίου μετέχει και αντιπρόσωπος
Τραπέζης
Ελλάδος, οριζόμενος υπό του Υπουργού των Οικονομικών τη προτάσει
Τραπέζης ταύτης, κατά τον νόμον 4524/1930 περί συμπληρώσεως
διοικήσεως νομικών τινων προσώπων (τόμ. 39). Εις εκτέλεσιν
ανωτέρω διατάξεως εξεδόθη το Δ.
4/7 Οκτ. 1929 (κατωτ. αριθ. 8). «2.Χρέη γραμματέως του ανωτέρω συμβουλίου εκτελεί ο προϊστάμενος του Γ.Τ.Κ.
πόλεως Αθηνών». Η § 2 ετροποποιήθη ως άνω υπό του άρθρου 1 εδάφ. 1 νόμου 4351/1929 (κατωτ. αριθ. 7) 3.Προκειμένου περί καθαρώς τεχνικής φύσεως ζητημάτων, το ανωτέρω συμβούλιον συνεδριάζει παρόντων μόνον των τεχνικών αυτού μελών κατά τα δια του συνωδά τη προηγουμένη παραγράφω εκδοθησομένου β. διατάγματος κανονισθησόμενα. 4.Εις έκαστον των μελών του ανωτέρω συμβουλίου και τον γραμματέα αυτού παρέχεται τριακοντάδραχμος αποζημίωσις κατά συνεδρίαν. Άρθρον 6 1.Την οριοθέτησιν των ακινήτων κτημάτων εκάστης κτηματογραφουμένης πόλεως κλπ. εποπτεύει ειδική επιτροπή «εποπτεύουσα επιτροπή», αποτελούμενη: 1)εξ ενός εφέτου εκ των υπηρετούντων εις το εφετείον
εν η αι κτηματογραφικαί εργασίαι περιφερείας, οριζομένου υπό του Υπουργού
Δικαιοσύνης και προεδρεύοντος
επιτροπής, 2)εκ του προϊσταμένου
τοπογραφικής υπηρεσίας ή ετέρου τοπογράφου ή και μηχανικού
υπηρεσίας των δημοσίων έργων, οριζομένου υπό του επί
Συγκοινωνίας υπουργού μετά προηγουμένην σχετικήν γνωμοδότησιν του προϊσταμένου τούτου και 3)εξ ενός ανωτέρου οικονομικού υπαλλήλου, οριζομένου υπό του υπουργού των Οικονομικών τη αιτήσει του επί
Συγκοινωνίας υπουργού. Κατά τον αυτόν τρόπον ορίζονται και ισάριθμοι αναπληρωταί των ανωτέρω. 2.Η εποπτεύουσα επιτροπή δύναται να είναι η αυτή και δια την κτηματογράφησιν πλειοτέρων
μιας πόλεων, κωμών κλπ.
αυτής περιφέρειας. 3.Εάν αι κτηματογραφικαί εργασίαι εκτελώνται εις μεγάλας από
έδρας του εφετείου αποστάσεις, δύναται εν τη ανωτέρω επιτροπή ν’ αντικαθίσταται ο εφέτης δια του προέδρου των πρωτοδικών
εν η αι εν λόγω εργασίαι περιφερείας, όστις εν τη περιπτώσει ταύτη προεδρεύει
επιτροπής. Δια την αντικατάστασιν ταύτην απαιτείται προηγουμένη σχετική γνωμοδότησις του προϊσταμένου
τοπογραφικής υπηρεσίας. 4.Η εποπτεύουσα επιτροπή ενεργεί νομίμως, συμπραττόντων απάντων των μελών αυτής, αποφασίζει δε κατά πλειοψηφίαν. 5.»Χρέη γραμματέως
εποπτευούσης επιτροπής εκτελεί ο προϊστάμενος του Γ.Τ.Κ.». Η § 5 ετροποποιήθη ως άνω υπό του άρθρου 1 εδάφ. 2 νόμου 4351/1929 (κατωτ. αριθ. 7). 6.Παρά τη εποπτευούση επιτροπή δύναται να υπηρετή και βοηθητικόν (τεχνικόν και διοικητικόν) προσωπικόν, ου τον αριθμόν ορίζει ο επί
Συγκοινωνίας υπουργός, μετά γνώμην
εποπτευούσης επιτροπής, βάσει του κατά το άρθρον 10 ειδικού οργανισμού. 7.Εις έκαστον των μελών
εποπτευούσης επιτροπής και τον γραμματέα αυτής (εφ’ όσον ούτος είναι δημόσιος υπάλληλος) παρέχεται από του διορισμού των μηνιαία αποζημίωσις μέχρι δραχμών τριακοσίων, οριζομένη υπό του επί
Συγκοινωνίας υπουργού. Το ανώτατον όριον
αποζημιώσεως ταύτης δύναται εις εξαιρετικάς περιπτώσεις ν’ αυξάνηται δια β. διατάγματος μέχρι πενήντα επί τοις εκατόν. Η άνω αποζημίωσις ηυξήθη εις δρχ. 450 δια του Δ.
4/12 Οκτ. 1929 περί καθορισμού αποζημιώσεως μελών εποπτευούσης επιτροπής. 8.«Η εποπτεύουσα επιτροπή συνιστάται δι’ αποφάσεως του επί
Συγκοινωνίας υπουργού μετά πρότασιν του συμβουλίου αστικού κτηματολογίου». Η § 8 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρου 1 εδ. 3 νόμου 4351/1929 (κατωτ. αριθ. 7). 9.Τα καθήκοντα και η δικαιοδοσία
Σελ. 251 Κτηματολόγιο 7.Γ.δ.5 εποπτευούσης επιτροπής προβλέπονται υπό των σχετικών περί οριοθετήσεως κλπ. διατάξεων του παρόντος διατάγματος. 10.Η εποπτεύουσα επιτροπή τηρεί πρακτικά των συνεδριάσεων αυτής, εν οις καταχωρούνται αι αποφάσεις
, τας δε λεπτομερείας
λειτουργίας
κανονίζει υπουργική απόφασις. Άρθρον 7 «1.Η διοικητική υπηρεσία
κτηματογραφήσεως διεξάγεται υπό ειδικού γραφείου, καλουμένου γραφείου τηρήσεως κτηματολογίου (Γ.Τ.Κ.), εν τω οποίω κατατίθεται και τηρείται ο κτηματικός χάρτης μετά των σχετικών κτηματικών βιβλίων. Το γραφείον τούτο αλληλογραφεί απ’ ευθείας μετά των δημοσίων αρχών και των ιδιωτών, πλην των αμέσως προϊσταμένων του αρχών, μεθ’ ων αλληλογραφεί δια
τοπογραφικής υπηρεσίας του υπουργείου Συγκοινωνίας». Η § 1 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 1 εδ. 4 ν. 4351/1929 ορίσαντος εν συνεχεία ότι, όπου εν τω άνω Νομ. Διατάγματι συναντάται η φράσις «Κτηματικού Αρχειοφυλακείου (Κ.Α.)», αντικαθίσταται δια
φράσεως «Γραφείου Τηρήσεως Κτηματολογίου (Γ.Τ.Κ.)» ωσαύτως και η λέξις «Αρχειοφύλαξ» αντικαθίσταται δια των λέξεων «Προϊστάμενος του Γραφείου Τηρήσεως Κτηματολογίου». 2.Του κατά τα ανωτέρω κτηματικού αρχειοφυλακείου προΐσταται τεχνικός υπάλληλος (τοπογράφος ή μηχανικός
υπηρεσίας των δημοσίων έργων) φέρων τον τίτλον «αρχειοφύλαξ», υπηρετεί δε παρ’ αυτώ και το αναγκαίον βοηθητικόν προσωπικόν (τεχνικόν και διοικητικόν) οριζόμενον υπό του υπουργού
Συγκοινωνίας βάσει του κατά το άρθρον 10 ειδικού οργανισμού. Κατά τον αυτόν τρόπον ορίζεται και ο βαθμός ον δέον να έχη ο αναλαμβάνων καθήκοντα αρχειοφύλακος υπάλληλος. 3.Ο αρχειοφύλαξ πλην των υπό του παρόντος διατάγματος προβλεπομένων γενικών καθηκόντων έχει ειδικώτερον και τα εξής καθήκοντα: α)Προπαρασκευάζει τας κατά το άρθρον 11 προσκλήσεις, και παραλαμβάνει και φυλάσσει τας κατά το ίδιον άρθρον σχετικάς δηλώσεις, ως και πάντα τα παρομαρτούντα τη εξακριβώσει των ορίων και
νομικής μορφής των κτηματογραφουμένων ακινήτων στοιχεία. β)Παρέχει εις τους επί
οριοθετήσεως υπαλλήλους τα αναγκαία έγγραφα και λοιπά τη οριοθετήσει σχετικά στοιχεία. γ)Καταρτίζει τα κτηματικά βιβλία βάσει των παραδιδομένων αυτώ κτηματικών χαρτών και λοιπών αναγκαίων στοιχείων και τα σχετικά ευρετήρια αυτών δ)Τηρεί τον κτηματικόν χάρτην μετά των σχετικών αυτώ κτηματικών βιβλίων και ευρετηρίων, εγγράφων εκάστοτε τας κατά το άρθρον 21 μεταβολάς, κατόπιν σχετικής αυτοψίας. «ε)Συντάσσει εισηγητικήν έκθεσιν προς την εποπτεύουσαν επιτροπήν δι΄ εκάστην των εν παραγράφω 2 του άρθρου 16 υποβαλλομένων ενώπιον αυτής αντιρρήσεων, εκφέρων συνάμα την γνώμην του». Το εδάφ. ε΄ προσετέθη υπό του άρθρ. 1 εδ. 5 νόμου 4351/
μιας πόλεως κλπ. Πάντως το τοιούτον κανονίζεται μετά γνώμην του Σ.Α.Κ. 6.Εν τη κεντρική διειθύνσει
τοπογραφικής υπηρεσίας και υπό την άμεσον εποπτείαν του προϊσταμένου αυτής, λειτουργεί ίδιον «Κεντρικόν Κτηματικόν Aρχειοφυλακείον» (Κ.Κ.Α) εν ω κατατίθενται και τηρούνται τα πρωτότυπα του κτηματικού χάρτου και βιβλίων όλου του Κράτους μετά των σχετικών ευρετηρίων. Ο αρχειοφύλαξ του Κ.Κ.Α. έχει ως προς την ανωτέρω τήρησιν τας αυτάς περί ων η ανωτέρω παράγρ. 3 του αρχειοφύλακος του Κ.Α. υποχρεώσεις. Άρθρον 8 1.Αι τεχνικαί επί τε του εδάφους και εν τω γραφείω εργασίαι κτηματογραφήσεως εκτελούνται δια τοπογραφικών συνεργείων συνιστωμένων δια διαταγής του προϊσταμένου
τοπογραφικής υπηρεσίας βάσει των κατά το άρθρον 10 ειδικών προγραμμάτων και κατόπιν εγκρίσεως του επί
Συγκοινωνίας υπουργού. Εις τεχνικούς υπαλλήλους των αυτών συνεργείων ή και αυτοτελώς ενεργούντας, οριζομένους δε κατά τον αυτόν τρόπον, ανατίθεται η οριοθέτησις των κτηματογραφουμένων ακινήτων. 2.Το τεχνικόν, διοικητικόν και βοηθητικόν προσωπικόν των ανωτέρω συνεργείων λαμβάνεται εκ του τοιούτου προσωπικού
τοπογραφικής υπηρεσίας, εις την διάθεσιν
οποίας δύναται να τίθηται επί τω αυτώ σκοπώ δι’ υπουργικής αποφάσεως και έτερον τεχνικόν προσωπικόν
υπηρεσίας των δημοσίων έργων. 3.Εις το κατά το παρόν διάταγμα εις κτηματογραφικάς εργασίας ασχολούμενον τεχνικόν προσωπικόν καταβάλλονται αι υπό των οικείων διατάξεων προβλεπόμεναι εις τας τοπογραφικάς και κτηματογραφικάς εργασίας αναλόγως του παραγομένου έργου αποζημειώσεις. Μεταξύ του προσωπικού τούτου καταλέγεται ό τε αρχειοφύλαξ και το εις την σύνταξιν και τήρησιν των κτηματικών βιβλίων ασχολούμενον τεχνικόν προσωπικόν, εις τους οποίους καταβάλλονται ανάλογοι αποζημειώσεις, κανονιζόμεναι βάσει των αυτών ως άνω διατάξεων.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.