📄 Κείμενο νόμου
3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 18323 της 25/26 Αυγ. 1949 (ΦΕΚ Β΄ 140) (Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 169 της 6.10.1949) Περί εγκρίσεως του Κανονισμού Παροχών Τ.Ε.Α.Π.Ο.Κ.Α. Έχοντες υπόψη: 1.Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2.Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν. Δ/τος «περί Οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής». 3.Πρότασιν του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου, υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 7375/Ο.42/1949 αναφοράς του. 4.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 38/1949 Συνεδρίασις 87η της 10/2/1949). Αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν τον Κανονισμόν Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, εξ άρθρ. 13 έχοντα ως ακολούθως: Πρόσωπα Δικαιούμενα Παροχών Άρθρ.1ον.-Χορηγούνται υπό του Ταμείου περιοδικά βοηθήματα εις τας κάτωθι κατηγορίας προσώπων: α)Εις τους παρά τω Ταμείω ησφαλισμένους. β)Εις τας οικογενείας των εξ αυτών αποβιούντων και γ)Εις τας οικογενείας των θανόντων ησφαλισμένων των τυχόντων εν ζωή περιοδικού βοηθήματος (βοηθηματούχων) κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. Προϋποθέσεις απονομής παροχών Άρθρ.8ον.-1.Το δικαίωμα εις βοήθημα παραγράφεται μετά παρέλευσιν τριετίας από της γενέσεώς του. 2.Απαιτηταί δόσεις βοηθήματος μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται. 3.Ουδέποτε χορηγείται βοήθημα αναδρομικώς δια χρόνον μακρότερον των 6 μηνών από της χρονολογίας καθ’ ην υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως εις το Ταμείον. 4.Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως. (Αντί της σελ. 1815(δ) Σελ. 1815(ε) Τεύχος 607-Σελ. 101 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.3 32 «Αιτήσεις απονομής περ. βοηθήματος εφ’ ων εξεδόθησαν αποφάσεις απορριπτικαί λόγω παραγραφής τούτων, επανεξετάζονται αυτεπαγγέλτως και κρίνεται ουσιαστικώς το δικαίωμα εντός τριμήνου από της ισχύος της παρούσης το δε περ. βοήθημα απονέμεται από της πρώτης του μεθεπομένου μηνός της ισχύος της παρούσης. Εν ουδεμιά ανεξαιρέτως περιπτώσει επιτρέπεται ν’ αναγνωρισθώσιν αναδρομικώς εις βάρος του Ταμείου περ. βοηθήματα δια χρονικόν διάστημα μακρότερον των 6 μηνών από της χρονολογίας καθ’ ην υπεβλήθη η σχετική αίτησις. Τα εις τους βοηθηματούχους ή τας οικογενείας αυτών καταβαλλόμενα αναδρομικώς περ. βοηθήματα παρακρατούνται εξ ολοκλήρου προς εξόφλησιν του τυχόν εις βάρος του βοηθηματούχου βεβαιωθέντος χρέους συνεπεία αχρεωστήτως ληφθέντος περ. βοηθήματος ή οφειλής συνεπεία χρέους, προερχομένου εκ κλοπής χρημάτων του Ταμείου ή οφειλομένων δόσεων ή κεφαλαίου απαιτητών τοκοχρεωλυτικών δανείων χορηγηθέντων υπό του Ταμείου. Τα τυχόν οφειλόμενα εις το Ταμείον εξ αχρεωστήτως ληφθέντος περιοδ. βοηθήματος παρά του αποβιώσαντος βοηθηματούχου καταβάλλονται εις το Ταμείον παρά των προσώπων εις α μεταβιβάζεται το περ. βοήθημα αδιαφόρως αν απεδέχθησαν ή ου την τυχόν επαχθείσαν αυτοίς κληρονομίαν. Οι καταβάλλοντες έχουσιν δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών κληρονόμων». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 6063/Σ.42 της 30 Ιαν. /15 Φεβρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 42-Διορθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 181 της 30-6-58) «Προκειμένου περί οφειλών εξ αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών εις τέως βοηθηματούχους του ταμείου, εξ ησφαλισμένων αυτού απολυθέντων της Υπηρεσίας κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των Θ΄ και Ι΄ του 1967 Συντακτικών Πράξεων, ων αι περί απολύσεως σχετικαί πράξεις ανεκλήθησαν αφ’ ης εξεδόθησαν, η απόδοσις των εν λόγω οφειλών προς το Ταμείον συντελείται εις δόσεις, παρακρατουμένων ή αποδιδομένων εις το Ταμείον εκ των μηνιαίων αποδοχών των εκ των κατά τα’ ανωτέρω ησφαλισμένων ή των βοηθημάτων των μεταγενεστέρως καταστάντων ή καθισταμένων βοηθηματούχων του 1/10 αυτών. Εν περιπτώσει καθυστερήσεως δόσεώς τινος πέραν του μηνός αύτη επιβαρύνεται δια τόκου εξ 7%. Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. Φ.84/14789 της 27 Νοεμ./16 Δεκ. 1969 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 825). Σελ. 1816(ε) Τεύχος 607 Σελ. 102 39.Ο.α.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 33 Απονομή παροχών και τρόπος εξακριβώσεως προϋποθέσεων προς απονομήν βοηθημάτων Άρθρ.9ον.-1.Τα βοηθήματα απονέμονται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Δι’ αποφάσεων του Δ.Σ. καθορισθήσονται τα πιστοποιητικά και λοιπά δικαιολογητικά τα οποία υποχρεούται να υποβάλη ο ησφαλισμένος εις το Ταμείον δια την απονομήν βοηθήματος. 2.Εν αδυναμία εγγράφου αποδείξεως του συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται αύτη βεβαιουμένη δια δικαστικής αποφάσεως τηρουμένης της επ’ αναφορά διαδικασίας και των περί αδυναμίας εγγράφου αποδείξεως διατάξεων της πολιτικής δικονομίας, κλητευομένου επί ποινή απαραδέκτου της τοιαύτης αποφάσεως του Ταμείου. Αι διατάξεις του Α.Ν. 1016/1937 εφαρμόζονται δια την απόδειξιν καταρτίσεως και λύσεως σχέσεων των ησφαλισμένων προς τας αις υπηρέτησαν υπηρεσίας ή Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Κοινωνικής Πολιτικής του άρθρ. 3 του Ν.Δ. 980/1942 ως τούτο ισχύει. 3.Το Δ.Σ. του Ταμείου εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα τη αιτήσει δικαιολογητικά είναι πλήρη υποχρεούται όπως εντός δύο μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της αιτήσεως εκδόση την επ’ αυτής απόφασίν του. Εν περιπτώσει καθ’ ην υποβολή των απαιτουμένων δικαιολογητικών πραγματοποιηθή εις χρόνον μεταγενέστερον της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως περί απονομής βοηθήματος η κατά τα ανωτέρω δίμηνος προθεσμία άρχεται από της υποβολής του τελευταίου πιστοποιητικού. 4.Η διαπίστωσις της σωματικής και διανοητικής ανικανότητος των δικαιουμένων βοηθήματος ενεργείται υπό των κατά τόπους πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του ΙΚΑ. Κατά των γνωματεύσεων των πρωτοβαθμίων τούτων επιτροπών επιτρέπεται προσφυγή υπό του αιτούντος την απονομήν συντάξεως και παρά του Ταμείου, ενώπιον των δευτεροβαθμίων επιτροπών του ΙΚΑ, εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της Νομοθεσίας του ΙΚΑ ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν της προθεσμίας υποβολής των προσφυγών κλπ. Προκειμένου περί ασφαλιστικών κέντρων εις α δεν ισχύει η ασφάλισις του ΙΚΑ ο ησφαλισμένος παραπέμπεται προς εξέτασιν δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εις την υγειονομικήν επιτροπήν του πλησιέστερου Υποκαταστήματος του ΙΚΑ του τόπου διαμονής του. Η σχετική δαπάνη μετακινήσεως βαρύνει το Ταμείον όπερ καταβάλλει εις το ΙΚΑ και τας δαπάνας εξετάσεως των ησφαλισμένων. 5.Εάν απορριφθή αίτησις περί απονομής βοηθήματος αναπηρίας ή διακοπή οριστικώς τοιούτον βοήθημα ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως έτους νέαν αίτησιν περί απονομής τοιούτου βοηθήματος, εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας υγειονομικής επιτροπής βεβαιούται ότι εις την τελευταίως διαπιστωθείσαν κατάστασιν της αναπηρίας του επήλθε ουσιώδης μεταβολή. 6.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν των λόγω αναπηρίας βοηθηματούχων του ενεργουμένην ωσαύτως παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ αν οπωσδήποτε ήθελεν νομίσει ότι εξέλιπεν ο λόγος δι’ ον εχορηγήθη το βοήθημα οπότε δύναται ν’ αναθεωρήση την προηγουμένην απόφασιν αυτού. (Μετά την σελ. 1816(α) Σελ. 1816,01 289-109 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.3 34 39.Ο.α.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 35 Εκχώρησις και κατάσχεσις παροχών Άρθρ.10ον.-Απαγορεύεται η εκχώρησις ή η κατάσχεσις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων βοηθημάτων. Μόνον προκειμένου περί διατροφής συζύγου, κατιόντων ή ανιόντων, επιτρέπεται η κατάσχεσις του 1/3 τούτων κατόπιν αδείας του Προέδρου Πρωτοδικών. Μεταβατικαί Διατάξεις Άρθρ.11ον.-1.Οι δικαιωθέντες προσωρινού περιοδικού βοηθήματος παρά του Ταμείου κατά τας διατάξεις της υπ’ αριθ. 34492/Σ.1141/1943 αποφάσεως ημών, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, διατηρούν οπωσδήποτε και μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος το δικαίωμα προς απόληψιν του απονεμηθέντος αυτοίς βοηθήματος, αναθεωρουμένου μόνον ως προς τον τρόπον υπολογισμού αυτού, δι’ ον ισχύουν αι οικείαι διατάξεις των άρθρ. 3 και 4 του παρόντος. 2.Τυχόν αποφάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου περί μειώσεως, μερικής ή ολικής αναστολής, διακοπής ή ανακλήσεως χορηγηθέντων βοηθημάτων, λογίζονται ως μη ληφθείσαι, εφ’ όσον δεν δύνανται να βασισθούν επί διατάξεων του παρόντος Κανονισμού ή ετέρων ειδικών Νόμων ή Δ/των κλπ. ισχυόντων εκ παραλλήλου προς τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. Τα εξ αυτών όμως έννομα αποτελέσματα άρχονται από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. 3.Οι κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου διατηρούντες το δικαίωμα προς απόληψιν βοηθήματος υποχρεούνται όπως εξαγοράσωσι τον χρόνον συνταξίμου υπηρεσίας των, βάσει του οποίου θέλει υπολογισθή το βοήθημά των κατά τα εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζόμενα, εφ’ όσον δεν κατεβλήθησαν δια τούτον εισφοραί ή δεν εξηγοράσθη. 4.Εάν τα κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως της παρ. 1 του παρόντος άρθρου απονεμητέα μηνιαίως νέα βοηθήματα, είναι κατώτερα των μηνιαίων προσωρινών βοηθημάτων, άτινα κατεβάλλοντο πράγματι εις τους δικαιούχους κατά Δεκ. 1948 ή θα κατεβάλλοντο κατά τον αυτόν ως άνω μήνα, αν δεν εμεσολάβει, αναστολή, διακοπή ή ανάκλησις των οικείων αποφάσεων, ισχύει και ως προς ταύτα κατ’ αναλογίαν η αρχή, η τεθιμένη δια της παρ. 5 του κεφαλαίου ΙΙΙ της υπ’ αριθ. 50855/6499/27-12-47 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας. Τα κατ’ εφαρμογήν όμως της ρηθείσης αρχής καταβλητέα εις τους δικαιούχους βοηθήματα, εφ’ όσον είναι ανώτερα του 50% των κατά τας διατάξεις του παρόντος απονεμητέων νέων βοηθήματα, μειούνται κατά 25%. Ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός των βοηθημάτων κατά 25%, δεν δύναται πάντως να συνεπαχθή μείωσιν του ποσού του κατά Δεκ. 1948 καταβληθέντος μηνιαίου βοηθήματος, ανωτέραν του κατά τας διατάξεις του παρόντος απονεμητέου βοηθήματος, ηυξημένου κατά 50%. 5.Αιτήσεις περί απονομής περιοδικού βοηθήματος εις ησφαλισμένους ή μέλη οικογενείας θανόντων ησφαλισμένων, υποβληθείσαι προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Κανονισμού ως και αι τυχόν υποβληθησόμεναι μετά την δημοσίευσιν αυτού, δια κινδύνους όμως επαληθεύσαντας μέχρι της ημερομηνίας δημοσιεύσεως του παρόντος, κρίνονται βάσει των διατάξεων του προσωρινού Κανονισμού Παροχών, πλην της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρ. 2 τούτου, αντί της οποίας εφαρμοστέα τυγχάνει η διατάξις της παρ. 6 του άρθρ. 2 του παρόντος, ως προς τους λόγους, τους συνεπαγομένους στέρησιν του δικαιώματος εις σύνταξιν λόγω απολύσεως, εφαρμοζομένων πάντως και δια τους εκ τούτων αναγνωρισθησομένους ως βοηθηματούχους των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου. Τα κατ’ εφαρμογήν πάντως της παρούσης διατάξεως απονεμηθησόμενα βοηθήματα άρχονται καταβαλλόμενα από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. 6.Αιτήσεις περί απονομής παροχών, εφ’ ων εξεδόθησαν απορριπτικαί αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου, βάσει του προσωρινού Κανονισμού Παροχών αυτού, δύνανται να αναθεωρηθώσιν υπό του Δ.Σ. του Ταμείου, εάν υποβληθή υπό των ενδιαφερομένων σχετική αίτησις αναθεωρήσεως εντός 3 μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Η ως άνω ανατρεπτική προθεσμία δεν λογίζεται πάντως συμπληρωθείσα προ της παρελεύσεως μηνός από της κοινοποιήσεως σχετικής εγγράφου ανακοινώσεως προς τον ενδιαφερόμενον υπό του Ταμείου. Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου, εφ’ όσον συντρέχουν αι προϋποθέσεις του προσωρινού Κανονισμού Παροχών με την εν παρ. 5 του παρόντος άρθρου εξαίρεσιν, ή οι υπό του παρόντος καθοριζόμενοι όροι και προϋποθέσεις, απονέμει δια της περί αναθεωρήσεως αποφάσεώς του το οικείον περιοδικόν βοήθημα, όπερ πάντως δεν δύναται ν’ αναγνωρισθή δια χρόνον προγενέστερον της 1ης Απριλίου τρέχοντος έτους. Κατά την ενέργειαν των ανωτέρω αναθεωρήσεν αι προϋποθέσεις του παρόντος Κανονισμού θεωρούνται υφιστάμεναι και εάν έτι δεν πληρούται ο υπό της οικείας διατάξεως προβλεπόμενος χρόνος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας, εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος έχει συμπληρώσει ή δύναται να συμπληρώση δια προσθέτου εξαγοράς χωρούσης κατά τας διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 3 του παρόντος τον υπό ταύτης προβλεπόμενον Σελ. 1817 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.3 36 συνολικόν χρόνον συνταξίμου υπηρεσίας, εάν δε δεν απαιτείται τοιούτος, ισόχρονος τουλάχιστον συντάξιμον υπηρεσίαν προς την απαιτουμένην πραγματικήν εν ασφαλίσει. «Αιτήσεις ησφαλισμένων περί χορηγήσεως βοηθήματος υποβληθεισαι προ του 1949, επί των οποίων δεν ελήφθησαν οριστικαί αποφάσεις υπό του Δ.Σ. του Ταμείου επανεξετάζονται υποχρεωτικώς υπ’ αυτού εντός μηνός από της ισχύος της παρούσης επί τη βάσει των διατάξεων των άρθρ. 2 και 11 παρ. 6 του Κανονισμού Παροχών». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 62435/Σ.1204 της 26 Φεβρ. /12 Μαρτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 66). 7.Περιοδικόν βοήθημα αποκτηθέν δι’ απατηλών μέσων ή βάσει ψευδών δικαιολογητικών διακόπτεται οριστικώς κατόπιν αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου επιλαμβανομένου της αναθεωρήσεως των σχετικών αποφάσεων του προτάσει του Διευθυντού του Ταμείου. 8.Ο επί τη βάσει των διατάξεων του άρθρ. 5 της υπ’ αριθ. 34492/1943 ημετέρας αποφάσεως, υπολογισμός των υπό του Ταμείου χορηγουμένων προσωρινών περιοδικών βοηθημάτων, εις ποσοστόν των εκάστοτε αποδοχών και κατά παρέκκλισιν των διατάξεων της 50855/1947 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας εφαρμόζεται δυνάμει του παρόντος μέχρι της 1ης Απρ. 1949, αφ’ ης ο υπολογισμός γίνεται βάσει των διατάξεων της 50855/47 κοινής αποφάσεως. 9.Το κατά τας διατάξεις της επομένης παραγράφου του παρόντος άρθρου απονεμητέον βοήθημα καταβάλλεται από της λήξεως των κατά τας σχετικάς αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών χορηγηθεισών εις τας οικογενείας των προσώπων τούτων αποδοχών του ή τμήματος τούτων, καθ’ ας περιπτώσεις κατεβάλλοντο τοιαύτα και εν εναντία περιπτώσει από του υπό των οικείων διατάξεων του παρόντος Καταστατικού οριζομένου χρόνου. 10.Της κεκανονισμένης συντάξεως λόγω θανάτου, δικαιούνται αδιαφόρως χρονικών προϋποθέσεων και τα μέλη οικογενείας των εκ πολεμικής αιτίας ή αιτιών αναγομένων εις το στασιαστικόν κίνημα και την ανταρσίαν εξαφανισθέντων ή αιχμαλωτισθέντων ή απαχθέντων ως ομήρων ησφαλισμένων. Αι εκ πολεμικής αιτίας ή εξ αιτιών αναγομένων εις το Δεκεμβριανόν κίνημα και την ανταρσίαν επελθούσαι αναπηρίαι, εξαφανίσεις, αιχμαλωσίαι, απαγωγαί εις ομηρίαν και θάνατοι ησφαλισμένων, αποδεικνύονται δια πιστοποιητικών των αρμοδίων πολιτικών στρατιωτικών ή αστυνομικών αρχών, βασιζομένων επί των παρ. αυταίς υπαρχόντων στοιχείων ή ενόρκων βεβαιώσεων. Σελ. 1818 «Εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 2 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δύνανται ησφαλισμένοι, οίτινες παρητήθησαν ως μη αποδεχθέντες την ένταξιν των εις το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων να δικαιωθώσιν περιοδικού βοηθήματος από της 1 του επομένου μηνός της υποβολής της προς τούτο σχετικής αιτήσεως, εφ’ όσον κατά την ημέραν της τοιαύτης εξόδου των εκ της υπηρεσίας επλήρουν τας υπό του Ν.Δ. 2953/54 οριζομένας προϋποθέσεις όσον αφορά τον χρόνον πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας καταβάλλουσι δε υποχρεωτικώς την αναλογούσαν εισφοράν ησφαλισμένου και εργοδότου δια χρονικόν διάστημα μέχρι συμπληρώσεως δεκαπενταετούς συμμετοχής». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 6063/Σ.42 της 30 Ιαν. /15 Φεβρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 42- Διορθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 181 της 30-6-58) «Εκτός των κατά τας προηγουμένας διατάξεις μηνιαίων παροχών προς τους βοηθηματούχους του Ταμείου, ως και των κατά τας εκάστοτε διατάξεις περιοδικών παροχών προς αυτούς δια δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα επιτρέπεται να παρέχηται εις τούτους εφ’ άπαξ κατ’ έτος έκτακτος οικονομική ενίσχυσις μη υπερβαίνουσα δι’ ένα έκαστον εξ αυτών το ποσόν του μηνιαίου βοηθήματος του και εφ’ όσον υφίσταται προς τούτο γενική ή ειδική προέγκρισις της Νομισματικής Επιτροπής. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον έκτακτος οικονομική ενίσχυσις χορηγείται εφ’ όσον κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου συντρέχουσι λόγοι εκτάκτου οικονομικής ενισχύσεως των βοηθηματούχων του και υφίσταται οικονομική δυνατότης αυτού προς τον σκοπόν τούτον μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και έγκρισιν τάυτης υπό του Υπουργού Εργασίας». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 13236/Σ.137 της 18 Απρ. /4 Μαΐου 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 140). 39.Ο.α.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 37 («12.Ανώτατοι μετακλητοί υπάλληλοι, ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω δικαιούνται να αναγνωρίσωσι δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης, ως χρόνον πραγματικής παρά τω Ταμείω ασφαλίσεως τόσα έτη όσα κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως απαιτούνται δια την θεμελίωσιν δικαιώματος εις σύνταξιν επί τη καταβολή δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα, εισφοράς 5% επί του βασικού μισθού των. Το ούτω προκύπτον ποσόν δύναται να καταβληθή, είτε εφ’ άπαξ είτε κατά δόσεις, ων ο αριθμός οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δεν δύναται να είναι ανώτερος των 120».) Η παρ. 12 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 74525/Ε.1193 της 31 Ιουλ./2 Αυγ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 478) κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 67064/Σ.605 της 5/18 Οκτ. 1966 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 620) μη θιγομένων των βάσει της άνω καταργουμένης παραγράφου χορηγηθέντων ήδη μηνιαίων περιοδικών βοηθημάτων. «13.Από της 1 Μαρτ. 1965, τα κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρ. 3 του Ν.Δ. 2953/1954 «περί καθορισμού των εκ του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων χορηγητέων ασφαλιστικών παροχών των αναδιοριζομένων υπαλλήλων και άλλων τινών ασφαλιστικών διατάξεων», υπολογισθέντα μηνιαία περιοδικά βοηθήματα των βοηθηματούχων του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, επανυπολογίζονται επί τη βάσει των προ της δημοσιεύσεως του ως άνω Ν.Δ. 2953/1954 ισχυσασών διατάξεων της Νομοθεσίας του ανωτέρω Ταμείου, ήτοι επί τη βάσει των διατάξεων της υπ’ αριθ. 18323/Σ.886/1949 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας» περί εγκρίσεως Κανονισμού Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως», ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως. Τα κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρ. 3 του ως άνω Ν.Δ. 2953/1954 διακοπέντα μηνιαία περιοδικά βοηθήματα επαναχορηγούνται υπολογιζόμενα ως ανωτέρω. Αναγνωρίσεις προϋπηρεσίας βοηθηματούχων, ως και εξαγορά ταύτης λαβούσαι χώραν προ της δημοσιεύσεως του ως άνω Ν.Δ. 2953/1954, λογίζονται εγκύρως γενόμεναι και λαμβάνονται υπ’ όψιν δια την χορήγησιν του βοηθήματος. Ο κατά τα άνω επανυπολογισμός ή επαναχορήγησις συντάξεως λαμβάνει χώραν δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. επί μιας εκάστης περιπτώσεως, πάσα δε λεπτομέρεια ήτις ήθελε προκύψει κατά την εφαρμογήν της παρούσης ρυθμισθήσεται δια γενικής αποφάσεως αυτού». Η παρ. 13 προσετέθη δια την υπ’ αριθ. 25576/ Σ.250 της 19/20 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 208) αποφ. Υπ. Εργασίας. «14.Ησφαλισμένοι παρά τη ΤΕΑΠΟΚΑ δημόσιοι υπάλληλοι απολυθέντες της δημοσίας υπηρεσίας κατ’ εφαρμογήν του Ν.Δ. 4352/1964 ως έχοντες συμπληρώσει κατά την έναρξιν της ισχύος του Νόμου τούτου 35/ετή δημοσίαν υπηρεσίαν, ων ο χρόνος πραγματικής και προαιρετικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω υπολείπεται του προς θεμελίωσιν δικαιώματος περιοδικού βοηθήματος εκ του Ταμείου τούτου απαιτουμένου βασικού χρόνου ασφαλίσεως δικαιούνται από της ισχύος της παρούσης εις αναγνώρισιν δι’ εξαγοράς του χρόνου του κατά την νομοθεσίαν του Ταμείου απαιτουμένου προς συμπλήρωσιν του βασικού χρόνου ασφαλίσεως προς θεμελίωσιν δικαιώματος εις περιοδικόν βοήθημα, μη δυναμένου πάντως να υπερβή τα 4 έτη. Η αναγνώρισις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης. Η εξαγορά του αναγνωριστέου τούτου χρόνου ενεργείται δια της καταβολής προς το Ταμείον εισφοράς ίσης προς την υπό του Καταστατικού προβλεπομένην κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως (ησφαλισμένου και εργοδότου) δια τους εν ενεργεία ησφαλισμένους, υπολογιζομένης επί των αποδοχών του χρόνου της εξόδου εκ της υπηρεσίας των ως άνω ησφαλισμένων. Ως προς τον τρόπον καταβολής της κατά δόσεις δια παρακρατήσεως κλπ. εφαρμόζονται αι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 3 του Κανονισμού Παροχών. Εν περιπτώσει θανάτου τούτων, το ως άνω δικαίωμα αναγνωρίσεως ανήκει εις τα κατά τον Κανονισμόν Παροχών μέλη της οικογενείας των». Η παρ. 14 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 82282/ Σ.583 της 4/12 Οκτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 623). Τελικαί Διατάξεις Άρθρ.12ον.-Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Κανονισμού καταργείται η υπ’ αριθ. 34492/Σ.1141/1943 απόφασις του Υπουργού Εργασίας, δι’ ης ενεκρίθη ο προσωρινός Κανονισμός Παροχών του Ταμείου ως και αι συμπληρώσασαι ή τροποποιήσασαι ταύτην μεταγενεστέρως αποφάσεις. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Αντί της σελ. 1819(γ) Σελ. 1819(δ) Τεύχος 592-Σελ. 119 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.3 38 Άρθρ.2.-«1.Ο παρά τω ΤΕΑΠΟΚΑ ασφαλιζόμενος δικαιούται περιοδικού βοηθήματος (συντάξεως): α)Εάν απομακρυνθή οπωσδήποτε της υπηρεσίας και έχη εικοσιπενταετή πλήρη συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης δεκαπενταετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην. Επί θήλεος υπαλλήλου εν χηρεία μετ’ ανηλίκων τέκνων ή εν διαζεύξει μετ’ ανηλίκων τέκνων ή εν διαζεύξει μετ’ ανηλίκων τέκνων ή εγγάμου αρκεί δεκαπεντεατής πλήρης εν ασφαλίσει υπηρεσία ή δεκαπενταετής συντάξιμος τοιαύτη εφ’ όσον έτυχεν συντάξεως παρά του φορέως κυρίας ασφαλίσεως. «Επί άγαμης μητέρας με ανήλικα παιδιά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παραπάνω εδαφίου. Στην περίπτωση άγαμης μητέρας με ανήλικα παιδιά που έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία μετά την 8.11.1988 και έχει δικαιωθεί συντάξεως από τον φορέα κύριας ασφάλισης παρέχεται το ίδιο δικαίωμα, με έναρξη συνταξιοδότησης την πρώτου του επόμενου μήνα της δημοσίευσης της απόφασης αυτής». Η μέσα στα « » τελευταία διάταξη προστέθηκε από την 101/1496/24 Οκτ. –1 Νοεμ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 690) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Εάν απομακρυνθή οπωσδήποτε της υπηρεσίας λόγω συμπληρώσεως του προβλεπομένου υπό των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων ορίου ηλικίας και έχη δεκαπενταετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν. γ)Εάν απολυθή της υπηρεσίας και έχη εικοσαετή τουλάχιστον συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης δεκαπενταετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην. δ)Εάν απολυθή λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος προς εκτέλεσιν των υπηρεσιακών του καθηκόντων μη οφειλομένης εις την υπηρεσίαν και έχη δεκαπενταετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν ή πενταετή πραγματικήν τοιαύτην και τύχη συντάξεως λόγω αναπηρίας εκ του Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως. ε)Εάν απομακρυνθή οπωσδήποτε της υπηρεσίας ως καταστάς σωματικώς ή διανοητικώς ανίκανος συνεπεία τραύματος ή νοσήματος παρελθόντος προδήλως και αναμφισβητήτως εκ της εκτελέσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων ή συνεπεία πολεμικού ατυχήματος ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως. «ς.Εντός της πρώτης πενταετίας από της ισχύος της υπ’ αριθ. 101/1531/73 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, οι απομακρυνόμενοι της Υπηρεσίας, λόγω συμπληρώσεως του προβλεπομένου υπό των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων ορίου ηλικίας ή συμπληρώσεως τριακονταπενταετίας, δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον πληρούν τας προϋποθέσεις προς θεμελίωσιν δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως αίτινες απητούντο υπό της διεπούσης το Ταμείον νομοθεσίας κατά την προηγουμένην ημέραν της ισχύος της ως άνω αποφάσεως». Το εδάφ. ς΄ προσετέθη ως μεταβατική διάταξις δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 101/3/2941 της 6/22 Ιουν. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 695) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών η ισχύς της οποίας άρχεται από της ισχύος της υπ’ αριθ. 101/1531 της 31 Μαρτ./10 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 413) ομοίας. 2.Η ανικανότης των ησφαλισμένων, περί ης τα εδάφ. δ΄ και ε΄ της προηγουμένης παραγράφου ως και η τοιαύτη των τέκνων ησφαλισμένων και συνταξιούχων περί ων η παρ. 2 του άρθρ. 5 του παρόντος, διαπιστούται εκ της εν τη συνταξιοδοτική αποφάσει του Δημοσίου ή του αρμοδίου οργάνου του Οργανισμού Κυρίας Ασφαλίσεως αναφερομένης γνωματεύσεως της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής». Το άρθρ. 2, τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 20073/58080 της 19/20 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 332-Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ (Αντί για τη σελ. 1809(ε) Σελ. 1809(ζ) Τεύχος 1206-Σελ. 69 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.3 24 376 της 23 Οκτ. 1961 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 101/1531 της 31 Μαρτ/ 10 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 413) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. Συντάξιμος Υπηρεσία Άρθρ.3.-«1.Σαν συντάξιμη υπηρεσία θεωρείται: α)Ο χρόνος της πραγματικής υπηρεσίας που διανύθηκε στην ασφάλιση του Ταμείου από την έναρξη της λειτουργίας του και μετά. β)Ο χρόνος της υπηρεσίας που διανύθηκε στο Δημόσιο ή σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου εφ’ όσον δεν συμπίπτει με άλλη συντάξιμη υπηρεσία. γ)Ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας του κληρωτού και του εφέδρου, εφ’ όσον δεν συμπίπτει με άλλη συντάξιμη υπηρεσία. «δ)Τα χρόνια σπουδών και μέχρι δύο κατ’ ανώτατο όριο σε Πανεπιστήμια ή άλλες ισότιμες σχολές Ανώτατης Εκπαίδευσης της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, εφόσον αποκτήθηκε πτυχίο και έχει ο ασφαλισμένος τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος απονομής παροχών κατά περίπτωση, ανεξάρτητα από το αν συμπίπτουν με χρόνο που αναγνωρίζεται συντάξιμος από τις διατάξεις του Κανονισμού Παροχών ή από άλλη διάταξη» Η περίπτ. δ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την 101/Ν.606/14-15 Φεβρ. 1985 (ΦΕΚ 86) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Δεν θεωρείται συντάξιμη υπηρεσία: α)Ο χρόνος οποιασδήποτε υπηρεσίας ασφαλισμένου ο οποίος υπολογίστηκε για τη θεμελίωση δικαιώματος ή την απονομή συντάξεως από υποχρεωτική ασφάλιση σε άλλο Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως, εκτός του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων. β)Ο χρόνος της αυθαίρετης αποχής, εφ’ όσον επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή, ο χρόνος εκτήσεως στερητικής ποινής της ελευθερίας του ασφαλισμένου που επιβλήθηκε από οποιοδήποτε Δικαστήριο, ο χρόνος αργίας, διαθεσιμότητας και προσωρινής απολύσεως, εφ’ όσον οφείλεται σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχικό παράπτωμα, καθώς και ο χρόνος προφυλακίσεως εκτός αν ακολούθησε αθώωση ή απαλλαγή. 3α)Η αναγνώριση της συντάξιμης υπηρεσίας που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 1 εδάφ. β-δ γίνεται με απόφαση του Διευθυντού του Ταμείου και δεν μπορεί να υπερβεί τον χρόνο της πραγματικής ασφάλισης στο Ταμείο, σε καμμιά δε περίπτωση τα 10 χρόνια και με την προϋπόθεση ότι διανύθηκε μετά την συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας. β)Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας σαν συντάξιμης είναι: αα)Αίτηση με την οποία ο ασφαλισμένος θα ζητά την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του. Σελ. 1810(ζ) Τεύχος 1206-Σελ. 70 ββ)Πιστοποιητικό της Υπηρεσίας από το οποίο θα αποδεικνύονται οι υπηρεσιακές και ασφαλιστικές μεταβολές του ασφαλισμένου και οι αποδοχές που παίρνει αυτός αναλυτικά. γγ)Πιστοποιητικό προϋπηρεσίας στο οποίο να φαίνεται η υπηρεσία στην οποία απασχολήθηκε ο ασφαλισμένος καθώς και τα χρονικά διαστήματα. δδ)Υπεύθυνη Δήλωση του ασφαλισμένου ότι η προς αναγνώριση προϋπηρεσία δεν καλύπτεται από άλλη επικουρική ασφάλιση. «γ)Η αναγνώριση της παραπάνω προϋπηρεσίας μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε και μέχρι την αποχώρηση από την υπηρεσία ή το αργότερον μέσα στο τρίμηνο από τη λήψη της συνταξιοδοτικής απόφασης του ΤΕΑΠΟΚΑ». Η περίπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 101/2049/10-14 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 904) απ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 62/31-11994). 39.Ο.α.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 25 «4.α)Η εξαγορά της αναγνωριζόμενης υπηρεσίας σαν συντάξιμης γίνεται με την καταβολή στο Ταμείο των εισφορών που αναλογούν σ’ αυτήν, εργοδότη και ασφαλισμένου οι οποίες υπολογίζονται στις αποδοχές που υπόκεινται σε τακτικές ασφαλιστικές κρατήσεις, περιλαμβανομένων και των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης αναγνώρισης. β)Η εξόφληση του παραπάνω ποσού εξαγοράς, γίνεται εφάπαξ, οπότε παρέχεται έκπτωση ποσοστού 10% ή με δόσεις ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των αναγνωριζομένων μηνών. Η παρακράτηση των δόσεων γίνεται υποχρεωτικά από τις αποδοχές του ασφαλισμένου από την υπηρεσία του και αποδίδεται μαζί με τις τακτικές εισφορές, αρχίζει δε από τον μεθεπόμενο μήνα, από την κοινοποίηση της απόφασης για την αναγνώριση στον ενδιαφερόμενο από τον εκκαθαριστή αποδοχών. Σε περίπτωση εξόφλησης εφάπαξ του ποσού εξαγοράς, η οφειλή πρέπει να καταβληθεί μέσα σε 2 μήνες από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης. γ)Σε περίπτωση συνταξιοδότησης του ασφαλισμένου, ο μη εξαγορασθείς χρόνος εξοφλείται εφάπαξ, μέσα σε διάστημα 2 μηνών από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης του Δ/ντή, άλλως, ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του συντάξιμου χρόνου. Σ περίπτωση καταβολής του ποσού της εξαγοράς μετά την παρέλευση των 2 μηνών το δικαίωμα για σύνταξη ή την προσαύξηση αυτής αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα της εξόφλησης της οφειλής». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 101/2049/10-14 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 904) απ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 62/31-1-1994). 5.Κατά τον υπολογισμό του συνολικού χρόνου υπηρεσίας το κλάσμα του έτους που ξεπερνά τις 180 ημέρες, υπολογίζεται σαν πλήρες έτος, το κλάσμα δε μικρότερο ή ίσο με 180 ημέρες παραλείπεται». Το άρθρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 101/3/95/21-29 Ιαν. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 39) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «6.α)Κατ’ εξαίρεση το τεχνικό προσωπικό των ασφαλιστικών Οργανισμών, που ασφαλίζεται το ΤΕΑΠΟΚΑ και έχει παράλληλα επικουρική ασφάλιση και σε άλλο Ταμείο ή Κλάδο μπορεί να αναγνωρίσει στο ΤΕΑΠΟΚΑ το χρόνο της προγενέστερης υπηρεσίας που έχει στους Οργανισμούς αυτούς από του διορισμού του και μέχρι 31.12.1973 και για τον οποίο χρόνο καλυπτόταν και από άλλο επικουρικό Φορέα». Το πιο πάνω εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την Φ. 101/ΟΙΚ.844/6-25 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 299) απόφ. Υφ/ργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Για την αναγνώριση του χρόνου αυτού καταβάλλεται εισφορά 7% για τον μέχρι της θεμελιώσεως του συνταξιοδοτικού δικαιώματος χρόνο και 14% για τον επιπλέον της θεμελιώσεως χρόνο, υπολογιζόμενη επί των τακτικών αποδοχών αυτού, του χρόνου υποβολής της αίτησης, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς γίνεται σε τόσες μηνιαίες δόσεις, όσον ο αριθμός των αναγνωριζομένων μηνών, οι οποίες παρακρατούνται από τις αποδοχές του από την υπηρεσία του, μετά από έγγραφη ειδοποίηση του Ταμείου και αποδίδονται στο ΤΕΑΠΟΚΑ μαζί με τις τακτικές εισφορές. Σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου το υπόλοιπο του ποσού της εξαγορά του ασφαλισμένου καταβάλλεται εφάπαξ. β.Δικαίωμα αναγνώρισης παρέχεται και στο τεχνικό προσωπικό που πληροί τις προϋποθέσεις της περίπτ. α΄ της παραγράφου αυτής και έχει ήδη εξέλθει της υπηρεσίας χωρίς να δικαιωθεί συντάξεως από το ΤΕΑΠΟΚΑ. Εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται με την καταβολή ποσού ίσου με το γινόμενο της εισφοράς της οριζόμενης από το δεύτερο εδάφιο της περίπτ. α΄ στις τακτικές αποδοχές εξόδου από την υπηρεσία όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης περιλαμβανομένων και των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας επί τον αριθμό των αναγνωριζομένων μηνών. Η εξόφληση του ποσού αυτού γίνεται εφάπαξ μέσα σε 12 μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης στον ενδιαφερόμενο, άλλως χάνεται το δικαίωμα αυτό. γ.Ο αναγνωριζόμενος χρόνος σε καμιά περίπτωση δεν υπολογίζεται για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης αν δεν εξοφληθεί ολόκληρο το ποσό της εξαγοράς του χρόνου αυτού. δ.Η αίτηση αναγνώρισης υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο και σε περίπτωση θανάτου του από τα μέλη της οικογενείας του μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής. ε.Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για τις ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου». Η παρ. 6 προστέθηκε από την Φ.101/438/1416 Μαρτ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 200) απόφαση Υπουργ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 1810,01(γ) Σελ. 1810,01(δ) Τεύχος 1206-Σελ. 71 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.3 26 39.Ο.α.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 27 Ποσόν περιοδικού βοηθήματος ησφαλισμένων Άρθρ.4.-«1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρ. 1 του Νόμ. 195/1975, το μηνιαίο περιοδικό βοήθημα που χορηγεί το ΤΕΑΠΟΚΑ υπολογίζεται σε εκατοστά του βασικού μηνιαίου μισθού ενεργείας που ορίζεται από τις εκάστοτε διατάξεις και που εμισθοδοτείτο ο ασφαλισμένος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία, προσαυξημένου με το ποσοστό χρόνου υπηρεσίας (τριετιών και πολυετίας) που έπαιρνε και για το οποίο κατεβάλλοντο ασφαλιστικές εισφορές, ανάλογα με τα συντάξιμα έτη που προβλέπει η Νομοθεσία του Ταμείου, σύμφωνα με τον πιο κάτω πίνακα». Το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 101/3/95/21-29 Ιαν. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 39) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Συντάξιμα Ποσοστόν Συντάξιμα Ποσοστόν έτη αποδοχών έτη αποδοχών Μέχρι 15 30% 26 42% 16 31% 27 44% 17 32% 28 46% 18 33% 29 48% 19 34% 30 50% 20 35% 31 52% 21 36% 32 54% 22 37% 33 56% 23 38% 34 58% 24 39% 35 60% 25 40% Το ανωτέρω εδάφιον τίθεται ως ετροποποιήθη δια της υπ’ αριθ. 1869/019 της 6/14 Φεβρ. 1969 (ΦΕΚ Β΄ 108) αποφ. Κοινων. Υπηρεσιών. Νεωτέρα τροποποίησις δια της υπ’ αριθ. 101/3674 της 3/13 Νοεμ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 964) ηκυρώθη δια της υπ’ αριθ. 2022/1973 αποφ. Συμβ. Επικρατείας. «Ειδικώς προκειμένου περί αμέσως ησφαλισμένου μη διεβαθμισμένου μισθολογικώς, κατά τας περί Δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. διατάξεις, ο υπολογισμός του απονεμητέου μηνιαίου περιοδικού βοηθήματος ενεργείται επί κατά τον χρόνον της εξόδου εκ της υπηρεσίας προβλεπομένου, υπό των οικείων διατάξεων, μεγαλυτέρου βασικού μισθού, του βαθμού της ιεραρχίας των ησφαλισμένων Διοικητικών υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Ον υπερβαίνει το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών, εφ’ ων νομίμως καταβάλλοντο ασφαλιστικαί εισφοραί κατά τον χρόνον της εξόδου του εκ της υπηρεσίας. Ο βασικός ούτος μισθός προσαυξάνεται, περαιτέρω, κατά τόσα εκατοστά αυτού όσα αναλογούν εις την επί πλέον προκύπτουσαν διαφοράν μεταξύ τούτου και των, ως ανωτέρω, αποδοχών εξόδου εκ της υπηρεσίας του ησφαλισμένου. Αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου εφαρμόζονται αναλόγως και εις τας περιπτώσεις των αμειβομένων επί ποσοστοίς ή κυμαινομέναις αποδοχαίς, συγκρινομένου προς τούτο, του συνόλου των αποδοχών ας έλαβον ούτοι τους τελευταίους 24 μήνας της υπηρεσίας των μη συμπεριλαμβανομένων εις τας εν λόγω μηνιαίως αποδοχής των Δώρων Εορτών, του Επιδόματος Αδείας, του υπερωριακού επιδόματος και ετέρων τυχόν εκτάκτων οικονομικών ενισχύσεων προς το κατά το αυτό χρονικόν διάστημα σύνολον των αποδοχών εκ βασικού μισθού των κατά την εν τω προηγουμένω εδαφίω, αναφερομένην μισθολογικήν ιεραρχίαν ησφαλισμένων Διοικητικών υπαλλήλων του Ταμείου. Αι διατάξεις του δευτέρου και τρίτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και επί βοηθηματούχων ων η έναρξις καταβολής του βοηθήματος εμπίπτει εις χρόνον προγενέστερον της δημοσιεύσεως της παρούσης, μη επιτρεπομένης της, εκ της εφαρμογής αυτών, μειώσεως του ήδη καταβαλλομένου μηνιαίου περιοδικού βοηθήματος, Τυχόν προκύπτουσα επί έλαττον διαφορά συμψηφίζεται προς πάσαν μεταγενεστέραν αύξησιν των βοηθημάτων, η δε επί πλέον τυχόν προκύπτουσα διαφορά καταβάλλεται από της πρώτης του μεθεπομένου μηνός εκείνου της δημοσιεύσεως της παρούσης, μη μεταβαλλομένου, ωσαύτως, του ποσού εξαγοράς του αναγνωρισθέντος αυτοίς χρόνου πλασματικής προϋπηρεσίας κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Δια την κατά τας διατάξεις του παρόντος εδαφίου αναγωγήν των μισθών, εφ’ ων υπολογίζονται τα μηνιαία περιοδικά βοηθήματα των ως άνω βοηθηματούχων, εις μισθούς βαθμών της ιεραρχίας των ησφαλισμένων διοικητικών υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., λογίζονται ως αποδοχαί εξόδου, προκειμένου μεν περί των αμειβομένων επί ποσοστοίς ή κυμαιμομέναις αποδοχαίς, αι τοιαύται εφ’ ων υπελογίσθη αρχικώς, το απονεμηθέν αυτοίς μηνιαίον περιοδικόν βοήθημα και μισθολόγιον αναγωγής το ισχύον τοιούτον κατά τον χρόνον της εξόδου των εκ της υπηρεσίας, προκειμένου δε περί των λοιπών, αι αποδοχαί ας θα ελάμβανον και εφ’ ων θα κατεβάλλοντο ασφαλιστικαί εισφοραί υπέρ του Ταμείου, εάν κατά τον χρόνον της δημοσιεύσεως της παρούσης ετέλουν εν υπηρεσία υπό τας εν γένει υπηρεσιακάς προϋποθέσεις άστινας είχον κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας». Τα ανωτέρω εντός « » εδάφια προστεθέντα δια της υπ’ αριθ. 101/3/109 της 21/30 Ιαν. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 97) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 101/3/64 της 26 Ιαν. /2 Φεβρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 127). Διορθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 331 της 12 Μαρτ. 1976 ομοίας. Το εδάφ. β΄ είχε προστεθή δια της υπ’ αριθ. 101/3674 της 3/13 Νοεμ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 964), αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρ., πλην αύτη ηκυρώθη δια της υπ’ αριθ. 2022/1973 αποφ. Συμ. Επικρατείας. (Αντί για τις σελ. 1810,01(α)-1812(γ) Σελ. 1811(δ) Τεύχος Η43-Σελ. 61 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.3 28 «γ.Από 1ης Ιαν. 1973 τα ποσά των απονεμομένων ως και των ανακαθοριζομένων βάσει των διατάξεων του προηγουμένου εδαφ. β΄ μηνιαίων περιοδικών βοηθημάτων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι κατωτέρα των βοηθημάτων των προκυπτόντων βάσει των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ως αύται ίσχυον προ της τροποποιήσεώς των δια της υπ’ αριθ. 101/3674/ 1972 αποφάσεως ημών και του κατά την 31.12.1973 ισχύοντος μισθολογίου. Τυχόν επί πλέον προκύπτουσαι διαφοραί εξακολουθούν καταβαλλόμεναι υπό μορφήν προσωρινού επιδόματος, συμψηφιζομένου προς πάσαν μελλοντικήν αύξησιν των βοηθημάτων συνεπεία αυξήσεως των αποδοχών των εν ενεργεί ησφαλισμένων». Το εδάφ. γ΄ προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 101/3/2581 της 14/19 Μαΐου 1973 (ΦΕΚ Β΄ 585) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 2.Αι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται και επί των βοηθηματούχων του Ταμείου ων η έναρξις καταβολής του μηνιαίου περιοδικού βοηθήματος εμπίπτει εις το μέχρι και της 31ης Ιαν. 1969 χρονικόν διάστημα αναγνωριζομένου αυτοίς αυτεπαγγέλτως υπό του Ταμείου, τόσου χρόνου πλασματικής προϋπηρεσίας ως συνταξίμου, πέραν του τυχόν ήδη αναγνωρισθέντος τοιούτου, όσος απαιτείται δια την επί τη βάσει των διατάξεων της παρ. 1, απόληψιν του ποσοστού, όπερ ελάμβανον προ της ενάρξεως ισχύος ταύτης. Ο κατά τ’ ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος εξαγοράζεται κατά τας κειμένας διατάξεις δια της καταβολής προς το Ταμείον της εις τούτον αναλογούσης εισφοράς ησφαλισμένου και εργοδότου (7%) υπολογιζομένης επί του κατά τον χρόνον ενάρξεως ισχύος της παρούσης συνταξίμου μισθού των βοηθηματούχων το δε ποσόν ποσοστού ίσον προς τα 10% του μηνιαίου βοηθήματος, προκειμένου περί βοηθηματούχων λαμβανόντων μηνιαίον βοήθημα μέχρι και 1500 δραχμών ποσοστού δε 15%, προκειμένου περί βοηθηματούχων λαμβανόντων μεγαλύτερον μηνιαίον βοήθημα. 3.Από 1ης Φεβρ. 1969 το βοήθημα δεν δύναται να υπολείπεται των 50% του βασικού μισθού υπαλλήλου επί 13ω βαθμώ της δημοσίας διοικητικής ιεραρχίας. Αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου εφαρμόζονται και επί βοηθημάτων ων η έναρξις καταβολής εμπίπτει εις χρόνον προγενέστερον της ισχύος του». Αι παρ. 1, 2 και 3 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 1869/019 της 6/14 Φεβρ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 108). Προηγουμένως η παρ. 1 είχεν τροποποιηθή δια της υπ’ αριθ. 56070 της 16/16 Οκτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 207). Σελ. 1812(δ) Τεύχος Η43-Σελ. 62 4.Το μηνιαίον περιοδικόν βοήθημα, δεν δύναται εν πάση περιπτώσει να είναι κατώτερον του 1/3 του προπολεμικού οργανικού μηνιαίου βασικού μισθού, ως ούτος καθορίζεται κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου «ουδέ ανώτερον 40/50 του αυτού μισθού». Η εντός « » φράσις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56070 της 16/16 Οκτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 207). «Από 1ης Νοεμ. 1968 εν ουδεμιά περιπτώσει το καταβαλλόμενον εις τον αμέσως ησφαλισμένον μηνιαίον περιοδικόν βοήθημα δύναται να υπερβαίνη κατά ποσόν τον κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις μηνιαίον βασικόν μισθόν του επί βαθμώ 2ω υπαλλήλου της δημοσίας διοικητικής ιεραρχίας. Αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου εφαρμόζονται και επί βοηθημάτων ων η έναρξις καταβολής εμπίπτει εις χρόνον προγενέστερον της ισχύος του εδαφίου τούτου». Τα εντός « » εδάφια προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 127921/Σ.1630 της 1/5 Νοεμ. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 591). 39.Ο.α.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 29 5.Το μηνιαίον βοήθημα δεν δύναται αν είναι μικρότερον του 1/2 του προπολεμικού οργανικού μηνιαίου βασικού μισθού δια τας περιπτώσεις των παρ. 4 και 5 του άρθρ. 2 του παρόντος Κανονισμού (ανικανότης εκ βιαίου συμβάντος και εκ πολεμικής αιτίας). 6.Τα κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού καταβαλλόμενα πάσης φύσεως μηνιαία βοηθήματα προσαυξάνονται μετά την αναπροσαρμογήν των εις σημερινάς δραχμάς μετ’ απόφασιν του Διοικ. Συμβουλίου του Οργανισμού κατά 50% εάν ο βοηθηματούχος ευρίσκεται εις κατάστασιν απολύτου αναπηρίας, απαιτούσης συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και βοήθειαν ετέρου προσώπου. 7.«Εάν ο ησφαλισμένος κατέχη ταυτοχρόνως πλείονας της μιας θέσεις εκ των θεμελιουσών υποχρέωσιν ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω κατά τον χρόνον της εξόδου του εκ της υπηρεσίας ή του θανάτου του, ως βάσις δια τον υπολογισμόν του περιοδικού βοηθήματος λαμβάνεται ο μισθός ενεργείας, ο αντιστοιχών εις την μάλλον μισθοδοτουμένην θέσιν και εφ’ όσον επί ταύτης συνετελείτο η απόδοσις των ασφαλιστικών εισφορών». Η παρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56070 της 16/16 Οκτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 207). 8.«Όπου εν τω παρόντι άρθρω αναφέρονται οι όροι: «προπολεμικός βασικός οργανικός μισθός» «βασικός οργανισμός μισθός» «βασικός μισθός» ούτοι έχουν την έννοιαν του περί ου η παρ. 1 του παρόντος άρθρου μισθού ενεργείας». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56070 της 16/16 Οκτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 207). («9.Προκειμένου περί ησφαλισμένων δικαιουμένων περιοδικού βοηθήματος κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των παρ. 1, 6 και 7 του άρθρ. 2 του παρόντος και μη συμπληρωσάντων 10ετή πραγματικήν εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίαν, το κατά τας ανωτέρω διατάξεις απονεμόμενον εις τούτους περιοδ. βοήθημα δεν δύναται εν ουδεμιά περιπτώσει να είναι ανώτερον των κάτωθι ποσοστών του μισθού ενεργείας. α)Επί βοηθηματούχων, ων το βοήθημα υπολογίζεται με βάσιν τον μισθόν ενεργείας του Υπουργικού εισηγητού, του 60% τούτου. β)Επί βοηθηματούχων, ων το βοήθημα υπολογίζεται με βάσιν τον μισθόν ενεργείας του υπουργικού τμηματάρχου β΄ ή α΄ τάξεως του 55% τούτου, και γ)Επί βοηθηματούχων, ων το βοήθημα υπολογίζεται με βάσιν τον μισθόν ενεργείας του Υπουργικού Διευθυντού β΄ τάξεως και άνω του 50% τούτου. Η παρούσα διάταξις εφαρμόζεται και κατά τον επανυπολογισμόν των περιοδικών βοηθημάτων των μέχρι και της 1 Οκτωβρίου έτους 1951 δικαιωθέντων περ. βοηθήματος περί του προβλέπει η παρ. 8 του παρόντος άρθρου. Δια τον επανυπολογισμόν των περιοδικών βοηθημάτων των βοηθηματούχων της κατηγορίας ταύτης, ως μισθός ενεργείας νοείται ο κατά τας οικείας διατάξεις του παρόντος άρθρου οριζόμενος τοιούτος, άνευ υπολογισμού προσαυξήσεως λόγω πολυετούς παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ και τυχόν τοιούτων λόγω πολυετούς υπηρεσίας, αποκλειομένης ως προς τούτους της εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, ως προς τους ήδη όμως βοηθηματούχους τους λαμβάνοντας σύνταξιν παρά του Δημοσίου, ως μισθός δια τον επανυπολογισμόν του βοηθήματος λογίζεται ο μισθός ο οποίος ελήφθη ως βάσις δια την απονομήν εις αυτούς της εκ του δημοσίου συντάξεώς των»). Η παρ. 9 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 13504/Ε.291 της 11/13 Μαρτ. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 59) κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 67064/Σ.605 της 5/18 Οκτ. 1966 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 620). Τα βάσει της ως άνω καταργουμένης παραγράφου υπολογισθέντα μηνιαία περιοδικά βοηθήματα επανυπολογίζονται κατά τας οικείας διατάξεις, εφ’ όσον δια του τοιούτου επανυπολογισμού δεν επέρχεται μείωσις αυτών. «Οι παραπάνω διατάξεις του άρθρ. 4 που τροποποιούνται με την αυτή απόφαση, εφαρμόζονται ανάλογα και στους βοηθηματούχους του Ταμείου, των οποίων η έναρξη καταβολής του μηνιαίου βοηθήματος εμπίπτει σε χρόνο προηγούμενο από την δημοσίευσή της, χωρίς όμως να επιτρέπεται από την εφαρμογή τω διατάξεων αυτών. Η επί πλέον διαφορά που προκύπτει από την εφαρμογή αυτή καταβάλλεται από την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα από την δημοσίευση αυτής της αποφάσεως, η δε επί έλαττον διαφορά συμψηφίζεται με κάθε μεταγενέστερη αύξηση των βοηθημάτων». Η μέσα σε « » τελευταία διάταξη προστέθηκε από τη παρ. 3 της 101/3/95/21-29 Ιαν. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 39) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. (Αντί για τις σελ. 1812,01(β) –1814(γ) Σελ. 1813(δ) Τεύχος Η43-Σελ. 63 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.3 30 Περιοδικόν βοήθημα μελών οικογενείας Άρθρ.5.-«1.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου ή ησφαλισμένου έχοντος συμπληρώσει τας υπό των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρ. 2 προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως, δικαιούνται συντάξεως τα κατά την επομένην παράγραφον μέλη της οικογενείας του θανόντος. 2.Ως μέλη οικογενείας, θανόντος ησφασλισμένου ή συνταξιούχου δικαιούμενα συντάξεως νοούνται: α)Η εν χηρεία τελούσα σύζυγος, και β)Τα άγαμα τέκνα, νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα, ων η περί υιοθεσίας δημοσίευσις έλαβεν χώραν δύο τουλάχιστον έτη προ του θανάτου ή της αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας του θετού γονέως, και επί ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα φυσικά αυτής τέκνα, μέχρι του 21ου έτους της ηλικίας των συμπεπληρωμένου. Η συνταξιοδότησις των τέκνων παρατείνεται μέχρι του 24ου έτους της ηλικίας των συμπεπληρωμένου, εφ’ όσον ταύτα συνεχίζουν τας σπουδάς των εις Σχολάς Γενικής ή Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εφ’ όσον, κατά τον χρόνον συμπληρώσεως των ως άνω ορίων ηλικίας, ήσαν ανίκανα προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, και δι’ όσον χρόνον διαρκεί η τοιαύτη ανικανότης». Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 101/1531 της 31 Μαρτ./10 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 413) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 3.Το ποσόν του βοηθήματος εις ο δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς τα 60% του ποσού του βοηθήματος του θανόντος (θανούσης) του βοηθήματος δηλαδή, όπερ απενεμήθη εις αυτόν (αυτήν) ή εις ο θα εδικαιούντο ούτος (αύτη) εάν κατά την ημέραν του θανάτου καθίστατο ανάπηρος. 4.Το ποσόν του βοηθήματος εκάστου τέκνου ισούται προς τα 20% του ποσού του βοηθήματος του θανόντος (θανούσης). Προκειμένου περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων το κατά το προηγούμενον εδάφιον βοήθημα αυτού διπλασιάζεται. Το σύνολον των βοηθημάτων της χήρας (χήρου) και των τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν του βοηθήματος του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης βοηθήματος τα 60% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολον των βοηθημάτων υπερβαίνει τα όρια του προηγουμένου εδαφίου, το βοήθημα εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. 5-6.(Κατηργήθησαν και η επομένη παρ. 7 έλαβεν αριθμόν 5, δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 101/1531 της 31 Μαρτ. /10 Απρ. 1973, (ΦΕΚ Β΄ 413) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Σελ. 1814(δ) Τεύχος Η43-Σελ. 64 (7)«5»Εάν πρόσωπον εκ των κατά τας προηγουμένας διατάξεις του παρόντος άρθρου δικαιουμένου βοηθήματος τελεί εις κατάστασιν απολύτου αναπηρίας, το κατά τους ανωτέρω ορισμούς εξευρισκόμενον ποσόν βοηθήματος επαυξάνεται (μετά την αναπροσαρμογήν του εις νέας δραχμάς) κατά το ήμισυ, χωρίς η τοιαύτη επαύξησις να θίγη οπωσδήποτε τα δικαιώματα των λοιπών δικαιουμένων βοηθημάτων προσώπων. Η εντός ( ) φράσις διεγράφη δια της υπ’ αριθ. 56070 της 16/16 Οκτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 207). 39.Ο.α.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 31 Χρόνος ενάρξεως και λήξεως δικαιώματος εις βοήθημα Άρθρ.6ον.-1.Το εις βοήθημα δικαίωμα άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός εκείνου καθ’ ο επήλθε η αναπηρία ή ο θάνατος ή καθ’ ον απεχώρησεν ο ησφαλισμένος εκ της υπηρεσίας. Κατ’ εξαίρεσιν επί αναπηρίας οφειλομένης εις ασθένειαν ή ατύχημα, το βοήθημα άρχεται καταβαλλόμενον, από της ημέρας αφ’ ης έπαυσεν η καταβολή επιδόματος, ασθενείας ή μισθού. Η παρ. 1 είχε τροποποιηθή δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 101/3674 της 3/13 Νοεμ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 964) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, ήτις όμως εκυρώθη δια της υπ’ αριθ. 2022/1973 αποφάσεως του Συμβουλίου Επικρατείας. 2.Το βοήθημα παύει να παρέχηται: α)Επί βοηθήματος λόγω αναπηρίας, εφ’ όσον παύσουν υφιστάμεναι αι προϋποθέσεις του άρθρ. 2 του παρόντος (ανικανότης προς εκτέλεσιν των καθηκόντων του παρά του βοηθηματούχου). (δ)«γ»Επί βοηθήματος χήρας δια του θανάτου της ή δια της τελέσεως νέου γάμου. Τα εδάφ. γ΄ και ε΄ κατηργήθησαν και το εδαφ. δ΄ έλαβεν αρίθμησιν γ΄ δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 101/1531 της 31 Μαρτ./10 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 413) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Στερήσεις, Εκπτώσεις και Αναστολαί Άρθρ.7ον.-1.Εκπίπτει του δικαιώματος προς απόληψιν βοηθήματος ο καθιστάμενος ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος, εφ’ όσον διαπιστωθή η ενοχή του δια της τελεσιδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Εάν όμως υπάρχουσιν πρόσωπα εκ των εν άρθρ. 5 αναφερομένων, ταύτα δικαιούνται του βοηθήματος, του οποίου θα εδικαιούντο, εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου, εξ ου έλκουν το δικαίωμα. 2.Το εις βοήθημα δικαίωμα μελών οικογενείας απόλλυται: α)Εάν ταύτα καταδικασθούν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου δια πράξιν, συνεπεία της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή βοηθηματούχου. β)Ως προς την χήραν σύζυγον ή μητέρα εάν αύτη εκπέση της εποπτείας των τέκνων της δι’ αισχράν διαγωγήν. 3.Η καταβολή των παρά του Ταμείου χορηγουμένων παροχών αναστέλλεται. α)Εφ’ όσον ο βοηθηματούχος εκτίη ποινήν στερητικήν της ελευθερίας του μακροτέραν του έτους. Εάν όμως υπάρχωσιν πρόσωπα, άτινα εις περίπτωσιν θανάτου του βοηθηματούχου θα εδικαιούντο βοηθήματος, καταβάλλεται εις τα εν λόγω πρόσωπα το ποσόν του βοηθήματος, όπερ εις την περίπτωσιν θανάτου του βοηθηματούχου θα απενέμετο εις αυτά. β)Εφ’ όσον ο βοηθηματούχος ήθελεν αναλάβη εργασίαν ή υπηρεσίαν θεμελιούσα υποχρέωσιν ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω. «γ)Αιρομένου του λόγου της αναστολής επαναλαμβάνεται από της 1ης του επομένου μηνός η καταβολή της μηνιαίας περιοδικής παροχής αιτήσει και κατ επιλογήν του βοηθηματούχου ή των δικαιοδόχων αυτού, η μηνιαία περιοδική παροχή υπολογίζεται, κατά τας οικείας διατάξεις, εκ νέου επί τη βάσει του συνολικού συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας και του μισθού, είτε του βαθμού της προηγουμένης εξόδου εκ της υπηρεσίας, ότε αναπροσαρμόζονται αναλόγως και αι καταβληθείσαι δια την νέαν ασφάλισιν εισφοραί εργοδότου και ησφαλισμένου καταβαλλομένης εξ ολοκλήρου της προκυπτούσης διαφοράς εκ μέρους του βοηθηματούχου εις 24 ισοπόσους μηνιαίας δόσεις είτε του νέου βαθμού, εάν εις τον βαθμόν τούτον παρέμεινεν ο βοηθηματούχος τουλάχιστον επί διετίαν επί δε θανόντων επί έν έτος. Επί βοηθηματούχων εκτημένων κατά την πρώτην εκ της υπηρεσίας έξοδον, υπερεικοσιπενταετή πραγματικήν υπηρεσίαν υπαλλήλου παρά τω Δημοσίων ή παρά Νομικοίς Προσώποις Δημοσίου Δικαίου, η μηνιαία περιοδική παροχή υπολογίζεται, τη αιτήσει των, εκ νέου, κατά τας οικείας διατάξεις, επί τη βάσει του συνολικού συνταξίμου χρόνου υπηρεσία και του μισθού του νέου βαθμού, εάν εις τον βαθμόν τούτον παρέμειναν τουλάχιστον επί 6 μήνας». Το εδάφ. γ΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 55914/Σ.470 της 30 Ιουν./6 Ιουλ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 422), ης η ισχύς άρχεται από 1.1.1966. Περιγραφή
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.