Αυτός ο νόμος τροποποιεί την ελληνική νομοθεσία για τις τηλεπικοινωνίες, προσαρμόζοντάς την σε ευρωπαϊκές οδηγίες, με στόχο τη διασφάλιση καθολικής υπηρεσίας και διαλειτουργικότητας στα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Επίσης, ρυθμίζει θέματα φορητότητας αριθμών και προεπιλογής φορέα.
Για την τροποποίηση του Ν. 2246/94 (ΦΕΚ Α~ 172), όπως εκάστοτε ισχύει σε συμμόρφωση α) προς την Οδηγία 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού και του Συμβουλίου για τηνδ ιασύνδεση στο χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτορυγικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) και β) σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/61/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «Περί τροποποιήσεως της Οδηγίας 97/33/ΕΚ σε ότι αφορά τη φορητότητα των αριθμών και την προεπιλογή φορέα».( ΄Αρθρο 1της οδηγίας 97/33/ ΕΚ) Πεδίο Εφαρμογής- Σκοπός Σκοπός του παρόντος Διατάγματος είναι: α. η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την Οδηγία 97/33/ΕΚ (Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθμ. L 199/32 ) για τη διασφάλιση σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο, της ανοικτής και αποτελεσματικής διασύνδεσης δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων και ειδικότερα της διαλειτουργικότητας των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών προσιτών στο κοινό καθώς και της Καθολικής Υπηρεσίας (Κ.Υ ) με την εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου σε ανταγωνιστικό περιβάλλον και β. η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 98/61/ΕΚ (Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθμ. L 268/37) «περί τροποποιήσεως της Οδηγίας 97/33/ΕΚ σε ό,τι αφορά τη φορητότητα των αριθμών και την προεπιλογή φορέα».(Αρθρο 2 της Οδηγίας 97/33/ΕΚ ) Ορισμοί Κατά την έννοια του παρόντος Διατάγματος ο ορισμός «Ειδικά Δικαιώματα» έχει ως ακολούθως : «Ειδικά Δικαιώματα» : τα δικαιώματα που χορηγούνται σε περιορισμένο αριθμό αναδόχων από οποιοδήποτε νομοθετικό, κανονιστικό ή διοικητικό όργανο το οποίο εντός δεδομένης γεωγραφικής περιοχής: – περιορίζει σε δύο ή περισσότερους τον αριθμό των σχετικών αναδόχων στους οποίους έχει χορηγηθεί ειδική άδεια να παρέχουν μία υπηρεσία ή να αναλαμβάνουν δραστηριότητα κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ακολουθεί αντικειμενικά , αναλογικά και χωρίς διάκριση κριτήρια , ή – ορίζει , κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ακολουθεί αντικειμενικά , αναλογικά και χωρίς διάκριση κριτήρια , σχετικά με το ότι ορισμένοι ανταγωνιζόμενοι ανάδοχοι έχουν άδεια για να παρέχουν υπηρεσία ή να αναλαμβάνουν δραστηριότητα ή – παραχωρεί , κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ακολουθεί αντικειμενικά, αναλογικά και χωρίς διάκριση κριτήρια, σε οποιοδήποτε ανάδοχο ή αναδόχους , νομικά ή ρυθμιστικά πλεονεκτήματα, τα οποία επηρεάζουν ουσιαστικά τη δυνατότητα οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης να παρέχει την ίδια υπηρεσία ή να αναλαμβάνει την ίδια δραστηριότητα, στην ίδια γεωγραφική περιοχή , υπό τις ίδιες ουσιαστικά προϋποθέσεις Οι ορισμοί «Διασύνδεση», και «τηλεπικοινωνιακό δίκτυο» που αναφέρονται στο Ν. 2246/94 , όπως ισχύει, εφαρμόζονται ανάλογα με την περίπτωση και στο παρόν Διάταγμα. Οι ορισμοί «Τηλεπικοινωνιακές Υπηρεσίες», «χρήστες» και «Καθολική Υπηρεσία» που αναφέρονται στο Διάταγμα αριθμ. 156/99 «Για την τροποποίηση του Ν. 2246/ 94 (Α΄ 172) και του Διατάγματος 40/96 (Α~ 276 )σε συμμόρφωση προς την οδηγία 97/51/ΕΚ (Αρίθμ L 295/23) εφαρμόζονται ανάλογα με την περίπτωση και στο παρόν Διάταγμα. «συνδρομητής»: οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνάπτει σύμβαση με το φορέα διαθέσιμων στο κοινό τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, με αντικείμενο την παροχή τέτοιων υπηρεσιών «γεωγραφικός αριθμός»: αριθμός από το εθνικό σχέδιο αριθμοδότησης, μέρος της ψηφιακής διάρθρωσης του οποίου φέρει γεωγραφική σημασία που χρησιμεύει στη δρομολόγηση κλήσεων προς την υλική θέση του σημείου απόληξης δικτύου του συνδρομητή στον οποίο έχει παραχωρηθεί ο αριθμός «Δημόσιο Τηλεπικοινωνιακό Δίκτυο» τηλεπικοινωνιακό δίκτυο το οποίο χρησιμοποιείται , εν όλω ή εν μέρει για την παροχή δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών(΄Αρθρο 3 της οδηγίας 97/33/ΕΚ ) Διασύνδεση σε Εθνικό και Κοινοτικό Επίπεδο . 1.Στο άρθρο τρίτο του Ν. 2246/94 όπως εκάστοτε ισχύει προστίθεται παρ. 12, η οποία έχει ως ακολούθως: 12Διασύνδεση σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο Επιτρέπεται σε Οργανισμούς που είναι κάτοχοι ειδικής αδείας για την παροχή δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή/και δημόσιων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών να διαπραγματεύονται μεταξύ τους ή με άλλους Οργανισμούς, που είναι κάτοχοι αδείας σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμφωνίες διασύνδεσης σύμφωνα με την εθνική και κοινοτική νομοθεσία. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Διατάγματος και των κανόνων του ανταγωνισμού της Συνθήκης, οι εμπορικές και τεχνικές ρυθμίσεις διασύνδεσης αποτελούν αντικείμενο των συμφωνιών αυτών. Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών για την επαρκή και αποτελεσματική διασύνδεση των δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων που προσδιορίζονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 του παρόντος Διατάγματος ώστε να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα των σχετικών δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών για όλους τους χρήστες εντός, της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 9 παρ. 7 του παρόντος. Οι Οργανισμοί που διασυνδέουν τον εξοπλισμό τους με δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό υποχρεούνται να σέβονται πάντα τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που διαβιβάζονται ή αποθηκεύονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών , της προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τις διατάξεις της Οδηγίας 97/66/ΕΚ (Αρίθμ. L24/1).(Αρθρο 4 της Οδηγίας 97/33/ ΕΚ ) Στο άρθρο τρίτο του Ν. 2246/94, όπως ισχύει, προστίθεται παρ. 13 η οποία έχει ως ακολούθως: «13» Δικαιώματα και υποχρεώσεις όσον αφορά την διασύνδεση. Οι οργανισμοί οι οποίοι προσδιορίζονται από το Παράρτημα ΙΙ του παρόντος Διατάγματος και στους οποίους έχει χορηγηθεί ειδική άδεια για παροχή δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή/και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών διαθέσιμων στο κοινό, έχουν το δικαίωμα, και όταν ζητείται από οργανισμούς της κατηγορίας αυτής, την υποχρέωση, να διαπραγματεύονται τη μεταξύ τους διασύνδεση για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή των δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή/και δημόσιων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας σε όλους τους χρήστες σε κοινοτικό επίπεδο Κατά περίπτωση με Απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών κατόπιν εισηγήσεως της ΕΕΤΤ περιορίζεται προσωρινά η υποχρέωση διασύνδεσης ενός Οργανισμού υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν βιώσιμες εναλλακτικές τεχνικές και εμπορικές λύσεις στην αιτούμενη διασύνδεση και εφόσον η αιτούμενη διασύνδεση δεν είναι σκόπιμη , σε σχέση με τους διαθέσιμους πόρους για την πραγματοποίησή της. Η σχετική απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών είναι πλήρως αιτιολογημένη και δημοσιεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 14 του παρόντος Διατάγματος. Οι Οργανισμοί που είναι κάτοχοι ειδικής αδείας για την παροχή δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή/και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών διαθέσιμων στο κοινό, όπως αυτές προσδιορίζονται στις διατάξεις του Παραρτήματος 1 του παρόντος Διατάγματος και έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά, πρέπει να ικανοποιούν όλα τα εύλογα αιτήματα για πρόσβαση στο δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε διαφορετικά σημεία από τα τερματικά σημεία του δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου που παρέχονται στις εγκαταστάσεις των τελικών χρηστών Ένας Οργανισμός θεωρείται με στοιχεία της ΕΕΤΤ ότι έχει σημαντική ισχύ στην αγορά όταν διαθέτει μερίδιο άνω του 25% σε συγκεκριμένη τηλεπικοινωνιακή αγορά στη γεωγραφική περιοχή στην οποία εστιάζονται, σύμφωνα με την ειδική άδειά του οι κύριες δραστηριότητές του Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών κατόπιν εισηγήσεως της ΕΕΤΤ ορίζεται ότι: • Ένας οργανισμός έχει σημαντική ισχύ στην αγορά, έστω και αν διαθέτει μερίδιο κάτω του 25%, ή • Ένας οργανισμός, που διαθέτει μερίδιο άνω του 25%, δεν έχει σημαντική ισχύ στην αγορά. Για τον καθορισμό αυτό λαμβάνονται υπόψη: η δυνατότητα ενός οργανισμού να επηρεάζει τις συνθήκες της συγκεκριμένης τηλεπικοινωνιακής αγοράς, ο κύκλος εργασιών του σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς αυτής, ο έλεγχος που ασκεί στα μέσα πρόσβασης στους τελικούς χρήστες, η πρόσβασή του σε χρηματοδοτικούς πόρους και η πείρα του στην παροχή προϊόντων και υπηρεσιών στην αγορά αυτή.(Άρθρο 5 της Οδηγίας 97/33/ΕΚ) Στο άρθρο τρίτο του Ν. 2246/94, όπως ισχύει, προστίθεται παρ. 14, η οποία έχει ως ακολούθως: 14» Καθολική Υπηρεσία - Διασύνδεση και Εισφορές Η Καθολική Υπηρεσία (ΚΥ) συνίσταται από ένα στοιχειώδες σύνολο ποιοτικών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών παρεχόμενων στο κοινό ανεξάρτητα από την γεωγραφική του θέση και ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες, σε προσιτή τιμή. 2Ως καθολικές τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες παρεχόμενες στο κοινό καθορίζονται: Α) Η πρόσβαση στο σταθερό δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο, το οποίο μπορεί να στηρίξει: • Φωνητική τηλεφωνία (συμπεριλαμβανομένων εθνικών και διεθνών κλήσεων) • επικοινωνίες τηλεομοιοτυπίας ομάδας ΙΙΙ, σύμφωνα με τις Συστάσεις της ΙΤU-Τ στη «σειρά Τ». • Μετάδοση δεδομένων φωνητικής ζώνης μέσω δι-αποδιαμορφωτών με ταχύτητα τουλάχιστον 9600 bps (σύμφωνα με τις Συστάσεις της ΙΤU-Τ-στη σειρά V) Β) Υπηρεσίες τηλεφωνητή Γ) Υπηρεσία πληροφοριών τηλεφωνικού καταλόγου Δ) Κατάλογοι συνδρομητών σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή Ε) Κοινόχρηστα τηλέφωνα Στ) Δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες εκτάκτου ανάγκης «112 Ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος (ΟΤΕ ΑΕ) είναι υπόχρεος παροχής Καθολικής Υπηρεσίας για το σύνολο της Ελληνικής επικράτειας μέχρι την ημερομηνία πλήρους απελευθέρωσης της φωνητικής τηλεφωνίας Όταν η παροχή της Καθολικής Υπηρεσίας αποτελεί υπερβολική επιβάρυνση για τον φορέα παροχής αυτής καθορίζεται, με αιτιολογημένη Απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, κατόπιν εισηγήσεως της ΕΕΤΤ, διαδικασία επιμερισμού του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων της καθολικής υπηρεσίας με άλλους οργανισμούς που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και υπηρεσίες παροχής φωνητικής τηλεφωνίας στο κοινό λαμβάνοντας υπόψη το τυχόν όφελος της αγοράς το οποίο αποκομίζει ο φορέας παροχής της Καθολικής Υπηρεσίας. Μόνο δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες που προσδιορίζονται στο παράρτημα Ι, Μέρος 1 του παρόντος διατάγματος μπορούν να χρηματοδοτούνται κατ αυτόν τον τρόπο. Για τον καθορισμό των εισφορών εκ μέρους των ανωτέρω οργανισμών λαμβάνονται υπόψη οι αρχές της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της αναλογικότητας. Από την παραπάνω διαδικασία μπορούν να χρηματοδοτηθούν μόνο τα ειδικά δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και οι δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του παρόντος Διατάγματος. Οι αρχές επιμερισμού του καθαρού κόστους και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας επιμερισμού του διατίθενται από την ΕΕΤΤ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 14 του παρόντος Διατάγματος. Ο διαχειριστής των εν λόγω εισφορών καθορίζεται στην προαναφερόμενη διαδικασία και είναι ανεξάρτητος από τους δικαιούχους . Οι εισφορές αυτές μπορούν να λαμβάνουν και τη μορφή συμπληρωματικού τέλους στο τέλος διασύνδεσης. Ο φορέας παροχής της ΚΥ, κατόπιν αιτήσεως της ΕΕΤ, υπολογίζει το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων παροχής της Καθολικής Υπηρεσίας σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος Διατάγματος. Ο εν λόγω υπολογισμός ελέγχεται από την ΕΕΤΤ, τα δε αποτελέσματα αυτού καθώς και τα πορίσματα του λογιστικού ελέγχου κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγρ. 2 του παρόντος Διατάγματος. Η ΕΕΤΤ δημοσιεύει ετησίως έκθεση στην οποία αναφέρονται το υπολογιζόμενο κόστος των υποχρεώσεων της καθολικής υπηρεσίας και οι τυχόν εισφορές των συμμετεχόντων σ αυτό οργανισμών. 8 Στην περίπτωση καταβολής τελών από διασυνδεόμενο οργανισμό στον φορέα παροχής της ΚΥ, πριν από τη διαδικασία της παραγρ. 4 του παρόντος, τα οποία περιλαμβάνουν ή υποκαθιστούν εισφορά στο κόστος υποχρεώσεων της Καθολικής Υπηρεσίας γνωστοποιούνται πριν την εφαρμογή τους στην ΕΕΤΤ. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 15 του παρόντος Διατάγματος εφόσον η ΕΕΤΤ διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως ή με αιτιολογημένη αίτηση ενδιαφερομένου οργανισμού, ότι τα επιβαλλόμενα τέλη είναι υπερβολικά, επιβάλλει με αιτιολογημένη απόφασή της στον φορέα παροχής ΚΥ την υποχρέωση μειώσεως των σχετικών τελών αναδρομικά από την ημερομηνία εφαρμογής τους αλλά όχι πριν την 1/1/98.(Άρθρο 6 της Οδηγίας 97/33/ΕΚ) Αμεροληψία και Διαφάνεια Οι Οργανισμοί που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά σε ότι αφορά στη διασύνδεση των δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή/και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό, όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις του Παραρτήματος Ι του παρόντος Διατάγματος, υποχρεούνται να: – τηρούν την αρχή της αμεροληψίας όσον αφορά τη διασύνδεση που προσφέρεται σε τρίτους, – εφαρμόζουν παρόμοιους όρους σε παρόμοιες περιστάσεις προς τους διασυνδεόμενους οργανισμούς οι οποίοι παρέχουν παρόμοιες υπηρεσίες, – παρέχουν διευκολύνσεις και πληροφορίες σχετικά με τη διασύνδεση σε τρίτους, με τους ίδιους όρους και την ίδια ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχουν για τις δικές τους υπηρεσίες ή για τις υπηρεσίες των θυγατρικών τους εταιρειών ή των εταίρων τους Επίσης ανακοινώνουν στην ΕΕΤΤ και διαθέτουν στους Οργανισμούς που εξετάζουν το ενδεχόμενο διασύνδεσης, τις απαιτούμενες πληροφορίες και προδιαγραφές προκειμένου να διευκολυνθεί η σύναψη συμφωνιών διασύνδεσης. Οι παρεχόμενες πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις προγραμματιζόμενες μεταβολές έξι μήνες πριν από την υλοποίησή τους. Κάθε συμφωνία διασύνδεσης ανακοινώνεται στην ΕΕΤΤ με ευθύνη της οποίας διατίθεται, έπειτα από σχετική αίτηση, στους ενδιαφερόμενους, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14, του παρόντος Διατάγματος, εξαιρουμένων των τμημάτων που αφορούν την εμπορική στρατηγική των συμβαλλόμενων. Σε κάθε περίπτωση, διατίθενται σε ενδιαφερομένους, έπειτα από σχετική αίτηση τους λεπτομέρειες για τα τέλη, τους όρους και τις προϋποθέσεις διασύνδεσης και τις τυχόν εισφορές για τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας. Ο οργανισμός που επιδιώκει διασύνδεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, χρησιμοποιεί τις πληροφορίες τις οποίες λαμβάνει μόνο για τον σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκαν και δεν πρέπει να τις παρέχει σε άλλες υπηρεσίες, σε θυγατρικές του εταιρείες ή σε εταίρους, στους οποίους οι πληροφορίες αυτές θα παρείχαν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα(Άρθρο 7 της οδηγίας 97/33/ΕΚ) Αρχές που διέπουν τα τέλη διασύνδεσης και τα συστήματα κοστολόγησης Στην παράγραφο 9 του άρθρου τρίτου του Ν. 2246/94 όπως εκάστοτε ισχύει προστίθεται εδ. «ΣΤ» το οποίο έχει ως ακολούθως: «ΣΤ» . α. Οι Οργανισμοί που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή και δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες αναφέρονται στο Παράρτημα Ι Μέρη 1,2, και 3 και έχουν κοινοποιηθεί, ως έχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά οφείλουν , να εφαρμόζουν τέλη διασύνδεσης που ακολουθούν τις αρχές της διαφάνειας και του προσανατολισμού στο κόστος . Ο Οργανισμός ο οποίος παρέχει διασύνδεση οφείλει να αποδεικνύει ότι τα τέλη υπολογίζονται βάσει του πραγματικού κόστους , συμπεριλαμβανομένου ενός λογικού ποσοστού απόδοσης της επένδυσης. Η ΕΕΤΤ μπορεί να ζητά από τους οργανισμούς να αιτιολογούν πλήρως τα τέλη διασύνδεσης που επιβάλλουν και όπου απαιτείται να απαιτεί την προσαρμογή αυτών. Οι οργανισμοί που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή /και δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες αναφέρονται στο Παράρτημα Ι Μέρη 1 και2 και έχουν κοινοποιηθεί ως έχοντες σημαντική θέση στην αγορά οφείλουν να καταρτίζουν υπόδειγμα προσφοράς διασύνδεσης το οποίο δημοσιεύουν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και το οποίο περιλαμβάνει την περιγραφή των προσφορών διασύνδεσης οι οποίες έχουν αναλυθεί ανά στοιχείο και ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς, και τους συναφείς όρους και προϋποθέσεις συμπεριλαμβανομένων των τιμών. Για την έκδοση του υποδείγματος προσφοράς διασύνδεσης λαμβάνονται υπόψη τα αναφερόμενα στο Παράρτημα ΙV του παρόντος Διατάγματος. Το εν λόγω υπόδειγμα κοινοποιείται στην ΕΕΤΤ, η οποία φροντίζει για τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14, παρ. 1 του παρόντος Διατάγματος και όπου δικαιολογείται δύναται να επιβάλλει αλλαγές στο υπόδειγμα προσφοράς διασύνδεσης. Οι αλλαγές αυτές ισχύουν αναδρομικά από την ημερομηνία που επήλθε η αλλαγή. Οι Οργανισμοί διαφορετικών κατηγοριών, που επιτρέπεται να παρέχουν τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή / και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες δύναται να καθορίζουν διαφορετικά τέλη, όρους και προϋποθέσεις διασύνδεσης , υπό την προϋπόθεση ότι τα τέλη είναι δυνατό να αιτιολογηθούν αντικειμενικά, βάσει του παρεχόμενου τύπου διασύνδεσης ή/ και των σχετικών όρων και προϋποθέσεων χορηγήσεως των αδειών. Η ΕΕΤΤ εξετάζει εάν οι διαφοροποιήσεις αυτές οδηγούν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού και ειδικότερα, εάν ο οργανισμός εφαρμόζει τις κατάλληλες τιμές, τους όρους και τις προϋποθέσεις διασύνδεσης, όταν παρέχει διασύνδεση για τις δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες του ιδίου ή των θυγατρικών του εταιρειών ή των εταίρων του, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 6, του παρόντος Διατάγματος. Τα τέλη διασύνδεσης πρέπει να είναι επαρκώς διαχωρισμένα, ώστε ο αιτών την διασύνδεση να μην αναγκάζεται να πληρώνει επιβαρύνσεις οι οποίες δεν αφορούν άμεσα την αιτούμενη υπηρεσία Η ΕΕΤΤ ελέγχει ότι τα συστήματα κοστολόγησης που χρησιμοποιούνται από τους ενδιαφερόμενους οργανισμούς, είναι κατάλληλα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, και τεκμηριώνονται βάσει των αναφερομένων στο Παράρτημα V του παρόντος Διατάγματος (ή και στις Συστάσεις που εκδίδονται από την Επιτροπή σχετικά με τα συστήματα κοστολόγησης και το λογιστικό διαχωρισμό σε σχέση με τη διασύνδεση). Σε περίπτωση που κρίνει ότι αυτά δεν ικανοποιούν τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος, τότε οι ενδιαφερόμενοι να διασυνδεθούν με τον εν λόγω οργανισμό μπορούν να απαιτήσουν τη διαπραγμάτευση νέων τελών. Η ΕΕΤΤ διαθέτει στους ενδιαφερόμενους οργανισμούς, έπειτα από σχετική αίτησή τους, την περιγραφή του συστήματος κοστολόγησης , στην οποία αναφέρονται οι βασικές κατηγορίες στις οποίες κατατάσσονται οι διάφορες μορφές κόστους και οι κανόνες για την κατανομή του κόστους διασύνδεσης. Η τήρηση του συστήματος κοστολόγησης ελέγχεται από την ΕΕΤΤ η οποία δημοσιεύει ετησίως δήλωση σχετικά με την τήρηση αυτού. Τα τέλη που αφορούν τον καταμερισμό του κόστους των υποχρεώσεων της Καθολικής Υπηρεσίας είναι διαχωρισμένα και αναφέρονται ξεχωριστά(Άρθρο 8 της Οδηγίας 97/33/ΕΚ) Λογιστικός διαχωρισμός και οικονομικές εκθέσεις Οι οργανισμοί που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό και οι οποίοι έχουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα παροχής υπηρεσιών σε άλλους τομείς, εκτός του τηλεπικοινωνιακού, στην ελληνική επικράτεια ή σε άλλο κράτος μέλος, υποχρεούνται : – να τηρούν χωριστούς λογαριασμούς για τις τηλεπικοινωνιακές δραστηριότητες, ωσάν οι εν λόγω τηλεπικοινωνιακές δραστηριότητες διεξάγονταν από νομικώς ανεξάρτητες εταιρείες, ώστε να εντοπίζονται όλα τα στοιχεία κόστους και εσόδων και να αναφέρουν τη βάση και τις λεπτομερείς μεθόδους υπολογισμού τους που σχετίζονται με τις τηλεπικοινωνιακές δραστηριότητές τους, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η αναλυτική κατανομή του πάγιου και διαρθρωτικού κόστους, ή – να διαχωρίζουν διαρθρωτικά τις τηλεπικοινωνιακές τους δραστηριότητες Οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να μην εφαρμόζουν τις ανωτέρω απαιτήσεις όταν ο ετήσιος συνολικός κύκλος εργασιών των τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων τους σε κοινοτικό επίπεδο είναι μικρότερο από 50 εκατ. Ευρώ. Οι οργανισμοί οι οποίοι παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις διατάξεις του Παραρτήματος Ι (μέρη 1 και 2) του παρόντος Διατάγματος, ή και σε χρήστες, έχουν καθορισθεί ότι έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά, και προσφέρουν υπηρεσίες διασύνδεσης σε άλλους οργανισμούς, υποχρεούνται να τηρούν χωριστούς λογαριασμούς, αφ ενός για τις δραστηριότητες που σχετίζονται με τη διασύνδεση - καλύπτοντας τις υπηρεσίες διασύνδεσης που παρέχονται εσωτερικά και τις υπηρεσίες διασύνδεσης που παρέχονται σε τρίτους - και, αφ ετέρου για άλλες δραστηριότητες, ώστε να εντοπίζονται όλα τα στοιχεία κόστους και εσόδων και να αναφέρουν τη βάση και τις λεπτομερείς μεθόδους του υπολογισμού τους, που έχουν σχέση με τη δραστηριότητα διασύνδεσης, συμπεριλαμβανομένης της αναλυτικής κατανομής του πάγιου και διαρθρωτικού κόστους Οι οργανισμοί αυτοί δύνανται να μην εφαρμόζουν τις ανωτέρω απαιτήσεις όταν ο ετήσιος κύκλος εργασιών τους όσον αφορά τις τηλεπικοινωνιακές δραστηριότητές τους σε κοινοτικό επίπεδο δεν υπερβαίνει τα 20 εκατ. Ευρώ. Οι οργανισμοί που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό, παρέχουν άμεσα στην ΕΕΤΤ., έπειτα από αίτησή της, τα οικονομικά στοιχεία που έχουν σχέση με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου. Η ΕΕΤΤ, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς του εμπορικού απορρήτου, μπορεί να δημοσιεύει τις πληροφορίες για τους παραπάνω οργανισμούς που συμβάλουν στην ανοικτή και ανταγωνιστική αγορά. Οι οικονομικές εκθέσεις των οργανισμών που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό, υποβάλλονται σε ανεξάρτητο λογιστικό έλεγχο και δημοσιεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Η υποχρέωση αυτή ισχύει και για τις περιπτώσεις χωριστών λογαριασμών που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.(Άρθρο 9 της Οδηγίας 97/33/ΕΚ) Γενικές υποχρεώσεις του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και της ΕΕΤΤ όσον αφορά τη διασύνδεση Το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών και η ΕΕΤΤ, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, μεριμνούν για την κατάλληλη διασύνδεση μεταξύ των οργανισμών, ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη οικονομική απόδοση και να παρέχεται το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες. Ειδικότερα, λαμβάνονται υπόψη:. Η ανάγκη εξασφάλισης ικανοποιητικών διατερματικών επικοινωνιών για τους χρήστες Η ανάγκη τόνωσης της ανταγωνιστικής αγοράς Η ανάγκη να διασφαλισθεί η δίκαιη και σωστή ανάπτυξη μίας εναρμονισμένης ευρωπαϊκής αγοράς τηλεπικοινωνιών Η ανάγκη συνεργασίας με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Η ανάγκη να προωθηθεί η εγκατάσταση και η ανάπτυξη διευρωπαϊκών δικτύων και υπηρεσιών, η διασύνδεση μεταξύ εθνικών δικτύων και η διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών και η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτά τα δίκτυα και τις υπηρεσίες Οι αρχές της αμεροληψίας (συμπεριλαμβανομένης της ισότιμης πρόσβασης) και της αναλογικότητας Η ανάγκη διατήρησης και ανάπτυξης της καθολικής υπηρεσίας Η ΕΕΤΤ δύναται να καθορίζει εκ των προτέρων και να δημοσιεύει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γενικούς όρους των συμφωνιών διασύνδεσης μεταξύ των οργανισμών , που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ του παρόντος Διατάγματος. Οι όροι αυτοί αφορούν στο πλαίσιο για τις διαπραγματεύσεις συμφωνιών διασύνδεσης σύμφωνα με το Παράρτημα VΙΙ μέρη 1 και 2 του παρόντος Διατάγματος. Η ΕΕΤΤ δύναται αυτεπαγγέλτως , ανά πάσα στιγμή , ή κατόπιν αιτήσεως των συμβαλλομένων να παρεμβαίνει καθορίζοντας θέματα που πρέπει να περιλαμβάνουν οι συμφωνίες διασύνδεσης ή επιβάλλει ειδικούς όρους που πρέπει να τηρούνται από τα συμβαλλόμενα μέρη των συμφωνιών αυτών. Οι όροι αυτοί μπορούν να περιλαμβάνουν , μεταξύ άλλων όρους που αποβλέπουν στην εξασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, τεχνικούς όρους , τέλη, όρους προσφοράς και χρήσης , συμμόρφωση προς σχετικά πρότυπα και βασικές απαιτήσεις, προστασία του περιβάλλοντος ή/και διατήρηση της ποιότητας της υπηρεσίας. Επίσης με πρωτοβουλία της ΕΕΤΤ ή κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε των συμβαλλομένων καθορίζεται το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου πρέπει να ολοκληρώνονται οι διαδικασίες σύναψης συμφωνιών διασύνδεσης που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Οι διαδικασίες αυτές κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 14, παρ.2 του παρόντος Διατάγματος και εφαρμόζεται η διαδικασία της παρ. 7 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός τριών μηνών, η ΕΕΤΤ λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την επίτευξη συμφωνίας ακολουθώντας διαδικασίες οι οποίες έχουν καθορισθεί από αυτήν. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όπου δικαιολογείται, η ΕΕΤΤ μπορεί : – να απαιτήσει αλλαγές σε συμφωνίες διασύνδεσης που έχουν ήδη συναφθεί, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός ή/ και η διαλειτουργικότητα των παρεχομένων υπηρεσιών για τους χρήστες Όταν ένας οργανισμός που διαθέτει ειδική άδεια για να παρέχει δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό συνάπτει συμφωνία διασύνδεσης με τρίτους, η ΕΕΤΤ έχει το δικαίωμα να επιθεωρεί όλες τις σχετικές συμφωνίες διασύνδεσης του οργανισμού στο σύνολό τους Σε περίπτωση που προκύψει διαφορά σε ζητήματα που αφορούν τη διασύνδεση μεταξύ οργανισμών, η ΕΕΤΤ, έπειτα από αίτηση ενός εκ των ενδιαφερομένων μερών προβαίνει στην επίλυση της διαφοράς εξασφαλίζοντας την ισορροπία των εννόμων συμφερόντων των δύο οργανισμών. Κατά τη διαδικασία της επίλυσης η ΕΕΤΤ λαμβάνει υπόψη της μεταξύ των άλλων:. Το συμφέρον των χρηστών Τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις ή τους περιορισμούς που επιβάλλονται σε οποιοδήποτε από τα μέρη Το επιθυμητό της τόνωσης καινοτόμων προσφορών στην αγορά , και της παροχής στους χρήστες ευρέως φάσματος δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών σε εθνικό και σε κοινοτικό επίπεδο Την ύπαρξη τεχνικώς και εμπορικώς βιώσιμων εναλλακτικών λύσεων στην αιτούμενη διασύνδεση Το επιθυμητό της διασφάλισης των ρυθμίσεων για ίση πρόσβαση Την ανάγκη διατήρησης της ακεραιότητας του δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου και της διαλειτουργικότητας των δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών Τη φύση του αιτήματος σε σχέση με τους διαθέσιμους για την ικανοποίηση του αιτήματος πόρους Τη σχετική θέση των μερών στην αγορά Το δημόσιο συμφέρον (π.χ. την προστασία του περιβάλλοντος). Την προαγωγή του ανταγωνισμού Την ανάγκη διατήρησης της καθολικής υπηρεσίας. Εάν κατά τη διαδικασία αυτή δεν ευρεθεί κοινά αποδεκτή συμβιβαστική λύση στη διαφορά, τότε η ΕΕΤΤ αποφασίζει επ αυτής. Η απόφαση αυτή της ΕΕΤΤ εκδίδεται το αργότερο εντός έξη μηνών από της υποβολής της αίτησης. Η εφαρμογή της απόφασης αυτής είναι δεσμευτική και η μη τήρηση της συνεπάγεται την επιβολή κυρώσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου τέταρτου του Ν. 2246/94 όπως ισχύει. Η σχετική απόφαση της ΕΕΤΤ κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και περιλαμβάνει την πλήρη έκθεση των λόγων επί των οποίων βασίσθηκε Επίσης η ΕΕΤΤ δύναται να απαιτήσει από τους Οργανισμούς που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή / και δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες να διασυνδέουν τις εγκαταστάσεις τους και όπου είναι σκόπιμο καθορίζει όρους διασύνδεσης τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας και το συμφέρον των χρηστών προκειμένου να προστατευθούν ουσιώδη δημόσια συμφέροντα(΄Αρθρο 10 της Οδηγίας 97/33/ΕΚ) Βασικές απαιτήσεις Για τους σκοπούς του παρόντος Διατάγματος και με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου. Ζ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου πρώτου του Ν. 2246/94 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του Προεδρικού Διατάγματος 156/99 (Α~ 153) και της παραγράφου 3α του άρθρου τρίτου του ιδίου νόμου όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 του προαναφερόμενου Διατάγματος, οι συμφωνίες διασύνδεσης μεταξύ οργανισμών, που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή / και δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες περιέχουν όρους σύμφωνα με τις βασικές απαιτήσεις οι οποίοι δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του παρόντος Διατάγματος. Οι βασικές απαιτήσεις αφορούν:. Στην ασφάλεια των λειτουργιών του δικτύου προκειμένου να εξασφαλίζεται η διαθεσιμότητα των δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων και των δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών σε περίπτωση καταστροφικής βλάβης του δικτύου ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανωτέρας βίας όπως ακραίες καιρικές συνθήκες, σεισμοί πλημμύρες κεραυνοί ή πυρκαγιές. Στις ανωτέρω περιστάσεις οι τηλεπικοινωνιακοί οργανισμοί καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να διατηρείται η παρεχόμενη υπηρεσία στο ανώτατο δυνατό επίπεδο ώστε να αντιμετωπίζονται τυχόν προτεραιότητες που έχει θέσει το Κράτος σ΄ αυτές ειδικά τις περιστάσεις. Η ανάγκη τήρησης της υποχρέωσης αυτής από τους οργανισμούς δεν αποτελεί θεμιτό λόγο αρνήσεως της διαπραγμάτευσης των όρων διασύνδεσής τους. Στη διατήρηση της ακεραιότητας των δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων, η οποία δεν αποτελεί θεμιτό λόγο άρνησης για διαπραγμάτευση των όρων διασύνδεσης μεταξύ των οργανισμών. Οι όροι διασύνδεσης μεταξύ των οργανισμών που αφορούν την προστασία της ακεραιότητας του τηλεπικοινωνιακού δικτύου είναι αναλογικοί , αμερόληπτοι και βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζονται εκ των προτέρων. Στη διαλειτουργικότητα των δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και στη διασφάλιση ικανοποιητικής διατερματικής ποιότητας - με την εφαρμογή ειδικών τεχνικών προτύπων ή προδιαγραφών ή κωδίκων δεοντολογίας που έχουν ευρεία αποδοχή από παράγοντες της αγοράς Στην προστασία δεδομένων σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και τις διατάξεις της Οδηγίας 97/66/ΕΚ (Αριθμ. L 24/1) περί επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα. Η ΕΕΤΤ εξασφαλίζει ότι οι όροι διασύνδεσης σχετικά με την ασφάλεια των δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων από τον κίνδυνο ατυχημάτων και τη διατήρηση της ακεραιότητας αυτών, είναι αναλογικοί, αμερόληπτοι και βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζονται εκ των προτέρων(΄Αρθρο 11 της Οδηγίας 97/33/ΕΚ) Συνεγκατάσταση και από κοινού χρήση διευκολύνσεων) Επιτρέπεται η σύναψη εμπορικών και τεχνικών συμφωνιών για την από κοινού χρήση εξοπλισμού ή/ και ακινήτων μεταξύ ενός οργανισμού: – που παρέχει δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή / και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό και έχει το δικαίωμα σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας να εγκαθιστά εξοπλισμούς επί υπεράνω ή υποκάτω της δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας ή απολαμβάνει δικαιώματος απαλλοτρίωσης ή χρήσης ακινήτων και ενός άλλου οργανισμού που παρέχει δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/ και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου οι βασικές απαιτήσεις στερούν από τον οργανισμό αυτό την πρόσβαση σε βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις Για την επίλυση τυχόν αναφυομένων διαφορών που προκύπτουν από τη διαδικασία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 9, παρ 7 του παρόντος Διατάγματος(Άρθρο 12 της Οδηγίας 97/33/ΕΚ) Αριθμοδότηση Η ΕΕΤΤ εκχωρεί έγκαιρα ατομικούς ή / και σύνολα αριθμών κατά τρόπο αντικειμενικό, διαφανή , αμερόληπτο σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Αριθμοδότησης προκειμένου να εξασφαλίζεται αποτελεσματικός ανταγωνισμός Η ΕΕΤΤ μπορεί να καθορίζει όρους για τη χρήση ορισμένων προθεμάτων ή ορισμένων βραχέων κωδικών, ιδίως σε περιπτώσεις όπου αυτοί χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες γενικού δημόσιου συμφέροντος (π.χ. υπηρεσίες αριθμών ατελούς κλήσεως, υπηρεσίες πληροφοριών με χρέωση του καλούντος, υπηρεσίες τηλεφωνικού καταλόγου , υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης), ή προκειμένου να εξασφαλίζεται ίση πρόσβαση. Επιτρέπεται η φορητότητα του αριθμού ή των αριθμών από τον οργανισμό ώστε οι συνδρομητές να μπορούν να διατηρούν τον ή τους αριθμούς τους στο σταθερό δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο και στο Ψηφιακό Δίκτυο Ενωποιημένων Υπηρεσιών (ΙSDΝ) ανεξάρτητα από τον οργανισμό που παρέχει τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στην μεν περίπτωση γεωγραφικών αριθμών σε συγκεκριμένη θέση στη δε περίπτωση άλλων αριθμών πλην των γεωγραφικών σε οποιαδήποτε θέση. Η διευκόλυνση αυτή θα είναι διαθέσιμη το αργότερο την 1/1/2003 Τα τέλη που καταβάλλονται για την διευκόλυνση αυτή είναι λογικά και καθορίζονται εκ μέρους των Οργανισμών, βάσει λογικής τιμολόγησης της διασύνδεσης με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ.7 του άρθρου 9. Η ΕΕΤΤ εξασφαλίζει ότι, τα προγράμματα και οι διαδικασίες αριθμοδότησης εφαρμόζονται με δίκαιο και χωρίς διάκριση τρόπο σε όλους τους φορείς παροχής δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Ειδικότερα η ΕΕΤΤ φροντίζει ώστε ο οργανισμός στον οποίο χορηγείται σειρά αριθμών αποφεύγει τις αδικαιολόγητες διακρίσεις στις ακολουθίες αριθμών που χρησιμοποιούνται προκειμένου να παρέχεται πρόσβαση στις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες άλλων τηλεπικοινωνιακών φορέων εκμετάλλευσης. Οι οργανισμοί που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και αναφέρονται στο παράρτημα 1 του παρόντος Διατάγματος, έχουν δε κοινοποιηθεί ως έχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά, επιτρέπουν στους συνδρομητές τους συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούν ΙSDΝ, την πρόσβαση σε μεταγόμενες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες οποιουδήποτε διασυνδεδεμένου οργανισμού παροχής δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών πριν την 1.1.2003. Επίσης οι εν λόγω οργανισμοί επιτρέπουν στους συνδρομητές να επιλέγουν τις μεταγόμενες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες μέσω προεπιλογής, παρέχοντας παράλληλα τη δυνατότητα αναίρεσης οποιασδήποτε προεπιλογής χρησιμοποιώντας σύντομο πρόθεμα κατά τη εκτέλεση συγκεκριμένης κλήσης. Η τιμολόγηση της διασύνδεσης για την διευκόλυνση αυτή εκ μέρους των οργανισμών είναι προσανατολισμένη στο κόστος και ότι οι οποιεσδήποτε άμεσες επιβαρύνσεις των καταναλωτών για την παροχή της διευκόλυνσης αυτής δεν περιορίζει τη χρήση της. Σε περιπτώσεις διαφωνιών έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του παρόντος. ( ΄(΄Αρθρο 14 της Οδηγίας 97/33/ΕΚ) Δημοσίευση πληροφοριών και πρόσβαση σε αυτές Οι ενημερωμένες πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 7 παράγραφος 1 , 9 παράγραφος 2 , 10 παράγραφος 1 του παρόντος Διατάγματος δημοσιεύονται από την ΕΕΤΤ σε δύο ημερήσιες οικονομικές εφημερίδες και μία
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.