← Ελλάδα

4. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 4/6 Μαΐου 1953 Περί κανονισμού λειτουργίας του Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω. Έχοντες υπ' όψιν:

Εν συντομία

Αυτό το Βασιλικό Διάταγμα καθορίζει τους κανόνες λειτουργίας του Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο, καλύπτοντας τη διοίκηση, τα οικονομικά και τις διαδικασίες μίσθωσης ακινήτων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 4/6 Μαΐου 1953 Περί κανονισμού λειτουργίας του Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω. Έχοντες υπ' όψιν: α)τας διατάξεις του άρθρου 4 του Νόμου υπ' αριθ. 2100 της 24/28 Απριλίου 1952 περί συστάσεως Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω και ρυθμίσεως κτηματικών τινων υποθέσεων της αυτής περιφερείας, β)την εις το 7ον πρακτικόν συνεδριάσεων της 17 Αυγούστου 1952 του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω διατυπουμένην γνώμην αυτού περί του κανονισμού λειτουργίας του Οργανισμού, γ)την υπ' αριθ. 1092 της 18 Νοεμβρίου 1952 σύμφωνον γνωμοδότησιν του Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών, δ)την υπ' αριθ. 916/1952 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου επί των Οικονομικών Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Α'. Διοικητικόν Συμβούλιον. Άρθρον 1. 1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει τακτικώς άπαξ καθ' εβδομάδα και καθ' ημέραν, ώραν και τόπον, οριζόμενον δι' αποφάσεως τούτου. Μέχρι της προηγουμένης ημέρας εκάστης συνεδριάσεως επιδίδεται, μερίμνη του Προέδρου, πρόσκλησις προς άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου, εν ή αναγράφονται τα προς συζήτησιν θέματα. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, οσάκις συντρέχουσι λόγοι προς τούτο σοβαροί, δύναται να προσκαλή εκτάκτως προς συνεδρίασιν το Διοικητικόν Συμβούλιον, δια προσκλήσεώς του επιδιδομένης προς άπαντα τα μέλη τούτου, εν ή αναγράφεται ο χρόνος της συνεδριάσεως και τα προς συζήτησιν θέματα. 2.Εις τας συνεδριάσεις του Συμβουλίου δύνανται να λαμβάνωσι μέρος, άνευ όμως ψήφου, ως εισηγηταί επί θεμάτων της ημερησίας διατάξεως ο Διευθυντής και οι Προϊστάμενοι Τμημάτων του Οργανισμού. 3.Χρέη Γραμματέως του Συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος του Οργανισμού οριζόμενος υπό του Προέδρου του Συμβουλίου, εις περιπτώσεις δε συζητήσεως και λήψεως αποφάσεων επί θεμάτων εμπιστευτικού χαρακτήρος, δύναται, κατά την κρίσιν του Συμβουλίου, ν' ανατεθώσιν εις τον νεώτερον των Συμβούλων. Παρά του Γραμματέως τηρούνται: 1)Βιβλίον πρακτικών συνεδριάσεων και 2)Βιβλίον αποφάσεων. Άρθρον 10. 1.Το Οικονομικόν έτος άρχεται την 1ην Ιουλίου και λήγει την 30ήν Ιουνίου εκάστου έτους. 2.Προ της ενάρξεως τούτου συντάσσεται παρά των Υπηρεσιών του Οργανισμού προϋπολογισμός, εν ω αναγράφονται τα προβλεπόμενα έσοδα και έξοδα. Τα έσοδα και έξοδα, κατανεμόμενα εις κατηγορίας, καταχωρίζονται υπό ίδια κεφάλαια και άρθρα. Το Διοικητικόν Συμβούλιον, δι' αποφάσεώς του εγκρίνει το βραδύτερον μέχρι τέλους Ιουνίου εκάστου έτους τον προϋπολογισμόν εσόδων και εξόδων. 3.Προ της εισπράξεως εσόδου τινός προηγείται βεβαίωσις τούτου, ήτις πάντοτε συντελείται εντός των τασσομένων προθεσμιών. Αι εισπράξεις υπέρ του Οργανισμού πραγματοποιούνται δια των προς τούτο ωρισμένων οργάνων τούτου, καθ' α ειδικώτερον δια κανονισμού ή αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ήθελε καθορισθή, δια της εκδόσεως γραμματίων εισπράξεως ή διπλοτύπου εισπράξεως. Είσπραξις πραγματοποιουμένη παρ’αναρμοδίου οργάνου ή άνευ εκδόσεως (Αντί της σελ. 213) Σελ. 213(α) 101 – 37 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο 26.Ε.γ.4 γραμματίου εισπράξεως ή διπλοτύπου εισπράξεως θεωρείται ως μη γενομένη ουδεμία δε δημιουργείται απαίτησις υπέρ του ούτω πληρώσαντος, ως και ουδέν εκ ταύτης κτάται υπέρ οιουδήποτε δικαίωμα εις βάρος του Όργανισμού. 4.Η είσπραξις των εσόδων του Οργανισμού πραγματοποιείται εφαρμοζομένων κατά ταύτην των διατάξεων του Νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων, εν συνδυασμώ προς τα καθοριζόμενα δια του άρθρου 1 του Νόμου 2097/1952 και του Νόμου 2252/1952. 5.Αι πληρωμαί του Οργανισμού ενεργούνται βάσει εντάλματος εκ τριπλοτύπου βιβλίου, εκδιδομένου παρά του Τμήματος Οικονομικής Διαχειρίσεως και υπογεγραμμένου παρά του Τμηματάρχου του Τμήματος τούτου, του Διευθυντού και του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Εν ουδεμιά περιπτώσει εκδίδεται ένταλμα πληρωμής εάν μη η αναγεγραμμένη πίστωσις εις προϋπολογισμόν εγκριθέντα νομίμως. Επί του εντάλματος προσαρτώνται τα νομιμοποιούντα την απαίτησιν δικαιολογητικά. Τα προσηρτημένα εις έκαστον ένταλμα δικαιολογητικά αναγράφονται επ' αυτού. Η εξόφλησις ενεργείται ή δια πράξεως αναγραφομένης, επί του εντάλματος ή δια της καταθέσεως εξοφλητικής του δικαιούχου αποδείξεως. 6.Δια κανονισμού ή αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, κανονισθήσονται αι λεπτομέρειαι, ως και τα της τηρήσεως βιβλίων, σχέσιν εχόντων προς την βεβαίωσιν, είσπραξιν εσόδων, πληρωμάς του Οργανισμού και της τηρήσεως βιβλίου αποθήκης υλικών και χρεωπιστώσεως ταύτης. Άρθρον 11. Η διαχείρισις ανατίθεται εις την Τράπεζαν της Ελλάδος, ενεργουμένη συμφώνως προς τας διατάξεις του από 20/21 Ιανουαρίου 1932 Διατάγματος "περί διαχειρίσεως Νομικών Προσώπων υπό της Τραπέζης της Ελλάδος" και του Α.Ν. 1611/1950. Άρθρον 12. Συνίσταται παγία προκαταβολή εκ δραχμών μέχρι είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000), η διαχείρισις της οποίας, δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, λαμβανομένης εις την αρχήν εκάστου οικον. έτους, ανατίθεται εις υπάλληλον υπηρετούντα παρά τω Τμήματι Οικονομικής Διαχειρίσεως. Δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου θα ρυθμισθώσι τα της αποκαταστάσεως ταύτης και ο τρόπος κινήσεως. Άρθρον 13. 1.Πάσα δια λογαριασμόν του Οργανισμού συμφωνία, αποβλέπουσα εις προμηθείας οιωνδήποτε αγαθών ή εκτέλεσιν έργων πάσης φύσεως ή μεταΣελ. 214(α) 101 – 38 κομίσεως ή εργασίας ή μισθώσεως κτημάτων προς χρήσιν του Οργανισμού, ενεργείται δια Δημοσίου συναγωνισμού παρ' Επιτροπής. 2.Κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται συμφωνία δια προμηθείας, εργασίας και μετακομίσεις: α)άνευ δημοσίου συναγωνισμού, αν η ολική ετησία δαπάνη δεν υπερβαίνει τα 10.000.000 δραχμάς. β)δια προχείρου μειοδοτικού συναγωνισμού αν η ολική ετησία δαπάνη υπερβαίνει τας δραχμάς 10.000.000, αλλ' ουχί τας δραχμάς 20.000.000. γ)δια προχείρου μειοδοτικού συναγωνισμού παρ' επιτροπής ενεργουμένου, αν η ολική ετησία δαπάνη υπερβαίνει τας δραχμάς 20.000.0000, αλλ' ουχί τας δραχμάς 30.000.000 απεριορίστως δε εάν και εφ' όσον ανάγκη προφανώς κατεπείγουσα και υπό περιστάσεις απροόπτους προελθούσα δεν συγχωρεί την χρονοτριβήν τακτικού δημοσίου συναγωνισμού. Ει την περίπτωσιν όμως ταύτην απαιτείται ητιολογημένη απολύτως απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου. δ)δια τακτικού δημοσίου συναγωνισμού, αν η ολική ετησία δαπάνη υπερβαίνει τας δραχμάς 30.000.000, εφαρμοζομένων των διατάξεων του Δημοσίου Λογιστικού περί προμηθειών, προκειμένου δε περί εκτελέσεως έργων, αι κείμεναι διατάξεις περί εκτελέσεως Δημοσίων Έργων. 3.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ή κανονισμού θα καθορισθώσι τα της συστάσεως των Επιτροπών δημοπρασιών εν γένει παραλαβών προμηθευομένων αγαθών εκτελουμένων έργων. 4.Εις περίπτωσιν, καθ' ην δεν δύναται να συγκροτηθή Επιτροπή τις λόγω ελλείψεως τεχνικού υπαλλήλου, ο Οργανισμός δύναται, εγκρίσει της Γενικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου να ορίση ως τεχνικόν μέλος της Επιτροπής ταύτης, πολιτικόν μηχανικόν ή αρχιτέκτονα δημ. υπάλληλον εκ των παρ' αυτή υπηρετούντων. 5.Αι δι' οιονδήποτε λόγον ενεργούμεναι παρά του Οργανισμού δημοπρασίαι ενεργούνται εν τοις γραφείοις αυτού εν χρόνω οριζομένω δια της δημοσιευομένης διακηρύξεως. Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου δύναται δημοπρασία τις να διεξαχθή και εκτός της έδρας του Οργανισμού. Εν τοιαύτη περιπτώσει δια της σχετικής διακηρύξεως θα γνωστοποιήται τούτο εγκαίρως δια καταλλήλου δημοσιεύσεως. 6.Ελλείψει τεχνικών υπαλλήλων ή και εξ άλλων λόγων δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον, δι' αποφάσεώς του, ν' αναθέση την σύνταξιν μελετών και την εποπτείαν εκτελουμένων έργων"ως και την εκτίμησιν εν γένει κτημάτων εκ των περιερχομένων εις τον Οργανισμόν" εις τεχνικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, οριζόμενους παρά τη Γενικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου. Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 2 του Β.Δ. της 25 Σεπτ./16 Οκτ. 1957. 26.Ε.γ.4 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο Δ΄.Διαχείρησις κτημάτων Εκμισθώσεις Άρθρ.14.-1.Αι εκμισθώσεις των κτημάτων του Οργανισμού ενεργούνται δια δημοσίου συναγωνισμού παρ’ Επιτροπής και υπό όρους εγκρινομένους πρότερον παρά του Διοικητικού Συμβουλίου, δια περίοδον δε ουχί μακροτέραν των τριών ετών. 2.Εις εκμισθώσεις κτημάτων προς εκμετάλλευσιν, συνδυαζομένων μετά ουσιωδών δαπανών του μισθωτού, οίον προς ανοικοδόμησιν γηπέδων, ίδρυσιν εργοστασίων κλπ. το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να προβαίνη και δια χρονικόν διάστημα μέχρι δέκα ετών, αλλά πάντοτε κατόπιν δημοπρασίας. 3.Εκμισθώσεις κτημάτων προς τους Δήμους, Κοινότητας και εν γένει νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και Κοινής ωφελείας, δύναται να γίνωνται άνευ δημοπρασίας μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου. Επίσης επιτρέπεται η άνευ δημοπρασίας εκμίσθωσις οικημάτων του Οργανισμού προς δημοσίους υπαλλήλους, υπηρετούντας εν Δωδεκανήσω «και προς υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου της ιδίας περιφερείας». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 3 του Β.Δ. της 25 Σεπτ./16 Οκτ. 1957. 4.Η πληρωμή του μισθώματος ενεργείται την πρώτην ημέραν εκάστου μηνός ή τριμηνίας. «Ακίνητα, ων η ετησία πρόσοδος δεν υπερβαίνει τας 1.200 νέας δραχμάς, δύναται να εκμισθώνται άνευ δημοπρασίας εις τους κατόχους αυτών δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Επί μισθώσεων, εν αις το μίσθωμα δεν υπερβαίνει ετησίως τας 10.000 δραχμάς νέας εκδόσεως, αντί συμβολαιογραφικού εγγράφου δύναται να συντάσσηται ιδιωτικόν έγγραφον». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 13/19 Απρ. 1955. «Ακίνητα της αυτής προσόδου, ως τα εν τω προηγουμένω εδαφίω της παραγράφου ταύτης αναφερόμενα, δύνανται ωσαύτως να εκμισθώνται, άνευ δημοπρασίας, εις απόρους ιδιώτας πληγέντας εκ των εν Δωδεκανήσω επισυμβάντων σεισμών και προς στέγασίν των, δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Ως ακίνητα εν τω παρόντι εδαφίω νοούνται ου μόνον τα κατά κυριότητα περιελθόντα εις τον Οργανισμόν Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω, αλλά και τα ως εγκαταλελειμμένα παρά ισραηλιτών διοικούμενα ως αλλότρια και υπαγόμενα εις την διαχείρισιν του Οργανισμού τούτου». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του Β.Δ. της 10/22 Μαΐου 1958. (Μετά την σελ. 214) Σελ. 214,01 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο 26.Ε.γ.4 26.Ε.γ.4 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο 5.Προκειμένης εκμισθώσεως κτημάτων μεμισθωμένων, η δημοπρασία προς εκμίσθωσιν άρχεται προ τριμήνου από της λήξεως της προηγουμένης μισθώσεως. Η δημοπρασία γνωστοποιείται δια διακηρύξεως του Οργανισμού, δημοσιευομένης δέκα τουλάχιστον ημέρας προ της ενεργείας της δημοπρασίας, δια τοιχοκολλήσεως εις το κατάστημα του Οργανισμού και εις τα καταστήματα των Δήμων και Κοινοτήτων, εις την περιοχήν των οποίων κείται το υπό εκμίσθωσιν ακίνητον. Επί εκμισθώσεων σπουδαιότητος απαιτείται δημοσίευσις της διακηρύξεως και δια μιας των τοπικών εφημερίδων. Η διακήρυξις περιλαμβάνει τους όρους υφ’ ους απεφασίσθη παρά του Διοικητικού Συμβουλίου η εκμίσθωσις, ως και το ελάχιστον όριον προσφοράς, οριζόμενον παρά τούτου, μετ’ εκτίμησιν της μισθωτικής αξίας παρ’ Επιτροπής εξ υπαλλήλων του Οργανισμού, εν οις και εις τεχνικός. Ο ελάχιστος όρος δύναται να μειωθή δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. 6.Ίνα λάβη μέρος τις εις δημοπρασίαν, οφείλει να καταθέση χρηματικήν εγγύησιν, ίσην προς το έν δέκατον του ελαχίστου όρου προσφοράς εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, προσκομίζων τη επιτροπή επί των δημοπρασιών το σχετικόν γραμμάτιον ή εγγυοδοτικήν επιστολήν ανεγνωρισμένης Τραπέζης. Το ποσόν ταύτης εις περίπτωσιν επαναληπτικής δημοπρασίας είναι ίσον προς το έν δέκατον του ποσού του ενοικίου, του επιτευχθέντος κατά την ακυρωθείσαν δημοπρασίαν και εν περιπτώσει κατακυρώσεως συμπληρούται αύτη κατά την διαφοράν μεταξύ του επιτευχθέντος κατά την δημοπρασίαν ενοικίου και του ελαχίστου όρου προσφοράς. Η χρηματική εγγύησις ισχύει τόσον δια την συμμετοχήν εις την δημοπρασίαν, όσον και δια την ακριβή εκπλήρωσιν των όρων της συμβάσεως εν περιπτώσει αναδείξεως του μετασχόντος της δημοπρασίας ως ενοικιαστού. Η εγγύησις επιστρέφεται εις τον καταθέτην, εις περίπτωσιν, καθ’ ην ούτος δεν ανεδείχθη ενοικιαστής, εντολή της επί της δημοπρασίας επιτροπής δια πράξεως ταύτης, συντασσομένης όπισθεν του γραμματίου Παρακαταθήκης ή της εγγυοδοτικής επιστολής, εν η δε περιπτώσει ούτος ανεδείχθη ενοικιαστής επιστρέφεται αυτώ μετά την λήξιν της μισθώσεως, εντολή όμως του Διοικητικού Συμβουλίου. Πλην της ως άνω χρηματικής εγγυήσεως, ο πλειοδότης υποδεικνύει αξιόχρεον εγγυητήν, της φερεγγυότητος κρινομένης παρά της Επιτροπής δημοπρασίας, όστις μετά τούτου προσυπογράφει τα πρακτικά της δημοπρασίας, ευθυνόμενος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μετά του μισθωτού δια πάσαν αυτού υποχρέωσιν, στερούμενος του ευεργετήματος διζήσεως και διαιρέσεως. 7.Ίνα γίνη δεκτή η προσφορά, δέον να η ανωτέρα κατά 5% του ελαχίστου όρου προσφοράς ή του ποσού της προγενεστέρας. Πάσα προσφορά είναι υποχρεωτική δια τον πλειοδότην, η υποχρέωσις δ’ αύτη μεταβαίνει αλληλοδιαδόχως από του πρώτου εις τους ακολούθους και επιβαρύνει οριστικώς τον τελευταίον πλειοδότην. 8.Μετά την λήξιν της δημοπρασίας υπογράφονται τα πρακτικά παρά των μελών της Επιτροπής δημοπρασιών, του τελευταίου πλειοδότου και του εγγυητού, εάν δε τις τούτων είναι αγράμματος υπογράφονται δι’ άλλου επί παρουσία δύο μαρτύρων προσυπογραφομένων. Η παρά του πλειοδότου και του εγγυητού προσυπογραφή περιττεύει, όταν η κατακύρωσις γίνεται επί τη βάσει εγγράφου προσφοράς. 9.Τα πρακτικά της δημοπρασίας υποβάλλονται αυθημερόν προς το Διοικητικόν Συμβούλιον, ο εν τη αρμοδιότητί του εγκρίνει ή απορρίπτει το αποτέλεσμα εντός πέντε (5) ημερών από της επομένης ημέρας ενεργείας του πλειστηριασμού. Η έγκρισις των πρακτικών κοινοποιείται παρά του Διευθυντού του Οργανισμού εγγράφως και επί αποδείξει προς τον μισθωτήν την μεσημβρίαν της επομένης της εγκρίσεως. Εντός πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως των πρακτικών, συντάσσεται μισθωτήριον ενώπιον συμβολαιογράφου, μεθ’ ο ο μισθωτής λαμβάνει την κατοχήν του μισθίου. Τα κηρύκεια δικαιώματα, τέλη χαρτοσήμου, συμβολαιογραφικά δικαιώματα κλπ. βαρύνουσι τον μισθωτήν. 10.Επαναλαμβάνεται η δημοπρασία εκμισθώσεως α)όταν δεν παρουσιάσθη κατ’ αυτήν πλειοδότης, β)όταν ακυρωθώσι τα πρακτικά λόγω ασυμφόρου του αποτελέσματος, γ)όταν δοθή ανωτέρα προσφορά. Η αντιπροσφορά δέον να η ανωτέρα κατά 5% της παρά του τελευταίου πλειοδότου δοθείσης και έγγραφος και να δίδεται μέχρι της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως των πρακτικών εις τον τελευταίον πλειοδότην. Μετά της αιτήσεως συνυποβάλλεται απαραιτήτως και το αποδεικτικόν καταθέσεως εγγυήσεως ή εγγυοδοτική επιστολή ανεγνωρισμένης Τραπέζης. Οσάκις επαναλαμβάνεται η δημοπρασία λόγω ασυμφόρου του αποτελέσματος, ως ελάχιστος όρος προσφοράς τίθεται το κατά την ακυρωθείσαν δημοπρασίαν επιτευχθέν αποτέλεσμα. Αι επαναληπτικαί δημοπρασίαι κηρύσσονται δια περιληπτικής διακηρύξεως αναφερομένης εις τους όρους της αρχικής τοιαύτης, ενεργούνται δε μετά τρεις ημέρας τουλάχιστον αφ’ ης η διακήρυξις τοιχοκολληθή εις το κατάστημα του Οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης της ημέρας τοιχοκολλήσεως . κατά τα λοιπά αι δημοπρασίαι διεξάγονται κατά τ’ ανωτέρω. 11.Εις περίπτωσιν, καθ’ ην μετά το πέρας της δημοπρασίας ο τελευταίος πλειοδότης και ο εγγυητής δεν υπογράφωσιν αμφότεροι τα πρακτικά, ο Διευθυντής του Οργανισμού προσκαλεί τον πλειοδότην αυθημερόν δι’ εγγράφου, επιδιδομένου αυτώ νομίμως, όπως συμμορφωθή προς τ’ ανωτέρω εντός 24 ωρών, επί απειλή αναπλειστηριασμού εις βάρος του. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, ενεργείται εις βάρος του αναπλειστηριασμός. Επαναλαμβάνεται επίσης η δημοπρασία εις βάρος του αναδειχθέντος τελευταίου πλειοδότου, εάν ούτος δεν προσέλθη δια την υπογραφήν του μισθωτηρίου εντός της δια της παραγρ. 9 του παρόντος άρθρου οριζομένης προθεσμίας. Οσάκις επαναλαμβάνεται η δημοπρασία εις βάρος του αναδειχθέντος τελευταίου πλειοδότου, ως ελάχιστος όρος ορίζεται το επιτευχθέν εν τη κατακυρωθείση δημοπρασία ποσόν, μειούμενον μεθ’ εκάστην άγονον δημοπρασίαν δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αι δημοπρασίαι αύται επαναλαμβάνονται μόνον όταν δίδωνται έγγραφοι προσφοραί. Εάν κατά τον αναπλειστηριασμόν επιτευχθή μίσθωμα επί έλαττον, η διαφορά καταλογίζεται εις βάρος του καθ’ ου ο αναπλειστηριασμός και του εγγυητού, βεβαιούται δε και εισπράττεται αύτη κατά τας περί εισπράξεων δημοσίων εσόδων διατάξεις. 12.Ο Οργανισμός δεν υποχρεούται να προβή εις εγκατάστασιν του μισθωτού εν τω μισθίω, ουδ’ απαλλάσσεται ούτος της πληρωμής του μισθώματος, εάν δεν εποιήσατο χρήσιν αυτού άνευ υπαιτιότητος του Οργανισμού. 13.Μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου δύναται εάν συντρέχωσιν αποχρώντες λόγοι, να ορισθή τελειωτική δημοπρασία, ότε τα πρακτικά κατακυρούνται παραχρήμα, μη επιτρεπομένης αντιπροσφοράς μετά την κατακύρωσιν. (Αντί της σελ. 215) Σελ. 215(α) 101 – 41 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο 26.Ε.γ.4 14.Παρατυπία τις εν διενεργουμένη δημοπρασία ουδέν παράγει δικαίωμα υπέρ του μισθωτού ή πλειοδότου. 15.Υπομίσθωσις επιτρέπεται, αν μη άλλως ωρίσθη, αλλά πάντοτε μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου. 16.Σιωπηρά αναμίσθωσις δεν χωρεί. Ο μισθωτής υποχρεούται άμα τη λήξει της μισθώσεως ή τη διαλύσει ταύτης, όπως αποδόση το μίσθιον, υποκείμενος άλλως εις έξωσιν κατά την διαδικασίαν, του νόμου ΒΧΗ΄, ως ούτος ετροποποιήθη δια νεωτέρων νόμων. Και η παράβασις οιουδήποτε όρου της συμβάσεως, ιδία η καθυστέρησις μισθωμάτων, επάγεται, μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, την διάλυσιν της μισθώσεως και έξωσιν του μισθωτού κατά την αυτήν διαδικασίαν. 17.Παν οικοδόμημα, εγκατάστασις ή παράπηγμα, γινόμενον υπό του μισθωτού επί του μισθίου είτε εις εκτέλεσιν της συμβάσεως είτε οίκοθεν, περιέρχεται εις την κυριότητα του Οργανισμού μετά την λήξιν ή την διάλυσιν της μισθώσεως, άνευ αποζημιώσεως τινός, μη δυναμένου του μισθωτού, να αφαιρέση την οικοδομικήν ύλην, αν μη άλλως συνεφωνήθη. 18.Ο μισθωτής οφείλει να διατηρή εν καλή καταστάσει το μίσθιον, εφ’ ου δεν δύναται να επιφέρη ουσιώδεις αλλοιώσεις άνευ της αδείας του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού. 19.Επίσης οφείλει να μεριμνά δια την διατήρησιν της κατοχής του μισθίου, των επ’ αυτού δουλειών και να αποκρούη πάσαν καταπάτησιν αυτού, έχων πάσας τας αγωγάς του Οργανισμού. Επί μισθώσεως αγροτικού κτήματος οφείλει ν’ αντικαθιστά τ’ αποξηραινόμενα δένδρα δι’ εμφυτεύσεως άλλων τοιούτων και να μεριμνά περί της διατηρήσεως των ορίων του κτήματος. 20.Δια πάσαν παράβασιν μιας των ανωτέρω εν παραγράφοις 17, 18 και 19 υποχρεώσεων, ο μισθωτής υποχρεούται εις την καταβολήν αποζημιώσεως αναλόγου προς την επελθούσαν ζημίαν, καθοριζομένης υπό του Διοικητικού Συμβουλίου δι’ αποφάσεώς του, μετά προηγουμένην γνωμάτευσιν, τοπικής επιτροπής εκ τριών δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων του Οργανισμού, οριζομένων υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, αποτελούσης τίτλον διοικητικής εκτελέσεως. Ο όρος ούτος δέον ν’ αναγράφηται και εν τη διακηρύξει της δημοπρασίας. 21.Δια πάσαν παράβασιν των όρων της διακηρύξεως ή του μισθωτηρίου συμβολαίου ή ειδικώτερον της παραγράφου 11 του παρόντος άρθρου, διατάσσεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, αποτελούσης τίτλον διοικητικής εκτελέσεως, ή κατάπτωσις της κατατεθείσης εγγυήσεως υπέρ του Οργανισμού, ανεξαρτήτως πάσης άλλης ειδικής συνεπείας. Άρθρον 15. Εις βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως νεμομένων κατά την 28ην Αυγούστου 1952 κτήματα του Δημοσίου, περιερχόμενα εις τον Οργανισμόν βάσει του Νόμου 2100/52, καταλογίζεται αποζημίωσις εισπραττομένη κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων δι’ αποφάσεως κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου. Κατά της αποφάσεως ταύτης επιτρέπεται ανακοπή εντός μηνός από της επιδόσεως ταύτης, εκδικαζομένη κατά την διαδικασίαν του άρθρου 5 του Ν.5895/33, ως συνεπληρώθη και ετροποποιήθη μεταγενεστέρως. Σελ. 216(α) 101 – 42 Εκποιήσεις Άρθρον 16. 1.Εκποιήσεις κτημάτων του Οργανισμού ενεργούνται μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου δια δημοσίου συναγωνισμού παρ’ επιτροπής και υπό όρους εγκρινομένους πρότερον παρά τούτου. 2.Προ πάσης εκποιήσεως ενεργείται καταμέτρησις και εκτίμησις του εκποιητέου κτήματος παρά τριμελούς Επιτροπής εξ υπαλλήλων του Οργανισμού, εν οις και μηχανικός τούτου, οριζομένης δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Παρά της Επιτροπής ταύτης συντάσσεται σχεδιάγραμμα μετά πρωτοκόλλου, εν ω εν λεπτομερεία αναγράφονται τα στοιχεία του υπό εκποίησιν ακινήτου, η θέσις εν η κείται τούτο, το εμβαδόν, αι πλευρικαί διαστάσεις, τα όρια, η αξία κατά στρέμμα ή τετραγωνικόν μέτρον και τα επ’ αυτού οικοδομήματα, φυτείαι ως και παν έτερον συντείνον εις την ακριβή εκτίμησιν. Η κατ’ εκτίμησιν ολική αξία του εκποιητέου κτήματος προτείνεται παρά της Επιτροπής ως ελάχιστον όριον προσφοράς. Εις περίπτωσιν απορρίψεως παρά του Διοικητικού Συμβουλίου του πρωτοκόλλου, ενεργείται νέα εκτίμησις κατά τ’ ανωτέρω. «Οσάκις η σύστασις επιτροπής τινος καταμετρήσεως και εκτιμήσεως των εκποιητέων ακινήτων, ως και της επιτροπής εκτιμήσεως, κατά το άρθρον 14 του παρόντος, της μισθωτικής αξίας, καθίσταται κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού δισχερής εξ υπαλλήλων και μηχανικών του Οργανισμού, το Συμβούλιον τούτο δύναται δι’ αποφάσεώς του και κατόπιν εγκρίσεως της Γενικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου να συνιστά τοιαύτας Επιτροπάς εκ Δημοσίων Υπαλλήλων και Τεχνικών τοιούτων, οριζομένων υπ’ αυτής». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 2 Β.Δ. 13/19 Απρ. 1955. 3.Το τίμημα καταβάλλεται εις ολόκληρον εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεως εις τον αγοραστήν της γνωστοποιήσεως της εγκρίσεως. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να ορίση και την καταβολήν του τιμήματος εις ετησίας μέχρι πέντε δόσεις δια της αυτής περί της εκποιήσεως αποφάσεώς του, προκαταβαλλομένου του 1/3 του τιμήματος. Αι δόσεις καταβάλλονται έκαστον Σεπτέμβριον εντόκως προς 7%. «Κατά τας δια δημοπρασίας πραγματοποιουμένας εκποιήσεις ακινήτων του Δημοσίου, άτινα έχουσι περιέλθει εις τον Οργανισμόν Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω δυνάμει του Νόμ. 2100/1952, δύναται δια της διακηρύξεως και κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού να ορισθή, ότι το τίμημα, εφ’ όσον αναδειχθή αγοραστής Δωδεκανήσιος, εξοφλείται εις μέχρι δέκα ετησίας δόσεις, καταβαλλομένας εντόκως προς 3%. Το τρίτον εδάφιον προσετέθη δια της παραγράφου 1 του άρθρ. 2 του Β.Δ. της 10/21 Φεβρ. 1956. 26.Ε.γ.4 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο 4.Η δημοπρασία διεξάγεται ως και όπως η περί μισθώσεως κτημάτων του Οργανισμού, υπό τας αυτάς προϋποθέσεις και διατυπώσεις περί διακηρύξεως, εγγυήσεων κλπ. 5.Μετά την καταβολήν του τιμήματος της πρώτης δόσεως εντός της υπό της παρ. 3 του αυτού άρθρου προβλεπομένης προθεσμίας, συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου η περί αγοραπωλησίας σύμβασις κατά τα κεκανονισμένα, εγγράφεται δε πρώτη υποθήκη δια το υπόλοιπον του τιμήματος εις την περίπτωσιν καταβολής τούτου εις δόσεις. Μετά την ολοσχερή εξόφλησιν του τιμήματος, πραγματοποιείται η κατά Νόμον εξάλειψις της υποθήκης. Τα κηρύκεια δικαιώματα, τα τέλη χαρτοσήμου, ο φόρος μεταβιβάσεως, τα συμβολαιογραφικά δικαιώματα, έξοδα μεταγραφής και διαγραφής υποθήκης και δημοσιεύσεων, βαρύνουν τον αγοραστήν. 6.Εάν παρέλθη άπρακτος η εν παρ. 3 ως άνω προθεσμία, η αγοραπωλησία θεωρείται αυτοδικαίως άκυρος και η υπό του αγοραστού καταβληθείσα εγγύησις καταπίπτει και βεβαιούται υπέρ του Οργανισμού, δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, ανεξαρτήτως και πάσης άλλης ειδικής συνεπείας. Επίσης καταπίπτει υπέρ του Οργανισμού η καταβληθείσα υπό του τελευταίου πλειοδότου εγγύησις, όταν ούτος αρνηθή να υπογράψη τα πρακτικά της δημοπρασίας ευθύς μετά την κατακύρωσιν. 7.Εάν παρέλθη άπρακτος η εν παρ. 3 του αυτού άρθρου προθεσμία ή εις περίπτωσιν, καθ’ ην ο αγοραστής ήθελε καθυστερήσει την καταβολήν δύο συνεχών δόσεων ή επί μόνης της τελευταίας διαλύεται αυτοδικαίως η αγοραπωλησία, τα δε κτήματα επανεκτίθενται εις δημοπρασίαν εκποιήσεως εις βάρος του τελευταίου πλειοδότου ή αγοραστού, καταλογιζομένης εις αυτούς και εισπραττομένης, κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως δημ. εσόδων, της τυχόν προκυψάσης επί έλαττον διαφοράς του τιμήματος και των οφειλομένων συμβατικών τόκων και των τόκων υπερημερίας. Αντιθέτως, εάν ήθελεν επιτευχθή επί πλέον τίμημα, αποδίδεται εκ του πλεονάσματος εις τον εκπεσόντα αγοραστήν μέρος ή το όλον των τυχόν καταβληθεισών υπ’ αυτού δόσεων κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Μέχρι της προτεραίας της πρώτης δημοπρασίας περί εκποιήσεως, δύναται ο κυρηχθείς έκπτωτος αγοραστής ή ο εξ αυτού έλκων τα δικαιώματά του ή και ο ενυπόθηκος δανειστής του εκποιουμένου κτήματος, να καταβάλη τας εις τον Οργανισμόν οφειλόμενα, ότε αναστέλλεται ο πλειστηριασμός, δι’ αποφάσεως δε του Διοικητικού Συμβουλίου, ανακαλείται πάσα ενέργεια ακυρώσεως της αγοραπωλησίας, ενεργουμένης σημειώσεως εις τα βιβλία μεταγραφών, επιμελεία του Οργανισμού. Κατά την επαναληπτικήν, συμφώνως προς τα ανωτέρω, δημοπρασίαν, ως ελάχιστος όρος προσφοράς τίθεται το ποσόν του τιμήματος της αρχικής πωλήσεως. Δύναται όμως να τεθή ως ελάχιστος όρος και το ποσόν της κατά τον χρόνον του αναπλειστηριασμού αξίας του κτήματος επί τη βάσει νέας εκτιμήσεως. Εάν η δημοπρασία αποβαίνη άγονος, δύναται να μειωθή ο ελάχιστος όρος προσφοράς, μετά πρότασιν της επί των δημοπρασιών Επιτροπής. Εάν ακυρωθώσι τα πρακτικά της δημοπρασίας, λόγω ασυμφόρου της προσφοράς, ή η επομένη δημοπρασία αποβή άνευ αποτελέσματος, ο αναπλειστηριασμός τερματίζεται. Εάν αγοραστής καθυστερή μίαν δόσιν εκ λόγων πραγματικής ανάγκης, δύναται το Δ.Σ., εκτιμών τα πραγματικά περιστατικά, να δώση άπαξ και μόνον αναστολήν εισπράξεως ταύτης, δια χρόνον όμως ουχί μείζονα του έτους. Άρθρον 2. Το Διοικητικόν Συμβούλιον: α)Ασκεί την διοίκησιν και διαχείρισιν της περιουσίας του Οργανισμού κατά τας διατάξεις του παρόντος και του Νόμου 2100/1952. β)Αποφασίζει περί των εκμισθώσεων και εκποιήσεων των κτημάτων των περιελθόντων υπό την κυριότητα του Οργανισμού. γ)Εγκρίνει τον προϋπολογισμόν εσόδων και εξόδων του Οργανισμού, την τροποίησιν τούτου και την χορήγησιν αναπληρωματικών και εκτάκτων πιστώσεων, ως και την ενέργειαν καθ' έκαστα δαπανών μεγαλυτέρων των (5.000.000) πέντε εκατομμυρίων δραχμών. Άρθρ.17.-1.Επιτρέπεται μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου η άνευ δημοπρασίας εκποίησις κτημάτων του Οργανισμού εις Δήμους, Κοινότητας, ή άλλα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εις ιδρύματα ή Οργανισμούς κοινής ωφελείας. Το τίμημα δύναται να καταβληθή και εις ετησίας δόσεις μέχρι δέκα κατ’ ανώτατον όριον, εντόκως προς 7% ετησίως. 2.Ωσαύτως επιτρέπεται, μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, ή άνευ δημοπρασίας εκποίησις οικοπεδικών εκτάσεων του Οργανισμού προς οικοδομικούς Συνεταιρισμούς δια την ανέγερσιν κτιρίων εξυπηρετούντων τους σκοπούς αυτών. Το τίμημα δύναται να καταβληθή και εις ετησίας δόσεις μέχρι δέκα κατ’ ανώτατον όριον, εντόκως προς 7% ετησίως. Η προς Οικοδ. Οργανισμούς εκποίησις γίνεται υπό τους εξής όρους. α)Ο αγοραστής Οικοδ. Συν/σμός υποχρεούται όπως μη προβή εις ουδεμίαν διανομήν ή κατάτμησιν της παραχωρουμένης εκτάσεως ή ανοικοδόμησιν επ’ αυτής, προ της εγκρίσεως του πολεοδομικού σχεδίου της περιοχής υπό του Υπουργ. Κοινωνικής Προνοίας. β)Προκειμένου να κριθούν τα δικαιούχα μέλη παραχωρήσεως οικοπέδου παρά του Συν/σμού δέον ταύτα να είναι μονίμως εγκατεστημένα εν Δωδεκανήσω τουλάχιστον προ πενταετίας από της κρίσεώς των ως δικαιούχων και να μη έχωσιν ιδιόκτητον οικίαν ή οικόπεδον οικοδομήσιμον εν Δωδεκανήσω ούτε τα ίδια μέλη, ούτε η σύζυγός των. γ)Ο Οργανισμός ουδεμίαν ευθύνην φέρει δια πάσαν τυχόν διεκδίκησιν της παραχωρουμένης εκτάσεως και μόνον μετά την εκνίκησιν ταύτης θα επιστρέψη το καταβληθέν μέχρι της εκνικήσεως τίμημα. δ)Η παραχώρησις γίνεται επί τω σκοπώ ανοικοδομήσεως,ήτις δέον να πραγματοποιηθή εντός δεκαετίας από της εκδόσεως του παρα(Αντί της σελ. 217(α) Σελ. 217(β) 218 – 101 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο 26.Ε.γ.4 χωρητηρίου και δια την αιτίαν ταύτην απογορεύεται απολύτως η εκ μέρους μέλους του Συν/σμού εκποίησις του οικοπέδου ή της ανεγερθησομένης οικοδομής ή πάσα εκχώρησις οιουδήποτε εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτών προ της παρελεύσεως πλήρους 10ετίας. Εξαιρετικώς επιτρέπεται η εκχώρησις δικαιώματος προς εγγραφήν υποθήκης επί του παραχωρημένου κτήματος εκ μέρους του Συν/σμού δια λ/σμόν των μελών του προς εξασφάλισιν της πληρωμής χορηγηθησομένου υπό τρίτων οικοδομικού αποκλειστικώς δανείου ή εκ μέρους των κατ’ ιδίαν μελών των. Επιτρέπεται ωσαύτως η μεταβίβασις οικοπέδου λόγω προικός προς θυγατέρα ή αδελφήν και προ της δεκαετίας. ε)Παραβίασις οιουδήποτε των ανωτέρω όρων συνεπάγεται την διοικητικήν δια μόνης σχετικής αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου του Ορ/σμού ακύρωσιν του παραχωρητηρίου και την υπέρ του Οργανισμού έκπτωσιν των καταβληθεισών μέχρι της ακυρώσεως δόσεων του τμήματος, της κυριότητος της παραχωρουμένης εκτάσεως επανερχομένης αυτοδικαίως εις τον Οργανισμόν. ς)Το παραχωρητήριον είναι άκυρον εάν εντός μηνός από της υπογραφής αυτού δεν καταβληθή ο αναλογών φόρος μεταβιβάσεως συμφώνως τω Νόμ. 1567/1950. 3.Επιτρέπεται επίσης μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου η άνευ δημοπρασίας εκποίησις κτημάτων του Οργανισμού, αξίας ουχί ανωτέρας των πεντήκοντα εκατομμυρίων δραχμών, προς συγκυρίους των κτημάτων τούτων, του τιμήματος όπως καταβαλλομένου εφ’ άπαξ και προ της συντάξεως της περί μεταβιβάσεως πράξεως. 4.Οικόπεδα του Οργανισμού εντός σχεδίου πόλεως μη άρτια ή και μη οικοδομήσιμα δύνανται να εκποιώνται άνευ δημοπρασίας, μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, προς τους ιδιοκτήτας των συνεχομένων ακινήτων, μεθ’ ων δέον να τακτοποιώνται κατά τας κειμένας περί σχεδίων πόλεων διατάξεις, αντί τιμήματος καθοριζομένου δια της αυτής αποφάσεως καταβλητέου εφ’ άπαξ. 5.Προς ίδρυσιν πάσης φύσεως βιομηχανιών ή βιοτεχνιών ή προς επέκτασιν υφισταμένων τοιούτων, επιτρέπεται η άνευ δημοπρασίας εκποίησις γηπέδων του Οργανισμού δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και επί τη καταθέσει κεκυρωμένου αντιγράφου της αδείας περί ιδρύσεως ή επεκτάσεως τούτων, εκδοθείσης παρά της αρμοδίας Υπηρεσίας. Δια της αυτής αποφάσεως ορίζεται το τίμημα, όπερ δύναται να καταβληθή και εις ετησίας δόσεις μέχρι πέντε κατ’ ανώτατον όριον, εντόκως προς 7% ετησίως. Σελ. 218(β) 218 – 102 Δια την τοιαύτην εκποίησιν απαιτείται σύμφωνως γνώμη του Υπουργείου Βιομηχανίας, αποφαινομένου περί της σκοπιμότητος και αναγκαιότητος αυτής, επίσης δε βεβαίωσις του αρμοδίου Πολεοδομικού γραφείου ότι θα επιτραπή η εις το ζητούμενον προς εξαγοράν οικόπεδον εγκατάστασις ή επέκτασις της βιομηχανίας ή βιοτεχνίας, δι’ ης προορίζεται τούτο. Ο σκοπός, δι’ ον γίνεται η εκποίησις, δέον ρητώς να καθορίζεται εν τω πωλητηρίω, μη επιτρεπομένης ουδεμιάς μεταγενεστέρως μεταβολής αυτού. Η πραγματοποίησις του σκοπού τούτου δέον να συντελεσθή ανυπερθέτως εντός τριετίας από της εκποιήσεως. Εν εναντία περιπτώσει η εκποίησις ακυρούται διοικητικώς δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού. 26.Ε.γ.4 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο 6.«α)Αστικά ακίνητα αξίας μέχρι 50.000 δραχμών δύναται να εκποιώνται μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου άνευ δημοπρασίας εις τους μισθωτάς ή κατόχους αυτών, εφ’ όσον ούτοι κατοικούσιν εις ταύτα υπέρ την πενταετίαν, δεν κέκτηνται δε ούτοι ή οι σύζυγοι αυτών άλλα ιδιόκτητα ακίνητα, οπουδήποτε κείμενα, αξίας ίσης ή μεγαλυτέρας των υπό εκποίησιν τοιούτων ή οικοδομήν έστω και ελάσσονος αξίας, κειμένην εις τον τόπον όπου το υπό εκποίησιν ακίνητον ή εις πόλιν άνω των 5.000 κατοίκων εν τη λοιπή επικρατεία. β)Η ανωτέρω διάταξις ισχύει υπό τας εν αυτή προϋποθέσεις και δια τα αστικά ακίνητα, τα χρησιμοποιούμενα δια την άσκησιν επαγγέλματος. γ)Ειδικώς δια την νήσον Κω, τα χαρακτηριζόμενα ως λαϊκαί κατοικίαι ακίνητα δύναται να εκποιώνται άνευ δημοπρασίας κατά κανόνα προς σεισμοπαθείς Δωδεκανησίους, αποκλειομένων των μη σεισμοπαθών, έστω και αν ούτοι τυγχάνωσι μισθωταί ή κάτοχοι υπέρ την πενταετίαν και υπό τας λοιπάς προϋποθέσεις του εδαφ. α΄ της παρούσης παρ. 6, είτε δεν ώσι τοιούτοι και εφ’ όσον δεν υπάρχουσιν έτεροι σεισμοπαθείς δεόμενοι στέγης προς αναπήρους πολέμου, ως και αναπήρους εκ της νόσου των δυτών. Τα ούτως εκποιούμενα αστικά κτήματα δύναται να τεθή ως συμβατικός όρος εις τον τίτλον μεταβιβάσεως της κυριότητος, ότι δεν δύναται να μισθωθούν εξ ολοκλήρου ή να μεταβιβασθούν εις τρίτους προ της παρελεύσεως δεκαετίας από της εκδόσεως του πωλητηρίου και εν πάση περιπτώσει, προ της εξοφλήσεως τούτων, ακυρουμένης άλλως της παραχωρήσεως άνευ επιστροφής του κατατεθέντος τιμήματος. Ομοίως δύναται να τεθή συμβατικός όρος εις τον τίτλον μεταβιβάσεως, καθ’ ον ακυρούται επίσης η παραχώρησις εις περίπτωσιν εγκαταλείψεως του ακινήτου παρά του αγοραστού και της οικογενείας του, πέραν των δύο ετών λόγω μεταναστεύσεως εις το εξωτερικόν εντός της πρώτης πενταετίας και εν πάση περιπτώσει, μέχρις εξοφλήσεως του τιμήματος. Δια της αυτής ως άνω αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω δύναται να καθορισθή η εξόφλησις των ούτως εκποιουμένων ακινήτων εντόκως προς 3% ετησίως και εις μέχρι δέκα ετησίας δόσεις». Η παρ. 6 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 του άρθρ. 2 του Β.Δ. της 10/21 Φεβρ. 1956. «δ)Αι υπό του Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω εις εκπλήρωσιν των εν παρ. 1 του άρθρ. 2 του Νόμ. 2100/1952 σκοπών αυτού, ανεγερθείσαι ή ανεγερθησόμεναι λαϊκαί κατοικίαι, αξίας εκάστης ουχί ανωτέρας των 150.000 δραχμών δύναται ωσαύτως να εκποιώνται μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, άνευ δημοπρασίας εις τους μισθωτάς ή κατόχους αυτών, εφ’ όσον ούτοι συγκεντρούσι τας προϋποθέσεις του άρθρ. 2 του Α.Ν. 1667/51 «περί λαϊκής κατοικίας» ως ετροποποιήθη υπό του κυρώσαντος αυτόν Νόμ. 2063/1952 και εφ’ όσον κατοικούσιν εις αυτάς υπέρ την πενταετίαν, δεν κέκτηνται δε ούτοι ή αι σύζυγοι αυτών άλλα ιδιόκτητα ακίνητα οπουδήποτε κείμενα αξίας ίσης ή μεγαλυτέρας των υπό εκποίησιν τοιούτων ή οικοδομήν έστω και ελάσσονος αξίας κειμένην εις τον τόπον όπου η υπό εκποίησιν λαϊκή κατοικία ή εις πόλιν άνω των 5.000 κατοίκων εν τη λοιπή επικρατεία». Το εδάφ. δ΄ προσετέθη δια της παρ. 1 άρθρου μόνον Β.Δ. 57 της 21 Ιαν./4 Φεβρ. 1963 (κατωτ. αριθ. 8). 7.Εις πάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις εκποιήσεων άνευ δημοπρασίας το τίμημα καθορίζεται μετά γνώμην Επιτροπής εκτιμήσεως εκ τριών δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων του Οργανισμού, οριζομένων υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, εξ ων ο εις δέον να είναι τεχνικός υπάλληλος. «8.Κινητά πράγματα μέχρις αξίας 10.000 δραχμών νέας εκδόσεως, δύναται να εκποιώνται δια προχείρου μειοδοτικού διαγωνισμού, άνευ συμβολαιογραφικού εγγράφου, δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου μετά σύμφωνον γνώμην της Επιτροπής της παρ. 7 του παρόντος άρθρου ως προς το ποσόν της αξίας, συντασσομένου πρωτοκόλλου παραδόσεώς των εις τον αγοραστήν εις διπλούν, χαρτοσημαινομένου κατά τα εν άρθρ. 8 του Νόμου υπ’ αριθ. 2246/1952 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί τελών χαρτοσήμου και άλλων τινών φορολογικών διατάξεων» οριζόμενα, καταχωρουμένου δε εις ειδικόν βιβλίον και περιέχοντος λεπτομερή περιγραφήν των πωλουμένων και της αξίας αυτών, όπερ θα αποτελή τίτλον ιδιοκτησίας και το εν των οποίων θα παραδίδεται εις τον αγοραστήν άμα τη καταθέσει του γραμματίου ή διπλοτύπου καταβολής της αξίας των πωλουμένων κινητών πραγμάτων». Η παρ. 8 προσετέθη δια του άρθρ. 3 Β.Δ. 13/19 Απρ. 1955. Γενικαί διατάξεις Άρθρ.18.-Αγροτικά εν γένει κτήματα περιερχόμενα καθ’ οιονδήποτε τρόπον εις τον Οργανισμόν, δύνανται να εκμισθώνται ή εκποιώνται άνευ δημοπρασίας, μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, προς Γεωργικούς ή Κτηνοτροφικούς Συνεταιρισμούς, ή προς αγρότας, κατά κύριον επάγγελμα, ακτήμονας ή στερουμένους επαρκούς γεωργικού κλήρου, προτιμωμένων των καθ’ οιονδήποτε τρόπον κατεχόντων ή αυτοκαλλιεργούντων τα τοιαύτα κτήματα. (Μετά την σελ. 218(β) Σελ. 218,001 218 – 103 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο 26.Ε.γ.4 26.Ε.γ.4 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο Άρθρον 19. Η εκποίησις μεμισθωμένων κτημάτων συνεπάγεται αυτοδικαίως την διάλυσιν της μισθώσεως, εφ’ όσον αύτη συνεφωνήθη, του μισθωτού μη δικαιουμένου ουδεμιάς αποζημιώσεως ει μη εις την ανάλογον έκπτωσιν του μη δεδουλευμένου μισθώματος. Η ανωτέρω συνέπεια αναγράφεται υποχρεωτικώς εις πάσαν διακήρυξιν εκμισθώσεως, ως και εις το οικείον μισθωτήριον, παρεχομένης δια την απομάκρυνσιν του μισθωτού αναλόγου προθεσμίας, καθοριζομένης δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού. Άρθρον 20. Κατά τας μισθώσεις και εκποιήσεις των κτημάτων του Οργανισμού, έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις του από 22.6.1927 Ν. Διατάγματος «περί κυρώσεως του Ν. Διατάγματος της 5/5/1926 «περί συμπληρώσεως του Νόμου 3250 περί κυρώσεως του από 3 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Διατάγματος περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων βάσει του από 31.12.48 Διατάγματος «περί καθορισμού ως παραμεθορίου περιοχής ολοκλήρου της Δωδεκανήσου». Άρθρον 21. Αι διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν εφαρμόζονται επί της εκμεταλλεύσεως της διαχειρίσεως των υπό την κυριότητα του Οργανισμού περιελθόντων κτημάτων του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού. Ε΄.Μεταβατικαί διατάξεις. Άρθρον 22. 1.Δι’αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου του Οργανισμού κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος Οργανισμού διορίζονται άνευ διαγωνισμού: α)Εις την θέσιν του Διευθυντού, ο έχων πτυχίον Νομικής Σχολής ή άλλης Ανωτάτης Σχολής και 5ετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν ευδόκιμον Δημοσίου υπαλλήλου ή παρά Νομικώ Προσώπω ή Ιδιωτικού Δικαίου. β)Εις την θέσιν του Τμηματάρχου Διαχειρίσεως και εποπτείας Κτημάτων ο έχων πτυχίον Νομικής ή άλλης Ανωτάτης Σχολής και τριετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν ευδόκιμον Δημοσίου υπαλλήλου ή παρά Νομικώ Προσώπω Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου. γ)Εις την θέσιν του Τμηματάρχου Οικονομικής Διαχειρίσεως απολυτήριον Γυμνασίου ή πτυχίον Εμπορικής Σχολής και τριετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν ευδόκιμον παρά Υπηρεσία αρμοδιότητος του Υπουργείου των Οικονομικών ή παρά Τραπέζη. δ)Οι ήδη υπηρετούντες παρά τη Γεν. Διοικήσει Δωδεκανήσου φύλακες των περιελθόντων εις τον Οργανισμόν Κτημάτων δύνανται να διορίζωνται, τη αιτήσει των, εις τας δια του παρόντος οριζομένας θέσεις φυλάκων Κτημάτων του Οργανισμού. «ε)Εις τας θέσεις Πολιτικού Μηχανικού και Αρχιτέκτονος διορίζεται ο έχων πτυχίον Ανωτάτης Σχολής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου ή άλλης ισοτίμου Σχολής της αλλοδαπής και διετή προϋπηρεσίαν εν θέσει Τεχνικού Δημοσίου Υπαλλήλου ή Υπαλλήλου παρά Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, εις δε τας θέσεις Υπομηχανικών διορίζονται οι έχοντες πτυχίον προσηρτημένων Σχολών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου ή άλλης ισοτίμου Σχολής της αλλοδαπής και διετή προϋπηρεσίαν Δημοσίου Υπαλλήλου ή Υπαλλήλου παρά Νομικώ Προσώπω Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου. Η περίπτ. ε΄ προσετέθη δια του άρθρ. 4 Β.Δ. 13/19 Απρ. 1955. 2.Προκειμένης της συμπληρώσεως των εν τη ανωτέρω παραγράφω αναγραφομένων θέσεων, κατά τον ον εν αυτή αναφέρεται τρόπον, ενεργείται ευρεία δημοσίευσις προσκλήσεως δια του τύπου. 3.Δια τους διορισμούς τους προβλεπομένους δια του παρόντος άρθρου, δεν ισχύει το κατά το άρθρον 16 του Υπαλληλικού Κώδικος όριον, ισχύουσιν όμως πάντα τα λοιπά προσόντα του Κώδικος. Εις τον αυτόν επί των Οικονομικών Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Διατάγματος. (Μετά την σελ. 218(α) Σελ. 218,01 101 – 45 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο 26.Ε.γ.4 Άρθρον 3. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτός των υπό του Νόμου οριζομένων καθηκόντων και αρμοδιοτήτων: α)Προβαίνει εις πάσαν προπαρασκευαστικήν εργασίαν δια την λήψιν αποφάσεων παρά του Διοικητικού Συμβουλίου. β)Επιμελείται της εκτελέσεως των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. γ)Υπογράφει τα εντάλματα πληρωμής των δαπανών και αναλαμβάνει πάσαν υποχρέωσιν, μη υπερβαίνουσαν το ποσόν των δραχμών (5.000.000) πέντε εκατομμυρίων. δ)Υπογράφει πάντα τα έγγραφα. ε)Αποστέλλει προς το Εποπτικόν Συμβούλιον αντίγραφα των πρακτικών συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και των αποφάσεων τούτου, δια τον κατά Νόμον έλεγχον της νομιμότητος. Άρθρ.4.-"Συνιστάται ειδικόν Υπηρεσιακόν Συμβούλιον, όπερ αποτελείται, α)εκ των εχόντων την ιδιότητα κρατικού λειτουργού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού μη υπολογιζομένου εις ταύτα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου". Τα εντός « » αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 1 του Β.Δ. της 10/21 Φεβρ. 1956. και β)δύο εκ των ιδιωτών μελών αυτού, εκλεγομένων δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά των αναπληρωτών αυτών επί διετεί θητεία". Πρόεδρος του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ορίζεται ο εκ των μελών αυτού δικαστικός λειτουργός. Χρέη Γραμματέως Συμβουλίου εκτελεί εις εκ των επί βαθμώ Γραμματέως ή Εισηγητού υπαλλήλων του Οργανισμού, οριζόμενος υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Προκειμένης κρίσεως υπαλλήλων βαθμού ανωτέρου ή αρχαιοτέρων των κατά τα στοιχεία β', γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 3 του Νόμου 2100 υπαλληλικών μελών, δεν δύναται να μετέχωσι του Υπηρεσιακού Συμβουλίου οι κατά βαθμόν κατώτεροι ή κατ' αρχαιότητα νεώτεροι του κρινομένου. Εις την περίπτωσιν ταύτην μετέχουσι του Συμβουλίου ειδικά μέλη ανωτέρου βαθμού, οριζόμενα μετά των αναπληρωτών των δι' αποφάσεως του Γενικού Διοικητού, τη προτάσει του Διοικητικού του Οργανισμού. Το Υπηρεσιακόν Συμβούλιον αποφασίζει επί των διορισμών, απολύσεων, τοποθετήσεων, υποβιβασμών, προαγωγών του προσωπικού εν γένει του Οργανισμού και ασκεί την επ' αυτού πειθαρχικήν εξουσίαν. Β'.Σύνθεσις Υπηρεσίας και Κατάστασις Υπαλλήλων. Άρθρον 5. 1.Η υπηρεσία γραφείων συγκροτείται, τηρουμένων ως προς την κατάταξιν του προσωπικού των διατάξεων των άρθρων 38, 39 και 40 του Νόμου 1811/51 "περί καταστάσεως Δημ. Υπαλλήλων", ως κάτωθι: α)Εκ της Γραμματείας. β)Εκ του Τμήματος διαχειρίσεως και εποπτείας κτημάτων. γ)Εκ του Τμήματος Οικονομικής Διαχειρίσεως και δ)Εκ του Τεχνικού Γραφείου. 2.Της υπηρεσίας Γραφείων προΐσταται Διευθυντής επί βαθμώ 3ω ή 2ω. Το Προσωπικόν των Γραφείων συνίσταται : α)Της Γραμματείας : Εξ' ενός Εισηγητού επί βαθμώ 6ω. Εκ δύο Γραμματέων επί βαθμώ 7ω ή 8ω, ή 9ω. (Αντί της σελ. 211) Σελ. 211(α) 101-35 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο 26.Ε.γ.4 Εκ δύο Δακτυλογράφων επί βαθμώ 11ω ή 10ω ή 9ω ή 8ω ή 7ω. Εκ δύο Κλητήρων επί βαθμώ 13ω ή 12ω ή 11ω. Εκ μιας Καθαριστρίας επί βαθμώ 13ω ή 12ω. β)Του Τμήματος Διαχειρίσεως και εποπτείας Κτημάτων. Εξ ενός Τμηματάρχου επί 4ω ή 5ω. Εξ ενός Εισηγητού επί βαθμώ 6ω. Εκ δύο Γραμματέων επί βαθμω 7ω ή 8ω ή 9ω και Εξ έξ φυλάκων κτημάτων επί βαθμώ 13ω ή 12ω ή 11ω ή 10ω ή 9ω. γ)Του Τμήματος Οικονομικής Διαχειρίσεως: Εξ ενός Τμηματάρχου επί βαθμώ 4ω ή 5ω. Εξ ενός Εισηγητού επί βαθμώ 6ω. Εκ δύο Γραμματέων επί βαθμώ 7ω ή 8ω ή 9ω. Εκ τριών Εισπρακτόρων επί βαθμώ 7ω ή 8ω ή 9ω ή 10ω και δ)Του Τεχνικού Γραφείου: Εξ ενός πολιτικού μηχανικού επί βαθμώ 5ω ή 4ω ή 3ω, όστις και προΐσταται. Εξ ενός Αρχιτέκτονος επί βαθμώ 5ω ή 4ω ή 3ω. Εξ ενός Υπομηχανικού της Σχολής του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου επί βαθμώ 8ω και Εκ τεσσάρων (4) τεχνιτών επί βαθμώ 12ω ή 11ω ή 10ω ή 9ω ή 8ω. 3.Αι ως άνω θέσεις γραφείων κατατάσσονται υπό τας εξής τρεις κατηγορίας. Α'. Κατηγορίαν. Μία θέσις Διευθυντού. Μία θέσις Τμηματάρχου του Τμήματος Διαχειρίσεως και εποπτείας κτημάτων. Μία θέσις Εισηγητού και δύο θέσεις Γραμματέων της Γραμματείας. Μία θέσις Πολιτικού Μηχανικού και Μία θέσις Αρχιτέκτονος, ήτοι εν συνόλω επτά (7). Β'. Κατηγορίαν. Μία θέσις Τμηματάρχου Οικονομικής Διαχειρίσεως. Δύο θέσεις Εισηγητών και τέσσαρες θέσεις Γραμματέων των Τμημάτων Διαχειρίσεως Κτημάτων και Οικονομικής Διαχειρίσεως. Μία θέσις Υπομηχανικού. Τρεις θέσεις Εισπρακτόρων και Δύο θέσεις Δακτυλογράφων, ήτοι εν συνόλω δέκα τρεις (13). Γ'. Κατηγορίαν. Δύο θέσεις κλητήρων Έξ θέσεις φυλάκων κτημάτων Τέσσαρες θέσεις τεχνιτών και Μία θέσις καθαριστρίας, ήτοι εν συνόλω δεκατρείς (13). Άρθρον 6. 1.Ουδείς διορίζεται υπάλληλος παρά τω Οργανισμώ αν μη επιτύχη εις διαγωνισμόν ενώπιον Τριμελούς Επιτροπής, συγκροτούμενης δι' αποφάσεως του Εποπτικού Συμβουλίου εκ δημοσίων υπαλλήλων ή εξ υπαλλήλων του Οργανισμού ή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Ίνα διορισθή τις γραμματεύς παρά τω Τμήματι της Γραμματείας δέον όπως κέκτηται πτυχίον Νομικής ή Παντείου ή Ανωτάτης Σχολής Εμπορικών και Οικονομικών Επιστημών. Σελ. 212(ο) 101 – 36 Ίνα διορισθή τις δακτυλογράφος δέον, όπως κέκτηται Απολυτήριον Γυμνασίου ή άλλου ισοτίμου Σχολείου. Ίνα διορισθή τις γραμματεύς παρά τοις Τμήμασι : α)Διαχειρίσεως και Εποπτείας κτημάτων και β)Οικονομικής Διαχειρίσεως, δέον, όπως κέκτηται Απολυτήριον εξαταξίου Γυμνασίου ή Πτυχίου Δημοσίας Εμπορικής Σχολής. Το αυτό προσόν απαιτείται προκειμένου τις να διορισθή εισπράκτωρ. Τεχνίτης διορίζεται ο προσκομίζων πιστοποιητικόν προϋπηρεσίας τουλάχιστον 5ετούς, είτε παρά Τεχνική Υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δικαίου, είτε παρά Τεχνική Εταιρεία. Κλητήρ ή φύλαξ κτημάτων διορίζεται ο γνωρίζων ανάγνωσιν και γραφήν. 2.Δι' ειδικού κανονισμού, καταρτιζομένου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου και εγκρινομένου δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, ορίζεται ο τρόπος της διεξαγωγής των διαγωνισμών, τα εξεταστέα μαθήματα και πάσα άλλη αναγκαία επί του θέματος τούτου λεπτομέρεια. Αι διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 3 - 7, 23 παρ. 1, 3, 4 και 5, 24 παρ. 1 και 2 και 25 παρ. 1 – 4 του Υ.Κ. εφαρμόζονται πάντως και επί των διαγωνισμών τούτων. 3.Πλην των κατά τ' ανωτέρω τυπικών προσόντων, οι υποψήφιοι δέον κατά τον χρόνον του διαγωνισμού και τον του διορισμού να έχωσι και τα προσόντα τα περί ων τα άρθρα 14, 16, 17, 18, 19 και 20 του Νόμου 1811/1951 "περί καταστάσεως Δημοσίων Υπαλλήλων". Αι διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 1 του ειρημένου νόμου εφαρμόζονται και επί των διορισμών του προσωπικού του Οργανισμού. 4.Η περί διορισμού απόφασις του Υπηρεσιακόν Συμβουλίου δημοσιεύεται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τεύχος "Πράξεις Ν.Π.Δ.Δικαίου". 5.Η υπαλληλική σχέσις καταρτίζεται δια του διορισμού και της αποδοχής αυτού υπό του διοριζομένου, ήτις δηλούται δια της ορκομωσίας. Ανάληψις υπηρεσίας δεν επιτρέπεται προ της δόσεως του όρκου, όστις δίδεται ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή του Διευθυντού του Οργανισμού, συντασσομένου πρωτοκόλλου, χρονολογουμένου και υπογραφομένου υπό τε του ορκιζομένου και υπό του ενώπιον του οποίου δίδεται ο όρκος. Ο τύπος του όρκου είναι ο δια του άρθρου 35 του Νόμου 1811/1951 "περί καταστάσεως Δημοσίων Υπαλλήλων" καθοριζόμενος. 6.Οι υπάλληλοι του Οργανισμού δικαιούνται αδειών απουσίας, χορηγουμένων δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων του Νόμου 1811/1951. 7.Παρά της Διευθύνσεως του Οργανισμού τηρείται μητρώον των παρ' αυτή υπηρετούντων υπαλλήλων, βιβλίων αδειών απουσίας και ατομικοί φάκελλοι. 8.Εντός του Ιανουαρίου εκάστου έτους, συντάσσονται παρά του Διευθυντού του Οργανισμού εκθέσεις περί της κατά το λήξαν έτος υπηρεσιακής εν γένει δράσεως και επιδόσεως των παρ' αυτώ υπαλλήλων μετά προτάσεως περί της κατ' απόλυτον εκλογήν ή κατ' εκλογήν ή κατ' αρχαιότητα προαγωγήν αυτών. 9.Οι υπάλληλοι του Οργανισμού δικαιούνται προαγωγής μετ' απόφασιν του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, εισηγήσει του Διευθυντού του Οργανισμού: α)εάν υπάρχη θέσις και β)εάν συνεπληρώθη ο απαιτούμενος χρόνος παραμονής εν εκάστω βαθμώ, ως ούτος καθορίζεται δια των άρθρ. 103, 105, και 107 του Ν. 1811/1951 "περί καταστάσεως δημοσίων υπαλλήλων", και εφ' όσον ο υπάλληλος κέκτηται τα προς προαγωγήν τυπικά και ουσιαστικά προϊόντα. Αι προαγωγαί ενεργούνται κατ' απόλυτον εκλογήν, κατ' εκλογήν και κατ' αρχαιότητα, ως καθορίζεται δια των άρθρων 100, 104, 106 και 108 του Νόμου 1811/1951 "περί καταστάσεως δημοσίων υπαλλήλων". Αι περί προαγωγών πράξεις δημοσιεύονται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Ν.Π.Δ. Δικαίου. 26.Ε.γ.4 Δημόσια Κτήματα στη Δωδεκάνησο Υπάλληλος κρινόμενος κατά συνέχειαν ή μη δις ως μη προακτέος, απολύεται της υπηρεσίας μετ' απόφασιν του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, επ' ανεπαρκεία εν τη εκτελέσει των καταθηκόντων του. 10.Η υπαλληλική σχέσις λύεται δια του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής παραιτήσεως και της απολύσεως του υπαλλήλου κατά τα εν ταις σχετικαίς διατάξεσι του Νόμου 1811/51 οριζόμενα. Οι υπάλληλοι του Οργανισμού, άμα τη συμπληρώσει του 65ου έτους, της ηλικίας των, απολύονται αυτοδικαίως της υπηρεσίας. Ως ημέρα γεννήσεως λαμβάνεται πάντοτε η 31 Δεκεμβρίου του έτους γεννήσεως του υπαλλήλου δια την εφαρμογήν της διατάξεως ταύτης. Η λύσις της υπαλληλικής σχέσεως επέρχεται εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 193 του Υ.Κ. από της κοινοποιήσεως εις τον απολυόμενον της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος Πράξεις Ν.Π.Δ.Δ.) δημοσιευθείσης πράξεως. Η κατά τ' ανωτέρω πράξις λογίζεται κατ' αμάχητον τεκμήριον κοινοποιηθείσα την εικοστήν ημέραν από της δημοσιεύσεως, εφ' όσον μέχρι της ημέρας ταύτης δεν ήθελε κοινοποιηθή. Πειθαρχικά αδικήματα Άρθρον 7. 1.Πάσα παράδοσις κειμένων διατάξεων, εγκυκλίων, οδηγιών και διαταγών αποτελεί πειθαρχικόν αδίκημα, καταλογιζόμενον παρά των αρμοδίων προς τούτο οργάνων του Οργανισμού. Μεταξύ των πειθαρχικών αδικημάτων καταλέγονται ιδίως τα εν άρθρω 132 του Νόμου 1811/51 "περί καταστάσεως Δημ. Υπαλλήλων" κατονομαζόμενα, αι δε επιβαλλόμεναι πειθαρχικαί ποιναί είναι αι του άρθρου 133 του αυτού ως άνω Νόμου. 2.Αρμόδια δια την επιβολήν πειθαρχικών ποινών είναι το Υπηρεσιακόν Συμβούλιον, το Διοικητικόν Συμβούλιον, ο Πρόεδρος τούτου και ο Διευθυντής Γραφείων. Παρά του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ασκούντος καθήκοντα και Πειθαχικού Συμβουλίου επιβάλλονται πάσαι αι υπό του άρθρου 133 του Νόμου 1811/51 προβλεπόμεναι ποιναί και επί πάντων των υπαλλήλων του Οργανισμού. Παρά του Διοικητικού Συμβουλίου και του Προέδρου αυτού επιβάλλονται ποιναί επί πάντων των υπαλλήλων του Οργανισμού μέχρι και των αποδοχών ενός μηνός και παρά του Δ/ντού των Γραφείων επιβάλλονται ποιναί επί υπαλλήλων μέχρι έκτου βαθμού (Εισηγητού) και μέχρι των αποδοχών ενός μηνός. 3.Προ πάσης αποφάσεως ο υπάλληλος καλείται εις απολογίαν κατά τα εν άρθροις 160, 161 του Ν. 1811/1951 διαλαμβανόμενα. Κατά πάσης αποφάσεως επιβαλούσης ποινήν ο υπάλληλος δικαιούται εις έφεσιν ενώπιον του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Άρθρον 8. Πάσαι αι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικος, εφ' όσον δεν αντίκεινται εις την δια του παρόντος ρύθμισιν, εφαρμόζονται και επί του προσωπικού του Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω. Γενικαί διατάξεις. Άρθρον 9. 1.Αι ισχύουσαι, εκάστοτε διατάξεις περί αποδοχών των υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. εφαρμόζονται και επί του μισθολογίου του προσωπικού του Οργανισμού. 2."Εις έκαστον των ιδιωτών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου παρέχεται μηνιαία αποζημίωσις δρχ. 700". Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 του Β.Δ. της 25 Σεπτ. / 16 Οκτ. 1957. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται δι' αποφάσεώς του να συνιστά γραφεία ή τοποθετή υπαλλήλους δια την παρακολούθησιν και διαχείρισιν κτημάτων του Οργανισμού, κειμένων εις άλλας πλην της Ρόδου νήσους της Δωδεκανήσου. Τα γραφεία ταύτα θα λειτουργώσι δια της αποσπάσεως υπαλλήλων εκ των γραφείων του Οργανισμού, εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρεπομένης προσλήψεως ετέρων υπαλλήλων. Δια της αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, δι' ης θα καθορίζηται ο τρόπος λειτουργίας, θα ορίζηται και μηνιαία δαπάνη άνευ αποδόσεως λογαριασμού δια την καθαριότητα των ανωτέρω γραφείων. 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται δι' αποφάσεώς του να προσλαμβάνη Νομικόν Σύμβουλον δια συμβάσεως διαρκείας ενός έτους επί μηνιαία αποζημιώσει καθοριζομένη δια της συμβάσεως και μη δυναμένη να υπερβή τας αποδοχάς υπαλλήλου 5ου βαθμού. Ο Νομικός ούτος Σύμβουλος δέον να η εκ των παρ' Εφέταις δικηγόρων. Η διάρκεια της συμβάσεως δύναται ν' ανανεώται. 5.Επίσης το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται δι' αποφάσεώς του να διορίζη πληρεξουσίους ή αντικλήτους επί υποθέσεων δικαστικής φύσεως κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, μόνον εις την περίπτωσιν μη υπάρξεως επί συμβάσει Νομικού Συμβούλου ή κωλύματος αυτού. 6.Επίσης δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, συμφώνως τω άρθρω 9 του Α.Ν. 1538/1950, καθορίζεται η καταβολή εξόδων κινήσεως κατ' αποκοπήν εις τους υπαλλήλους του Οργανισμού, τα μέλη και γραμματέα του Δ. Συμβουλίου και Εποπτικού τοιούτου, τους εκτελούντας εργασίαν εκτός γραφείου και εντός έδρας εις ποσόν κατά μήνα μη αφιστάμενον των πραγματικών δαπανών. 7.Εις τους εισπράκτορας παρέχεται επίδομα, συμφώνως τω άρθρω 7 του Α.Ν. 1538/1950, προς κάλυψιν των εκ της διαχειρίσεως λαθών, ίσον προς το παρεχόμενον εκάστοτε τοιούτο προς τους επιμελητάς εισπράξεων του Δημοσίου. Γ'. Οικονομικαί διατάξεις.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.