(5)τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν». Το άρθρ. 17 προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 65748/Σ.649/1957 αποφάσεως (κατωτ. αριθ. 4) ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 39478/Σ.438/1960 αποφάσεως (κατωτ. αριθ. 8). «2α.Εις περίπτωσιν επανόδου του συνταξιούχου εις την υπηρεσίαν του ή εις υπηρεσίαν υπό μίαν των ιδιοτήτων, περί ων το άρθρον 3 του καταστατικού του Ταμείου, τα έτη της νέας ασφαλιστέας απασχολήσεώς του προσμετρώνται εις τα έτη της υπηρεσίας ένεκα της οποίας εγένετο συνταξιούχος αυξανομένης της συντάξεώς του αναλόγως του συνολικού χρόνου ασφαλιστέας απασχολήσεως και των αποδοχών του της πρώτης εξόδου του ως αύται Σελ. 1188(ζ) Τεύχος 1205-Σελ. 108 έχουν αναπροσαρμοσθή κατά τον χρόνον της οριστικής εξόδου. Εν περιπτώσει όμως καθ’ ην επραγματοποίησεν υπό την νέαν του υπηρεσίαν 1.500 ημέρας εργασίας, ο νέος υπολογισμός της συντάξεως ενεργείται επί τη βάσει του συνόλου των ημερών ασφαλιστέας απασχολήσεώς του και των αποδοχών του προηγουμένου, της νέας εξόδου του, έτους. β)Συνταξιούχος του Ταμείου επανερχόμενος εις εργασίαν ασφαλιστέαν παρ’ αυτώ δικαιούται, κατά την οριστικήν αποχώρησιν εκ της εργασίας του, συμπληρωματικής εφ’ άπαξ χρηματικής παροχής υπολογιζόμενης, κατά τας διατάξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 14 του παρόντος, βάσει των πραγματοποιηθεισών ημερών και των αποδοχών της νέας εργασίας του. Το σύνολον πάντως των ληφθέντων εφ’ άπαξ βοηθημάτων δεν δύναται εν ουδεμιά περιπτώσει να υπερβή το υπό των διατάξεων του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 14, οριζόμενον ανώτατον όριον. Αι ως άνω διατάξεις της παραγράφου 2α και 2β του άρθρου 17 ισχύουν και δια τους ήδη συνταξιούχους του Ταμείου». Η δευτέρα παράγραφος προστεθείσα δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/1569 της 11/29 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 659) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 103/3/3881 της 3/18 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1358) ομοίας. «γ)Οι διατάξεις της παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των προπονητών των προερχομένων εκ της τάξεως των αναβατών, εφ’ όσον κατά τον χρόνον διακοπής του επαγγέλματος του αναβατού είχον θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως». Η περίπτ. γ προστέθηκε από την παρ. 3 της 103/2997/22 Δεκ. 1980-14 Ιαν. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 12) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρον 18 ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΙΣ «Προπονηταί, διατελέσαντες ησφαλισμένοι του Ταμείου εξελθόντες της υπηρεσίας λόγω συμπληρώσεως του υπό της παρ. 2 του άρθρ. 1 ορίου ηλικίας οίτινες κατά τον χρόνον της ιδρύσεως του Ταμείου δεν ήσαν εν υπηρεσία λόγω ποινής, ήτις εθεωρήθη λήξασα μέχρι 17.6.51, δύνανται τη αιτήσει των, υποβαλλομένη εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της δημοσιεύσεως της παρούσης να αναγνωρίσωσι τον από της ιδρύσεως του Ταμείου μέχρι 17.6.51 χρόνον εφαρμοζομένων εν τη περιπτώσει ταύτη των διατάξεων του εδαφ. α΄ του άρθρ. 4 του παρόντος. (Η καταβληθησομένη αυτοίς σύνταξις δεν δύναται να υπερβή τα κατώτατα όρια τα προβλεπόμενα υπό του εδαφ. β΄ περίπτ. β του άρθρ. 5»). Το άρθρ. 18 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 3914/Σ.40/1959 αποφάσεως (κατωτ. αριθ. 7). Η εντός ( ) τελευταία περίοδος κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 52369/Σ.433 της 28 Νοεμ./8 Δεκ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 723). 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) Άρθρον 19 «1.Αναστέλλεται η καταβολή συντάξεως εν περιπτώσει επανόδου του συνταξιούχου εις την υπηρεσίαν του. Επίσης αναστέλλεται, η καταβολή της συντάξεως εις περίπτωσιν καθ’ ην, ο συνταξιούχος αναλάβη οιανδήποτε εργασίαν ή υπηρεσίαν και αποκερδαίνει εκ της εργασίας του ταύτης ποσόν ανώτερον του διπλασίου της συντάξεως. 2.Εις την περίπτωσιν επανόδου του συνταξιούχου εις την υπηρεσίαν του, ή εις υπηρεσίαν υπό μίαν των ιδιοτήτων περί ων το άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου, τα έτη της εργασίας του προσμετρώνται εις τα έτη της υπηρεσίας ένεκα της οποίας εγένετο συνταξιούχος, αυξανομένης της συντάξεώς του αναλόγως του νέου χρόνου εργασίας». Το άρθρ. 19 προσετέθη δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 72702/Ε.2373/1958 αποφάσεως (κατωτ. αριθ. 5). «Αι συντάξεις των κατά κυρίαν ασφάλισιν συνταξιούχων των εξελθόντων μέχρι και της 31ης Δεκ. 1972 αναπροσαρμόζονται από 1ης Ιαν. 1974 με βάσιν τον μέσον όρον των ημερησίων αποδοχών τούτων του έτους 1972, καταργουμένων δια την κατηγορίαν των κατά κυρίαν ασφάλισιν γενικώς των χορηγηθεισών κατά τα έτη 1965 και 1972 αυξήσεων». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/1300 της 17 Μαΐου/10 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 593) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «Άρθρ.20.-1.Από την 1η Ιαν. 1992, αναπροσαρμόζονται οι συντάξεις των συνταξιούχων κυρίας ασφάλισης, που έχουν εξέλθει μέχρι 31.12.1991 με βάση το μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών τους του έτους 1991 και σύμφωνα με τον οριζόμενο από το άρθρ. 5 του Κανονισμού Παροχών τρόπο υπολογισμού των συντάξεων, όπως τροποποιείται με την παρούσα απόφαση. Από την 1η Ιαν. 1992, αναπροσαρμόζονται οι συντάξεις των συνταξιούχων επικουρικής ασφάλισης, που έχουν εξέλθει μέχρι 31.12.1991 με βάση το ημερομίσθιό τους, που είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.1990 προσαυξημένο κατά 6% και σύμφωνα με τον οριζόμενο από το άρθρ. 5 του Κανονισμού Παροχών τρόπο υπολογισμού των συυτάξεων, όπως τροποποιείται με την παρούσα απόφαση». Το άρθρ. 20, όπως είχε αντικατασταθεί από την παρ. 3 της 113/686/28 Μαΐου-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 427) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 3 της 103/690/18 Μαΐου-9 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 370) όμοια απόφαση. Μεταβατική Διάταξις «1.Ησφαλισμένοι του Ταμείου υπό μίαν των ιδιοτήτων, περί ων το άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου, δύνανται, δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης, να αναγνωρίσωσι την κατά το άρθρ. 4 του Κανονισμού Παροχών προϋπηρεσίαν των. 2.Η αναγνώρισις πραγματοποιείται επί τη καταβολή ποσοστού 8% επί των, κατά τον χρόνον της υποβολής της περί αναγνωρίσεως αιτήσεως, τακτικών αποδοχών, της αναγνωρισθείσης ιδιότητος του ησφαλισμένου. 3.Το, δια την αναγνώρισιν, ποσόν καταβάλλεται κατά τα εν άρθρ. 8 του Κανονισμού Παροχών οριζόμενα». Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 103/3/4216 της 24 Νοεμ./6 Δεκ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1439) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρ.21.-Εις τους κατά κυρίαν ασφάλισιν συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται οικογενειακόν επίδομα, καθοριζόμενον εις ποσοστόν εκ 10% επί του πόσου της συντάξεώς των δια την σύζυγον, εφ’ όσον αύτη δεν ασκεί επάγγελμά τι ή δεν είναι συνταξιούχος Ασφαλιστικού Οργανισμού ή Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου, και εις ποσοστόν εκ 5% δι’ έκαστον, μέχρι δύο το πολύ, τέκνου και υπό τας προϋποθέσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρ. 3 του παρόντος Κανονισμού». Το άρθρ. 21 προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 103/313 της 28 Φεβρ./21 Μαρτ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 265) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Έναρξις ισχύος από 1 Ιαν.
- Άρθρ.22.-«1.Οι κατά κυρία ασφάλιση ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ταμείου, που πάσχουν από τετραπληγία ή παραπληγία εφ’ όσον διαπιστωθεί τούτο από την Υγειονομική Επιτροπή του Ι.Κ.Α. προς την οποία παραπέμπονται και ότι είναι ανίκανοι για κάθε βιοποριστική εργασία, δικαιούνται μηνιαίου εξωϊδρυματικού επιδόματος, ίσον με το 20πλάσιον του εκάστοτε ισχύοντος κατωτάτου ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, εάν έχουν ασφαλιστική ικανότητα για παροχές ασθενείας, κατά τη νομοθεσία του Ταμείου, και επί ιπλέον: Έχουν πραγματοποιήσει 350 τουλάχιστον ημέρες εργασίας στην ασφάλιση κατά τα 4 τελευταία έτη, τα αμέσως προηγούμενα εκείνου του έτους που κατέστησαν ανίκανοι, ή επραγματοποίησαν 1.000 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση συνολικώς. 2.Του ιδίου επιδόματος και με τις ίδιες προϋποθέσεις δικαιούνται και τα, στο άρθρ. 3 του Κανονισμού παροχών του Ταμείου αναφερόμενα μέλη οικογενείας του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, τα δικαιούμενα συντάξεως σε περίπτωση θανάτου αυτού, εφόσον πάσχουν από (Αντί για τη σελ. 1189(λ) Σελ. 1189(μ) Τεύχος 1205-Σελ. 109 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 39.Μ.δ.3 τετραπληγία ή παραπληγία». Το άρθρ. 22 προστέθηκε από την 418/8/22 Ιαν.-10 Φεβρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 53) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 104/13 Μαρτ.
- Σελ. 1190(μ) Τεύχος 1205-Σελ. 110 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) Άρθρ.3.-«1.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή ησφαλισμένου έχοντος πραγματοποιήσει τουλάχιστον 1.500 ημέρας εργασίας, εξ ων 300 τουλάχιστον εντός των πέντε ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου καθ’ ο επήλθεν ο θάνατος, ή ανεξαρτήτως αριθμού ημερών εργασίας εφ’ όσον ο θάνατος του ησφαλισμένου οφείλεται εις εργατικόν ατύχημα δικαιούνται συντάξεως». Η ανωτέρω εντός « » περίοδος αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 103/3/3382 της 16/18 Νοεμ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1215) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. α)Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, ούτινος η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. β)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα ων η υιοθεσία έλαβε χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου του ή της χορηγήσεως συντάξεως. γ)Οι γονείς εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα και προκειμένου περί πατρός εφ’ όσον ούτος είναι άπορος και ανάπηρος ή έχει υπερβεί το 65ον έτος της ηλικίας του. Σελ. 1184(γ) Τεύχος 731-Σελ. 66 «δ)Αι αποδεδειγμένως άποροι και άγαμοι αδελφαί εφ’ όσον ο θανών ήτο άγαμος, η συντήρησίς των εβάρυνεν αποκλειστικώς αυτόν, και δεν υπάρχουν άλλοι αδελφοί άγαμοι. Ως προς την χρονικήν διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεως αυτών ισχύουν αναλόγως αι διατάξεις της επομένης παραγράφου δια την συνταξιότησιν των θηλέων τέκνων του θανόντος». Το ανωτέρω εντός « » εδάφ. δ΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ.11686/Σ.171 της 6/21 Απρ. 1962 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 137). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούται συντάξεως: Α΄.Εάν ο θάνατος του συζύγου επήλθε προ της παρόδου έξ μηνών από της τελέσεως του γάμου εκτός: α)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. β)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα. γ)Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και Β΄.Εάν ο θανών (ή θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν εκ του Ταμείου ο δε θάνατος επήλθεν προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός εάν εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α, β΄ και γ΄ αναφερομένων. «3.Τα τέκνα του θανόντος δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον είναι άγαμα και δεν συνεπλήρωσαν προκειμένου περί αρρένων το 21ον έτος της ηλικίας των ή επί συνεχιζόντων σπουδάς εις σχολάς γενικής ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως το 23ον και προκειμένου περί θηλέων το 30όν. Εφ’ όσον όμως τα θήλεα τέκνα από της διακοπής της συντάξεώς των μέχρι της συμπληρώσεως του 50ού έτους της ηλικίας των εξακολουθούν παραμένοντα άγαμα, επαναχορηγείται η σύνταξις εκ νέου από της συμπληρώσεως του 50ού έτους της ηλικίας των υπό τον όρον ότι ταύτα δέον να είναι αποδεδειγμένως άπορα». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 11686/Σ.171 της 6/21 Απρ. 1962 αποφ. Υπ. Έργ. (ΦΕΚ Β΄ 137). 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 4.Τα κατά τα ανωτέρω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί τέκνων ανικάνων λόγω παθήσεως δια πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν της ανικανότητος βεβαιουμένης κατά τα εν άρθρ. 2 του παρόντος οριζόμενα. 5.Οι περί ων η ανωτέρω παρ. 1 στοιχ. δ΄ γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχωσι χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως υπαρχόντων δε τοιούτων εάν δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλείται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος-θανούσης. Το επίσημον κείμενον αναφέρει στοιχ. δ΄ ενώ πρόκειται προφανώς περί του στοιχείου γ΄. 6.Κατ’ εξαίρεσιν σύνταξις θανάτου χορηγείται εις το κατά τα ανωτέρω μέλη της οικογενείας θανόντων προ της δημοσιεύσεως της παρούσης ησφαλισμένων του Ταμείου εφ’ όσον ούτοι είχον πραγματοποιήσει μέχρι της ημέρας του θανάτου των 2.500 ημέρας συνταξίμου εργασίας, εξ ων τουλάχιστον 500 εν πραγματική παρά τω Ταμείω ασφαλίσει. Συντάξιμος υπηρεσία ή εργασία Άρθρ.4.-Εν τη ασφαλίσει του Ταμείου η συντάξιμος υπηρεσία ή εργασία περιλαμβάνει α)την πραγματικήν υπηρεσίαν και β)την εξ αναγνωρίσεως συντάξιμον υπηρεσίαν. α)Πραγματική εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσία είναι ο από της ιδρύσεως του Ταμείου χρόνος υπηρεσίας. Ο από της ιδρύσεως του Ταμείου μέχρι 17 Ιουν. 1951 χρόνος προκειμένου περί των προϋπηρετησάντων υπό μίαν των ιδιοτήτων περί ων το άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου λαμβάνεται υπ’ όψιν ως χρόνος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας επί καταβολή εισφοράς κατά τα εν άρθρ. 8 του παρόντος οριζόμενα. β)Εξ αναγνωρίσεως συντάξιμος υπηρεσία λογίζεται προ της ιδρύσεως του Ταμείου προϋπηρεσία από μίαν των ιδιοτήτων, περί ων το άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου. Εκ της προϋπηρεσίας ταύτης δύναται να αναγνωρίση ο ησφαλισμένος κατά τα εν άρθρ. 9 του παρόντος οριζόμενα μέχρι το πολύ δέκα έτη. Το επίσημον κείμενον αναφέρει άρθρ. 9 ενώ η παραπομπή αναφέρεται προφανώς εις το άρθρ.
- Αι ημέραι εργασίας αποδεικνύονται εκ των μητρώων του Ταμείου ή εξ ειδικού βιβλιαρίου κατά τα ειδικώτερον δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου ορισθησόμενα. Εξαιρετικώς δια τους αναβάτας λόγω της φύσεως της εργασίας αυτών εκάστη ανάβασις ισοδυναμεί προς δύο ημέρας εργασίας. «Επίσης 17 αναβάσεις κατά τις προπονήσεις αντιστοιχούν σε μία ημέρα εργασίας». Η τελευταία μέσα στα « » διάταξη προστέθηκε από την παρ. 1 της 103/3/2888/8-21 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 667) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Ποσόν της συντάξεως αναπηρίας-γήρατος Άρθρ.5.-«1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος την οποίαν δικαιούται ο ησφαλισμένος ισούται: «α)Προκειμένου περί των κατά κυρίαν ασφάλισιν, ησφαλισμένων προς τα 2,5% των μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών αυτού δι’ έκαστον έτος εργασίας μέχρι 20 έτη (6000 ημέρες εργασίας) και προς τα 2% των αυτών αποδοχών δι’ έκαστον έτος εργασίας πλέον των 20 ετών. β)Προκειμένου περί των κατ’ επικουρικήν ασφάλισιν ησφαλισμένων προς τα 2% μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών αυτών δι’ έκαστον έτος εργασίας μέχρις 25 έτη (7.500 ημέρες εργασίας) και προς 1% των αυτών αποδοχών δι’ έκαστον έτος εργασίας πλέον των 25 ετών». Οι περιπτ. α και β τροποποιήθηκαν ας άνω από την παρ.1 της 103/2997/22 Δεκ. 1980-14 Ιαν. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 12) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Δια τον, κατά την προηγουμένην παράγραφον, υπολογισμόν του ποσού της συντάξεως, ως έτος εργασίας θεωρούνται 300 ημέραι εργασίας. Εκ του συνόλου των ημερών εργασίας αι πλέον των 150 θα λαμβάνωνται δια τον υπολογισμόν της συντάξεως ως πλήρες έτος, ενώ αι κάτω των 150 δεν θα λαμβάνωνται υπ’ όψιν: «3.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως του κατά τας παρ. 5 και 6 του άρθρ. 1 του συνταξιοδοτουμένου προσωπικού, μειούται κατά 1/35 δι’ έκαστον έτος, ελλείπον εκ της 35 ετους υπηρεσίας. Η εφ’ άπαξ χρηματική παροχή, εις την αυτήν περίπτωσιν, μειούται, αναλόγως κατά 1/35 της πλήρους τοιαύτης δι’ έκαστον έτος ελλείπον εκ της 35ετούς υπηρεσίας». Ή παρ. 3 ετροποιήθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 103/3/1477 της 22 Ιουν /20 Αυγ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 788) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 4.Προκειμένου περί ησφαλισμένου όστις διετέλεσε διαδοχικώς ότε μεν κατά κυρίαν ασφάλισιν ότε δε κατ’ επικουρικήν ασφάλισιν ο υπολογισμός της συντάξεως γίνεται ως ακολούθως: α)Δια τα έτη καθ’ α ήτο ησφαλισμένος κατά κυρίαν ασφάλισιν βάσει των διατάξεων του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του παρόντος. β)Δια τα έτη καθ’ α ήτο επικουρικώς ησφαλισμένος βάσει των διατάξεων του εδαφ. β΄ της παρ. 1 του παρόντος. Το άθροισμα των ποσών τούτων αποτελεί την μηνιαίν σύνταξίν του. (Αντί για τη σελ. 1185(ξ) Σελ. 1185(ξα) Τεύχος 1205-Σελ. 103 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 39.Μ.δ.3 «5.Εις ουδεμίαν περίπτωσιν το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως θα υπερβαίνει το 100% των μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών των κατά κυρίαν ασφάλισιν ήσφαλισμένων και το 60% των κατ’ επικουρικήν ασφάλισιν τοιούτων». Η παρ. 5 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 103/2997/22 Δεκ. 1980-14 Ιαν. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 12) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, της οποίας η ισχύς αρχίζει από την 1 Ιαν.
- «6α)Ως μηνιαίαι συντάξιμοι αποδοχαί νοούνται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ησφαλισμένου του προηγουμένου της εξόδου έτους. Εν περιπτώσει καθ’ ην αι αποδοχαί του ησφαλισμένου του προηγουμένου έτους είναι μειωμέναι, λόγω ασθενείας ή άλλης αιτίας μη οφειλομένης εις υπαιτιότητά του, λαμβάνεται υπ’ όψει ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του έτους που προηγείται του τελευταίου προ της εξόδου έτους. Αύται καθορίζονται ως ακολούθως: «Ι.Για τους κατά κυρία σύνταξη ασφαλισμένους: Για το τμήμα των μηνιαίων αποδοχών μέχρι 132.025 το 100% από 132.026 « 172.638 το 80% « 172.639 « 192.883 το 60% « 192.884 « 210.271 το 40% « 210.272 « 219.089 το 20% « 219.090 και άνω το 10% «ΙΙ.Για τους κατά επικουρική σύνταξη ασφαλισμένους: Για το τμήμα των μηνιαίων αποδοχών μέχρι 59.221 το 100% από 59.222 « 94.187 το 80% « 94.188 « 111.424 το 60% « 111.425 « 126.198 το 40% « 126.199 « 141.465 το 20% « 141.466 και άνω το 10%» Οι περιπτ. Ι και II όπως είχαν τροποποιηθεί από την περίπτ. α΄ της παρ. 1 της 113/686/28 Μαΐου-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 427) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, τροποποιήθηκαν και πάλι ως άνω από την περίπτ. α΄ παρ. 1 της 103/690/18 Μαΐου-9 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 370) ομοία απόφαση. «β)Προκειμένου περί των κατά κυρίαν ασφάλισιν ησφαλισμένων (προπονητών αναβατών Μαθητ. αναβατών) ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών υπολογίζεται κεχωρισμένως δι’ εκάστην κατηγορίαν τούτων και εξευρίσκεται δια της διαιρέσεως του συνόλου των καταβληθεισών εις εκάστην κατηγορίαν τούτων αμοιβών, κατά το τελευταίον προ της συνταξιοδοτήσεώς των ημερολογιακόν έτος δια του αριθμού εκάστης κατηγορίας των αυτοτελώς εργαζομένων, διαιρουμένου δια του
- Σελ. 1186(ξα) Τεύχος 1205-Σελ. 104 Κατά τον ανωτέρω υπολογισμόν εις τον αριθμόν των αναβατών δεν λαμβάνονται υπόψη οι αλλοδαποί και μη πραγματοιήσαντες δι’ οιονδήποτε λόγον 25 τουλάχιστον αναβάσεις». Το εδάφ. β τροποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 103/2997/22 Δεκ. 1980-14 Ιαν. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 12) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «γ)Ως συντάξιμοι αποδοχαί δια τον υπολογισμόν της συντάξεως των συνταξιοδοτουμένων κατά τας διατάξεις των Ν.Δ. 4377/64, 4378/64, 4581/66 νοούνται αι αποδοχαί αίτινες ελήφθησαν υπ’ όψιν δια την εξαγοράν της προϋπηρεσίας των, συμφώνως τη υπ’ αριθ. 65490/8.7.68 αποφάσει Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 361/68 τ.Β΄), εκτός εάν από της εγκαταστάσεώς των εν Ελλάδι και μέχρι επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως επραγματοποίησαν 1500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εν πραγματική ασφαλίσει παρά τω Ταμείω ότε η σύνταξις υπολογίζεται συμφώνως προς τας λοιπάς διατάξεις του παρόντος άρθρου». Το ανωτ. εδάφ. γ΄ προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/3/3881 της 3/18 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1358) αποφάσεως Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) «7.Από την 1η Ιαν. 1992 η μηνιαία σύνταξη λόγω αναπηρίας-γήρατος δεν μπορεί να είναι κατώτερη των δραχμ. 85.000 για τους κατά κύρια σύνταξη και των 33.100 για τους κατ’ επικουρική σύνταξη ασφαλισμένους στο Ταμείο, ανεξάρτητα από το χρόνο έναρξης της συνταξιοδότησης». Η παρ. 7, όπως είχε τροποποιηθεί από την περίπτ. β΄ παρ. 1 της 113/686/28 Μαΐου-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 427) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Τροποποιήθηκε και πάλι ως άνω από την περίπτ. β΄ παρ. 1 της 103/690/18 Μαΐου-9 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 370) όμοια απόφαση. «8.Οι συντάξιμες αποδοχές των προπονητών δεν είναι δυνατό να είναι κατώτερες του 60% των μηνιαίων αποδοχών τους σύμφωνα με την παρ. 6α του παρόντος άρθρου». Η παρ. 8 προστέθηκε από την 103/οικ. 286/25 Φεβρ.-12 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 159) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 283/22-4-1992). Το άρθρ. 5 τροποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 72702/Ε.2373 της 29 Νοεμ./1 Δεκ. 1958 (ΦΕΚ Β΄ 325) και 65597/Ε.565 της 5/21 Ιουλ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 433) αποφ. Υπ. Εργασίας, της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/4309 της 3/13 Δεκ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 997), της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/1300 της 17 Μαΐου/10 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 593), της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 103/3/3382 της 16/18 Νοεμ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1215) και της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/3/37 της 16/20 Ιαν. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 36) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/3/3259 της 19 Σεπτ./18 Οκτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1188) ομοίας. Έναρξις ισχύος από 1 Ιαν.
- Ποσόν συντάξεως ατυχήματος Άρθρ.6.-Το ποσόν της συντάξεως εις την οποίαν δικαιούται ο ησφαλισμένος λόγω ατυχήματος είναι ίσον προς την αναλογούσαν προς 6.000 ημέρας εργασίας προκειμένου περί ολικής αναπηρίας ή προς 5.000 ημέρας εργασίας προκειμένου περί μερικής αναπηρίας. Εφ’ όσον όμως αι πραγματοποιηθείσαι ημέραι εργασίας είναι ανώτεραι των αριθμών τούτων η σύνταξις είναι ίση προς την προκύπτουσαν εκ των πράγματι πραγματοποιηθεισών ημερών συνταξίμου εργασίας ή υπηρεσίας. «Εξαιρετικώς δια τους αναβάτας τους καταστάντας ολικώς αναπήρους εκ βιαίου συμβάντος εν τη εκτελέσει της εργασίας των ή εξ αφορμής ταύτης και έχοντας πραγματοποιήσει 5.000 ημέρας εργασίας εν πραγματική ασφαλίσει, καταβάλλεται ως σύνταξις ποσόν ίσον προς το αναλογούν εις 7.500 ημέρας εργασίας. Η ισχύς της παρούσης άρχεται από 1ης Ιανουαρίου
- Το δεύτερον εδάφιον προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 101769/Σ.1225 της 4/14 Οκτ. 1968 (ΦΕΚ Β΄ 538) αποφ. Υπ. Εργασίας αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/3/3881 της 3/18 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1358) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Επίσης, εξαιρετικά, στους αναβάτες που έγιναν ολικά ανάπηροι από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ή εξαιτίας της και έχουν πραγματοποιήσει περισσότερες από 7000 ημέρες συντάξιμης εργασίας, καταβάλλεται σύνταξη ίση με το ποσό που αναλογεί στις 10500 ημέρες εργασίας». Η παρ. 3 προστέθηκε από την 103/3024/21 Νοεμ.-9 Δεκ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 711) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Ποσόν συντάξεων θανάτου Άρθρ.
- «1.Το ποσόν της συντάξεως, ης δικαιούται η χήρα (χήρος), των μεν κατά την κυρίαν ασφάλισιν ησφαλισμένων του Ταμείου ισούται προς το 70% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), των δε κατ’ επικουρικήν ασφάλισιν προς το 60%». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 4 της 103/3/3233/26 Φεβρ.-2 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 338) αποφ. Υπ. Οικονομικών και Κοινων. Υπηρεσιών, της οποίας η ισχύς αρχίζει από 1 Ιαν.
- «2.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου τέκνου ή γονέως ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος και προκειμένου περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων προς τα 60%. Το σύνολον πασών των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) ή υπαρχούσης αλλά μη δικαιουμένης συντάξεως το 60% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια του προηγουμένου εδαφίου ή σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. Το ποσόν της συντάξεως ης δικαιούται η άπορος και άγαμος αδελφή ισούται προς 30% του ποσού της συντάξεως του θανόντος. Υπαρχουσών πλειόνων της μιας απόρων και αγάμων αδελφών το ποσόν της συντάξεως απασών ισούται προς 50% του ποσού της συντάξεως του θανόντος διανέμεται δε κατ’ ισομοιρίαν». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 11686/Σ.171 της 6/21 Απρ. 1962 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 137). 3.Ως σύνταξις του θανόντος (θανούσης) δια τον υπολογισμόν των ποσοστών συντάξεως περί ων το παρόν