← Ελλάδα

3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 34363/Σ.266 της 11/21 Οκτ. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 281) Περί εγκρίσεως Κανονισμού Παροχών Συντάξεως του Ταμείου Προσωπικού Ιπ

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση Υπουργού Εργασίας εγκρίνει τον Κανονισμό Παροχών Συντάξεως και εφάπαξ παροχής του Ταμείου Προνοίας και Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ιπποδρομιών. Καθορίζει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση σύνταξης γήρατος και αναπηρίας, καθώς και την αναγνώριση και εξαγορά συντάξιμης εργασίας.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 34363/Σ.266 της 11/21 Οκτ. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 281) Περί εγκρίσεως Κανονισμού Παροχών Συντάξεως του Ταμείου Προσωπικού Ιπποδρομιών. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2)Το υπ’ αριθ. 2520/1953 N.Δ/μα «περί προσδιορισμού των αντικειμένων εφ’ ων εφαρμόζεται η διαδικασία η διαγραφομένη από των διατάξεων του Α.Ν. της 11.11.35 περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας κλπ. 3)Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Δ/τος «περί οργανώσεως και Συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής» κυρωθέντος δια του υπ’ αριθ. 1392/48 Ν.Δ/τος. 4)Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Προνοίας και Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ιπποδρομιών υποβληθείσαν ημίν δια των υπ’ αριθ. 1496/23.12.55 και 1649 ε.έ.αναφορών του. (Αντί για τη σελ.1182,03(δ) Σελ.1182,03(ε) Τεύχος 731-Σελ. 63 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 39.Μ.δ.3 5)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 1/56) συνεδρίασις 227η της ΙΑ΄ περιόδου της 28.5.1956), αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν τον επόμενον Κανονισμόν Παροχών Συντάξεως και εφ’ άπαξ παροχής του Ταμείου Προνοίας και Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ιπποδρομιών, εξ αρθρ. 16 έχοντα δε ως ακολούθως: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΕΦ ΑΠΑΞ ΠΑΡΟΧΗΣ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ Κανονισμός Συντάξεων Σύνταξις γήρατος Άρθρ.1.-«1.Δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος: «1α)Ο κατά κύριον λόγον αυτοτελώς εργαζόμενος εν τω Ιπποδρόμω ως αναβάτης, εφ’ όσον συμπληρώσει το 42ον έτος της ηλικίας του και 5.000 τουλάχιστον ήμερες συνταξίμου εργασίας». Η περίπτ. α΄ αντικατεστάθη ας άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/3/1477 της 22 Ιουν./20 Αυγ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 788) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. β)Ο κατά κύριον λόγον αυτοτελώς εργαζόμενος εν τω Ιπποδρόμω ως αναβάτης, εφ’ όσον συμπληρώσει το 40όν έτος της ηλικίας του και 5.000 τουλάχιστον ημέρας συνταξίμου εργασίας, εξ ων 500 τουλάχιστον εν πραγματική παρά τω Ταμείω ασφαλίσει κατά την τελευταίαν προ της εξόδου του πενταετίαν, δικαιούνται συντάξεως μειωμένης κατά 1/250 δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ του υπό του προηγουμένου εδαφίου οριζομένου ορίου ηλικίας. γ)Αναβάται έχοντες πραγματοποιήσει 100 ημέρας εργασίας πραγματικής παρά τω Ταμείω Ασφαλίσεως κατά την τελευταίαν προ της εξόδου των πενταετίαν και συμπληρώσει τας υπό των εδαφ. α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου προϋποθέσεις δια την θεμελίωσιν του εις σύνταξιν δικαιώματος, δύνανται να εξαγοράσουν τας ελλειπούσας ημέρας εργασίας, προς συμπλήρωσιν των απαιτουμένων 500 ημερών εργασίας εν ασφαλίσει κατά την τελευταίαν προ της εξόδου των πενταετίαν, επί τη καταβολή δι’ έκαστον διήμερον ποσοστού 16% επί του μέσου όρου αμοιβής εκάστης αναβάσεως. δ)Αναβάται, έχοντες συμπληρώσει το 50όν έτος της ηλικίας των και 3000 τουλάχιστον ημέρας συνταξίμου εργασίας δικαιούνται συντάξεως, εφ’ όσον ετύγχανον τουλάχιστον μέχρι του 45ου έτους της ηλικίας των της κατ’ έτος αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του αναβάτου παρά της Φιλίππου Σελ. 1182,04(ε) Τεύχος 731-Σελ. 64 Ενώσεως της Ελλάδος». Η παρ. 1 συμπληρωθείσα δια της υπ’ αριθ. 72702/Ε 2373 της 29 Νοεμ./1 Δεκ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 325) και δια της υπ’ αριθ. 103/3/4043 της 18/30 Νοεμ. 1972 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 1035), αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/1569 της 11/29 Ιουν. 1974, ομοίας (ΦΕΚ Β' 659). «2α)Ο προπονητής ή σταυλίτης, εφ’ όσον συμπληρώσουν το 60όν έτος της ηλικίας των και ο μεν πρώτος 6.000 ο δε δεύτερος 5.000 τουλάχιστον ημέρες συνταξίμου εργασίας». Η περίπτ. α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/3/1477 της 22 Ιουν./20 Αυγ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 788) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. β)Ο Σταυλίτης εφ’ όσον συνεπλήρωσε το 55ον έτος της ηλικίας του και 5.000 ημέρας συνταξίμου εργασίας, εξ ων 500 τουλάχιστον εν πραγματική ασφαλίσει κατά την τελευταίαν προ της εξόδου του πενταετίαν, δικαιούται ηλαττωμένης συντάξεως κατά 1/200 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ του υπό του προηγουμένου εδαφίου οριζομένου ορίου ηλικίας αυτού. (Η εφ’ άπαξ χρηματική παροχή, εις την κάτωθι περίπτωσιν μειούται αναλόγως κατά 1/200 της πλήρους τοιαύτης δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ του κατά το προηγούμενον εδάφιον οριζομένου ορίου ηλικίας)». Η δεύτερη περίοδος του εδάφ. β΄ καταργήθηκε από την παρ. 1 της 103/3/3233/26 Φεβρ.-2 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 338) απόφ. Υπουρ. Οικονομικών και Κοινων. Υπηρεσιών, της οποίας η ισχύς αρχίζει από 1 Ιαν. 1980. Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/3/3382 της 16/18 Νοεμ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1215) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) «3α)Οι λοιποί ησφαλισμένοι υπάλληλοι Εταιρείας Ιπποδρομιών, Φιλίππου Ενώσεως κλπ., εφ’ όσον συμπληρώσουν οι μεν άρρενες το 65ον έτος της ηλικίας των, αι δε θήλεις το 60όν και 4.500, οι δε εργάται 3.600 τουλάχιστον ημέρες συνταξίμου εργασίας και υπηρεσίας». Η πρώτη περίπτωσις της παρ. 3 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 15933/Σ.154 της 8/26 Απρ. 1958 (ΦΕΚ Β΄ 118) απόφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/3/1477 της 22 Ιουν./20 Αυγ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 788) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «β)Ούτοι εφ’ όσον συνεπλήρωσαν οι μεν άρρενες το 60όν έτος της ηλικίας των, αι δε θήλεις το 55ον και τους ανωτέρω αριθμούς ημερών εργασίας ή υπηρεσίας, εξ ων 500 τουλάχιστον εν πραγματική ασφαλίσει κατά την τελευταίαν προ της εξόδων των πενταετίαν, δικαιούνται ηλαττωμένης συντάξεως κατά 1/200 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ των από του προηγουμένου εδαφ. α΄ οριζομένων ορίων ηλικίας αυτών. (Ωσαύτως και η εφ’ άπαξ χρηματική παροχή μειούται αναλόγως κατά 1/200 δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ των αυτών οριζομένων ορίων ηλικίας)». Η δεύτερη περίοδος του εδαφ. β΄ της παρ. 3 καταργήθηκε από την παρ. 1 της 103/3/3233/26 Φεβρ.-2 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 338) απόφ. Υπουργών Οικονομικών και Κοιν. Υπηρεσιών της οποίας η ισχύς αρχίζει από 1 Ιαν. 1980. Τα εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 11686/Σ.171 της 6/21 Απρ. 1962 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 137). γ)«Ούτοι (οι υπάλληλοι) εφ’ όσον συνεπλήρωσαν το 65ον έτος της ηλικίας των και 4.050 ημέρας εργασίας ή υπηρεσίας εξ ων 500 κατά την τελευταίαν προ της εξόδου των πενταετίαν δικαιούνται συντάξεως ίσης προς τα 30/36 της συντάξεως υπολογιζόμενης βάσει των 4.500 ημερών εργασίας υπό την προϋπόθεσιν ότι θα καταβάλουν προ της συνταξιοδοτήσεώς των εις το Ταμείον το διπλάσιον του ποσού εισφοράς ησφαλισμένου και εργοδότου και δια χρόνον όστις υπολείπεται δια την συμπλήρωσιν των 4.500 ημερών εργασίας. Ωσαύτως η εφ’ άπαξ χρηματική παροχή θα ισούται προς τα 30/36 της παροχής υπολογιζομένης βάσει των 4.500 ημερών εργασίας». Το εδάφ. γ΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 12762/Ε. 115 της 27 Μαΐου/20 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 337). 4)Πάντες οι εν παρ. 1, 2 και 3 του παρόντος αναφερόμενοι ανεξαρτήτως ηλικίας εφ’ όσον συμπλήρωσαν οι μεν επί μηνιαίω μισθώ ή επί ποσοστοίς αμειβόμενοι 35ετή συντάξιμον υπηρεσίαν ή εργασίαν (10.500 ημέρας εργασίας ή υπηρεσίας), εξ ων 5.400 εν πραγματική ασφαλίσει, οι δε επί ημερομισθίω αμειβόμενοι 8.750 ημέρας συνταξίμου εργασίας, εξ ων 4.500 ημέρας εν πραγματική ασφαλίσει. «β΄.Πάντες οι ησφαλισμένοι δικαιούνται συντάξεως ίσης προς τα 3/4 αυτής, της συντάξεως υπολογιζομένης βάσει 10.500 ημερών εργασίας, ανεξαρτήτως ηλικίας, εφ’ όσον συνεπλήρωσαν 30ετή συντάξιμον υπηρεσίαν ή 9.000 ημέρας εργασίας εξ ων 6.000 τοιαύτας εν πραγματική ασφαλίσει και διέκοψαν την ασφαλιστέαν εργασίαν των υπό την προυπόθεσιν ότι θα καταβάλωσι προ της συνταξιοδοτήσεώς των εις το Ταμείον διπλασίας εισφοράς ησφαλισμένου και εργοδότου, δια τον χρόνον όστις υπολείπεται προς συμπλήρωσιν των 10.500 ημερών εργασίας. Οι υπό τας άνω προϋποθέσεις δικαιούμενοι συντάξεως δικαιούνται και εφ’ άπαξ χρηματικής παροχής ίσης προς τα 3/4 αυτής, της παροχής υπολογιζομένης βάσει των 10.500 ημερών εργασίας. Ως προς την απώλειαν του δικαιώματος εις σύνταξιν και αναστολήν ασκήσεως αυτού εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των άρθρ. 62, 63, 64 και 65 του Α.Ν. 1854 της 23/23 Ιουν. 1951 «περί απονομής των Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 12762/Ε.115 αποφ. Υπ. Έργ. (ΦΕΚ Β΄ 337), ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 11686/Σ.171 της 6/21 Απρ. 1962 αποφ. Υπ. Έργ. (ΦΕΚ Β΄ 137). «5.Το θήλυ ησφαλισμένον προσωπικόν δικαιούται συντάξεως γήρατος ανεξαρτήτως ηλικίας εφ’ όσον έχει πραγματοποιήσει 25ετή (7.500 ημέρας εργασίας) πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν παρά τω Ταμείω». Η παρ. 5 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/3/3382 της 16/18 Νοεμ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1215) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «6.Ησφαλισμένοι του Ταμείου δικαιούνται συντάξεως γήρατος ανεξαρτήτως ηλικίας, εφ’ όσον εστερήθησαν της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματός των (προπονηταί-αναβάται) ή απελύθησαν της υπηρεσίας των (λοιποί ησφαλισμένοι) και έχουν κατά τον χρόνον της απολύσεώς των πραγματοποιήσει 25ετή (7.500 ημέρες εργασίας) πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν». Η παρ. 6 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/3/1477 της 22 Ιουν/20 Αυγ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 788) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ. 1183(β) Σελ. 1183(γ) Τεύχος 731-Σελ. 65 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 39.Μ.δ.3 Σύνταξις Αναπηρίας άρθρον μελών οικογενείας λογίζεται το ποσόν της συντάξεως το οποίον ελάμβανεν ο θανών (θανούσα) συνταξιούχος ή εις ο θα εδικαιούτο ο θανών αν και την (Αντί για τη σελ. 1186,001(η) Σελ. 1186,001(θ) Τεύχος 1205-Σελ 105 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 39.Μ.δ.3 ημέραν του θανάτου του καθίστατο ανάπηρος εκ της αιτίας εκ της οποίας απεβίωσεν. «4.Από την 1η Ιαν. 1992 η μηνιαία σύνταξη λόγω θανάτου του συνόλου των δικαιούχων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη των δραχμ. 71.100 για κύρια συνταξιοδότηση και των 28.600 για επικουρική, ανεξάρτητα από το χρόνο έναρξης της συνταξιοδότησης». Η παρ. 4, όπως είχε τροποποιηθεί από την παρ. 2 της 113/686/28 Μαΐου-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 427) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, τροποποιήθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 2 της 103/690/18 Μαΐου-9 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 370) όμοια απόφαση. Σελ. 1186,002(θ) Τεύχος 1205-Σελ. 106 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) Αναγνώρισις και εξαγορά συνταξίμου εργασίας ή υπηρεσίας Άρθρ.8.-Η κατά το άρθρ. 4 προϋπηρεσία αναγνωρίζεται τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υποβαλλομένη εντός έτους αρχομένου, προκειμένου μεν περί των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος ησφαλισμένων του Ταμείου, από της ισχύος του παρόντος, προκειμένου δε περί των εφεξής υπαχθησομένων εις την ασφάλισιν του Ταμείου, από της υπαγωγής των εις ταύτην. «Δια τους κατά την δημοσίευσιν της παρούσης ησφαλισμένους του Ταμείου η εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου τασσομένη προθεσμία δια την υποβολήν αιτήσεως περί αναγνωρίσεως της κατά το άρθρ. 4 προϋπηρεσίας παρατείνεται αφ’ ης έληξε και μέχρι της 31.12.1959». Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 4224/Ε.51 της 30 Ιαν./17 Φεβρ. 1959 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 59). Η κατά τα ανωτέρω συντάξιμος υπηρεσία αναγνωρίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. το οποίον καθορίζει και τα απαιτούμενα δια την απόδειξιν αυτής δικαιολογητικά. «Ό υπολογισμός του ποσού δια την εξαγοράν γίνεται επί τη βάσει του συνόλου των τακτικών αποδοχών τας οποίας έλαβεν ο ησφαλισμένος κατά το προηγούμενον της εκδόσεως της αποφάσεως του Δ.Σ. έτος ή θα ελάμβανε κατά το έτος τούτο αν διετήρει την ιδιότητα ην είχε τον εξαγοραζόμενον χρόνον υπηρεσίας». Η ανωτέρω παράγραφος ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 72702/Ε.2373 της 29 Νοεμ./1 Δεκ. 1958 απόφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 325). «Προκειμένου περί αυτοτελώς εργαζομένων (προπονητών, αναβατών, μαθητών αναβατών) ο μέσος όρος των ημερησίων αποδοχών υπολογίζεται κεχωρισμένως δι’ εκάστην κατηγορίαν τούτων και εξευρίσκεται δια της διαιρέσεως του συνόλου των καταβληθεισών εις εκάστην κατηγορίαν τούτων αμοιβών κατά το τελευταίον προ της εκδόσεως της αποφάσεως του Δ.Σ. δωδεκάμηνον δια του αριθμού εκάστης κατηγορίας των αυτοτελώς εργαζομένων». Η ανωτέρω εντός « » παράγραφος ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 72702/Ε.2373 της 29 Νοεμ./1 Δεκ. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 325). Η εξαγορά ενεργείται επί καταβολή ποσοστού 6% επί των ως άνω τακτικών αποδοχών. Προκειμένου περί ησφαλισμένων οι οποίοι κατά το από 28.10.40 έως 17.6.51 χρονικόν διάστημα εξηκολούθησαν εργαζόμενοι και μισθοδοτούμενοι παρά τη Φιλίππω Ενώσει της Ελλάδος, και τη Εταιρεία Ιπποδρομιών το κατά τα ανωτέρω ποσοστόν 6% δια την εξαγοράν της προϋπηρεσίας βαρύνει εξ ημισείας (3 συν 3) τους εργοδότας και ησφαλισμένους ως το άρθρ. 3 του Καταστατικού ορίζει. «Τούτο εφ’ όσον δεν ήθελε καταβληθή εφάπαξ υπό των υπόχρεων καταβάλλεται υπ’ αυτών εις μηνιαίας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις με τόκον 4%. «6.α)Προκειμένου περί των συνταξιούχων εκάστη δόσις καθορίζεται ίση με το 1/4 της απονεμηθείσης αυτοίς συντάξεως, άνευ των εκάστοτε χορηγουμένων αυξήσεων, β)προκειμένου περί των ησφαλισμένων αύτη καθορίζεται ως κάτωθι: βα)Δια τους λαμβάνοντας μισθόν μέχρι 2.000 μηνιαίως εις το 1/25 του ανωτέρω ορίου συντάξεως. ββ)Δια τους λαμβάνοντας μισθόν από 2.0013.000 δραχμάς εις το 1/20. βγ)Δια τους λαμβάνοντας μισθόν απί 3.001-5.000 εις το 1/15 και βδ)Δια τους λαμβάνοντας μισθόν από 5.001 και άνω εις το 1/13. Εκ της εφ’ άπαξ παροχής του Κλάδου Προνοίας παρακρατείται μέχρι του ημίσεος ταύτης δια την εξόφλησιν μέρους της οφειλής εξ εξαγοράς προϋπηρεσίας». Η έκτη παράγραφος ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. II της υπ’ αριθ. 65597/Σ.565 της 5/21 Ιουλ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 433). Αι τοκοχρεωλυτικαί δόσεις καταβάλλονται κατά μήνα ανελλιπώς, καθυστέρησις δε μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσεως πέραν του τετραμήνου συνεπάγεται απώλειαν του δικαιώματος της εξαγοράς της προϋπηρεσίας και κατά συνέπειαν θεωρείται αύτη μη αναγνωρησθείσα. Οι υποβαλόντες αίτησιν προς εξαγοράν προϋπηρεσίας ησφαλισμένου του Ταμείου δύνανται δι’ αιτήσεώς των προς το Ταμείον υποβαλλομένης εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της δημοσιεύσεως της παρούσης να αιτήσωσι την αναθεώρησιν της αναγνωρισθείσης προϋπηρεσίας των». Αι ανωτέρω παράγραφοι 6, 7 και 8 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 64263/ Ε.2025 της 5/14 Σεπτ. 1961 αποφ. υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 316). «Οι απωλέσαντες το δικαίωμα αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας ησφαλισμένοι λόγω μη υποβολής αιτήσεως δύνανται να ασκήσουν τούτο δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης μέχρι και της 31.12.1966. Η αναγνώρισις πραγματοποιείται επί τη καταβολή του ισχύοντος κατά τον (Αντί για τη σελ.1186,01(δ) Σελ. 1186,01(ε) Τεύχος Ζ31-Σελ. 67 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 39.Μ.δ.3 χρόνον της υποβολής της αιτήσεως ασφαλίστρου εργοδότου και ησφαλισμένου, υπολογιζομένου επί του συνόλου των κατά τον αυτόν χρόνον τακτικών αποδοχών του αιτούντος. Το δια την αναγνώρισιν ποσόν καταβάλλεται είτε εφ’ άπαξ είτε εις μηνιαίας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις εκάστη των οποίων ισουμένη προς το 1/10 των μηνιαίων αποδοχών των ησφαλισμένων θα προσαυξάνεται κατά 4% λόγω τόκου». Η ανωτέρω μεταβατική διατάξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 48841/Σ.417 της 4 Ιουλ./5 Αυγ. 1966 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 487). «Ησφαλισμένοι του Ταμείου κατά τον χρόνον της Ιδρύσεως αυτού υπό μίαν των ιδιοτήτων περί ων το άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου, δύνανται δι’ αιτήσεώς των, υποβαλλομένης μετά της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεώς των, ν’ αναγνωρίσουν εκ της προϋπηρεσίας των τόσας ημέρας εργασίας όσαι αι ελλείπουσαι κατ’ ελάχιστον όριον προς θεμελίωσιν συνταξιοδοτικού δικαιώματος και ουχί πλέον των 1.500. Η αναγνώρισις πραγματοποιείται επί τη καταβολή του ισχύοντος κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως ασφαλίστρου εργοδότου και ησφαλισμένου, συνυπολογιζομένου επί του συνόλου των κατά τον αυτόν χρόνον τακτικών αποδοχών του αιτούντος. Το δια την αναγνώρισιν ποσόν καταβάλλεται εφ’ άπαξ η δε σύνταξις απονέμεται από της 1ης του επομένου της εξοφλήσεως μηνός». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 103/3/11229 της 4/30 Σεπτ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 684). «Ο μέχρι της υπαγωγής εις την ασφάλισιν χρόνος απασχολήσεως των, κατά τας διατάξεις του εδαφ. ς΄ του άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου, υπαγομένων εις την ασφάλισιν προσώπων, δύναται να αναγνωρισθή, ως εν πραγματική παρά τω Ταμείω ασφαλίσει διανυθείς, δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξ μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης. Η εξαγορά του ούτω αναγνωριζομένου χρόνου ενεργείται επί τη καταβολή εισφοράς 8% υπολογιζομένης επί των αποδοχών αυτών του χρόνου υποβολής της αιτήσεως. Η εξόφλησις του ποσού της εξαγοράς ενεργείται είτε εφ’ άπαξ, είτε δια δόσεων, καθοριζομένων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, ο αριθμός των οποίων δεν δύνανται να υπερβή τας 24». Η ανωτέρω εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/3/1091 της 2 Ιουν./3 Ιουλ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 710) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Σελ. 1186,02(ε) Τεύχος Ζ31-Σελ. 68 «Ησφαλισμένοι του Ταμείου, υπηρετήσαντες εις την τέως Προνομιούχον Ελληνικήν Εταιρείαν Ιπποδρομιών (νυν Ιπποτούρ), δύνανται να αναγνωρίσουν τας πραγματοποιηθείσας παρ’ αυτή ημέρας εργασίας κατά το από 17 Ιουν. 1951 έως 31 Δεκ. 1962 χρονικόν διάστημα, δια τας οποίας δεν έχουν καταβληθή ασφαλιστικαί εισφοραί εις το Ταμείον ενώ κατεβλήθησαν τοιαύται εις τον Οργανισμόν Κυρίας Ασφαλίσεως αυτών. Η αναγνώρισις ενεργείται δι’ αιτήσεώς των, υποβαλλομένης μετά της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεώς των, επί τη καταβολή των κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως ισχυουσών ασφαλιστικών εισφορών εργοδότου και ησφαλισμένου, υπολογιζομένων επί του συνόλου των κατά τον αυτόν χρόνον τακτικών αποδοχών του αιτούντος. Το δια την εξαγοράν του αναγνωριζομένου χρόνου προκύπτον ποσόν καταβάλλεται εφ’ άπαξ ή παρακρατείται εκ της παροχής Προνοίας, ης δικαιούται ο συνταξιοδοτούμενος». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 103/3/2517 της 28 Ιουν./10 Ιουλ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 902) αποφ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Αναβάτες που έχουν 20ετή άσκηση του επαγγέλματος και έχουν συμπληρώσει το 44ο έτος της ηλικίας τους και δεν έχουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης (5.000 ημέρες εργασίας) μπορούν με αίτησή τους που θα υποβάλουν μαζί με την αίτηση της συνταξιοδότησης, να αναγνωρίσουν τόσες ημέρες εργασίας όσες τους λείπουν για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και όχι περισσότερες από 500. Η αναγνώριση πραγματοποιείται με την καταβολή του διπλάσιου ασφάλιστρου στην αμοιβή κάθε ανάβασης κατά το χρόνο της αναγνώρισης. Το ποσό της αναγνώρισης θα καταβάλλεται εφάπαξ και πριν από τη συνταξιοδότηση». Η τελευταία μέσα στα « » διάταξη προστέθηκε από την παρ. 2 της 103/3/2888/8-21 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 667) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) «Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου Κύριας και Επικουρικής Ασφάλισης στους οποίους επιστράφησαν οι ασφαλιστικές εισφορές, βάσει του άρθρ. 16 του Κ.Π. μέχρι την έναρξη ισχύος του Νόμ. 1405/83, έχουν το δικαίωμα να αναγνωρίσουν ως χρόνο ασφάλισης στο ταμείο τον χρόνο για τον οποίο τους επιστράφησαν οι ασφαλιστικές εισφορές. Η αναγνώριση και εξαγορά του παραπάνω χρόνου πραγματοποιείται ύστερα από αίτηση του ασφαλισμένου ή σε περίπτωση θανάτου από τα μέλη της οικογενείας του με την καταβολή της πρόσθετης εισφοράς, που ορίζεται για την κύρια ασφάλιση σε 8% και για την Επικουρική ασφάλιση σε 4% σε όσους επιστράφησαν οι ατομικές εισφορές και σε 8% σε όσους επεστράφησαν οι εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου. Η εισφορά αυτή υπολογίζεται στις αποδοχές που λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά τον χρόνο υποβολής αίτησης, οι οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη για το ίδιο χρονικό διάστημα. Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν απασχολείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή έχει αλλάξει επάγγελμα τότε η παραπάνω εισφορά υπολογίζεται επί των αποδοχών του μέσου ημερήσιου μισθού που λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι του ταμείου που έχουν το ίδιο επάγγελμα με τον αιτούντα. Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς που προκύπτει πραγματοποιείται είτε εφάπαξ είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις οι οποίες θα είναι τόσες όσος ο αριθμός των μηνών που αναγνωρίζονται και όχι οπωσδήποτε περισσότερες από 36. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής δόσης πέρα από 6 μήνες χάνεται το δικαίωμα για αναγνώριση του χρόνου που αντιστοιχεί τόσο στις μη εξοφληθείσες όσο και στις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις και ως χρόνος ασφάλισης αναγνωρίζεται μόνο ο χρόνος πού αντιστοιχεί στις δόσεις που έχουν εξοφληθεί. Η διαπίστωση του χρόνου ασφάλισης για τον οποίο επιστράφησαν οι ασφαλιστικές εισφορές καθώς και η ανάληψη τούτων, γίνεται από τα στοιχεία που τηρούνται στο ταμείο. Η μέσα στα « » άνω διάταξη προστέθηκε από την 103/1474/8-22 Οκτ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 662), απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοινων. Ασφαλίσεων. (Μετά τη σελ. 1186,02(ε) Σελ. 1186,03 Τεύχος 1089-Σελ. 31 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 39.Μ.δ.3 39.Μ.δ.2 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) Ισχύς και διάρκεια συντάξεων Άρθρ.9.-Η καταβολή των συντάξεων άρχεται από της πρώτης του μήνης του επομένου εκείνου καθ’ ον έλαβον χώραν τα θεμελιούντα το δικαίωμα γεγονότα. Εν πάση όμως περιπτώσει αύτη δεν δύναται να ανατρέξη εις χρόνον απώτερον του έτους από της υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως. Το δικαίωμα εις σύνταξιν λήγει εις το τέλος του μηνός καθ’ ον έλαβε χώραν ο θάνατος του συνταξιούχου ή επί χήρας εις το τέλος του μηνός καθ’ ον συνεπλήρωσαν το υπό του παρόντος Κανονισμού οριζόμενον όριον ηλικίας ή συνήψαν γάμον. Η καταβολή συντάξεως αναστέλλεται εις περίπτωσιν καθ’ ην ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικήν της ελευθερίας μεγαλυτέραν των έξ μηνών και εφ’ όσον χρόνον εκτίει ταύτην. Εφ’ όσον όμως υπάρχουσι πρόσωπα, άτινα εν περιπτώσει θανάτου θα ελάμβανον σύνταξιν, ταύτα δικαιούνται εις την απόληψιν της συντάξεως ήτις θα κατεβάλετο εις ταύτα εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου. Στέρησις συντάξεως Άρθρ.10.-Πρόσωπα εκ των κατά το άρθρ. 3 του παρόντος, δικαιουμένων συντάξεως, στερούνται παντός επ’ αυτής δικαιώματος εάν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ήθελον καταδικασθή δια πράξιν, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του (της) ησφαλισμένου ή του (της) συνταξιούχου. Εκχώρησις-κατάσχεσις Άρθρ.11.-Απαγορεύεται η εκχώρησις ή κατάσχεσις των συντάξεων, εξαιρουμένων των περιπτώσεων υπάρξεως χρεών προς το Ταμείον ή διατροφής της συζύγου, ανιόντων ή κατιόντων, οπότε επιτρέπεται η εκχώρησις ή κατάσχεσις μέχρι του πόσου του 1/4 της συντάξεως. Παραγραφαί Άρθρ.12.-«Το δικαίωμα εις σύνταξιν λόγω θανάτου παραγράφεται μετά την παρέλευσιν 5ετίας από της ημέρας της γενέσεώς του. Συντάξεις μη εισπραχθείσαι εντός ενός έτους από της ημέρας καθ’ ην κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται. Το δικαίωμα εις επιστροφήν των εισφορών εις τους μη πληρούντας τας προϋποθέσεις δια την απονομήν συντάξεως παραγράφεται μετά την παρέλευσιν έτους από της ημέρας της γενέσεώς του». Το άρθρ. 12 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 11686/Σ.171 της 6/21 Απρ. 1962 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 137). ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ Κανονισμός Προνοίας Άρθρ.13.-Εφ’ άπαξ χρηματικής παροχής εκ του Ταμείου δικαιούνται: α)Οι ησφαλισμένοι οι δικαιωθέντες εξ αυτού συντάξεως κατά τον Κανονισμόν συντάξεως και «β)Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου που να δικαιούται σύνταξης κατά την ημέρα του θανάτου του, τα δικαιούμενα σύνταξης μέλη της οικογενείας του, σύμφωνα με το άρθρ. 3 του Κανονισμού Συντάξεως. Εάν δεν υπάρχουν μέλη της οικογενείας του που να δικαιούνται της σύνταξης, τότε την εφάπαξ χρηματική παροχή δικαιούνται τα τέκνα του (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα τουλάχιστον ένα χρόνο πριν από το θάνατό του) ανεξαρτήτως ηλικίας». Η περίπτ. β΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την 103/1487/28 Αυγ.-10 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 558) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Ποσόν της εφ’ άπαξ χρηματικής παροχής Άρθρ. 14. «Το ποσόν της εφ’ άπαξ χρηματικής παροχής ισούται προς 4% του μέσου ημερησίου μισθού του ησφαλισμένου, του προηγουμένου της συνταξιοδοτήσεώς του δωδεκαμήνου δι’ εκάστην ημέραν εργασίας ή υπηρεσίας από 17 Ιουν.1951 και εφεξής και εις 2% του αυτού μέσου ημερησίου μισθού δι’ εκάστην ημέραν πραγματικής παρά τω Ταμείω ασφαλίσεως, καθ’ ην υπήγετο εις την ασφάλισιν αυτού από της ιδρύσεώς του μέχρι της 17 Ιουν. 1951. Προκειμένου περί αυτοτελώς εργαζομένου ο ημερήσιος μισθός εξευρίσκεται κατά τα εν άρθρ. 5 του παρόντος οριζόμενα αναλόγως εφαρμοζομένων». «2.Σε περίπτωση συνταξιούχου λόγω αναπηρίας, ως μέσος ημερήσιος μισθός λαμβάνεται υπόψη ο μέσος ημερήσιος μισθός που λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι του Ταμείου που έχουν το ίδιο επάγγελμα κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο από την οριστική του συνταξιοδότηση». Η παρ. 2 προστέθηκε από την παρ. 3 της 103/821/24 Μαρτ.-9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Το άρθρ. 14 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 5 της 103/3/3233/26 Φεβρ.-2 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 338) απόφ. Υπουργών Οικον. και Κοιν. Υπηρεσιών της οποίας η ισχύς αρχίζει από 1 Ιαν. 1980. Άρθρ.2.-«1.Ο ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως λόγω αναπηρίας, εάν κατέστη ανάπηρος κατά την έννοιαν της παρ. 3 και επραγματοποίησε 1.500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας, εξ ων 300 τουλάχιστον εντός των πέντε ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου καθ’ ο κατέστη ανάπηρος. 2.Ο ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως ανεξαρτήτως της συμπληρώσεως ή μη, των εν παρ. 1 του παρόντος χρονικών προϋποθέσεων, εάν το γεγονός το θεμελιούν το εις την σύνταξιν δικαίωμα οφείλεται εις βίαιον συμβάν επελθόν κατά την εκτέλεσιν της εργασίας ή εξ αφορμής ταύτης (εργατικόν ατύχημα). 3.Ο ησφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος κατά την έννοιαν των προηγουμένων παραγράφων, εάν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής έτυχεν, συνεπεία ταύτης, συντάξεως αναπηρίας υπό ασφαλιστικού φορέως κυρίας ασφαλίσεως, ή, εν περιπτώσει μη υπαγωγής του εις φορέα κυρίας ασφαλίσεως, εάν διεπιστώθη υπό της υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ ότι είναι ανίκανος προς άσκησιν του επαγγέλματός του δια χρονικόν διάστημα μέλλον να διαρκέση κατά πρόβλεψιν αυτής, επί εν τουλάχιστον εξάμηνον». Το άρθρ. 2 αντικατασταθέν δια της υπ’ αριθ. 11686/Σ.171 της 6/21 Απρ. 1962 (ΦΕΚ Β΄ 137) αποφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 103/3/3382 της 16/18 Νοεμ. 1974, (ΦΕΚ Β΄ 1215) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Σύνταξις λόγω θανάτου Άρθρ.15.-Εάν εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου, υπάρχουν πλείονα δικαιούμενα πρόσωπα εκ των εν άρθρ. 3 του παρόντος οριζομένων, η εφ’ άπαξ χρηματική παροχή κατανέμεται μεταξύ αυτών κατ’ ισομοιρίαν. (Αντί για τη σελ. 1187(ε) Σελ. 1187(ζ) Τεύχος 1205-Σελ. 107 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 39.Μ.δ.3 «Τυχόν οφειλόμεναι, ασφαλιστικαί εισφοραί προς το Ταμείον εκ μέρους θανόντος ησφαλισμένου, δι’ εξαγοράν προϋπηρεσίας παρακρατούνται εκ της ως άνω εφ’ άπαξ χρηματικής παροχής». Η ανωτέρω εντός « » παράγραφος προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 15933/Σ.154 της 8/26 Απρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 118). ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ Διάθεσις πόρων Ταμείου Άρθρ.16.-«Οι πόροι του Ταμείου διατίθενται κατά τα 3/4 αυτών υπέρ του Κλάδου Συντάξεως και κατά το 1/4 υπέρ του Κλάδου Προνοίας. Προς τούτο τηρούνται υπό του Ταμείου ίδιοι λογαριασμοί. Κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης υπό του Υπουργείου Κοινων. Υπηρεσιών, δύνανται να μεταφέρωνται τα πλεονάσματα του Κλάδου Προνοίας εις το τέλος εκάστης χρήσεως εις τον Κλάδον Συντάξεως, αναλόγως των παρουσιαζομένων αναγκών. Η ηλικία των ησφαλισμένων αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως ή ελλείψει ταύτης δια πιστοποιητικού Δήμου ή Κοινότητος εμφαίνοντας την ηλικίαν του. Εν αδυναμία προσκομίσεως ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως ως ημέρα γεννήσεως λογίζεται η πρώτη Ιουλίου του έτους γεννήσεως». Το άρθρ. 16 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.103/9093 της 7 Ιουλ./6 Αυγ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 557). Άρθρον 17 «Ησφαλισμένοι του Ταμείου αποχωρούντες ή αποχωρήσαντες της υπηρεσίας λόγω αναπηρίας ή γήρατος, μη πληρούντες τας προϋποθέσεις τας υπό του παρόντος Καταστατικού του Ταμείου προβλεπομένας δια την απονομήν συντάξεως δικαιούνται ούτοι ή οι δικαιοδόχοι των εν περιπτώσει θανάτου αυτών εφ’ όσον δεν συνταξιοδοτούνται υπό του Δημοσίου ή ετέρου ασφαλιστικού Οργανισμού εις επιστροφήν των ατομικών των εισφορών ατόκως εάν έχουν συμπληρώσει πενταετή (5) τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν». Το άρθρ. 17 προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 65748/Σ.649/1957 αποφάσεως (κατωτ. αριθ. 4) ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 39478/Σ.438/1960 αποφάσεως (κατωτ. αριθ. 8). «2α.Εις περίπτωσιν επανόδου του συνταξιούχου εις την υπηρεσίαν του ή εις υπηρεσίαν υπό μίαν των ιδιοτήτων, περί ων το άρθρον 3 του καταστατικού του Ταμείου, τα έτη της νέας ασφαλιστέας απασχολήσεώς του προσμετρώνται εις τα έτη της υπηρεσίας ένεκα της οποίας εγένετο συνταξιούχος αυξανομένης της συντάξεώς του αναλόγως του συνολικού χρόνου ασφαλιστέας απασχολήσεως και των αποδοχών του της πρώτης εξόδου του ως αύται Σελ. 1188(ζ) Τεύχος 1205-Σελ. 108 έχουν αναπροσαρμοσθή κατά τον χρόνον της οριστικής εξόδου. Εν περιπτώσει όμως καθ’ ην επραγματοποίησεν υπό την νέαν του υπηρεσίαν 1.500 ημέρας εργασίας, ο νέος υπολογισμός της συντάξεως ενεργείται επί τη βάσει του συνόλου των ημερών ασφαλιστέας απασχολήσεώς του και των αποδοχών του προηγουμένου, της νέας εξόδου του, έτους. β)Συνταξιούχος του Ταμείου επανερχόμενος εις εργασίαν ασφαλιστέαν παρ’ αυτώ δικαιούται, κατά την οριστικήν αποχώρησιν εκ της εργασίας του, συμπληρωματικής εφ’ άπαξ χρηματικής παροχής υπολογιζόμενης, κατά τας διατάξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 14 του παρόντος, βάσει των πραγματοποιηθεισών ημερών και των αποδοχών της νέας εργασίας του. Το σύνολον πάντως των ληφθέντων εφ’ άπαξ βοηθημάτων δεν δύναται εν ουδεμιά περιπτώσει να υπερβή το υπό των διατάξεων του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 14, οριζόμενον ανώτατον όριον. Αι ως άνω διατάξεις της παραγράφου 2α και 2β του άρθρου 17 ισχύουν και δια τους ήδη συνταξιούχους του Ταμείου». Η δευτέρα παράγραφος προστεθείσα δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/1569 της 11/29 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 659) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 103/3/3881 της 3/18 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1358) ομοίας. «γ)Οι διατάξεις της παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των προπονητών των προερχομένων εκ της τάξεως των αναβατών, εφ’ όσον κατά τον χρόνον διακοπής του επαγγέλματος του αναβατού είχον θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως». Η περίπτ. γ προστέθηκε από την παρ. 3 της 103/2997/22 Δεκ. 1980-14 Ιαν. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 12) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρον 18 ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΙΣ «Προπονηταί, διατελέσαντες ησφαλισμένοι του Ταμείου εξελθόντες της υπηρεσίας λόγω συμπληρώσεως του υπό της παρ. 2 του άρθρ. 1 ορίου ηλικίας οίτινες κατά τον χρόνον της ιδρύσεως του Ταμείου δεν ήσαν εν υπηρεσία λόγω ποινής, ήτις εθεωρήθη λήξασα μέχρι 17.6.51, δύνανται τη αιτήσει των, υποβαλλομένη εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της δημοσιεύσεως της παρούσης να αναγνωρίσωσι τον από της ιδρύσεως του Ταμείου μέχρι 17.6.51 χρόνον εφαρμοζομένων εν τη περιπτώσει ταύτη των διατάξεων του εδαφ. α΄ του άρθρ. 4 του παρόντος. (Η καταβληθησομένη αυτοίς σύνταξις δεν δύναται να υπερβή τα κατώτατα όρια τα προβλεπόμενα υπό του εδαφ. β΄ περίπτ. β του άρθρ. 5»). Το άρθρ. 18 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 3914/Σ.40/1959 αποφάσεως (κατωτ. αριθ. 7). Η εντός ( ) τελευταία περίοδος κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 52369/Σ.433 της 28 Νοεμ./8 Δεκ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 723). 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) Άρθρον 19 «1.Αναστέλλεται η καταβολή συντάξεως εν περιπτώσει επανόδου του συνταξιούχου εις την υπηρεσίαν του. Επίσης αναστέλλεται, η καταβολή της συντάξεως εις περίπτωσιν καθ’ ην, ο συνταξιούχος αναλάβη οιανδήποτε εργασίαν ή υπηρεσίαν και αποκερδαίνει εκ της εργασίας του ταύτης ποσόν ανώτερον του διπλασίου της συντάξεως. 2.Εις την περίπτωσιν επανόδου του συνταξιούχου εις την υπηρεσίαν του, ή εις υπηρεσίαν υπό μίαν των ιδιοτήτων περί ων το άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου, τα έτη της εργασίας του προσμετρώνται εις τα έτη της υπηρεσίας ένεκα της οποίας εγένετο συνταξιούχος, αυξανομένης της συντάξεώς του αναλόγως του νέου χρόνου εργασίας». Το άρθρ. 19 προσετέθη δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 72702/Ε.2373/1958 αποφάσεως (κατωτ. αριθ. 5). «Αι συντάξεις των κατά κυρίαν ασφάλισιν συνταξιούχων των εξελθόντων μέχρι και της 31ης Δεκ. 1972 αναπροσαρμόζονται από 1ης Ιαν. 1974 με βάσιν τον μέσον όρον των ημερησίων αποδοχών τούτων του έτους 1972, καταργουμένων δια την κατηγορίαν των κατά κυρίαν ασφάλισιν γενικώς των χορηγηθεισών κατά τα έτη 1965 και 1972 αυξήσεων». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/1300 της 17 Μαΐου/10 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 593) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «Άρθρ.20.-1.Από την 1η Ιαν. 1992, αναπροσαρμόζονται οι συντάξεις των συνταξιούχων κυρίας ασφάλισης, που έχουν εξέλθει μέχρι 31.12.1991 με βάση το μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών τους του έτους 1991 και σύμφωνα με τον οριζόμενο από το άρθρ. 5 του Κανονισμού Παροχών τρόπο υπολογισμού των συντάξεων, όπως τροποποιείται με την παρούσα απόφαση. Από την 1η Ιαν. 1992, αναπροσαρμόζονται οι συντάξεις των συνταξιούχων επικουρικής ασφάλισης, που έχουν εξέλθει μέχρι 31.12.1991 με βάση το ημερομίσθιό τους, που είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.1990 προσαυξημένο κατά 6% και σύμφωνα με τον οριζόμενο από το άρθρ. 5 του Κανονισμού Παροχών τρόπο υπολογισμού των συυτάξεων, όπως τροποποιείται με την παρούσα απόφαση». Το άρθρ. 20, όπως είχε αντικατασταθεί από την παρ. 3 της 113/686/28 Μαΐου-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 427) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 3 της 103/690/18 Μαΐου-9 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 370) όμοια απόφαση. Μεταβατική Διάταξις «1.Ησφαλισμένοι του Ταμείου υπό μίαν των ιδιοτήτων, περί ων το άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου, δύνανται, δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης, να αναγνωρίσωσι την κατά το άρθρ. 4 του Κανονισμού Παροχών προϋπηρεσίαν των. 2.Η αναγνώρισις πραγματοποιείται επί τη καταβολή ποσοστού 8% επί των, κατά τον χρόνον της υποβολής της περί αναγνωρίσεως αιτήσεως, τακτικών αποδοχών, της αναγνωρισθείσης ιδιότητος του ησφαλισμένου. 3.Το, δια την αναγνώρισιν, ποσόν καταβάλλεται κατά τα εν άρθρ. 8 του Κανονισμού Παροχών οριζόμενα». Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 103/3/4216 της 24 Νοεμ./6 Δεκ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1439) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρ.21.-Εις τους κατά κυρίαν ασφάλισιν συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται οικογενειακόν επίδομα, καθοριζόμενον εις ποσοστόν εκ 10% επί του πόσου της συντάξεώς των δια την σύζυγον, εφ’ όσον αύτη δεν ασκεί επάγγελμά τι ή δεν είναι συνταξιούχος Ασφαλιστικού Οργανισμού ή Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου, και εις ποσοστόν εκ 5% δι’ έκαστον, μέχρι δύο το πολύ, τέκνου και υπό τας προϋποθέσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρ. 3 του παρόντος Κανονισμού». Το άρθρ. 21 προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 103/313 της 28 Φεβρ./21 Μαρτ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 265) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Έναρξις ισχύος από 1 Ιαν. 1977. Άρθρ.22.-«1.Οι κατά κυρία ασφάλιση ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ταμείου, που πάσχουν από τετραπληγία ή παραπληγία εφ’ όσον διαπιστωθεί τούτο από την Υγειονομική Επιτροπή του Ι.Κ.Α. προς την οποία παραπέμπονται και ότι είναι ανίκανοι για κάθε βιοποριστική εργασία, δικαιούνται μηνιαίου εξωϊδρυματικού επιδόματος, ίσον με το 20πλάσιον του εκάστοτε ισχύοντος κατωτάτου ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, εάν έχουν ασφαλιστική ικανότητα για παροχές ασθενείας, κατά τη νομοθεσία του Ταμείου, και επί ιπλέον: Έχουν πραγματοποιήσει 350 τουλάχιστον ημέρες εργασίας στην ασφάλιση κατά τα 4 τελευταία έτη, τα αμέσως προηγούμενα εκείνου του έτους που κατέστησαν ανίκανοι, ή επραγματοποίησαν 1.000 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση συνολικώς. 2.Του ιδίου επιδόματος και με τις ίδιες προϋποθέσεις δικαιούνται και τα, στο άρθρ. 3 του Κανονισμού παροχών του Ταμείου αναφερόμενα μέλη οικογενείας του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, τα δικαιούμενα συντάξεως σε περίπτωση θανάτου αυτού, εφόσον πάσχουν από (Αντί για τη σελ. 1189(λ) Σελ. 1189(μ) Τεύχος 1205-Σελ. 109 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 39.Μ.δ.3 τετραπληγία ή παραπληγία». Το άρθρ. 22 προστέθηκε από την 418/8/22 Ιαν.-10 Φεβρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 53) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 104/13 Μαρτ. 1982. Σελ. 1190(μ) Τεύχος 1205-Σελ. 110 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) Άρθρ.3.-«1.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή ησφαλισμένου έχοντος πραγματοποιήσει τουλάχιστον 1.500 ημέρας εργασίας, εξ ων 300 τουλάχιστον εντός των πέντε ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου καθ’ ο επήλθεν ο θάνατος, ή ανεξαρτήτως αριθμού ημερών εργασίας εφ’ όσον ο θάνατος του ησφαλισμένου οφείλεται εις εργατικόν ατύχημα δικαιούνται συντάξεως». Η ανωτέρω εντός « » περίοδος αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 103/3/3382 της 16/18 Νοεμ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1215) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. α)Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, ούτινος η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. β)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα ων η υιοθεσία έλαβε χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου του ή της χορηγήσεως συντάξεως. γ)Οι γονείς εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα και προκειμένου περί πατρός εφ’ όσον ούτος είναι άπορος και ανάπηρος ή έχει υπερβεί το 65ον έτος της ηλικίας του. Σελ. 1184(γ) Τεύχος 731-Σελ. 66 «δ)Αι αποδεδειγμένως άποροι και άγαμοι αδελφαί εφ’ όσον ο θανών ήτο άγαμος, η συντήρησίς των εβάρυνεν αποκλειστικώς αυτόν, και δεν υπάρχουν άλλοι αδελφοί άγαμοι. Ως προς την χρονικήν διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεως αυτών ισχύουν αναλόγως αι διατάξεις της επομένης παραγράφου δια την συνταξιότησιν των θηλέων τέκνων του θανόντος». Το ανωτέρω εντός « » εδάφ. δ΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ.11686/Σ.171 της 6/21 Απρ. 1962 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 137). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούται συντάξεως: Α΄.Εάν ο θάνατος του συζύγου επήλθε προ της παρόδου έξ μηνών από της τελέσεως του γάμου εκτός: α)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. β)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα. γ)Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και Β΄.Εάν ο θανών (ή θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν εκ του Ταμείου ο δε θάνατος επήλθεν προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός εάν εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α, β΄ και γ΄ αναφερομένων. «3.Τα τέκνα του θανόντος δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον είναι άγαμα και δεν συνεπλήρωσαν προκειμένου περί αρρένων το 21ον έτος της ηλικίας των ή επί συνεχιζόντων σπουδάς εις σχολάς γενικής ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως το 23ον και προκειμένου περί θηλέων το 30όν. Εφ’ όσον όμως τα θήλεα τέκνα από της διακοπής της συντάξεώς των μέχρι της συμπληρώσεως του 50ού έτους της ηλικίας των εξακολουθούν παραμένοντα άγαμα, επαναχορηγείται η σύνταξις εκ νέου από της συμπληρώσεως του 50ού έτους της ηλικίας των υπό τον όρον ότι ταύτα δέον να είναι αποδεδειγμένως άπορα». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 11686/Σ.171 της 6/21 Απρ. 1962 αποφ. Υπ. Έργ. (ΦΕΚ Β΄ 137). 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 4.Τα κατά τα ανωτέρω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί τέκνων ανικάνων λόγω παθήσεως δια πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν της ανικανότητος βεβαιουμένης κατά τα εν άρθρ. 2 του παρόντος οριζόμενα. 5.Οι περί ων η ανωτέρω παρ. 1 στοιχ. δ΄ γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχωσι χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως υπαρχόντων δε τοιούτων εάν δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλείται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος-θανούσης. Το επίσημον κείμενον αναφέρει στοιχ. δ΄ ενώ πρόκειται προφανώς περί του στοιχείου γ΄. 6.Κατ’ εξαίρεσιν σύνταξις θανάτου χορηγείται εις το κατά τα ανωτέρω μέλη της οικογενείας θανόντων προ της δημοσιεύσεως της παρούσης ησφαλισμένων του Ταμείου εφ’ όσον ούτοι είχον πραγματοποιήσει μέχρι της ημέρας του θανάτου των 2.500 ημέρας συνταξίμου εργασίας, εξ ων τουλάχιστον 500 εν πραγματική παρά τω Ταμείω ασφαλίσει. Συντάξιμος υπηρεσία ή εργασία Άρθρ.4.-Εν τη ασφαλίσει του Ταμείου η συντάξιμος υπηρεσία ή εργασία περιλαμβάνει α)την πραγματικήν υπηρεσίαν και β)την εξ αναγνωρίσεως συντάξιμον υπηρεσίαν. α)Πραγματική εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσία είναι ο από της ιδρύσεως του Ταμείου χρόνος υπηρεσίας. Ο από της ιδρύσεως του Ταμείου μέχρι 17 Ιουν. 1951 χρόνος προκειμένου περί των προϋπηρετησάντων υπό μίαν των ιδιοτήτων περί ων το άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου λαμβάνεται υπ’ όψιν ως χρόνος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας επί καταβολή εισφοράς κατά τα εν άρθρ. 8 του παρόντος οριζόμενα. β)Εξ αναγνωρίσεως συντάξιμος υπηρεσία λογίζεται προ της ιδρύσεως του Ταμείου προϋπηρεσία από μίαν των ιδιοτήτων, περί ων το άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου. Εκ της προϋπηρεσίας ταύτης δύναται να αναγνωρίση ο ησφαλισμένος κατά τα εν άρθρ. 9 του παρόντος οριζόμενα μέχρι το πολύ δέκα έτη. Το επίσημον κείμενον αναφέρει άρθρ. 9 ενώ η παραπομπή αναφέρεται προφανώς εις το άρθρ. 8. Αι ημέραι εργασίας αποδεικνύονται εκ των μητρώων του Ταμείου ή εξ ειδικού βιβλιαρίου κατά τα ειδικώτερον δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου ορισθησόμενα. Εξαιρετικώς δια τους αναβάτας λόγω της φύσεως της εργασίας αυτών εκάστη ανάβασις ισοδυναμεί προς δύο ημέρας εργασίας. «Επίσης 17 αναβάσεις κατά τις προπονήσεις αντιστοιχούν σε μία ημέρα εργασίας». Η τελευταία μέσα στα « » διάταξη προστέθηκε από την παρ. 1 της 103/3/2888/8-21 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 667) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Ποσόν της συντάξεως αναπηρίας-γήρατος Άρθρ.5.-«1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος την οποίαν δικαιούται ο ησφαλισμένος ισούται: «α)Προκειμένου περί των κατά κυρίαν ασφάλισιν, ησφαλισμένων προς τα 2,5% των μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών αυτού δι’ έκαστον έτος εργασίας μέχρι 20 έτη (6000 ημέρες εργασίας) και προς τα 2% των αυτών αποδοχών δι’ έκαστον έτος εργασίας πλέον των 20 ετών. β)Προκειμένου περί των κατ’ επικουρικήν ασφάλισιν ησφαλισμένων προς τα 2% μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών αυτών δι’ έκαστον έτος εργασίας μέχρις 25 έτη (7.500 ημέρες εργασίας) και προς 1% των αυτών αποδοχών δι’ έκαστον έτος εργασίας πλέον των 25 ετών». Οι περιπτ. α και β τροποποιήθηκαν ας άνω από την παρ.1 της 103/2997/22 Δεκ. 1980-14 Ιαν. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 12) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Δια τον, κατά την προηγουμένην παράγραφον, υπολογισμόν του ποσού της συντάξεως, ως έτος εργασίας θεωρούνται 300 ημέραι εργασίας. Εκ του συνόλου των ημερών εργασίας αι πλέον των 150 θα λαμβάνωνται δια τον υπολογισμόν της συντάξεως ως πλήρες έτος, ενώ αι κάτω των 150 δεν θα λαμβάνωνται υπ’ όψιν: «3.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως του κατά τας παρ. 5 και 6 του άρθρ. 1 του συνταξιοδοτουμένου προσωπικού, μειούται κατά 1/35 δι’ έκαστον έτος, ελλείπον εκ της 35 ετους υπηρεσίας. Η εφ’ άπαξ χρηματική παροχή, εις την αυτήν περίπτωσιν, μειούται, αναλόγως κατά 1/35 της πλήρους τοιαύτης δι’ έκαστον έτος ελλείπον εκ της 35ετούς υπηρεσίας». Ή παρ. 3 ετροποιήθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 103/3/1477 της 22 Ιουν /20 Αυγ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 788) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 4.Προκειμένου περί ησφαλισμένου όστις διετέλεσε διαδοχικώς ότε μεν κατά κυρίαν ασφάλισιν ότε δε κατ’ επικουρικήν ασφάλισιν ο υπολογισμός της συντάξεως γίνεται ως ακολούθως: α)Δια τα έτη καθ’ α ήτο ησφαλισμένος κατά κυρίαν ασφάλισιν βάσει των διατάξεων του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του παρόντος. β)Δια τα έτη καθ’ α ήτο επικουρικώς ησφαλισμένος βάσει των διατάξεων του εδαφ. β΄ της παρ. 1 του παρόντος. Το άθροισμα των ποσών τούτων αποτελεί την μηνιαίν σύνταξίν του. (Αντί για τη σελ. 1185(ξ) Σελ. 1185(ξα) Τεύχος 1205-Σελ. 103 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) 39.Μ.δ.3 «5.Εις ουδεμίαν περίπτωσιν το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως θα υπερβαίνει το 100% των μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών των κατά κυρίαν ασφάλισιν ήσφαλισμένων και το 60% των κατ’ επικουρικήν ασφάλισιν τοιούτων». Η παρ. 5 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 103/2997/22 Δεκ. 1980-14 Ιαν. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 12) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, της οποίας η ισχύς αρχίζει από την 1 Ιαν. 1981. «6α)Ως μηνιαίαι συντάξιμοι αποδοχαί νοούνται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ησφαλισμένου του προηγουμένου της εξόδου έτους. Εν περιπτώσει καθ’ ην αι αποδοχαί του ησφαλισμένου του προηγουμένου έτους είναι μειωμέναι, λόγω ασθενείας ή άλλης αιτίας μη οφειλομένης εις υπαιτιότητά του, λαμβάνεται υπ’ όψει ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του έτους που προηγείται του τελευταίου προ της εξόδου έτους. Αύται καθορίζονται ως ακολούθως: «Ι.Για τους κατά κυρία σύνταξη ασφαλισμένους: Για το τμήμα των μηνιαίων αποδοχών μέχρι 132.025 το 100% από 132.026 « 172.638 το 80% « 172.639 « 192.883 το 60% « 192.884 « 210.271 το 40% « 210.272 « 219.089 το 20% « 219.090 και άνω το 10% «ΙΙ.Για τους κατά επικουρική σύνταξη ασφαλισμένους: Για το τμήμα των μηνιαίων αποδοχών μέχρι 59.221 το 100% από 59.222 « 94.187 το 80% « 94.188 « 111.424 το 60% « 111.425 « 126.198 το 40% « 126.199 « 141.465 το 20% « 141.466 και άνω το 10%» Οι περιπτ. Ι και II όπως είχαν τροποποιηθεί από την περίπτ. α΄ της παρ. 1 της 113/686/28 Μαΐου-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 427) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, τροποποιήθηκαν και πάλι ως άνω από την περίπτ. α΄ παρ. 1 της 103/690/18 Μαΐου-9 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 370) ομοία απόφαση. «β)Προκειμένου περί των κατά κυρίαν ασφάλισιν ησφαλισμένων (προπονητών αναβατών Μαθητ. αναβατών) ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών υπολογίζεται κεχωρισμένως δι’ εκάστην κατηγορίαν τούτων και εξευρίσκεται δια της διαιρέσεως του συνόλου των καταβληθεισών εις εκάστην κατηγορίαν τούτων αμοιβών, κατά το τελευταίον προ της συνταξιοδοτήσεώς των ημερολογιακόν έτος δια του αριθμού εκάστης κατηγορίας των αυτοτελώς εργαζομένων, διαιρουμένου δια του 12. Σελ. 1186(ξα) Τεύχος 1205-Σελ. 104 Κατά τον ανωτέρω υπολογισμόν εις τον αριθμόν των αναβατών δεν λαμβάνονται υπόψη οι αλλοδαποί και μη πραγματοιήσαντες δι’ οιονδήποτε λόγον 25 τουλάχιστον αναβάσεις». Το εδάφ. β τροποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 103/2997/22 Δεκ. 1980-14 Ιαν. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 12) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «γ)Ως συντάξιμοι αποδοχαί δια τον υπολογισμόν της συντάξεως των συνταξιοδοτουμένων κατά τας διατάξεις των Ν.Δ. 4377/64, 4378/64, 4581/66 νοούνται αι αποδοχαί αίτινες ελήφθησαν υπ’ όψιν δια την εξαγοράν της προϋπηρεσίας των, συμφώνως τη υπ’ αριθ. 65490/8.7.68 αποφάσει Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 361/68 τ.Β΄), εκτός εάν από της εγκαταστάσεώς των εν Ελλάδι και μέχρι επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως επραγματοποίησαν 1500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εν πραγματική ασφαλίσει παρά τω Ταμείω ότε η σύνταξις υπολογίζεται συμφώνως προς τας λοιπάς διατάξεις του παρόντος άρθρου». Το ανωτ. εδάφ. γ΄ προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/3/3881 της 3/18 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1358) αποφάσεως Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Μ.δ.3 Ταμείο Προνοίας και Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ιπποδρομιών (ΤΑΠΕΑΠΙ) «7.Από την 1η Ιαν. 1992 η μηνιαία σύνταξη λόγω αναπηρίας-γήρατος δεν μπορεί να είναι κατώτερη των δραχμ. 85.000 για τους κατά κύρια σύνταξη και των 33.100 για τους κατ’ επικουρική σύνταξη ασφαλισμένους στο Ταμείο, ανεξάρτητα από το χρόνο έναρξης της συνταξιοδότησης». Η παρ. 7, όπως είχε τροποποιηθεί από την περίπτ. β΄ παρ. 1 της 113/686/28 Μαΐου-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 427) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Τροποποιήθηκε και πάλι ως άνω από την περίπτ. β΄ παρ. 1 της 103/690/18 Μαΐου-9 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 370) όμοια απόφαση. «8.Οι συντάξιμες αποδοχές των προπονητών δεν είναι δυνατό να είναι κατώτερες του 60% των μηνιαίων αποδοχών τους σύμφωνα με την παρ. 6α του παρόντος άρθρου». Η παρ. 8 προστέθηκε από την 103/οικ. 286/25 Φεβρ.-12 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 159) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 283/22-4-1992). Το άρθρ. 5 τροποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 72702/Ε.2373 της 29 Νοεμ./1 Δεκ. 1958 (ΦΕΚ Β΄ 325) και 65597/Ε.565 της 5/21 Ιουλ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 433) αποφ. Υπ. Εργασίας, της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/4309 της 3/13 Δεκ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 997), της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/1300 της 17 Μαΐου/10 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 593), της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 103/3/3382 της 16/18 Νοεμ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1215) και της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/3/37 της 16/20 Ιαν. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 36) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 103/3/3259 της 19 Σεπτ./18 Οκτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1188) ομοίας. Έναρξις ισχύος από 1 Ιαν. 1976. Ποσόν συντάξεως ατυχήματος Άρθρ.6.-Το ποσόν της συντάξεως εις την οποίαν δικαιούται ο ησφαλισμένος λόγω ατυχήματος είναι ίσον προς την αναλογούσαν προς 6.000 ημέρας εργασίας προκειμένου περί ολικής αναπηρίας ή προς 5.000 ημέρας εργασίας προκειμένου περί μερικής αναπηρίας. Εφ’ όσον όμως αι πραγματοποιηθείσαι ημέραι εργασίας είναι ανώτεραι των αριθμών τούτων η σύνταξις είναι ίση προς την προκύπτουσαν εκ των πράγματι πραγματοποιηθεισών ημερών συνταξίμου εργασίας ή υπηρεσίας. «Εξαιρετικώς δια τους αναβάτας τους καταστάντας ολικώς αναπήρους εκ βιαίου συμβάντος εν τη εκτελέσει της εργασίας των ή εξ αφορμής ταύτης και έχοντας πραγματοποιήσει 5.000 ημέρας εργασίας εν πραγματική ασφαλίσει, καταβάλλεται ως σύνταξις ποσόν ίσον προς το αναλογούν εις 7.500 ημέρας εργασίας. Η ισχύς της παρούσης άρχεται από 1ης Ιανουαρίου 1976. Το δεύτερον εδάφιον προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 101769/Σ.1225 της 4/14 Οκτ. 1968 (ΦΕΚ Β΄ 538) αποφ. Υπ. Εργασίας αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 103/3/3881 της 3/18 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1358) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Επίσης, εξαιρετικά, στους αναβάτες που έγιναν ολικά ανάπηροι από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ή εξαιτίας της και έχουν πραγματοποιήσει περισσότερες από 7000 ημέρες συντάξιμης εργασίας, καταβάλλεται σύνταξη ίση με το ποσό που αναλογεί στις 10500 ημέρες εργασίας». Η παρ. 3 προστέθηκε από την 103/3024/21 Νοεμ.-9 Δεκ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 711) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Ποσόν συντάξεων θανάτου Άρθρ.7. «1.Το ποσόν της συντάξεως, ης δικαιούται η χήρα (χήρος), των μεν κατά την κυρίαν ασφάλισιν ησφαλισμένων του Ταμείου ισούται προς το 70% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), των δε κατ’ επικουρικήν ασφάλισιν προς το 60%». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 4 της 103/3/3233/26 Φεβρ.-2 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 338) αποφ. Υπ. Οικονομικών και Κοινων. Υπηρεσιών, της οποίας η ισχύς αρχίζει από 1 Ιαν. 1980. «2.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου τέκνου ή γονέως ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος και προκειμένου περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων προς τα 60%. Το σύνολον πασών των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) ή υπαρχούσης αλλά μη δικαιουμένης συντάξεως το 60% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια του προηγουμένου εδαφίου ή σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. Το ποσόν της συντάξεως ης δικαιούται η άπορος και άγαμος αδελφή ισούται προς 30% του ποσού της συντάξεως του θανόντος. Υπαρχουσών πλειόνων της μιας απόρων και αγάμων αδελφών το ποσόν της συντάξεως απασών ισούται προς 50% του ποσού της συντάξεως του θανόντος διανέμεται δε κατ’ ισομοιρίαν». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 11686/Σ.171 της 6/21 Απρ. 1962 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 137). 3.Ως σύνταξις του θανόντος (θανούσης) δια τον υπολογισμόν των ποσοστών συντάξεως περί ων το παρόν

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.