← Ελλάδα

93. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 813 της 30/31 Αυγ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 137) Περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων. Για τις μισθώσεις ακινήτων που υπάγοντα

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει τις εμπορικές και άλλες κατηγορίες μισθώσεων ακινήτων, καθορίζοντας τη διάρκεια, την αναπροσαρμογή του μισθώματος και τους όρους καταγγελίας.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
93. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 813 της 30/31 Αυγ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 137) Περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων. Για τις μισθώσεις ακινήτων που υπάγονται στις διατάξεις του άνω Νόμ. 813/78, ενώ από την κατασκευή τους προορίζονται για κατοικία Βλ. άρθρ. 4 Νόμ. 1953/21-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 96), κατωτ. αριθ. 117. Με το Π.Δ. 34/4-10 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 30), κατωτ. αριθ. 124, κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις νόμων περί εμπορικών μισθώσεων. Προστατευόμεναι μισθώσεις Άρθρ.1.-1.Εις τας διατάξεις του παρόντος υπάγονται αι μισθώσεις ακινήτων, αι οποίαι συνάπονται: «α)Προς επιχείρησιν εις ταύτα εμπορικών πράξεων ή προς άσκησιν επαγγέλματος ή δραστηριότητος προστατευομένης υπό του παρόντος». Η περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρ.4.-«1.Η μίσθωση ισχύει για 9 έτη, ακόμη και αν έχει συναφθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία, που αποδεικνύεται με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας. 2.Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και σε μισθώσεις που έχουν συναφθεί για χρόνο μεγαλύτερο των 9 ετών». Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω, από την παρ. 8 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/1994 (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. 3.Μισθώσεις ακινήτων προς στέγασιν δημοσίων εκπαιδευτηρίων επιτρέπεται να συναφθούν εις πάσαν περίπτωσιν και δια βραχύτερον χρόνον, εφ’ όσον ταύτα κείνται εις κωμοπόλεις εχούσας πληθυσμόν μέχρι πέντε χιλιάδων κατοίκων. Για τις μισθώσεις οικοπεδικών εκτάσεων, υπαίθριοι χώροι, που υπάγονται στο Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΕΟΤ) βλέπε παρ. 23 άρθρ. 6 Νόμ. 2160/19-19 Ιουλ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 118), τόμ. 18, σελ. 64, 910. Αναπροσαρμογή του μισθώματος «Άρθρ.5.-1.Το μίσθωμα κατά τη σύναψη της συμβάσεως καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλομένους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που ορίζονται στη σύμβαση. «Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, που συνομολογείται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφόσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο μη προβλεπόμενο από τη σύμβαση». Το άνω μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο, προστέθηκε από την παρ. 9 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. «2.Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της συμβάσεως και καθορίζεται σε ποσοστό όχι κατώτερο του 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και για τους ακάλυπτους χώρους του 4% ετησίως και στις περιοχές που εν ισχύει το σύστημα αυτό, της αγοραίας αξίας του, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν διαφορετική ρύθμιση και οι οποίοι πρέπει να μνημονεύονται στη σύμβαση. Ως ακάλυπτοι χώροι νοούνται τα μη δομημένα οικόπεδα και τα υπαίθρια θέατρα, οι υπαίθριοι κινηματογράφοι και οι υπαίθριοι χώροι σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Στους χώρους οι οποίοι καλύπτονται κατά ποσοστό μέχρι 30% της συνολικής τους εκτάσεως από κτίσματα σε συνολική επιφάνεια ισογείου και ορόφων, τα μεν κτίσματα υπολογίζονται με συντελεστή απόδοσης 6%, ο δε ακάλυπτος χώρος που προκύπτει από την αφαίρεση της συνολικής επιφάνειας των κτισμάτων από τη συνολική επιφάνεια του οικοπέδου με συντελεστή 4%. Στις περιπτώσεις που το κτίσμα καλύπτει συνολική επιφάνεια μεγαλύτερη από το 30% της επιφάνειας του οικοπέδου και αναφέρεται στο συμβόλαιο και χρήση ακάλυπτου χώρου ή πυλωτής ή δώματος από το μισθωτή, εφαρμόζεται μειωτικός συντελεστής 0,15 επί της επιφάνειας του ακάλυπτου χώρου. Ο συντελεστής απόδοσης και στην περίπτωση αυτή για το μεν κτίσμα καθορίζεται 6%, για δε τον ακάλυπτο χώρο 4%». Η παρ. 2, που είχε με όλο το άρθρ. 5 αντικατασταθεί από το άρθρ. Ι Νόμ. 2041/1992, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 71 Νόμ. 2065/1992, (ΦΕΚ Α΄ 113), Τόμ. 27 σελ. 196, 462. Σύμφωνα δε με την παρ. 3 άνω άρθρ. 71 Νόμ. 2065/1992 οι διατάξεις της άνω παρ. 2 ισχύουν από Ιης Μαΐου 1992. Με την παρ. 27 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.81.9.1994 (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123), ορίστηκε ότι: Η αληθής έννοια της παρ. 2 του άρθρ. 5 του Νόμ. 813/1978, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρ. 1 του Νόμ. 2041/1992, είναι ότι είναι ισχυρή η τιμαριθμική ρήτρα αναπροσαρμογής μισθώματος, η οποία περιέχεται στη μισθωτική σύμβαση, έστω και αν αυτή συμφωνήθηκε πριν από την ισχύ του Νόμ. 2041/1992. 2.Περαιτέρω αναπροσαρμογή του οριζόμενου κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου μισθώματος γίνεται κάθε έτος και ανέρχεται σε ποσοστό 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθορισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδας για τους αμέσως προηγούμενους 12 μήνες. Με την παρ. 28 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.81.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123, ορίστηκε ότι: Η αληθής έννοια της παρ. 3 του άρθρ. 5 του Νόμ. 813/1978, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 1 του Νόμ. 2041/1992, είναι ότι αυτή εφαρμόζεται και σε περίπτωση που το συμφωνημένο μίσθωμα υπερβαίνει το 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου ή της αγοραίας αξίας, όπου δεν ισχύει το σύστημα αυτό. (Αντί για τη σελ. 332,04801(γ) Σελ. 332,04801(δ) Τεύχος 1190-Σελ. 43 Ενοικιοστάσιο 7.Ζ.α.93 4.Σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρ. 388 Α.Κ. 5.Το εκάστοτε αναπροσαρμοζόμενο μίσθωμα καθίσταται απαιτητό από την Κοινοποίηση της έγγραφης όχλησης του εμισθωτή». Το άρθρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. Ι Νόμ. 2041/2-4 Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Α΄ 71) κατωτ. αριθ. 120, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 13 αυτού αρχίζει από 1-51992. Παραχώρησις της χρήσεως του μισθίου– Μεταβίβασις της μισθωτικής σχέσεως Άρθρ.6.-«Ι.Η ολική ή μερική παραχώρηση του μισθίου σε τρίτο δεν επιτρέπεται εκτός από αντίθετη συμφωνία των μερών. Επιτρέπεται πάντως μετά τριετία από τη σύναψη της μισθώσεως η παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου σε εταιρεία προσωπική ή περιορισμένης ευθύνης που θα συσταθεί με ελάχιστη συμμετοχή και του μισθωτή κατά ποσοστό 35%. Έναντι του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρον ο μισθωτής και η εταιρεία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου. Μεταβολή των προσώπων των εταίρων με σύμβαση εκτός του προσώπου του μισθωτή επιτρέπεται για μια φορά. Δεύτερη μεταβολή επιφέρει λύση της μισθώσεως εκτός αν υπάρχει έγγραφη συναίνεση του εκμισθωτή. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γνωστοποιείται εγγράφως στον εκμισθωτή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών τόσο η σύναψη των συμβάσεων όσο και τα στοιχεία εκείνων προς τους οποίους έγινε η παραχώρηση. Στις περιπτώσεις αυτές το καταβαλλόμενο μίσθωμα αυξάνεται κατά 20%. Η παρ. 1 άρθρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Ι άρθρ. 2 Νόμ. 2041/2-4 Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Α΄ 71), κατωτ. αριθ. 120, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 13 αυτού αρχίζει από 1-5-1992. 2.Εν περιπτώσει συνάψεως υπομισθώσεως παρά την απαγόρευσιν της προηγουμένης παραγράφου, ο ιδιοκτήτης ή ο εκμισθωτής δύναται να καταγγείλη την μίσθωσιν άνευ υποχρεώσεως αποζημιώσεως του μισθωτού. 3.Ο μισθωτής, εις περίπτωσιν βαρείας νόσου του συνεπαγομένης πλήρη ανικανότητα συνεχίσεως της εν τω μισθίω επιχειρήσεως, εις περίπτωσιν δε θανάτου του μισθωτού ο σύζυγος ή τα τέκνα αυτού, δύνανται, εντός έτους από της επελεύσεως της νόσου ο μισθωτής, από της αποδοχής δε της κληρονομίας ο σύζυγος ή τα τέκνα του, να μεταβιβάσουν εν όλω την μισθωτικήν σχέσιν εις τρίτον. Ο μεταβιβάζων ενέχεται εις ολόκληρον μετά του προς ον η μεταβίβασις δια τας κατά τον χρόνον της μεταβιβάσεως υφισταμένας εκ της μισθώσεως υποχρεώσεις. Σελ. 332,04802(δ) Τεύχος 1190–Σελ. 44 4.Δια την μεταβίβασιν της μισθωτικής σχέσεως απαιτείται σύμβασις μεταξύ του μισθωτού και του προς ον η μεταβίβασις και έγγραφος αναγγελία της συμβάσεως υπό του μεταβιβάζοντος προς τον εκμισθωτήν περιέχουσα τους όρους ταύτης. «5.Επιτρέπεται η πρόσληψη συνεταίρου και η συστέγαση φαρμακείων–και φαρμακαποθηκών-ως και η παραχώρηση του μισθίου στις εταιρείες που προβλέπονται από τα άρθρ. 6 και 8 του νόμ. 328/1976 και των άρθρ. 7 και 8 του νόμ. 1963/1991, χωρίς μεταβολή στη μισθωτική σχέση. Αντίγραφο του καταστατικού της εταιρείας που συνιστάται επιδίδεται στον εκμισθωτή μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση. Σε περίπτωση αποχώρησης οποιουδήποτε από τους συνεταίρους ή αποσυστέγασης, συνεχίζεται για τους παραμένοντες στο μίσθιο φαρμακοποιούς η μίσθωση, υπό τους όρους της αρχικής συμφωνίας, και αν δεν υπάρχει συμφωνία, κατά τις διατάξεις του νόμ. 813/1978, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον παρόντα νόμο». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 2 Νόμ. 2041/2-4 Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Α΄ 71), κατωτ. αριθ. 120, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 13 αυτού αρχίζει από 1-5-1992. Για τη συνέχιση των μισθώσεων από τους υπομισθωτές των ακινήτων ιδιοκτησίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών (Ν.Π.Δ.Δ.) αρμοδιότητας Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων βλέπε την παρ. 3 άρθρ. 34 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15Β 1 , σελ. 18, 16). 7.Ζ.α.93 Ενοικιοστάσιο Εκποίησις του μισθίου–Μίσθωσις παρά μη δικαιουμένου εις εκμίσθωσιν Άρθρ.7.-1.(Καταργήθηκε από το άρθρ. 3 Νόμ. 1229/12-17 Φεβρ. 1982, ΦΕΚ Α΄ 17, (κατωτ. αριθ. 104). 2.Επί εκμισθώσεως παρά μη δικαιουμένου εις εκμίσθωσιν, η μίσθωσις δεσμεύει τον κύριον ή τον νομέα του ακινήτου, εφ’ όσον ο μεν μισθωτής τελεί εκ καλή πίστει, κατά την σύναψιν της συμβάσεως, ο δε κύριος δεν διεμαρτυρήθη εγγράφως προς τον μισθωτήν εντός τριών μηνών αφ’ ης έλαβε γνώσιν της εκμισθώσεως. Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν το εκμισθωθέν ακίνητον είναι κληρονομιαίον, η κατά το προηγούμενον εδάφιον προθεσμία άρχεται από της μετά την αποδοχήν της κληρονομίας γνώσεως της εκμισθώσεως. Καταγγελία της μισθώσεως Άρθρ.8.-Η καταγγελία της μισθώσεως επιτρέπεται δια τους λόγους τους προβλεπομένους υπό του παρόντος νόμου και του Αστικού Κώδικος. Το άρθρ. 66 του Εισαγωγ. Νόμου του Κώδικος Πολ. Δικονομίας εφαρμόζεται και εν προκειμένω. Άρθρ.9.-1.Ο εκμισθωτής δύναται κατά πάντα χρόνον να καταγγείλη εγγράφως προ τριών μηνών την μίσθωσιν, εφ’ όσον το μίσθιον εκρίθη αρμοδίως ως ετοιμόρροπον και κατεδαφιστέον κατά μέγα και ουσιώδες μέρος αυτού. 2.Ο εκμισθωτής δύναται μετά την λήξιν του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως, εν πάση δε περιπτώσει όχι προ της παρελεύσεως τριετίας από της ενάρξεως της μισθώσεως, να καταγγείλη την μίσθωσιν δια χρήσιν του μισθίου προς άσκησιν των εν άρθρ. Ι υπό στοιχ. α΄ έως γ΄ δραστηριοτήτων, ή, προκειμένου περί των κατά το άρθρ. 2 μισθώσεων, προς άσκησιν των κατά το άρθρον τούτο δραστηριοτήτων υπό του εκμισθωτού, του κυρίου, των τέκνων ή συζύγου αυτών. (Ιδιόχρησις). Παραίτησις από του δικαιώματος καταγγελίας δια τον λόγον τούτον επιτρέπεται. «Προϋποθέσεις της καταγγελίας είναι η πρόθεσις και η δυνατότης ιδιοχρήσεως, ως και η άσκησις επί τριάκοντα μήνας του επαγγέλματος του εμπόρου ή δραστηριότητος προστατευομένης υπό του παρόντος. Η άσκησις του κατά το προηγούμενον εδάφιον επαγγέλματος ή δραστηριότητος δεν απαιτείται α)εις το πρόσωπον των κατιόντων του εκμισθωτού ή κυρίου εις περίπτωσιν καταγγελίας δι’ ιδιόχρησιν υπ’ αυτών και β)εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν το μίσθιον του οποίου επιδιώκεται δια της καταγγελίας η ιδιόχρησις, εκτήθη αυτό τούτο ή το οικόπεδον επί του οποίου ανηγέρθη, υπό του εκμισθωτού ή των τέκνων ή συζύγου αυτού εξ αγοράς δια συναλλάγματος εισαχθέντος εκ του εξωτερικού, αντιστοιχούντος εις τα δύο τρίτα τουλάχιστον της αξίας των ή η αξία των εκαλύφθη, κατά το αυτό ποσοστόν, δι’ εισαχθέντος συναλλάγματος». «γ.στο πρόσωπο εκείνου υπέρ του οποίου ασκείται καταγγελία για χρήση, προβλεπόμενη στα άρθρ. 1 παρ. 1 εδάφ. β΄ και γ΄ και 2 του παρόντος νόμου, αν αυτό έχει εγγραφεί στην οικεία κατά νόμο επαγγελματική οργάνωση ή έχει λάβει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, για όσους δεν προβλέπεται τέτοια εγγραφή». Η περίπτ. γ΄, προστέθηκε από την παρ. 10 άρθρ. 1 Νόμ. 1229/12-17 Φεβρ. 1982 (ΦΕΚ Α΄ 17), (κατωτ. αριθ. 104). β)Προς εγκατάστασιν εκπαιδευτηρίων και παιδικών σταθμών εν γένει. γ)Προς στέγασιν κλινικών και πάσης φύσεως νοσηλευτικών ιδρυμάτων. δ)Προς χρησιμοποίησιν αυτών ως όλως απαραιτήτων βοηθητικών χώρων ετέρων ακινήτων, εις τα οποία ασκούνται αι προβλεπόμεναι υπό του παρόντος άρθρου δραστηριότητες. Διακοπή της ασκήσεως των δραστηριοτήτων τούτων μέχρις έξ μηνών δεν αίρει την προστασίαν εκ του παρόντος. «ε.Προς στέγαση και λειτουργία φαρμακείων και φαρμακαποθηκών». Η περίπτ. ε΄ προστέθηκε ως άνω από το άρθρ. 36 παρ. 2 Νόμ. 1316/1983, τομ. 34Β σελ. 832, 45. 2.Επί μικτής χρήσεως δια την υπαγωγήν της μισθώσεως εις τα διατάξεις του παρόντος λαμβάνεται υπ’ όψιν η προέχουσα χρήσις του μισθίου. άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ.123. Το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Νόμ. 1229/12-17 Φεβρ. 1982, ΦΕΚ Α΄ 17, (κατωτ αριθ. 104). Με την παρ. 30 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.81.9.1994 (ΦΕΚ Α΄ 245), κατωτ. αριθ. 123, ορίστηκε ότι: Η αληθής έννοια του άρθρ. 9 παρ. 2, εδάφιο τέταρτο, περίπτ. α΄ του Νόμ. 813 /1978 είναι ότι δεν απαιτείται άσκηση επαγγέλματος εμπόρου επί 30 μήνες από το τέκνο, έστω και αν αυτό είναι συνιδιοκτήτης ή συνεκμισθωτής, ανεξάρτητα από το μέγεθος της μερίδος του. 3.Ο εκμισθωτής δύναται να καταγείλη την μίσθωσιν δι’ ανοικοδόμησιν του μισθίου υπ’ αυτού ή του κυρίου του μισθίου: α)Μετά την λήξιν του συμβατικού χρόνου, εκτός εάν ο χρόνος ούτος υπερβαίνη την δωδεκαετίαν, οπότε η καταγγελία της μισθώσεως δύναται να χωρήση μετά την πάροδον δώδεκα ετών από της ενάρξεως της μισθώσεως. β)Μετά πάροδον τριετίας από της ενάρξεως της μισθώσεως εις περίπτωσιν καθ’ ην ο συμβατικός χρόνος της μισθώσεως είναι μικρότερος της τριετίας ή πρόκειται περί μισθώσεως αορίστου διαρκείας. 4.Δια την επέλευσιν των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, κατά το άρθρ. 10 παρ. 3, απαιτείται η επίδοσις υπό του καταγγείλαντος προς τον μισθωτήν αντιγράφου της περί ανοικοδομήσεως του μισθίου αδείας του αρμοδίου Πολεοδομικού Γραφείου. «Η επίδοση αυτή γίνεται μέχρι την πρώτη συζήτηση της σχετικής αγωγής απόδοσης μισθίου, αλλιώς η καταγγελία είναι ανίσχυρη». Το άνω μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο, προστέθηκε από την παρ. 11 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. (Αντί για τη σελ. 332,04803(α) Σελ. 332.04803(β) Τεύχος 1256-Σελ. 67 Ενοικιοστάσιο 7.Ζ.α.93 5.Καταγγελία μισθώσεως ακαλύπτου χώρου δι’ ανοικοδόμησιν δύναται να γίνη μετά την παρέλευσιν του συμβατικού χρόνου, εν πάση δε περιπτώσει, μετά παρέλευσιν έτους από της ενάρξεως της μισθώσεως, τα έννομα αποτελέσματα δε αυτής επέρχονται μετά παρέλευσιν μηνός από ταύτης. Η διάταξις της παρούσης παραγράφου δεν έχει εφαρμογήν επί μισθώσεων ακαλύπτων χώρων προς εγκατάστασιν επιχειρήσεων των οποίων η λειτουργία, ως εκ της φύσεως αυτών, είναι αδύνατος ή ιδιαζόντως δυσχερής εντός κεκαλυμμένων χώρων, ως και επί μισθώσεων ακαλύπτων χώρων χρησιμοποιουμένων υπό του μισθωτού δια την λειτουργίαν υπαιθρίων κινηματογράφων ή θεάτρων. 6.Επί ακαλύπτων χώρων ανηκόντων κατά κυριότητα εις Δήμους ή Κοινότητας, χωρεί καταγγελία μετά την λήξιν του συμβατικού χρόνου, εφ’ όσον δι’ αποφάσεως του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου εγκρινομένης υπό του αρμοδίου Νομάρχου, ήθελον κριθή ως χώροι δημιουργίας πρασίνου, πλατειών ή εγκαταστάσεων ψυχαγωγίας, των κατοίκων των περιοχών των Δήμων και Κοινοτήτων, ή δι’ ανοικοδόμησιν. Επί των περιπτώσεων τούτων τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά παρέλευσιν τριών μηνών από ταύτης. Επί των καταγγελιών τούτων έχουν ανάλογον εφαρμογήν και αι διατάξεις των παρ. 4 έως 6 του άρθρ. 13 του παρόντος νόμου. 7.Εις περίπτωσιν πτωχεύσεως του μισθωτού, ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλη εγγράφως την μίσθωσιν προ τριών μηνών από της δια τελεσιδίκου αποφάσεως κηρύξεως της πτωχεύσεως, ή, επί κηρύξεως εις πτώχευσιν αιτήσει του μισθωτού, από της δημοσιεύσεως της περί ταύτης αποφάσεως. «8.Δήμος ή Κοινότης και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα, ιδρύματα και επιχειρήσεις δύνανται μετά την λήξιν του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως να καταγγείλουν την μίσθωσιν ταύτην, εφ’ όσον το μίσθιον θα χρησιμοποιηθεί δια εγκατάστασιν και λειτουργίαν των εν γένει υπηρεσιών των. Δια την εφαρμογήν της παραγράφου αυτής έκαστος δήμος ή κοινότης λογίζεται ως έν και το αυτό πρόσωπον μετά των εξ αυτού εξαρτωμένων δημοτικών ή κοινοτικών νομικών προσώπων, ιδρυμάτων και επιχειρήσεων είτε η καταγγελία γίνεται υπό του οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως είτε υπό του νομικού προσώπου, ιδρύματος ή επιχειρήσεως». «Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και υπέρ του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Σε κάθε περίπτωση μη πραγματοποίησης της στέγασης των υπηρεσιών μέσα σε ένα (1) χρόνο από την απόδοση του μισθίου, ο μισθωτής δικαιούται επανεγκατάστασης και αποζημίωσης». Το άνω μέσα σε « » τρίτο εδάφιο, προστέθηκε από την παρ. 12 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.81.9.1994 (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. Σελ. 332,04804(β) Τεύχος 1256–Σελ. 68 Η παρ. 8 προστέθηκε από το άρθρ. 10 Νόμ. 1229/12-17 Φεβρ. 1982, ΦΕΚ Α΄ 17, (κατωτ. αριθ. 104). Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 άρθρ. 4 Νόμ. 2324/1995 (ΦΕΚ Α΄ 146), Τόμ. 12Α, σελ. 282,416, οι διατάξεις της άνω παρ. 8 ισχύουν και για το «Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε.». 7.Ζ.α.93 Ενοικιοστάσιο «9.Σε περίπτωση άσκησης στο μίσθιο επαγγέλματος που προστατεύεται από το νόμο αυτόν ή μικτής χρήσης (επαγγελματική στέγη και κατοικία), αν ο εκμισθωτής ή ο κύριος του μισθίου, σύζυγός τους ή ενήλικο τέκνο τους δεν έχει, για ένα τουλάχιστον έτος πριν από την άσκηση του δικαιώματός του, ιδιόκτητη κατοικία στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της που να καλύπτει τις οικογενειακές ή ατομικές ανάγκες στέγασής τους, ο εκμισθωτής ή, αν κατά τη διάρκεια του μισθωτικού χρόνου έγινε μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου, ο νέος κύριος, μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου για ιδιοκατοίκηση, μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, εφ’ όσον το μίσθιο είναι κατάλληλο για κατοικία. Στην περίπτωση αυτήν α)τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά από οκτώ μήνες από την επίδοσή της στο μισθωτή, β)ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή ως αποζημίωση το κατά το χρόνο της καταγγελίας καταβαλλόμενο μίσθωμα οκτώ μηνών. Το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να αυξήσει την αποζημίωση μέχρι του ποσού δεκαοκτώ μηνιαίων μισθωμάτων, γ)ο εκμισθωτής υποχρεώνεται να ιδιοχρησιμοποιήσει το μίσθιο ως κατοικία αυτού ή των προσώπων που προαναφέρονται για χρονική περίοδο τουλάχιστον τριών ετών και δ)αν η καταγγελία ασκείται υπέρ πολύτεκνης οικογένειας, αναπήρων, ατόμων που πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο ή χηρών με ανήλικα τέκνα, το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, δικαιούται να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης ή το χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Νόμ. 813/1978 όπως ισχύει. Τα ίδια ισχύουν και τις αγωγές που ασκήθηκαν με βάση τη διάταξη που τροποποιείται με τον παρόντα νόμο». Η παρ. 9 που είχε προστεθεί από το άρθρ. 3 Νόμ. 1861/89, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 22 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), Τόμ. 6, σελ. 146,07. Άρθρ.10.-1.Εάν η κατά το άρθρ. 9 παρ. 2 και 3 καταγγελία γίνεται υπέρ του κυρίου, των τέκνων ή συζύγου αυτών, απαιτείται συναίνεσις του κυρίου. 2.Η καταγγελία της μισθώσεως και η συναίνεσις του κυρίου γίνονται εγγράφως και επιδίδονται εις τον μισθωτήν. «3.Τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας εις τας περιπτώσεις του άρθρ. 9 παρ. 2 και 3 επέρχονται μετά εξάμηνον από ταύτης. «Ειδικώς στην περίπτωση καταγγελίας για ιδιόχρηση από κατιόντες του εκμισθωτή ή κυρίου και εφόσον δεν συντρέχει στο πρόσωπό τους η κατ’ άρθρ. 9 παρ. 2 προϋπόθεση της άσκησης επαγγέλματος επί 30 μήνες, τα αποτελέσματα επέρχονται μετά 18 μήνες από αυτή». Το δικαστήριον, αιτήσει του μισθωτού, δύναται, εκτιμών τας κατά περίπτωσιν ειδικάς συνθήκας, να επιμηκύνει τον χρόνον επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μέχρι έξ μηνών εις εκατέραν των περιπτώσεων. Το άνω μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 13 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994 (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 Νόμ. 1229/12-17 Φεβρ. 1982 (ΦΕΚ Α΄ 17) (κατωτ. αριθ. 104). 4.Εις τας περιπτώσεις του άρθρ. 9 παρ. 3 επιτρέπεται αντίθετος συμφωνία κατά την κατάρτισιν της συμβάσεως. Άρθρ.11.-«1.Η καταγγελία της μισθώσεως λόγω ιδιοχρήσεως είναι ανίσχυρος αν κατά τον χρόνον ταύτης ο καταγγέλλων ή ο υπέρ ου η καταγγελία είναι κύριος εν όλω και ετέρου ακινήτου εις την περιοχήν εις την οποίαν κείται το μίσθιον, ελευθέρου ή ιδιοχρησιμοποιουμένου και καταλλήλου δια την, περί ης η καταγγελία χρήσιν ή εντός του τελευταίου προ της καταγγελίας έτους εξεμίσθωσε τοιούτον ακίνητον». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 6 Νόμ. 1229/12-17 Φεβρ. 1982 (ΦΕΚ Α 17) (κατωτ. αριθ. 104). Η κυριότητα ετέρου ακινήτου αρκεί να συντρέχει είτε στο πρόσωπο του εκμισθωτή, είτε στο πρόσωπο του υπέρ ου η καταγγελία». Το άνω μέσα σε « » εδάφιο δεύτερο, προστέθηκε από την παρ. 14 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994 (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. «2.Η καταγγελία είναι ανίσχυρη, αν εντός έξι (6) μηνών από την επέλευση των αποτελεσμάτων της δεν ασκηθεί αγωγή για απόδοση του μισθίου. Στην περίπτωση αυτή νέα καταγγελία επιτρέπεται μετά την παρέλευση τριετίας από την πρώτη καταγγελία. (Αντί για τη σελ. 332,0481(γ) Σελ. 332,0481(δ) Τεύχος 1190-Σελ. 47 Ενοικιοστάσιο 7.Ζ.α.93 3.Στις περιπτώσεις του άρθρ. 9 παρ. 2, δεν επιτρέπεται καταγγελία προκειμένου περί ομόρων ακινήτων, που μισθώθηκαν από τον ίδιο μισθωτή μαζί με άλλα συνεχόμενα ακίνητα, που ανήκουν στον ίδιο ή σε άλλους κυρίους ή εκμισθωτές, για ενιαία συνενωμένη χρήση τους από το μισθωτή, εάν η αφαίρεση του τμήματος που αφορά η καταγγελία καθιστά κατά την κρίση του δικαστηρίου αδύνατη ή ιδιαζόντως δυσχερή τη λειτουργία της επιχείρησης στα υπόλοιπα μισθία, η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται, αν η καταγγελία αφορά το 75% του συνόλου της μισθωμένης επιφάνειας. 4.Σε περίπτωση καταγγελίας της μίσθωσης για ιδιόχρηση, ο εκμισθωτής μπορεί, μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής απόδοσης του μισθίου, να ανακαλέσει την καταγγελία με μονομερή του δήλωση προς το μισθωτή. Μεταγενέστερη ανάκληση είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν συναινεί ο μισθωτής. Σε περίπτωση ανάκλησης της καταγγελίας, ο εκμισθωτής ή ο διάδοχός του στη μισθωτική σχέση στερείται του δικαιώματος της εκ νέου καταγγελίας της μίσθωσης για ιδιόχρηση επί μία τετραετία από την καταγγελία που ανακλήθηκε». Οι παρ. 2, 3 και 4, αντικαταστάθηκαν ως άνω, από την παρ. 15 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.81.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. Η άνω παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε, εφαρμόζεται ανάλογα και στις περιπτώσεις λήξης της μίσθωσης, βάσει των εδάφ. α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 1 και των παρ. 3, 6 και 7, του άρθρ. 5 Νόμ. 2041/1992 (ΦΕΚ Α΄ 71, ανωτ. αριθ. 120), όπως οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν και προστέθηκαν από τις παρ. 2, 3, και 4 του άρθρ. 2 του ιδίου Νόμου 2235/94 (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. «5.Η κήρυξη ως διατηρητέου εσωτερικού χώρου καταστήματος και του τυχόν κινητού εξοπλισμού δεν στερεί από τον εκμισθωτή τη δυνατότητα άσκησης των προβλεπόμενων από το Νόμ. 813/1978 άρθρ. 9 παρ. 2 και 10 δικαιωμάτων του». Η παρ. 5 προστέθηκε από την παρ. 4 άρθρ. 1 Νόμ. 1930/15-15 Φεβρ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 20). «Άρθρ.12.-Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της συμβάσεως να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά πάροδο έξι μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση αυτήν ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών». Το άρθρ. 12 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Νόμ. 2041/2-4 Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Α΄ 71), κατωτ. αριθ. 120, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 13 αυτού αρχίζει από 1-51992. Σελ. 332,0482(δ) Τεύχος 1190-Σελ. 48 Άρθρ.13.-«1.Εις περίπτωσιν καταγγελίας της μισθώσεως δια μεν τον κατά το άρθρ. 9 παρ. 2 λόγον, ο εκμισθωτής οφείλει εις τον μισθωτήν λόγω αποζημιώσεως το κατά τον χρόνον της καταγγελίας καταβαλλόμενον μίσθωμα δέκα έξ μηνών, δια δε τον κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου λόγον, το κατά τον χρόνον της καταγγελίας καταβαλλόμενον μίσθωμα δώδεκα μηνών. Αιτήσει του μισθωτού το δικαστήριον εκτιμών τας ειδικάς συνθήκας, ιδία δε τας δαπάνας μεταστεγάσεως του μισθωτού, τον χρόνον λειτουργίας της επιχειρήσεως εις το μίσθιον, τας τυχόν οφειλομένας υπό του μισθωτού αποζημιώσεις εις το προσωπικόν αυτού λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, ως και τον υπολειπόμενον χρόνον, κατά τον οποίον ούτος εδικαιούτο να παραμείνη εις το μίσθιον, δύναται να αυξήση το ποσόν της αποζημιώσεως, επί μεν καταγγελίας δι’ ιδιόχρησιν μέχρι τριάντα μηνιαίων μισθωμάτων, επί καταγγελίας δε δι’ ανοικοδόμησιν μέχρι δέκα οκτώ μηνιαίων μισθωμάτων. Εις την περίπτωσιν καταγγελίας δι’ ιδιόχρησιν υπό τους όρους της υπό στοιχ. β΄ περιπτώσεως της παρ. 2 του άρθρ. 9, αι κατά την παρούσαν παράγραφον καταβαλλόμεναι αποζημιώσεις περιορίζονται εις το ήμισυ». Αν το μίσθιο είναι υπομισθωμένο, δικαιούχος της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση ο μισθωτής υπεκμισθωτής». Το άνω μέσα σε « » εδάφιο τέταρτο προστέθηκε από την παρ. 17 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. «2.Η κατά το πρώτον εδάφιον της προηγουμένης παραγράφου αποζημίωσις εν περιπτώσει καταγγελίας δι’ ιδιόχρησιν είναι ίση προς τριάντα μηνιαία μισθώματα, εάν ασκηθή εις το μίσθιον εντός έτους από της αποδόσεώς του επιχείρησις ομοία προς την ασκουμένην υπό του μισθωτού, πλην αν το μίσθιον εκ κατασκευής είναι προωρισμένον δια την αυτήν χρήσιν. Το Δικαστήριον δύναται να αυξήση το ποσόν της αποζημιώσεως μέχρι σαράντα μηνιαίων μισθωμάτων υπό τας προϋποθέσεις του δευτέρου εδαφίου της προηγουμένης παραγράφου». Οι παρ 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από τις παρ. 1 και 2 άρθρ. 7 Νόμ. 1229/12-17 Φεβρ. 1982, ΦΕΚ Α΄ 17, (κατωτ. αριθ. 104). 3.Επί καταγγελίας της μισθώσεως ακαλύπτου χώρου ο εκμισθωτής δεν υποχρεούται εις την καταβολήν των κατά τας προηγουμένας παραγράφους αποζημιώσεων. Η ιδιότης του ακαλύπτου χώρου δεν αίρεται εκ της υπάρξεως προχείρων ή βοηθητικών επ’ αυτού κτισμάτων ή κατασκευών. Η διάταξις της παρούσης παραγράφου δεν έχει εφαρμογήν επί μισθώσεων ακαλύπτων χώρων προς εγκατάστασιν επιχειρήσεων των οποίων η λειτουργία, ως εκ της φύσεως αυτών, είναι αδύνατος ή ιδιαζόντως δυσχερής εντός κεκαλυμμένων χώρων, ως και επί μισθώσεων ακαλύπτων χώρων χρησιμοποιουμένων υπό του μισθωτού δια την λειτουργίαν υπαιθρίων κινηματογράφων ή θεάτρων. 7.Ζ.α.93 Ενοικιοστάσιο Ενοικιοστάσιο 7.Ζ.α.93 «4.Ο εκμισθωτής οφείλει εις τον μισθωτήν λόγω αποζημιώσεως: α)Το κατά τον χρόνον της καταγγελίας καταβαλλόμενον μίσθωμα τριάντα μηνών, εάν, εντός 6 μηνών από της αποδόσεως του μισθίου εις μεν την περίπτωσιν της καταγγελίας δι’ ανοικοδόμησιν δεν προβή εις την έναρξιν των εργασιών θεμελιώσεως της νέας οικοδομής, εις δε την περίπτωσιν της καταγγελίας δι’ ιδιόχρησιν δεν χρησιμοποιήση το μίσθιον. β)Το κατά τον χρόνον της καταγγελίας καταβαλλόμενον μίσθωμα πενήντα μηνών, εάν, εντός διετίας από της αποδόσεως του μισθίου εις τας ως άνω περιπτώσεις, εκμισθώση τούτο ή παραχωρήση καθ’ οιονδήποτε τρόπον προς τρίτον την χρήσιν αυτού. Δεν θεωρείται παραχώρησις εις τρίτον, κατά την έννοιαν της παρούσης διατάξεως, η παραχώρησις υπό των συνεκμισθωτών της χρήσεως ακινήτου εις προσωπικήν εταιρείαν και Εταιρείαν Περιορισμένης Ευθύνης, εις την οποίαν μετέχουν αποκλειστικώς ούτοι. Με το άρθρ. 10 Νόμ. 1847/25-27 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 105), (τόμ. ΙΑ σελ. 152,38), ορίστηκε ότι: Ο περιορισμός του άρθρ. 13 παρ. 4 εδάφ. β΄ του νόμ. 813/1978, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 8 του νόμ. 1229/1982, δεν ισχύει από την ημερομηνία προκήρυξης των εκλογών ή την έναρξη της προεκλογικής περιόδου και μέχρι την μεθεπόμενη της διεξαγωγής τους, εφ’ όσον το μίσθιο παραχωρείται σε υποψήφιο βουλευτή της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το μίσθιο, για τις εκλογικές του ανάγκες χωρίς αντάλλαγμα. Το τελευταίο αυτό βεβαιώνεται με υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη και του υποψήφιου βουλευτή προς το Υπουργείο Εσωτερικών και την αρμόδια οικονομική εφορία του ιδιοκτήτη. Κατά το διάστημα αυτό αναστέλλεται η εξάμηνη προθεσμία προς ιδιόχρηση που προβλέπεται από το εδάφ. α΄ του ίδιου άρθρου. 5.Εις τας περιπτώσεις της παρ. 4 ο μισθωτής δύναται να ζητήση και την αποκατάστασιν πάσης περαιτέρω αποδεικνυομένης ζημίας του. Το δικαστήριον, τη αιτήσει του μισθωτού, διατάσσει και την επανεγκατάστασιν αυτού εις το μίσθιον υπό τους όρους της καταγγελθείσης μισθώσεως. Εις περίπτωσιν επανεγκαταστάσεως, ο μισθωτής έχει δικαίωμα προσλήψεως συνεταίρου. Η κατά του εκμισθωτού απόφασις προς παράδοσιν της χρήσεως του μισθίου εκτελείται και κατά του προς ον παραχωρείται η χρήσις, εφαρμοζομένων αναλόγως εν προκειμένω και των διατάξε(Αντί για τη σελ. 332,049(η) Σελ. 332,049(θ) Τεύχος 1190-Σελ. 49 ων της παρ. 4 του άρθρ. 23 του παρόντος». Οι παρ. 4 και 5 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 8 Νόμ. 1229/12-17 Φεβρ. 1982 (ΦΕΚ Α΄ 17), (κατωτ. αριθ. 104). 6.Ο εκμισθωτής δεν υποχρεούται εις την κατά την παρ. 4 του παρόντος άρθρου αποζημίωσιν: α)εάν αποδείξη ότι η καθυστέρησις της ενάρξεως των εργασιών θεμελιώσεως της νέας οικοδομής ή η μη χρησιμοποίησις του μισθίου εντός έξ μηνών από της αποδόσεως οφείλονται εις γεγονός, δια το οποίον δεν υπέχει ευθύνην, β)εάν αποδείξη, ότι η εντός διετίας εκμίσθωσις ή η παραχώρησις εις τρίτον της χρήσεως του μισθίου εγένετο, εις μεν την περίπτωσιν ανοικοδομήσεως διότι αύτη απηγορεύθη, εις δε την περίπτωσιν ιδιοχρήσεως διότι ο υπέρ ου η καταγγελία κατέστη μεταγενεστέρως ανίκανος κατά ποσοστόν ανώτερον των 60% προς άσκησιν ταύτης. «7.Επί καταγγελίας μισθώσεως ακινήτου εις το οποίον ασκείται βιοτεχνική επιχείρησις, ο εκμισθωτής, πέραν των αποζημιώσεων των προβλεπομένων υπό του παρόντος, υποχρεούται και εις καταβολήν προς τον μισθωτήν του και των δαπανών του δια την εις έτερον μίσθιον νέαν ηλεκτρικήν εγκατάστασιν της αυτής δυνάμεως, δια την συνέχισιν λειτουργίας της επιχειρήσεώς του. Το δικαστήριον δύναται να διατάξει την παροχήν εγγυήσεως, ότι ο εκμισθωτής θα καταβάλη τας ανωτέρω δαπάνας αποδεικνυομένας δι’ εκκαθαρισμένου λογαριασμού της ΔΕΗ». Η παρ. 7 προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 7 Νόμ. 1229/12-27 Φεβρ. 1982, ΦΕΚ Α΄ 17, (κατωτ. αριθ. 104). Άρθρ.14.-Δια την απαλλαγήν από της υποχρεώσεως προς αποζημίωσιν κατά την διάταξιν της παρ. 6 στοιχ. β΄ του προηγουμένου άρθρου ο εκμισθωτής υποχρεούται, ευθύς ως λάβει γνώσιν του λόγου του συνεπαγομένου αδυναμίαν ιδιοχρήσεως ή ανοικοδομήσεως του μισθίου, όπως ειδοποιήση περί τούτου εγγράφως τον μισθωτήν εις την υπ’ αυτού δηλωθείσαν διεύθυνσιν κατοικίας, καλών αυτόν όπως δήλωση εάν επιθυμή την επανεγκατάστασίν του εις το μίσθιον υπό τους όρους της λυθείσης συμβάσεως. Ο μισθωτής εκπίπτει του δικαιώματος επανεγκαταστάσεως, εάν δεν δηλώση εγγράφως εντός τριών μηνών από της ειδοποιήσεως, ότι επιθυμεί την επανεγκατάστασίν του. Από της δηλώσεως ταύτης ο μισθωτής υποχρεούται εις την καταβολήν του μισθώματος. «Άρθρ.15.-Ο εκμισθωτής υποχρεούται να καταβάλει τις αποζημιώσεις του άρθρ. 13 παρ. 1 σε κάθε περίπτωση, πριν από την απόδοση του μισθίου, αλλιώς ο μισθωτής δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση». Το άρθρ. 15, αντικαταστάθηκε ως άνω, από την παρ. 18 άρθρ. 2, Νόμ. 2235/31.8.-1.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. Σελ. 332,050(θ) Τεύχος 1190-Σελ. 50 Ανάρτησις πινακίδων-Επισκέψεις του μισθίου Άρθρ.2.-1.Εις τας διατάξεις του παρόντος υπάγονται, κατά τα ειδικώτερον εις το άρθρ. 28 οριζόμενα, και αι μισθώσεις ακινήτων, αι οποίαι συνάπτονται προς στέγασιν δικηγορικών γραφείων, ιατρείων, οδοντιατρείων, ως και γραφείων διπλωματούχων μηχανικών και υπομηχανικών και των προς τούτους εξομοιουμένων κατά τας περί αυτών ειδικάς διατάξεις. «2.Εις τας διατάξεις του παρόντος υπάγονται και αι μισθώσεις ακινήτων προς στέγασιν γραφείων δικαστικών επιμελητών, κτηνιατρείων και λογιστικών γραφείων, εφαρμοζομένων και επί τούτων των διατάξεων του άρθρ. 7 του Νόμ. 1219/1981». Η παρ. 2 προστέθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 11 Νόμ. 1229/12-17 Φεβρ. 1982, ΦΕΚ Α΄ 17, (κατωτ. αριθ. 104). (2) 3.Η παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου έχει εφαρμογήν και επί των κατά το παρόν άρθρον μισθώσεων. Η παρ. 2 έλαβε τον αριθ. 3 από την παρ. 2 Άρθρ.16.-1.Ο εκμισθωτής δικαιούται επί έξ μήνας προ της λήξεως της μισθώσεως να αναρτά εις το μίσθιον πινακίδα περί εκμισθώσεως του ακίνητου μετά την λήξιν της μισθώσεως. Εις την πινακίδα πρέπει να ορίζεται ο χρόνος από του οποίου προσφέρεται το ακίνητον προς μίσθωσιν. 2.Ο μισθωτής υποχρεούται επί έξ μήνας προ της λήξεως της μισθώσεως να επιτρέπη την επίσκεψιν του ακινήτου εις τους ενδιαφερομένους δια την μίσθωσιν τούτου. Ο χρόνος και οι λοιποί όροι των επισκέψεων καθορίζονται υπό των μερών, ελλείψει δε συμφωνίας, υπό του δικαστηρίου. 3.Ο μισθωτής δικαιούται επί έξ μήνας από της αποχωρήσεώς του εκ του μισθίου να αναρτά εις τούτο πινακίδα περί της νέας του εγκαταστάσεως. Προτίμησις μισθωτού επί ανοικοδομήσεως ακινήτου Άρθρ.17.-Επί εφ’ εξής καταγγελιών δι’ ανοικοδόμησιν, ο μισθωτής, κατόπιν δηλώσεώς του, προτιμάται, επί ίσοις όροις, έναντι παντός υποψηφίου μισθωτού εις την μίσθωσιν χώρων του ανοικοδομηθέντος ακινήτου κυριότητος του εκμισθωτού ή του κυρίου αυτού, δια τους οποίους ούτοι δεν έχουν αναλάβει, μέχρις επιδόσεως της δηλώσεως του μισθωτού, υποχρέωσιν μεταβιβάσεως τούτων δια συμβολαιογραφικού εγγράφου. «Οι διατάξεις του άρθρ. 22 εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω». Το άνω μέσα σε « » εδάφιο δεύτερο αντικαταστάθηκε, ως άνω, από την παρ. 19 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. 7.Ζ.α.93 Ενοικιοστάσιο Παράτασις της μισθώσεως «Άρθρ.18.-1.Ο μισθωτής κατά τη λήξη της μισθώσεως έχει δικαίωμα για μια φορά να την παρατείνει για τόσο χρόνο, όσος υπολείπεται για τη συμπλήρωση «δώδεκα» συνολικά ετών από την έναρξή της. 2.Οι συμβαλλόμενοι έχουν δικαίωμα κατά τη διάρκεια της μισθώσεως να ορίσουν χρόνο παρατάσεως διαφορετικό από τον προβλεπόμενο στην προηγούμενη παράγραφο. Η σχετική συμφωνία αποδεικνύεται με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας. Στην περίπτωση αυτήν, αν με το συμφωνημένο χρόνο παρατάσεως συμπληρώνεται συνολικός χρόνος διάρκειας της μισθώσεως μεγαλύτερος από «δώδεκα» έτη, περαιτέρω παράταση δεν χωρεί». Η μέσα σε « » λέξη δώδεκα, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 20 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994 (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. Το άρθρ. 18 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Νόμ. 2041/2-4 Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Α΄ 71), κατωτ. αριθ. 120, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 13 αυτού αρχίζει από 1-51992. Άρθρ.19.-1.Το κατά το προηγούμενον άρθρον δικαίωμα της παρατάσεως ασκείται, επί ποινή εκπτώσεως, δι’ εγγράφου δηλώσεως προς τον εκμισθωτήν έξ μήνας προ της λήξεως της μισθώσεως. Εις την δήλωσιν δέον να αναφέρεται η κατά την επομένην παράγραφον υποχρέωσις του εκμισθωτού και αι εκ της παραλείψεως ταύτης συνέπειαι. 2.Ο εκμισθωτής υποχρεούται να δηλώση εγγράφως προς τον μισθωτήν τέσσαρας τουλάχιστον μήνας προ της λήξεως της μισθώσεως, αν αποδέχεται ή αρνήται την παράτασιν. Οι λόγοι της αρνήσεως πρέπει να αναφέρωνται ειδικώς. Η παρέλευσις απράκτου της ανωτέρω προθεσμίας θεωρείται ως αποδοχή της παρατάσεως. Άρθρ.20.-«1. Ο εκμισθωτής δικαιούται να αρνηθεί την παράταση εάν συντρέχει λόγος καταγγελίας κατά τα άρθρ. 8 και 9 του παρόντος». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 10 Νόμ. 2041/2-4 Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Α΄ 71) κατωτ. αριθ. 120, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 13 αυτού αρχίζει από 1-5-1992. 2.Επί μισθώσεων, κατά τας οποίας εκμισθωτής είναι το Δημόσιον ή Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου ή Οργανισμός κοινής ωφελείας, οσάκις επιβάλλεται η σύναψις της μισθώσεως δια δημοπρασίας, κατά τας κειμένας διατάξεις, η δημοπρασία διενεργείται προ εξαμήνου τουλάχιστον από της λήξεως της μισθώσεως, η δε προσφορά του πλειοδότου, κοινοποιουμένη εν αντιγράφω προς τον μισθωτήν επιμελεία του εκμισθωτού, λογίζεται ως προσφορά τρίτου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του παρόντος. Άρθρ.21.-(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 10 Νόμ. 2041/2-4 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α΄ 71), κατωτ. αριθ. 120). Άρθρ.22.-Εάν ο μισθωτής αμφισβητή την βασιμότητα των λόγων αρνήσεως του εκμισθωτού, δικαιούται να ζητήση την υπό του δικαστηρίου αναγνώρισιν του αβασίμου τούτων, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μηνός από της εις αυτόν επιδόσεως της αρνήσεως του εκμισθωτού. Αμφισβήτησις της βασιμότητος των ως άνω λόγων κατ’ ένστασιν δεν επιτρέπεται, εκτός εάν η αγωγή περί αποδόσεως του μισθίου ησκήθη εντός της προθεσμίας του προηγουμένου εδαφίου. Εις περίπτωσιν απορρίψεως της κατά το πρώτον εδάφιον αγωγής, αποδίδεται το μίσθιον, και αν κατά της αποφάσεως ησκήθη ένδικον μέσον. Άρθρ.23.-(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 10 Νόμ. 2041/2-4-Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Α΄ 71), κατωτ. αριθ. 120). Παραίτησις από δικαιωμάτων Άρθρ.24.-Η παραίτησις οιουδήποτε των μερών από των εκ του παρόντος νόμου δικαιωμάτων κατά την κατάρτισιν της μισθώσεως είναι άκυρος, εφ’ όσον υπό τούτου δεν ορίζεται άλλως. Δικονομικαί διατάξεις άρθρ. 11 Νόμ. 1229/12-17 Φεβρ,. 1982, ΦΕΚ Α΄ 17, (κατωτ. αριθ. 104). Με το άρθρ. 7 Νόμ. 1219/1-8 Οκτ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 297) ορίστηκε ότι: «Μισθώσεις περί ων τα άρθρ. 2 του Νόμ. 813/1978 και 13 του Νόμ. 834/1978 (τόμ. 6Α σελ. 422,394) λήξασαι μέχρι της ενάρξεως ισχύος του παρόντος, ως και μισθώσεις υφιστάμεναι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος, λήγουσαι δε οπωσδήποτε μέχρι της 31ης Αυγ. 1984, παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι της ημερομηνίας ταύτης, υπόκεινται δε εις περαιτέρω παράτασιν κατά τα άρθρ. 18 και επ. του Νόμ. 813/1978 μέχρι συμπληρώσεως τεσσάρων εν συνόλω ετών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος». Στις μισθώσεις του άρθρ. 7 Νόμ. 1219/81 εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 3 άρθρ. 30 Νόμ. 813/1978, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρ. Ι Νόμ. 1417/25-27 Φεβρ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 21). «4.Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων για τη στέγαση γραφείων άμισθων υποθηκοφυλακείων». Η παρ. 4 προστέθηκε από το άρθρ. 2 Νόμ. 1861/28-29 Αυγ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 193). «5.Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων, οι οποίες συνήφθησαν ή συνάπτονται για τη στέγαση και την άσκηση της δραστηριότητας των αναγνωρισμένων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, των υπαγομένων στις διατάξεις του α.ν. 2039/1939». Η παρ. 5 προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 6 Νόμ. 1898/17-17 Σεπτ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 125), κατωτ. αριθ. 116, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 9 αυτού αρχίζει από 1-9-1990. ΄Αρθρ.25.-Πάσα διαφορά εκ μισθώσεως ρυθμιζομένης υπό του παρόντος νόμου υπάγεται εις την αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου ή του ειρηνοδικείου, αναλόγως του ποσού του καταβαλλομένου μισθώματος, κατά τας διακρίσεις των άρθρ. 14 παρ. 1 εδάφ. β΄ και 16 άριθ. 1 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Εις την αρμοδιότητα των ως άνω δικαστηρίων υπάγονται και αι διαφοραί εκ παρεπομένων της μισθώσεως συμβάσεων, ως και αι των άρθρ. 601 του Αστικού Κώδικος και 23 του παρόντος νόμου. Αι κατά τα προηγούμενα εδάφια διαφοραί εκδικάζονται κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 647 έως 662 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. «Άρθρ.26.-Σε δίκες επί διαφορών του παρόντος νόμου, οι προϊστάμενοι των Δ.Ο.Υ. υποχρεούνται να χορηγούν στους έχοντες έννομο συμφέρον, αποκλειστικά για δικαστική χρήση, αντίγραφο συμβάσεων μίσθωσης και βεβαιώσεις για το ύψος της αντικειμενικής αξίας μισθίων ακινήτων, όπου δε δεν ισχύει το σύστημα αυτό, συγκριτικά στοιχεία της αγοραίας αξίας τους, δικαιούμενοι να ζητήσουν υπεύθυνη δήλωση για την αποκλειστικότητα της δικαστικής χρήσης». Το άρθρ. 26, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 21 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1993, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. (Αντί για τη σελ. 332,051(θ) Σελ. 332,051(ι) Τεύχος 1190-Σελ. 51 Ενοικιοστάσιο 7.Ζ.α.93 Παραγραφή Άρθρ.27-1.Αι περί αποζημιώσεως αξιώσεις εκ του παρόντος νόμου υπόκεινται εις πενταετή παραγραφήν, αρχομένην άμα τη λήξει του έτους καθ’ ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις. «2.Η κατά το άρθρ. 13 παρ. 5 αξίωση για επανεγκατάσταση υπόκειται σε ετήσια παραγραφή, αρχόμενη από τότε που γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη». Ειδικαί διατάξεις περί μισθώσεων γραφείων προς άσκησιν ελευθερίου επαγγέλματος Άρθρ.28.-1.Αι κατά το άρθρ. 2 μισθώσεις ισχύουν δια τρία έτη και αν έχουν συναφθή δια βραχύτερον ή αόριστον χρόνον, δύνανται δε να λυθούν δια νεωτέρας συμφωνίας αποδεικνυομένης δι’ εγγράφου βεβαίας χρονολογίας. Επί των μισθώσεων τούτων ο μισθωτής δικαιούται κατά την λήξιν των εις παράτασιν της συμβάσεως δια χρόνον ίσον προς τον υπολειπόμενον δια την συμπλήρωσιν τεσσάρων εν συνόλω ετών από της ενάρξεως της μισθώσεως, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρ. 18 επ. του παρόντος. 2.Επί των κατά την προηγουμένην παράγραφον μισθώσεων καταγγελία λόγω ιδιοχρήσεως ή ανοικοδομήσεως του μισθίου χωρεί υπό τας προϋποθέσεις του άρθρ. 9, εν πάση δε περιπτώσει όχι προ της παρελεύσεως δέκα οκτώ μηνών από της ενάρξεώς των. 3.Μισθώσεις περί ων αι προηγούμεναι παράγραφοι, λήξασαι μέχρι της ενάρξεως ισχύος του παρόντος, ως και μισθώσεις λήγουσαι μέχρι της 31 Αυγ. 1981, παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι της ημερομηνίας ταύτης, εφ’ όσον ο μισθωτής ευρίσκεται κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος εν τη χρήσει του μισθίου, υπόκεινται δε εις περαιτέρω παράτασιν, κατά τα άρθρ. 18 επ., μέχρι συμπληρώσεως τεσσάρων εν συνόλω ετών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. 4.Αι λοιπαί διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των, περί ων το παρόν άρθρον, μισθώσεων. Εφαρμογή του Αστικού Κώδικος Άρθρ.29.-Αι κατά τον παρόντα νόμον μισθώσεις, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως εις αυτόν, διέπονται υπό των συμβατικών περί αυτών όρων και των διατάξεων του Αστικού Κώδικος. Σελ.332,052 (ι) Τεύχος 1190-Σελ. 52 7.Ζ.α.93 Ενοικιοστάσιο Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.30.-1.Μισθώσεις περί ων το άρθρ. 1 του παρόντος, λήγουσαι την 31 Αυγ. 1978, ως και μισθώσεις λήγουσαι οπωσδήποτε μέχρι της 31 Αυγ. 1984, παρατείνονται αυτοδικαίως, μέχρι της ημερομηνίας ταύτης. 2.Επί των μισθώσεων της παρ. 1 ο εκμισθωτής έχει από του χρόνου ενάρξεως της παρατάσεως δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά το άρθρ. 5, ανεξαρτήτως παρελεύσεως διετίας από της τελευταίας αναπροσαρμογής. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν δύναται να ζητηθή αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου μισθώματος προ της παρελεύσεως έτους από της τελευταίας αναπροσαρμογής. «3.Μισθώσεις που παρατάθηκαν κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου ως και μισθώσεις που λήγουν συμβατικώς ή λόγω παρόδου του υπό του νόμου ορισμένου χρόνου μέχρι 31 Αυγ. 1986 παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι της ημερομηνίας αυτής. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και επί των μισθώσεων που αναφέρονται στο άρθρ. 7 του Νόμ. 1219/81». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Νόμ. 1417/25-27 Φεβρ, 1984 (ΦΕΚ Α΄ 21). Με το άρθρ. 4 Νόμ. 1598/31 Μαΐου-6 Ιουν. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 73), κατωτ. αριθ. 110, ορίστηκε ότι: «μισθώσεις που υπάγονται στις διατάξεις του Νόμ. 813/1978 «περί εμπορικών και ετέρων κατηγοριών μισθώσεων» και λήγουν σύμφωνα με τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι και 31-12-1987 παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι την ημερομηνία αυτή». Με το άρθρ. 16 Νόμ. 1738/18-20 Νοεμ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 200), τόμ. 1 σελ. 116,51 ορίστηκε ότι: «Μισθώσεις, που υπάγονται στις διατάξεις του Νόμ. 813/1978 «περί εμπορικών και ετέρων κατηγοριών μισθώσεων» και λήγουν σύμφωνα με τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι και 31 Αυγ. 1989, παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι την ημερομηνία αυτή με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρ. 4 του Νόμ. 813/1978». Με το άρθρ. 1 Νόμ. 1861/28-29 Αυγ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 193), ορίστηκε ότι: «Μισθώσεις, που υπάγονται στις διατάξεις του νομ. 813/1978 «Περί εμπορικών και ετέρων κατηγοριών μισθώσεων» (ΦΕΚ 137 Α΄) και λήγουν, σύμφωνα με τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι και 31 Αυγ. 1990, παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι την ημερομηνία αυτή, με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρ. 4 του νομ. 813/1978». Με την παρ. 1 άρθρ. 6 Νόμ. 1898/17-17 Σεπτ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 125), κατωτ. αριθ. 116, ορίστηκε ότι: Μισθώσεις που υπάγονται στις διατάξεις του νόμ. 813/1978 (ΦΕΚ 137/Α΄), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα και λήγουν, σύμφωνα με τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι και 31 Αυγ. 1991, παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι την ημερομηνία αυτή, με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρ. 4 του νόμ. 813/1978, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 9 αυτού αρχίζει από 1-9-1990. Για το χρόνο λήξης των μισθώσεων που υπάγονται στις διατάξεις του Νόμ. 813/78, βλ. άρθρ. 1 Νόμ. 1962/91 κατωτ. αριθ. 118. (Αντί για τη σελ. 332,053(δ) Σελ. 332,053(ε) Τεύχος 1115-Σελ. 121 Ενοικιοστάσιο 7.Ζ.α.93 Άρθρ.3.-Δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του παρόντος: α)Αι μισθώσεις αι οποίαι κατά την καλήν πίστιν και τα συναλλακτικά ήθη συνάπτονται συνήθως δια χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον το έτος. β)Αι μισθώσεις εις τας οποίας το μίσθιον χρησιμοποιείται ως οικοτροφείον, πλην των οίκων ευγηρίας. γ)Αι μισθώσεις χώρων εντός συνοριακών σταθμών ή περιοχών λιμένων ή αεροδρομίων. (Αντί για τη σελ. 332,047(ξα) Σελ. 332,047(ξβ) Τεύχος 1209-Σελ. 27 Ενοικιοστάσιο 7.Ζ.α.93 «δ)Οι μισθώσεις χώρων εντός δημοσίων, δημοτικών ή κοινοτικών κήπων και αλσών ανηκόντων εις το Δημόσιο, δήμους, ή κοινότητες, οι μισθώσεις χώρων εντός νεκροταφείων, οι μισθώσεις ακινήτων εντός αρχαιολογικών χώρων, και οι μισθώσεις εντός χώρων ανηκόντων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα». Η περίπτ. δ΄, που είχε αντικατασταθεί από το Άρθρ.31.-1.Μισθώσεις υπαχθείσαι εις την ρύθμισιν των εμπορικών μισθώσεων το πρώτον δια του παρόντος, διέπονται υπό των διατάξεων αυτού αν ο μισθωτής τελή εν τη κατοχή του μισθίου κατά την 31ην Αυγ. 1978, εφ’ όσον υπό του παρόντος δεν ορίζεται άλλως. Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί των μισθώσεων, περί ων η παρ. 3 του άρθρ. 8 του Νόμ. 52/1975, εφ’ όσον ο μισθωτής ή οι καθολικοί διάδοχοι αυτού τελούν εν τη κατοχή του μισθίου. 2.Εκκρεμείς δίκαι παντός βαθμού αφορώσαι την απόδοσιν μισθίων περί ων αι μισθώσεις της προηγουμένης παραγράφου καταργούνται. Δικαστικαί αποφάσεις, αφορώσαι τας μισθώσεις ταύτας και διατάσσουσαι την έξωσιν του μισθωτού λόγω μη προστασίας αυτού, μη εκτελεσθείσαι μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, δεν εκτελούνται πλην των περί εξόδων διατάξεων αυτών. 3.Καταγγελίαι μισθώσεων περί ων αι προηγούμεναι παράγραφοι, γενόμεναι μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος λόγω λήξεως του χρόνου των, είναι ανίσχυροι, εφ’ όσον κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος ο μισθωτής ευρίσκεται εν τη χρήσει του μισθίου. Άρθρ.32.-1.Καταγγελίαι γενόμεναι μέχρι της 21ης Ιουλ. 1978, διέπονται ως προς τας ουσιαστικάς προϋποθέσεις και τα έννομα αποτελέσματα αυτών υπό των διατάξεων αι οποίαι ίσχυον κατά τον χρόνον καθ’ ον εγένοντο. 2.Επί καταγγελιών λόγω ιδιοχρήσεως, αι οποίαι ανεκλήθησαν μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, δεν χωρεί νέα καταγγελία δια τον αυτόν λόγον έναντι του αυτού μισθωτού επί τετραετίαν από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. 3.Επί μισθώσεων υφισταμένων κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος χωρεί καταγγελία υπό του δικαιουμένου εις ταύτην, δι’ ανοικοδόμησιν ή ιδιόχρησιν του μισθίου, εφ’ όσον παρήλθεν ο συμβατικός χρόνος. 4.Μέχρι της 31ης Δεκ. 1979 αναστέλλεται η εκτέλεσις δικαστικών αποφάσεων περί εξώσεως, εκδοθεισών βάσει της παρ. 1 του άρθρ. 7 του νόμ. 52/1975 και μήπω εκτελεσθεισών μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. Άρθρ.33.-1.Το άρθρ. 27 έχει εφαρμογήν και επί γεγενημένων και μη παραγραφεισών μέχρις ενάρξεως της ισχύος του παρόντος αξιώσεων. 2.Αι παρ. 1 και 2 του άρθρ. 11 έχουν εφαρμογήν και επί καταγγελιών γενομένων μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. 3.Η παρ. 7 του άρθρ. 9 έχει εφαρμογήν και επί των κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εκκρεμουσών πτωχεύσεων. Σελ. 332,054(ε) Τεύχος 1115-Σελ. 122 Άρθρ.34.-1.Αι μη συζητηθείσαι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εκκρεμείς υποθέσεις συνεχίζονται ενώπιον των δικαστηρίων εις τα οποία εισήχθησαν ή παρεπέφθησαν και εκδικάζονται κατά την προβλεπομένην υπό του άρθρ. 25 διαδικασίαν. 2.Αι συζητηθείσαι μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος υποθέσεις εξακολουθούν να δικάζωνται κατά τας μέχρι τούδε ισχυούσας δικονομικάς διατάξεις μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως. Άρθρ.35.-Υπομισθώσεις νομίμως υφιστάμεναι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος διέπονται υπό των διατάξεων τούτου. Αρθρ.36.-Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται: α)το Ν.Δ. 1230/1972 «περί εμπορικών μισθώσεων», β)ο Νόμ. 52/1975 «περί τροποποιήσεως και αναστολής της ισχύος διατάξεων του Ν.Δ. 1230/1972 «περί εμπορικών μισθώσεων», γ)ο Νόμ. 406/1976 «περί αναστολής λήξεως εμπορικών μισθώσεων και τροποποιήσεως διατάξεων του Ν.Δ. 1230/1972 «περί εμπορικών μισθώσεων και του Ν.Δ. 52/1975 κλπ.» και δ)αι παρ. 3 και 6 του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 159/1969 «περί ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων τας Κεντρικάς Λαχαναγοράς Αθηνών και Θεσσαλονίκης και περί κυρώσεως πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου». Άρθρ.37.-Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της 1ης Σεπτ. 1978. 7.Ζ.α.93 Ενοικιοστάσιο άρθρ. 2 Νόμ. 1229/1982 (ΦΕΚ Α΄ 17), αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 7 άρθρ. 27 Νόμ. 2009/1992, ΦΕΚ Α΄ 18 (τόμ. 32, σελ. 58, 201). «ε.Οι μισθώσεις ακινήτων χαρακτηρισμένων ως διατηρητέων, οι οποίες συνάπτονται από 1ης Σεπτ. 1990. στ.Οι μισθώσεις ακινήτων, τα οποία αποκτώνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα όργανά της για τη στέγαση των υπηρεσιών της ή των υπηρεσιών των οργάνων της, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεως των μισθώσεων αυτών. ζ.Μισθώσεις χώρων εντός του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και ακινήτων Ιδιοκτησίας της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως εκθεσιακοί χώροι. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρ. 4 Νόμ. 2324/1995 (ΦΕΚ Α΄ 146), (τόμ. 12Α σελ. 282,416) οι διατάξεις του άνω εδάφ. ζ ισχύουν και για το «Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε.». η.Μισθώσεις χώρων αποκλειστικώς για διενέργεια διαφημίσεων με οποιονδήποτε τρόπο». Οι περίπτ. ε-η, αντικαταστάθηκαν, ως άνω, από την παρ. 5 άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.81.9.1994 (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. «θ)Οι μισθώσεις ακινήτων που αποκτήθηκαν, αυτά ή το οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθηκαν, αποδεδειγμένα με εισαγωγή συναλλάγματος από τον εκμισθωτή, που αντιστοιχεί τουλάχιστον στα 2/3 της αξίας τους ή η αξία αυτή καλύφθηκε κατά το αυτό ποσοστό με εισαγωγή συναλλάγματος και ο μισθωτής, προσμετρουμένου του χρόνου του δικαιοπαρόχου του, έχει συμπληρώσει στη χρήση του μισθίου διάρκεια τουλάχιστον 12 ετών». Η περίπτ. θ’, προστέθηκε από την παρ. 6, άρθρ. 2 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. Σύμφωνα δε με την παρ. 7 άρθρ. 2 του ίδιου Νόμ. 2235/1994, στην περίπτωση της άνω παραγράφου, εφαρμόζονται ανάλογα αι διατάξεις των παρ. 6 και 7 του άρθρ. 5 του Νόμ. 2041/1992, κατωτ. αριθ. 120, όπως αυτές προστέθηκαν από την παρ. 4 άρθρ. 2 του αυτού Νόμ. 2235/94. Σελ. 332,048(ξβ) Τεύχος 1209–Σελ. 28 Με την παρ. 4 άρθρ. 5 Νόμ. 1900/17-17 Σεπτ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 125) (τόμ. 3 σελ. 52,358) ορίστηκε ότι στις διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων του άνω νόμου δεν υπάγεται η μίσθωση κοινόχρηστων χώρων για τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων. Με την παρ. 3 άρθρ. 1 Νόμ. 1930/15-15Φεβρ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 20) ορίστηκε ότι : «Οι καταγγελίες μισθώσεων διατηρητέων κτιρίων, που ασκήθηκαν με βάση τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 6 του Νόμ. 1898/1990, είναι ανίσχυρες και οι εκκρεμείς δίκες θεωρούνται αυτοδικαίως καταργημένες οι δε αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, αλλά δεν εκτελέστηκαν, δεν εκτελούνται, εκτός της διάταξης για τη δικαστική δαπάνη». Σύμφωνα με την παρ. 8 άρθρ. 10 Νόμ. 2337/1995 (ΦΕΚ Α΄ 156), (τόμ. 32, σελ. 116,408) που πρόσθεσε τελευταίο εδάφιο στην παρ. 13 Νόμ. 1894 /1990 (ΦΕΚ Α΄ 110), (τόμ. 32, σελ. 116, 387) η κατά οποιοδήποτε τρόπο μίσθωση των σχολικών κυλικείων δεν υπάγεται στην προστασία των εμπορικών μισθώσεων. 7.Ζ.α.93 Ενοικιοστάσιο Διάρκεια της μισθώσεως

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.