← Ελλάδα

1. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 3870 της 25/29 Οκτ. 1958 (ΦΕΚ Α΄ 179) Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Βελγίου συμβάσεως περί Κοινωνικής Ασφαλείας.

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει τη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Βελγίου για την Κοινωνική Ασφάλιση, με σκοπό να διασφαλίσει τα οφέλη των νομοθεσιών κοινωνικής ασφάλισης και στις δύο χώρες για τους δικαιούχους.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 3870 της 25/29 Οκτ. 1958 (ΦΕΚ Α΄ 179) Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Βελγίου συμβάσεως περί Κοινωνικής Ασφαλείας. Άρθρον 1 Κυρούται και έχει πλήρη και νόμιμον ισχύν η μεταξύ Ελλάδος και Βελγίου υπογραφείσα εν Αθήναις τη 1η Απρ. 1958 σύμβασις περί κοινωνικής ασφαλείας, ως έπεται το κείμενον εις την γαλλικήν και την Ελληνικήν. ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΒΕΛΓΙΟΥ ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΊΑΣ Η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς των Ελλήνων και Η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς των Βέλγων, Εμπνεόμενοι από την επιθυμίαν να εξασφαλίσουν τα οφέλη των νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλείας εν ισχύϊ εις τα δύο Συμβαλλόμενα Κράτη υπέρ των προσώπων υπέρ ων εφαρμόζονται ή εφηρμόσθησαν αι νομοθεσίαι αύται, απεφάσισαν την σύναψιν συμβάσεως και, προς τον σκοπόν τούτον, ώρισαν πληρεξουσίους των, ήτοι: Η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς των Ελλήνων: Τας Αυτών Εξοχότητας τον Κύριον Μιχαήλ ΠΕΣΜΑΖΟΓ ΛΟΥ , Υπουργόν των Εξωτερικών και τον Κύριον Ιωάννην ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΝ, Υπουργόν της Εργασίας. Η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς των Βέλγων: Την Αυτού Εξοχότητα τον κ. REMI BAERT, Έκτακτον Πρέσβυν και Πληρεξούσιον Υπουργόν Εν Αθήναις. ΜΕΡΟΣ Ι. ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΡΧΑΙ άρθρ. 5, 3 τυγχάνει εφαρμοστέος μόνον εφ’ όσον η απασχόλησις εν τη χώρα του νέου τόπου εργασίας άρχεται εντός προθεσμίας δύο μηνών, υπολογιζομένης από του τέλους της απασχολήσεως εν τη χώρα του προγενεστέρου τόπου εργασίας». Το άρθρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 8 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν. Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). «Άρθρον 7 δις Οι δικαιοδόχοι μισθωτού ή προς τούτον εξομοιουμένου έχοντος δικαίωμα επί παροχάς δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας υπαγωγής εις την ασφάλισιν δικαιούνται των εις είδος παροχών της ασφαλίσεως ασθενείας - μητρότητος όταν διαμένουν επί του εδάφους της άλλης συμβαλλομένης χώρας εφ’ όσον δεν έχουν δικαίωμα επί τας εις είδος παροχάς της νομοθεσίας της χώρας διαμονής των. Η έναρξις του δικαιώματος επί τας ειρημένας παροχάς διέπεται υπό των διατάξεων της νομοθεσίας της χώρας υπαγωγής εις την ασφάλισιν. Οι δικαιοδόχοι, ως και η έκτασις, η διάρκεια και η διαδικασία χορηγήσεως των παροχών καθορίζονται κατά τας διατάξεις της νομοθεσίας της χώρας διαμονής. Ο οργανισμός της χώρας υπαγωγής εις την ασφάλισιν αποδίδει εις τον οργανισμόν της χώρας διαμονής τα τρία τέταρτα των δαπανών των αναφερομένων εις τας παροχάς ταύτας, επί τη βάσει εφ’ άπαξ ποσού, ούτινος ο τρόπος υπολογισμού θα καθορισθή υπό των ανωτάτων διοικητικών αρχών των συμβαλλομένων χωρών». «Άρθρον 7 τρις Οι μισθωτοί ή εξομοιούμενοι μισθωτοί ως και οι δικαιοδόχοι αυτών δικαιούνται, εν περιπτώσει διαμονής των είς τινα των συμβαλλομένων χωρών επί περίοδον μη υπερβαίνουσαν την καθορισθησομένην τοιαύτην των παροχών εις είδος της ασφαλίσεως ασθενείας και μητρότητος συμφώνως προς την νομοθεσίαν της χώρας διαμονής, εφ’ όσον δύνανται να αξιώσουν τας παροχάς ταύτας δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας υπαγωγής εις την ασφάλισιν. Ο οργανισμός της χώρας υπαγωγής εις την ασφάλισιν αποδίδει εις τον οργανισμόν της χώρας διαμονής τας πραγματικάς δαπάνας τας αναλογούσας εις τας παροχάς ταύτας ως αι εν λόγω δαπάναι προκύπτουν εκ των λογιστικών βιβλίων των οργανισμών, οίτινες τας εχορήγησαν». Σελ. 392(α) 361-024 «Άρθρον 7 τετράκις Παράγραφος 1 Μισθωτός ή εξομοιούμενος προς μισθωτόν, λαμβάνων παροχάς εις βάρος οργανισμού της μιας των συμβαλλομένων χωρών, ο οποίος διαμένει εις την χώραν ταύτην, διατηρεί το δικαίωμα επί τας παροχάς όταν μεταφέρη την διαμονήν του εις την άλλην χώραν. Πάντως, προ της μεταφοράς, ο μισθωτός δέον όπως τύχη της αδείας του αρμοδίου οργανισμού. Αι διατάξεις αύται εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν και επί μισθωτού μεταβαίνοντος προς θεραπείαν εις την ετέραν συμβαλλομένην χώραν χωρίς εν τούτοις να μεταφέρη εις ταύτην και την κατοικίαν του. Παράγραφος 2 Όταν ο μισθωτός ή ο εξομοιούμενος μισθωτός έχη δικαίωμα επί παροχάς συμφώνως προς τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου, αι εις είδος παροχαί χορηγούνται υπό του οργανισμού του τόπου διαμονής του ή της νέας του κατοικίας κατά τας διατάξεις της υπό του εν λόγω οργανισμού εφαρμοζομένης νομοθεσίας. Παράγραφος 3 Αι εις χρήμα παροχαί, εις τας προβλεπομένας υπό του παρόντος άρθρου περιπτώσεις, χορηγούνται απ’ ευθείας εις τους ενδιαφερομένους υπό του οργανισμού της αρμοδίας χώρας. Εν τοσούτω, ο τελευταίος ούτος οργανισμός δύναται να ζητήση από τον οργανισμόν του τόπου διαμονής ή της νέας κατοικίας την χορήγησιν των παροχών τούτων δια λογαριασμόν του. Παράγραφος 4 Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και επί των δικαιοδόχων. Παράγραφος 5 Αι διατάξεις του άρθρ. 7δις, εδάφ. 2 και 3 εφαρμόζονται αναλόγως». 521 15Β.Μ.β.1 Μετά του Βελγίου Άρθρον 7 πεντάκις Παράγραφος 1 Όταν ο δικαιούχος συντάξεων οφειλομένων κατά τας νομοθεσίας αμφοτέρων των συμβαλλομένων χωρών έχη δικαίωμα επί παροχάς εις είδος κατά την νομοθεσίαν της συμβαλλομένης χώρας επί του εδάφους της οποίας διαμένει, δια συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως των πραγματοποιηθεισών εις αμφοτέρας τας χώρας, αι παροχαί αύται χορηγούνται εις τον δικαιούχον και τους δικαιοδόχους του υπό του οργανισμού της χώρας διαμονής και εις βάρος του οργανισμού τούτου, ως εάν ήτο δικαιούχος συντάξεως κατά την νομοθεσίαν αποκλειστικώς της τελευταίας ταύτης χώρας. Παράγραφος 2 Όταν ο δικαιούχος συντάξεως οφειλομένης κατά την νομοθεσίαν της μιας μόνον των συμβαλλομένων χωρών διαμένη επί του εδάφους της ετέρας συμβαλλομένης χώρας, αι εις είδος παροχαί χορηγούνται εις αυτόν, ως και εις τους δικαιοδόχους του, υπό οργανισμού της χώρας διαμονής, ως εάν ο ενδιαφερόμενος ήτο δικαιούχος συντάξεως δυνάμει της νομοθεσίας της τελευταίας ταύτης χώρας. Η έναρξις του δικαιώματος επί τας εν λόγω παροχάς διέπεται υπό των διατάξεων της νομοθεσίας της χώρας υπό της οποίας οφείλεται η σύνταξις. Οι δικαιοδόχοι, η έκτασις, η διάρκεια και η διαδικασία χορηγήσεως των παροχών καθορίζονται υπό των διατάξεων της νομοθεσίας της χώρας διαμονής. Αι εν λόγω παροχαί αποδίδονται υπό του αρμοδίου οργανισμού της χώρας υπό του οποίου χορηγείται η σύνταξις, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος δικαιούται εν τη χώρα διαμονής των παροχών αυτών υπό άλλην του ιδιότητα. Παράγραφος 3 Αι ανώταται διοικητικαί αρχαί των συμβαλλομένων χωρών δύνανται να αποφασίσουν όπως αι περί ων η παρ. 2 του παρόντος άρθρου αποδόσεις ενεργώνται επί τη βάσει καθορισθησομένου εφ’ άπαξ ποσού». Το άρθρ. 7δις, 7τρις, 7τετράκις και 7πεντάκις προσετέθησαν δια του άρθρ. 9 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν. Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2 Ασφάλισις αναπηρίας Άρθρον 8 Παράγραφος 1 Δια τους μισθωτούς ή τους προς αυτούς εξομοιουμένους έλληνας ή βέλγους, οίτινες υπήχθησαν διαδοχικώς ή αλληλοδιαδόχως εις τας δύο συμβαλλομένας χώρας εις ένα ή πλείονα συστήματα ασφαλίσεως αναπηρίας, αι περίοδοι ασφαλίσεως αι διανυθείσαι υπό τα συστήματα ταύτα ή αι περίοδοι αι αναγνωρισθείσαι δυνάμει των εν λόγω συστημάτων ως ισοδύναμοι προς περιόδους ασφαλίσεως, συνυπολογίζονται, λαμβανομένων υπ’ όψει των εν άρθρ. 5 τιθεμένων κανόνων, υπό τον όρον ότι δεν συμπίπτουν χρονικώς, μεταξύ των τόσον δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος παροχών εις χρήμα ή εις είδος, όσον και δια την διατήρησιν ή ανάκτησιν του δικαιώματος τούτου. Παράγραφος 2. Αι χρηματικαί παροχαί της ασφαλίσεως αναπηρίας υπολογίζονται συμφώνως προς τας διατάξεις της νομοθεσίας ήτις είχεν εφαρμογήν κατά τον χρόνον της διακοπής της εργασίας υπό του ενδιαφερομένου συνεπεία της αναπηρίας και βαρύνουν τον αρμόδιον κατά τους ορισμούς της νομοθεσίας ταύτης οργανισμόν. Παράγραφος 3 Εν τοσούτω εάν κατά την διάρκειαν της εργασίας συνεπεία της αναπηρίας, ο ανάπηρος ο υπαχθείς προηγουμένως είς τι σύστημα ασφαλίσεως αναπηρίας εν τη ετέρα χώρα δεν είχεν αποκτήσει την ιδιότητα του ησφαλισμένου εις το έδαφος της χώρας ένθα επήλθεν η διακοπή της εργασίας, λαμβάνει παρά του αρμοδίου οργανισμού της άλλης χώρας τας χρηματικάς παροχάς της Νομοθεσίας της χώρας ταύτης εφ’ όσον πληροί τας προϋποθέσεις ταύτης, συνυπολογιζομένων των περιόδων ασφαλίσεως. Η διάταξις αύτη δεν εφαρμόζεται εάν η αναπηρία οφείλεται εις ατύχημα. Άρθρον 9 Κατά παρέκκλισιν των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρ. 8, τα διακιώματα παροχών της ασφαλίσεως αναπηρίας των μισθωτών των απασχοληθέντων εις ορυχεία εν Βελγίω και Ελλάδι προσδιορίζονται συμφώνως προς τους ορισμούς της παρ. 4 του άρθρ. 14 και του άρθρ. 17, εάν, συνυπολογιζομένου του χρόνου ασφαλίσεως, πληρούν οι εν λόγω μισθωτοί τας προϋποθέσεις τας προβλεπομένας υπό της ειδικής βελγικής νομοθεσίας περί συντάξεων εργατών μεταλλευτών και προς τούτους εξομοιουμένων και εφ’ όσον αι περίοδοι ασφαλίσεως εις εκάστην των δύο χωρών καλύπτουν, τουλάχιστον το έν έτος το προβλεπόμενον εις την εν λόγω παρ. 4. Άρθρον 10 Εάν ο ησφαλισμένος, κατά την ημέραν καθ’ ην επήλθεν η ασθένεια ή το προκαλέσαν την αναπηρίαν ατύχημα απησχολείτο εις την ετέραν χώραν εκείνης εις ην ανήκει ο οφειλέτης οργανισμός, λαμβάνεται υπ’ όψιν δια τον καθορισμόν του ποσού της χορηγίας της συντάξεως ή του επιδόματος αναπηρίας, το καταβαλλόμενον εις την χώραν του οφειλέτου οργανισμού ημερομίσθιον εις τους εργάτας της (Αντί της σελ. 393) Σελ. 393(α) 361-025 522 Μετά του Βελγίου 15Β.Μ.β.1 επαγγελματικής κατηγορίας εις ην ανήκεν ο ενδιαφερόμενος κατά την ημέραν ταύτην. Άρθρον 11 Εάν ο ησφαλισμένος, μετά την αναστολήν της συντάξεως ή επιδόματος αναπηρίας, ανακτά το δικαίωμά του, η εξυπηρέτησις των παροχών αναλαμβάνεται και αύθις υπό του οφειλέτου οργανισμού της αρχικώς χορηγηθείσης συντάξεως ή επιδόματος. «Εάν μετά την διακοπήν της συντάξεως ή του επιδόματος αναπηρίας, δικαιολογείται εκ της καταστάσεως του ησφαλισμένου η χορήγησις συντάξεως ή επιδόματος αναπηρίας, η παροχή αύτη εκκαθαρίζεται κατά τους κανόνας του άρθρ. 8, λαμβανομένων ενδεχομένως υπ’ όψιν και των διατάξεων του άρθρ. 9». Το εντός « » δεύτερον εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 10 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν. Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρον 1 Οι Βέλγοι ή Έλληνες μισθωτοί ή οι προς μισθωτούς εξομοιούμενοι υπό των εν άρθρ. 2 της παρούσης συμφωνίας απαριθμουμένων νομοθεσιών, υπάγονται αντιστοίχως εις τας εν λόγω νομοθεσίας ως αύται εφαρμόζονται εν Ελλάδι ή εν Βελγίω και απολαμβάνουν της προστασίας τούτων υφ’ ούς όρους και οι υπήκοοι εκατέρας των χωρών τούτων. Άρθρον 12 Δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος εις χορηγίαν, σύνταξιν ή επίδομα αναπηρίας, η διάρκεια κατά την οποίαν ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχη λάβει το χρηματικόν επίδομα, το χορηγούμενον δυνάμει της ασφαλίσεως ασθενείας προ της εκκαθαρίσεως της χορηγίας της συντάξεως ή του επιδόματος αναπηρίας, είναι εις απάσας τας περιπτώσεις η προβλεπομένη υπό της νομοθεσίας της χώρας εις ην ειργάζετο κατά τον χρόνον της επελεύσεως του ατυχήματος ή της ασθενείας εξ ης προήλθεν η αναπηρία. Άρθρον 13 Η χορηγία, η σύνταξις ή το επίδομα αναπηρίας μετατρέπεται, συντρεχούσης περιπτώσεως, εις σύνταξιν γήρατος, υφ’ ους όρους προβλέπεται υπό της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας εχορηγήθη. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3 Ασφάλισις γήρατος και θανάτου (σύνταξις) Άρθρον 14 Παράγραφος 1 Επί μισθωτών ή προς τούτους εξομοιουμένων βέλγων ή ελλήνων υπαχθέντων διαδοχικώς ή αλληλοδιαδόχως εις αμφοτέρας τας συμβαλλομένας χώρας, εις έν ή πλείονα συστήματα ασφαλίσεως γήρατος και θανάτου (σύνταξις), αι πραγματοποιηθείσαι υπό τα συστήματα ταύτα περίοδοι ασφαλίσεως ή αι αναγνωρισθείσαι δυνάμει των εν λόγω συστημάτων ως ισοδύναμοι προς περιόδους ασφαλίσεως συνυπολογίζονται εφ’ όσον δεν συμπίπτουν μεταξύ των, τόσον δια την θεμελίωσιν όσον και δια Σελ. 394(α) 361-026 την διατήρησιν ή την ανάκτησιν του δικαιώματος επί τας παροχάς. Αι λαμβανόμεναι υπ’ όψιν περίοδοι ως ισοδύναμοι προς περιόδους ασφαλίσεως είναι εις εκάστην χώραν, αι θεωρούμεναι ως τοιαύται υπό της νομοθεσίας της χώρας ταύτης. Πάσα περίοδος αναγνωριζομένη ισοδύναμος προς περίοδον ασφαλίσεως δυνάμει ταυτοχρόνως της τε βελγικής και ελληνικής νομοθεσίας λαμβάνεται υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν των παροχών υπό των οργανισμών της χώρας ένθα ο ενδιαφερόμενος ειργάσθη δια τελευταίαν φοράν προ της εν λόγω περιόδου. Παράγραφος 2 Οσάκις υπό της νομοθεσίας της μιας των συμβαλλομένων χωρών η χορήγησις ωρισμένων πλεονεκτημάτων εξαρτάται εκ της προϋποθέσεως ότι αι περίοδοι έχουν διανυθή είς τι επάγγελμα υπαγόμενον εις ειδικόν σύστημα ασφαλίσεως, δεν συνυπολογίζονται δια την χορήγησιν των πλεονεκτημάτων τούτων ει εις μη αι διανυθείσαι περίοδοι υπό το αντίστοιχον ή τα αντίστοιχα ειδικά συστήματα της άλλης χώρας. Εάν εις την μίαν των συμβαλλομένων χωρών δεν υφίσταται δια το επάγγελμα τούτο ειδικόν σύστημα ασφαλίσεως αι υπό οιοδήποτε των εν παρ. 1 αναφερομένων συστημάτων διανυθείσαι εις το εν λόγω επάγγελμα περίοδοι ασφαλίσεως συνυπολογίζονται ουχ ήττον μετά των λοιπών περιόδων. Εν ελλείψει ειδικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως των εργατών μεταλλευτών εν Ελλάδι: α)δύνανται να συνυπολογίζωνται με τας περιόδους τας διανυθείσας υπό το ειδικόν βελγικόν σύστημα συνταξιοδοτήσεως των εργατών μεταλλευτών μόνον αι περίοδοι αι διανυθείσαι εις τα ελληνικά μεταλλεία άτινα θα υπήγοντο εις το ειδικόν βελγικόν σύστημα εάν ευρίσκωντο εν Βελγίω. 523 15Β.Μ.β.1 Μετά του Βελγίου β)λαμβάνονται υπ’ όψιν ως ισοδύναμοι προς περιόδους ασφαλίσεως μόνον αι περίοδοι αι θεωρούμεναι ως τοιαύται υπό της νομοθεσίας εκάστης χώρας αι οποίαι, είτε αμέσων προηγήθησαν, είτε αμέσως επηκολούθησαν περιόδου διανυθείσης εις τα μεταλλεία. Αι περίοδοι αύται λαμβάνονται υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν των παροχών παρά του οργανισμού της χώρας εις την οποίαν ο ησφαλισμένος ειργάσθη εις τα μεταλλεία αμέσως προ των ανωτέρω περιόδων. Όταν ο ησφαλισμένος δεν ειργάσθη εις τα μεταλλεία προ των ανωτέρω περιόδων, αύται λαμβάνονται υπ’ όψει παρά του Οργανισμού της χώρας εις την οποίαν ειργάσθη εις τα μεταλλεία αμέσως μετά τας περιόδους ταύτας. Παράγραφος 3 Όταν υπό της νομοθεσίας της μιας των συμβαλλομένων χωρών η παροχή ωρισμένων πλεονεκτημάτων εξαρτάται εκ της προϋποθέσεως, ότι αι περίοδοι ασφαλίσεως διηνύθησαν είς τι επάγγελμα υπαγόμενον εις ειδικόν σύστημα ασφαλίσεως και όταν αι εν λόγω περίοδοι δεν κατέστη δυνατόν να θεμελιώσουν δικαίωμα εις τα προβλεπόμενα υπό της ειδικής ταύτης νομοθεσίας πλεονεκτήματα, αι εν λόγω περίοδοι λαμβάνονται υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν των πλεονεκτημάτων των προβλεπομένων υπό της νομοθεσίας των εργατών εν Βελγίω ή υπό της νομοθεσίας του γενικού συστήματος εν Ελλάδι. Παράγραφος 4 Τα πλεονεκτήματα άτινα δύναται ο ησφαλισμένος να αξιώση παρ’ εκάστου των ενδιαφερομένων οργανισμών προσδιορίζονται, κατ’ αρχήν, δια της μειώσεως του ποσού των πλεονεκτημάτων ων θα εδικαιούτο εάν το σύνολον των περί ων αι παρ. 1 και 2 του παρόντος περιόδων ασφαλίσεως είχε διανυθή υπό το αντίστοιχον σύστημα και τούτο, κατά ποσοστόν ανάλογον προς την διάρκειαν των διανυθεισών υπό το σύστημα τούτο περιόδων. Έκαστος Οργανισμός προσδιορίζει, συμφώνως προς την διέπουσαν τούτον νομοθεσίαν και λαμβανομένου υπ’ όψιν του συνολικού χρόνου ασφαλίσεως, αδιακρίτως εις ποίαν των συμβαλλομένων χωρών έχει διανυθή εάν ο ενδιαφερόμενος πληροί τας προϋποθέσεις δια την απόκτησιν δικαιώματος επί τα υπό της νομοθεσίας ταύτης προβλεπόμενα πλεονεκτήματα. Προσδιορίζει δια την τάξιν το ποσόν των πλεονεκτημάτων ων θα εδικαιούτο ο ενδιαφερόμενος εάν άπασαι αι συνυπολογισθείσαι περίοδοι ασφαλίσεως είχον διανυθεί αποκλειστικώς υπό την διέπουσαν τούτον νομοθεσίαν και μειώνει το ποσόν τούτο κατ’ αναλογίαν της διαρκείας των υπό την νομοθεσίαν της ετέρας χώρας διανυθεισών περιόδων. Πάντως ουδεμία παροχή αναλαμβάνεται παρά τινος οργανισμού, εφ’ όσον αι περίοδοι ασφαλίσεως αι διανυθείσαι υπό το κράτος της διεπούσης αυτόν νομοθεσίας δεν είναι εν συνόλω διαρκείας ενός έτους περιλαμβάνοντος το ελάχιστον όριον ημερών, πραγματικής εργασίας ή ημερών εξομοιουμένων κατά την εν λόγω νομοθεσίαν προς ημέρας πραγματικής εργασίας. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο οργανισμός της άλλης χώρας φέρει ολόκληρον το βάρος των πλεονεκτημάτων τα οποία δικαιούται ο ησφαλισμένος κατά την νομοθεσίαν η οποία διέπει τον οργανισμόν τούτον και λαμβανομένου υπ’ όψιν του συνόλου των περιόδων ασφαλίσεως. «Παράγραφος 5 Εάν κατά την νομοθεσίαν της μιας των συμβαλλομένων χωρών, το δικαίωμα συντάξεως δεν εξαρτάται εκ της συμπληρώσεως ωρισμένου χρόνου ασφαλίσεως, αλλά κτάται από έτους εις έτος, ο ενδιαφερόμενος οργανισμός της χώρας ταύτης υπολογίζει το δικαίωμα συντάξεως απ’ ευθείας και αποκλειστικώς εν συναρτήσει προς τας περιόδους ασφαλίσεως τας πραγματοποιηθείσας εν τη χώρα ταύτη και τας περιόδους τας αναγνωρισθείσας ισοδυνάμους προς περιόδους ασφαλίσεως δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας ταύτης, ο ενδιαφερόμενος οργανισμός εφαρμόζει εν τη περιπτώσει ταύτη την νομοθεσίαν της εν λόγω χώρας, η οποία, έχει εφαρμογήν επί των ησφαλισμένων, οίτινες κατά την χρονολογίαν ενάρξεως ισχύος της αποφάσεως, συμπληρούν την κανονικήν ηλικίαν συνταξιοδοτήσεως». Η παρ. προσετέθη δια του άρθρ. 11 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρον 15 Παράγραφος 1 Εάν ο ησφαλισμένος, λαμβανομένου υπ’ όψιν του συνόλου των περιόδων ασφαλίσεως περί ων αι παρ. 1 και 2 του άρθρ. 14, δεν πληροί κατά την αυτήν στιγμήν τας απαιτουμένας υπό των νομοθεσιών των δύο χωρών προϋποθέσεις, το δικαίωμά του συντάξεως θεμελιούται εν σχέσει προς εκάστην νομοθεσίαν αφ’ ης ούτος βαθμιαίως πληροί τας εν λόγω προϋποθέσεις. Παράγραφος 2 Αι περίοδοι δια τας οποίας μία σύνταξις εκκαθαρίζεται υπό της χώρας εις την οποίαν πληρούνται αι προϋποθέσεις κατά την παρ. 1, εξομοιούνται δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος συμφώνως προς την νομοθεσίαν της άλλης χώρας, προς τας περιόδους ασφαλίσεως της πρώτης χώρας. «Παράγραφος 3 Εις την περίπτωσιν της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, η προσδιορισθείσα ήδη σύνταξις ανά-θεωρείται, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 14, αφ’ ης χρονολογίας το δικαίωμα εις σύνταξιν θεμελιούται και ως προς την νομο(Αντί της σελ. 395) Σελ. 395(α) 361-027 524 Μετά του Βελγίου 15Β.Μ.β.1 θεσίαν της ετέρας συμβαλλομένης χώρας». Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 12 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρον 16 Παράγραφος 1 Κατά παρέκκλισιν των διατάξεων του άρθρ. 14, η χορήγησις εις τους εργάτας μεταλλευτάς της άνευ προϋποθέσεως ηλικίας συντάξεως της προβλεπομένης υπό της ειδικής βελγικής νομοθεσίας επιφυλάσσεται εις του ενδιαφερομένους, οίτινες, λαμβανομένης υπ’ όψιν της απασχολήσεώς των εις βελγικά ανθρακωρυχεία αποκλειστικώς πληρούν τας υπό της εν λόγω νομοθεσίας απαιτουμένας προϋποθέσεις. Παράγραφος 2 Το προβλεπόμενον υπό της ειδικής βελγικής νομοθεσίας δικαίωμα συρροής της ως άνω προώρου συντάξεως ή συντάξεως γήρατος και μισθού μεταλλευτού, δεν αναγνωρίζεται, υπό τους όρους και περιορισμούς της εν λόγω νομοθεσίας, ει εις μη εις τους ενδιαφερομένους οίτινες εξακολουθούν να εργάζωνται εις τα βελγικά ανθρακωρυχεία. Άρθρον 17 «Πας ησφαλισμένος, ευθύς άμα θεμελιωθή το δικαίωμά του εις σύνταξιν, δύναται να παραιτηθή του ευεργετήματος των διατάξεων του άρθρ. 14 της παρούσης συμβάσεως. Αι παροχαί ας δύναται να αξιώση δυνάμει εκάστης των εθνικών νομοθεσιών εκκαθαρίζονται εις την περίπτωσιν ταύτην κεχωρισμένως υπό των ενδιαφερομένων οργανισμών και ανεξαρτήτως των περιόδων ασφαλίσεως ή των αναγνωρισθεισών ως ισοτίμου τοιούτων, των πραγματοποιηθεισών εις την ετέραν χώραν». Το άρθρ. 17 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 13 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρον 18 «Αι διατάξεις των άρθρ. 14 έως 17 εφαρμόζονται αναλόγως και επί των συντάξεων επιζώντων». Το άρθρ. 18 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 14 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). Σελ. 396(α) 361-028 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4 Διατάξεις κοιναί των ασφαλίσεων αναπηρίας και γήρατος Άρθρον 19 Παράγραφος 1. Εάν κατά την νομοθεσίαν της μιας των συμβαλλομένων χωρών η πληρωμή των συντάξεων ή επιδομάτων αναπηρίας ή των συντάξεων γήρατος και θανάτου, αίτινες οφείλονται κατ’ εφαρμογήν του Άρθρον 2 Παράγραφος 1η. Αι νομοθεσίαι κοινωνικής ασφαλείας εφ’ ων έχει εφαρμογήν η παρούσα Συμφωνία είναι: Ι. εν Βελγίω: α)Η νομοθεσία η αφορώσα την ασφάλισιν ασθενείας - αναπηρίας των εργατών, υπαλλήλων, εργατών μεταλλευτών και προς τούτους εξομοιουμένων και των ναυτικών της εμπορικής ναυτιλίας. β)Αι νομοθεσίαι περί συντάξεων γήρατος και θανάτου των εργατών και υπαλλήλων και των ναυτικών της εμπορικής ναυτιλίας. γ)Η ειδική νομοθεσία η αφορώσα εις το σύστημα συντάξεων των εργατών μεταλλευτών και των προς τούτους εξομοιουμένων. δ)Η νομοθεσία περί οικογενειακών επιδομάτων η αφορώσα τους μισθωτούς. ε)Η νομοθεσία η αφορώσα τα εργατικά ατυχήματα, συμπεριλαμβανομένης και της νομοθεσίας της αφορώσης τους εργάτας θαλάσσης. ς)Η νομοθεσία η αφορώσα τας επαγγελματικάς ασθενείας. ζ)Αι νομοθεσίαι αι αφορώσαι την οργάνωσιν της ενισχύσεως των ακουσίων ανέργων και την πληρωμήν επιδομάτων αναμονής του Ταμείου των ναυτικών της εμπορικής ναυτιλίας. ΙΙ.Εν Ελλάδι: α)Η γενική νομοθεσία περί κοινωνικών ασφαλίσεων η καλύπτουσα τους μισθωτούς ή τους προς τούτους εξομοιουμένους, ως και τους εν γένει εργάτας θαλάσσης δια την ασθένεια - μητρότητα - μητρότητα, αναπηρίαν, εργατικά ατυχήματα, επαγγελματικάς ασθενείας, το γήρας και θάνατον. β)Η νομοθεσία περί αποζημιώσεως εργατικών ατυχημάτων. γ)Η γενική νομοθεσία περί ασφαλίσεως ανεργίας των μισθωτών εν γένει δ)Η ειδική νομοθεσία περί κυρίας ασφαλίσεως η καλύπτουσα ωρισμένας κατηγορίας μισθωτών κατά των προαναφερθέντων κινδύνων. «ε)η νομοθεσία περί οικογενειακών επιδομάτων των μισθωτών». Το στοιχ. ε΄ προσετέθη δια του άρθρ. 1 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν. Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). (Αντί της σελ. 389) Σελ. 389(α) 361-021 518 Μετά του Βελγίου 15Β.Μ.β.1 Παράγραφος 2. Αι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως δεν θα έχουν εφαρμογήν επί των ναυτικών της εμπορικής ναυτιλίας ει μη κατόπιν συνάψεως συμπληρωματικού συμφώνου. Παράγραφος 3. Η παρούσα συμφωνία θα έχη επίσης εφαρμογήν επί πάσης νομοθετικής ή κανονιστικής πράξεως, η οποία ετροποποίησεν ή συνεπλήρωσεν ή θα τροποποιήση ή θα συμπληρώση τας εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζομένας νομοθεσίας. Πάντως η παρούσα συμφωνία δεν θα έχη εφαρμογήν: α)Επί νομοθετικών ή κανονιστικών πράξεων δι’ ων καλύπτεται νέος κλάδος κοινωνικής ασφαλείας, εκτός εάν επέλθη επί τούτω συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων χωρών. β)Επί νομοθετικών ή κανονιστικών πράξεων δι’ ων θέλουν επεκταθή τα υφιστάμενα συστήματα εις νέας κατηγορίας δικαιούχων, εκτός αν διατυπωθή, περί τούτου, αντίρρησις της Κυβερνήσεως της ενδιαφερομένης χώρας, κοινοποιουμένη εις την Κυβέρνησιν της άλλης χώρας εντός προθεσμίας τριών μηνών από της επισήμου δημοσιεύσεως των ως είρηται πράξεων. «Άρθρον 2 δις Οι Έλληνες ή Βέλγοι μισθωτοί ή οι προς τούτους εξομοιούμενοι υπαχθέντες εις την υποχρεωτικήν ασφάλισιν εις μίαν των συμβαλλομένων χωρών και οι οποίοι μεταφέρουν την συνήθη διαμονήν των εις την άλλην χώραν, δύνανται οικειοθελώς να συνεχίσουν την προαιρετικήν ασφάλισιν των εν άρθρ. 2, παρ. 1, αναφερομένων νομοθεσιών, υπό τους αυτούς όρους υφ’ ους οι υπήκοοι της χώρας διαμονής των λαμβανομένων ενδεχομένως υπ’ όψιν των περιόδων ασφαλίσεως των πραγματοποιηθεισών εις εκατέραν των συμβαλλομένων χωρών». Το άρθρ. 2δις προσετέθη δια του άρθρ. 2 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν. Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). άρθρ. 14 ή υπολογίζονται εν συναρτήσει των περιόδων πραγματικής ασφαλίσεως, εξαρτάται από όρους διαμονής, οι όροι ούτοι δεν τίθενται προκειμένου περί βέλγων ή ελλήνων υπηκόων, εφ’ όσον ούτοι διαμένουσιν εις την μίαν εκ των δύο συμβαλλομένων χωρών. Παράγραφος 2. Εάν κατά την νομοθεσίαν της μιας των συμβαλλομένων χωρών δια τον υπολογισμόν των παροχών λαμβάνεται υπ’ όψιν ο μέσος μισθός ολοκλήρου της περιόδου ασφαλίσεως ή μέρους ταύτης, ο μέσος μισθός όστις λαμβάνεται υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν των βαρυνουσών την χώραν ταύτην παροχών προσδιορίζεται επί τη βάσει των διαπιστουμένων κατά την περίοδον ασφαλίσεως μισθών εις την εν λόγω χώραν. «ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5 Εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικαί ασθένειαι» Ο τίτλος του Κεφαλ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 15 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρον 20 Αι διατάξεις αι περιλαμβανόμεναι εις την νομοθεσίαν της μιας των συμβαλλομένων , χωρών, είτε υπό ταύτης εξασφαλίζεται η επανόρθωσις της βλάβης, είτε αύτη αφορά την αναπροσαρμογήν των χορηγηθεισών παροχών ή την χορήγησιν παροχών λόγω αναπηρίας, έστω και μερικής, δι’ ων περιορίζονται τα δικαιώματα των αλλοδαπών ή τίθενται δι’ αυτούς εκπτώσεις δικαιωμάτων λόγω του τόπου διαμονής των, δεν έχουν εφαρμογήν επί υπηκόων της ετέρας συμβαλλομένης χώρας όταν ούτοι προβάλλουν δικαίωμά των επί αποζημιώσεων, χορηγιών, συντάξεων ή εφ’ άπαξ ποσών. Εν τοσούτω, αι παροχαί των οποίων η χορήγησις εξαρτάται εκ της προϋποθέσεως της απορίας, δεν χορηγούνται ει μη επί του εδάφους της οφειλέτιδος χώρας. 525 15Β.Μ.β.1 Μετά του Βελγίου Άρθρον 21 Παν εργατικόν ατύχημα επισυμβάν εις βέλγον εργαζόμενον εν Ελλάδι ή εις έλληνα εργαζόμενον εν Βελγίω συνεπεία του οποίου προεκλήθη ή ήτο τοιαύτης φύσεως ώστε να προκαλέση, είτε τον θάνατον, είτε διαρκή αναπηρίαν, ολικήν ή μερικήν, δέον όπως ανακοινούται υπό του εργοδότου ή των αρμοδίων οργανισμών εις τας τοπικάς προξενικάς αρχάς της χώρας εξ ης προέρχεται ο υποστάς το ατύχημα. (ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6 Επαγγελματικαί ασθένειαι) Ο ανωτέρω εντός ( ) τίτλος κατηργήθη δια της παρ. 2 άρθρ. 15 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρον 22 Αι αιτήσεις παροχών επί θεμάτων επαγγελματικών ασθενειών θα παραλαμβάνωνται εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος διαμένει εις χώραν ετέραν εκείνης ήτις θεωρείται υποχρεωμένη να αναλάβη το βάρος των παροχών, υπό του αντιστοίχου ασφαλιστικού οργανισμού της άλλης χώρας. Αύται δέον να προσάγωνται εντός των προθεσμιών των προβλεπομένων υπό της νομοθεσίας της χώρας, ήτις θεωρείται οφειλέτις και να διεκπεραιώνονται υπό του παραλαβόντος την αίτησιν οργανισμού καθ’ ον τρόπον ορίζει η νομοθεσία της χώρας ταύτης. Άρθρον 23 «Παράγραφος 1 Δια την εκτίμησιν του βαθμού της διαρκούς ανικανότητος της οφειλομένης εις εργατικόν ατύχημα ή εις επαγγελματικήν ασθένειαν, εν σχέσει προς την βελγικήν ή ελληνικήν νομοθεσίαν, τα εργατικά ατυχήματα ή αι επαγγελματικαί ασθένειαι αι επελθούσαι προγενεστέρως, υπό την νομοθεσίαν της ετέρας χώρας, λαμβάνονται υπ’ όψιν ως εάν είχον επέλθη υπό την νομοθεσίαν του πρώτου Κράτους. Παράγραφος 2. Όταν, εις περίπτωσιν επιδεινώσεως επαγγελματικής ασθενείας, ο εργαζόμενος ο οποίος έτυχε ή δικαιούται αποζημιώσεως λόγω επαγγελματικής ασθενείας δυνάμει της νομοθεσίας της μιας των συμβαλλομένων χωρών προβάλλει, δι’ επαγγελματικήν ασθένειαν της αυτής φύσεως, δικαιώματα επί παροχάς δυνάμει της νομοθεσίας της άλλης χώρας, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες. α)εάν ο εργαζόμενος δεν επραγματοποίησεν επί του εδάφους της τελευταίας ταύτης χώρας απασχόλησιν δυναμένην να προκαλέση την επαγγελματικήν ασθένειαν ή να επιδεινώση ταύτην, ο οργανισμός εις ον υπάγεται της πρώτης χώρας υποχρεούται να αναλάβη το βάρος των παροχών δυνάμει της ιδίας αυτού νομοθεσίας, λαμβανομένης υπ’ όψιν της επιδεινώσεως, β)εάν ο εργαζόμενος επραγματοποίησεν τοιαύτην απασχόλησιν επί του εδάφους της τελευταίας ταύτης χώρας, ο οργανισμός εις ον υπάγεται της πρώτης χώρας υποχρεούται να χορηγήση τας παροχάς δυνάμει της ιδίας αυτού νομοθεσίας μη λαμβανομένης υπ’ όψιν της επιδεινώσεως. Ο οργανισμός εις ον υπάγεται της ετέρας χώρας χορηγεί εις τον εργαζόμενον το συμπλήρωμα ούτινος το ποσόν καθορίζεται κατά την νομοθεσίαν της δευτέρας ταύτης χώρας και αντιστοιχεί εις την επαύξησιν του ποσοστού ανικανότητος προς εργασίαν». Το άρθρ. 23 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 16 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). «Άρθρ. 23 δις Αι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρ. 7 πεντάκις εφαρμόζονται αναλόγως και επί εργαζομένου υποστάντος εργατικόν ατύχημα ή επαγγελματικήν ασθένειαν, ο οποίος αφού ήρξατο να λαμβάνη παροχάς εις βάρος του αρμοδίου οργανισμού, τω επετράπη υπό του οργανισμού τούτου να επανέλθη εις την ετέραν συμβαλλομένην χώραν ή να μεταφέρη εις αυτήν την κατοικίαν του. Η διάρκεια της χορηγήσεως των παροχών καθορίζεται κατά την νομοθεσίαν την εφαρμοζομένην υπό του αρμοδίου οργανισμού». Το άρθρ. 23 δις προσετέθη δια του άρθρ. 17 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). «ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6 Οικογενειακαί παροχαί Άρθρ. 23 τρις Παράγραφος 1 Εάν κατά την εθνικήν νομοθεσίαν η θεμελίωσις δικαιώματος επί τας οικογενειακάς παροχάς εξαρτάται εκ της πραγματοποιήσεως περιόδων απασχολήσεως ή εξομοιουμένων τοιούτων αι πραγματοποιηθείσαι περίοδοι, τόσον εις την μίαν όσον και εις την άλλην χώραν λαμβάνονται υπ’ όψιν, εφ’ όσον δεν έχουν υπολογισθή δια την χορήγησιν οικογενειακών παροχών εις την άλλην χώραν. Παράγραφος 2. Οι Έλληνες εργαζόμενοι οι απασχολούμενοι εν Βελγίω των οποίων τα τέκνα ανατρέφονται εν Ελλάδι, δικαιούνται, των κυρίως οικογενειακών επιδομάτων, αποκλειομένου παντός ειδικού επιδόματος ή προσαυξήσεως απορρε(Μετά την σελ. 396(α) Σελ. 396,01 361-029 526 Μετά του Βελγίου 15Β.Μ.β.1 ούσης εκ της βελγικής νομοθεσίας. Δια του Διοικητικού Κανονισμού θα καθορισθούν κυρίως αι κατηγορίαι των δικαιούχων τέκνων, οι όροι χορηγήσεως και τα ποσά των οικογενειακών επιδομάτων ως και αι περίοδοι δι’ ας θα χορηγούνται τα επιδόματα ταύτα. Παράγραφος 3 Οι Βέλγοι εργαζόμενοι οι απασχολούμενοι εν Ελλάδι των οποίων τα τέκνα ανατρέφονται εν Βελγίω δικαιούνται των οικογενειακών επιδομάτων των απορρεόντων εκ της Ελληνικής νομοθεσίας». Το Κεφάλ. 6 προσετέθη δια του άρθρ. 18 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7 Ενίσχυσις ακουσίων ανέργων Άρθρον 24 Οι μισθωτοί ή οι προς τούτους εξομοιούμενοι της μιας των συμβαλλομένων χωρών μεταβαίνοντες εις το έδαφος της άλλης, δικαιούνται, εις την χώραν του νέου τόπου εργασίας των, των παροχών των προβλεπομένων υπό της οικείας νομοθεσίας περί ενισχύσεως των ακουσίων ανέργων, υπό τον όρον να έχουν αρχίσει μίαν περίοδον ασφαλίσεως κατά της ανεργίας εντός του πλαισίου απασχολήσεως η άσκησις της οποίας επετράπη συμφώνως προς την σχετικήν με την απασχόλησιν των αλλοδαπών εργατών νομοθεσίαν. Δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος επί τας παροχάς της ασφαλίσεως κατά της ανεργίας εις την μίαν των συμβαλλομένων χωρών αι περίοδοι ασφαλίσεως και αι προς ταύτας εξομοιούμεναι, πραγματοποιηθείσαι δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας ταύτης, συνυπολογίζονται μετά των περιόδων ασφαλίσεως και των προς ταύτας εξομοιουμένων των πραγματοποιηθεισών δυνάμει της νομοθεσίας της άλλης χώρας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8 «Έξοδα ή επίδομα κηδείας» Ο τίτλος του Κεφαλαίου 8 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 19 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). Σελ. 396,02 361-030 Άρθρον 25 Οι μισθωτοί ή οι εξομοιούμενοι προς τούτους οι οποίοι μεταβαίνουν από του Βελγίου εις την Ελλάδα ή αντιστρόφως δικαιούνται των «εξόδων ή επιδόματος κηδείας», των προβλεπομένων υπό της νομοθεσίας της χώρας του νέου τόπου εργασίας, εφ’ όσον: Αι εντός « » λέξεις αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 20 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). 1)έχουν πραγματοποιήσεις εις την χώραν ταύτην εξηρτημένην εργασίαν ή εξομοιουμένην προς ταύτην. 2)πληρούν τας προϋποθέσεις τας απαιτουμένας δια την χορήγησιν των παροχών βάσει της νομοθεσίας της χώρας του νέου τόπου εργασίας των λαμβανομένου υπ’ όψιν του χρόνου υπαγωγής εις την ασφάλισιν εις την χώραν την οποίαν εγκαταλείπουν και της μεταγενεστέρας περιόδου από της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν εις την χώραν του νέου τόπου εργασίας των. Άρθρον 26 «Παράγραφος 1 Ο οργανισμός της χώρας ασφαλίσεως υποχρεούται να χορηγήση τα έξοδα ή το επίδομα κηδείας το οφειλόμενον δυνάμει της νομοθεσίας ην εφαρμόζει, έστω και αν ο δικαιούχος διαμένη εις την ετέραν συμβαλλομένην χώραν. Παράγραφος 2 Εις περίπτωσιν θανάτου προσώπου λαμβάνοντος σύνταξιν γήρατος ή αναπηρίας ή επίδομα αναπηρίας παρά των αρμοδίων οργανισμών αμφοτέρων των συμβαλλομένων χωρών δια του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως, το επίδομα ή τα έξοδα κηδείας οφείλονται παρά του αρμοδίου οργανισμού της χώρας εις ην ο εργαζόμενος υπήρξεν τελευταίως ησφαλισμένος εφ’ όσον λαμβανομένων υπ’ όψιν των συνυπολογιζομένων περιόδων, πληρούνται αι απαιτούμεναι υπό της νομοθεσίας της χώρας ταύτης προϋποθέσεις. Παράγραφος 3 Εις περίπτωσιν θανάτου προσώπου λαμβάνοντος σύνταξιν γήρατος υπό οργανισμού της μιας μόνον συμβαλλομένης χώρας ή παροχήν οφειλομένην δυνάμει της βελγικής ή ελληνικής νομοθεσίας περί εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικών ασθενειών, το επίδομα ή τα έξοδα κηδείας οφείλονται υπό του αρμοδίου οργανισμού της χώρας ήτις οφείλει την σύνταξιν ή την παροχήν, εφ’ όσον πληρούνται αι απαιτούμεναι υπό της νομοθεσίας της χώρας ταύτης προϋποθέσεις». Το άρθρ. 26 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 21 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). 527 15Β.Μ.β.1 Μετά του Βελγίου ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΕΙΔΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Το Μέρος ΙΙΙ, περιλαμβάνον τα άρθρ. 27 και 28 κατηργήθη δια του άρθρ. 22 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). ΜΕΡΟΣ IV ΓΕΝΙΚΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1 Διοικητική Συνεργασία Άρθρον3 Παράγραφος 1. Οι μισθωτοί, ή οι προς μισθωτούς εξομοιούμενοι υπό των εφαρμοστέων εις εκατέραν των συμβαλλομένων χωρών νομοθεσιών, απασχολούμενοι εις μίαν των χωρών τούτων, υπάγοντα εις τας νομοθεσίας τας ισχυούσας εις τον τόπον της εργασίας των. Παράγραφος 2. Η εν τη 1η παραγράφω του παρόντος άρθρου τιθεμένη αρχή διαλαμβάνει τας ακολούθους εξαιρέσεις: Σελ. 390(α) 361-022 α)Οι μισθωτοί ή οι προς τούτους εξομοιούμενοι οι απασχολούμενοι εις χώραν ετέραν εκείνης της συνήθους διαμονής των, παρ’ επιχειρήσεως εχούσης εις την χώρα της διαμονής ταύτης κατάστημα εξ ου κανονικώς εξαρτώνται ούτοι, εξακολουθούν υπαγόμενοι εις τας νομοθεσίας τας ισχυούσας εις την χώραν του συνήθους τόπου εργασίας των, υπό τον όρον ότι η απασχόλησίς των επί του εδάφους της δευτέρας χώρας δεν ήθελε παραταθή πέραν των δώδεκα μηνών. Εις περίπτωσιν καθ’ ην η απασχόλησις αύτη παρατεινομένη δι’ απρόβλεπτον αιτίαν πέραν της αρχικώς προβλεφθείσης διαρκείας, υπερέβαινε τους δώδεκα μήνας, η εφαρμογή των εις την χώραν του συνήθους τόπου εργασίας ισχυουσών νομοθεσιών είναι δυνατόν να διατηρήται κατ’ εξαίρεσιν εφ’ όσον συμφωνή προς τούτο η Κυβέρνησις της χώρας της προσωρινής απασχολήσεώς των. «Η αίτησις παρατάσεως δέον όπως υποβληθή προ της εκπνοής της δωδεκαμήνου προθεσμίας». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 1 άρθρ. 3 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν. Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). β)Οι μισθωτοί ή οι προς τούτους εξομοιούμενοι των δημοσίων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων μεταφορών της μιας των συμβαλλομένων χωρών οι εν τη ετέρα χώρα απασχολούμενοι, είτε μονίμως, είτε παροδικώς, είτε ως μετακινούμενον προσωπικόν, υπάγονται αποκλειστικώς εις τας διατάξεις τας ισχυούσας εις την χώραν ένθα η επιχείρησις έχει την έδραν της. «Εν τοσούτω εις ην περίπτωσιν η επιχείρησις έχει υποκατάστημα ή μόνιμον αντιπροσωπείαν επί του εδάφους της ετέρας συμβαλλομένης χώρας ή εκείνης εις ην είναι εγκατεστημένη η έδρα της, οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι υπό ταύτης υπάγονται εις την νομοθεσίαν της συμβαλλομένης χώρας επί του εδάφους της οποίας ευρίσκεται το υποκατάστημα ή η μόνιμος αντιπροσωπεία». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 2 άρθρ. 3 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν. Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). 519 15Β.Μ.β.1 Μετά του Βελγίου γ)Οι μισθωτοί ή οι προς τούτους εξομοιούμενοι κρατικής τινος διοικητικής υπηρεσίας, απεσπασμένοι από της μιας των συμβαλλομένων χωρών εις την άλλην, υπάγονται εις τας διατάξεις τας ισχυούσας εις την χώραν εξ ης απεσπάσθησαν. Παράγραφος 3 Αι ανώταται διοικητικαί αρχαί των Συμβαλλομένων Κρατών δύνανται να προβλέπουν, δια κοινής συμφωνίας, εξαιρέσεις των εν παρ. 1 του παρόντος Άρθρον 29 Παράγραφος 1. Αι αρχαί, ως και οι οργανισμοί ασφαλίσεως ή κοινωνικής ασφαλείας των δύο συμβαλλομένων χωρών, θα παρέχουν αμοιβαίαν εξυπηρέτησιν ως εάν επρόκειτο να εφαρμόζουν την ιδίαν αυτών νομοθεσίαν. Δια διοικητικού κανονισμού θα ορισθούν αι αρχαί και οι οργανισμοί εκάστης των δύο συμβαλλομένων χωρών οι οποίοι θα δύνανται να αλληλογραφούν απ’ ευθείας μεταξύ των προς τον σκοπόν τούτον, ως και να συγκεντρώνουν τας αιτήσεις των ενδιαφερομένων και τας πληρωμάς των παροχών. Παράγραφος 2. Αι εν λόγω αρχαί και οργανισμοί θα δύνανται, επικουρικώς, να προσφύγουν δια τον αυτόν σκοπόν, εις την επέμβασιν των διπλωματικών και προξενικών αρχών της άλλης χώρας. Παράγραφος 3. Αι διπλωματικαί και προξενικαί αρχαί της μιας των δύο χωρών δύνανται να μεσολαβούν απ’ ευθείας εις τας διοικητικάς αρχάς και τους εθνικούς οργανισμούς ασφαλίσεως ή κοινωνικής ασφαλείας της άλλης χώρας, επί τω τέλει συγκεντρώσεως πάσης χρησίμου πληροφορίας δια την υποστήριξιν των συμφερόντων των υπηκόων των. Άρθρον 30 Παράγραφος 1. Το ευεργέτημα των απαλλαγών από τέλη καταχωρήσεως, αντιγράφων, χαρτοσήμου και από προξενικά τοιαύτα το οποίον προβλέπεται υπό της νομοθεσίας της μιας των συμβαλλομένων χωρών δια τα υποβαλλόμενα εις τας αρχάς ή τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλείας της χώρας ταύτης δικαιολογητικά επεκτείνεται εις τα αντίστοιχα δικαιολογητικά, τα υποβαλλόμενα δια την εφαρμογήν της παρούσης συμβάσεως, εις τας διοικητικάς αρχάς ή τους Οργανισμούς κοινωνικής ασφαλείας της άλλης χώρας. Παράγραφος 2. Πάσα πράξις, έγγραφον και οιοδήποτε δικαιολογητικόν υποβαλλόμενον εις εκτέλεσιν της παρούσης συμβάσεως, απαλλάσσεται της θεωρήσεως νομιμοποιήσεως των διπλωματικών και προξενικών αρχών. Άρθρον 31 Αι αναφοραί αι απευθυνόμεναι, δια την εφαρμογήν της παρούσης συμβάσεως, υπό των δικαιούχων της συμβάσεως ταύτης, προς τους οργανισμούς τας αρχάς και επιτροπάς της μιας των συμβαλλομένων χωρών, αρμοδίας επί θεμάτων κοινωνικής ασφαλείας, θα συντάσσωνται εις μίαν των επισήμων γλωσσών της μιας ή της άλλης χώρας. Άρθρον 32 Αι αιτήσεις και αι προσφυγαί αίτινες θα έδει να προσάγωνται εντός ωρισμένης προθεσμίας ενώπιον αρχής ή οργανισμού μιας των συμβαλλομένων χωρών αρμοδίου να δέχεται τας αιτήσεις και προσφυγάς επί θεμάτων κοινωνικής ασφαλείας, γίνονται αποδεκταί εάν κατατίθενται εντός της αυτής προθεσμίας ενώπιον της αντιστοίχου αρμοδίας αρχής ή οργανισμού της άλλης χώρας. Εν τη περιπτώσει ταύτη, η τελευταία αύτη αρχή ή ο τελευταίος ούτος οργανισμός οφείλει να διαβιβάση άνευ καθυστερήσεως τας εν λόγω αιτήσεις ή προσφυγάς εις τον αρμόδιον οργανισμόν. Άρθρον 33 Παράγραφος 1. Αι ανώταται διοικητικαί αρχαί των συμβαλλομένων Κρατών θα καθορίσουν απ’ ευθείας τα λεπτομερειακά μέτρα εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως, εφ’ όσον τα εν λόγω μέτρα απαιτούν συμφωνίαν μεταξύ των αρχών τούτων. Αι αυταί διοικητικαί αρχαί θα προβαίνουν εις αμοιβαίαν ανακοίνωσιν εν ευθέτω χρόνω των επερχομένων τροποποιήσεων εις την νομοθεσίαν ή τους κανονισμούς της χώρας των αίτινες αφορούν τα εν άρθρ. 2 απαριθμούμενα συστήματα. Παράγραφος 2. Αι αρμόδιοι αρχαί ή υπηρεσίαι εκάστης των συμβαλλομένων χωρών θα προβαίνουν εις αμοιβαίαν ανακοίνωσιν των λοιπών ληφθέντων μέτρων επί τω τέλει εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως εις το εσωτερικόν της ιδίας αυτών χώρας. Άρθον 34 Θεωρούνται εις έκαστον των συμβαλλομένων Κρατών ως ανώταται διοικητικαί αρχαί, υπό την έννοιαν της παρούσης συμβάσεως, οι Υπουργοί εις την δικαιοδοσίαν των οποίων υπάγονται τα συστήματα περί ων το άρθρ. 2. (Μετά την σελ. 396,02) Σελ. 396,03 361-031 528 Μετά του Βελγίου 15Β.Μ.β.1 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2 Διάφοροι διατάξεις Άρθρον 35 Παράγραφος 1. Οι οφειλέται οργανισμοί των παροχών ασφαλίσεως δυνάμει της παρούσης συμβάσεως θα εξοφλούν τας υποχρεώσεις των νομίμως δια του νομίσματος της χώρας των. Εις περίπτωσιν καθ’ ην εις εκατέραν των δύο συμβαλλομένων χωρών δια διατάξεων ήθελον τεθή περιορισμοί εις την εξαγωγήν συναλλάγματος θα λαμβάνωνται αμέσως μέτρα, κατόπιν συμφωνίας των Κυβερνήσεων δια την εξασφάλισιν συμφώνως προς την παρούσαν σύμβασιν της μεταφοράς των οφειλομένων ποσών εκ της μιας χώρας εις την άλλην. Παράγραφος 2. Ο οφειλέτης οργανισμός συντάξεων ως το μηνιαίον ποσόν είναι κατώτερον ποσού καθοριζομένου από κοινού υπό των ανωτάτων διοικητικών αρχών των δύο συμβαλλομένων χωρών δι’ απλής ανταλλαγής επιστολών, δύναται να πληρώνη τας εν λόγω συντάξεις ανά τρίμηνον ή ανά εξάμηνον ή ετησίως. Δύναται επίσης να εξαγοράση, δια καταβολής ποσού αντιπροσωπεύοντος την κεφαλαιοποιηθείσαν αξίαν των, τας συντάξεις ων το μηνιαίον ποσόν είναι κατώτερον του οριζομένου ποσού κατά τα υπό του προηγουμένου εδαφίου προβλεπόμενα. Άρθρον 36 Εις περίπτωσιν καθ’ ην οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται παροχής τινος επί τη βάσει ανικανότητος προς εργασίαν εκτιμηθείσης εν τη οφειλέτιδι χώρα της παροχής ταύτης, αι γενόμεναι διαπιστώσεις υπό του οργανισμού της χώρας διαμονής θα δύνανται να ληφθούν υπ’ όψιν δια την επενεξέτασιν του δικαιώματος επί την εν λόγω παροχήν. Άρθρον 37 Αι διατυπώσεις τας οποίας αι κείμεναι διατάξεις Νόμων και κανονισμών της μιας των συμβαλλομένων χωρών προβλέπουν δια την εξυπηρέτησιν, εκτός της επικρατείας της, των παροχών των χορηγουμένων υπό των οργανισμών της κοινωνικής ασφαλίσεως, θα έχουν ομοίως εφαρμογήν, ως επί υπηκόων της υπό τους αυτούς όρους, και επί προσώπων δικαιουμένων των εν λόγω παροχών δυνάμει της παρούσης συμβάσεως. Σελ. 396,04 361-032 Άρθρον 38 Παράγραφος 1. Άπασαι αι σχετικαί προς την εφαρμογήν της παρούσης συμβάσεως δυσχέρειαι θα κανονίζωνται δια κοινής συμφωνίας, υπό των ανωτάτων διοικητικών αρχών των συμβαλλομένων χωρών. Παράγραφος 2. Εις ην περίπτωσιν δεν καθίσταται δυνατή η δια του τρόπου τούτου εξεύρεσις λύσεως, η διαφορά θα κανονίζεται δια διαιτησίας. Εκάστη των δύο Κυβερνήσεων, θα ορίζη ένα διαιτητήν. Εάν εντός προθεσμίας δύο μηνών οι δύο διαιτηταί δεν δύνανται να καταλήξουν εις συμφωνίαν, θα μεριμνήσουν δια τον διορισμόν επιδιαιτητού υπηκόου τρίτης χώρας. Η διαιτητική επιτροπή ούτω συγκροτουμένη θα αποφασίση κατά πλειοψηφίαν. Η απόφασις αυτής θα είναι οριστική και υποχρεωτική δια τας αρμοδίας αρχάς. άρθρου τιθεμένων κανόνων. Θα δύνανται επίσης να συμφωνήσουν ότι αι εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου προβλεπόμεναι εξαιρέσεις δεν θα εφαρμόζωνται εις τινας ειδικάς περιπτώσεις. Άρθρον 39 Παράγραφος 1. Η παρούσα σύμβασις θέλει κυρωθή, τα δε όργανα επικυρώσεως θ’ ανταλλαγούν εν Αθήναις όσον το δυνατόν συντομώτερον. Παράγραφος 2 Η ισχύς της άρχεται από της 1ης του επομένου μηνός εκείνου της ανταλλαγής των οργάνων επικυρώσεως. Παράγραφος 3. Αι παροχαί των οποίων η χορήγησις είχεν ανασταλή κατ’ εφαρμογήν των εν ισχύϊ εν μια των συμβαλλομένων χωρών διατάξεων λόγω της διαμονής των ενδιαφερομένων εις το εξωτερικόν, θα εξυπηρετηθώσιν από της πρώτης ημέρας του επομένου μηνός της ενάρξεως ισχύος της παρούσης συμφωνίας. Αι παροχαί, αίτινες δεν είχεν καταστή δυνατόν να χορηγηθούν δια τον αυτόν λόγον, θα εκκαθαρισθούν και θα χορηγηθούν από της αυτής ημερομηνίας. Η παρούσα παράγραφος δεν θα τύχη εφαρμογής εκτός, εάν αι αιτήσεις υποβληθούν εντός προθεσμίας δύο ετών από της ημερομηνίας της ενάρξεως ισχύος της παρούσης συμβάσεως. 529 15Β.Μ.β.1 Μετά του Βελγίου Παράγραφος 4. Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου θα εφαρμόζωνται επίσης, τη αιτήσει των ενδιαφερομένων εν τη περιπτώσει καθ’ ην δια τους ασφαλιστικούς κινδύνους τους επελθόντας προ της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης συμβάσεως δεν είχε λάβει χώραν καταβολή των παροχών. Παράγραφος 5. Τα δικαιώματα των βέλγων ή ελλήνων υπηκόων εις ους απενεμήθησαν προ της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης συμβάσεως συντάξεις γήρατος θα δύνανται να αναθεωρηθούν τη αιτήσει των ενδιαφερομένων. Η αναθεώρησις θα έχη ως αποτέλεσμα την χορήγησιν εις τους δικαιούχους, από της 1ης ημέρας του επομένου της ισχύος της παρούσης Συμβάσεως μηνός, των αυτών δικαιωμάτων ως εάν η Σύμβασις ήτο εν ισχύϊ κατά την στιγμήν της απονομής, υπό τον όρον όμως η αίτησις να υποβληθή εντός προθεσμίας δύο ετών. Άρθρον 40 Παράγραφος 1. Η παρούσα σύμβασις θα είναι διαρκείας ενός έτους, θα ανανεούται σιωπηρώς από έτους είς έτος, εκτός καταγγελίας, ήτις δέον να ανακοινωθή τρεις μήνας προ της λήξεως της ετησίας περιόδου. Παράγραφος 2. Εις περίπτωσιν καταγγελίας, οι ορισμοί της παρούσης συμβάσεως θα εξακολουθήσουν ισχύοντες ως προς τα κεκτημένα δικαιώματα, ανεξαρτήτως των περιοριστικών διατάξεων, αίτινες θα προεβλέποντο υπό των ενδιαφερομένων συστημάτων επί των περιπτώσεων διαμονής του ησφαλισμένου εις την αλλοδαπήν. Παράγραφος 3. Όσον αφορά εις τα υπό θεμελίωσιν δικαιώματα τα σχετικά προς περιόδους ασφαλίσεως πραγματοποιηθείσας προ της λήξεως της ισχύος της παρούσης συμβάσεως, οι ορισμοί της συμβάσεως ταύτης θα εξακολουθούν εφαρμοζόμενοι υφ’ ους όρους θέλει προβλεφθή δια κοινής συμφωνίας. Εφ’ ω, οι Διαπεπιστευμένοι των δύο χωρών υπέγραψαν την παρούσαν σύμβασιν περιβαλόντες ταύτην δια της σφραγίδος των. Εγένετο εν Αθήναις εις διπλούν την 1ην Απρ. 1958, εις την γαλλικήν και την ελληνικήν γλώσσαν, αμφοτέρων των κειμένων εχόντων ίσην ισχύν. Δια την Ελλάδα Δια το Βέλγιον Μ. ΠΕΣΜΑΖΟΓ ΛΟΥ REMI BAERT I. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ Εν Αθήναις τη 1η Απριλίου 1958 Κύριε Υπουργέ, Επί της ευκαιρία της υπογραφής της υπό σημερινήν ημερομηνίαν Συμβάσεως Κοινωνικής Ασφαλείας μεταξύ Βελγίου και Ελλάδος, έχω την τιμήν να ανακοινώσω εις την Υμετέραν Εξοχότητα τ’ ακόλουθα: Η Βελγική Κυβέρνησις επιθυμεί να διευκρινίση, όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα, ότι εν αναμονή των αποτελεσμάτων της Συμβάσεως ταύτης, δεν προτίθεται να περιορίση τα πλεονεκτήματα, των οποίων απολαμβάνουν ήδη οι έλληνες εργάται υπέρ των τέκνων αυτών των ευρισκομένων εις το ελληνικόν έδαφος και κυρίως ότι θα χορηγήση τα οικογενειακά επιδόματα δια τα εν λόγω τέκνα εις τα αυτά ποσοστά ως ταύτα χορηγούνται εν Βελγίω. Δράττομαι της ευκαιρίας αυτής, Κύριε Υπουργέ, ίνα ανανεώσω προς την Υμετέραν Εξοχότητα την έκφρασιν της υψίστης μου εκτιμήσεως. Ο ΠΡΕΣΒΥΣ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ REMI BAERT Προς Την Αυτού Εξοχότητα Κύριον Ιωάννην ΚΑΠΟΔΙΤΡΙΑΝ Υπουργόν Εργασίας της Ελλάδος Εν Αθήναις τη 1 Απρ. 1958 Κύριε Πρέσβυ, Έχω την τιμήν να βεβαιώσω λήψιν της υπό σημερινήν ημερομηνίαν επιστολής δια της οποίας η Υμετέρα Εξοχότης ευηρεστήθη να μοι γνωρίση τ’ ακόλουθα: Επί τη ευκαιρία της υπογραφής της υπό σημερινήν ημερομηνίαν Συμβάσεως Κοινωνικής Ασφαλείας μεταξύ Βελγίου και Ελλάδος, έχω την τιμήν να ανακοινώσω εις την υμετέραν Εξοχότητα τ’ ακόλουθα: Η Βελγική Κυβέρνησις επιθυμεί να διευκρινίση όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα, ότι εν αναμονή των αποτελεσμάτων της Συμβάσεως ταύτης δεν προτίθεται να περιορίση τα πλεονεκτήματα, των οποίων απολαμβάνουν ήδη οι Έλληνες εργάται υπέρ των τέκνων αυτών των ευρισκομένων εις το ελληνικόν έδαφος και κυρίως ότι θα χορηγήση τα οικογενειακά επιδόματα δια τα εν λόγω τέκνα εις τα αυτά ποσοστά ως ταύτα χορηγούνται εν Βελγίω. Ευχαριστώ την Υμετέραν Εξοχότητα δια την υποχρεωτικήν ταύτην ανακοίνωσιν. Δράττομαι της ευκαιρίας αυτής, Κύριε Πρέσβυ, ίνα ανανεώσω προς την Υμετέραν Εξο(Μετά την σελ. 396,04) Σελ. 396,05 361-033 530 Μετά του Βελγίου 15Β.Μ.β.1 χότητα την έκφρασιν της υψίστης μου εκτιμήσεως. Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓ ΑΣΙΑΣ Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ Προς Την Αυτού Εξοχότητα Κύριον REMI BAERT Πρέσβυν του Βελγίου Εν Αθήναις Συμφώνως τη από 18 Νοεμ./6 Δεκ. 1960 Ανακοινώσει Υπουργείου Εξωτερικών (ΦΕΚ Α΄ 191) η ανταλλαγή των Οργάνων Επικυρώσεως της ανωτέρω Συμβάσεως εγένετο την 15 Νοεμ. 1960 και συνεπώς η ισχύς ταύτης ήρξατο από της 1ης Δεκ. 1960. Άρθρον 4 Αι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 2 εφαρμόζονται επί των μισθωτών ή των προς τούτους εξομοιουμένων, οιασδήποτε εθνικότητος των απασχολουμένων εις Βελγικάς ή Ελληνικάς διπλωματικάς ή προξενικάς θέσεις ή τελούντων εις την προσωπικήν υπηρεσίαν των αντιπροσώπων των θέσεων τούτων. Εν τοσούτω: 1.Οι τακτικοί διπλωματικοί και προξενικοί αντιπρόσωποι, συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων των ανηκόντων εις το προσωπικόν των πρεσβειών ή προξενείων εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος άρθρου. 2.Οι μισθωτοί ή οι προς τούτους εξομοιούμενοι υπήκοοι της αντιπροσωπευομένης χώρας υπό της διπλωματικής ή προξενικής αρχής, δύνανται να προτιμήσουν την εφαρμογήν, είτε της νομοθεσίας του τόπου της εργασίας των, είτε της νομοθεσίας της χώρας προελεύσεώς των. «Το εν λόγω δικαίωμα επιλογής δύναται άπαξ μόνον να ασκηθή». Η εντός « » τελευταία φράσις αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). «Άρθρον 4 δις Εφ’ όσον η νομοθεσία της μιας των συμβαλλομένων χωρών προβλέπη την μείωσιν, διακοπήν ή αναστολήν της παροχής εις περίπτωσιν συρροής της παροχής ταύτης με ετέραν παροχήν κοινωνικής ασφαλείας ή με αμοιβήν, η παροχή η κτηθείσα δυνάμει της νομοθεσίας της άλλης συμβαλλομένης χώρας ή η αμοιβή η ληφθείσα εις την άλλην χώραν αντιτάσσεται επίσης εις τον δικαιούχον της παροχής. Εν τοσούτω ο κανών περί ου το πρώτον εδάφιον δεν έχει εφαρμογήν εις ην περίπτωσιν αι παροχαί εκτήθησαν συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 9 και του Κεφαλ. 3 του Μέρους ΙΙ της Συμβάσεως». Το άρθρ.4δις προσετέθη δια του άρθρ. 5 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν. Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). ΜΕΡΟΣ ΙΙ - ΕΙΔΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1 Ασφάλισις ασθενείας και μητρότητος Άρθρον 5 «Παράγραφος 1 Ο μισθωτός ή ο προς αυτόν εξομοιούμενος ο μεταβαίνων από την Ελλάδα εις Βέλγιον ή αντιστρόφως δικαιούται ως και οι δικαιοδόχοι αυτού οι μετ’ αυτού συνοικούντες εν τη χώρα του νέου τόπου της εργασίας των παροχών της ασφαλίσεως ασθενείας-μητρότητος εν τη χώρα ταύτη, εφ’ όσον: 1.Ανεγνωρίσθη ικανός προς εργασίαν κατά την τελευταίαν είσοδόν του εις την χώραν ταύτην. 2.απέκτησε την ιδιότητα του ησφαλισμένου μετά την τελευταίαν είσοδόν του εις την χώραν του νέου τόπου εργασίας. 3.Πληροί τας απαιτουμένας υπό της νομοθεσίας της χώρας ταύτης προϋποθέσεις, λαμβανομένων ενδεχομένως υπ’ όψιν των περιόδων ασφαλίσεως ή των ισοδυνάμων τοιούτων, των πραγματοποιηθεισών κατά την νομοθεσίαν της άλλης χώρας. Παράγραφος 2. Εάν ο μισθωτός περί ου η παρ. 1 δεν πληροί τας απαιτουμένας προϋποθέσεις δια την εφαρμογήν της εν λόγω παραγράφου και εφ’ όσον θα εξηκολούθη ούτος να έχη δικαίωμα επί παροχάς δυνάμει της νομοθεσίας της συμβαλλομένης χώρας εις ην διετέλεσεν ησφαλισμένος προ της μεταφοράς της κατοικίας του εάν ευρίσκετο εις την χώραν ταύτην, διατηρεί δι’ εαυτόν και τους δικαιούχους του το δικαίωμα επί παροχάς δια περίοδον μη υπερβαίνουσαν την προβλεπομένην υπό της νομοθεσίας της χώρας του τελευταίου τόπου εργασίας. Ο αρμόδιος Οργανισμός της χώρας ταύτης δύναται να ζητήση από τον οργανισμόν του τόπου διαμονής να χορηγήση τας εις είδος παροχάς κατά την διαδικασίαν την εφαρμοζομένην υπό του τελευταίου τούτου οργανισμού. Ο αρμόδιος οργανισμός αποδίδει τας χορηγηθείσας τη αιτήσει του παροχάς εις τον οργανισμόν του τόπου διαμονής». Το άρθρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 6 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν. Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρον 6 (Κατηργήθη δια του άρθρ. 7 της από 27 Σεπτ. 1967 Συμβάσεως, κυρωθείσης δια του Ν. Δ. 162/1969 (κατωτ. αριθ. 2). (Αντί της σελ. 391) Σελ. 391(α) 520 Μετά του Βελγίου 15Β.Μ.β.1 Άρθρον 7 «Ο συνυπολογισμός των περιόδων περί ων το

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.