📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 65051 της 18/20 Ιαν. 1939 Περί εγκρίσεως Καταστατικού Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλληλικού Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού Υπουργείου Εργασίας, ως τούτο ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. υπ’ αριθ. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινών της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2)Το άρθρ. 1-4 του Α.Ν. 295/1937 «περί συστάσεως Επικουρικού Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιριών Τσιμέντων και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών εργατικών Νόμων, 3)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. Πρωτ. 460/1938), αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν το Καταστατικόν του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως του Υπαλληλικού προσωπικού των Εταιρειών «Ανώνυμος Γενική Εταιρεία Τσιμέντων», «Ανώνυμος Εταιρία Τσιμέντων «Ο ΤΙΤΑΝ» και «Τσιμέντα Χαλκίδος» εξ άρθρ. 8 ως ακολούθως: Δια του Ν.Δ. 1766/1942 άρθρ. 1 υπήχθησαν εις την ασφάλισιν του Ταμείου και το προσωπικόν της Αν. Ετ. Τσιμέντων «ΑΤΛΑΣ» και Εταιρίας Τσιμέντων «ΧΑΛΥΨ» Κότσιρας Γ. Σταυρός και Σια. Άρθρ.1.-1.Το δια του Α.Ν. 895/1937 ιδρυθέν Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως του Υπαλληλικού Προσωπικού Εταιριών «Ανώνυμος Γενική Εταιρία Τσιμέντων» ο «ΤΙΤΑΝ» και «Τσιμέντα Χαλκίδος» αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου εδρεύει εν Αθήναις και υπάγεται υπό την Εποπτείαν και Έλεγχον του Υφυπουργείου Εργασίας. Εν τοις επομένοις χάριν συντομίας θα αποκαλείται το ανωτέρω Ταμείον απλώς «Ταμείον», οι δε εν λόγω Εταιρίαι απλώς «Εταιρίαι». 2.Σκοπός του Ταμείου είναι η επικουρική ασφάλισις των κατά το επόμενον άρθρον προσώπων, κατά των κινδύνων της Αναπηρίας του Γήρατος και του Θανάτου. Σελ. 436(γ) Τεύχος 536-Σελ. 20 Άρθρ.10.-Εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπάγονται και οι τακτικοί υπάλληλοι και υπηρέται αυτού τηρουμένων πάντων των υπό των διατάξεων του άρθρ. 2 παρ. 1 του Α.Ν. 580/1945 οριζομένων περιορισμών εφ’ όσον συντρέχει και ετέρα υποχρεωτική επικουρική ασφάλισις. Η αναγνώρισις της προϋπηρεσίας ως και της πραγματικής εν τω Ταμείω υπηρεσίας, γίνεται επί καταβολή δι’ έκαστον μήνα πραγματικής εν τω Ταμείω υπηρεσίας προ της δημοσιεύσεως του παρόντος, ως και της προϋπηρεσίας, εισφοράς ίσης προς το σύνολον της εισφοράς ησφαλισμένου και εργοδότου, υπλογιζομένης επί του συνόλου των εις εισφοράς υποκειμένων αποδοχών του μηνός, του αμέσως προηγουμένου της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως. Ως προς τον δυνάμενον ν’ αναγνωρισθή χρόνον προϋπηρεσίας, εφαρμόζονται αναλόγως αι οικείαι διατάξεις του Κανονισμού Ασφαλιστικών παροχών του Ταμείου, λογιζομένης δια την εφαρμογήν των διατάξεων τούτων, της παρά τω Ταμείω υπηρεσίας, ως χρόνου εν ασφαλίσει παρά τω Ταμείω τοιαύτης». Το άρθρ. 10 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 31082/Σ.234 της 27 Μαΐου /8 Ιουν. 1967 απόφ. Υπ. Εργασίας(ΦΕΚ Β΄ 371). «Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται δια το από της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως εφ’ εξής διοριζόμενον ή μετατασσόμενον πάσης φύσεως προσωπικόν εις το Ταμείον». Η μέσα στα « » διάταξη προστέθηκε από την 109/3/310/8-22 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 186) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρ.2.-1.Εις το Ταμείον ασφαλίζεται υποχρεωτικώς άπαν το εργατοτεχνικόν, Υπαλληλικόν και Υπηρετικόν Προσωπικόν των εν Ελλάδι Εταιρειών Τσιμέντων, ως και της Ενώσεως Τσιμεντοβιομηχανιών Ελλάδος, ασχέτως φύλου και ηλικίας, ύψους λαμβανομένων αποδοχών και τρόπου πληρωμής τούτων, εφ’ όσον δικαιούνται ασφαλίσεως εις τον Οργανισμόν κυρίας ασφαλίσεως. 2.Δεν ασφαλίζονται πρόσωπα παρέχοντα προς τας Εταιρείας υπηρεσίαν ή εργασίαν επ’ ευκαιρία και ουχί κατά κύριον επάγγελμα». Το άρθρ. 2 συμπληρωθέν δια της υπ’ αριθ. 56044/53 της 15/30 Σεπτ. 1973 απόφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 109/3/1558 της 11/29 Ιουν. 1974 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 659). Άρθρ.3.-1.«Το Ταμείον διοικείται υπό εννεαμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εξ 2 Δημοσίων Υπαλλήλων εξ ων ο 1 τουλάχιστον του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εξ 1 μελούς εκ της τάξεως των εργοδοτών. δ)Εκ 3 εκπροσώπων εκ της τάξεως των ησφαλισμένων. ε)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των συνταξιούχων. ς)Εξ ενός προσώπου έχοντος πείραν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος της ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής, υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας, και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. 39.Η.η.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) Το εξ εργοδοτών μέλος και ο αναπληρωτής τούτου, λαμβάνονται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό των οικείων Επιμελητηρίων ή των οικείων εργοδοτικών, επαγγελματικών ή άλλων συναφών κατά Κλάδον εκπροσωπευτικών Οργανώσεως και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέου μέλους (τακτικού και αναπληρωματικού). Η επιλογή των εργατικών και εργοδοτικών Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ’ ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του». Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71017 της 8/17 Αυγ. 1964 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 4.Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού Συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχ. δ΄ της παρ. 1 μελών, του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αύτου, όστις και έχει το προβάδισμα έναντι και δευτέρου Αντιπροέδρου, ως τοιούτου οριζομένου του υπό στοιχ. γ΄ της παρ. 1 μέλους. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. 5.Εις τας Συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελεν κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ’ όσον το Δ.Σ. ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβ. Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελεν κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβ. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται ν’ αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα Κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού Συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ.Σ.. 6.«Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 7 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία». Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71017 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 7.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. του Ταμείου εκτελεί εις των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη γραμματέως εκτελεί εις των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ.Σ. (Αντί της σελ. 437(α) Σελ. 437(β) 250-067 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.2 Μεταβατική Διάταξις Εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβερνητικός Επίτροπος, τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. και ο γραμματεύς αυτού μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου ως τούτο τροποποιείται δια της παρούσης και επί τη νομίμω θητεία, θεωρουμένης ως ληξάσης της θητείας των ήδη διωρισμένων από της δημοσιεύσεως της περί διορισμού του νέου Δ.Σ. αποφάσεως ημών. Μέχρι του διορισμού του νέου Δ.Σ το ήδη υφιστάμενον νομίμως συνέρχεται και συνεδριάζει. Κατά τα λοιπά ισχύουν αι διατάξεις του Καταστατικού. Το άρθρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 1603/Σ. 58 της 26.2/4.3.1953 απόφ. Υπ. Εργασίας. Αι παρ. 1,3,6 και η Μεταβατική Διάταξις ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 2442 της 13/24 Ιαν. 1956 απόφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.4.-Δεν διορίζεται ουδέ δύναται ν’ αποτελή τακτικόν ή αναπληρωματικόν μέλος του Διοικ. Συμβουλίου: α)Ο μη συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. β)Ο ανίκανος ν’ αναλάβη δημόσιον λειτούργημα και ο δυνάμει οριστικού βουλεύματος παραπεμφθείς εις επί κακουργήματι ή επί ατιμωτικώ τινι πλημμελήματι ή οπωσδήποτε καταδικασθείς δυνάμει των άρθρ. 21 και 22 του Ποινικού Νόμου εις βαθμόν πλημμελήματος. γ)Ο μη έχων ή παύσας να έχη οριστικώς την ιδιότητα υφ’ ην διωρίσθη του εργοδότου ή του ησφαλισμένου ή του Δημοσίου υπαλλήλου. 2.Δια τους ανωτέρω λόγους τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη εκπίπτουν του αξιώματός των αποφάσει του Υπουργείου Εργασίας. Δύναται ο Υπουργός Εργασίας κατόπιν προτάσεως του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου να προβή εις την έκπτωσιν παντός μέλους του Διοικ. Συμβουλίου το οποίον ήθελεν απουσιάσει αδικαιολογήτως επί τρεις συνεχείς συνεδριάσεις. Άρθρ.5.-1.Το Διοικ. Συμβούλιον συνεδριάζει μετά πρόσκλησιν του Προέδρου αυτού ή τούτου κωλυομένου του αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου, τακτικώς μεν άπαξ του μηνός εκτάκτως δε οσάκις ήθελεν παραστή προς τούτο, κατά την κρίσιν του Προέδρου ανάγκη ή ήθελον αιτήσει τούτο τρία τουλάχιστον τακτικά μέλη αυτού. Δύναται το Διοικ. Συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του να ορίση ωρισμένας ημέρας τακτικών Συνεδριάσεως. Σελ. 438(β) «Εις τα Μέλη, τον Εισηγητήν και Γραμματέα των μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης συσταθεισών υπό του Δ.Σ. Επιτροπών: 1)Συντάξεων και αναγνωρίσεως και εξαγοράς προϋπηρεσίας, 2) κτιρίου και 3)προμηθειών και παραλαβών, παρέχεται αποζημίωσις ή έξοδα κινήσεως συμφώνως προς τα εκάστοτε ισχύοντα δια τα μέλη του Δ.Σ.. Αι αμειβόμενοι συνεδριάσεις εκάστης των ως άνω Επιτροπών δεν δύνανται να υπερβώσι των μεν υπ’ αριθ. 1 και 2 τας κατά μήνα, της των μεν υπ’ αριθ. 1 και 2 τας 4 κατά μήνα, της δε υπ’ αριθ. 3 τας 2 κατά δίμηνον δι’ εκατέρον τούτων». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 1105/Σ.10 της 24 Ιαν./1 Φεβρ. 1950 αποφάσεως Υπ. Εργασίας, αντικατασταθέντα είτα ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56281/1/54 της 19/30 Απρ. 1954 απόφ. Υπ. Εργασίας. 2.Η πρόσκλησις εις συνεδρίασιν κοινοποιείται εις τα μέλη, επί αποδείξει τουλάχιστον δύο ημέρας προ της ημέρας καθ’ ην θα λάβη χώρον η συνεδρίασις επιτρεπομένης της συντομεύσεως του χρονικού τούτου διαστήματος μόνον εις περίπτωσιν επειγούσης ανάγκης αποχρώντως παρά του Προέδρου αιτιολογημένης ενώπιον του Διοικ. Συμβουλίου. 39.Η.η.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 3.Μετά της προσκλήσεως εις Συνεδρίασιν συναποστέλλεται εις τα μέλη και η ημερησία διάταξις, την οποίαν καταρτίζει ο Πρόεδρος, όστις υποχρεούται να περιλάβη εν αυτή και τα θέματα τα υπαχθέντα εις αυτόν εγγράφως προ τριών τουλάχιστον ημερών, παρά δύο τουλάχιστον μελών του Διοικ. Συμβουλίου. 4.Το Διοικ. Συμβούλιον δικαιούται ν’ αποφασίζη την αναγραφήν θέματος τινός εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης συνεδριάσεως. 5.Θέμα μη αναγραφέν εις την ημερησίαν διάταξιν δύναται αποφάσει του Διοικ. Συμβουλίου να συζητηθή κατά την αυτήν συνεδρίασιν, απόφασις όμως επ’ αυτού δεν δύναται να ληφθή, εφ’ όσον δεν είναι παρόντα πάντα τα μέλη, ή εφ’ όσον παρά πάντων των παρισταμένων κατά την συνεδρίασιν μελών δεν ήθελεν αναγνωρισθή ότι πρόκειται περί επειγούσης ανάγκης. 6.Αι ψηφοφορίαι εν τω Διοικ. Συμβουλίω είναι πάντοτε φανεραί, πλην προκειμένου περί προσωπικών ζητημάτων. 7.Περί των εν τω Διοικ. Συμβουλίω συζητήσεων και λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται μερίμνη του Προϊσταμένου της υπηρεσίας του Ταμείου και του Γραμματέως του Διοικ. Συμβουλίου, συνοπτικά πρακτικά, άτινα υπογράφονται παρά τούτων, του Προέδρου και των κατά την Συνεδρίασιν παραστάντων μελών. 8.Αι αποφάσεις του Διοικ. Συμβουλίου δεν εκτελούνται προς της επικυρώσεως παρά τούτου εν τη επομένη συνεδριάσει των πρακτικών της Συνεδριάσεως καθ’ ην ελήφθησαν. «9.Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων ει μη μόνον δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου αυτού». Η παρ. 9 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 81940/Σ. 650 της 23 Σεπτ./2 Οκτ. 1965 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 643). Άρθρ.6.-1.«Το Διοικ. Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού. Ειδικώτερον εγκρίνει τον ετήσιον προϋπολογισμόν, Ισολογισμόν και απολογισμόν του Ταμείου ως και το μαθηματικόν αυτού ισοζύγιον, αποφασίζει δια την τοποθέτησιν των Κεφαλαίων, την εκποίησιν, υποθήκευσιν, ενεχυρίασιν των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, την σύνταξιν και την χορήγησιν των προσωπικών και ενυποθήκων δανείων, τη εγκρίσει του Υπουργείου Εργασίας, συμβιβάζεται και παραιτείται από δικαστικού αγώνος, αποφασίζει δια την απονομήν των ασφαλιστικών παροχών, εγκρίνει πάσαν δαπάνην αφορώσαν το Ταμείον, λαμβάνει και υποδεικνύει μέτρα προς βελτίωσιν και αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών του Ταμείου και αποφασίζει εν γένει ελευθέρως επί παντός ζητήματος αφορώντος το Ταμείον, υπό τους όρους και περιορισμούς της κειμένης νομοθεσίας». Η παρ. 1 ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 81940/Σ. 650 της 23 Σεπτ./2 Οκτ. 1965 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 643). «Προς αντιμετώπισιν των εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών του Ταμείου, δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου αυτού εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας, να συνιστώνται συνεργεία εκ του Προσωπικού του Ταμείου δι’ απασχόλησιν πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας. Δια της αυτής ως άνω αποφάσεως, καθορίζεται η καταβαλλομένη αποζημίωσις των μετεχόντων εις τα συνεργεία υπαλλήλων. Η ισχύς της παρούσης άρχεται από 1ης Αυγούστου». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 25107/2890 της 29/30 Αυγ. 1946 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. 2.Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων ειμή μόνον δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου αυτού. 3.Ο Πρόεδρος του Διοικ. Συμβουλίου, τούτου δε κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος, διευθύνει τας Συνεδριάσεις του Συμβουλίου, επιμελείται της εκτελέσεως των αποφάσεων αυτού, εκπροσωπεί το Ταμείον εξωδίκως και δικαστικώς και διορίζει τους προς τούτο αναγκαίους πληρεξουσίους δικηγόρους, αλληλογραφεί εν ονόματι του Ταμείου και παραλαμβάνει τα εις αυτό κοινοποιούμενα έγγραφα. Δύναται αποφάσει του Διοικ. Συμβουλίου η εκπροσώπησις του Ταμείου ν’ ανατίθεται εις έτερον μέλος του Διοικ. Συμβουλίου ή τον Προϊστάμενον της Υπηρεσίας του Ταμείου. 4.«Α΄.Η σύνθεσις του Προσωπικού του Ταμείου ορίζεται ως κάτωθι: 1)Εις Διευθυντής επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Τμηματάρχου β΄ ή α΄ τάξεως. 2)Εις Λογιστής επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Γραμματέως α΄ τάξεως ή Εισηγητού. 3)Δύο Γραμματείς επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Γραμματέως β΄ ή α΄ τάξεως ή Εισηγητού. 4)Εις βοηθός Λογιστού επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού ακολούθου. 5)Δύο γραφείς εξ ων ο εις δακτυλογράφος επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Γραφέως Β΄ ή Α΄ τάξεως ή ακολούθου. 6)Εις Κλητήρ επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Κλητήρος β΄ ή α΄ τάξεως». Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 32147/2849 της 28 Αυγ./9 Σεπτ. 1946 απόφ. Υπουργού Εργασίας. Β΄.Προσόντα Προσωπικού. 1)Διευθυντής του Ταμείου διορίζεται ο κεκτημένος πτυχίον Νομικής Σχολής ή της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ή της Παντείου Σχολής ή ισοτίμου ημεδαπής ή αλλοδαπής Σχολής είτε ο κεκτημένος απολυτήριον Γυμνασίου ή Μέσης Εμπορικής Σχολής και Οκταετή τουλάχιστον συνολικήν υπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή Ασφαλιστικώ Οργανισμώ. (Αντί της σελ. 439(β) Σελ. 439(γ) 344-097 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.2 2)Λογιστής διορίζεται ο κεκτημένος πτυχίον της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ή απολυτήριον Μέσης εμπορικής Σχολής και τετραετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν εις ομοειδή θέσιν παρ’ ασφαλιστικώ Οργανισμώ ή σοβαρά οικονομική επιχειρήσει. 3)Γραμματεύς διορίζεται ο κεκτημένος τα εν εδαφ. 1 του παρόντος αναφερόμενα προσόντα ή και πτυχίον άλλης Πανεπιστημιακής Σχολής ή απολυτήριον Γυμνασίου ή άλλης ισοτίμου Σχολής και τριετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή Νομικώ προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή ετέρω Οργανισμώ. 4)Βοηθός Λογιστού διορίζεται ο κεκτημένος απολυτήριον Γυμνασίου ή Μέσης Εμπορικής σχολής. 5)Γραφεύς διορίζεται ο κεκτημένος απολυτήριον Γυμνασίου. 6)Γραφεύς-δακτυλογράφος διορίζεται ο κεκτημένος ενδεικτικόν Δ΄ τάξεως εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζων απαραιτήτως δακτυλογραφίαν. 7)Κλητήρ διορίζεται ο γνωρίζων γραφήν και ανάγνωσιν. Γ΄.Αι οργανικαί θέσεις του Ταμείου πληρούνται δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου εγκρινομένης παρά του Υπουργού της Εργασίας. Δ΄.Κατά την πρώτην εφαρμογήν της παρούσης η κατά τ’ ανωτέρω πλήρωσις των κενών θέσεων ενεργείται δια διορισμού ή εντάξεως ή προαγωγής του ήδη υπηρετούντος προσωπικού επί τη βάσει των προσόντων και υπηρεσιακής αυτών ικανότητος. Ε΄.Εις τους δυνάμει της υπ’ αριθ. 59/1945 Σ.Π. υποβιβασθέντας υπαλλήλους του Ταμείου ή απολυθέντας ή επαναδιορισθέντας εν αυτώ ο προ του υποβιβασμού ή της απολύσεώς των χρόνος συνυπολογίζεται προς απόκτησιν προσόντων προς περαιτέρω προαγωγήν. Εν περιπτώσει όμως αναδιορισμού δέον όπως ο νέος διορισμός να εγένετο εις τον αυτόν ή κατώτερον του προ της απολύσεώς των κατεχομένου βαθμού. ΣΤ΄.Εις τους υπαλλήλους του Ταμείου τους διαμένοντας εις μακράν απόστασιν από του Καταστήματος αυτού δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου να καταβάλληται αυτοίς, ως οδοιπορικά έξοδα, το αντίτιμον του εισιτηρίου. 5.Επιτρέπεται όπως το αναγκαίον προσωπικόν δια την διεξαγωγήν της υπηρεσίας του Ταμείου λαμβάνεται εξ υπαλλήλων των Εταιριών δι’ αποσπάσεως αυτών παρά τω Ταμείω, οπότε η αντιμισθία αυτών βαρύνει τας Εταιρίας. «Εις το πάσης φύσεως προσωπικόν του Ταμείου δύνανται να χορηγώνται μηνιαίως και από 1ης Μαρτ. 1949 κατ’ αποκοπήν πάγια έξοδα κινήσεως μέχρι δρχ. 200.000 αποφάσει του Διοικ. Συμβουλίου καταβαλλόμενα την 1ην εκάστου μηνός». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 19258/Σ.431 της 29 Απρ./3 Μαΐου 1949 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. Σελ. 440(γ) «α)Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου μετ’ εγκρίσιν του Υπουργού Εργασίας και εφ’ όσον η Νομισματική Επιτροπή εγκρίνει την αποδέσμευσιν εκάστοτε ποσών εκ των παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου, δύναται να προβαίνη εις χορήγησιν ενυποθήκων τοκοχρεωλυτικών δανείων μέχρι 15% των παρά Τραπέζαις διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου, εις ησφαλισμένους συνταξιούχους ως και το μόνιμον προσωπικόν του Ταμείου και επί ακινήτου των ή ακινήτου ανήκοντος εις τον ή την σύζυγον αυτού εφ’ όσον τα δάνεια ταύτα πρόκειται να χρησιμοποιηθούν προς ανέγερσιν, επιδιόρθωσιν, επέκτασιν της κατοικίας, ή αγοράν τοιαύτης ή προς εξόφλησιν χρέους συναφθέντος κατά την αγοράν ακινήτου προς ιδιοκατοίκησιν του δανειζομένου. β)«Το ποσόν του χορηγουμένου δανείου δεν δύναται να υπερβή το σύνολον των πάσης φύσεως αποδοχών 3 ετών προκειμένου περί βα) ησφαλισμένων και ββ)μονίμων υπαλλήλων του Ταμείου, ή το σύνολον των συντάξεων 3 ετών, προκειμένου περί συνταξιούχων, πάντως δε δεν δύναται να είναι ανώτερον των 60/100 της αξίας του εις υποθήκην παρεχομένου ακινήτου. 39.Η.η.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) «γ.Το δάνειον χορηγείται εφ’ όσον οι αιτούντες ή οι σύζυγοι αυτών στερούνται ιδιοκτήτου οικίας ή ετέρου περιουσιακού στοιχείου μεγάλης αξίας, κατόπιν αιτιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ. και υπό τας κατωτέρω προϋποθέσεις». Το εδάφ. γ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Β8/Γ109/Οικ. 1773 της 23 Απρ./10 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Β΄ 440) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. γα)Προκειμένου περί εγγάμων ησφαλισμένων έχουσι συμπληρώσει τουλάχιστον 5ετή πράγματικήν ασφάλισιν, προκειμένου δε περί αγάμων ησφαλισμένων εφ’ όσον έχουσι συμπληρώσει τουλάχιστον 7ετή πραγματικήν ασφάλισιν. γβ)Προκειμένου περί του Προσωπικού του Ταμείου δια μεν τους εγγάμους εφ’ όσον έχουσι 5ετή υπηρεσίαν εν αυτώ, δια δε τους αγάμους εφ’ όσον έχουσι 7ετή τοιαύτην εν αυτώ. γγ)Προκειμένου περί συνταξιούχων ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας των». Η υπό στοιχ. γ΄ διάταξις τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 88874/Σ. 1006 της 18/25 Ιουλ. 1968 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 354) ετροποποιήθη εκ νέου η άνω δια της υπ’ αριθ. Φ. 67/3/12726 της 17 Οκτ./15 Νοεμ. 1969 απόφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 751). δ)Το υποθηκευόμενον ακίνητον δέον να είναι αστικόν, να είναι απηλλαγμένον παντός βάρους ρυμοτομίας και να ανήκη εξ’ ολοκλήρου εις τον παρέχοντα την υποθήκην ησφαλισμένον ή συνταξιούχον ή μόνιμον υπάλληλον του Ταμείου ή εις τον ή την σύζυγον αυτών εφ’ όσον ο κύριος του ακινήτου συναινεί νομοτύπως εις την παραχώρησιν της υποθήκης ή εις αμφοτέρους εφ’ όσον και εν τη περιπτώσει ταύτη ο κύριος τούτου συναινεί εις την παραχώρησιν της υποθήκης. Ο δανειζόμενος εφ’ όσον δεν υφίσταται ιδιοκατοίκησις υποχρεούται εις εκχώρησιν υπέρ του Ταμείου των προσόδων του υποθηκευομένου ακινήτου εκ μισθωμάτων κ.λπ., και μέχρι ποσού ανταποκρινομένου εις την εξυπηρέτησιν του δανείου. Το προς ασφάλειαν του Ταμείου υποθηκευόμενον ακίνητον δέον να εγγράφηται εις πρώτην υποθήκην υπέρ του Ταμείου εκτός αν υφίσταται ήδη τοιαύτη υποθήκη, οπότε εγγράφεται δευτέρα υποθήκη υπό τον όρον ότι το ποσόν του χορηγουμένου υπό του Ταμείου δανείου μετά την αφαίρεσιν εκ της αξίας του ακινήτου του ποσού δι’ ο εγένετο η εγγραφή της πρώτης υποθήκης δεν δύναται να είναι ανώτερον 60/100 της αξίας του εις δευτέραν υποθήκην παρεχομένου ακινήτου. ε)Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως, αποπερατώσεως ή επεκτάσεως ή επισκευών ή προσθηκών, η εκτίμησις γενήσεται υπό του Τεχνικού Συμβούλου του Ταμείου ή τούτου ελλείποντος υπό επιστήμονος Μηχανικού Δημοσίου Λειτουργού οριζομένου υπό του Ταμείου ή παρά της αρμοδίας υπηρεσίας της Ε.Κ.Τ.Ε.». Αι υπό στοιχ. β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ διατάξεις ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 92862/Σ.708 της 18/23 Νοεμ. 1965 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 774). ς)Η αυτή διαδικασία ακολουθείται προκειμένου και περί αγοράς υπό αστέγων κατοικίας ή διαμερίσματος. ζ)«Δια την χορήγησιν του δανείου ενεργείται εκτίμησις του εις υποθήκην προσφερομένου ακινήτου παρά της αρμοδίας υπηρεσίας της Ε.Κ.Τ.Ε. ή παρά Πολιτικών Μηχανικών οριζομένων υπό του Δ.Σ. του Ταμείου. η)Τα έξοδα ελέγχου τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου, ενεργουμένου υπό του Νομικού Συμβουλίου του Ταμείου ή της Νομικής Υπηρεσίας της Ε.Κ.Τ.Ε., τα έξοδα συντάξεως συμβολαίων εξαλείψεως υποθήκης και παν εν γένει εξόδων βαρύνουσιν εξ ολοκλήρου τον δανειζόμενον». Αι υπό στοιχ. ζ΄ και η΄ διατάξεις ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 92862/Σ. 708 της 18/23 Νοεμ. 1965 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 774). θ)Το Δ.Σ. του Ταμείου, δύναται εφ’ όσον κρίνει τούτο σκόπιμον, να ζητήση παρά του αιτούντος το δάνειον, την κατάθεσιν εγγυήσεως καλυπτούσης τας ως άνω δαπάνας. Ι.Αι ανωτέρω δαπάναι βαρύνουσι τον αιτήσαντα το δάνειον ησφαλισμένον ή συνταξιούχον ή μόνιμον υπάλληλον του Ταμείου και εις περίπτωσιν καθ’ ην υπαιτιότητι ή αμέλεια αυτώ δεν κατέστη δυνατή η χορήγησις του δανείου. Ια)Εις περίπτωσιν μη συνάψεως του δανείου το Ταμείον υποχρεούται εις την επιστροφήν του υπολοίπου της τυχόν καταβληθείσης κατά τ’ ανωτέρω εγγυήσεως, μετ’ αφαίρεσιν ποσών των τυχόν γενομένων δαπανών. Ιβ)Τα ως άνω δάνεια εξοφλούνται εις διάστημα 15 ετών, δια μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων επί τω εκάστοτε υπό της Νομισματικής Επιτροπής οριζομένω επιτοκίω, παρακρατουμένων εκ των μηνιαίων αποδοχών των δανειζομένων εφ’ όσον πρόκειται περί ησφαλισμένων (Νόμ. 5931/1933), εκ της λαμβανομένης μηνιαίας συντάξεως εφ’ όσον πρόκειται περί συνταξιούχων αυτού ή εκ της μισθοδοσίας των μονίμων υπαλλήλων, ποσού ίσου προς το 1/180 του ποσού του τοκοχρεωλυτικού δανείου. Ιγ)Επιτρέπεται τη αιτήσει του δανεισθέντος και η προ της λήξεως της ως άνω προθεσμίας εξόφλησις του ενυποθήκου δανείου, παρακρατουμένων εν τη περιπτώσει ταύτη των μη δεδουλευμένων τόκων μιας εξαμηνίας ως και η μείωσις του χρόνου εξοφλήσεως του δανείου επί αναλόγω αυξήσει των χρεωλύτρων μετ’ απόφασιν δε πάντως, εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. Ιδ)Εν περιπτώσει μεταβιβάσεως της κυριότητος του ακινήτου, εκτός της τοιαύτης λόγω συστάσεως προικός, το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. (Αντί της σελ. 440,01(γ) Σελ. 440,01(δ) Τεύχος 685-Σελ. 121 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.2 Ιε)«Εν περιπτώσει καθυστερήσεως τοκοχρεωλυτικής τινός δόσεως υπαιτιότητι του δανειζομένου, το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν, του Δ.Σ. του Ταμείου δικαιουμένου όπως προβή εις εκπλειστηριασμόν του εις υποθήκην ακινήτου προς διασφάλισιν της περιουσίας του ή να προβή εις χορήγησιν παρατάσεως καταβολής ληξιπροθέσμου δόσεως εφ’ όσον διαπιστώσει ότι τοιαύτη περίπτωσις δεν συντρέχει αλλά λόγω ειδικών συνθηκών δεν δύναται ο δανειζόμενος προσωρινώς να εκπληρώση τας τρεχούσας υποχρεώσεις του». Η υπό στοιχ. ιε΄ διάταξις ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 92862/Σ. 708 της 18/23 Νοεμ. 1965 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 774). Αι υπό στοιχ. α-ιε΄ διατάξεις προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 39718/Ε.1123 της 27 Μαΐου/21 Ιουν. 1961 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 193). «6.Αι δαπάναι δια προμηθείας και εργασίας εν γένει ως και αι μισθώσεις και αι εκμισθώσεις αποφασίζονται α)άνευ διαγωνισμού εάν το ποσόν προκειμένου περί δαπανών δεν υπερβαίνη τας 10.000 δραχμάς και προκειμένου περί μισθώσεων και εκμισθώσεων εάν το ετήσιον μίσθωμα δεν υπερβαίνη τας 30.000, β)δια προχείρου διαγωνισμού εάν το ποσόν των δαπανών υπερβαίνη τας 10.000 δραχμάς αλλ’ ουχί τας 20.000 δραχμάς ως και εάν το ετήσιον μίσθωμα υπερβαίνη τας 30000 δραχμάς, ομοίως δια προχείρου διαγωνισμού ενεργούνται ανεξαρτήτως ποσού αι το πρώτον πραγματοποιούμεναι μισθώσεις και γ)δια τακτικού Δημοσίου Διαγωνισμού εάν το ποσόν των δαπανών υπερβαίνη τας 20.000 δραχμάς ως και εάν το ετήσιον μίσθωμα υπερβαίνη τας 100.000 δραχμάς. Εις περίπτωσιν καθ’ ην διαγωνισμός μισθώσεως ή εκμισθώσεως, επαναλαμβανόμενος δια δευτέραν φοράν δεν φέρει αποτέλεσμα, το Δ.Σ. δύναται να προβή εις μίσθωσιν ή εκμίσθωσιν δι’ απ’ ευθείας συμφωνίας μετ’ έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας. Το συμφωνηθησόμενον μίσθωμα επί μεν μισθώσεων δεν δύναται να υπερβαίνη το υπό της σχετικής προκηρύξεως οριζόμενον ανώτατον όριον, επί δε εκμισθώσεων δεν δύναται να υπολείπεται του υπό της προκηρύξεως οριζομένου ελαχίστου ορίου. Το Δ.Σ. δύναται ν’ αποφασίζη την αναμίσθωσιν ή παράτασιν των μισθώσεων των ακινήτων του Ταμείου δια τρεις το πολύ διετίας, δια δε τας πέραν της τρίτης διετίας απαιτείται και έγκρισις της αποφάσεως του Δ.Σ. υπό του Υπουργείου Εργασίας». Η παρ. 6 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 81940/Σ. 650 της 23 Σεπτ./2 Οκτ. 1965 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 643). Σελ. 440,02(δ) Τεύχος 685-Σελ. 122. «α)Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, δύναται εφ’ όσον η οικονομική κατάστασις του Ταμείου επιτρέπει τούτο, να οργανούνται κατασκηνώσεις κατά την θερινήν περίοδον, προς αποστολήν εις αυτάς των από ηλικίας 8-14 ετών τέκνων των ησφαλισμένων και συνταξιούχων αυτού. β)Τα της εν γένει οργανώσεως και λειτουργίας της παιδικής κατασκηνώσεως και της αποστολής εις ταύτην των ως άνω τέκνων και πάσα άλλη λεπτομέρεια καθορίζονται δι’ αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. γ)Εάν δέν καθίσταται εφικτή η οργάνωσις ιδίας παιδικής κατασκηνώσεως, δύναται το Ταμείον, δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., αυτού ν’ αποστέλλη καθ’ εκάστην θερινήν περίοδον τα ως άνω τέκνα εις παιδικάς κατασκηνώσεις οργανουμένας υπό του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας ή Δήμων ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ιδρυμάτων. δ)Το Ταμείον δύναται εις όλως εξαιρετικάς περιπτώσεις να συμβάλληται με ιδιωτικάς κατασκηνώσεις εφ’ όσον δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ. αυτού διαπιστούται ότι δεν είναι δυνατή η αποστολή των τέκνων των ησφαλισμένων και συνταξιούχων αυτού εις τας εν εδαφ. γ΄ κατασκηνώσεις. Ει την περίπτωσιν ταύτην απαιτείται δημοσίευσις προσκλήσεως εις τους ενδιαφερομένους προς υποβολήν σχετικών προσφορών επί των οποίων αποφαίνεται το Δ.Σ. λαμβάνον υπ’ όψιν την προσφερομένην τιμήν εν συνδυασμώ προς τας παρεχόμενας εγγυήσεις καλής ενδιαιτήσεως των παραθεριστών. Αι ως άνω αποφάσεις του Δ.Σ. υπόκεινται εις την έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας». Η εντός « » τελευταία διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 89006/1935 της 9/17 Ιουλ. 1968 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 339). 39.Η.η.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) Επένδυσις Κεφαλαίων «Άρθρ.6α.-1.Τα διαθέσιμα Κεφάλαια του Ταμείου δύνανται να τοποθετώνται αποφάσει του Δ.Σ. εγκρινομένη υπό του Υπουργού Εργασίας τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων γενικών και ειδικών Νόμων περί τοποθετήσεως των Κεφαλαίων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου: α)Εις χρεώγραφα του Δημοσίου, εις αξίας ηγγυημένας παρ’ αυτού και εις μετοχάς μεγάλων Τραπεζών ή Εταιριών κοινής ωφελείας. β)Εις ακίνητα. 2.Αι επενδύσεις εις ακίνητα περιλαμβάνουν: α)Την αγοράν ετοίμων κτισμάτων κειμένων εντός του σχεδίου πόλεων Αθηνών, Πειραιώς προς εκμετάλλευσιν ή προς εγκατάστασιν υπηρεσιών του Ταμείου. β)Την αγοράν και ανοικοδόμησιν οικοπέδων ή κτισμάτων οικοπεδικής αξίας κειμένων εντός του σχεδίου πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, ως και την αγοράν και ανοικοδόμησιν οικοπέδων ευρισκομένων εις λουτροπόλεις ή γνωστούς τουριστικούς χώρους μετ’ έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας. γ)Την αγοράν αγροτεμαχίων κειμένων εκτός σχεδίου πόλεων και ιδία εν τη υπαίθρω της Αττικής ή Μεγαρίδος προς εγκατάστασιν θερινών εξοχών δια τα τέκνα των ησφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου. Αι θεριναί εξοχαί θέλουσι λειτουργήσει βάσει κανονισμού εκπονουμένου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένου υπό του Υπουργείου Εργασίας. 3.Η αγορά των χρηματογράφων ενεργείται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Τα εις την κυριότητα και κατοχήν του Ταμείου χρεώγραφα κατατίθενται προς φύλαξιν παρά τη υπό του Δ.Σ. οριζομένη Τραπέζη ή τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων. 4.Δια την αγοράν ακινήτου απαιτείται: α)Σχετική απόφασις του Δ.Σ. του Ταμείου λαμβανομένη δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των 2/3 του συνόλου των μελών του Συμβουλίου. β)Έγκρισις της ως άνω αποφάσεως του Δ.Σ. υπό του Υπουργού Εργασίας. γ)Δημοσίευσις σχετικής προκηρύξεως δια τριών τουλάχιστον ημερησίων φύλλων εκδιδομένων εν τη έδρα του Ταμείου και εις δύο τουλάχιστον εκδόσεις τούτων. Δια της προκηρύξεως δέον όπως καλούνται οι ενδιαφερόμενοι προς υποβολήν σχετικών προσφορών προς το Ταμείον, εντός ωρισμένης προθεσμίας, ήτις πάντως δεν δύναται να ορίζεται βραχυτέρα του 15θημέρου. Δια προκηρύξεως δέον ωσαύτως ν’ αποκλείωνται ως απαράδεκτοι προσφοραί μεσιτών, εφ’ όσον δεν επισυνάπτεται εις ταύτας έγγραφος εξουσιοδότησις του ιδιοκτήτου ή των ιδιοκτητών περί προσφοράς του ακινήτου των και του αξιουμένου τιμήματος, αποκλειομένης παντώς της καταβολής μεσιτικών δικαιωμάτων υπό του Ταμείου. δ)Άμα τη λήξει της κατά το προηγούμενον εδάφιον προθεσμίας, το Δ.Σ. του Ταμείου επιλέγει μεταξύ των προσφερθέντων ακινήτων τα, κατά την κρίσιν του, θεωρούμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα και ανταποκρινόμενα εις τους σκοπούς δι’ ους επιζητείται η αγορά. ε)Τα κατά τ’ ανωτέρω προκριθησόμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα ακίνητα εκτιμώνται παρ’ Εκτιμητικής Επιτροπής, ήτις υποχρεούται εις την σύνταξιν λεπτομερούς πρακτικού εκτιμήσεως εκάστου ακινήτου και ήτις συγκροτείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εκ των κάτωθι προσώπων: Ι.Εκ του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών. ΙΙ.Ενός Αρχιτέκτονος Μηχανικού, υπαλλήλου του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, ειδικού περί την εκτίμησιν ακινήτων, οριζομένου υπό του Υπουργείου τούτου και ΙΙΙ.Ενός Μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης. Των ανωτέρω τακτικών μελών, απόντων ή κωλυομένων, ορίζονται αναπληρωταί κεκτημένοι τας αυτάς ιδιότητας. Της επιτροπής προεδρεύει ο Οικονομικός Έφορος, αναπληρούμενος εν κωλύματι υπό του αναπληρωτού του. στ)Η αποζημίωσις των μελών της ως άνω Επιτροπής καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας και καταβάλλεται μετά το πέρας των εργασιών και την υποβολήν των πορισμάτων της Επιτροπής, δεν δύναται δε να είναι ανωτέρα των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζόμενων κατωτάτων ορίων αμοιβής. ζ)Μετά την υποβολήν της εκθέσεως της Εκτιμητικής επιτροπής το Δ.Σ. εκτιμών το σύνολον των συγκεντρωθέντων στοιχείων επιλέγει το αγορασταίον ακίνητον και υποβάλλει την απόφασιν επαρκώς ητιολογημένην μεθ’ ολοκλήρου του σχετικού φακέλλου εις το Υπουργείον Εργασίας προς έγκρισιν. Εν τη αποφάσει του Δ.Σ. δέον ν’ αναφέρεται απαραιτήτως το καταβληθησόμενον ακριβές τίμημα, οι λόγοι δι’ ους επροτίμησε το υπό αγοράν ακίνητον έναντι των ετέρων και ότι ελήφθη υπ’ όψιν γνωμοδότησις περί του κανονικού των τίτλων ιδιοκτησίας και ελλείψεως παντός μειονεκτήματος. Η υπογραφή συμβολαίου της αγοραπωλησίας εν ουδεμία περιπτώσει είναι επιτρεπτή προ της παροχής της εγγράφου προς τούτο εγκρίσεως παρά του Υπουργείου Εργασίας. η)Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων, το Δ.Σ. επί τη (Μετά την σελ 440,02(β) Σελ. 440,03 344-101 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.2 βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. προκαλεί είτε αναθέτον απ’ ευθείας εις ένα ή πλείονας Αρχιτέκοντας Διπλωματούχους Ανωτάτων ανεγνωρισμένων Σχολών, οριζομένους υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ., είτε κατόπιν διαγωνισμού, δια βραβείων την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον μελέτης υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών, ως και τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.). Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου εις ένα ή πλείονας Πολιτικούς Μηχανικούς Διπλωματούχους Ανωτάτης ανεγνωρισμένης Σχολής. Πάντα ταύτα καταρτίζονται και υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Δ.Σ., όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν αρμοδίως κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας αρχής, το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως Δημοσίων Έργων, της δημοπρασίας εκτελουμένης είτε δι’ ορίου, είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου, ως ορισθήσεται δια της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κ.λπ. ανατίθενται εις τον δια της δημοπρασίας ανακηρυχθησόμενον μειοδότην. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν’ αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, δεν δύναται όμως να περιορίση τον αριθμόν των δικαιουμένων συμμετοχής κάτω των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. Η παρακολούθησις της εκτελέσεως των έργων μέχρι αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ή υπό Επιτροπής αποτελουμένης εκ του Προέδρου του Δ.Σ. μελών αυτού και ενός ή δύο υπαλλήλων του Ταμείου μέσω του επιβλέποντος Μηχανικού ή Αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην είτε ετέρου τοιούτου. Σελ. 440,04 Αι αμοιβαί των Αρχιτεκτόνων και Μηχανικών ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, εν ουδεμία όμως περιπτώσει δύναται να ορισθώσιν αμοιβαί ανώτεραι των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων κατωτάτων ορίων αμοιβών». Το άρθρ. 6α προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 88874/Σ. 1006 της 18/25 Ιουλ. 1968 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 354). 39.Η.η.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) Άρθρ.7.-«1.Πόροι του Ταμείου είναι: α)Μηνιαία εισφορά των ασφαλισμένων οριζόμενη από 1.1.1995 σε 4% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους και μέχρι του ποσού που έχει ορισθεί με την απόφαση Υφυπουργού Κοινων. Ασφαλίσεων 109/379/3.2.1986.Το ποσό αυτό των αποδοχών ορίζεται από 1.2.1995 σε δρχ. 150.000 και από 1.7.1995 σε δρχ. 200.000 και αυξάνεται κατά το ποσοστό της αυξήσεως του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτό καθορίζει κάθε φορά η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. «Από 1.1.1998 και εφεξής το οριζόμενο από το προηγούμενο εδάφιο της περιπτ. αυτής ποσό αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς, όπως το ποσό αυτό έχει διαμορφωθεί από 1.7.1997, αυξάνεται κατά το ποσοστό της αυξήσεως του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, το οποίο καθορίζει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του προηγουμένου κάθε φορά ημερολογιακού έτους». Το μέσα σε « » τρίτο εδάφιο προστέθηκε από την με αριθμ. 109/949/4-19 Αυγ. 1997 (ΦΕΚ Β΄ 711) απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Μηνιαία συνεισφορά των εργοδοτών οριζομένη σε ποσοστό 4% επί των αυτών αποδοχών της προηγουμένης περιπτώσεως του ιδίου άρθρου» Οι μέσα σε « » περιπτ. α΄ και β΄ τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. Α΄ της με αριθμ. 109/72/24-31 Ιαν. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 60) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. γ) Αι τακτικαί πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου και πάσα άλλη πρόσοδος εκ χαριστικής αιτίας. Το άρθρ. 7 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 43822/Σ.1087 της 10/10 Οκτ. 1949 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. «Δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, να καθορίζη το ποσόν των ανωτέρω αποδοχών εφ’ ων η εισφορά των ησφαλισμένων και η συνεισφορά των εργοδοτών, εις ποσόν μικρότερον του δια της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου οριζομένου τοιούτου». Το ανωτέρω εδάφιον προσετέθη δια της αποφάσεως Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 109/3/1166 της 10/26 Μαΐου 1978 (ΦΕΚ Β΄ 491). Άρθρ.7α.-Δια την καταβολήν των εισφορών ευθύνεται ο εργοδότης. Πλείονες εργοδόται ευθύνονται αλληλεγγύως και αδιαιρέτως. Κατά την πληρωμήν των μισθών εις τους ησφαλισμένους ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατή τα τμήματα των εισφορών, τα βαρύνοντα τούτους. Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσιν του ταύτην εντός διμήνου από της πληρωμής των μισθών απαλλάσσεται ο ησφαλισμένος της τοιαύτης καταβολής βαρυνούσης του λοιπού τον εργοδότην. Εάν ο εργοδότης δεν καταβάλη εις το Ταμείον τα εκ μισθών των ησφαλισμένων παρακρατηθέντα κατά την ανωτέρω παράγραφον ποσά διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως εις βαθμόν πλημμελήματος, ασχέτως ποσού. «Οι εργοδόται υποχρεούνται όπως εντός 30 ημερών από της καταβολής του μισθού εις έκαστον των ησφαλισμένων, καταβάλλωσιν εις το Ταμείον τας δι’ έκαστον τούτων αναλογούσας εισφοράς, ως και τας εις ταύτας αναλογούσας συνεισφοράς του εργοδότου. Ωσαύτως υποχρεούνται όπως εντός της αυτής προθεσμίας καταβάλλωσι τας οικείας υπέρ του Ανεξ. Κλάδου Δ/σμού Προνοίας εισφοράς, εκπληρώσι δε και πάσαν άλλην εκ των κειμένων διατάξεων απορρέουσαν υποχρέωσιν των». Το εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 22256/Σ.428 της 5 Ιουν./1 Ιουλ. 1950 απόφ. Υπ. Εργασίας. «Άρθρ.7β.-Εισφοραί μη καταβληθείσαι εντός της προθεσμίας της παρ. 4 του προηγουμένου άρθρου επιβαρύνονται δια προσθέτου τέλους, ίσου προς τα 10% των καθυστερουμένων εισφορών. Δι’ εισφοράς καθυστερουμένας πέραν της λήξεως του οικονομικού έτους καθ’ ο κατέστησαν απαιτήται επιβάλλεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας, υπολογιζόμενος από της λήξεως του οικονομικού έτους και επί ποσού ηυξημένου κατά πρόσθετον τέλος, περί ου προηγουμένη παράγραφος. (Αντί για τη σελ. 440,05(β) Σελ. 440,05(γ) Τεύχος 1323 Σελ. 109 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.2 39.Η.η.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) Αι απαιτήσεις του Ταμείου εκ καθυστερουμένων εισφορών, προσθέτων τελών ή τόκων υπερημερίας εισπράττονται δια των Δημοσίων Ταμείων κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Ως τίτλοι δια την παρά των Δημοσίων Ταμείων, βεβαίωσιν και είσπραξιν των περί ων ανωτέρω απαιτήσεων χρησιμεύουσι καταστάσεις οφειλετών συντασσόμεναι και αποστελλόμεναι εις τα Δημόσια Ταμεία υπό του Ταμείου. Κατά της τοιαύτης εκτελέσεως επιτρέπονται ενστάσεις ενώπιον του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου από δε της λειτουργίας των υπό του Νομ. 6298 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» προβλεπομένων ασφαλιστικών δικαστηρίων ενώπιον αυτών, κατά τα ειδικώτερον εν άρθρ. 23 παρ. 3 του αυτού Νομ. 6298 οριζόμενα. Εν περιπτώσει εισπράξεως των απαιτήσεων δια πλειστηριασμού ή αναγγελίας εις πτώχευσιν η κατάταξις αυτών γίνεται προνομιακώς μετά των απαιτήσεων του αριθμού 4 του άρθρ. 940 της Πολιτικής Δικονομίας εν ενδεχομένη ανεπάρκεια του απομένοντος υπολοίπου προς εντελή εξόφλησιν αι ούτω συντρέχουσαι προνομιακαί απαιτήσεις κατατάσσονται συμμέτρως». Μεταβατική διάταξις Άρθρ.8.-Το Διοικ. Συμβούλιον του Ταμείου δέον όπως εντός τριμήνου από του διορισμού του προβή εις την σύνταξιν Κανονισμού ρυθμίζοντος τον τρόπον της Οργανώσεως και λειτουργίας του εν γένει Ταμείου, τα της εν γένει καταστάσεως του Προσωπικού του Ταμείου, τα της επενδύσεως των διαθεσίμων Κεφαλαίων αυτού, τας προϋποθέσεις της χορηγήσεως εφ’ άπαξ ή περιοδικών παροχών εις τους ησφαλισμένους αυτού. Ο Κανονισμός ούτος εγκριθήσεται κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 59 του Α. Νόμου της 11 Νοεμ. 1953 «περί Οργανισμού Υπουργείου Εργασίας», ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθυ δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. υπ΄αριθ. 594/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεων τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». «Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας δύναται μέρος των κεφαλαίων του Ταμείου να διατίθεται εις προσωπικά δάνεια προς τους ησφαλισμένους και το πάσης φύσεως προσωπικόν του Ταμείου τους πραγματοποιήσαντας τριετή ασφάλισιν ή υπηρεσίαν και τους συνταξιούχους αυτού. Τα προσωπικά δάνεια παρεχόμενα υπό τους όρους και περιορισμούς, των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών εγκυκλίων ή αποφάσεων του επί της Εργασίας Υπουργού δεν δύνανται να υπερβαίνουν κατά περίπτωσιν μεν προσώπου ησφαλισμένου ή ανήκοντος εις το προσωπικόν του Ταμείου, το ποσόν τριών μηνιαίων αποδοχών κατά περίπτωσιν δε συνταξιούχου το ποσόν τριών μηνιαίων συντάξεων, ουδέ να υπολείπεται εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των δραχ. 5.000». Το πρώτον εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 31089/1550 της -/28 Ιουν. 1967 (ΦΕΚ Β΄ 423, Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 666 της 11 Νοεμ. 1967). Τα κατά τ’ ανωτέρω χορηγούμενα δάνεια εξοφλούνται κατά μηνιαίας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις εκάστη των οποίων δεν δύναται να υπερβαίνη το 1/2 των μηνιαίων αποδοχών του ησφαλισμένου, και του 1/12 της μηνιαίας συντάξεως του συνταξιούχου και επί τόκω 4%. Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 8803/Σ.197 της 17/30 Ιουν. 1942 και ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 1104/Σ.11 της 24 Ιαν./7 Φεβρ. 1950 απόφ. Υπ. Εργασίας. «1)Οι υπαχθέντες εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπάλληλοι και υπηρέται των Α.Ε. Τσιμέντων «ΧΑΛΥΨ» και «ΑΤΛΑΣ» δια του Ν.Δ. 1766/42 θεωρούνται ως ησφαλισμένοι από της συστάσεως του ταμείου ήτοι από 13/10/1937. 2)Ο κατά το προηγούμενον εδάφιον χρόνος πραγματικής υπηρεσίας εξαγοράζεται δια της καταβολής των εις τον χρόνον τούτον αναλογουσών εισφορών ησφαλισμένου και εργοδότου υπολογιζόμενων επί τη βάσει των κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως περί αναγνωρίσεως καταβαλλομένων αποδοχών εκάστου ησφαλισμένου και του ισχύοντος κατά τον αυτόν χρόνον ασφαλίστρου. 3)Η εξόφλησις του ποσού εξαγοράς του κατά τ’ ανωτέρω αναγνωριζομένου χρόνου ενεργείται δια μηνιαίων δόσεων καθοριζομένων υπό του Διοικ. Συμβουλίου και ων ο αριθμός δεν δύνανται να υπερβή πάντως τας 60 υποχρεουμένου του εργοδότου όπως παρακρατή ταύτας μετά των λοιπών κρατήσεων εκ των αποδοχών των ησφαλισμένων και τας αποδίδει κατά μήνα εις το Ταμείον. 4)Εν περιπτώσει καθ’ ην ήθελεν γίνη αύξησις των αποδοχών ή του ασφαλίστρου προ της εξοφλήσεως του συνολικού ποσού εξαγοράς, αι υπολειπόμεναι προς εξόφλησιν δόσεις αναπροσαρμόζονται αναλόγως». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 48910/Σ.1253 της 10/17 Νοεμ. 1949 απόφ. Υπ. Εργασίας. «1.Αι υπό των υποχρέων προς ασφάλισιν του προσωπικού των εις το Ταμείον Εταιριών Τσιμέντων, ως αύται καθορίζονται υπό του Α.Ν. 895/1937 καθυστερούμεναι δι’ οιονδήποτε λόγον εισφοραί ησφαλισμένου και συνεισφοραί εργοδότου και δι’ ας υπεύθυνοι είναι αι εργοδότιδες Εταιρίαι, υπολογίζονται και εισπράττονται παρά των υποχρέων Εταιριών ως ακολούθως. α)Αι καθυστερούμεναι εισφοραί ησφαλισμένου και συνεισφοραί εργοδοτών αι αντιστοιχούσαι εις το χρονικόν διάστημα από της συστάσεως του Ταμείου μέχρι της 11.11.44 υπολογίζονται επί του ημίσεος του μισθού του καταβαλλομένου εις τους ησφαλισμένους τούτους κατά τον χρόνον της εξοφλήσεως και επί τη βάσει του κατά τον αυτόν χρόνον ισχύοντος ποσοστού ασφαλίστρου. (Αντί για τη σελ. 441(ε), Σελ. 441(ζ) Τεύχος Ε101 - Σελ. 69 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.2 β)Η εξόφλησις των ως άνω οφειλών γενήσεται εντός εξαμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης απαλλασσομένων τούτων παντός τέλους καθυστερήσεως και τόκου. Μετά την πάροδον της ως είρηται εξαμήνου προθεσμίας δια τας μήπω εξοφληθείσας ως άνω καθυστερουμένας εισφοράς έχουσιν εφαρμογήν αι οικείαι διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου και του Α.Ν. 1022/46». Το εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 33757/Σ.719 της 21 Ιουν./21 Ιουλ. 1950 απόφ. Υπ. Εργασίας. «Δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. να χορηγήται κατ’ έτος εις τον κλητήρα του Ταμείου μια στολή θερινή ή χειμερινή κατά την κρίσιν του Δ.Σ. και δύο ζεύγη υποδημάτων αποκλειομένης της χορηγήσεως του αντιτίμου εις χρήμα». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 19579/Σ.491 της 23/25 Απρ. 1952 απόφ. Υπ. Εργασίας. «Δύνανται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. να χορηγήται ανά τριετίαν κατά τους χειμερινούς μήνας εν αδιάβροχον εις τον κλητήρα του Ταμείου αποκλειομένης της χορηγήσεως του αντιτίμου αυτού εις χρήμα». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 6295/360 της 31 Ιαν./15 Φεβρ. 1956 απόφ. Υπ. Εργασίας. «Δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να χορηγήται κατ’ έτος εις το θήλυ προσωπικόν του Ταμείου ειδική εσθής (ποδιά), αποκλειομένης της χορηγήσεως του αντιτίμου αυτής εις χρήμα». Η ανωτέρω διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 109/3/3993 της 22 Οκτ./11 Νοεμ. 1971 απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 900). «Αι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού περί καταβολής παγίας κατά μήνα ή κατά συνεδρίασιν αμοιβής ή αποζημιώσεως δια συμμετοχήν υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα εις πάσης φύσεως Συμβούλια ή Επιτροπάς του Ταμείου, δεν έχουσιν εφαρμογήν από 1ης Ιαν. 1958 δια τους κεκτημένους την ιδιότητα του Δημοσίου Υπαλλήλου ή του υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ., εφ’ όσον ούτοι δικαιούνται των υπό των οικείων Υπουργικών αποφάσεων καθωρισμένων εκάστοτε εξόδων κινήσεως δια την αυτήν υπηρεσιακήν απασχόλησιν». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δυνάμει της υπ’ αριθ. 45666/Σ.557 της 30 Αυγ./17 Σεπτ. 1958 απόφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 442(ζ) Τεύχος Ε 101 - Σελ. 70 «Άρθρ.9.-Εις το τέλος εκάστης οικονομικής χρήσεως και δη κατά την έγκρισιν του Απολογισμού και Ισολογισμού αυτής, δύναται δι’ ειδικής κατ’ έτος ητιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, να μεταφέρηται εκ του Λογαριασμού του Κλάδου Συντάξεων εις πίστωσιν του Ανεξαρτήτου Κλάδου Λογαριασμού Προνοίας, εν περιπτώσει ελλείματος αυτού, ποσόν μη δυνάμενον να υπερβή το 20% των πλεονασμάτων του προηγουμένου έτους του Κλάδου Συντάξεων. Το άρθρ. 9 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 30917/Σ.225 της 27 Μαΐου /17 Ιουν. 1967 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 400).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.