📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 49550/Σ. 1260 της 10/14 Νοεμ. 1949 Περί εγκρίσεως του Κανονισμού παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ασφαλιστών και Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων. Έχοντες υπ’ όψιν: 1.Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2.Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος «περί οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής. 3.Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ασφαλιστών και Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων υποβληθείσαν ημίν δια της υπ’ αριθ. 1713/49, αναφοράς αυτού. 4.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 315 Συνεδρίασις 19η της 29-10-49, περίοδος Η, αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν τον κανονισμόν παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ασφαλιστών και Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων εξ άρθρ. 18 έχοντα ούτω: Χορήγησις Συντάξεων Άρθρ.1.-Δικαιούνται συντάξεως: 1.Οι άρρενες οι από της ιδρύσεως του Ταμείου αποχωρήσαντες ή εφ’ εξής αποχωρούντες της υπηρεσίας μετά συμπλήρωσιν: 20ετούς συνταξ. υπηρεσίας και ηλικ. 65 ετών 21 » » » » » 64 » 22 » » » » » 63 » 23 » » » » » 62 » 24 » » » » » 61 » 25 » » » » » 60 » ή μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας και ηλικίας 55 ετών. 2.α΄)Αι θήλεις αι από της ιδρύσεως του Ταμείου αποχωρήσασαι ή εφ’ εξής αποχωρούσαι της υπηρεσίας μετά συμπλήρωσιν: 15ετούς συνταξ. υπηρεσίας και ηλικ. 60 ετών 16 » » » » » 59 » 17 » » » » » 58 » 18 » » » » » 57 » 19 » » » » » 56 » 20 » » » » » 55 » ή μετά συμπλήρωσιν 30 ετούς συνταξίμου υπηρεσίας και ηλικίας 50 ετών. «β)Οι γυναίκες ασφαλισμένες του Ταμείου που έχουν ανήλικο παιδί, μετά 20ετή συντάξιμη υπηρεσία, εφόσον παύσουν να εργάζονται σε οποιαδήποτε εργασία». Η περίπτ. β, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19-6-1985). «3.α)Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου, εφόσον δικαιωθούν σύνταξης από το Φορέα Κύριας Ασφάλισης και έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους οι άνδρες και το 60ό οι γυναίκες, έχουν δε πραγματοποιήσει 4050 τουλάχιστον ημέρες ασφάλισης. β)Αν ο ασφαλισμένος ή η ασφαλισμένη συμπλήρωσε τον αριθμό ημερών εργασίας που προβλέπεται από το ανωτέρω εδάφιο, από τις οποίες ανά 100 τουλάχιστον για κάθε ένα από τα 5 χρόνια που προηγήθηκαν από το έτος που υποβλήθηκε η αίτηση για συνταξιοδότηση ή 700 σε σύνολο κατά την ανωτέρω 5ετία, δικαιούται σύνταξης γήρατος ελαττωμένης κατά το 1/200 της μηνιαίας σύνταξης για κάθε μήνα που λείπει μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας που προβλέπεται από το προηγούμενο εδάφιο, εφόσον έχει συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του ο άνδρας και το 55ο έτος η γυναίκα. 4.Οι μέχρι της ισχύος της 116/3/312/8.2.79 απόφασης του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ 195/26.2.79 τ. Β΄) προαιρετικά ασφαλισμένοι υπάλληλοι του Ταμείου εφόσον είχαν πραγματοποιήσει στην ασφάλιση του Ταμείου το χρόνο εργασίας, που προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Οργανισμού Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.β.1 (Αντί για τη σελ. 287(β) Σελ. 287(γ) Τεύχος Η 33 Σελ. 75 Κοινωνικής Ασφάλειας στον οποίο είναι ασφαλισμένοι, για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. 5.Δικαιούνται σύνταξης αναπηρίας: α)Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου, αν διαρκούσης της ασφαλιστικής σχέσης καταστούν ανάπηροι, τύχουν δε σύνταξης αναπηρίας από τον Φορέα Κύριας Ασφάλισής τους ή επιδόματος αναπροσαρμογής και έχουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ΙΚΑ για απονομή σύνταξης αναπηρίας. Η ανωτέρω αναπηρία κρίνεται από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του Φορέα Κύριας Ασφάλισης. Η σύνταξη που παρέχεται από το Ταμείο λόγω ολικής ή μερικής αναπηρίας ή επιδόματος αναπροσαρμογής, γίνεται με τις αυτές προϋποθέσεις του αντίστοιχου Φορέα Κύριας Ασφάλισης. Η χορήγηση της σύνταξης αναπηρίας διαρκεί για τόσο χρονικό διάστημα όσο διαρκεί και η ανικανότητα του ασφαλισμένου που καθορίστηκε από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή. 3)Οι απομακρυνόμενοι λόγω διαρκούς ανικανότητας, σωματικής ή πνευματικής, η οποία προήλθε από βίαιο συμβάν είτε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας είτε εξ αφορμής αυτής ή αμέσως από πολεμική αιτία, ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισης στο Ταμείο. 6.Οι μη έμμισθοι οι οποίοι υπάχθηκαν στην προαιρετική ασφάλιση του Ταμείου μέχρι την 27.6.1978 δικαιούνται σύνταξης χωρίς την προϋπόθεση απονομής σύνταξης από το Φορέα Κύριας Ασφάλισης με την προϋπόθεση ότι θα έχουν στην ασφάλιση του Ταμείου τον εκάστοτε ελάχιστο χρόνο που προβλέπεται από τη νομοθεσία του ΙΚΑ για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος και ηλικία την ηλικία του Φορέα Κύριας Ασφάλισης που υπάγονται». Οι παρ. 3 έως και 8, όπως είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν, αντικαταστάθηκαν με τις άνω παρ. 3-6, από την παρ. 8 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19-6-1985). Προστατευόμενα μέλη οικογενείας λόγω θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. Άρθρ.10.-«1.α)Η σύνταξη που απονέμει το Ταμείο στους συνταξιούχους του, αποτελείται από τόσα τριακοστά πέμπτα του συνταξίμου μισθού, όσα τα έτη της συντάξιμης υπηρεσίας τους, όπως αυτή καθορίζεται από το άρθρ. 7. β)Για κάθε έτος συντάξιμης υπηρεσίας πέραν των 35 ετών η σύνταξη προσαυξάνεται με 0,5% του ποσού της σύνταξης των 35 ετών. Η προσαύξηση αυτή χορηγείται για χρόνο ασφάλισης μέχρι και 40 ετών κατ’ ανώτατο όριο. γ)Ως συντάξιμος μισθός θεωρείται, προκειμένου μεν για έμμισθους ασφαλισμένους το 80% του μέσου όρου των τελευταίων 12 μηνιαίων αποδοχών που προηγούνται του μήνα αποχώρησής του από την ενεργό υπηρεσία, εξαιρουμένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας, προκειμένου δε για μη εμμίσθους ασφαλισμένους ο μέσος όρος των μηνιαίων ακαθαρίστων εσόδων της τελευταίας διετίας, πάνω στα οποία και υπολογίσθηκαν οι εισφορές προς το Ταμείο. δ)Ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών των τελευταίων 12 μηνών των εμμίσθων και των μηνιαίων ακαθαρίστων εσόδων της τελευταίας διετίας των μη εμμίσθων δεν μπορεί να υπερβαίνει το εκάστοτε ανώτατο όριο επί του οποίου καταβάλλονται εισφορές όπως ορίζεται από το άρθρ. 8 του Καταστατικού, ούτε να υπολείπεται του εκάστοτε προβλεπομένου από τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας Ασφαλιστικών Υπαλλήλων Ιδιωτικής Ασφάλισης κατώτατου ορίου μισθού. 2.Σε περίπτωση που έμμισθος ασφαλισμένος κατέχει ταυτόχρονα περισσότερες από μία θέσεις σε υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρ. 3 του Καταστατικού για τον καθορισμό του ύψους των συνταξίμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των αποδοχών του από κάθε έμμισθη θέση, εφόσον αποδόθηκαν στο Ταμείο οι σχετικές ασφαλιστικές εισφορές που σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να ξεπερνά το ανώτατο όριο αποδοχών που ορίζεται στην πιο πάνω παράγραφο. 3.Τα κατώτατα όρια των συντάξεων που χορηγεί το Ταμείο ορίζονται για μεν τις συντάξεις γήρατος, αναπηρίας και επιδόματος αναπροσαρμογής σε 12 ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη για δε τις συντάξεις λόγω θανάτου και μερικής αναπηρίας σε 10 ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά. 4.Αν ο συνταξιούχος επανέλθει στην ενεργό ασφάλιση για να γίνει επανυπολογισμός της σύνταξής του σύμφωνα με όσα προβλέπονται από το άρθρο αυτό, θα πρέπει να συμπληρώσει συνεχή εν ασφαλίσει υπηρεσία στο Ταμείο τουλάχιστον όση προβλέπεται και από το Φορέα Κύριας Ασφάλισής του για την ίδια περίπτωση. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να έχει κάνει διακοπή της συνταξιοδότησής του. «5.«Η καταβολή της συντάξεως γήρατος αναστέλλεται: α)Εάν ο συνταξιούχος απασχολείται σε εργασία ασφαλιστέα στο Ταμείο. β)Εάν ο συνταξιούχος παρέχει εξαρτημένη εργασία και οι ακαθάριστες αποδοχές του κάθε μήνα υπερβαίνουν το κάθε φορά επιτρεπόμενο με βάση τη νομοθεσία του ΙΚΑ ποσό για την περίπτωση αυτή. γ)Σε όποια ανάλογη περίπτωση διακόπτεται η σύνταξη, που καταβάλλεται στο συνταξιούχο, από το Φορέα Κυρίας Ασφάλισης». Η μέσα σε « » παρ. 5, όπως είχε τροποποιηθεί από την 116/2036/1993 απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων και ισχύει, συμπληρώθηκε ως άνω από την 116/1660/22 Νοεμ.-12 Δεκ. 1995, ΦΕΚ Β΄ 1021, απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «6.Η καταβολή της σύνταξης αναπηρίας αναστέλλεται: α)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος απασχολείται σε εργασία ασφαλιστέα στο Ταμείο. β)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος παρέχει οποιαδήποτε άλλη εργασία και κρίνεται ασφαλιστικώς ικανός, σύμφωνα με τη νομοθεσία του ΙΚΑ. γ)Εφ’ όσον διακόπτεται η καταβολή της σύνταξης από το Φορέα Κυρίας Ασφάλισης». Η μέσα σε « » παρ. 6 προστέθηκε από την παρ. 2 της 116/2036/4-7 Οκτ. 1993, (ΦΕΚ Β΄ 809), απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Το άρθρ. 10, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 15 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19.6.1985). (Αντί για τη σελ.291(κ) Σελ. 291(κα) Τεύχος 1322 Σελ. 93 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.β.1 Συντάξεις μελών οικογένειας Άρθρ.ΙΙ.-«Το ποσόν των συντάξεων των μελών οικογενείας, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρ. 2 του Κανονισμού αυτού, ορίζεται ως εξής: α)Για τα πρόσωπα της πρώτης τάξης στα 60/100 της σύνταξης την οποία θα έπαιρνε ο θανών, εφόσον το δικαιούμενο πρόσωπο είναι ένα. Για περισσότερα από ένα άτομο, προστίθεται 20/100 στη σύνταξη την οποία θα έπαιρνε ο θανών για το πρώτο επί πλέον δικαιούχο πρόσωπο και ανά 10/100 για κάθε ένα των επί πλέον δικαιούχων και μέχρι συμπλήρωσης των 100/100 της σύνταξης του θανόντα. Το σύνολο της σύνταξης αυτής καταβάλλεται στη χήρα και αν δεν υπάρχει αυτή στον επίτροπο των ανηλίκων παιδιών. Σε περίπτωση που προστατευόμενο μέλος οικογένειας προβάλλει εύλογο αιτία, η οποία κρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, για χωριστή λήψη της σύνταξης που του αναλογεί μπορεί να την απαιτήσει, οπότε οι ασφαλιστικές παροχές λογίζονται ότι ανήκουν, τα 40/100 της σύνταξης την οποία θα έπαιρνε ο θανών, στη χήρα του και το υπόλοιπο σε ίσα μέρη μεταξύ των υπολοίπων δικαιούχων προσώπων. Σ’ αυτήν την περίπτωση η χήρα μητέρα του θανόντα ή της θανούσης δεν μπορεί να πάρει ποσοστό που να υπερβαίνει τα 20/100 της όλης σύνταξης». Η πρώτη φραστική περίοδος και η περίπτ. α΄, όπως είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν, αντικαταστάθηκαν ως άνω από την απρ. 16 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19.6.1985) β)Δια τα της δευτέρας κατηγορίας πρόσωπα εις 60/100 της συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ή έτυχεν ο θανών, εφ’ όσον το δικαιούχον πρόσωπον είναι εν. Εις το ποσοστόν τούτο προστίθενται έτερα 20/100 επί της συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ή έτυχεν ο θανών, εφ’ όσον υπάρχουν αμφότερα τα πρόσωπα της τάξεως ταύτης. γ)Δια τα της τρίτης κατηγορίας πρόσωπα εις 40/100 της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ή έτυχεν ο θανών, εφ’ όσον το δικαιούχον πρόσωπον είναι εν. Εις το ποσοστόν τούτο προστίθενται εκάστοτε έτερα 10/100 επί της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ή έτυχεν ο θανών, δι’ εκάστον επί πλέον συντρέχον πρόσωπον της κατηγορίας ταύτης και μέχρι συμπληρώσεως των 70/100 της συντάξεως του θανόντος. Το σύνολον της συντάξεως ταύτης καταβάλλεται εις τον Επίτροπον των ανηλίκων αδελφών. Εν η περιπτώσει προστατευόμενον μέλος των δύο τούτων τελευταίων κατηγοριών προβάλη εύλογον, κατά την κρίσιν του Δ.Σ. αιτίαν χωριστής λήψεως της αναλογούσης αυτώ συντάξεως, δύναται να απαιτήση την εις αυτό κεχωρισμένην καταβολήν του ανήκοντος ποσού συντάξεως. Αι ασφαλιστικαί παροχαί της κατηγορίας ταύτης λογίζονται ανήκουσαι κατ’ ίσας μερίδας εις τα προστατευόμενα μέλη οικογενείας. Σελ. 292(κα) Τεύχος 1322 Σελ. 94 Διαπίστωσις ανικανότητος. Άρθρ.12.- Προς διαπίστωσιν πλήρους και διαρκούς σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων, γνωμοδοτεί τριμελής Επιτροπή ιατρών εξ ων οι δύο ορίζονται παρά του Δ.Σ. του Ταμείου και ο τρίτος παρά των ενδιαφερομένων. Εν τω πρακτικώ της γνωμοδοτήσεως αναφέρονται οι λόγοι, δι’ ους κρίνεται ο αιτών ως ευρισκόμενος εν πλήρει και διαρκεί σωματική ή πνευματική ανικανότητι. Προς διαπίστωσιν πλήρους και προσκαίρου σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος διαρκείας τουλάχιστον, έξ μηνών , των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων γνωμοδοτεί η αρμοδία Υγειονομική Επιτροπή του Ι.Κ.Α. προς ην παραπέμπονται υπό του Ταμείου οι ενδιαφερόμενοι δια την διαπίστωσίν της. Μετά ταύτα το Δ.Σ. αποφαίνεται περί της απονομής ή μη της συντάξεως. Εφ’ άπαξ παροχαί Άρθρ.13.-(Κατηργήθη δια της παρ. ΙΙ της υπ’ αριθ. 146958/Σ. 966 της 2/21 Φεβρ. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας ΦΕΚ Β΄ 82). Πόροι του Ταμείου Άρθρ.14.-Δια τον προσδιορισμόν της εισφοράς των ησφαλισμένων και της συνεισφοράς του εργοδότου ως και των λοιπών πόρων του Ταμείου ισχύουσιν αι διατάξεις του περί πόρων του Ταμείου άρθρ. 4 του Καταστατικού (ΦΕΚ 80/1947 Τεύχ. Β΄) αυξανομένης μόνον της μηνιαίας εισφοράς εκάστου εμμίσθου ησφαλισμένου από 3% εις 4% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτού. 39.Ζ.β.1 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. Υπολογισμός σύνταξης εμμίσθων και αμίσθων Άρθρ. 15.-«1.Οι συντάξεις που καταβάλλει το Ταμείο στους συνταξιούχους του αναπροσαρμόζονται αυτόματα στις εξής περιπτώσεις: α)Μετά από κάθε νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Ασφαλιστικών Υπαλλήλων Ιδιωτικής Ασφάλισης του πλέον αντιπροσωπευτικού Συνδικαλιστικού Οργάνου του Κλάδου αυτού. Στην περίπτωση αυτή το ποσοστό της αύξησης που θα δίνεται σ’ όλες τις καταβαλλόμενες συντάξεις θα είναι το ποσοστό αύξησης που δίνεται στο μισθό ασφαλιστικού υπαλλήλου Α΄ Κατηγορίας με 20ετή χρόνο προϋπηρεσία. β)Μετά από την εκάστοτε οριζόμενη αύξηση της ΑΤΑ και κατά το αυτό οριζόμενο ποσοστό κλιμακωτής αύξησης. Αν μέσα στο ίδιο έτος συνυπάρχουν αύξηση των συντάξεων λόγω νέας Συλλογικής Σύμβασις Εργασίας και αύξηση λόγω ΑΤΑ θα δίνεται η μεγαλύτερη από τις δύο αυξήσεις ή η προκύπτουσα διαφορά εφόσον προηγήθηκε αύξηση με μία από τις δύο πιο πάνω περιπτώσεις. 2.Η οποιαδήποτε αύξηση των συντάξεων που οφείλεται σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται από το Ταμείο αυτόματα την πρώτη του επόμενου μήνα από την ισχύ της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και προκειμένου για αύξηση λόγω ΑΤΑ από την ημερομηνία ισχύος της ΑΤΑ. 3.Κάθε πενταετία συντάσσεται υποχρεωτικά αναλογιστική μελέτη για εξακρίβωση της οικονομικής πορείας του Ταμείου ή και σε μικρότερα χρονικά διαστήματα προκειμένης της μεταβολής του τρόπου υπολογισμού των συνταξιοδοτικών παροχών ή της τροποποίησης διατάξεων που αφορούν τις χρονικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης. 4.Οι συντάξεις των μετά από κάθε αναπροσαρμογή εξερχομένων εμμίσθων ασφαλισμένων του Ταμείου δεν μπορούν να είναι κατώτερες των αντιστοίχων συντάξεων των εμμίσθων συνταξιούχων του Ταμείου με τις αυτές προϋποθέσεις συνταξίμου υπηρεσίας και μισθού οι οποίες θα προκύπτουν μετά την αναπροσαρμογή σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού. 5.Μεταβατική διάταξη. α)Ειδικά κατά την πρώτη εφαρμογή της απόφασης αυτής θα δοθούν στους συνταξιούχους του Ταμείου αναδρομικά τα ποσοστά της ΑΤΑ που χορηγήθηκαν από 1.5.1984 και μεταγενέστερα. β)Οι παλαιές συντάξεις, όπως αυτές θα αναπροσαρμοσθούν μετά την αντικατάσταση του άρθρ. 10 του Κανονισμού Παροχών, θα ισούται με τόσα τριακοστά πέμπτα της ανώτατης απονεμόμενης σύνταξης που θα ισχύει κατά την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης αυτής, όσα και τα έτη της συντάξιμης υπηρεσίας τους. γ)Οι συντάξεις που θα προέλθουν από την αναπροσαρμογή δεν μπορεί να είναι κατώτερες των ήδη καταβαλλομένων. Τυχόν επί πλέον ποσό διατηρείται μέχρι να καλυφθεί από μελλοντικές αυξήσεις». Το άρθρ. 15, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 17 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19.6.1985) Αναθεώρησις του ποσού των χορηγηθεισών συντάξεων. Άρθρ.16.-Πάσαι αι βάσει των προηγουμένων διατάξεων του Καταστατικού και του προσωρινού Κανονισμού Παροχών χορηγηθείσαι συντάξεις εξακολουθούν καταβαλλόμεναι, αναθεωρούνται όμως ως προς το ποσόν αυτών και τα αναγνωριζόμενα συντάξιμα έτη βάσει των οικείων διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. Η εκ της τοιαύτης όμως αναθεωρήσεως προκύπτουσα σύνταξις δεν δύναται πάντως να είναι εις ουδεμίαν περίπτωσιν μικροτέρα του αθροίσματος του κατά την δημοσίευσιν του Κανονισμού Παροχών (Υπ. απ. 48550/Σ.1260 Φ.Ε.Κ. 193/1949 Τ.Β΄) καταβαλλομένου περιοδικού μηνιαίου βοηθήματος και των κατά την αυτήν ημέραν καταβαλλομένων πάσης φύσεως επιδομάτων, ουδέ του υπό των εκάστοτε ισχυουσών κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας καθοριζομένου κατωτάτου ορίου συντάξεως εις νέας δραχμάς. Το άρθρ. 16 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 35461 της 1/20 Ιουλ. 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.17.-Η κατά το άρθρ. 14 εισφορά των ησφαλισμένων και συνεισφορά του εργοδότου άρχεται από 1ης Ιαν. 1950. Δια την χρονικήν περίοδον από 1ης Οκτ. 1946 έως 31ης Δεκ. 1949 η εισφορά ησφαλισμένων και η συνεισφορά εργοδότου καθορίζονται ως ακολούθως: α)Δια την χρονικήν περίοδον από 1.10.46/ 30.6.47: 1.Συνεισφορά εργοδότου: 2% επί των ασφαλίστρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων πυρός και ατυχημάτων. 1% επί των ασφαλίστρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων μεταφορών. Πέντε επί τοις εκατόν επί των ασφαλίστρων του πρώτου μόνον έτους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και κεφαλαιοποιήσεως, καθοριζομένου ανωτάτου ορίου ασφαλίστρων δια τον υπολογισμόν του εν λόγω ποσοστού ίσου προς 6% επί του ασφαλιζομένου κεφαλαίου. Προκειμένου περί των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και κεφαλαιοποιήσεως των εκδοθέντων και μήπω ληξάντων μέχρι της ισχύος του παρόντος θα εξακολουθήση μέχρι της λήξεως αυτών εισπραττόμενον υπέρ του Ταμείου ποσοστόν 1% επί των ετησίως καταβαλλομένων παρά των οικείων ησφαλισμένων ασφαλίστρων. Το ισόποσον της ανωτέρω εργοδοτικής συνεισφοράς καταβάλλεται εις 100 μηνιαίας δόσεις ή με ολοκληρωτικήν καταβολήν και με έκπτωσιν συνολικήν 10% επί του συνόλου των οφειλομένων συνεισφορών της ανωτέρω χρονικής περιόδου. (Αντί για τη σελ. 293(γ) Σελ. 293(δ) Τεύχος Η33-Σελ. 83 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.β.1 Εις την ανωτέρω συνεισφοράν συμψηφίζεται το τυχόν καταβληθέν τέλος 0,50% επί των ασφαλίστρων κλάδου πυρός, το επιβληθέν από 1ης Οκτ. 1946 κατόπιν του Ν.Δ. 6046 και το οποίον κατηργήθη από 1.4.1948 δια του Ν.Δ. 631/1948. 2.Εισφορά ησφαλισμένων: Μηνιαία εισφορά εκάστου εμμίσθου μεν ησφαλισμένου ίση προς τα 3% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτού εκάστου δε αμίσθου 6% επί του ποσού της μισθολογικής κλάσεως εις ην έκαστος εξ αυτών θα καταταγή. β)Δια την χρονικήν περίοδον από 1.7.4731.12.49. 1.Εισφορά ησφαλισμένων: Μηνιαία εισφορά εκάστου εμμίσθου μεν ησφαλισμένου ίση προς τα 3% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτού εκάστου δε αμίσθου 6% επί του ποσού της μισθολογικής κλάσεως εις ην έκαστος εξ αυτών θα καταταγή. 2.Εργοδοτική συνεισφορά. Ισόποσος προς την εισφοράν των ησφαλισμένων. Ποσοστόν 2% επί των ασφαλίστρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων πυρός και εν γένει ατυχημάτων, καθ’ ο ποσόν το προϊόν του ποσοστού τούτου υπερβαίνει την κατά το προηγούμενον εδάφιον εργοδοτικήν συνεισφοράν. Κατά τα λοιπά ισχύουσιν αι διατάξεις του περί πόρων του Ταμείου άρθρ. 4 του Καταστατικού (Φ.Ε.Κ. 80/1947 Τεύχ. Β΄). Άρθρ.18.-(Καταργήθηκε από την παρ. 18 της 116/489/24-26 Απρ. 1985, ΦΕΚ Β΄ 229, απόφ. Υπ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19.6.1985). Άρθρ.2.-Δικαιούνται συντάξεως τα κατωτέρω οριζόμενα μέλη της οικογενείας θανόντος ή θανούσης ησφαλισμένου και υπό τας εν τοις επομένοις αναγραφομένας προϋποθέσεις: «α)Αν ο θανών ασφαλισμένος είχε πενταετή τουλάχιστον χρόνο πραγματικής ασφάλισης στο Ταμείο και οι δικαιοδόχοι του θα τύχουν σύνταξης από το Φορέα Κύριας Ασφάλισης». Το εδάφ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 9 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19-6-1985) Σελ. 288(γ) Τεύχος Η 33 Σελ. 76 β)Ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας εάν ο θάνατος του ησφαλισμένου προήλθεν εκ βιαίου συμβάντος εν τη υπηρεσία ή εξ αφορμής αυτής είτε αμέσως εκ πολεμικής αιτίας. γ)Εάν ο θανών εδικαιούτο ή εδικαιώθη συντάξεως. Εκάστη των κατωτέρω καθοριζομένων τριών τάξεων προστατευομένων μελών της οικογενείας, αποκλείει τας επομένας κατά σειράν αναγραφής εις την λήψιν συντάξεως. Πρόσωπα της αυτής τάξεως συντρέχουν άπαντα εις την απόληψιν συντάξεως, κατά τα κατωτέρω ειδικώς οριζόμεναι: 39.Ζ.β.1 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. «Α΄ ΤΑΞΗ 1.Η χήρα του θανόντος με την προϋπόθεση ότι ο γάμος με τον ασφαλισμένο έγινε ένα τουλάχιστον πλήρες έτος πριν από το θάνατο αν δε ο θανών ήταν συνταξιούχος εφόσον ο γάμος έγινε 2 πλήρη έτη πριν από το θάνατό του. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν λαμβάνονται υπόψη εφόσον: α)Ο θάνατος του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου οφείλεται σε βίαιο συμβάν ή από άμεση πολεμική αιτία. β)Αν από το γάμο γεννήθηκε παιδί ή νομιμοποιήθηκε και αν κατά το θάνατο του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου η χήρα εγκυμονούσε. 2.Ο χήρος θανούσης ασφαλισμένης εφόσον είναι ανίκανος για εργασία και η συντήρησή του βάρυνε τη θανούσα. 3.Τα παιδιά του θανόντος ασφαλισμένου ή της θανούσης ασφαλισμένης ή των θανόντων συνταξιούχων, εφόσον είναι άγαμα και δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους ή το 24ο εφόσον σπουδάζουν σε σχολές μέσης, ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης. Η χορήγηση της σύνταξης εξακολουθεί στα παιδιά του θανόντος ή της θανούσης και μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, αν συνυπάρχουν οι εξής προϋποθέσεις: α)Αν είναι ανίκανα για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος λόγω παθήσεως. β)Αν δεν έχουν άλλη πρόσοδο συντηρήσεώς τους και γ)αν η ανικανότητα για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος λόγω παθήσεως, υπήρχε κατά την τελευταία ημέρα πριν από τη λήψη της σύνταξης». Παιδιά θεωρούνται: α)Αυτά που αποκτήθηκαν από νόμιμο γάμο, β)τα νομιμοποιηθέντα γ)τα υιοθετηθέντα εφόσον η υιοθεσία έγινε ένα τουλάχιστον χρόνο πριν από το θάνατο του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου και δ)τα φυσικά παιδιά θανούσης ασφαλισμένης ή συνταξιούχου». Η «Α΄ τάξη», όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 10 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19.6.1985) «Β΄ ΤΑΞΗ» «Οι γονείς, εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (ή την θανούσαν)». Γ΄ Τάξις «Μη υπαρχόντων των προηγουμένων υπό στοιχ. Α΄ και Β΄. α)Οι ορφανοί πατρός και μητρός ανήλικοι αδελφοί και αδελφαί, μέχρις ενηλικιώσεώς των. Η χορηγηθείσα σύνταξις εξακολουθεί καταβαλλομένη εις τα τέκνα, του ή της θανούσης και μετά την συμπλήρωσιν του ανωτέρω οριζομένου ορίου ηλικίας, εάν συνυπάρχουν αι κάτωθι τρεις προϋποθέσεις: α)Εάν είναι ανίκανοι προς άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος, λόγω παθήσεως, β)εάν δεν έχουν ετέραν πρόσοδον συντηρήσεώς των και γ)εάν η ανικανότης των προς άσκησιν βιοποριστικού επαγγέλματος, λόγω παθήσεως, υφίστατο κατά την τελευταίαν ημέραν της λήξεως της συντάξεως». Αι διατάξεις των Β΄ και Γ΄ Τάξεων ετροποποιήθησαν ως άνω, δια της υπ’ αριθ. 116/3348 της 30 Ιουλ. / 14 Αυγ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 944 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Έναρξις και λήξις δικαιώματος. Άρθρ.19.-Εις τους συνταξιούχους του Ταμείου λόγω ανικανότητος οφειλομένης εις φυματίωσιν παρέχονται και τα ειδικά επιδόματα τα οριζόμενα εκάστοτε δια των κοινών αποφάσεων Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και εφ’ όσον ούτοι βάσει υπευθύνου δηλώσεώς των, δεν λαμβάνουσι ταύτα παρ’ ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Ασφαλίσεως. Η ισχύς της παρούσης άρχεται από της δημοσιεύσεως του Κανονισμού Παροχών (Φ.Ε.Κ. 193/49 Τεύχ. Β΄). Το άρθρ. 19 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 64162/Σ.1446 της 28 Νοεμ./5 Δεκ. 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 219). Σελ. 294(δ) Τεύχος Η33-Σελ. 84 Άρθρ.19.-Απαγορεύεται η κατάσχεσις ή η εκχώρησις των παροχών των χορηγουμένων παρά του Ταμείου. Εξαιρετικώς επιτρέπεται η κατάσχεσις και εκχώρησις μέχρι του 1/4 του ποσού των συντάξεων λόγω διατροφής συζύγου, κατιόντων και ανιόντων». Το ανωτέρω άρθρ. 19 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 5270 της 9/22 Απρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας Μεταβατική Διάταξις Άρθρ.20.-Δια τους από της ιδρύσεως του Ταμείου εξελθόντας της ενεργού ασφαλίσεως και συνταξιοδοτηθέντας ησφαλισμένους του Ταμείου, βάσει των διατάξεων του Προσωρινού Κανονισμού Παροχών, καθορίζονται ως αποδοχαί δια τον υπολογισμόν και αναπροσαρμογήν της συντάξεώς των από 1ης Ιαν. 1952 αναλόγως του βαθμού με τον οποίον υπελογίσθη η σύνταξις αυτών ως ακολούθως: Δια τους εξελθόντας με βαθμόν εξόδου: α)Γεν. Διευθυντού του ΙΚΑ δραχ. 1.500.000 β)Διευθυντού α΄ » » » 1.200.000 γ)Διευθυντού β΄ » » » 1.100.000 δ)Τμηματάρχου α΄ » » » 1.000.000 ε)Τμηματάρχου β΄ » » » 900.000 ς)Εισηγητού » » » 850.000 ζ)Γραμματέως α΄ » » » 800.000 η)Γραμματέως β΄ » » » 750.000 θ)Γραφέως α΄ » » » 700.000 ι)Γραφέως β΄ » » » 650.000 ια)Αρχικλητήρας » » » 700.000 ιβ)Κλητήρος α΄ » » » 650.000 ιγ)Κλητήρος β΄ » » » 600.000 ιδ)Κλητήρος γ΄ » » » 550.000 ιε)Κλητήρος δ΄ » » » 500.000 Το άρθρ. 20 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 67784/31302 της 18 Δεκ. 1951/9 Ιαν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 4). Μεταβατική διάταξις Εις ησφαλισμένους ή μέλη οικογενείας θανόντων ησφαλισμένων πληρούντας τας υπό του παρόντος Καταστατικού οριζομένας προϋποθέσεις δια την απόκτησιν δικαιώματος συντάξεως μη υποβαλόντας όμως αίτησιν περί συνταξιοδοτήσεώς των εντός 5ετίας από της γενέσεως του δικαιώματός των, δύναται να χορηγηθή σύνταξις, εφ’ όσον εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης ήθελεν υποβληθή εις το Ταμείον σχετική αίτησις αυτών. Η ανωτέρω διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 16000 της 26 Μαρτ./16 Απρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Ζ.β.1 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. Μεταβατική διάταξις 1.Οι από του έτους 1935 μέχρι της ιδρύσεως του Ταμείου αποχωρήσαντες της ασφαλιστικής εργασίας έμμισθοι και μη έμμισθοι, δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον κατά τον χρόνον της αποχωρήσεώς των, συνεπλήρωσαν, προκειμένου μεν περί αρρένων 30ετή ασφαλιστικήν υπηρεσίαν και ηλικίαν 55 ετών, προκειμένου δε περί θηλέων ασφαλιστικήν υπηρεσίαν 20ετή και ηλικίαν 50 ετών, ως τοιαύτης νοουμένης της προβλεπομένης υπό του εδαφ. α΄ και β΄ παρ. 1 του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου. Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.9128 της 7/12 Φεβρ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας. 2.Δια τον υπολογισμόν της συντάξεως των εκ των ανωτέρω εμμίσθων λαμβάνει χώραν κατάταξις αυτών εις ωρισμένον βαθμόν της υπαλληλικής κλίμακος του Ιδρύματος Κοιν. Ασφαλίσεων, όστις χαρακτηρίζεται ως βαθμός εξόδου και προσδιορίζεται ως ακολούθως. Εξευρίσκεται ο μέσος όρος των αποδοχών των κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαιουμένων συντάξεως εμμίσθων κατά το τελευταίον προ της αποχωρήσεώς του εκ της ενεργού ασφαλιστικής υπηρεσίας, 12μηνον. Ο ούτως υπολογισθείς μέσος όρος, παραβάλλεται με τους μισθούς της υπαλληλικής ιεραρχίας του Ι.Κ.Α και θεωρείται συμπίπτων προς τον πλησιέστερον, είτε καθ’ υπεροχήν, είτε κατ’ έλλειψιν βασικού μισθού του Ι.Κ.Α. Ο αντίστοιχος βαθμός της υπαλληλικής κλίμακος του Ι.Κ.Α. αναγνωρίζεται ως ο βαθμός εξόδου του δικαιουμένου συντάξεως εμμίσθου. 3.Δια τον υπολογισμόν της συντάξεως των μη εμμίσθων, ακολουθείται η μέθοδος της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Δια τον υπολογισμόν των κατά τα ανωτέρω μηνιαίων απολαυών, των μη εμμίσθων, λαμβάνονται υπ’ όψιν τα ποσά των καθαρών εκ προμηθειών ωφελειών, άτινα εισέπραξεν ο μη έμμισθος κατά το τελευταίον, προ της διακοπής των ασφαλιστικών εργασιών, 12μηνον. Εξαιρετικώς δια τους μετά την 28.10.40 αποχωρήσαντας, μη εμμίσθους, λαμβάνονται υπ’ όψιν τα ποσά των καθαρών εκ προμηθειών ωφελειών, άτινα ούτοι εισέπραξαν κατά το 12μηνον από 1.10.3930.9.1940. 4.Μετά την κατά τα ανωτέρω απονομήν βαθμού εξόδου, εξευρίσκεται το ποσόν συντάξεως βάσει των διατάξεων του Κανονισμού Παροχών. 5.Δια να τύχη της συντάξεως, εφ’ όσον πληροί τας εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου προϋποθέσεις δέον: α)Όπως υποβάλη σχετικήν αίτησιν, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 120 ημερών, από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. β)Όπως καταβάλη τας από της αποχωρήσεώς του μέχρι της υποβολής της προς συνταξιοδότησιν αιτήσεώς του, εισφοράς υπολογιζομένας, επί των κατά τον χρόνον της υποβολής της σχετικής αιτήσεως, αντιστοιχουσών, εις τον απονεμηθέντα βαθμόν εξόδου αποδοχών. Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ.56409 της 20 Ιουλ./24 Νοεμ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Άρθρ.21.-Ι.Προκειμένου περί αμίσθων ησφαλισμένων εχόντων ληξιπροθέσμους οφειλάς προς το Ταμείον κατά την επέλευσιν της ασφαλιστικής περιπτώσεως ούτοι δεν δικαιούνται της καταβολής της συντάξεως προ της εξοφλήσεως πασών των προς το Ταμείον ληξιπροθέσμων οφειλών των. ΙΙ.Εξαιρούνται εν προκειμένω τα προστατευόμενα μέλη οικογενείας θανόντων ησφαλισμένων, οίτινες κατά τον χρόνον της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου είχον οφειλάς προς το Ταμείον, δι’ ας δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον, κατά την κρίσιν του, να καθορίση την πληρωμήν των οφειλών τούτων εις μηνιαίας δόσεις, αίτινες δεν δύνανται να είναι κατώτεραι του 10% της μηνιαίας συντάξεως, ης θα τύχουν τα προστατευόμενα μέλη οικογενείας του θανόντος. Τούτ’ αυτό ισχύει και προκειμένου περί συνταξιούχων, λόγω πλήρους, προσωρινής ή διαρκούς ανικανότητος». Το άρθρ. 21 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 74598/Σ.865 της 26 Μαρτ./27 Απρ. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 174) απόφ. Υπ. Εργασίας. «Άρθρ.22.-Σε συνταξιούχους και υπαλλήλους του Ταμείου δύναται να παρέχονται προσωπικά δάνεια κατόπιν απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης από τον εποπτεύοντα Υπουργό ως προς τη διάθεση κεφαλαίων για το σκοπό αυτό. Οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης των δανείων το ύψος του χορηγούμενου ποσού, το ύψος του επιτοκίου, ο χρόνος και ο τρόπος εξόφλησης των δανείων και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται κατά περίπτωση με απόφαση του Δ.Σ. και πάντοτε μέσα στα πλαίσια των εκάστοτε αποφάσεων της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος». Το άρθρ. 22 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της με αριθμ. Β/116/3959/26 Οκτ.-8 Νοεμ. 1999 (ΦΕΚ Β΄ 1987) απόφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 295(ε) Σελ. 295(ζ) Τεύχος 1322 Σελ. 95 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.β.1 Μεταβατική Διάταξις «1.Οι από του έτους 1940 μέχρι της συστάσεως του Ταμείου αποχωρήσαντες της ασφαλιστικής εργασίας Επιθεωρηταί-Παραγωγοί Κλάδου Ζωής δικαιούνται μηνιαίου προσωποπαγούς βοηθήματος ίσου προς το υπό του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου χορηγούμενον εκάστοτε κατώτατον όριον συντάξεων και ουχί πλέον των δρχ. 500 μηνιαίως, εφ’ όσον κατά τον χρόνον της αποχωρήσεώς των είχον συμπληρώσει 15ετή ασφαλιστικήν υπηρεσίαν και έχουν κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος ηλικίαν τουλάχιστον 65 ετών συμπεπληρωμένην ή 25ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης 15ετή τουλάχιστον ασφαλιστικήν υπηρεσίαν και 10ετή προηγουμένην εξηρτημένην μη ασφαλιστικήν υπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου και ηλικίαν τουλάχιστον 60 ετών συμπεπληρωμένην κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος και υπό την ρητήν προϋπόθεσιν ότι ο μέσος όρος κατά μήνα των κατά την προ του πολέμου 5ετίαν 1936-1940 απολαβών των δεν ήτο κατώτερος των δρχ. 2.000, αποδεικνυομένων δι’ επισήμων βεβαιωτικών εγγράφων των εν Ελλάδι νομίμως εργασθεισών, κατά την εποχήν εκείνην, ημεδαπών ή αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιριών Κλάδου Ζωής. 2.Δια να τύχη τις του εν λόγω προσωποπαγούς βοηθήματος, εφ’ όσον πληροί τας εν παρ. 1 της παρούσης μεταβατικής διατάξεως προϋποθέσεις, δέον όπως υποβάλη σχετικήν αίτησιν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Η καταβολή του άνω βοηθήματος άρχεται από τον επόμενον μήνα της ημέρας της, μετά την δημοσίευσιν της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, υποβολής της σχετικής αιτήσεως». Η ανωτέρω διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 72/66/Σ.738 της 2/16 Ιαν. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. Μεταβατική διάταξις «Κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων του άρθρ. 2 του παρόντος κανονισμού, αι χήραι των μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης θανόντων συνταξιούχων του Ταμείου, δικαιούνται συντάξεως κατά τας διατάξεις του κανονισμού παροχών εφ’ όσον ο γάμος ετελέσθη έν και ήμισυ έτος προ του θανάτου του συνταξιούχου, η δε διαφορά ηλικίας των συζύγων δεν υπερέβαινε την 20ετίαν». Η ανωτέρω διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 67063/Σ.669 της 22 Απρ./7 Μαΐου 1958 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Σελ. 296(ζ) Τεύχος 1322 Σελ. 96 «Αιτήσει του ησφαλισμένου, υποβαλλομένη το βραδύτερον μέχρι (31.12.1967) δύναται να αναγνωρισθή συντάξιμος υπηρεσία κατά τας διατάξεις του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών, ως τούτο ίσχυε μέχρι της τροποποιήσεως του δια της υπ’ αριθ. 45372/Σ.378/1965 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Ειδικώς η αναγνώρισις της προ της ιδρύσεως του Ταμείου ασφαλιστικής υπηρεσίας, χωρεί επί καταβολή δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα εισφοράς ανερχομένης εις ποσοστόν, προκειμένου μεν περί εμμίσθου ησφαλισμένου 4% επί των λαμβανομένων αποδοχών κατά τον προ της υποβολής της αιτήσεως μήνα ή επί των αποδοχών ας ούτος θα ελάμβανεν εάν ειργάζετο προκειμένου δε περί μη εμμίσθου ησφαλισμένου 6% επί του ποσού της κλάσεως εις ην ανήκει ούτος κατά την αυτήν χρονολογίαν». Η εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 61985/Σ.484 της 28 Ιουν./21 Ιουλ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 470). Η ανωτέρω εντός ( ) προθεσμία παρετάθη μέχρι της 31 Δεκ. 1976, δια της υπ’ αριθ. 116/3/920 της 15 Μαρτ./5 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 437) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Ζ.β.1 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. «Αι ήδη χορηγηθείσαι συντάξεις αναπροσαρμόζονται από 1ης Ιαν. 1976 ως ακολούθως: 1.Η αναπροσαρμογή ενεργείται υποχρεωτικώς υπό του Ταμείου, ως αποδοχαί δε δια την αναπροσαρμογήν των συντάξεων βάσει των διατάξεων του άρθρ. 10 του Κανονισμού Παροχών, λαμβάνονται υπ’ όψιν τα υπό της από 23-1-1975 Σ.Σ.Ε. Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων (Α.Υ.Α. 100 56/1523/25-2-75 ΦΕΚ 275/3-3-75 Τ.Β) καθοριζόμενα κατώτατα όρια μηνιαίων βασικών μισθών των αρρένων υπαλλήλων των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων, αναλόγως των ετών, της συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου, αναγνωρισθείσης συνταξίμου υπηρεσίας των συνταξιούχων του Ταμείου, των εν λόγω αποδοχών μη δυναμένων να υπερβούν το ποσόν της Δ΄. ασφαλιστικής κλάσεως των δραχ. 9.000. 2.Δια τους έχοντας συμπληρώσει 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, περί ης το άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου, η εκ της αναπροσαρμογής προκύπτουσα σύνταξις δεν δύναται να είναι κατωτέρα, δια μεν τους λόγω γήρατος και ανικανότητος, του ποσού των δραχ. 2.800, προσαυξανομένου του ποσού τούτου κατά 100 δραχμάς, δι’ έκαστον επί πλέον έτος συνταξίμου υπηρεσίας και μέχρι συμπληρώσεως 23 ετών, δια δε τους λόγω θανάτου του ποσού των δραχ. 2.100». Η ανωτέρω εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 116/2779 της 21 Αυγ./5 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 925) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Δια της παρ. 4 της αυτής αποφάσεως ωρίσθη ότι «εξαιρετικώς το ήμισυ του προκύπτοντος ποσού της διαφοράς των συντάξεων λόγω της αναπροσαρμογής αυτών συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και μέχρι του ποσού δραχ. 1.000, κατ’ ανώτατον όριον καταβάλλεται από 1ης Απρ. 1975». Μεταβατική διάταξις: «Οι κατά την δημοσίευσιν της υπ’ αριθ. 116/3/920/15.3.1976 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών συνταξιούχοι του Ταμείου, δύνανται, τη αιτήσει των, υποβαλλομένη το βραδύτερον μέχρι 31 Δεκ. 1976, να αναγνωρίσουν ως συντάξιμον, χρόνον υπηρεσίας μη αναγνωρισθέντα, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών ως τούτο ίσχυε μέχρι της τροποποιήσεως του δια της υπ’ αριθ. 45372/Σ.378/1965 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Η αναγνώρισις της ως άνω υπηρεσίας χωρεί κατόπιν εξαγοράς επί καταβολή δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα εισφοράς ανερχομένης, προκειμένου μεν περί συνταξιούχων εκ της τάξεως των εμμίσθων ησφαλισμένων εις ποσοστόν 4%, προκειμένου δε περί των λοιπών συνταξιούχων εις ποσοστόν 6%, επί της λαμβανομένης υπ’ αυτών μηνιαίας συντάξεως, κατά τον μήνα της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Η εξόφλησις του ποσού της εξαγοράς ενεργείται είτε εφ’ άπαξ, είτε δι’ αμέσου καταβολής του 1/3, του δε υπολοίπου δι’ ισοπόσων μηνιαίων δόσεων, ο αριθμός των οποίων δεν δύναται να είναι ανώτερος των 24, παρακρατουμένων εκ της συντάξεως του δικαιούχου ή των δικαιοδόχων αυτού εν περιπτώσει θανάτου τούτου και μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως. Η, δια του συνυπολογισμού του αναγνωριζομένου, κατά τα ανωτέρω, ως συνταξίμου χρόνου, προκύπτουσα διαφορά συντάξεως καταβάλλεται από της πρώτης του επομένου μηνός εκείνου εντός του οποίου εγένετο η καταβολή του 1/3 τουλάχιστον του ποσού της εξαγοράς». Η ανωτέρω εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 113/3/2707 της 12/13 Ιουλ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 967, διόρθ. ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 1063 της 31 Αυγ. 1976) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «Η δια της υπ’ αριθ. 61985/Σ.484/28.6.67 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας «περί προσθήκης μεταβατικής διατάξεως εν τέλει του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ασφαλιστικών και Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων» τεθείσα προθεσμία δια την υποβολήν αιτήσεως περί αναγνωρίσεως συνταξίμου υπηρεσίας υπό των ησφαλισμένων του Ταμείου, ήτις παρετάθη δια της υπ’ αριθ. 116/3/920/15.3.76 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, παρατείνεται επί έν εισέτι εξάμηνον από της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως». Η ανωτέρω μεταβατική διάταξη προστέθηκε από την 116/3/621/10 Μαρτ.-3 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 324) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ. 297(γ) Σελ. 297(δ) Τεύχος 729-Σελ. 135 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.β.1 Άρθρ.3.-Το εις σύνταξιν δικαίωμα του ησφαλισμένου γεννάται από της 1ης του μηνός του επομένου της εξόδου του εκ της υπηρεσίας του, δια δε τα μέλη οικογενείας του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου από της 1ης του μηνός του επομένου του θανάτου του. Το δικαίωμα λήγει δι’ άπαντας εις το τέλος του μηνός του θανάτου των ή του γεγονότος του συνεπαγομένου την παύσιν της καταβολής συντάξεως ή αφ’ ης ημέρας ο συνταξιούχος υπαχθή εκ νέου εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Κηρυχθείσης αφανείας ησφαλισμένου ή συνταξιούχου τινός δια δικαστικής αποφάσεως, το δικαίωμα απολήψεως συντάξεως των μελών οικογενείας αυτού άρχεται από της ημερομηνίας ήτις ωρίσθη δια της οικείας τελεσιδίκου αποφάσεως της απαγγελούσης την αφάνειαν, ως τεκμαιρομένη ημέρα επελεύσεως του θανάτου του αφάντου. Μεταβολαί εις τα μέλη οικογενείας τα δικαιούμενα συντάξεως. Άρθρ.4.-Εάν μέλος της οικογενείας εκ των εν τω παρόντι κανονισμώ οριζομένων τριών τάξεων εκλείψη, αποκατασταθή δια γάμου, συμπληρώσει το όριον ηλικίας μέχρις ου παρέχεται αυτώ σύνταξις, εκπέση του δικαιώματος συντάξεως ή απωλέση μίαν των προϋποθέσεων αι οποίαι συντρέχουν δια την λήψιν της, η εις τα υπόλοιπα προστατευόμενα μέλη της οικογενείας παρεχομένη σύνταξις αναπροσαρμόζεται αναλόγως. Απώλεια και διακοπή δικαιώματος. Άρθρ.5.-Το δικαίωμα προς απόληψιν συντάξεως απόλλυται: 1.Εάν το προστατευόμενον μέλος οικογενείας καταδικασθή δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου εις εγκληματικήν ποινήν, δια πράξιν γενομένην εις βάρος του ησφαλισμένου, λόγω του θανάτου του οποίου θα απέκτα δικαίωμα συντάξεως. 2.Εάν η χήρα του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου: α)Έλθη εις νέον γάμον. β)Εάν αύτη εκπέση της επιτροπείας των τέκνων της, δι’ αισχράν διαγωγήν. (Αντί για τη σελ. 289(δ) Σελ. 289(ε) Τεύχος Η33 Σελ. 77 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.β.1 3.Συντάξεις αποκτηθείσαι δι’ απατηλών μέσων ή βάσει ψευδών δικαιολογητικών ή πεπλατημένως χορηγηθείσαι διακόπτονται οριστικώς ή περιορίζονται αναλόγως, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. αναθεωρούντος της απόφασιν δι’ ης απενεμήθη η σύνταξις. Ο λαβών υποχρεούται δια παντός νομίμου μέσου εις επιστροφήν των κακώς εισπραχθέντων ποσών. 4.Η σύνταξις ησφαλισμένων καταδικασθέντων εις εγκληματικήν ποινήν καταβάλλεται εις τα κατά τον παρόντα κανονισμόν προστατευόμενα μέλη της οικογενείας αυτού και υπό τους όρους και περιορισμούς τους προβλεπομένους δια την περίπτωσιν του θανάτου. Αναγνώρισις δικαιώματος και παραγραφή Άρθρ.6.-«1.α)Το δικαίωμα εις σύνταξιν είναι απαράγραπτον. β)Ησφαλισμένοι ων το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως απερρίφθη λόγω εκπροθέσμου υποβολής της σχετικής αιτήσεως, ή δεν ήσκησαν το δικαίωμα τούτο μέχρι της ισχύος της παρούσης δύναται να ασκήσουν εκ νέου το δικαίωμα τούτο, κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την 116/3/2996/29 Νοεμ. 1979 - 11 Ιαν. 1980 (ΦΕΚ β΄ 23) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Δεν χορηγείται σύνταξις αναδρομικώς δια χρόνον υπερβαίνοντα τους έξ (6) μήνας από της υποβολής αιτήσεως προς το Ταμείον προς απονομήν συντάξεως. 3.Σύνταξις μη εισπραχθείσα εντός δύο ετών, αφ’ ης κατέστη απαιτητή παραγράφεται. Σελ. 290(ε) Τεύχος Η33 Σελ. 78 39.Ζ.β.1 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. Άρθρ.7.-«1.Η συντάξιμη υπηρεσία αποτελείται: α)από την πραγματική εν ασφαλίσει υπηρεσία. β)Από την οριζόμενη από την παρ. 3 του άρθρου αυτού προϋπηρεσία. 2.Ως πραγματική εν ασφαλίσει υπηρεσία θεωρείται ο χρόνος απασχόλησης σε υπηρεσίες που ορίζονται από το άρθρ. 3 του Καταστατικού που διανύθηκε στην ασφάλιση του Ταμείου από την ίδρυσή του, καθώς και ο χρόνος προαιρετικής ασφάλισης. 3.Ως προϋπηρεσία θεωρείται: α)Ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας όπως αυτός αναγνωρίζεται με τις εκάστοτε ισχύουσες γενικές διατάξεις. β)Ο χρόνος συνταξιοδότησης του ασφαλισμένου λόγω προσωρινής ανικανότητας εφόσον καταβληθούν οι σχετικές εισφορές. γ)Προκειμένου για τους έμμισθους ασφαλισμένους που αναφέρονται στο εδάφ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 3 του Καταστατικού, ο χρόνος απασχόλησης σε κατά κύριο επάγγελμα Τοπικούς Πράκτορες και Πραγματογνώμονες καθώς και σε νόμιμους αντιπροσώπους αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιρειών. Ο ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος δεν είναι δυνατόν να υπερβεί την πενταετία. 4.α)Η ανωτέρω συντάξιμη υπηρεσία αναγνωρίζεται με απόφαση του Διευθυντή του Ταμείου η οποία πρέπει να εκδοθεί μέσα σε έξι μήνες από την αίτηση του ασφαλισμένου, η οποία υποβάλλεται μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά. β)Η εξαγορά της αναγνωριζόμενης προϋπηρεσίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από γενικές διατάξεις, γίνεται με την καταβολή για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα εισφοράς προκειμένου μεν για έμμισθο ασφαλισμένο ποσοστού 4% στις αποδοχές του χρόνου υποβολής της αίτησης, προκειμένου δε για μη έμμισθο ασφαλισμένο ποσοστού 6% στο ποσό για το οποίο καταβάλλει εισφορές το μήνα υποβολής της αίτησης. γ)Η εξόφληση του ποσού της οφειλής που προκύπτει από την πιο πάνω αναγνώριση, με εξαγορά, χρόνου προϋπηρεσίας γίνεται είτε εφάπαξ μέσα στον μεθεπόμενο μήνα από εκείνον της κοινοποίησης και παραλαβής της σχετικής απόφασης, είτε σε 12 μηνιαίες δόσεις που η πρώτη πρέπει να καταβληθεί μέσα στην πιο πάνω προθεσμία. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης της συνολικής οφειλής ή καθυστέρησης τριών συνεχόμενων δόσεων, χάνεται το δικαίωμα τμηματικής καταβολής, η συνολική δε οφειλή ή το υπόλοιπο αυτής βαρύνεται με πρόσθετο τέλος 2% για κάθε μήνα καθυστέρησης και μέχρι 50% του ποσού της κύριας οφειλής. Σε περίπτωση που η καθυστέρηση καταβολής της οφειλής ή του υπολοίπου αυτής συνεχίζεται πέρα από τη διετία από τότε που έπρεπε να είχε αποδοθεί στο Ταμείο, γίνεται επανυπολογισμός του ποσού της εξαγοράς με βάση τις εισφορές που ισχύουν κατά το χρόνο της εξόφλησης και τις αποδοχές που έχει ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο αυτό. Σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και προκειμένης της συνταξιοδότησης καταβάλλεται η οφειλή ή το υπόλοιπο των δόσεων της τμηματικής καταβολής, μετά των τυχόν προσθέτων επιβαρύνσεων. Οι διατάξεις των ανωτέρω εδαφίων εφαρμόζονται και στους ασφαλισμένους του Ταμείου οι οποίοι είχαν υποβάλλει αίτηση για αναγνώριση προϋπηρεσίας στο παρελθόν σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις και δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση του Διευθυντή του Ταμείου. Το ποσό της εξαγοράς για τους ανωτέρω θα υπολογισθεί στο μισθό που είχαν κατά το χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης αυτής. 5.Το σύνολο της αναγνωριζόμενης προϋπηρεσίας δεν μπορεί να υπερβεί το σύνολο της πραγματικής, σε καμία δε περίπτωση τα 10 έτη. 6.Κάθε μία από τις προϋπηρεσίες του άρθρου αυτού αναγνωρίζεται εφόσον δεν συμπίπτει με χρόνο άλλης συντάξιμης υπηρεσίας και εφόσον δεν λήφθηκε υπόψη για την απονομή σύνταξης από άλλο Φορέα Επικουρικής Ασφάλισης». Το άρθρ. 7, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. ΙΙ της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19.6.1985). (Αντί για τη σελ. 290,01) Σελ. 290,01(α) Τεύχος Η33 Σελ. 79 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. 39.Ζ.β.1 Πιστοποιητικά απαιτούμενα προς απονομήν παροχών. 1.Λόγω γήρατος Άρθρ.8.-«α)Αίτησις του ησφαλισμένου. «β)Την αστυνομική του ταυτότητα και σε περίπτωση που δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα απόφαση του Φορέα Κύριας Ασφάλισης από την οποία να αποδεικνύεται η ηλικία του δικαιούχου. γ)Πιστοποιητικά προϋπηρεσίας του ασφαλισμένου από τα οποία να φαίνεται η ιδιότητά του, το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας του και προκειμένου για έμμισθο ασφαλισμένο οι μηνιαίες αποδοχές του τελευταίου χρόνου πριν από την έξοδό του από την ενεργό ασφάλιση». Οι περιπτ. β και γ, όπως είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν, αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 12 της 116/489/24-26 απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19.6.1985). δ)Πιστοποιητικόν στατολογικού γραφείου περί της στρατιωτικής υπηρεσίας του ησφαλισμένου, εφ’ όσον θα παρίσταται ανάγκη, δια την αναγνώρισιν του χρόνου αυτής ως συνταξίμου. «ε)Εφόσον δικαιωθεί σύνταξης, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 1 του Κανονισμού παροχών θα πρέπει να υποβάλει συμπληρωματικά και υπεύθυνη δήλωση του Ν.Δ. 105/1969 που θα δηλώνει ότι υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης στο Φορέα Κύριας ασφάλισης και ότι θα προσκομίσει στη συνέχεια και αντίγραφο της απόφασης συνταξιοδότησής του από το Φορέα Κύριας Ασφάλισης». Η περίπτ. ε΄, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 12 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19.6.1985) ς)Προκειμένου περί μη εμμίσθων ησφαλισμένων πλην των υπό στοιχ. α-δ και πιστοποιητικόν της αρμοδίας Οικονομικής Εφορίας, εμφαίνον την διακοπήν του ασκουμένου ασφαλιστικού επαγγέλματος ή κεκυρωμένον αντίγραφον της υποβληθείσης περί διακοπής τούτου δηλώσεως προς την αρμοδίαν Οικονομικήν Εφορίαν. «2.ΛΟΓΩ ΘΑΝΑΤΟΥ Εκτός από τα παραπάνω και : α)Ληξιαρχική πράξη θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου και σε περίπτωση αδυναμίας να την προσκομίση, απόφαση του Πρωτοδικειόυ. β)Πιστοποιητικό Δήμου ή Κοινότητας σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του θανόντος. Σελ. 290,02(α) Τεύχος Η33 Σελ. 80 γ)Αν δικαιούχος είναι η χήρα θανόντος, απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γάμου και σε περίπτωση αδυναμίας να την προσκομίσει πιστοποιητικό της Μητροπόλεως ή του Δήμου ή της Κοινότητας, το οποίο θα βεβαιώνει οπωσδήποτε την τέλεση γάμου. Αν υπάρχουν και ανήλικα παιδιά απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γεννήσεώς τους και προκειμένου για υιοθετημένα παιδιά, αντίγραφο της δικαστικής απόφασης για την υιοθεσία και πιστοποιητικό μη λύσεως της υιοθεσίας. δ)αν δικαιούχοι είναι οι χήρα μητέρα, γονείς και αδέλφια, υπεύθυνη δήλωση του Ν.Δ. 105/69 ότι δεν υποβάλλουν φορολογική δήλωση και δεν έχουν άλλα εισοδήματα και αντίγραφο της τελευταίας φορολογικής δήλωσης του θανόντος ή της θανούσης ή βεβαίωση της Οικονομικής Εφορίας, ότι η συντήρησή τους βάρυνε τον θανόντα ή τη θανούσα. ε)Προκειμένου για κυοφορία, πιστοποιητικό Κρατικού Νοσοκομείου. ζ)Αν οι δικαιούχοι είναι αδέλφια, εκτός από τα πιστοποιητικά που απαιτούνται για τα παιδιά και ληξιαρχική πράξη θανάτου και των δύο γονέων. η)Προκειμένου για θάνατο ασφαλισμένου ο οποίος οφείλεται σε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή εξ αφορμής αυτής, αντίγραφο σχετικής απόφασης του Φορέα Κύριας Ασφάλισης». Η παρ. 2, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 13 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19.6.1985). «3.ΛΟΓΩ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ α)Εκτός από τα πιστοποιητικά που απαιτούνται για σύνταξη λόγω θανάτου απαιτείται και απόφαση συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας από το Φορέα Κύριας Ασφάλισης». Η παρ. 3, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 14 της 116/489/24-26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 229) απόφ. Υπ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 383/19.6.1985). Το άρθρ. 8 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 116/3348 της 30 Ιουλ. / 14 Αυγ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 944) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Ζ.β.1 Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε. Έλεγχος δικαιολογητικών Άρθρ.9.-Δια τον έλεγχον των δικαιολογητικών συνιστάται μόνιμος τετραμελής Επιτροπή Ελέγχου Δικαιολογητικών αποτελουμένη εκ τριών τακτικών ή αναπληρωματικών μελών του Δ.Σ. οριζομένων παρ’ αυτού και του Διευθυντού του Ταμείου. Χρέη Γραμματέως εις την Επιτροπήν εκτελεί ο αρμόδιος επί των παροχών υπάλληλος, όστις παρίσταται και ως εισηγητής. Τον Γραμματέα απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εις των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος υπό του Δ.Σ. Η Επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία εφ’ όσον παρίστανται τρεις εκ των μελών αυτής. Προ της υποβολής εις το Δ.Σ. εκάστου φακέλου αιτήσεως παροχής η Επιτροπή Ελέγχου Δικαιολογητικών, συνερχομένη τη προσκλήσει του Διευθυντού του Ταμείου, εξετάζει τα παρά των ενδιαφερομένων κομισθέντα δικαιολογητικά και αποφαίνεται εάν ταύτα είναι πλήρη και επαρκή. Αι αποζημιώσεις των μελών και του Γραμματέως της Επιτροπής ορίζονται δια των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών Υπουργικών αποφάσεων. Ποσό σύνταξης ασφαλισμένων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.