← Ελλάδα

2. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 410 της 19/22 Ιουν. 1945 Περί συγκεντρώσεως περιουσίας του Δημοσίου και άλλων διατάξεων. Συγκέντρωσις περιουσίας του Δημοσίο

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά τη συγκέντρωση και διαχείριση της περιουσίας που ανήκε στις δυνάμεις Κατοχής (Γερμανικές, Ιταλικές, Βουλγαρικές, Αλβανικές Αρχές Κατοχής) και η οποία, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, θεωρείται πλέον περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 410 της 19/22 Ιουν. 1945 Περί συγκεντρώσεως περιουσίας του Δημοσίου και άλλων διατάξεων. Συγκέντρωσις περιουσίας του Δημοσίου. Άρθρ.1.-1.Πας κατέχων κινητά πράγματα ανήκοντα εις την κυριότητα, νομήν ή κατοχήν των Γερμανικών, Ιταλικών, Βουλγαρικών ή Αλβανικών, Πολιτικών ή Στρατιωτικών Αρχών Κατοχής, αίτινες από της 6 Απρ. 1941 κατέλαβον την Χώραν και τα οποία κατά το διεθνές δίκαιον και τους ισχύοντας νομικούς ορισμούς και ιδία την υπ’ αριθ. 45/1945 Συντακτικήν Πράξιν αποτελούσι περιουσίαν του Ελληνικού Δημοσίου, υποχρεούται να προβή εις δήλωσιν και παράδοσιν τούτων εις το Δημόσιον κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. Ως τοιαύτα κινητά πράγματα νοούνται ιδίως πάντα εν γένει τα πολεμικής χρήσεως ή μη κινητά πράγματα, μηχανήματα, εργαλεία, έπιπλα, σκεύη, είδη ιματισμού, πρώται ύλαι και εν γένει παντός είδους υλικά και εφόδια, αναλωτά ή μη, τα οποία εγκατέλιπον εν Ελλάδι τα Στρατεύματα Κατοχής, ή μετεβίβασαν ταύτα οπωσδήποτε και οποτεδήποτε προς τρίτους, ή απλώς παρέδωσαν ταύτα ή και άνευ παραδόσεως ή μεταβιβάσεως περιήλθον ταύτα καθ’ οιονδήποτε τρόπον εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ελληνικής ή αλλοδαπής υπηκοότητος. Είναι αδιάφορος ο τίτλος βάσει του οποίου τ’ ανωτέρα κινητά είχον περιέλθει εις την κυριότητα, νομήν ή κατοχήν των άνω Αρχών Κατοχής και ιδία εάν τα αντικείμενα ταύτα προήρχοντο εξ αγοράς εν τη ημεδαπή δια χρημάτων των Αρχών Κατοχής, ή δια χρημάτων του Ελληνικού Δημοσίου, ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή είχον παραδοθή εις τας Αρχάς Κατοχής υπό του Δημοσίου ή είχον κτηθή παρ’ αυτών εν Ελλάδι καθ’ οιονδήποτε τρόπον, ή είχον εισαχθή υπ’ αυτών εκ της αλλοδαπής. Την Συντακτικήν Πράξιν 45/1945 βλ. εν τόμ. 7 σελ. 267. 2.Εις τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου περιλαμβάνονται και οικοδομήματα, εγκαταστάσεις πάσης φύσεως ή προσθήκαι και βελτιώσεις γενόμεναι εις ακίνητα είτε υπό των Αρχών Κατοχής είτε και υπό του Ελληνικού Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου παραγράφω Αρχών Κατοχής, εφ’ όσον τα οικοδομήματα, αι εγκαταστάσεις, προσθήκαι, ή βελτιώσεις αύται, δυνάμεναι να αποχωρισθώσι του ακινήτου άνευ ουσιώδους βλάβης αυτού, δεν απετέλεσαν, κατά τους ισχύοντας κανόνας δικαίου, εν όλον μετά του ακινήτου, περιελθούσαι κατά Νόμον εις την κυριότητα του κυρίου του ακινήτου εις ο προσετέθησαν. Εάν τα ανωτέρω οικοδομήματα, αι εγκαταστάσεις, προσθήκαι ή βελτιώσεις δεν δύνανται να αποχωρισθώσι του ακινήτου άνευ ουσιώδους βλάβης αυτού εφαρμόζεται η διάταξις της παρ. 2 του άρθρ. 2 του παρόντος Νόμου. Σελ. 223 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου 26.Ε.ε.1-2 3.Πενταμελείς Επιτροπαί αποτελούμεναι εκ τριών μελών δημοσίων υπαλλήλων εξ ων ο εις Ειρηνοδίκης, Πρωτοδίκης ή Εφέτης, οριζομένων υπό του επί των Οικονομικών Υπουργού και δύο ετέρων μελών οριζομένων υπό του κυρίου του ακινήτου, ειδοποιουμένου προς τούτο εγγράφως και προ 5 ημερών εκ μέρους του Δημοσίου, αποφασίζει ητιολογημένως και ανεκκλήτως περί του δυνατού ή μη της αφαιρέσεως των οικοδομημάτων, εγκαταστάσεων ή προσθηκών ή βελτιώσεων άνευ ουσιώδους βλάβης του ακινήτου. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο κύριος του ακινήτου διαμένει εκτός της περιφερείας του Ειρηνοδικείου εις ην κείται το ακίνητον η επίδοσις γίνεται προς τον κάτοχον του ακινήτου, θεωρούμενον ως αντίκλητον του κυρίου. Μη υπάρχοντος κατόχου η επίδοσις γίνεται εις τον Εισαγγελέα των Πρωτοδικών της περιφερείας εις ην κείται το ακίνητον. Διαπιστουμένου του αδυνάτου της αφαιρέσεως των οικοδομημάτων, εγκαταστάσεων ή προσθηκών ή βελτιώσεων άνευ ουδιώδους βλάβης του ακινήτου το Δημόσιον δικαιούται αποζημιώσεως, κανονιζομένης κατά την παρ. 1β΄ του άρθρ. 13 του παρόντος Νόμου. 4.Εις περιπτώσεις καθ’ ας το ακίνητον εκ των άνω εγκαταστάσεων, προσθηκών ή βελτιώσεων ουδαμώς ωφελείται, αι δε εγκαταστάσεις, προσθήκαι ή βελτιώσεις αύται, αφαιρούμεναι δεν έχουσιν αξίαν δια το Δημόσιον μετά τον αποχωρισμόν των, λαμβανομένων υπ’ όψει και των προς τούτο απαιτηθησομένων εξόδων, η κατά την προηγουμένην παράγραφον Επιτροπή αποφαίνεται υπέρ της μη άρσεως τούτων και απαλλάσσει τον ιδιοκτήτην του ακινήτου, πάσης υποχρεώσεως προς αποζημίωσιν. Άρθρ.7.-1.Το προσωπικόν της συνιστωμένης Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως αποτελείται: α)Εκ του Διευθυντού της Υπηρεσίας. Εις την θέσιν ταύτην τοποθετείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών ανώτερος υπάλληλος της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού ή αποσπάται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών ανώτερος Δημόσιος οικονομικός υπάλληλος, ή ανώτερος υπάλληλος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου. Δια της αυτής ή άλλης αποφάσεως ορίζεται και αναπληρωτής τούτου. β)Εξ οικονομικών υπαλλήλων αποσπωμένων αναλόγως των αναγκών της υπηρεσίας δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, ή και εξ υπαλλήλων ετέρων Υπουργείων αποσπωμένων δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου Υπουργού, από κοινού εκδιδομένων. 2.Εις τους υπαλλήλους τους ασχολουμένους με την καταβολήν των ημερομισθίων των παρά ταις συμμαχικαίς αρχαίς εργαζομένων εργατών ως και εις τους υπαλλήλους τους ασχολουμένους εις την εκτέλεσιν των εν άρθρ. 6 αρμοδιοτήτων της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως καταβάλλονται έξοδα κινήσεως άνευ αποδόσεως λογαριασμού οριζόμενα δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται δι’ αποφάσεώς του, λαμβανομένης μετά γνώμην της εν άρθρ. 12 παρ. 1 τριμελούς Επιτροπής Διοικήσεως, να ορίζη κατά μήνα αμοιβήν εις τους εκ των άνω υπαλλήλων επιδεικνύοντας εξαιρετικόν ζήλον περί την εκτέλεσιν της ανατιθεμένης εις αυτούς υπηρεσίας. Η αμοιβή αύτη δεν δύναται να υπερβή το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών των. Άρθρ.8.-1.Το προσωπικόν της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας του ταύτης δικαιούται να ενεργή κατασχέσεις συντάσσον τας σχετικάς εκθέσεις, ως και ανακρίσεις δια την συλλογήν των χρησίμων προς εκτέλεσιν της υπηρεσίας του στοιχείων έχον, ως προς ταύτα, τα δικαιώματα ανακριτών υπαλλήλων. Γενομένης τιοιαύτης κατασχέσεως ορίζεται θεματοφύλαξ υπό του ενεργούντος ταύτην υπαλλήλου, εφ’ όσον δεν παραλαμβάνονται τα κατασχεθέντα. Μη ορισθέντος θεματοφύλακος θεωρείται ως τοιούτος το Δημόσιον. Τας άνω ανακρίσεις και κατασχέσεις δικαιούνται οι υπάλληλοι ούτοι να ενεργώσιν εν απολύτω ανάγκη βεβαιουμένη εν τη εκθέσει και μόνοι άνευ συμπράξεως ετέρου προσώπου. 26.Ε.ε.2 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου 2.Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και δια τους εν ταις επαρχίαις οικονομικούς Εφόρους και το Κτηματικόν Γραφείον Θεσσαλονίκης εις ους κατά το άρθρ. 9 παρ. 1 του παρόντος Νόμου ανατίθενται αι αρμοδιότητες επί των αντικειμένων τούτων, τους υπαλλήλους των Οικονομικών Εφοριών και του Κτηματικού Γραφείου Θεσσαλονίκης τους ενεργούντας τας άνω πράξεις κατ’ εντολήν των Οικονομικών Εφόρων, και του Προϊσταμένου του Κτηματικού Γραφείου ως και τον κατά την επομένην παράγραφον αποσπώμενον παρά τη Υπηρεσία Συγκεντρώσεως Πάρεδρον της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών. 3.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών δύναται να αποσπάται παρά τη Υπηρεσία Συγκεντρώσεως, εις εκ των Παρέδρων της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών επί τω σκοπώ όπως εποπτεύη επί της συλλογής των χρησίμων στοιχείων δια την απόδειξιν της κυριότητος των αντικειμένων, περί ων το άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου. Τα καθήκοντα του Παρέδρου τούτου θέλουσι καθορισθή δια του εσωτερικού κανονισμού της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως. Άρθρ.9.-1.Αι κατά το άρθρ. 6 του παρόντος Νόμου αρμοδιότητος της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως ανατίθενται εν ταις επαρχίαις εις τους κατά περιφερείας Οικονομικούς Εφόρους και το Κτηματικόν Γραφείον Θεσσαλονίκης οίτινες υπάγονται διοικητικώς κατά τούτο, εις την αρμοδιότητα της ΙΧ Διευθύνσεως της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού. Όσον αφορά την πόλιν της Θεσσαλονίκης αι ανωτέρω αρμοδιότητες ανατίθενται εις το εκεί Κτηματικόν Γραφείον. 2.Αι διατάξεις του άρθρ. 7 παρ. 1β΄ και 2 εφαρμόζονται αναλόγως και εις τους εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου Οικονομικούς Εφόρους ως και εις τους κατ’ εντολήν τούτων ενεργούντος και εις τον κατά το άρθρ. 8 παρ. 3 αποσπώμενον παρά τη Υπηρεσία Συγκεντρώσεως Πάρεδρον της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών και το Κτηματικόν Γραφείον Θεσσαλονίκης. Άρθρ.10.-Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως ασκεί επί του προσωπικού αυτής, περιλαμβανομένου και του κατ’ απόσπασιν τοιούτου, την απονεμομένην εις τους Διευθυντάς της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού υπό των κειμένων διατάξεων πειθαρχικήν εξουσίαν, ο δε Γενικός Διευθυντής του Δημοσίου Λογιστικού και ο Διευθυντής της ΙΧ Διευθύνσεως της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού την κατά τας κειμένας διατάξεις περί του προσωπικού της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν. Άρθρ.11.-1.Ειδικός κανονισμός εσωτερικής υπηρεσίας εγκρινόμενος υπό του Υπουργού των Οικονομικών και δημοσιευόμενος δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως θέλει ρυθμίσει την κατανομήν της Υπηρεσίας, τον τρόπον λειτουργίας των καθ’ έκαστα Τμημάτων και Γραφείων, καθώς και το διαχειριστικόν και λογιστικόν σύστημα της εν γένει διαχειρίσεως. 2.Η ΙΧ Διεύθυνσις της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού φέρει από της ισχύος του παρόντος Νόμου τον τίτλον «Διεύθυνσις Ρυθμίσεως Οικονομικών Ζητημάτων Πολέμου». Επιτροπή Διοικήσεως Άρθρ.12.-1.Συνιστάται εν Αθήναις και παρά τη Υπηρεσία Συγκεντρώσεως τριμελής Επιτροπή υπό την ονομασίαν «Επιτροπή Διοικήσεως» απαρτιζομένη εκ του Διευθυντού της ΙΧ Διευθύνσεως Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού ως Προέδρου, εκ του διευθυντού της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως και εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού οριζομένου υπό του Υπουργού των Οικονομικών. Γραμματεύς της Επιτροπής ταύτης ορίζεται υπό του Υπουργού των Οικονομικών εις των υπαλλήλων της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού ή των υπαλλήλων της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών ορίζονται και οι αναπληρωταί του Προέδρου και των μελών της Επιτροπής ως και του γραμματέως αυτής. Κωλυομένου του Προέδρου προεδρεύει της Επιτροπής ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως. 2.Εις την αρμοδιότητα της κατά την προηγουμένην παράγραφον συνιστωμένης Επιτροπής Διοικήσεως ανατίθεται η έγκρισις των κατά το άρθρ. 6 του παρόντος Νόμου δαπανών και η έγκρισις της εκκαθαρίσεως των δικαιολογητικών των δαπανών της Ε.Π.Α.Κ. Αθηνών, πλην των αναφερομένων εις τεχνικά έργα, δια την έγκρισιν, εκκαθάρισιν και πληρωμήν των οποίων καθίσταται αρμόδιον το Υπουργείον Δημοσίων Έργων συμφώνως προς το άρθρ. 30 του παρόντος Νόμου. Άρθρ.13.-1.Εις την κατά το προηγούμενον άρθρον Επιτροπήν Διοικήσεως, συμπληρωμένην δι’ ενός Νομικού Συμβούλου του Κράτους ή Εφέτου ως Προέδρου αυτής, οριζομένου δε υπό του Υπουργού των Οικονομικών, και έξ εισέτι μελών εξ ων ανά εν λαμβάνεται εξ ενός εκάστου των Υπουργείων Στρατιωτικών, Ναυτικών, Αεροπορίας, Εμπορικής Ναυτιλίας, Μεταφορών και Δημοσίων Έργων και διορίζεται υπό του Υπουργού των Οικονομικών μετά σύμφωνον γνώμην του αρμοδίου Υπουργού, ανατίθεται. α)Να γνωμοδοτή περί του σκοπίμου της διαθέσεως των εν άρθρ. 1 του παρόντος νόμου αντικειμένων είτε προς απλήν χρήσιν Δημοσίων Υπηρεσιών ή χρησιμοποίησιν τούτων δια καταναλώσεως, εντειχίσεως ή άλλως προς δηΣελ. 227 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου 26.Ε.ε.2 μοσίας ανάγκας ως και περί του σκοπίμου της εκποιήσεως τούτων. Η περί αναλώσεως ή εκποιήσεως αύτη απόφασις δύναται να ληφθή και εκτελεσθή μόνον μετ’ έγγραφον έγκρισιν της κατά το άρθρ. 14 παρ. 1 Επιτροπής Διεκδικήσεων βεβαιούσης ότι δεν υφίσταται νομικόν ή άλλο τι εκ της αρμοδιότητος αυτής προκύπτον κώλυμα εκποιήσεως. Η εκποίησις ενεργείται κατά τας διατάξεις περί Δημοσίου Λογιστικού δύναται δε να γίνη και άνευ της τηρήσεως τούτων μετά προηγουμένην ητιολογημένην απόφασιν του Υπουργού των Οικονομικών αν το συμφέρον του Δημοσίου δικαιολογή τούτο. β)Να γνωμοδοτή περί της καταβλητέας εις το Δημόσιον αποζημιώσεως δια τας κατά το άρθρ. 1 παρ. 2 ανεπιδέκτους άρσεως εγκαταστάσεις, προσθήκας ή βελτιώσεις επί ακινήτων τρίτων ή περί απαλλαγής του ιδιοκτήτου από πάσης υποχρεώσεως κατά την παρ. 4 του άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου επιφυλαττομένης της οριστικής περί τούτων αποφάσεως εις τον Υπουργόν των Οικονομικών κατ’ αμφοτέρας τας περιπτώσεις. Κατά της αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, της οριζούσης την υπέρ του Δημοσίου ως άνω αποζημίωσιν επιτρέπεται εις τον έχοντα έννομον συμφέρον ανακοπή ενώπιον του αρμοδίου κατά τόπον Εφετείου, δικάζοντος εκ των ενόντων και αμετακλήτως. Η ανακοπή ασκείται εντός προθεσμίας 30 ημερών από της επιδόσεως της ως άνω Υπουργικής αποφάσεως της προθεσμίας ταύτης παρατεινομένης κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας η δε άσκησις αυτής αναστέλλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μέχρι της εκδόσεως της επί της ανακοπής αποφάσεως του Εφετείου. γ)Να γνωμοδοτή ως προς τα εν άρθρ. 1 αντικείμενα και ιδίως επί μεταφορικών μέσων ξηράς και θαλάσσης, μηχανών ή μηχανημάτων παντός είδους 1)εάν ταύτα ενδείκνυται όπως μη αφαιρεθώσιν από του κατέχοντος ταύτα, αλλά να παραμείνωσιν εις την κατοχήν του, μεταβιβαζομένου εις αυτόν παντός δικαιώματος κυριότητος του Δημοσίου, οπότε προσδιορίζει και το καταβλητέον εις το Δημόσιον δια την μεταβίβασιν ταύτην τίμημα, επί την βάσει δε των κατά την έκδοσιν της γνωμοδοτήσεως ισχυουσών τιμών. Το τίμημα δύναται να ορίζηται και κατώτερον της κατά την έκδοσιν της γνωμοδοτήσεως τρεχούσης αξίας επί όλως εξαιρετικών περιτπτώσεων, η ύπαρξις των οποίων δέον να αιτιολογείται ειδικώς εν τη γνωμοδοτήσει και εφ’ όσον η καλή πίστις και το κοινόν περί δικαίου αίσθημα επιτάσσουσι τούτο. Το τίμητο τούτο προκειμένου περί ελαστικών επισώτρων αυτοκινήτων οχημάτων, αεροθαλάμων αυτών και ανταλλακτικών ή μέρους αυτοκινήτων δύναται να ορίζηται και κατώτερον της τρεχούσης αυτών αξίας, πάντως ουχί μικρότερον του ημίσεος αυτής. Υποβαλλομένης υπό του Σελ. 228 κατά την ισχύν του παρόντος Νόμου κατόχου αυτοκινήτου αιτήσεως περί εξαγοράς αυτού η κατά το παρόν άρθρον Επιτροπή δεν δικαιούται να γνωμοδοτήση υπέρ της απορρίψεως ταύτης, περιοριζομένη να προσδιορίση το καταβλητέον εις το Δημόσιον τίμημα, όπερ εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι μείζον του ημίσεος της τρεχούσης κατά την «έκδοσιν της γνωμοδοτήσεως» αξίας του αυτοκινήτου. «Το αυτοκίνητον κατά μαχητόν τεκμήριον θεωρείται ότι ήτο εις κατάστασιν λειτουργίας μετά πλήρων εξαρτημάτων κλπ. Τα προς ανατροπήν του τεκμηρίου τούτου αποδεικτικά μέσα ορίζονται περιοριστικώς εις επίσημα έγγραφα ή πρωτόκολλα Δημοσίων Ελληνικών αρχών ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Αρχών Κατοχής». Αι ως άνω διατάξεις περί εξαγοράς αυτοκινήτου αντί τιμήματος κατωτέρου της τρεχούσης αυτού αξίας δεν έχουσιν εφαρμογήν επί αυτοκινήτων άτινα ευρίσκονται ήδη οπωσδήποτε εις την κατοχήν του Δημοσίου, ή 2)εάν ταύτα ενδείκνυνται όπως εκμισθωθώσιν υπό του Δημοσίου οπότε προσδιορίζει το καταβλητέον εις το Δημόσιον μίσθωμα, επιφυλαττομένης της οριστικής αποφάσεως εις τον Υπουργόν των Οικονομικών. Δια την εκτέλεσιν της αποφάσεως ταύτης εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξις του εδαφ. 2 της περιπτ. α΄ της παρούσης παραγράφου. Τα εντός « » αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 5 Α.Ν. 771/1945. 2.Η δεκαμελής Επιτροπή Διοικήσεως δύναται να ζητή την συμβουλευτικήν γνώμην και άλλων υπαλλήλων ή ειδικών προσώπων καλουμένων παρά του Προέδρου αυτής προς τούτο. Η ως άνω Επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων του Προέδρου και πέντε εκ των μελών της, απαραιτήτως δε του αντιπροσώπου του Υπουργείου όπερ ενδιαφέρεται δια την επίλυσιν του υπό συζήτησιν θέματος. Αι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, εν ισοψηφία δε υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Αι αμοιβαί πραγματογνωμόνων, οριζόμεναι υπό της Επιτροπής, βαρύνουσι τους ενδιαφερομένους. Βλ. άρθρ. 9 Ν.Δ. 140/1946 26.Ε.ε.2 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου Επιτροπή Διεκδικήσεων Άρθρ.14.-1.Συνιστάται εν Αθήναις και παρά τη Υπηρεσία Συγκεντρώσεως πενταμελής Επιτροπή υπό την ονομασίαν «Επιτροπή Διεκδικήσεων» απαρτιζομένη εξ ενός μέλους του Αρείου Πάγου ως Προέδρου, ενός καθηγητού της Νομ. Σχολής του Παν/μίου Αθηνών, ενός Εφέτου, εκ των οργανικώς τοποθετημένων παρά τω Εφετείω Αθηνών, ενός Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Δ/ντού της ΙΧ΄ Διευθύνσεως της Γ.Δ.Δ.Λ. Χρέη Εισηγητού παρά τη Επιτροπή εκτελεί ο Διευθυντής της κατά το άρθρον 5 συνιστωμένης Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως. Τα τέσσαρα πρώτα μέλη της Επιτροπής ως και οι αναπληρωταί όλων των μελών ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Γραμματεύς της Επιτροπής ορίζεται εις εκ των υπαλλήλων της Γραμματείας του Πρωτοδικείου υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης όστις ορίζει και τον αναπληρωτήν του. Η Επιτροπή συνεδριάζει εν τω καταστήματι της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού καθ’ ημέρας και ώρας οριζομένας υπό του Προέδρου αυτής. 2.Κατά τας συνεδριάσεις της Επιτροπής δύναται να παρίσταται και εις εκ των Νομικών Συμβούλων του Κράτους, προς υπεράσπισιν των συμφερόντων του Δημοσίου, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Άρθρ.2.-1.Πας κάτοχος αντικειμένων, περί ων το Άρθρ.15.-1.Ο αξιών δικαιώματα επί των εις χείρας αυτού κατσχεθέντων αντικειμένων ως και ο ισχυριζόμενος ότι συντρέχει περίπτωσις εφαρμογής των εξαιρετικών διατάξεων του άρθρ. 3 της υπ’ αριθ. 45/1945 Συντακτικής Πράξεως υποχρεούται, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών από της χρονολογίας της κατασχέσεως, παρατεινομένης λόγω αποστάσεως κατά τας διατάξεις της Πολιτιστικής Δικονομίας, να ασκήση προσφυγήν ενώπιον της κατά το προηγούμενον άρθρον Επιτροπής Διεκδικήσεων, κατατιθεμένην εις τον Γραμματέα της Επιτροπής κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας. Η πάροδος της προθεσμίας ταύτης συνεπάγεται την απώλειαν των άνω δικαιωμάτων. Εάν εκείνος εις χείρας του οποίου εγένετο η κατάσχεσις δεν ήτο παρών κατά ταύτην, η άνω προθεσμία άρχεται από της εις αυτόν κοινοποιήσεως αντιγράφου της γενομένης κατασχέσεως. Εν τη προσφυγή δέον να υπάρχη και διορισμός αντικλήτου. 2.Εις την ως άνω προσφυγήν δικαιούται και υποχρεούται και πας άλλος πλην εκείνου εις χείρας του οποίου εγένετο η κατάσχεσις, αξιών ίδια δικαιώματα επί των κατασχεθέντων. Εν τοιαύτη περιπτώσει η άνω 30ήμερος προθεσμία ορίζεται εις εξάμηνον τοιαύτην αρχομένην από της ημερομηνίας της κατασχέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο αξιών δικαιώματα έλαβε γνώσιν ή μη της γενομένης κατασχέσεως. Και μετά την πάροδον της εξαμήνου ταύτης προθεσμίας δύναται να γίνη δεκτή προς συζήτησιν η προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής Διεκδικήσεων εάν βεβαιωθή ότι ο προσφυγών εκ δεδικαιολογημένων αιτίων τούτων δεν ηδυνήθη να προβή εις εμπρόθεσμον άσκησιν της προσφυγής αυτού. Η ύπαρξις των αιτίων τούτων δέον ειδικώς να αιτιολογήται εν τη αποφάσει. Η άνω εξάμηνος προθεσμία, ως και το δικαίωμα όπως γίνη δεκτή προς συζήτησιν η εκπρόθεσμος προσφυγή, δεν αποτελούσι κώλυμα εκποιήσεως των κατασχεθέντων ή διαθέσεως τούτων προς ανάλωσιν ή χρήσιν εις Δημοσίας Υπηρεσίας. Εάν ο εντός του άνω εξαμήνου ή και εκπροθέσμως προσφυγών εις την Επιτροπήν Διεκδικήσεων δικαιωθή, έχει δε εν τω μεταξύ λάβει χώραν εκποίησις ή ανάλωσις των κατασχεθέντων, η αξίωσις του δικαιωθέντος προς απόδοσιν των κατασχεθέντων μετατρέπεται εις αξίωσιν αποζημιώσεως. Το αυτό ισχύει και εις ην περίπτωσιν εδικαιώθη και ο εμπροθέσμως ασκήσας προσφυγήν. Η αποζημίωσις αύτη εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι μείζων του καθαρού προϊόντος, όπερ εισέπραξε το Δημόσιον εκ της εκποιήσεως ή εκμισθώσεως του πράγματος ή του ποσού καθ’ ο τούτο κατέστη πλουσιώτερον εκ της αναλώσεως αυτού. 3.Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διεκδικήσεων ορίζει δια πράξεώς του, καταχωριζομένης υπό την προσφυγήν, ημέραν και ώραν συζητήσεως ταύτης υπό της Επιτροπής. Το πρωτότυπον της προσφυγής κατατίθεται εις τον φάκελλον της υποθέσεως. Η δικάσιμος γνωστοποιείται εις τον αιτούντα κατά το άρθρ. 16 του παρόντος νόμου. 4.«Ο προσφεύγων υποχρεούται εις καταβολήν παραβόλου οριζομένου υπό του Προέδρου αναλόγως της αξίας του αντικειμένου και εντός κατωτάτου και ανωτάτου ορίου προσδιοριζομένου εκάστοτε υπό του Υπουργού των Οικονομικών. Εάν δεν καταβληθή το παράβολον η συζήτησις της προσφυγής κηρύσσεται απαράδεκτος». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 παρ. 10 Α.Ν. 771/1945. Άρθρ.16.-1.Η κατά το άρθρ. 14 του παρόντος Νόμου Επιτροπή εξετάζει τας αξιώσεις τας αφορώσας εις διεκδίκησιν αντικειμένων, εκ των του άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου κατασχεθέντων εντός της περιφερείας των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς ως ανηκόντων τω Δημοσίω, και απόφαίνεται δι’ ητιολογημένης αποφάσεως περί του αν τ’ αντικείμενα ταύτα είναι αποδοτέα εις τον αιτούντα, τον αποδεικνύοντα την επ’ αυτών κυριότητά του, οπότε και διατάσσει την άρσιν της καΣελ. 229 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου 26.Ε.ε.2 τασχέσεως και την εις αυτόν απόδοσιν τούτων. 2.Μη αποδεικνυομένης της κυριότητος του αιτούντος η Επιτροπή δι’ ητιολογημένης αποφάσεως απορρίπτει την αίτησιν δυναμένη να καταδικάση τον αιτούντα εις τα έξοδα της συζητήσεως εάν πεισθή ότι η απορριφθείσα προσφυγή ησκήθη εκ δόλου ή εκ βαρείας αμελείας. 3.Η επιβληθείσα κατάσχεσις δύναται να αρθή είτε δι’ αποφάσεως της Επιτροπής Διεκδικήσεων, εκδιδομένης επί τη αιτήσει του έχοντος έννομον συμφέρον, και αν ακόμη δεν έχη ασκηθή ενώπιον αυτής σχετική διεκδικητική προσφυγή κατά το άρθρ. 15 παρ. 1 του παρόντος Νόμου, είτε υπό των τακτικών Δικαστηρίων. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει η άρσις της κατασχέσεως διατάσσεται μόνον δια της κατά την παρ. 1 του άρθρ. 18 δικαστικής αποφάσεως. 4.Η Επιτροπή προς σχηματισμόν της κατά τα άνω πεποιθήσεώς της λαμβάνει υπ’ όψιν τα εν τω φακέλλω της υποθέσεως έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία τα συλλεγέντα κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, ακούει τον Εισηγητήν και τον Νομικόν Σύμβουλον του Κράτους οσάκις ούτος παρίσταται αναπτύσσοντα τας αξιώσεις του Δημοσίου ως και τον αιτούντα, όστις δύναται να παραστή αυτοπροσώπως ή και δια πληρεξουσίου ενώπιον της Επιτροπής προς ανάπτυξιν των αξιώσεών του και προβαίνει εις την έκδοσιν της αποφάσεώς της. Ο Γραμματεύς της Επιτροπής υποχρεούται να καλέση εγγράφως τον αιτούντα όπως προσέλθη κατά την ορισθείσαν υπό του Προέδρου ημέραν και ώραν συζητήσεως της υποθέσεώς του. Η κλήσις αύτη επιδίδεται κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας υπό υπαλλήλου ή κλητήρος της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως εις τον αιτούντα οκτώ τουλάχιστον ημέρας προ της δικασίμου. Εν περιπτώσει καθ’ ην δεν έχει διορισθή δια της προσφυγής αντίκλητος η οκταήμερος αύτη προθεσμία παρατείνεται επί 15 εισέτι ημέρας εάν ο αιτών κατοική εκτός της περιφερείας του Πρωτοδικείου Αθηνών και Πειραιώς, επί ένα δε μήνα εάν ούτος κατοική, ή διαμένη εις την αλλοδαπήν ή είναι αγνώστου διαμονής, οπότε η επίδοσις γίνεται εις τον Εισαγγελέα των Πρωτοδικών δια τον εις την αλλοδαπήν ή αγνώστου διαμονής αιτούντα, εφ’ όσον ούτος εν τη προσφυγή του δεν έχει διορίσει αντίκλητον. Δια τας υποθέσεις τας οριζομένας υπό του Προέδρου συντάσσεται πινάκιον το οποίον εκτίθεται έξωθι της θύρας της αιθούσης συνεδριάσεως της Επιτροπής ως και έξωθι της θύρας της κεντρικής εισόδου της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως. Άρθρ.17.-1.Η Επιτροπή Διεκδικήσεων δικάζει εκ των ενόντων δυναμένη να λάβη υπ’ όψει αποδεικτικά στοιχεία όθεν δήποτε προερχόμενα και να στηριΣελ. 230 χθή και επί απλών βεβαιώσεων ή και ιδίων πληροφοριών των μελών αυτής δυναμένη να διατάξη δια παρεμπιπτούσης περί αποδείξεως αποφάσεώς της όπως, επιμελεία της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως ή του αιτούντος, προσκομισθώσι και έτερα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ήθελε θεωρήσει χρήσιμα προς σχηματισμόν της γνώμης της, ως και να ανακαλέση, εάν κρίνη τούτο σκόπιμον την απόφασίν της ταύτην και να προχωρήση εις την οριστικήν εκδίκασιν της διαφοράς άνευ προσκομίσεως ετέρων αποδείξεων. 2.Η Επιτροπή δικαιούται να ζητή δια του Προέδρου αυτής οιασδήποτε πληροφορίας ήθελε θεωρήση αναγκαίας παρά των Δημοσίων Υπηρεσιών ή παρά Νομικών Προσώπων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων, υποχρεούνται δε αι υπηρεσίαι αύται να παρέχωσιν αμελλητί πάσαν ζητουμένην πληροφορίαν ως και να επιδικνύωσι και προσκομίζωσι τα εμπορικά των βιβλία ή άλλα σχετικά έγγραφα. 3.Η Επιτροπή έχει ίδιον αρχείον εις το οποίον τηρείται και βιβλίον εισαγομένων υποθέσεων και βιβλία πρακτικών και αποφάσεων συντασσομένων εφ’ απλού χάρτου. 4.Ο Γραμματεύς της Επιτροπής τηρεί το αρχείον, λαμβάνει μέρος εις τας συνεδριάσεις της Επιτροπής, τηρεί τα πρακτικά των συζητήσεων υπό την επίβλεψιν του Προέδρου και συντάσσει κατά τον τύπον των δικαστικών αποφάσεων τας αποφάσεις της Επιτροπής, αίτινες θεωρούμεναι υπό του δι’ εκάστην τούτων οριζομένου εκ των μελών υπό του Προέδρου ως Εισηγητού υπογράφονται υπό του Προέδρου, των μελών της Επιτροπής και του Γραμματέως. 5.Η εκδοθείσα απόφασις της Επιτροπής κοινοποιείται εις τον αιτήσαντα δι’ υπαλλήλου ή κλητήρος της Υπηρεσιακής Συγκεντρώσεως συντασσομένου εγγράφως αποδεικτικού επιδόσεως όπερ προσαρτάται εις τον φάκελλον της υποθέσεως. Κατά της αποφάσεως ταύτης ουδέν ένδικον μέσον συγχωρείται. 26.Ε.ε.2 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου Άρθρ.18.1-2.(Κατηργήθησαν αφ’ ης ίσχυσαν δια του άρθρ. 15 Α.Ν. 771/1946). 3.Εάν μετά την έκδοσιν της οριστικής αποφάσεως της Επιτροπής Διεκδικήσεων, δι’ ης διετάχθη η απόδοσις των κατασχεθέντων προκύψωσι νέα στοιχεία δυνάμενα να καταστήσωσι προφανώς αδικαιολόγητον την απόδοσιν των κατασχεθέντων, δικαιούται το Δημόσιον εντός προθεσμίας δύο μηνών από της εκδόσεως της άνω οριστικής αποφάσεως να ασκήση κατά ταύτης το ένδικον μέσον της αναθεωρήσεως ενώπιον της αυτής Επιτροπής Διεκδικήσεων. Εις την εκδίκασιν του ενδίκου τούτου μέσου εφαρμόζονται ως προς την κλήσιν του αξιούντος δικαιώματα, την διαδικασίαν και κατά τα λοιπά, αι διάταξεις των άρθρ. 15,16,17,18 του παρόντος Νόμου. Εάν επακολουθήση απόφασις αναθεωρούσα και απορρίπτουσα την ασκηθείσαν προσφυγήν του αξιούντος δικαιώματα εφαρμόζονται περαιτέρω αι διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Άρθρ.19.-1.Η Υπηρεσία Συγκεντρώσεως δύναται να προκαλή απόφασιν της Επιτροπής Διεκδικήσεων επιτρέπουσαν και αν έτι ησκήθη, κατά το άρθρ. 15 του παρόντος Νόμου, διεκδίκησις η αγωγή ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων, την εκποίησιν των κατασχεθέντων αντικειμένων οσάκις ταύτα λόγω της φύσεώς των είναι υποκείμενα εις φθοράν. Εις την περί τούτου συζήτησιν δύναται να καλήται υπό του Γραμματέως τρεις ημέρας προ της δικασίμου ο διεκδικών τα κατασχεθέντα. Η εκποίησις εν τη περιπτώσει ταύτη δύναται να ενεργηθή κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών και άνευ τηρήσεως των περί ταύτης διατάξεων του Δημοσίου Λογιστικού. 6.Η Υπηρεσία Συγκεντρώσεως δύναται επίσης να προκαλή απόφασιν της Επιτροπής Διεκδικήσεων επιτρέπουσαν την εκποίησιν των ως άνω κατασχεθέντων και διεκδικουμένων ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων αντικειμένων εάν εκ του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού προκύπτει κατά τρόπον σαφή η λίαν πιθανολογούμενον ότι ο διεκδικών δεν έχει πραγματικά δικαιώματα κυριότητος επί των κατασχεθέντων και ότι την διεκδικητικήν αγωγήν του ήσκησεν εκ δόλου όπως ματαιώση τας περαιτέρω ενεργείας του Δημοσίου επί των κατασχθέντων. Η Επιτροπή Διεκδικήσεων αποφασίζει δι’ αποφάσεως ητιολογημένης, και άνευ κλήσεως του διεκδικούντος, περί του επιτρεπτού ή μη της ζητουμένης εκποιήσεως, αναλώσεως ή διαθέσεως των κατασχεθέντων. Η απόφασις αύτη γνωστοποιείται υπό του Γραμματέως αμελλητί εις την Υπηρεσίαν Συγκεντρώσεως. Εάν παρά την έκδοσιν τοιαύτης αποφάσεως τελικώς δικαιωθή ο διεκδικών τα εκποιηθέντα αντικείμενα, η αποζημίωσις αυτού εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να είναι μείζων του καθαρού προϊόντος όπερ εισέπραξε το Δημόσιον εκ της εκποιήσεως ή εκμισθώσεως του πράγματος ή του ποσού καθ’ ο τούτο κατέστη πλουσιώτερον εκ της αναλώσεως αυτού. Άρθρ.20.-1.Το Τακτικόν Δικαστήριον δικάζον επί αγωγής αφορώσης διεκδίκησιν των εν άρθρ. 1 αντικειμένων υποχρεούται να απορρίπτη ταύτην ως απαράδεκτον, εάν δεν προηγήθη προσφυγή του ενάγοντος, εις την κατά το άρθρ. 14 Επιτροπήν Διεκδικήσεων και δεν εξεδόθη υπό ταύτης οριστική απόφασις επί της διαφοράς. 2.Το τακτικόν Δικαστήριον δικάζον επί της κατά τ’ ανωτέρω διεκδικητικής αγωγής και απορρίπτον ταύτην κατ' ουσίαν δύναται να καταδικάση τον ενάγοντα εις αποζημίωσιν υπέρ του Δημοσίου μέχρι πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών, εάν πεισθή, κατ’ ελευθέραν κρίσιν, ότι ο ενάγων ήσκησε την διεκδίκησιν εκ προθέσεως όπως ματαιώση την υπό της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως ενέργειαν προς εκποιήσει ανάλωσιν, ή διάθεσιν των κατασχεθέντων. Άρθρ.21.-1.Αξιώσεις αφορώσαι εις διεκδίκησιν αντικειμένων του άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου, κατασχεθέντων εις τας εκτός περιφερείας των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς λοιπάς περιφερείας του Κράτους, κρίνονται και εκδικάζονται υπό Επιτροπής συνιστωμένης παρά τη έδρα εκάστου Πρωτοδικείου. Η Επιτροπή αύτη εις μεν τας έδρας των Εφετείων απαρτίζεται εξ ενός Εφέτου ως Προέδρου, οριζομένου υπό του Προέδρου των Εφετών μετά του αναπληρωτού του, εκ του Προέδρου των Πρωτοδικών της έδρας του Εφετείου, αναπληρουμένου κατά Νόμον, και εξ ενός Δημοσίου υπαλλήλου από του βαθμού Τμηματάρχου και άνω της έδρας του Πρωτοδικείου οριζομένου μετά του αναπληρωτού αυτού υπό του Προέδρου της Επιτροπής. Εις τας έδρας των Πρωτοδικείων ή Επιτροπή αύτη απαρτίζεται εκ του Προέδρου των Πρωτοδικών ως Προέδρου και του Εισαγγελέως των Πρωτοδικών, αναπληρουμένων κατά νόμον, και εξ ενός Δημοσίου Υπαλλήλου της έδρας του Πρωτοδικείου από του βαθμού του Υπουργικού Γραμματέως α' τάξεως και άνω, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Προέδρου της Επιτροπής. Χρέη Εισηγητού παρά τη Επιτροπή εκτελεί ο αρμόδιος Οικον. Έφορος ή ο παρά τούτου νομίμως ενταλθείς Οικονομικός υπάλληλος, εν δε τη Θεσσαλονίκη ο Προϊστάμενος ή υπάλληλος του Κτηματικού Γραφείου. Καθήκοντα γραμματέως της Επιτροπής ασκεί εις των υπαλλήλων της Γραμματείας του Πρωτοδικείου οριζόμενος δια πράξεως του Προέδρου της Επιτροπής. 2.Η Επιτροπή συνεδριάζει εν τω οικήματι της Οικονομικής Εφορείας της έδρας του Πρωτοδικείου καθ’ ημέρας και ώρας οριζομένας υπό του Προέδρου αυτής. Εν Θεσσαλονίκη η Επιτροπή συνεδριάζει εν τω καταστήματι Σελ. 231 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου 26.Ε.ε.2 του Κτηματικού Γραφείου. 3.(Κατηργήθη δια του άρθρου 9 Ν.Δ. 140/1946). Άρθρ.22.-Η αρμοδιότης της κατά τ’ ανωτέρω άρθρον Επιτροπής εκτείνεται επί των κατασχέσεων των γενομένων εντός της περιφερείας του Πρωτοδικείου. Ως προς την διαδικασίαν την εφαρμοστέαν εις την εκδίκασιν των υποθέσεων, την έκδοσιν των αποφάσεων και την κατά τα λοιπά αρμοδιότητα της Επιτροπής εφαρμόζονται και επί του προκειμένου αναλόγως αι διατάξεις των άρθρ. 15,16,17,18,19 και 20 του παρόντος Νόμου. Όπου εν τοις άρθροις τούτοις αναγράφεται η Υπηρεσία Συγκεντρώσεως νοείται επί του προκειμένου, ο εις ον μετεβιβάσθησαν αι αρμοδιότητες ταύτης Οικον. Έφορος και το Κτηματικόν Γραφείον Θεσσαλονίκης. Άρθρ.23.-Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών ορίζεται αμοιβή των Προέδρων, των μελών και των Γραμματέων των δια του Νόμου τούτου συνιστωμένων Επιτροπών, των εισηγουμένων τας υποθέσεις, ως και του κατά τας συνεδριάσεις της παρά τη Υπηρεσία Επιτροπής Διεκδικήσεων παρισταμένου Νομικού Συμβούλου. άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου, υποχρεούται όπως, εντός μηνός από της ισχύος του παρόντος Νόμου, εγχειρίση επί αποδείξει προς την Υπηρεσίαν Συγκεντρώσεως Περιουσίας Δημοσίου (Υ.Σ.Π.Δ.) όσον αφορά την περιοχήν των περιφερειών του Πρωτοδικείου Αθηνών και Πειραιώς, ή προς το Κτηματικόν Γραφείον Θεσσαλονίκης ή προς τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον, όσον αφορά τας περιοχάς των περιφερειών των λοιπών ανά την Επικράτειαν Πρωτοδικείων, δήλωσιν εφ’ απλού χάρτου αναφέρουσαν τα υπ’ αυτού κατεχόμενα πράγματα, μετά συντόμου περιγραφής εκάστου, εξ αυτών θεωρούμενος κατά το από της εγχειρίσεως της δηλώσεως μέχρι της παραδόσεως εις το Δημόσιον χρονικόν διάστημα, ως θεματοφύλαξ αυτών. Ο αυτός κάτοχος υποχρεούται να παραδώση εις τους εντεταλμένους του Δημοσίου επί αποδείξει και επί τόπου τα δηλωθέντα πράγματα ευθύς ως ζητηθώσιν. Σελ. 224 2.Εις την κατά την προηγουμένην παράγραφον δήλωσιν υποχρεούται εντός της αυτής προθεσμίας και ο αναλώσας ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον μεταβιβάσας εις τρίτους, τα κατά το άρθρ. 1 παρ. 1 αντικείμενα κατονομάζων τον εις ον μετεβίβασε ταύτα, ως και ο κύριος ή νομεύς, ακινήτου εις ο εγένοντο οικοδομήματα, εγκαταστάσεις, βελτιώσεις ή προσθήκαι, ανεξαρτήτως του αν αύται μη δυνάμεναι να αποσπασθώσιν του ακινήτου απετέλεσαν μετ’ αυτού εν όλον μη δυνάμενον να χωρισθή άνευ ουσιώδους βλάβης του ακινήτου. 3.Αι κατά τας παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου μηνιαίαι προθεσμίαι παρατείνονται κατά τας διατάξεις της πολιτικής Δικονομίας. 4.Αντικείμενα, περί ων το άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου, άτινα είχον περιέλθη εις την κατοχήν των εχθρικών Αρχών αυθαιρέτως επανερχόμενα τυχόν και αύθις εις την κατοχήν των προ της καταλήψεως της χώρας δικαιούχων αυτών, δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του παρόντος και της υπ’ αριθ. 45/1945 Συντακτικής Πράξεως. Τα αντικείμενα ταύτα διεκδικούνται υπό των δικαιούχων αυτών εφ’ όσον μεν περιήλθον εις την κατοχήν του Δημοσίου κατά τας διατάξεις των άρθρ. 15 και επ. του παρόντος νόμου, εφ’ όσον δε κατέχονται παρά τρίτων κατά τας κειμένας διατάξεις. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει προσεπικαλείται πάντοτε το Δημόσιον δια του Διευθυντού της κατά το άρθρ. 5 του παρόντος Νόμου Υπηρεσίας, των Οικονομικών Εφόρων ή του Προϊσταμένου του Κτηματικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και τούτο επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως της σχετικής αιτήσεως ή αγωγής. Άρθρ.24.-1.Δια την πληρωμήν των κατά τον παρόντα Νόμον δαπανών τίθενται εις την διάθεσιν της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως του Κτηματικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και των Οικονομικών Εφόρων τα εκάστοτε απαιτούμενα χρηματικά κεφάλαια δια χρηματικών ενταλμάτων, επί αποδόσει λογαριασμού εκδιδομένων εις βάρος ειδικών πιστώσεων του ειδικού προϋπολογισμού των εξόδων του Υπουργείου Οικονομικών και επ’ ονόματι μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, περιλαμβανομένων και των ταμειακών υπαλλήλων. Η διάθεσις των κεφαλαίων τούτων ενεργείται μετ’ έγκρισιν της κατά το άρθρ. 12 παρ. 1 τριμελούς Επιτροπής Διοικήσεως και των κατά το άρθρ. 21 τριμελών εν ταις Επαρχίαις Επιτροπών. 2.Εις κατεπειγούσας περιπτώσεις δύναται ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως, ο Προϊστάμενος του Κτηματικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και ο αρμόδιος Οικονομικός Έφορος να εντέλλωνται την προκαταβολήν εν όλω ή εν μέρει πάσης κατά τον παρόντα Νόμον δαπάνης, πλην των κατά την παρ. 2 του άρθρ. 7 και την παρ. 1 του άρθρ. 23 του παρόντος Νόμου δαπανών. Τα δικαιολογητικά των δαπανών εισάγονται εις τας εν λόγω Επιτροπάς προς έλεγχον και έγκρισιν. Κύρωσις προγενεστέρων πράξεων Άρθρ.25.-1Κυρούται η υπ’ αριθ. 197939 από 6 Νοεμ. 1944 απόφασις του Υπουργού των Οικονομικών, δι’ ης συνέστη εν Αθήναις Υπηρεσία σχετική προς τα θέματα του παρόντος Νόμου. Επίσης κυρούνται εξ υπαρχής αι υπό της Υπηρεσίας ταύτης εν Αθήναις και εν ταις Επαρχίαις ως και αι υπό των Σελ. 232 Οικονομικών Εφόρων εν ταις Επαρχίαις και του Κτηματικού Γραφείου εν Θεσ/νίκη γενόμεναι πράξεις και ενέργειαι αι σκοπούσαι την συγκέντρωσιν και διαφύλαξιν της εν άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου αναγραφομένης περιουσίας του Δημοσίου, αι δια τον αυτόν λόγον γενόμεναι κατασχέσεις, αι προς δημοσίας υπηρεσίας γενόμεναι παραχωρήσεις αντικειμένων του άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου προς ανάλωσιν, αι γενόμεναι εκποιήσεις ως και πάσα πράξις αναφερομένη εις συλλογήν των χρησίμων προς προστασίαν των συμφερόντων του Δημοσίου αποδεικτικών στοιχείων. Ο Υπουργός των Οικονομικών δικαιούται δι’ αποφάσεώς του να τακτοποιήση τας δαπάνας των ως άνω Υπηρεσιών εν Αθήναις και εν ταις Επαρχίαις. 2.Κυρούται επίσης εξ υπαρχής η υπ’ αριθ. 26608 της 21 Φεβρ. 1945 απόφασις του Υπουργού των Οικονομικών επί τω σκοπώ της τακτοποιήσεως των υπ’ αυτής προβλεφθεισών δαπανών. 3.Αι υποβληθείσαι ήδη εις την Υπηρεσίαν ταύτην προσφυγαί ιδιωτών ως και αι εγγράφως διατυπωθείσαι αξιώσεις των διεκδικούντων κατασχεθέντα αντικείμενα του άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου θεωρούνται ως τακτικαί και εμπρόθεσμοι προσφυγαί ενώπιον της Επιτροπής Διεκδικήσεων. 4.Όπου κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου ορίζεται προθεσμία αρχομένη από πράξεως ή ενεργείας της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως και αποκλείουσα ή ανατρέπουσα ή επηρεάζουσα δικαιώματα, τα αποτελέσματα ταύτα επέρχονται ως προς τας ενεργείας των κατά το παρόν άρθρον Υπηρεσιών τας προ του Νόμου τούτου γενομένας, μόνον μετά την εις τους καθ’ ων αι ενέργειαι επίδοσιν υπό των Υπηρεσιών αντιγράφου της γενομένης πράξεως, ή κατασχέσεως έκτοτε δε μόνον άρχεται τρέχουσα πάσα κατά τον Νόμον τούτον ανατρεπτική ή αποκλειστική προθεσμία, διαφυλαττομένων πάντων των κατά τας διατάξεις του Νόμου, δικαιωμάτων και της παρεμποδίσεως της εκποιήσεως, αναλώσεως, ή διαθέσεως των κατασχεθέντων. Άρθρ.26.-Επιτρέπεται εις τον Υπουργόν των Οικονομικών όπως δι’ αποφάσεών του εγκρίνη δαπάνας σκοπούσας την εξυπηρέτησιν των συμμαχικών στρατευμάτων και γενομένας είτε υπό υφισταμένων κατά Νόμον είτε υπό επί τούτω δι’ απλών διοικητικών πράξεων συσταθεισών Δημοσίων Υπηρεσιών. Αι δαπάναι αύται βαρύνουσι τον ειδικόν προϋπολογισμόν των εξόδων του Υπουργείου των Οικονομικών. Άρθρ.27-30.(Κυρούνται διάφοροι προσωρινής ισχύος αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών). 26.Ε.ε.2 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου Άρθρ.31.-1.Επιτρέπεται όπως δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην της κατά το άρθρ. 12 παρ. 1 του παρόντος Νόμου τριμελούς Επιτροπής Διοικήσεως τακτοποιώνται αι εκ της Παγίας Προκαταβολής Ν.Δ. 298/1941 χορηγηθείσαι προκαταβολαί, δι’ ας η κατάθεσις επαρκών δικαιολογητικών καθίσταται ήδη ανέφικτος ή δυσχερής. 2.Κατά τον αυτόν τρόπον επιτρέπεται και δικαιολόγησις δαπανών του Δημοσίου διενεργηθεισών εκ προκαταβολών χορηγηθεισών εκ της παγίας προκαταβολής του Ν.Δ. 298/1941 άνευ εισπράξεως φόρων, ή δικαιωμάτων του Δημοσίου και τρίτων και αναλώσεως χαρτοσήμου. 3.Αι κατά τας ανωτέρω παραγράφους δαπάναι καταλογίζονται εις βάρος του ειδικού προϋπολογισμού των εξόδων του Υπουργείου Οικονομικών. 4.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών θέλει παύση η διενέργεια πληρωμών εκ της Διαχειρίσεως της παγίας προκαταβολής του Ν.Δ. 298/1941. Η Διαχείρισις αύτη καταργηθήσεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών ευθύς ως τερματισθή το έργον της αποκαταστάσεως της παγίας προκαταβολής, και επιτευχθή η ολοσχερής απόδοσίς της εις το Δημόσιον Ταμείον, εξ ου αύτη έχει ληφθή. Υποχρεώσεις Εργολάβων Άρθρ.32.-1.Πάσα έλλειψις αυτουσίου υλικού παραδοθέντος υπό του Δημοσίου ή αγορασθέντος δια χρημάτων τούτου διαπιστωθείσα ή διαπιστουμένη υπό των κατά Νόμον αρμοδίων προς τούτο υπηρεσιακών οργάνων εις βάρος εργολάβων αναλαβόντων την εκτέλεσιν τεχνικών έργων των καταργηθεισών Επιτροπών Προμηθειών των τέως Αρχών Κατοχής καταβάλλεται υπό των εργολάβων τούτων εις χρήμα επί τη τρεχούση κατά τον χρόνον του καταλογισμού τιμή του υλικού. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον τιμή ήτις δεν δύναται να είναι κατωτέρα της εν τη αγορά τρεχούσης τιμής του άνω υλικού προσδιορίζεται υπό Επιτροπής εξ ειδικών συνισταμένης υπό του αρμοδίου Υπουργού ή Γενικού Διοικητού ή Νομάρχου. 3.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον Επιτροπή δύναται εις ειδικάς περιπτώσεις δικαιολογούσας την ουχί υπαιτιότητι του εργολάβου απώλειαν ή καταστροφήν υλικών δι’ ας ευθύνεται ούτος κατά νόμον, ως ασβέστου, άμμου, λίθων, γύψου, μαρμαροκόνεως, κλπ. να καθορίζη τιμήν μικροτέραν της τρεχούσης. «4.Οσάκις εκ του τελικού λογαριασμού εκκαθαρίσεως έργου προκύψη χρηματικόν υπόλοιπον καταβλητέον υπό του Δημοσίου εις τον Εργολάβον, προερχόμενον αποκλειστικώς εκ της αξίας υλικών είτε ομοίων ή και ανομοίων προς την κατά την παρ. 1 διαπιστωθείσαν εις βάρος αυτού έλλειψιν, ίσης δε ή και μεγαλυτέρας τούτων αξίας, ή οσάκις κατά την παραλαβήν των εργασιών διαπιστούνται αφ’ ενός μεν ελλείψεις πιστοποιηθέντων υλικών, αφ’ ετέρου όμως διαπιστούται η χρησιμοποίησις εις τα έργα άλλων υλικών μη πιστοποιηθέντων ίσης ή και μεγαλυτέρας αξίας των ελλειπόντων υλικών, η αξία των υπό του Εργολάβου οφειλομένων υλικών συμψηφίζεται με την αξίαν των μη πληρωθέντων ομοίων η ανομοίων υλικών αυτού επί τη βάσει της αντιστοίχου τιμής αυτών κατά τον χρόνον καθ’ ον εγένετο η προμήθεια των τελευταίων. 5.Εάν η αξία των μη πληρωθέντων υλικών είναι μικροτέρα της αξίας των υπό του εργολάβου οφειλομένων υλικών, συμψηφίζεται μέρος μόνον τούτων ίσης αξίας με τα μη πληρωθέντα υλικά δια δε τα μετά τον συμψηφισμόν απομένοντα υπόλοιπα υλικών εφαρμόζονται αι διατάξεις των παρ. 1,2 και 3 του παρόντος άρθρου. 6.Εάν εκ του τελικού λογαριασμού προκύπτει ότι ο εργολάβος υποχρεούται εις την επιστροφήν χρηματικού ποσού ως αχρεωστήτως καταβληθέντος εις αυτόν υπό του Δημοσίου τούτο θα συμψηφίζεται εις την αξίαν των μη πιστοποιηθέντων υλικών του. Η αξία των τυχόν μετά τον ανωτέρω συμψηφισμόν απομενόντων υπολοίπων, εκ των ως άνω υλικών θα συμψηφίζεται με ίσης αξίας όμοια ή ανόμοια υλικά εκ των υπό του εργολάβου οφειλομένων κατά τα εν τοις προηγουμένοις παράγραφοις οριζόμενα. Συμψηφισμός, κατά τας ανωτέρω παραγράφους συγχωρείται και μεταξύ απαιτήσεων προκυπτουσών εκ διαφόρων εργολαβιών του ιδίου εργολάβου, εφ’ όσον αύται έχουσι παραδοθή και εκκαθαρισθή προ του χρόνου της συντάξεως του τελικού λογαριασμού της εργολαβίας εν η διαπιστούνται αι ελλείψεις υλικών. Αι ανωτέρω παρ. 4-6 προσετέθησαν δια του άρθρ. 15 Α.Ν. 771/1945. Άρθρ.33.-Αι κατά τον παρόντα Νόμον προθεσμίαι δεν εμπίπτουσιν εις τας διατάξεις περί αναστολής του Δικαιοστασίου. Αρθρο 34.-Το προϊόν των εκποιουμένων αχρήστων αντικειμένων, περί ων το άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου, αποτελεί εξ ολοκλήρου έσοδον του Δημοσίου, μη εχούσης εν προκειμένω εφαρμογής ουδεμιάς αντιθέτου διατάξεως. Άρθρ.3.-Εις τους, μετά την πάροδον της προθεσμίας του άρθρ. 2 παρέχοντας ενυπογράφως προς το Δημόσιον πληροφορίας, περί πραγμάτων δηλωτέων ή παραδοτέων τω Δημοσίω κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, μη κατέχοντας δε τοιαύτα, χορηγείται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, επί τη γνωμοδοτήσει της κατά το άρθρ. 12 παράγρ. 1 τριμελούς Επιτροπής Διοικήσεως, αμοιβή δυναμένη να ανέλθη μέχρι των 5% επί της αξίας των πραγμάτων τούτων, εφ’ όσον επετεύχθη η παράδοσίς των εις την κατοχήν του Δημοσίου, συνεπεία υπ’ αυτών παρασχεθεισών πληροφοριών. 2.Εις τους προ του Νόμου τούτου παρασχόντας τας κατά την προηγουμένην παράγραφον πληροφορίας δύναται να χορηγηθή ανάλογος αμοιβή, κατά την κρίσιν του Υπουργού των Οικονομικών, καθοριζομένη δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του και κατόπιν γνωμοδοτήσεως της κατά το άρθρ. 12 του παρόντος Νόμου τριμελούς Επιτροπής Διοικήσεως, πάντως ουχί ανωτέρα του εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζομένου ποσοστού, εφ’ όσον επετεύχθη η παράδοσις εις την κατοχήν του Δημοσίου των αντικειμένων, συνεπεία των παρασχεθεισών υπ’ αυτών πληροφοριών. 26.Ε.ε.2 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου Ποινικαί διατάξεις Άρθρ.35.-Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καθορισθήσονται αι αναγκαίαι δια την εκτέλεσιν του παρόντος Νόμου λεπτομέρειαι. Άρθρ.36.-Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Σελ. 233 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου 26.Ε.ε.2 Άρθρ.4.-1.Ο κάτοχος των εν άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου κινητών πραγμάτων και αντικειμένων ο κατά το άρθρ. 2 παρ. 2 υπόχρεως εις δήλωσιν, ως αναλώσας ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον μεταβιβάσας τοιαύτα κινητά πράγματα, ως και ο κύριος ή νομεύς του ακινήτου εφ’ ου εγένοντο αι κατά το άρθρ. 1 παρ. 2 εγκαταστάσεις, βελτιώσεις ή προσθήκαι και οικοδομήματα, ο αδικαιολογήτως μη δηλώσας ή μη παραδόσας ταύτα συμφώνως προς το άρθρ. 2 παρ. 1 του παρόντος Νόμου τιμωρείται με φυλάκισιν τουλάχιστον τριών μηνών ή με χρηματικήν ποινήν (μέχρις εκατόν χιλιάδων δραχμών) ή και δι’ αμφοτέρων των ποινών. 2.Όστις υπόχρεως εις δήλωσιν κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου εν γνώσει δηλώσει ψευδώς τα παρ’ αυτού κατεχόμενα, ή αποκρύψει εν όλω ή εν μέρει ταύτα, τιμωρείται με φυλάκισιν τουλάχιστον έξ μηνών ή με χρηματικήν ποινήν (από δέκα χιλιάδων δραχμών μέχρι διακοσίων χιλιάδων δραχμών) ή και δι’ αμφοτέρων των ποινών. 3.Όστις αν και δεν δύναται να θεωρηθή ένοχος παραβάσεως των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, καίπερ προσκαλούμενος υπό της Αρχής εν γνώσει και εκ προθέσεως, αποκρύπτει τον κάτοχον των αντικειμένων περί ων το άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου ή τον προς δήλωσιν υπόχρεον κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου ή ποιήσηται ψευδή δήλωσιν περί τούτων, τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρις έξ μηνών και χρηματικήν ποινήν (μέχρι δέκα χιλιάδων δραχμών). 4.Αι ανωτέρω ποινικαί κυρώσεις δεν εμποδίζουσι την εφαρμογήν των λοιπών ποινικών διατάξεων εφ’ όσον συντρέχουσιν αι προϋποθέσεις τούτων. 5.Η καταδίκη ένεκά τινος των περιπτώσεων του παρόντος άρθρου δύναται κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου να συνεπάγη έκπτωσιν του καταδικασθέντος από του αξιώματος το οποίον τυχόν κατέχει εν Δημοσία υπηρεσία ή τοιαύτη Νομικού Προσώπου Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου. 6.Η δήλωσις του Δημοσίου γενομένη, δια μεν τα αδικήματα τα τελεσθέντα εις την περιφέρειαν των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς υπό του Δ/ντού της Υ.Σ.Π.Α., δια δε τας λοιπάς περιφερείας υπό του αρμοδίου Οικον. Εφόρου, και του Προϊσταμένου του Κτηματικού Γραφείου Θεσσαλονίκης εξαλείφει το αξιόποινον της πράξεως, εφ’ όσον πλήρως ικανοποιήθη το Δημόσιον και δεν εχώρησε τελεσίδικος καταδικαστική απόφασις και του το μόνον δι’ αδικήματα της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. 7.Γενομένης κατασχέσεως υπό της επιληφθείσης της υποθέσεως Δικαστικής Αρχής, μεσεγγυούχος ορίζεται πάντοτε το Δημόσιον δι’ υπαλλήλου της Υ.Σ.Π.Δ. ή του αρμοδίου Οικον. Εφόρου ή του νομίμου τούτου αναπληρωτού ή άλλου δημοσίου υπαλλήλου ή του προϊσταμένου ή υπαλλήλου του Κτηματικού Γραφείου Θεσσαλονίκης. 8.Ανακοπή κατά της ερήμην εκδοθείσης αποφάσεως του Ποινικού Δικαστηρίου επί των ανωτέρω αδικημάτων δεν επιτρέπεται. 9.Το Δικαστήριον δια της αποφάσεως αυτού επί της ουσίας αποφαίνεται ταυτοχρόνως και περί της τύχης της γενομένης κατασχέσεως και αν έτι η απόφασις είναι απαλλακτική, δυνάμενον να δημεύη το κατασχεθέν αντικείμενον ή και να διατάσση και την δήμευσιν αντικειμένων άτινα δεν κατεσχέθησαν δι’ οιονδήποτε λόγον. Τα δημευθέντα αποδίδονται ορισιτκώς εις το Δημόσιον. 10.Αι κατά τον παρόντα Νόμον πολιτικαί απαιτήσεις του Δημοσίου δύνανται να προβληθώσι προφορικώς και το πρώτον ενώπιον του ακροατηρίου υπό του εκπροσώπου του Δημοσίου και άνευ τηρήσεως της κατά νόμον προδικασίας. Πάντως επί ποινή απαραδέκτου της εισαγωγής της υποθέσεως προς εκδίκασιν δέον όπως κατά την δικάσιμον των αδικημάτων του παρόντος Νόμου καλείται ο κατά τρόπον αρμόδιος νόμιμος εκπρόσωπος του Δημοσίου, δι’ ιδιαιτέρας κλήσεως. 11.Το αρμόδιον Ποινικόν Δικαστήριον αποφαίνεται οριστικώς και τελεσιδίκως επί των πολιτικών απαιτήσεων του Δημοσίου και αν ακόμη δεν έχη ασκηθή προσφυγή ενώπιον των κατά τα άρθρ. 14 και 21 του παρόντος Νόμου Επιτροπών ή έχει μεν ασκηθή αλλά δεν έχει εισέτι εκδοθή απόφασις, μη δυνάμενον να παραπέμπη την εκδίκασιν εις τα Πολιτικά Δικαστήρια ως ανεκκαθάριστον. Υπηρεσία Συγκεντρώσεως Άρθρ.5.-Συνιστάται παρά τη ΙΧ Δ/σει της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού υπηρεσία υπό τον τίτλον «Υπηρεσία Συγκεντρώσεως Περιουσίας Δημοσίου» (Υ.Σ.Π.Δ.) αλληλογραφούσα μετά των Δημοσίων Υπηρεσιών, Αρχών και των ιδιωτών δια του Διευθυντού αυτής, κατ’ ανάλογον εφαρμογήν του άρθρ. 16 του Β.Δ. της 4ης Δεκ. 1936 «περί οργανισμού της Γενικής Δ/σεως Δημοσίου Λογιστικού» και τηρούσα ίδιον πρωτόκολλον εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων. Άρθρ.6.-1.Εις την συνιστωμένην δια του προηγουμένου άρθρου Υπηρεσίαν ανατίθεται: α)Η αναζήτησις, κατάσχεσις, παραλαβή, καταγραφή και συγκέντρωσις των εν άρθρ 1 του παρόντος Νόμου αντικειμένων και η ενέργεια πάσης προς τούτο χρησίμου πράξεως. β)Η πραγματοποίησις της αρμοδίως εγκρινομένης εκποιήσεως και παραδόσεως προς χρήσιν Δημοσίων Υπηρεσιών των αυτών αντικειμένων. Σελ. 225 Συγκέντρωση Περιουσίας του Δημοσίου 26.Ε.ε.2 γ)Η καταβολή των απαιτουμένων ημερομισθίων των εργατών και των εξόδων δια την ενέργειαν της κατασχέσεως, παραλαβής και συγκεντρώσεως των εν τω άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου αντικειμένων, η πληρωμή των εξόδων κινήσεως και λοιπών αμοιβών των υπαλλήλων της Υπηρεσίας ως και πάσα άλλη δαπάνη συναφής προς την εργασίαν ταύτην. δ)Η εξεύρεσις χώρων, είτε δια μισθώσεως, είτε δι’ επιτάξεως προς εναποθήκευσιν των άνω αντικειμένων ως και η καταβολή των μισθωμάτων τούτων και όλων των συναφών εξόδων φυλάξεως, επισκευής και συντηρήσεως τούτων. Η μίσθωσις και η επίταξις των ανωτέρω χώρων ενεργείται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών. Η μίσθωσις, δύναται να ενεργήται και κατά παρέκκλισιν των δια την σύναψιν υπό του Δημοσίου μισθώσεων κειμένων διατάξεων. ε)Η εκκαθάρισις και ο έλεγχος των εκκρεμών δικαιολογητικών της καταργηθείσης Ε.Π.Α.Κ. Αθηνών, πλην των αφορώντων δαπάνας δι’ εκτέλεσιν τεχνικών έργων. Αι αρμοδιότητες, δικαιώματα και καθήκοντα του Προέδρου της καταργηθείσης Ε.Π.Α.Κ. Αθηνών ασκούνται υπό του Διευθυντού της Υπηρεσίας Συγκεντρώσεως. ς)Η καταβολή των αρμοδίως εγκρινομένων ημερομισθίων των πάσης φύσεως εργατών των χρησιμοποιουμένων υπό των Συμμαχικών Στρατευμάτων δια την εκφόρτωσιν τροφίμων και λοιπών ειδών προοριζομένων δια τας Στρατιωτικάς Αρχάς και δια τον επισιτισμόν της Χώρας ως και πάσης άλλης σχετικής δαπάνης. 2.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών δύναται να ανατίθενται εις την Υπηρεσίαν ταύτην και έτερα αντικείμενα σχετιζόμενα προς τας διαληφθείσας αρμοδιότητας αυτής. 3.Επίσης δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως δύναται η υπηρεσία Συγκεντρώσεως Περιουσίας του Δημοσίου καταργουμένη ν’ αποτελέση Τμήματα της ΙΧ Διευθύνσεως της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού, ο αριθμός των οποίων και η άρμοδιότης εκάστου εξ αυτών κανονισθήσεται δια της αυτής αποφάσεως. Εις την περίπτωσιν ταύτην άπασαι αι αρμοδιότητες του Διευθυντού της Υπηρεσίας ταύτης ασκούνται υπό του Διευθυντού της ΙΧ Διευθύνσεως αντί δε του Διευθυντού της Υπηρεσίας μετέχει ως τακτικόν μέλος της κατά το άρθρ. 12 του παρόντος Νόμου Επιτροπής ανώτερος υπάλληλος της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού εισηγείται δε εις τας κατά τον παρόντα νόμον Επιτροπάς ο αρμόδιος καθ’ ύλην Τμηματάρχης της ΙΧ Διευθύνσεως. Σελ. 226

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.