📄 Κείμενο νόμου
11. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 26 της 9/20 Ιαν. 1967 (ΦΕΚ Α΄ 7) Περί εγκρίσεως Κανονισμού Ασφαλιστικών Παροχών Επικουρικού Ταμείου Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατών Μετάλλου. Έχοντες υπ’ όψιν: 1.Τας διατάξεις του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 3866/58 «περί κυρώσεως αποφάσεών τινων του Υπουργού Εργασίας, αφορωσών εις την επέκτασιν της Νομοθεσίας και την λειτουργίαν του Επικουρικού Ταμείου Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατών Μετάλλου». 2.Γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του ως άνω Ταμείου υποβληθείσαν ημίν δια των υπ’ αριθ. 9229/16.7.64, 10828/1964 και 9662/65 αναφορών αυτού. 3.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως, διατυπωθείσαν κατά την υπ’ αριθ. 29 συνεδρίασιν αυτού της ΙΔ΄ Περιόδου της 17.2.1966. 4.Γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθ. 1032/1966, προτάσει του Ημετέρου επί της Εργασίας Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Εγκρίνεται ο Κανονισμός Ασφαλιστικών Παροχών του Επικουρικού Ταμείου Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατών Μετάλλου, εξ άρθρ. 22 έχων ούτω: Σύνταξις λόγω γήρατος Άρθρ.1.-«1.Ο ησφαλισμένος εις το Ταμείον δικαιούται συντάξεως γήρατος, αν κατά την υποβολήν της αιτήσεως έχει συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας του και επραγματοποίησε εις την ασφάλισιν του Ταμείου τον απαιτούμενον αριθμόν ημερομισθίων δια την απονομήν πλήρους συντάξεως λόγω γήρατος, συμφώνως προς την εκάστοτε ισχύουσαν νομοθεσίαν του ΙΚΑ, όπως αύτη έχει διαφορφωθή και ισχύει δια το ΙΚΑ κατά την ημερομηνίαν υποβολής της αιτήσεως. «Το όριο των 4050 ημερών εργασίας αυξάνεται προοδευτικά σε 4500 ημέρες εργασίας με προσθήκη στις 4050 ανά 150 ημερών, κατά μέσο όρο, για καθένα επόμενο ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης από 1.1.1992. Για τους ασφαλισμένους που μέχρι 31.12.1991 συμπλήρωσαν, οι άνδρες το 63ο έτος της ηλικίας τους και οι γυναίκες το 58ο, εξακολουθεί να ισχύει το όριο των 4050 ημερών εργασίας». Το μέσα στα « » άνω εδάφια προστέθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 1 Π.Δ. 276/12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144), (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-9-1992). Κατ’ εξαίρεσιν οι έχοντες αποδεδειγμένως την ειδικότητα του λεβητοποιού και του σιδηροχύτου δικαιούνται συντάξεως γήρατος από της συμπληρώσεως του 55ου έτους της ηλικίας των, εφ’ όσον επραγματοποίησαν τον αυτόν ως άνω χρόνον ασφαλίσεως, εκ του οποίου τουλάχιστον 2.500 ημέρας εις τας ανωτέρω ειδικότητας. Ομοίως, υπό τας αυτάς ως άνω χρονικάς προϋποθέσεις δικαιούνται συντάξεως γήρατος, από της συμπληρώσεως του 55ου έτους της ηλικίας των και αι ησφαλισμέναι του Ταμείου εφ’ όσον έτυχον συντάξεως γήρατος εκ του φορέως της κυρίας ασφαλίσεως». «Ασφαλισμένη μητέρα, που δεν είναι συνταξιούχος άλλου Επικουρικού Ταμείου, με ανήλικα παιδιά, ή με ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας, η οποία συμπληρώνει το 50ό έτος της ηλικίας της και 5500 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου δικαιούται σύνταξη γήρατος μειωμένη κατά 1/200 της πλήρους μηνιαίας σύνταξης για κάθε μήνα που λείπει από το 55ο έτος της ηλικίας της, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κάθε φορά κατώτατο όριο συντάξεων». Το μέσα στα « » άνω εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 1 Π.Δ. 276/12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144), (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-9-1992). Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρ.6.-«1.Δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως ημέραι εργασίας εν ασφαλίσει αι εξής: α)αι πραγματοποιηθείσαι εντός των εκάστοτε ισχυουσών ασφαλιστικών περιοχών του Ταμείου ημέραι ασφαλιστέας εις αυτό εργασίας, υπό καθεστώς υποχρεωτικής ασφαλίσεως, εφ’ όσον πιστοποιούνται αποκλειστικώς, εκ των στοιχείων του Ταμείου, ήτοι των εργοδοτικών μισθοδοτικών καταστάσεων των υποβαλλομένων εις αυτό, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 11 του Β.Δ. 451/72, των ατομικών ασφαλιστικών βιβλιαρίων και των εκθέσεων οικονομικού ελέγχου του Ταμείου υπό τους περιορισμούς του άρθρ. 7 του Β.Δ. 451/72 «περί εγκρίσεως κανονισμού ασφαλίσεως και εισπράξεως εισφορών του Ταμείου», β)αι πραγματοποιηθείσαι εντός των αυτών ως άνω ασφαλιστικών περιοχών του Ταμείου, υπό καθεστώς προαιρετικής ή τυπικής ασφαλίσεως, εφ’ όσον εκ των αυτών ως άνω στοιχείων προκύπτει πλήρης εξόφλησις των αναλογουσών εισφορών και (Μετά τη σελ. 2006,02(α) Σελ. 2006,03 Τεύχος 1206-Σελ. 103 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.11 γ)ο δυνάμει διατάξεως Νόμου προσμετρούμενος χρόνος ασφαλίσεως. «δ)Επιτρέπεται η πιστοποίηση πραγματοποιηθεισών ημερών εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου, αποκλειστικά από τα στοιχεία των ασφαλιστικών βιβλιαρίων των ασφαλισμένων, τα οποία έχουν κατατεθεί με αιτήσεις μέχρι 31.12.1991. Απαραίτητη προϋπόθεση για την κατά τ’ ανωτέρω διαπίστωση, είναι η ύπαρξη για τις καθαρώς Μεταλλουργικές επιχειρήσεις που έχουν πραγματοποιήσει τις εγγραφές στα ατομικά ασφαλιστικά βιβλιάρια, της καταβολής των εισφορών ή της έκδοσης και κοινοποίησης σ’ αυτές πράξεως επιβολής εισφορών. Τ’ ανωτέρω εφαρμόζονται σε συνδυασμό με αντιπαραβολή κατά περίπτωση προς τα υποβαλλόμενα από τους ασφαλισμένους αντίγραφα βιβλιαρίων Ι.Κ.Α. η προς τα αντίγραφα της πινακίδας ανακεφαλαιώσεως Ι.Κ.Α. Στις λοιπές Επιχειρήσεις απαιτείται πρόσθετα και ο δειγματοληπτικός έλεγχος από τις μισθοδοτικές καταστάσεις. Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος αμφισβητεί τις αναφερόμενες στο ασφαλιστικό του βιβλιάριο ημέρες ασφάλισης έχει τη δυνατότητα να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα του εδαφ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου». Η περίπτ. δ΄ προστέθηκε από το άρθρ. 4 Π.Δ. 276/12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144), (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-9-1992). 2.Ησφαλισμένοι αμειβόμενοι δια μηνιαίου μισθού, λογίζονται πραγματοποιούντες 25 ημέρες ασφαλίσεως καθ’ έκαστον μήνα πλήρους απασχολήσεως. 3.Ησφαλισμένοι αμειβόμενοι δι’ ημερομισθίου, ως επίσης και οι παρέχοντες εν γένει εργασίαν εις πλείονας του ενός εργοδότας, δεν δύνανται να πραγματοποιήσουν περισσοτέρας ημέρας ασφαλίσεως, εκείνων εκάστου ημερολογιακού μηνός». Το άρθρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). Σελ. 2006,04 Τεύχος 1206-Σελ. 104 39.Ο.ι.11 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) Ποσόν συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας ΄Αρθρ. 7. «1.α)Δια τον υπολογισμόν των απονεμομένων, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, συντάξεων, ο ησφαλισμένος κατατάσσεται εις μίαν εκ των ασφαλιστικών κλάσεων της παρ. 2 του άρθρ. 25 του Α.Ν. 1846/1951, ως αι κλάσεις αύται εκάστοτε ισχύουν. β)Δια την κατάταξιν του ησφαλισμένου εις την προσήκουσαν, προς υπολογισμόν της συντάξεώς του, ασφαλιστικήν κλάσιν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο μέσος όρος του τεκμαρτού ημερομισθίου, το οποίο προκύπτει εκ των αποδοχών τας οποίας ελάμβανεν ούτος προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, κατά τας ακολούθους διακρίσεις ήτοι: αα)προκειμένου περί συντάξεως γήρατος, θανάτου ησφαλισμένου και αναπηρίας, κατά τα δύο τελευταία, ημερολογιακά έτη, τ’ αμέσως προηγούμενα εκείνου, καθ’ ο υπεβλήθη η αίτησις. Αν ο ησφαλισμένος δεν επραγματοποίησε εντός του άνω διαστήματος τουλάχιστον, τριακοσίας ημέρας εργασίας, λαμβάνονται υπ’ όψει αι αποδοχαί ημερών εργασίας της αμέσως προγενεστέρας περιόδου, μέχρι συμπληρώσεως συνολικώς τριακοσίων ημερών εργασίας. ββ)Κατ’ εξαίρεσιν, αν η ανικανότης ή ο θάνατος του ησφαλισμένου οφείλεται εις ατύχημα ή επαγγελματικήν νόσον, και υπό την προϋπόθεσιν ότι δεν υπάρχουν ημερομίσθια κατά το περί ου ανωτέρω χρονικόν διάστημα, λαμβάνεται υπ’ όψιν το τεκμαρτόν ημερομίσθιον της ημερομηνίας του ατυχήματος και εις την δευτέραν περίπτωσιν το ημερομίσθιον της τελευταίας ημέρας εργασίας. Εις την τελευταίαν όμως ταύτην περίπτωσιν του ενός ημερομισθίου, η κατάταξις δεν δύναται να γίνη εις κλάσιν κατωτέραν της δεκάτης κλάσεως. 2.Το ποσόν της απονεμομένης υπό του Ταμείου «Βασικής» μηνιαίας συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας αποτελείται: α)Από το 25% του 25πλασίου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου. β)Από προσαύξησιν του, δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου, προκύπτοντος ποσού, λόγω «ασφαλιστικής κλάσεως», ήτις καθορίζεται εις ποσοστόν 4% δι’ εκάστην κλάσιν, άνω εκείνης, εις την οποίαν αντιστοιχεί το εκάστοτε ισχύον κατώτατον ημερομίσθιον ανειδικεύτου εργάτου, μέχρι της κλάσεως εις την οποίαν κατατάσσεται κατά την προηγουμένην παράγραφον ο ησφαλισμένος και γ)Από προσαύξησιν του, δυνάμει των εδαφ. α΄ και β΄, προκύπτοντος ποσού, λόγω «χρόνου ασφαλίσεως», ήτις καθορίζεται εις ποσοστόν 2% ανά πεντακοσίας ημέρας ασφαλίσεως, πέραν των 1.500 συμπεπληρωμένων τοιούτων και μέχρι των 5.000 και εις ποσοστόν 3% ανά πεντακοσίας ημέρας ασφαλίσεως άνω των 5.000 ημερών τοιαύτης». Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 5 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). 3.Το σταθερόν ποσόν της συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος προσαυξάνεται: α)Κατά 15% εφ’ όσον ο συνταξιούχος είναι έγγαμος η δε σύζυγός του δεν ασκεί επάγγελμά τι ή δεν είναι συνταξιούχος Ασφαλιστικού Οργανισμού ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ή του Δημοσίου. β)Κατά 10% δια το πρώτον δικαιούμενον τέκνον και ανά 5% δια το δεύτερον και τρίτον τοιούτον εφ’ όσον πληρούνται ως προς ταύτα οι υπό του παρόντος προβλεπόμενοι όροι και προϋποθέσεις δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως των τέκνων εν περιπτώσει θανάτου του προστάτου ησφαλισμένου γονέως αυτών και δεν ασκούν επάγγελμά τι και δεν λαμβάνει δι’ αυτά προσαύξησιν εξ ετέρας πηγής ο έτερος των συζύγων εάν είναι συνταξιούχος Ασφαλιστικού Οργανισμού ή Ν.Π.Δ.Δ., ή του Δημοσίου ή δεν λαμβάνουν τα ίδια σύνταξιν εξ Ασφαλιστικού Οργανισμού ή Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου. «4.α)Εις τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας εξ εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου καταβάλλεται πρόσθετον ειδικόν επίδομα επί του ανωτέρω κατά την παρ. 2 εδάφ. α΄ του παρόντος προκύπτοντος ποσού, αναλόγως του αριθμητικού ποσοστού της αναπηρίας των, ως τούτο προκύπτει εκ της συνταξιοδοτικής αποφάσεως του φορέως κυρίας ασφαλίσεως ως κατωτέρω: αα)Επί ποσοστού αναπηρίας από 66%-75% ίσον προς 25%. ββ)Επί ποσοστού αναπηρίας από 76%-85% ίσον προς 35%. γγ)Επί ποσοστού αναπηρίας από 86%-100% ίσον προς 50%. β)Το κατά την παρ. 2 εδάφ. α του παρόντος άρθρου προκύπτον ποσόν των υπό του Ταμείου καταβαλλομένων βασικών συντάξεων λόγω αναπηρίας προσαυξάνεται κατά 50% εφ’ όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία). Υπό τας αυτάς προϋποθέσεις απολύτου αναπηρίας προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 50% και το προκύπτον ποσόν της συντάξεως των λόγω γήρατος συνταξιούχων του Ταμείου, εφ’ όσον ούτοι έτυχον τοιούτου επιδόματος από τον κύριον φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως. γ)Υπό τας αυτάς προϋποθέσεις προσαυξάνεται κατά 50% και το προκύπτον ποσόν της συντάξεως των μελών οικογενείας αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου και δη άνευ μειώσεώς τινος των προκυπτόντων ποσών των συντάξεων των δικαιουμένων συντάξεως ετέρων μελών οικογενείας. (Αντί για τη σελ. 2007(α) Σελ. 2007(β) Τεύχος 1090-Σελ. 93 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.11 δ)Εις τους λόγω φυματιώσεως συνταξιούχους καταβάλλεται το καθοριζόμενον, δια των εκάστοτε ισχυουσών ειδικών διατάξεων επίδομα αεροθεραπείας». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). 5.Τα εις τους συνταξιούχους καταβαλλόμενα ποσά λόγω συντάξεως στρογγυλοποιούνται εις ακεραίας πεντάδας ή δεκάδας δραχμών εις όφελος του συνταξιούχου, αν ταύτα υπερβαίνωσι τας 2,40 ή 7,40 δραχμάς αντιθέτως δε εις βάρος αυτού αν ταύτα είναι ελάσσονα. Ποσόν συντάξεως μελών οικογενείας ΄Αρθρ.8.-1.Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται η χήρα (χήρος), ισούται προς τα 70% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 2.Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται έκαστον τέκνον, ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων, η, κατά το προηγούμενον εδάφιον, σύνταξις αυτού τριπλασιάζεται. Το σύνολον πάντως των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων, δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως τα 60% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια του προηγουμένου εδαφίου, η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. 3.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγονού, προγονού του πατρός ή της μη χήρας μητρός ισούται προς τα 20% της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης), της δε χήρας μητρός εις τα 40% της αυτής συντάξεως, χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων των εγγονών και γονέων να δύναται να υπερβή εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προηγουμένης παραγράφου το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), εν δε τη δευτέρα περιπτώσει της αυτής παραγράφου το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Αι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 4.Ως σύνταξις του θανόντος (θανούσης) δια τον υπολογισμόν των ποσοστών των συντάξεων των περί ων το παρόν άρθρον μελών οικογενείας, λογίζεται το ποσόν της συντάξεως, το οποίον θα ελάμβανεν ο θανών (θανούσα) αν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίστατο ανάπηρος εκ της αιτίας εξ ης απεβίωσε μη συνυπολογιζομένου του επιδόματος και της προσαυξήσεως περί ων τα εδάφ. α΄ και β΄ της παρ. 4 του άρθρ. 7. Σελ. 2008(β) Τεύχος 1090-Σελ. 94 Βοήθημα γάμου ΄Αρθρ.9.-1.Ησφαλισμένη αποχωρούσα λόγω γάμου εκ της εργασίας της, μετά τριετή εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, δικαιούται βοηθήματος λόγω γάμου, εφ’ άπαξ καταβαλλομένου και ίσου προς τας μέχρι της τελέσεως του γάμου των αποδοθείσας τω Ταμείω ατομικάς της καταβολάς, άνευ τόκων ηυξημένας κατά 50%. Ως αποχώρησις λόγω γάμου νοείται η λαβούσα χώραν έν έτος προ ή μετά την τέλεσιν του γάμου. 2.Η τέλεσις του γάμου αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως γάμου. 3.Εν περιπτώσει νέας υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου προσώπων, ταύτα δικαιούνται συντάξεως, εφ’ όσον από του γάμου των και εφ’ εξής ήθελον συμπληρώσει τας υπό του παρόντος κανονισμού απαιτουμένας κατά περίπτωσιν προϋποθέσεις. «4α.Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου που έχει τας προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση λόγω θανάτου ή συνταξιούχου που έχει λάβει οριστική ή προσωρινή σύνταξη από δική του εργασία, καταβάλλεται σ’ εκείνον που φροντίζει για την κηδεία του θανόντος ως έξοδα κηδείας, ποσό ίσο με το 80% του ποσού που καταβάλλει για την ίδια αιτία ο Οργανισμός Κυρίας Ασφάλισης. β)Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου, που είχε δικαιωθεί προσωρινής σύνταξης και εάν τελικά αποδειχθεί ότι ο θανών δεν είχε τις προϋποθέσεις για την απονομή της σύνταξης αυτής, το ποσό που έχει χορηγηθεί για έξοδα κηδείας, παρακρατείται σε δόσεις από τη σύνταξη που λαμβάνουν οι δικαιούχοι αυτού από το Φορέα Κυρίας Ασφάλισης. Το ποσό κάθε δόσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/4 της σύνταξης αυτών». Η παρ. 4 που είχε προστεθεί από το άρθρ. 2 Π.Δ. 171/23-31 Μαΐου 1983 (ΦΕΚ Α΄ 67) τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 108/13-18 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 45). 39.Ο.ι.11 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) Επιστροφή εισφορών ΄Αρθρ.10.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 5 Π.Δ. 276/12-28 Αυγ. 1992, ΦΕΚ Α΄ 144, διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-9-1992). Εξομοιούμενος χρόνος ασφαλίσεως ΄Αρθρ.11.-1.Δια την εφαρμογήν του παρόντος κανονισμού αναγνωρίζονται ως ημέραι εργασίας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου, δι’ απάσας τας νομίμους συνεπείας, αιτήσει του ενδιαφερομένου υπό τους όρους και κατά την διαδικασίαν της παρ. 2 του παρόντος άρθρου: α)Αι ημέραι εργασίας υπό ασφαλιστέαν ιδιότητα, μέχρι 300 εν συνόλω κατ’ ανώτατον όριον, εφ’ όσον επραγματοποιήθησαν εντός των ορίων της χώρας και εκτός των τοπικών ορίων ασφαλίσεως του Ταμείου. β)Η υπηρεσία ως εφέδρου εν τω Στρατώ, Ναυτικώ, Αεροπορία, Χωροφυλακή, Αστυνομία Πόλεων, Πυροσβεστική Υπηρεσία και εν Πολιτική επιστρατεύσει, μέχρις 600 ημερών κατ’ ανώτατον όριον, εφ’ όσον η ιδιότης του εργάτου μετάλλου προϋπήρχε της επιστρατεύσεως. Δια την εφαρμογήν του παρόντος εδαφίου, έκαστος μην υπηρεσίας λογίζεται περιλαμβάνων 25 ημέρας. «2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αναγνώρισις του περί ου αύτη χρόνου, χωρεί δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, η οποία δέον να υποβάλλεται ανυπερθέτως μέχρι της καταθέσεως της περί συνταξιοδοτήσεως αιτήσεως». Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 7 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). Η αναγνώρισις ενεργείται δι’ εξαγοράς επί τη καταβολή υπό του ησφαλισμένου ή εν περιπτώσει θανάτου τούτου, υπό των κατά το άρθρ. 3 του παρόντος μελών οικογενείας αυτού, των εις τον αναγνωριζόμενον χρόνον αναλογουσών εισφορών ησφαλισμένου και συνεισφορών εργοδότου, υπολογιζομένων επί τη βάσει των αποδοχών του χρόνου υποβολής της αιτήσεως περί αναγνωρίσεως ή εν περιπτώσει θανόντος ησφαλισμένου, των αποδοχών του τελευταίου μηνός απασχολήσεως και του κατά τον αυτόν αντιστοίχως χρόνον ισχύοντος ποσοστού εισφοράς ησφαλισμένου και συνεισφοράς εργοδότου. Το ούτω προκύπτον ποσόν εξαγοράς δύναται να καταβληθή είτε εφ’ άπαξ είτε δια ίσων μηνιαίων δόσεων, ων ο αριθμός οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. δεν δύνται να υπερβή τας 40. Προκειμένου περί μελών οικογενείας εκάστη δόσις εξαγοράς παρακρατείται εκ της μηνιαίας συντάξεως, μη δυναμένου πάντως του ποσού εκάστης δόσεως να υπερβή το 1/3 της συντάξεως, οπότε ο αριθμός των δόσεων αυξάνεται αναλόγως. Εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου προ της ενάρξεως καταβολής των κατά τα ανωτέρω καθορισθεισών δόσεων εξαγοράς προϋπηρεσίας ή προ της εξοφλήσεως όλων των δόσεων, εκάστη των οφειλομένων δόσεων, παρακρατείται εκ της μηνιαίας συντάξεως της τυχόν χορηγητέας εις τα δικαιούχα μέλη της οικογενείας του θανόντος, μη δυναμένου πάντως του ποσού εκάστης δόσεως να υπερβαίνη το 1/3 του ποσού της συντάξεως, οπότε ο αριθμός των δόσεων αυξάνεται αναλόγως. «3.α.Η αναγνώριση και εξαγορά του χρόνου ασφάλισης στον Κλάδο Συντάξεων του Ταμείου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμ. 1405/83 για τον οποίο δεν έχουν επιστραφεί οι ασφαλιστικές εισφορές βάσει των άρθρ. 9 και 10 του Κανονισμού παροχών του Ταμείου, πραγματοποιείται, ύστερα από σχετική αίτηση του ασφαλισμένου, με την καταβολή πρόσθετης εισφοράς ποσοστού 3,5% επί των αποδοχών οι οποίες υπόκεινται σε κρατήσεις κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του, εφόσον αυτές δεν είναι κατώτερες από τις αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη για το ίδιο χρονικό διάστημα». Η περίπτ. α που προστέθηκε από την 105/3/ 1970/14 Αυγ.-10 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 629) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων, αντικαταστάθηκε ως άνω από την Οικ./1372/13-15 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Β΄ 297) όμοια. β)Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν απασχολείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή έχει αλλάξει επάγγελμα, τότε η παραπάνω εισφορά υπολογίζεται επί των αποδοχών του που προβλέπονται από τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των εργατών μετάλλου, που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης οι οποίες σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερες από τις αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη. γ)Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς που προκύπτει, πραγματοποιείται, είτε εφάπαξ, είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες θα είναι τόσες, όσος ο αριθμός των μηνών που αναγνωρίζονται και όχι οπωσδήποτε, περισσότερες από 36. δ)Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής δόσης πέρα από 6 μήνες, χάνεται το δικαίωμα για αναγνώριση του χρόνου που αντιστοιχεί τόσο στις μη εξοφληθείσες όσο και στις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις. Στην περίπτωση αυτή, ως χρόνος ασφάλισης αναγνωρίζεται μόνο ο χρόνος που αντιστοιχεί στις δόσεις που εξοφλήθηκαν. ε)Η διαπίστωση του χρόνου ασφάλισης για τον οποίον επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές καθώς και η ανάληψη τούτων, γίνεται από τα στοιχεία που τηρούνται στο Ταμείο». Η παρ. 3 προστέθηκε από την 105/3/1970/14 Αυγ.-10 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 629) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 2008,01(γ) Σελ. 2008,01(δ) Τεύχος 1206-Σελ. 105 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.11 39.Ο.ι.11 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) ΄Εναρξις και λήξις συνταξιοδοτικού δικαιώματος ΄Αρθρ. 12 «1.Η καταβολή των συντάξεων άρχεται από της ημέρας καθ’ ην υπεβλήθη υπό του ησφαλισμένου η αίτησις περί απονομής συντάξεως. Κατ’ εξαίρεσιν η καταβολή της συντάξεως άρχεται:α)εν περιπτώσει αναπηρίας, αφ’ ης, μετά την συνδρομήν των εν παρ. 1 του άρθρ. 2 του παρόντος προϋποθέσεων ή ησφαλισμένος διέκοψεν την άσκησιν του επαγγέλματος, β)εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου η καταβλητέα εις τα μέλη της οικογενείας σύνταξις άρχεται από της επομένης του θανάτου, γ)εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου, η καταβλητέα εις τα μέλη της οικογενείας του σύνταξις άρχεται από της πρώτης του επομένου του θανάτου μηνός. Σύνταξις αναπηρίας ή θανάτου, ουδέποτε δύναται ν’ ανατρέξη εις χρόνον απώτερον του δωδεκαμήνου από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. «2.Το δικαίωμα εις σύνταξιν λήγει πάντοτε εις το τέλος του μηνός, καθ’ ον επήλθεν ο θάνατος του συνταξιούχου επί δε συνταξιοδοτουμένης χήρας ή χήρου εις τέλος του μηνός καθ’ ον ετελέσθη νέος γάμος. Η ελθούσα εις νέον γάμον συνταξιοδοτουμένη χήρα (και μόνον αύτη) δικαιούται να λάβη κατά την διακοπήν της συντάξεώς της, εφ’ άπαξ βοήθημα, ισούμενον προς δώδεκα μηνιαίας συντάξεις αυτής». Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 8 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). 3.Προκειμένου περί γονέων, τέκνων, εγγονών ή προγονών, εις το τέλος του μηνός θανάτου των ή του μηνός καθ’ ον τα τέκνα εγγονοί ή προγονοί συνεπλήρωσαν το 18ον έτος της ηλικίας των, προκειμένου δε περί θηλέων το 30όν ή και προ αυτού εις τας ακολούθους δύο περιπτώσεις: α)δια της συνάψεως γάμου, β)δια της αναλήψεως βιοποριστικής εργασίας, αποφερούσης εισόδημα πενταπλάσιον τουλάχιστον του ποσού της συντάξεως, ης δικαιούται έκαστος τούτων. «4.Το ανωτέρω όριον του 18ου έτους, προκειμένου δε περί θηλέων του 30ού, δεν ισχύει: α)Προκειμένου περί τέκνου, εγγονού, προγονού, ανικάνων προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, της ανικανότητός των προκυπτούσης υποχρεωτικώς εκ της αντιστοίχου αποφάσεως του φορέως κυρίας ασφαλίσεως. β)Προκειμένου περί τέκνου, εγγονού ή προγονού μη συμπληρώσαντος το 25ον έτος της ηλικίας του, εφ’ όσον ούτος συνεχίζει την μόρφωσίν του εις Σχολάς Γενικής ή Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως και δεν ασκεί βιοποριστικόν επάγγελμα». «5.Οσάκις δια την απονομήν συντάξεως, είτε κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, είτε κατά τας διατάξεις προϊσχύσαντος τοιούτου, προσμετρείται, δια την συμπλήρωσιν του απαιτουμένου, κατά περίπτωσιν, ελαχίστου χρόνου ασφαλίσεως, χρόνος απασχολήσεως, η εξαγορά του οποίου, συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις, βαρύνει τον ησφαλισμένον ατομικώς, η σύνταξις άρχεται πάντοτε από της επομένης της πλήρους ταμειακής εξοφλήσεως των οφειλομένων δια την εξαγοράν και αναγνώρισιν, ασφαλιστικών εισφορών, υπό του οφειλέτου ησφαλισμένου». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω και η παρ. 5 προστέθηκε από το άρθρ. 8 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). Στερήσεις-εκπτώσεις-αναστολαί ΄Αρθρ.13.-1.Ο ησφαλισμένος ή ο συνταξιούχος στερείται του δικαιώματος απολήψεως παροχών ή εκπίπτει τούτου, εάν δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως κατεδικάσθη συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος εξ υπαιτιότητος τούτου, διαπραχθέντος εις βάρος του Ταμείου. 2.Πρόσωπα εκ των κατά το άρθρ. 3 δικαιουμένων συντάξεως, στερούνται παντός επ’ αυτής δικαιώματος, εάν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, ήθελον καταδικασθή δια πράξιν αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου (της ησφαλισμένης ή της συνταξιούχου). «3.Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται: α)Εάν ο συνταξιούχος εκτίη ποινήν στερητικήν της ελευθερίας μεγαλυτέραν των 6 μηνών, εφ’ όσον χρόνον εκτίει ταύτην. Εφ’ όσον όμως υπάρχωσι πρόσωπα, άτινα εν περιπτώσει θανάτου τούτου θα ελάμβανον σύνταξιν, ταύτα δικαιούνται εις την απόληψιν συντάξεως, ήτις θα καταβάλλετο εις ταύτα εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου. β)Εάν και εφ’ όσον χρόνον ο συνταξιούχος του Ταμείου, αποκερδαίνη μηνιαίως εξ οιασδήποτε εξηρτημένης εργασίας, καθαρόν εισόδημα υπερβαίνον το 35πλάσιον του εκάστοτε ισχύοντος κατωτάτου ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος το οποίον διέπει το συνταξιοδοτικόν αυτού δικαίωμα». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. Ι Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). 2.Ησφαλισμένος, μη εμπίπτων εις τον κύκλον των προσώπων δι’ α κατά την προηγουμένην παράγραφον θεμελιούται δικαίωμα συντάξεως από της συμπληρώσεως του 55ου έτους της ηλικίας, εφ’ όσον έτυχε συντάξεως παρ’ Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως και συνεπλήρωσε τον υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, οριζόμενον αριθμόν ημερών εργασίας, εξ ων ανά 100 τουλάχιστον καθ’ έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών των αμέσων προηγουμένων του έτους καθ’ ο υποβάλλεται η αίτησις περί απονομής συντάξεως, δικαιούται συντάξεως λόγω γήρατος ηλαττωμένης κατά 1/200 της πλήρους μηνιαίας τοιαύτης δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως, εκ του υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζομένου ορίου ηλικίας, εφ’ όσον συνεπλήρωσε το 55ον έτος της ηλικίας του. «Σε περίπτωση αναγκαστικής διακοπής της ασφαλιστέας απασχόλησης, λόγω ανυπαιτίου απόλυσης του ασφαλισμένου, πτώχευσης της επιχείρησης ή διακοπής της λειτουργίας της, ο ασφαλισμένος δικαιούται μειωμένης συντάξεως υπολογιζομένης σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, εφόσον έχει συνταξιοδοτηθεί από το φορέα κυρίας ασφαλίσεώς του και έχει συμπληρώσει τον οριζόμενο από την παρ. 1 του παρόντος άρθρου αριθμό ημερών ασφάλισης, από τις οποίες 1000 τουλάχιστον, κατά την αμέσως προηγουμένη πενταετία πριν από το έτος υποβολής της αίτησης. Εκκρεμείς αιτήσεις ή αιτήσεις που έχουν απορριφθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κρίνονται σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, εφόσον οι συγκεκριμένες περιπτώσεις εμπίπτουν στις οριζόμενες από αυτή προϋποθέ(Αντί για τη σελ. 2005(α) Σελ. 2005(β) Τεύχος 1206-Σελ. 99 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.11 σεις, τα οικονομικά όμως αποτελέσματα αρχίζουν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Δ/τος». Τα μέσα στα « » τελευταία εδάφια προστέθηκαν από το άρθρ. 1 Π.Δ. 343/19-31 Ιουλ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 120), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 2 του ιδίου άνω Π.Δ. 343/91 αρχίζει από την 1η του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. «3.Ησφαλισμένοι του Ταμείου, οι οποίοι είχον πραγματοποιήσει μέχρι της 31.1.67, τας κατ’ άρθρ. 2 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος του Β.Δ. 26/67 ΚΑΠ απαιτουμένας χρονικάς προϋποθέσεις, δια τας οποίας έχουν καταβληθή πλήρως αι αναλογούσαι εισφοραί, και είχον συμπληρώσει, κατά την ανωτέρω ημερομηνίαν, το 55ον έτος της ηλικίας των ή προκειμένου περί σιδηροχυτών και λεβητοποιών το 50όν έτος, δικαιούνται συντάξεως γήρατος, απονεμομένης κατά τας διατάξεις του παρόντος, όταν θα έχουν συμπληρώση το κατά την παρ. Ι του παρόντος άρθρ. 9 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). «γ)Τα κατώτατα όρια των συντάξεων δεν καταβάλλονται στους εργαζομένους συνταξιούχους, αλλά θα καταβάλλονται τα ποσά της σύνταξης που θα προκύπτουν από τις οργανικές διατάξεις». Η περίπτ. γ΄ προστέθηκε από το άρθρ. 6 Π.Δ. 276/12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144), (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-9-1992). (Αντί για τη σελ. 2008,021) Σελ. 2008,021(α) Τεύχος 1206-Σελ. 107 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.11 Παραγραφή ΄Αρθρ.14.-1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν εκ του Ταμείου δεν υπόκειται εις παραγραφήν. 2.Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι εντός έτους αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί, παραγράφονται. Σελ. 2008,022(α) Τεύχος 1206-Σελ. 108 39.Ο.ι.11 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) Εκχώρησις-Κατάσχεσις-Συμψηφισμός ΄Αρθρ.15.-1.Απαγορεύεται η εκχώρησις, ή κατάσχεσις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων συντάξεων. Κατ’ εξαίρεσιν τοιαύτη εκχώρησις ή κατάσχεσις επιτρέπεται μόνον δια διατροφήν συζύγου και τέκνων δικαιουμένων τοιαύτης βάσει των διατάξεων του Αστικού Κώδικος, οπότε επιτρέπεται η κατάσχεσις μέχρι του 1/4 του χορηγουμένου ποσού κατόπιν αδείας του οικείου Προέδρου Πρωτοδικών. 2.Συμψηφισμός με τας υπό του Ταμείου χορηγουμένας συντάξεις επιτρέπεται μόνον προς απόσβεσιν οφειλών των ησφαλισμένων προς το Ταμείον παρεχομένων εξ οιασδήποτε αιτίας κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο συμψηφισμός γίνεται εις μηνιαίας δόσεις εκάστης τούτων μη δυναμένης να υπερβή το 1/3 της μηνιαίας συντάξεως. Βεβαίωσις ηλικίας ΄Αρθρ.16.-1.Η ηλικία βεβαιούται δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως, συνταγείσης ή διορθωθείσης προ της υπαγωγής εις την ασφάλισιν. 2.Εν ελλείψει ληξιαρχικής πράξεως η ηλικία βεβαιούται δια πιστοποιητικού εγγραφής εις τα μητρώα αρρένων ή ελλείψει τοιούτου εις τα δημοτολόγια. Κατ’ αμφοτέρας ταύτας τας περιπτώσεις η εγγραφή δέον να έχη συντελεσθή τρία τουλάχιστον έτη προ της υπαγωγής εις την ασφάλισιν. Εις ην περίπτωσιν δεν προκύπτει ημέρα γεννήσεως λογίζεται ως τοιαύτη η 1η Ιουλίου του έτους γεννήσεως. 3.Επί προσώπων γεννηθέντων εν τη αλλοδαπή, ελλείψει αποδεικτικών κατά τα ανωτέρω στοιχείων, η ηλικία βεβαιούται κατά την Νομοθεσίαν του τόπου γεννήσεως, της σχετικής βεβαιώσεως θεωρουμένης υπό της οικείας Προξενικής Αρχής. 4.Ελλειπόντων αποδεικτικών στοιχείων περί της ηλικίας, αύτη βεβαιούται δι’ αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου ασφαλιστικού δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του ενδιαφερομένου. 5.Πάσα αμφισβήτησις, περί το έγκυρον ή την ακρίβειαν των αποδεικτικών στοιχείων ηλικίας, ερειδομένη επί εγγράφων στοιχείων συντεταγμένων εις ανύποπτον χρόνον, επιλκύεται δι’ αποφάσεως του τοπικώς αρμοδίου Πρωτοβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου. 6.Μέχρις ενάρξεως της λειτουργίας των ασφαλιστικών δικαστηρίων, εν ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων περί της ηλικίας ως και εν περιπτώσει αμφισβητήσεων περί ων η προηγουμένη παράγραφος του παρόντος άρθρου λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπ’ όψιν η ηλικία η γενομένη δεκτή παρά του Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως. Διαδικασία απονομής ΄Αρθρ.17.-1.Αι συντάξεις απονέμονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. επί τη υποβολή εις το Ταμείον αιτήσεως μετά πλήρων δικαιολογητικών παρά του ησφαλισμένου ή εν περιπτώσει θανάτου τούτων, παρά των περί ων το άρθρ. 3 μελών οικογενείας ή καθ’ απάσας τας περιπτώσεις παρά των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Το Δ.Σ. εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα τη αιτήσει δικαιολογητικά είναι πλήρη, υποχρεούται όπως εντός 2 μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της αιτήσεως, εκδώση την επ’ αυτής απόφασίν του. Εν περιπτώσει καθ’ ην η συμπλήρωσις των απαιτουμένων δικαιολογητικών πραγματοποιηθή εις χρόνον μεταγενέστερον της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως η κατά τ’ ανωτέρω προθεσμία των 2 μηνών άρχεται από της υποβολής του τελευταίου δικαιολογητικού. «2.Τα, περί ων η προηγουμένη παράγραφος, δικαιολογητικά, καθορίζονται δια γενικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Εις περίπτωσιν ελλείψεως δικαιολογητικών τινων η αρμοδία Υπηρεσία Παροχών του Ταμείου υποχρεούται να ειδοποιήση αμελλητί τον ενδιαφερόμενον. Η περί συνταξιοδοτήσεως απόφασις κοινοποιείται εις τον ενδιαφερόμενον, ή τον νόμιμον αυτού πληρεξούσιον εντός 15θημέρου από της εκδόσεως τους. Κατά της περί συνταξιοδοτήσεως αποφάσεως του Δ.Σ. δικαιούται ο αιτών ν’ ασκήση εντός 60 ημερών από της εις αυτόν επιδόσεως της αποφάσεως εφ’ άπαξ, αίτησιν αναθεωρήσεως ταύτης, ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Η αίτησις αναθεωρήσεως απορρίπτεται, ως απαράδεκτος εφ’ όσον δεν μνημονεύεται ρητώς εν αυτή: α)Η προσβαλλομένη απόφασις του Δ.Σ. β)Νέα πραγματικά περιστατικά ή νέοι νομικοί λόγοι, μηδόλως τεθέντες υπ’ όψιν της Διοικήσεως ή ληφθέντες υπ’ όψιν υπ’ αυτής εις την προσβαλλομένην απόφασιν. Εκπρόθεσμος αίτησις αναθεωρήσεως ή δευτέρα τοιαύτη αίτησις, ερευνάται πάντοτε ως νέα αίτησις, διώκουσα, την ικανοποίησιν του δικαιώματος άνευ αναδρομής». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 10 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). 3.Η σύνταξις καταβάλλεται εις την αρχήν του μηνός εις ον ανάγεται αύτη. Δύναται δια γενικής αποφάσεως του Δ.Σ. να ορισθή η έναρξις καταβολής των συντάξεων από χρόνου προγενεστέρου ουχί πάντως προ της 25ης του προηγουμένου μηνός, εφ’ όσον κατά την κρίσιν του Δ.Σ. τούτο καθίσταται απαραίτητον δια την έγκαιρον πληρωμήν των συντάξεων. (Αντί για τη σελ. 2008,03) Σελ. 2008,03(α) Τεύχος Ε123-Σελ. 131 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.11 ΄Εκτακτος οικονομική ενίσχυσις ΄Αρθρ.18.-Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας εκδιδομένης μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να εγκρίνεται η χορήγησις κατ’ έτος εις τους πάσης φύσεως συνταξιούχους του Ταμείου, έκτακτος οικονομική ενίσχυσις, μέχρι μιας κατ’ ανώτατον όριον μηνιαίας συντάξεως μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων, πέραν των καταβαλλομένων δώρων εορτών Χριστουγέννων-Πάσχα και του κατά μήνα Αύγουστον εκάστου έτους προσθέτου βοηθήματος. Η έγκρισις χορηγήσεως της κατά το προηγούμενον εδάφιον εκτάκτου οικονομικής ενισχύσεως δύναται να παρέχηται εφ’ όσον και καθ’ ο μέτρον επιτρέπει τούτο η οικονομική κατάστασις του Οργανισμού. ΄Αρθρ.19.-Αι καταβαλλόμεναι συντάξεις ως και αι απονεμηθησόμεναι τοιαύται, ων η έναρξις καταβολής εμπίπτει εις το προ της 30.4.65 χρονικόν διάστημα, προσαυξάνονται από της ισχύος του παρόντος. α)Κατά ποσοστόν 15% εφ’ όσον η έναρξις καταβολής τούτων ανάγεται εις χρόνον προ της 31.12.1957. β)Κατά ποσοστόν 10% εφ’ όσον η έναρξις καταβολής εμπίπτει εις το χρονικόν διάστημα από 1.1.1958 έως 31.12.1961 και γ)κατά ποσοστόν 5% εφ’ όσον η έναρξις καταβολής εμπίπτει εις χρονικόν διάστημα από 1.1.1962 έως 30.4.1965. ΄Αρθρ.20.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 11 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). ΄Αρθρ.21.-Πάσα διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα Κανονισμόν καταργείται. άρθρου οριζόμενον όριον ηλικίας, και εφ’ όσον έχουν πραγματοποιήσει εις την ασφάλισιν του Ταμείου, ανά 175 ημέρας εργασίας καθ’ έκαστον έτος, μέχρι της συμπληρώσεώς του». Η παρ. 3 προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). «4α.Ο ησφαλισμένος παρά τω Ταμείω δικαιούται συντάξεως γήρατος εάν κατά την υποβολήν της αιτήσεως επραγματοποίησεν 10.500 ημέρας εργασίας εις την πραγματικήν ασφάλισιν του Ταμείου και επί πλέον συνεπλήρωσε το 58ον έτος της ηλικίας του. β.Εάν ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε τον υπό του προηγουμένου εδαφίου οριζόμενον αριθμόν ημερών εργασίας ως και το 56ον έτος της ηλικίας του, δικαιούται συντάξεως ηλαττωμένης κατά 1/200 της πλήρους συντάξεως δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ του κατά το προηγούμενον εδάφιον ορίου ηλικίας των 58 ετών. γ.Δια τον υπολογισμόν των υπό των προηγουμένων εδαφίων απαιτουμένων 10.500 ημερομισθίων πραγματικής ασφαλίσεως, συνυπολογίζεται και ο κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 4202/61 «περί διατηρήσεως των εκ της κοινωνικής ασφαλίσεως δικαιωμάτων εις περιπτώσεις μεταβολής ασφαλιστικού φορέως»,ως ούτος ετροποποιήθη δια του άρθρ. ΙΙ του Νόμ. 825/78 «περί συμπληρώσεως της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α.» χρόνος παροχής εξηρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής, ο υπαγόμενος εις την ασφάλισιν ετέρου φορέως επικουρικής ασφαλίσεως. Δεν λαμβάνεται όμως υπ’ όψιν, ο χρόνος στρατεύσεως, οιασδήποτε φύσεως ως και συντάξιμος (ανεργίας, ασθενείας κλπ.), δυνάμει ειδικών διατάξεων ως και ο χρόνος ασφαλίσεως πλέον των 300 ημερών εργασίας ετησίων. Σελ. 2006(β) Τεύχος 1206-Σελ. 100 δ.Η καταβολή της συντάξεως των βάσει των προηγουμένων εδαφίων συνταξιοδοτουμένων αναστέλλεται άμα τη αναλήψει οιασδήποτε εργασίας ή τη ασκήσει οιουδήποτε επαγγέλματος. Ειδικώς, προκειμένου περί συνταξιούχων, ων το ποσόν της συντάξεως δεν υπερβαίνει το εκάστοτε ισχύον κατώτατον όριον συντάξεως, ισχύουν αι περί αναστολής διατάξεις του άρθρ. 29 παρ. 7 στοιχ. γ΄ του Α.Ν. 1846/1951. «5α.Μισθωτοί του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. που υπήχθησαν στην ασφάλιση του Ταμείου, λόγω του είδους της παρεχόμενης εργασίας τους και πραγματοποίησαν ή θα πραγματοποιήσουν μέχρι 31.12.1983 στην πραγματική ασφάλισή του 7500, τουλάχιστον, μέρες εργασίας κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, για τις οποίες ο εργοδότης έχει εξοφλήσει πλήρως, τις αναλογούσες εισφορές, δικαιούνται σύνταξη Γηρατειών από το Ταμείο, ανεξάρτητα από όριο ηλικίας, εφόσον συνταξιοδοτήθηκαν από το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ. β.Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και σε όσους εξήλθαν σε σύνταξη από την ισχύ του 664/80 Π.Δ/τος μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, η έναρξη όμως καταβολής της σύνταξης αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος Δ/τος. γ.Όσοι από τους πιο πάνω μισθωτούς συνταξιοδοτηθούν από το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ από την 1η Ιαν. 1984 και μετά και έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις του εδαφ. α΄ δικαιούνται σύνταξης γηρατειών και από το Ταμείο, εφόσον συμπληρώσουν τουλάχιστον, το 52ο έτος της ηλικίας τους». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο μόνο Π.Δ. 124/23-25 Απρ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 54). Οι παρ. 4 και 5 προστέθηκαν από το άρθρο μόνο Π.Δ. 659/18-24 Αυγ. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 193), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 219). 39.Ο.ι.11 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) «6.Ασφαλισμένοι του Ταμείου, που είναι συνταξιούχοι άλλου Επικουρικού Ταμείου λόγω γήρατος ή αναπηρίας, δικαιούνται αυτοτελούς σύνταξης γήρατος από το Ταμείο, εφόσον κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης έχουν συμπληρώσει αι άνδρες το 65ο έτος της ηλικίας τους και οι γυναίκες το 60ό κι έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 5100 ημέρες εργασίας, στην ασφάλιση του Ταμείου. Κατ’ εξαίρεση για τους ασφαλισμένους, που μέχρι 31.12.1991 συμπλήρωσαν οι άνδρες το 63ο έτος της ηλικίας τους και οι γυναίκες το 58ο έτος, αρκεί η συμπλήρωση για το έτος 1991, 4050 ημερών εργασίας, για το έτος 1992, 4200 ημερών εργασίας για το έτος 1993, 4350 ημερών εργασίας και από 1.1.1994 5100 ημερών εργασίας. Οι ασφαλισμένοι της κατηγορίας αυτής που έχουν πραγματοποιήσει μετά την 1.1.1994 τουλάχιστον 4500 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου δικαιούνται σύνταξη από αυτό μειωμένη κατά ποσοστό 50%». Η παρ. 6 προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 1 Π.Δ. 276/12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144) (διόρθ. σφαλ, στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-9-92). ΄Αρθρ.22.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της 1ης του επομένου μηνός εκείνου της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σελ. 2008,04(α) Τεύχος Ε123-Σελ. 132 39.Ο.ι.11 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) Άρθρ.2.-«1.α)Οι ασφαλισμένος δικαιούται σύνταξης λόγω αναπηρίας από το Ταμείο, εάν διέκοψε εκ της αιτίας αυτής την ασφαλιζόμενη στο Ταμείο εργασία του και επραγματοποίησε μέχρι της διακοπής, τον αριθμό των ημερών εργασίας που ορίζεται από την παρ. 1 του άρθρ. 27 του Νόμ. 1902/1990, ή 300 ημέρες εργασίας και δεν έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του. Οι 300 ημέρες εργασίας αυξάνονται προοδευτικά σε 4200 ημέρες εργασίας με προσθήκη ανά 120 ημερών εργασίας κατά μέσον όρο για κάθε έτος ηλικίας, πέραν του 21ου. Από τις πιο πάνω, κατά περίπτωση, ημέρες εργασίας, πρέπει οι 300 να έχουν πραγματοποιηθεί στα αμέσως προηγούμενα 5 χρόνια, από εκείνο στο οποίο κατέστη ανάπηρος ο ασφαλισμένος. β)Εφόσον ο ασφαλισμένος δεν συγκεντρώνει τις χρονικές προϋποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου, δικαιούται σύνταξη, εάν έχει πραγματοποιήσει στην ασφάλιση του Ταμείου, τουλάχιστον 1500 ημέρες εργασίας, από τις οποίες 600 στα αμέσως προηγούμενα 5 χρόνια εκείνου που έγινε ανάπηρος. Εάν κατά τη διάρκεια των πέντε αυτών ετών, ο ασφαλισμένος έχει επιδοτηθεί για ασθένεια ή ανεργία ή έχει συνταξιοδοτηθεί, η περίοδος των πέντε ετών επεκτείνεται για τον αντίστοιχο προς την επιδότηση ή συνταξιοδότηση χρόνο. γ)Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, ο ασφαλισμένος λογίζεται ως ανάπηρος, εφόσον έχει κριθεί σε ποσοστό αναπηρίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 εδάφ. α, β και γ του άρθρ. 27 του Νόμ. 1902/1990. Η δε σύνταξη υπολογίζεται με βάση τα παραπάνω ποσοστά, όπου δεν ορίζεται διαφορετικά». «2.Επίσης ο ασφαλισμένος, δικαιούται από το Ταμείο, με τις ίδιες χρονικές προϋποθέσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, συντάξεως αναπηρίας, ποσού ελάσσονος της πλήρους σύνταξης, ίσου με το κλάσμα της πλήρους σύνταξης που χορήγησε σ’ αυτόν ο φορέας της κυρίας ασφάλισης». «3.Ο ασφαλισμένος που έχει συμπληρώσει στην ασφάλιση του Ταμείου 6000 ημέρες εργασίας και κρίνεται ανάπηρος σε ποσοστό 67%, δικαιούται την ακεραία σύνταξη. Επίσης ο ασφαλισμένος, του οποίου η αναπηρία οφείλεται κατά κύριο λόγο σε νευροψυχιατρικές παθήσεις και κρίνεται ανάπηρος σε ποσοστό 67% ή 50%, δικαιούται την ακεραία ή τα 3/4 της ακεραίας σύνταξης αντίστοιχα». Οι παρ. 1, 2 και 3 αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα από τις παρ. 1, 2 και 3 άρθρ. 2 Π.Δ. 276/ 12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144), (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-9-1992). 4.Η κατά τας προηγουμένας παραγράφους συνταξιοδότησις του ησφαλισμένου διαρκεί δι’ όσον χρόνον αντιστοίχως, διαρκεί η εκ του φορέως κυρίας ασφαλίσεως συνταξιοδότησις ή επιδότησις αυτού. «5.Σε περίπτωση διακοπής της κατά τις προηγούμενες παραγράφους συνταξιοδότησης και επαναχορήγησης αυτής προ της παρόδου διετίας από της διακοπής, δεν απαιτείται εκ νέου η προϋπόθεση της πραγματοποίησης των 300 ή 600 κατά περίπτωση ημερών εργασίας κατά την προ της επελεύσεως της νέας αναπηρίας πενταετία». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 2 Π.Δ. 276/12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-992). 6.Ως αιτία της αναπηρίας, δια τον καθορισμόν των χρονικών προϋποθέσεων και λοιπών συνεπειών της συνταξιοδοτήσεως, λαμβάνεται υποχρεωτικώς η εν τη αποφάσει του φορέως κυρίας ασφαλίσεως καθοριζομένη. 7.Η σύνταξις λόγω πλήρους αναπηρίας δύναται αιτήσει του συνταξιούχου να μετατραπή εις ισόβιον τοιαύτην, αφ’ ης ούτος συνεπλήρωσεν ως συνταξιούχος το υπό του παρόντος κανονισμού όριον ηλικίας, βάσει του οποίου θα εδικαιούτο συντάξεως γήρατος». ‘ (Αντί για τη σελ. 2006,01) Σελ. 2006,01(α) Τεύχος 1206-Σελ. 101 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.11 «8.α)Ασφαλισμένοι του Ταμείου που κρίθηκαν συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας, ύστερα από γνωμάτευση των Υγειονομικών Επιτροπών του άρθρ. 5 του Β.Δ. 26/76, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρ. 3 του Π.Δ. 817/78 (ΦΕΚ 187/Α/78), δικαιούνται εφόσον συντρέχουν οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου να ζητήσουν τη διαπίστωση της αναπηρίας τους για τον μετέπειτα χρόνο, με γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ του τόπου της κατοικίας τους. Η παραπομπή για εξέταση στην Υγειονομική Επιτροπή, γίνεται με έγγραφο του Ταμείου. Τα έξοδα της μεν πρωτοβάθμιας εξέτασης βαρύνουν το Ταμείο, της δε δευτεροβάθμιας, τον ασφαλισμένο και καταβάλλονται προκαταβολικά. Η προθεσμία της προσφυγής στην Β/θμια Υγειονομική Επιτροπή είναι δεκαήμερη από τη γνωστοποίηση της γνωμάτευσης της Α/θμιας Επιτροπής. Σε περίπτωση που η προσφυγή του ασφαλισμένου κατά της απόφασης της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής γίνει δεκτή από τη Β/θμια Υγειονομική Επιτροπή, η δαπάνη εξέτασης που προκαταβλήθηκε από τον προσφεύγοντα επιστρέφεται σ’ αυτόν από το Ταμείο. «β)Για την απονομή σύνταξης αναπηρίας σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου, το απαιτούμενο ποσοστό ανατομοφυσιολογικής αναπηρίας είναι τουλάχιστον 80% για πλήρη σύνταξη, 67% για 3/4 της πλήρους σύνταξης και 50% για 1/2 της πλήρους σύνταξης». Η περίπτ. β αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 2 Π.Δ. 276/12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄162/30-992). γ)Το ίδιο δικαίωμα που καθορίζεται στα πιο πάνω α΄ και β΄ εδάφια, έχουν και όσοι κρίνονται από το φορέα της κύριας ασφάλισής τους συνταξιούχοι λόγω γήρατος, εφόσον έχουν καλύψει τις χρονικές προϋποθέσεις της παρ. Ι του παρόντος άρθρου και έχουν πραγματοποιήσει στην ασφάλιση του Ταμείου με πλήρη καταβολή των εισφορών, 60 τουλάχιστον ημέρες ασφάλισης, για κάθε έτος, μετά τη συνταξιοδότησή τους από το φορέα κύριας ασφάλισης, μέχρι την ημέρα υποβολής της σχετικής αίτησης, για τη χορήγηση σύνταξης λόγω αναπηρίας. «δ)Η χορηγούμενη, σύμφωνα με τα πιο πάνω εδάφ. α και γ, σύνταξη αρχίζει πάντοτε από την ημέρα της κατάθεσης στο Ταμείο ρητής και συγκεκριμένης αίτησης για απονομή σύνταξης αναπηρίας, με βάση τη γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής. Στις περιπτώσεις αυτές η Σελ. 2006,02(α) Τεύχος 1206-Σελ. 102 καταβολή τέτοιας σύνταξης δεν επιτρέπεται να ανατρέξει σε χρόνο πριν από τη δημοσίευση του παρόντος». Η περίπτ. δ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 2 Π.Δ. 276/12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-992). «ε)Αν ο ασφαλισμένος κατέστη ανάπηρος από πρόθεση ή από πλημμέλημα ή κακούργημα, το οποίο ο ίδιος διέπραξε, η δε ενοχή αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δεν δικαιούται σύνταξη αναπηρίας. Την σύνταξη αυτή δικαιούνται τα πρόσωπα, που θα εδικαιούντο σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου». «9.Ασφαλισμένοι του Ταμείου, που είναι συν/χοι άλλου Επικουρικού Ταμείου, λόγω γήρατος ή αναπηρίας, δικαιούνται αυτοτελούς συντάξεως λόγω αναπηρίας, εφόσον συμπλήρωσαν τις χρονικές προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρ. 2 του παρόντος. Αυτοτελή σύνταξη αναπηρίας δικαιούνται οι συν/χοι άλλων Επικουρικών Ταμείων, που έχουν πραγματοποιήσει στην ασφάλιση του Ταμείου 3000 τουλάχιστον ημέρες εργασίας, από τις οποίες 600 την τελευταία πενταετία». Η περίπτ. ε και η παρ. 9 προστέθηκαν αντίστοιχα από τις παρ. 7 και 8 άρθρ. 2 Π.Δ. 276/ 12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-9-92). Η παρ. 8 προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 171/23-31 Μαΐου 1983 (ΦΕΚ Α΄ 67). Το άρθρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 817/2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). 39.Ο.ι.11 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) Σύνταξις λόγω θανάτου Άρθρ.3.-«1.Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου του Ταμείου λόγω αναπηρίας ή γήρατος καθώς και σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου, που έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον 1500 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου, από τις οποίες 300 τουλάχιστον κατά τα 5 έτη που προηγούνται αμέσως του έτους που επήλθε ο θάνατος, ή ασφαλισμένου που έχει πραγματοποιήσει τον απαιτούμενο αριθμό ημερών εργασίας είτε κατά την παρ. 1 του άρθρ. 27 του Νόμ. 1902/1990 είτε κατά την παρ. 1 εδάφ. α του άρθρ. 2 του παρόντος, δικαιούνται σύνταξη κατά τις επόμενες παραγράφους». «α)Η χήρα ή ο χήρος του οποίου η συντήρηση εβάρυνε κυρίως την θανούσα κι εφόσον είναι ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%». Το πρώτο εδάφιο και η περίπτ. α΄ της παρ. 1 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 276/12-28 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 144), (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 162/30-9-1992). β)Τα άγαμα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα, ων η υιοθεσία έλαβε χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν γονέα και τα οποία δεν λαμβάνουν οπωσδήποτε σύνταξιν εκ του Ταμείου, επί θανάτου δε ησφαλισμένης συνταξιούχου και τα φυσικά αυτής τέκνα. γ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου (ησφαλισμένης ή συνταξιούχου) ορφανοί πατρός και μητρός εγγονοί και προγονοί, εφ’ όσον πάντες ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος (θανούσης). δ)Οι γονείς του θανόντος (θανούσης), εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τούτον (ταύτην). Συντάξεως δικαιούνται υπό τας αυτάς προϋποθέσεις και οι θετοί γονείς εφ’ όσον η υιοθεσία έλαβε χώραν 3 τουλάχιστον έτη προ του θανάτου του υιοθετηθέντος τέκνου. ε)Οι εγγονοί, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή επί υπαρχόντων τοιούτων, δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών, δεν εξαντλείται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούνται συντάξεως: Α΄.Εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε προ της παρόδου ενός έτους, από της τελέσεως του γάμου εκτός: α)Εάν ο θάνατος οφείληται εις ατύχημα εργατικόν ή μή, β)εάν υφισταμένου του γάμου, εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον, γ)εάν, η χήρα, κατά τον χρόνον του θανάτου, τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. Β΄.Εάν ο θανών (θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός εάν εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α΄, β΄ και γ΄ αναφερομένων. 3.Πάντα τα εκ της παρά τω Ταμείω ασφαλίσεως απορρέοντα κατά τον παρόντα Κανονισμόν δικαιώματα, τα έχοντα ως προϋπόθεσιν τον θάνατον γεννώνται και επί αφανείας ησφαλισμένου ή συνταξιούχου κατά Νόμον διαπιστουμένης. Εργατικόν ατύχημα και επαγγελματική νόσος. Άρθρ.4.-1.Δια την απονομήν συντάξεως λόγω αναπηρίας ή θανάτου δεν απαιτείται η συμπλήρωσις των εν άρθρ. 2 και 3 του παρόντος καθοριζομένων ημερών εργασίας εάν το γεγονός το θεμελιούν το εις σύνταξιν δικαίωμα (αναπηρία-θάνατος) οφείλεται εις βίαιον συμβάν επελθόν κατά την εκτέλεσιν της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής ή εις επαγγελματικήν ασθένειαν. 2.Εάν το γεγονός το θεμελιούν το εις σύνταξιν δικαίωμα οφείληται εις βίαιον συμβάν μη επελθόν όμως εν τη εκτελέσει ή εξ αφορμής της εργασίας δια την χορήγησιν της συντάξεως αρκεί η συμπλήρωσις του ημίσεος μόνον αριθμού ημερών εργασίας των υπό των ανωτέρω άρθρων οριζομένων. 3.Ως επαγγελματικαί ασθένειαι δια την εφαρμογήν της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, λογίζονται αι εξής: α)Μολυβδίασις, β)Υδραργυρίασις, γ)Πνευμονοκονιώσεις, δ)επαγγελματική δηλητηρίασις εξ αρσενικού υδρογόνου. Διαπίστωσις αναπηρίας Άρθρ.5.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 3 Π.Δ. 817/ 2-10 Νοεμ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 187). Χρόνος συνταξίμου υπηρεσίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.