📄 Κείμενο νόμου
8α. ΑΝΑΓΚ.ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 533 της 1/3 Σεπτ. 1945 (ΦΕΚ Α΄ 224) Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως της υπ’ αριθ. 6/1945 Συντακτικής Πράξεως περί επιβολής κυρώσεων κλπ. ως έχει τροποποιηθή. Η υπ’ αριθ. 6 του 1945 Συντακτική Πράξις ως ετροποποιήθη διά της υπ’ αριθ. 12 του 1945 Συντακτικής Πράξεως και των Νόμ. 217, 271, 295, 332 του 1945 κλπ. κωδικοποιείται και τροποποιείται διά του παρόντος ως έπεται. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Αδικήματα Άρθρ.1.-Υπό τους όρους και τας προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου διώκονται και τιμωρούνται: α)Όσοι διαρκούσης της ξένης κατοχής ανέλαβον τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως και την προεδρίαν αυτής τη συγκαταθέσει των εχθρών της Πατρίδος. Η πρόθεσις προς εξυπηρέτησιν του εχθρού αποτελεί επιβαρυντικήν περίπτωσιν. β)Όσοι διετέλεσαν Υπουργοί ή Υφυπουργοί των κατά την διάρκειαν της ξένης Κατοχής Κυβερνήσεως διευκολύναντες το έργον ταύτης. γ)Όσοι κατέχοντες δημοσίαν θέσιν στρατιωτικήν, διοικητικήν, δικαστικήν ή άλλην εγένοντο συνειδητά όργανα του εχθρού ή ήσκησαν το λειτούργημά των προς διευκόλυνσιν του έργου της Κατοχής, κατά τρόπον πιεστικόν, διά τον Λαόν, ή οπωσδήποτε διηυκόλυναν το έργον της κατοχής. Ως ιδιάζουσα επιβαρυντική περίπτωσις θεωρείται η ανάληψις δημοσίου αξιώματος διαρκούσης της κατοχής. Η διάταξις αύτη ισχύει και δια τα όργανα της αυτοδιοικήσεως αιρετά, ή μη, ως και τους διοικητάς, διευθυντάς και υπαλλήλους Νομικών προσώπων Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου. δ)Όσοι ανέλαβον υπηρεσίαν παρά ταις Αρχαίς Κατοχής και ενήργησαν κατά τρόπον πιεστικόν διά τον Λαόν ή διηυκόλυναν το έργον της κατοχής. ε)Όσοι εγένοντο συνειδητά όργανα του εχθρού προς διάδοσιν της προπαγάνδας του, εξαίροντες το έργον του κατακτητού ή προκαλούντες την ηττοπάθειαν παρά τω Ελληνικώ Λαώ ή την περιφρόνησιν του Εθνικού ή Συμμαχικού αγώνος. Η ιδιότης του δράστου ως εκδότου, διευθυντού εφημερίδος ή περιοδικού ή δημοσιογράφου, αποτελούν ιδιαιτέραν επιβαρυντικήν περίπτωσιν. ς)Όσοι κατέδωκαν εις τον εχθρόν Έλληνας ή ξένους υπηκόους ή ενήργησαν διά την ανακάλυψιν ή σύλληψίν των. Αποτελεί ιδιαιτέραν επιβαρυντικήν περίπτωσιν η τυχόν καταδίκη του καταδοθέντος ή συλληφθέντος. ζ)Όσοι προέβησαν εις πράξεις βίας συμπράξει ή μη μετά των οργάνων των Αρχών Κατοχής εις βάρος Ελλήνων ένεκα της δράσεώς των κατά του εχθρού. Ιδιαιτέρα επιβαρυντική περίπτωσις θεωρείται ο εξοπλισμός του δράστου παρά των Αρχών Κατοχής. Αποτελεί ιδιαιτέραν επιβαρυντικήν περίπτωσιν διά τα αδικήματα των εδαφ. 5 και 6 του παρόντος Άρθρ.8.-Περί όσων δεν προβλέπει ειδικώς η παρούσα ισχύουσιν αι διατάξεις του γενικού μέρους του Κοινού Π. Νόμου. 8.Β.ω.8α Διάφορα Αδικήματα ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Σύστασις και συγκρότησις Δικαστηρίων Άρθρ.9.-1.Προς επιδίκασιν των υπό της παρούσης Συντακτικής Πράξεως προβλεπομένων αδικημάτων και των συναφών τούτοις, συνιστάται εν τη έδρα εκάστου Εφετείου Ειδικόν Δικαστήριον συγκροτούμενον εξ ενός μέλους του Εφετείου ως Προέδρου, 2 άλλων μελών του Εφετείου ή του Πρωτοδικείου και δύο λαϊκών μελών οριζομένων ως εκατέρω, του Επιτρόπου και Γραμματέως. Η αρμοδιότης του Ειδικού Δικαστηρίου προς εκδίκασιν των συναφών αδικημάτων παραμένει και μετά την τυχόν απαλλαγήν του κατηγορουμένου δι’ οιονδήποτε λόγον εκ των αδικημάτων των προβλεπομένων υπό της παρούσης Συντακτικής Πράξεως. 2.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης δύναται να ορισθώσι, και πλείονα του ενός Τμήματα του Ειδικού Δικαστηρίου, συντιθέμενα άπαντα ως ανωτέρω, εις α εισάγονται προς εκδίκασιν αι υποθέσεις υπό του Ειδικού Επιτρόπου. 3.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης δύναται να συσταθή Ειδικόν Δικαστήριον και εκτός της έδρας του Εφετείου εν τη έδρα Πρωτοδικείου ούτινος τοπική περιφέρεια είναι η του Πρωτοδικείου, εν τη έδρα του οποίου συνέστη, εκτός αν άλλως ορίζεται δια της Υπουργικής αποφάσεως δι’ ης συνέστη ή μεταγενεστέρως. Τα ούτω εκτός της έδρας του Εφετείου συνιστώμενα Ειδικά Δικαστήρια συντίθενται υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών ως Προέδρου 2 τακτικών δικαστών του Πρωτοδικείου της έδρας των και δύο λαϊκών δικαστών, οριζομένων ως κατωτέρω. Τον Πρόεδρον κωλυόμενον αναπληροί ο νόμιμος αναπληρωτής του. Οι δικασταί καλούνται εις την σύνθεσιν κατά σειράν αρχαιότητος. Δύναται να ορισθή Πρόεδρος των δια της παρούσης παραγράφου προβλεπομένων Ειδικών Δικαστηρίων Εφέτης δι’ ωρισμένον χρόνον κατά τα οριζόμενα υπό της 6ης παραγράφου. Καθήκοντα Επιτρόπου των Ειδικών τούτων Δικαστηρίων εκτελεί ο αρμόδιος Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών και τούτου κωλυομένου ο νόμιμος αναπληρωτής του. Δύναται όμως να ορισθή αντεπίτροπος Αντεισαγγελεύς Εφετών δι’ ωρισμένον χρόνον κατά τα οριζόμενα υπό της 6ης παραγράφου. Εις τα δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης συνιστώμενα Ειδικά Δικαστήρια παραπέμπονται εκ των εκκρεμών υποθέσεων υπό του Ειδικού Επιτρόπου του Ειδικού Δικαστηρίου, εις ο υπήγετο μέχρι τούδε η περιφέρεια του συσταθέντος Ειδικού Δικαστηρίου, αι υποθέσεις, αίτινες κατά το άρθρ. 12 υπάγονται εις την αρμοδιότητα του συσταθέντος Ειδικού Δικαστηρίου. Κατά της τοιαύτης παραπομπής δεν επιτρέπεται αμφισβήτησις της αρμοδιότητος του Ειδικού Δικαστηρίου δια τας εις αυτό παραπεμφθείσας ως άνω υποθέσεις, ούτε δια πάσαν μη παραπεμφθείσαν. 4.Εξαιρετικώς προκειμένου περί κατηγορουμένου του άρθρ. 1 περιπτ. α΄ και β΄ το Ειδικόν Δικαστήριον συντίθεται εξ ενός Αρεοπαγίτου, ως Προέδρου, 5 Εφετών και 3 λαϊκών μελών οριζομένων ως κατωτέρω. 5.Δια την συγκρότησιν των εν παρ. 1 και 4 Δικαστηρίων ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου δια κοινής Πράξεώς των ορίζουσι εκ των εν τη έδρα του Εφετείου υπηρετούντων οργανικώς τα εκ δικαστών μέλη εκάστου των ανωτέρω συνιστωμένων Δικαστηρίων και ανάλογον αριθμόν αναπληρωτών. 6.Ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελεύς Εφετών μέχρι της 15 εκάστου μηνός εκλέγωσι δια τον επόμενον μήνα δι’ έκαστον Ειδικόν Δικαστήριον της περιφερείας των εκ του ισχύοντος δια το Πρωτοδικείον της έδρας των καταλόγου των ενόρκων, δια κοινής πράξεώς των, 16 ενόρκους, εκ των οποίων τα ονόματα των 8 παρόντων κατά σειράν εκφωνήσεως κατά την έναρξιν εκάστης συνεδριάσεως και δι’ απάσας τας κατ’ αυτήν εκδικασθησομένας υποθέσεις τίθενται εν τη κληρωτίδι, εξ ων ο Πρόεδρος του Ειδικού δικαστηρίου, συντιθεμένου μέχρι της κατά τα κατωτέρω ορκίσεως των λαϊκών μελών εκ των εκ τακτικών δικαστών μελών αυτού, εξάγει δύο ή τρεις κλήρους καθ’ εκατέραν των εν παρ. 1, 3 και 5 περιπτώσεων. Δι’ έκαστον Τμήμα Ειδικού Δικαστηρίου εκλέγονται κεχωρισμένως ένορκοι. Οι μέχρι τούδε εκλεγέντες ένορκοι εξασκούσι τα καθήκοντά των μέχρι εκλογής νέων και αναλήψεως τούτων κατά τα ανωτέρω. 7.Ο Πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου δύναται τη αιτήσει ενόρκου να χορηγήση αυτώ άδειαν απουσίας δια χρονικόν διάστημα ουχί μείζον των 15 ημερών εάν πεισθή ότι υπάρχει απόλυτος ανάγκη προς τούτο. Δεν δύναται να χορηγήση άδειαν απουσίας συγχρόνως εις πλείονας των 4. 8.Εάν βεβαιωθή ότι τινές των εκλεγέντων ενόρκων απεβίωσαν, απώλεσαν τα προσόντα του ενόρκου ή δεν είχον αρχικώς ταύτα, απηλλάγησαν ή εισίν ανύπαρκτα πρόσωπα ή εν γένει βεβαιωθή ότι εισίν ανίκανοι να εκπληρώσωσι τα καθήκοντα του ενόρκου, το Ειδικόν Δικαστήριον συγκροτούμενον εκ των τακτικών δικαστών, εκλέγει εκ του καταλόγου ισαρίθμους ενόρκους. Οι ούτως εκλεγέντες, ειδοποιούμενοι υπό του Επιτρόπου, οφείλουσι να εμφανίζωνται καθ’ εκάστην δικάσιμον. 9.Ο Πρόεδρος εφ’ όσον κατά την κρίσιν του η δίκη ήθελεν είναι μακράς διαρκείας δέον όπως προσλάβη δύο έτι αναπληρωτάς του εκ τακτικών δικαστικών μελών του Ειδικού Δικαστηρίου, εκ των κατά την προηγουμένην παράγραφον ωρισμένων δια το Ειδικόν Δικαστήριον τακτικών δικαστών έτι δε εξαγάγη εκ της κληρωτίδος δύο εισέτι ονόματα λαϊκών δικαστών. Οι τε αναπληρωματικοί τακτικοί δικασταί, ως και τα αναπληρωματικά λαϊκά μέλη, υποχρεούνται όπως παρακολουθώσιν αδιαλείπτως την δίκην και αναπληρώσι τα κωλυθησόμενα τυχόν κατά την διάρκειαν της δίκης μέλη. (Μετά την σελ. 110,04) Σελ. 110,05 271-067 Διάφορα Αδικήματα 8.Β.ω.8α Τον Πρόεδρον εν τη τοιαύτη περιπτώσει κωλύματος, αναπληροί ο αμέσως αρχαιότερος, το αυτό και δια την περίπτωσιν κωλύματος ετέρου δικαστού, τα δε λαϊκά μέλη κατά την σειράν εξαγωγής των ονομάτων αυτών οι κληρωθέντες αναπληρωταί, των προ της εκδόσεως της αποφάσεως αποχωρησάντων ή κωλυθέντων. Εάν δια τοιούτων αναπληρώσεων λαϊκών μελών ήθελον διαρκούσης της δίκης χρησιμοποιηθή προς σύνθεσιν του Δικαστηρίου αμφότερα τα κληρωθέντα αναπληρωματικά λαϊκά μέλη, τα μεταγενεστέρως κωλυθησόμενα λαϊκά μέλη αναπληρούνται δια των αναπληρωματικών τακτικών δικαστών, εφ’ όσον οι τελευταίοι ούτοι δεν έχουσιν ήδη χρησιμοποιηθή προς αναπλήρωσιν κωλυθέντων τυχόν τακτικών δικαστών. 10.Ο κατηγορούμενος δικαιούται υπό τους όρους και τας προϋποθέσεις των περί εξαιρέσεως διατάξεων των Κ.Π.Δ. να αιτήσηται εφ’ άπαξ την εξαίρεσιν των κληρωθέντων λαϊκών τακτικών ή αναπληρωματικών μελών του Ειδικού Δικαστηρίου η δε περί εξαιρέσεως αίτησις,, εκδικαζομένη παρά των εκ τακτικών δικαστών μελών του Δικαστηρίου, δεκτή καθισταμένη, εν όλω ή εν μέρει, υποχρεοί τον Πρόεδρον εις την συνέχισιν της κληρώσεως μέχρις ου συμπληρωθή ο κατά τας παρ. 1, 3 και 5 απαιτούμενος αριθμός των λαϊκών μελών του Ειδικού Δικαστηρίου. 11.Επί υποθέσεων διαρκείας πλέον των δύο ημερών παρέχεται αποζημίωσις εις έκαστον των λαϊκών δικαστών δραχμών πεντακοσίων ημερησίως δι’ εκάστην ημέραν συνεδριάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, της σχετικής δαπάνης καταλογιζομένης εις βάρος των κατηγορουμένων μετά των λοιπών δικαστικών εξόδων. Η αποζημίωσις αύτη καταβάλλεται υπό του οικείου Δημοσίου Ταμείου κατόπιν εντολής του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου εφαρμοζομένων αναλόγως των σχετικών διατάξεων της ποινικής διατιμήσεως περί αποζημιώσεως μαρτύρων. Πληρώνεται δε εκ του ειδικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Δικαιοσύνης και εις βάρος της αναγραφομένης εν αυτώ πιστώσεως δι’ αποζημίωσιν και ημεραργίαν μαρτύρων. 12.Δια Πράξεως του Προέδρου και Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου διορίζονται παρ’ εκάστω Ειδικώ Δικαστηρίω εδρεύοντι εν τη έδρα του Εφετείου και παρά τω Ειδικώ Δικαστηρίω του Πειραιώς, Επίτροπος και ανάλογος αριθμός αντεπιτρόπων και αναπληρωτών τούτων, εκ των εν τη έδρα του Εφετείου και του Ειδικού Δικαστηρίου υπηρετούντων Εισαγγελέων και Αντεισαγγελέων Εφετών και Πρωτοδικών. Σελ. 110,06 271-068 13.Εάν εξ οιουδήποτε λόγου είναι δυσχερής η εκδίκασις υποθέσεώς τινος υπό τινος των κατά τας παρ. 1 και 3 οριζομένων αρμοδίων Ειδικών Δικαστηρίων και δια την καλλιτέραν απονομήν της δικαιοσύνης επιβάλλεται η εκδίκασις ταύτης υπ’ άλλου Ειδικού Δικαστηρίου κατά σύμφωνον γνώμην του Προέδρου και Επιτρόπου, του αρμοδίου Δικαστηρίου, δύναται να παραπεμφθή η εκδίκασις ταύτης εις έτερον Ειδικόν Δικαστήριον δια πράξεως του Γενικού Επιτρόπου. Άρθρ.10.-1.Δια πράξεως του Προέδρου και Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου διορίζεται δικαστικός λειτουργός έχων τουλάχιστον βαθμόν Εφέτου ή Αντεισαγγελέως Εφετών ως Γενικός Επίτροπος των Ειδικών Δικαστηρίων εις ον ανατίθεται η γενική εποπτεία της λειτουργίας των Ειδικών Δικαστηρίων με δικαιοδοσίαν εντός ολοκλήρου της Επικρατείας ην έχει ο Εισαγγελεύς Εφετών εν τη περιφερεία του Εφετείου κατά την κοινήν Ποινικήν Δικονομίαν και τον οργανισμόν των Δικαστηρίων. 2.Παρά τω Γενικώ Επιτρόπω τοποθετούνται Αντεπίτροποι αναλόγου βαθμού και Γραμματείς αποσπώμενοι δια κοινής αποφάσεως του Προέδρου και Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Κατ’ εξουσιοδότησιν του Γενικού Επιτρόπου την δικαιοδοσίαν αυτού δύναται ν’ ασκήση και ο εν έδρα Εφετείου εδρεύων Ειδικός Επίτροπος επί των εντός της περιφερείας του αυτού Εφετείου εδρευόντων Ειδικών Δικαστηρίων. 8.Β.ω.8α Διάφορα Αδικήματα Άρθρ.11.-1.Παρά τη Γραμματεία των Ειδικών Δικαστηρίων και των παρ’ αυτοίς Ειδικών Επιτρόπων, των εν τη έδρα του Εφετείου συνιστωμένων δια της παρούσης και του εν Πειραιεί συσταθέντος δια την εκτέλεσιν της υπηρεσίας αποσπώνται ανάλογοι δικαστικοί υπάλληλοι κατά την 16/1945 Συντακτικήν Πράξιν εκ των εν τη περιφερεία του Ειδικού Δικαστηρίου υπηρετούντων, ως και κλητήρες δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης. Οι μέχρι τούδε απεσπασμένοι εξακολουθούσι να εκτελώσιν υπηρεσίαν μέχρι λήξεως της αποσπάσεώς των. 2.Δια τα άλλα τα εκτός της έδρας των Εφετείων Ειδικών Δικαστηρίων την υπηρεσίαν εκτελούσι παρά μεν τω Επιτρόπω υπάλληλοι οριζόμενοι υπό του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών εκ των παρά τη Εισαγγελία αυτού υπηρετούντων, παρά δε τω Ειδικώ Δικαστηρίω υπάλληλοι και κλητήρες οριζόμενοι υπό του Προέδρου Πρωτοδικών. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Αρμοδιότης του Δικαστηρίου Άρθρ.12.-1.Προς ανάκρισιν επί των δια του παρόντος προβλεπομένων αδικημάτων ως και πάντων των συναφών προς ταύτα έστω και αν είναι βαρύτερα ή υπάγονται εις ειδικάς διαδικασίας τακτικών ή εκτάκτων ποινικών Δικαστηρίων λόγω του αδικήματος ή της ιδιότητος του κατηγορουμένου, διορίζονται δια πράξεως του Εισαγγελέως και Προέδρου του Αρείου Πάγου Πρωτοδίκαι, Πρόεδροι Πρωτοδικών, Αντεισαγγελείς και Εισαγγελείς Πρωτοδικών εκ των εν τη έδρα των Ειδικών Δικαστηρίων οργανικώς τοποθετημένων ή απεσπασμένων τοιούτων. Δια πράξεως του Γενικού Επιτρόπου διορίζονται δια την ενέργειαν προανακρίσεων ή πράξεων προδικασίας ή συλλογήν οιωνδήποτε πληροφοριών εν σχέσει με τα εν τη παρούση αδικήματα εν τω εξωτερικώ ή δια τα αδικήματα τα διαπραχθέντα εν τη αλλοδαπή παρ’ ημεδαπού κατοικούντος ή διαμένοντος εν τη αλλοδαπή τρεις Πρωτοδίκαι δυνάμενοι προς το τέλος τούτο να μεταβώσιν τη αδεία του Γενικού Επιτρόπου και εις αλλοδαπήν. Αι παρ’ αυτών συντασσόμεναι εκθέσεις εξετάσεως μαρτύρων ή κατηγορουμένων ή εκθέσεις περί ωρισμένων πληροφοριών ή οιαδήποτε ανακριτική παρά τούτων συντασσομένη πράξις θεωρείται ως τοιαύτη και είναι έγκυρος και δια μόνης της υπογραφής του προανακρίνοντος. Ο Ειδικός Επίτροπος και οι Προανακριταί δύνανται να παραγγείλωσι την λήξιν καταθέσεως μαρτύρων και απολογίας κατηγορουμένων υπό ανακριτών ή προανακριτικών υπαλλήλων οίτινες οφείλουσι να εκτελώσι την παραγγελίαν των ταύτην ταχέως. 2.Δια τα αδικήματα της παρούσης Συντακτικής Πράξεως τα διαπραχθέντα εν τη αλλοδαπή παρ’ ημεδαπού κατοικούντος ή διαμένοντος εις την αλλοδαπήν, αρμόδιον τυγχάνει το Ειδικόν Δικαστήριον της Πρωτευούσης. 3.Μεταξύ πλειόνων συνεπιλαμβανομένων και επίσης αρμοδίων Δικαστηρίων και επί της προανακρίσεως υπαλλήλων, προτιμάται η πρότερον καλέσασα τον κατηγορούμενον ή διατάξασα την σύλληψιν ή φυλάκισιν τούτου Αρχή. Σύγκρουσις καταφατική ή αποφατική μεταξύ των επί της ανακρίσεως υπαλλήλων και των Ειδικών Δικαστηρίων ή μεταξύ αυτών και των κοινών ανακριτικών υπαλλήλων ή δικαστηρίων ή των Στρατιωτικών Δικαστηρίων, αίρεται δι’ αποφάσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου εντός τριών ημερών από της εις τούτον ανακοινώσεως της συγκρούσεως. Προτιμάται όμως προς προανάκρισιν και εκδίκασιν η αρχή του τόπου της τελέσεως της πράξεως, όταν κατά το άρθρ. 14 παρ. 8 Συμβούλιον της το πρώτον επιληφθείσης προανακριτικής Αρχής κατά πρότασιν του παρ’ αυτή Επιτρόπου ήθελε κρίνη εκ της ενεργηθείσης προανακρίσεως επιβαλλομένην την τοιαύτην προτίμησιν. 4.Αι περί ιδιαζούσης δικαιοδοσίας διατάξεις της κοινής ποινικής Δικονομίας και παντός άλλου ειδικού Νόμου δεν έχουσιν εν προκειμένω εφαρμογήν, απάντων των κατηγορουμένων ασχέτως ιδιότητος, βαθμού υπηρεσίας, λειτουργήματος και θέσεως υπαγομένων εις την δικαιοδοσίαν και αρμοδιότητα του Ειδικού τούτου δικαστηρίου οι δε κατηγορούμενοι των περιπτ. α΄ και β΄ του άρθρ. 1 δοσιδικούσιν αποκλειστικώς ενώπιον του εν παρ. 5 του άρθρ. 9 Ειδικού εν Αθήναις εδρεύοντος Δικαστηρίου. Άρθρ.13.-Ο Ειδικός Επίτροπος εν τη ασκήσει του λειτουργήματός του έχει πάντα τα δικαιώματα και καθήκοντα του Εισαγγελέως Πρωτοδικών κατά τας ισχυούσας διατάξεις του Οργανισμού των Δικαστηρίων και Ποινικής Δικονομίας επί των υπαλλήλων του Ειδικού Δικαστηρίου και των επί της προανακρίσεως υπαλλήλων της περιφερείας του παρ’ ω διατελεί Ειδικού Δικαστηρίου, όσον αφορά την εκτέλεσιν των καθηκόντων τούτων των εκ του παρόντος Νόμου απορρεόντων. Άρθρ.14.-1.Την ποινικήν αγωγήν επί των ανωτέρω αδικημάτων ασκεί ο Ειδικός Επίτροπος αυτεπαγγέλτως ή μετά μήνυσιν. Πας ανακριτικός υπάλληλος υποχρεούται να δέχηται τας υποβαλλομένας μηνύσεις και να συντάσση τοιαύτας διαβιβάζων παραχρήμα τω αρμοδίω Ειδικώ Επιτροπώ ταύτας συντασσομένης της σχετικής εκθέσεως εγχειρίσεως. 2.Εντός δέκα ημερών το βραδύτερον από της ισχύος της παρούσης αι αρμόδιαι υπηρεσίαι των Υπουργείων Οικονομικών, Εθνικής (Μετά την σελ. 110,06) Σελ. 110,07 271-069 Διάφορα Αδικήματα 8.Β.ω.8α Οικονομίας, Συγκοινωνίας, Εμπορικής Ναυτιλίας, Επισιτισμού, οι Διοικηταί των Τραπεζών Εθνικής, Αγροτικής και Τραπέζης της Ελλάδος, οι εκπρόσωποι των Εμπορικών, Βιομηχανικών και Τεχνικών Επιμελητηρίων, προσωπικώς υποχρεούνται όπως διαβιβάσωσιν εις τον αρμόδιον Ειδικόν Επίτροπον λεπτομερή και κατά το εφικτόν εξηκριβώμενα στοιχεία α) περί των εκτελεσθέντων διαρκούσης της Εχθρικής Κατοχής Δημοσίων Έργων στρατιωτικού ή μη σκοπού, β) των συναφθεισών συμβάσεων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και Αρχών Κατοχής ή Ελλήνων φυσικών ή Νομικών προσώπων και Αρχών Κατοχής, μεταβιβάσεως καθ’ οιονδήποτε τρόπον εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα εχθρικών χωρών μετοχών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων ασκουμένων υπό μορφήν Ανωνύμων Εταιρειών, γ) των ονομάτων διοικητικών Συμβουλίων Ανωνύμων Εταιρειών εν οις μετείχον διαρκούσης της Κατοχής και υπήκοοι εχθρικών Κρατών, δ) εισαγωγέων εκ Γερμανίας, Ιταλίας, Βουλγαρίας, Σερβίας, Αυστρίας, Ουγγαρίας και Ρουμανίας ως και των εισαχθέντων ειδών, ε) ονομάτων πλοιοκτητών ων οπωσδήποτε εχρησιμοποιήθησαν υπό των Αρχών Κατοχής τα κατά θάλασσαν μεταφορικά μέσα, ς) ονομάτων των υπέρ ων επεμβάσει των Αρχών Κατοχής αποκλειστικώς επιτρέπεται η συγκέντρωσις, εμπορία ή διάθεσις εις την κατανάλωσιν γεωργικών ή κτηνοτροφικών προϊόντων, ζ) ονομάτων των ιδιωτών ή εμπορικών επιχειρήσεων αίτινες ειργάσθησαν δια λογαριασμόν των Αρχών Κατοχής είτε εξ ολοκλήρου είτε κατά σημαντικόν τμήμα της επιχειρήσεως αυτών, θ) κατάλογον μηχανικών εμπειρογνωμόνων ναυπηγών και λοιπών τεχνικών εργασθέντων εις υπηρεσίας των Αρχών Κατοχής. Εις τας αυτάς υποχρεώσεις υπόκεινται και πάντες οι εκπρόσωποι οργανισμών και παντός είδους ενώσεων, υπαγομένων εις τα εμπορικά, βιομηχανικά και Τεχνικά Επιμελητήρια. 3.Οι ανωτέρω παραλείποντες την εκτέλεσιν των εν τη παραγράφω ταύτη υποχρεώσεών των τιμωρούνται ως συνεργοί των εν άρθρ. 1 και 4 της παρούσης πράξεων συμφώνως προς τας διατάξεις των άρθρ. 71 και 72 του Π. Νόμου. Επίσης τιμωρούνται ως συνεργοί κατά τ’ ανωτέρω και οι κατά το άρθρ. 149 της Ποινικής Δικονομίας αναφερόμενοι μη ανακοινούντες τω Ειδικώ Επιτρόπω παν ότι εκ μηνύσεων ή εξ ιδίας αντιλήψεως ή κατ’ άλλον τρόπον έμαθον περί των εν άρθρ. 1 και 4 της παρούσης αδικημάτων. Σελ. 110,08 271-070 4.«Ο ασκών την ποινικήν αγωγήν προκειμένου μεν περί της α΄ και β΄ περιπτώσεως του άρθρ. 1 της παρούσης πράξεως παραπέμπει υποχρεωτικώς το κατηγορούμενον ενώπιον του ακροατηρίου του Ειδικού Δικαστηρίου δι’ απ’ ευθείας κλήσεως, επί δε των λοιπών περιπτώσεων διαβιβάζει την δικογραφίαν μετά της σχετικής προτάσεώς του εις το Συμβούλιον του Ειδικού Δικαστηρίου προς έκδοσιν βουλεύματος περί παραπομπής ή μη του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον. 5.Η προανάκρισις δεν θεωρείται περαιωμένη άνευ της απολογίας του κατηγορουμένου ή της κατά το άρθρ. 190 της Π.Δ. κλήσεως κοινοποιουμένης δια τους απόντας ή αγνώστου διαμονής κατά τον Νόμ. 1228/1918. Η προς εμφάνισιν προθεσμία είναι πενθήμερος άνευ επεκτάσεως». Αι παρ. 4 και 5 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 2 ψηφ. ΙΘ/1946. 6.Ο κατηγορούμενος καλούμενος εις απολογίαν δικαιούται να παραστή μετά του συνηγόρου ή συνηγόρων ουχί πλειόνων των δύο η μετά των οποίων επικοινωνία εν ουδεμιά περιπτώσει απαγορεύεται. Ο κατηγορούμενος δύναται να ζητήση προς απολογίαν προθεσμίαν το πολύ 24 ωρών, μετά την πάροδον της οποίας υποχρεούται να απολογηθή. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η τετάρτη παράγραφος του άρθρ. 2 του ψηφίσματος της 31ης Δεκ. 1924 «περί ανακρίσεως και εκδικάσεως αδικημάτων τινων υπό των Εφετών». 7.Εις τον κατηγορούμενον δεν επιτρέπεται οιαδήποτε προσφυγή ή διαφωνία κατά των πράξεων του Ειδικού Επιτρόπου ή του Προανακριτικού υπαλλήλου. 8.Περί της προφυλακίσεως του κατηγορουμένου αποφαίνεται ό,τε ενεργήσας την προανάκρισιν και ο Επίτροπος. Εν περιπτώσει διαφωνίας προνακρίνοντος και Επιτρόπου αποφαίνεται Συμβούλιον συντιθέμενον εκ του Προέδρου και των δύο τακτικών δικαστών του Ειδικού Δικαστηρίου, εις ο δεν δύναται να μετάσχη ο ενεργήσας την προανάκρισιν και εάν είναι διωρισμένος δικαστής. 9.Απόλυσις προσωρινή επί εγγυήσει ή άνευ ταύτης δυνάμει οιασδήποτε ισχυούσης διατάξεως, απαγορεύεται απολύτως, δύναται όμως να διακοπή η προφυλάκισις υπό του προανακρίνοντος, εάν συμφωνή ο Ειδικός Επίτροπος. Εν διαφωνία εκατέρου τούτων, αποφαίνεται περί της διακοπής ή μη της προφυλακίσεως το κατά το επόμενον εδάφιον συμβούλιον. Ο Ειδικός Επίτροπος εφ’ όσον ήθελε πεισθή περί της αθωότητος του κατηγορουμένου δύναται επίσης να υποβάλη την δικογραφίαν μετά ητιολογημένης προτάσεώς του προς έκδοσιν απαλλακτικού βουλεύματος εις το ως άνω Συμβούλιον. 8.Β.ω.8α Διάφορα Αδικήματα 10.Ο Ειδικός Επίτροπος και ο κατά παραγγελίαν τούτου ενεργών την προανάκρισιν, εις εκτάκτους και εξαιρετικάς περιπτώσεις δύναται να ενεργήση πάσαν ανακριτικήν πράξιν και άνευ της συμπράξεως γραμματέων ή μαρτύρων. 11.Ο Ειδικός Επίτροπος και Αντεπίτροπος, προανακριταί και το προσωπικόν αυτών δύνανται να μεταβαίνωσιν εις ετέραν δικαστικήν περιφέρειαν προς ενέργειαν πάσης ανακριτικής πράξεως χρησιμοποιούντες προς τούτο ελευθέρως και δωρεάν παν μεταφορικόν μέσον ανήκον είτε εις το Δημόσιον είτε εις ιδιωτικάς επιχειρήσεις επί τη απλή επιδείξει της ταυτότητός των, οφείλουσιν όμως να γνωρίζουσι τούτο εις τον Γενικόν Επίτροπον την ημέραν της αναχωρήσεως και επανόδου των. 12.Ο Ειδικός Επίτροπος ενεργεί πάντα τα υπό της κοινής Ποιν. Δικονομίας διατασσόμενα δια την ανακάλυψιν και βεβαίωσιν του διωκομένου αδικήματος. Άρθρ.15.-«Κατά των υπό του Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου εκδιδομένων βουλευμάτων επιτρέπεται το ένδικον μέσον της ανακοπής ενώπιον του Συμβουλίου των Εφετών, κατά τας διατάξεις της κοινής Ποινικής Δικονομίας, εις τε τον επίτροπον και κατηγορούμενον». Η προθεσμία προς άσκησιν ανακοπής κατά των μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος εκδοθέντων Βουλευμάτων ορίζεται μηνιαία αρχομένη από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Το άρθρ. 15 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρου η ιδιότης του δράστου ως ανήκοντος εις τας ενόπλους δυνάμεις της χώρας. Εάν εκ πράξεων προβλεπομένων εις τα άνω εδάφια επήλθε θάνατος Έλληνος ή Συμμάχου, αποκλείεται η παροχή ελαφρυντικών περιπτώσεων κατά το άρθρ. 2. η)Όσοι παρέσχον συστηματικώς εις τον εχθρόν πληροφορίας περί κινήσεων ατόμων ή οργανώσεων, εργαζομένων διά τον Εθνικόν ή Συμμαχικόν αγώνα. θ)Όσοι παρημπόδισαν δι’ οιουδήποτε μέσου Εθνικήν ή Συμμαχικήν πολεμικήν εν γένει ενέργειαν. ι)Όσοι εν συνεργασία και με την βοήθειαν του εχθρού εγένοντο αρχηγοί ή οδηγοί κινήσεως, τεινούσης εις την προσβολήν της ακεραιότητος της χώρας. ια-ιβ)«Όσοι επί σκοπώ πλουτισμού εκμεταλλευθέντες την μετά του εχθρού οικονομικήν αυτών συνεργασίαν προκάλεσαν ζημίας εις τον Ελληνικόν Λαόν ή Έλληνας πολίτας και υπεβοήθησαν ουσιωδώς την πολεμικήν του εχθρού προσπάθειαν». Τα εδάφ. ια και ιβ αντικατεστάθησαν ως άνω διά της Συντ. Πράξ. 107/1946. ιγ)Κατά πάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις η διευκόλυνσις του εχθρού, εφ’ όσον δεν αποτε(Μετά την σελ. 110,02) Σελ. 110,03 271-065 Διάφορα Αδικήματα 8.Β.ω.8-8α λεί στοιχείον του αδικήματος αποτελεί επιβαρυντικήν περίπτωσιν. άρθρ. 2 ψηφ. ΙΘ΄/1946. Άρθρ.16.-1.Ο Ειδικός Επίτροπος καλεί τον κατηγορούμενον να εμφανισθή ενώπιον του ακροατηρίου του Ειδικού Δικαστηρίου δι’ επιδόσεως αυτώ κλητηρίου θεσπίσματος, περιέχοντος τα εν άρθρ. 265 της Κ.Π.Ν. οριζόμενα, τρεις τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της δικασίμου εφ’ όσον ο κατηγορούμενος διαμένει εν τη έδρα του Δικαστηρίου, και οκτώ πλήρεις ημέρας προ της Δικασίμου εις πάσαν άλλην περίπτωσιν. Αι αυταί προθεσμίαι ισχύουσιν όσον αφορά την κλήτευσιν των μαρτύρων κατηγορίας. Δια του αυτού κλητηρίου θεσπίσματος δύναται ο ειδικός Επίτροπος να καλή εις το ακροατήριον και πλείονας του ενός κατηγορουμένους δια το αυτό ή όμοιον μεν, αλλά κατά διαφόρων προσώπων και εν άλλω τόπω ή χρόνω πραχθέν αδίκημα και όταν έτι ούτοι δεν είναι συναίτιοι. Εν τη περιπτώσει ταύτη, άνευ ιδιαιτέρων λόγων, εκτιθεμένων ειδικώς εν τη αποφάσει του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται να χωρίζηται η περί πάντων των συνεισαγομένων κατηγορουμένων εν τω ακροατηρίω ανάκρισις και συζήτησις. 2.Ειδικαί διατάξεις όσον αφορά την κλήτευσιν και εξέτασιν μαρτύρων κατά την προδικασίαν και την επ’ ακροατηρίω συζήτησιν δεν έχουσιν εν προκειμένω εφαρμογήν, εφαρμοζομένων δια πάντας τους μάρτυρας, ασχέτως ιδιότητος και λειτουργήματος των διατάξεων του παρόντος. 3.Εάν ο κατηγορούμενος είναι αγνώστου διαμονής το κλητήριον θέσπισμα επιδίδεται συμφώνως προς τον Νόμ. 1228 της 31 Μαρτ. 1918, οκτώ πλήρεις ημέρας προ της δικασίμου. 4.Αρμόδια όργανα δια την κλήτευσιν και επίδοσιν παντός είδους δικογράφου τυγχάνουσιν οι άμισθοι, έμμισθοι δικαστικοί και ποινικοί κλητήρες, τα όργανα ασφαλείας και αγροφυλακής. 5.Η επίδοσις του κλητηρίου θεσπίσματος και των κλήσεων των μαρτύρων ως και παντός δικογράφου διενεργούνται κατά τα λοιπά συμφώνως προς τα εν άρθρ. 145 και 146 της Κ.Π.Δ. οριζόμενα, της τυχόν ελλείψεως οιουδήποτε των στοιχείων μη συνεπαγομένης την ακυρότητα της κλητεύσεως, ει μη μόνον όταν εκ της τοιαύτης ελλείψεως υπάρχη κατάδηλος έλλειψις κλητεύσεως. Εν περιπτώσει ακύρου κλητεύσεως και εντεύθεν αναβολής της δίκης καταδικάζεται ο επιδούς την κλήσιν δια της αυτής αποφάσεως του δικαστηρίου εις φυλάκισιν τουλάχιστον τριών μηνών. Η καταδικαστική απόφασις υπόκειται εις μόνον το ένδικον μέσον της ανακοπής κατά τα εν τη Ποιν. Δικονομία οριζόμενα ενώπιον του αυτού Ειδικού Δικαστηρίου. Άρθρ.17.-Ο κατηγορούμενος δικαιούται να ποιήσηται χρήσιν του κατά την κοινήν Π. Δικονομίαν δικαιώματος όπως εξαιτήσηται την εξαίρεσιν δύο μόνον των μελών του Δικαστηρίου και εφ’ άπαξ μόνον. Περί της εξαιρέσεως αποφαίνεται το ειδικόν Δικαστήριον κατά τας διατάξεις της Κ.Π.Δ. Άρθρ.18.-1.Η εν τω ακροατηρίω διαδικασία διέπεται υπό των διατάξεων των άρθρ. 364 μέχρι 372, 374 μέχρι 380, 383 μέχρι 400, 402 μέχρι 404, 423 μέχρι 424 της κοινής Ποιν. Δικονομίας, εφ’ όσον ειδικώς δεν τροποποιείται υπό της παρούσης. Ο Πρόεδρος του ειδικού Δικαστηρίου προ της ενάρξεως της συζητήσεως της υποθέσεως αναγινώσκει εις τα λαϊκά μέλη τον εξής όρκον: «Ορκίζομαι ότι θα εκτελέσω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου ως μέλος του ειδικού Δικαστηρίου έχων προ οφθαλμών μόνον τον Θεόν, την Δικαιοσύνην, την Αλήθειαν και την Τιμήν του Ελληνικού Έθνους». Μετά την ανάγνωσιν του όρκου ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου καλεί κατ’ όνομα έκαστον των λαϊκών μελών όπερ ανατείνον την δεξιάν προφέρει την λέξιν «Ομνύω».Ο μηνυτής εμφανιζόμενος επ’ ακροατηρίω υποχρεούται να παραμείνη μέχρι πέρατος της συνεδριάσεως, εάν κρίνη τούτο απαραίτητον το Δικαστήριον. 2.Ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να γνωστοποιήση ως μάρτυρας υπερασπίσεως πλείονας των 10. Εις περίπτωσιν καθ’ ην οι μάρτυρες κατηγορίας είναι πλείονες των δέκα δικαιούται και ο κατηγορούμενος να εξετάση ίσον αριθμόν. (Μετά την σελ. 110,08) Σελ. 110,09 271-071 Διάφορα Αδικήματα 8.Β.ω.8α 3.Επί πλειόνων κατηγορουμένων έκαστος δεν δύναται να γνωστοποιήση πλείονας των πέντε μαρτύρων υπερασπίσεως, πάντες όμως οι κατηγορούμενοι εν τω συνόλω ουχί πλείονας του τετραπλασίου του συνολικού αριθμού των μαρτύρων της κατηγορίας. Ο Πρόεδρος προσδιορίζει εντός του ορίου τούτου τον αριθμόν των υφ’ ενός εκάστου των κατηγορουμένων γνωστοποιηθησομένων μαρτύρων. Άρθρ.19.-Κατά του κύρους της προδικασίας ουδεμία ένστασις συγχωρείται εις τον κατηγορούμενον. Άρθρ.20.-1.Κλητευθέντος νομίμως και μη εμφανισθέντος μάρτυρος το δικαστήριον δύναται να διατάξη την βιαίαν προσαγωγήν αυτού διακοπτομένης εν ανάγκη της συνεδριάσεως μέχρι 48 το πολύ ωρών. Κατά πάσαν περίπτωσιν και αν έτι δεν διαταχθή τοιαύτη αναβολή της συνεδριάσεως το Δικαστήριον καταδικάζει τον εξ απειθείας μη εμφανισθέντα μάρτυρα εις φυλάκισιν μέχρι 2 ετών και εις πληρωμήν όλων των εκ της μη εμφανίσεώς του προκληθέντων εξόδων, διατάσσων άμα εν περιπτώσει αναβολής, την βιαίαν τούτου προσαγωγήν κατά την νέαν δικάσιμον. Κατά της αποφάσεως ταύτης επιτρέπεται το ένδικον μέσον της ανακοπής κατά τας διατάξεις της Κ.Π.Δ. 2.Διαρκούσης της συνεδριάσεως το δικαστήριον δύναται να διατάξη την βιαίαν προσαγωγήν μαρτύρων μη γνωστοποιηθέντων, ων την μαρτυρίαν θεωρεί αναγκαίαν. Ωσαύτως και ο ειδικός επίτροπος δύναται διαρκούσης της δίκης να κλητεύη νέους μάρτυρας, εις την περίπτωσιν δε ταύτην δικαιούνται και οι κατηγορούμενοι να εξετάσωσιν ίσον αριθμόν μαρτύρων επί πλέον των αρχικώς προσδιορισθέντων. Άρθρ.21.-1.Ο κατηγορούμενος παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου υποχρεωτικώς μετά συνηγόρου, μη δυνάμενος όμως να διορίση πλείονας των 3. Εις ην περίπτωσιν στερείται συνηγόρου διορίζεται αυτεπαγγέλτως τοιούτος υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου. 2. Η αγόρευσις εκάστου των συνηγόρων επ’ ακροατηρίω ουδέποτε δύναται να υπερβή τας δύο ώρας υποχρεουμένου εν πάση περιπτώσει του Προέδρου και προ της συμπληρώσεως του άνω χρονικού ορίου, να αφαιρέση τον λόγον εάν ο συνήγορος δια της αγορεύσεώς του επανέρχεται επ’ αναπτυχθέντων υπό των άλλων ζητημάτων. 3.Το άρθρ. 43 παρ. 2 του Κώδικος περί δικηγόρων δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, του συνηγόρου ουδέποτε δικαιουμένου να ποιήσηται χρήσιν υβριστικών ή προσβλητικών εκφράσεων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η ανάλογος διάταξις του άρθρ. 60 του περί τύπου 5060 Νόμου. Σελ. 110,10 271-072 Άρθρ.22.-Εάν εξ ανωτέρας βίας ο κατηγορούμενος δεν δύναται να προσέλθη εις την δίκην, υποχρεούται να ειδοποιήση προηγουμένως τον Ειδικόν Επίτροπον όστις εισάγει την υπόθεσιν εις το Δικαστήριον όπερ αποφαίνεται περί του βασίμου των υπό του κατηγορουμένου προβαλλομένων λόγων και της αναβολής της υποθέσεως μετά διαπίστωσιν του λόγου ανωτέρας βίας αποσύρει την δικογραφίαν και ορίζει νέαν δικάσιμον. Επ’ ακροατηρίου αναγινώσκονται αι κατά την προδικασίαν τυχόν ληφθείσαι ένορκοι καταθέσεις των εν τη αλλοδαπή διατριβόντων μαρτύρων μη κλητευομένων ως και των κλητευθέντων και μη εμφανισθέντων εν τη ημεδαπή διαμενόντων μαρτύρων. Άρθρ.23.-«Το Ειδικόν Δικαστήριον εν περιπτώσει αναβολής της δίκης δύναται να διατάξη την προφυλάκισιν του κατηγορουμένου ή την απόλυσιν του εν προφυλακίσει ήδη τελούντος επί εγγυήσει ή μη, δι’ αποφάσεως κατά την αυτήν Συνεδρίασιν λαμβανομένης». Το άρθρ. 23 αντικατεστάθη ως άνω δια του Άρθρ.2.-1.Οι ένοχοι πράξεων προβλεπομένων εν τω άρθρ. 1 του παρόντος, τιμωρούνται αναλόγως της ιδιότητος ή της θέσεως ην κατείχον, ή της σοβαρότητος ή των αποτελεσμάτων των πράξεών των με την ποινήν του θανάτου ή των ισοβίων ή προσκαίρων δεσμών, συντρεχουσών δε ελαφρυντικών περιπτώσεων με την ποινήν της ειρκτής, ή ισοβίου ή προσκαίρου τουλάχιστον πέντε ετών υπερορίας, οία νοείται η τη χρήσει της δημοσίας δυνάμεως απέλασις του καταδικασθέντος ημεδαπού έξω των ορίων του Κράτους. Εάν η εκτέλεσις της ποινής υπερορίας είναι αδύνατος δι’ οιονδήποτε λόγον, τίθεται ούτος υπό αστυνομικήν επιτήρησιν εν τόπω οριζομένω υπό του Ειδικού Επιτρόπου του εκδόντος την απόφασιν Ειδικού Δικαστηρίου, δι’ ίσον χρόνον προς τον ορισθέντα της υπερορίας. Εν περιπτώσει απομακρύνσεως του καταδικασθέντος εκ του ορισθέντος τόπου, τιμωρείται ούτος δια ποινής φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών επιβαλλομένης υπό του αρμοδίου Πλημμελειοδικείου. 2.Το Δικαστήριον δύναται να επιβάλη επίσης εις τον κηρυχθέντα ένοχον μερικήν ή ολικήν δήμευσιν της περιουσίας του αναλόγως της βαρύτητος της πράξεως. 3.Η περίπτ. α΄ του άρθρ. 1 κρίνεται αυστηρότερον εν τη επιμετρήσει της ποινής. άρθρ. 2 Ψηφ. ΙΘ΄/1946. Άρθρ.24.-Εάν διαρκούσης της αποδεικτικής διαδικασίας, εγερθώσιν υπόνοιαι κατά τινος μάρτυρος επί ψευδορκία, ο Πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου ή ο Ειδικός Επίτροπος δύνανται να διατάξωσι την κράτησιν τούτου μέχρι πέρατος της συζητήσεως, εισαγομένων των επί ψευδορκία κατηγορουμένων εις το ως άνω Ειδικόν Δικαστήριον κατά την αυτήν διαδικασίαν. 8.Β.ω.8α Διάφορα Αδικήματα Άρθρ.25.-1.Εις περίπτωσιν αθωώσεως του κατηγορουμένου το Δικαστήριον όπερ εξέδωσεν απόφασιν, αποφαίνεται δια της ιδίας του αποφάσεως υποχρεωτικώς εάν η παρά του μηνυτού υποβληθείσα μήνυσις ήτο ψευδής και δολία οπότε κατά την αυτήν συνεδρίασιν του δικαστηρίου εισάγεται και εκδικάζεται η επί ψευδεί καταμηνύσει κατηγορία κατά του μηνυτού. 2.Η τοιαύτη ψευδής καταμήνυσις τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών και δια των εν άρθρ. 21, 23 και 24 του Π. Νόμου παρεπομένων ποινών, καταψηφιζομένων των τελών και εξόδων της κατά του αθωωθέντος κατηγορουμένου δίκης. Κατά της αποφάσεως ταύτης ουδέν τακτικόν ή έκτακτον μέσον επιτρέπεται πλην της ανακοπής ήτις ασκουμένη κατά τας διατάξεις της κοινής Ποιν. Δικονομίας συγχωρείται μόνον εφ’ όσον ο καταδικασθείς μηνυτής δεν ενεφανίσθη κατά την δικάσιμον, καθ’ ην εξεδόθη η κατ’ αυτού δια ψευδή καταμήνυσιν καταδικαστική απόφασις. 3.Εν περιπτώσει απαλλαγής του κατηγορουμένου δια βουλεύματος επιβάλλονται τα δικαστικά έξοδα εις τον δολίως υποβαλόντα την ψευδή μήνυσιν δια του βουλεύματος. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον ποινή επιβάλλεται υπό του αρμοδίου Πλημμελειοδικείου διαβιβαζομένου προς τον αρμόδιον Εισαγγελέα αντιγράφου του εκδοθέντος βουλεύματος μετά της συναφούς δικογραφίας. Εισάγεται δε προς εκδίκασιν η υπόθεσις δι’ απ΄ευθείας κλήσεως υποχρεωτικώς. Άρθρ.26.-Ο οπωσδήποτε εκ του διωκομένου αδικήματος αμέσως ζημιωθείς δύναται να παραστή ως πολιτικός ενάγων ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου δια την ην υπέστη ψυχικήν οδύνην, ως και δια την εκ τούτου προελθούσαν θετικήν ή αποθετικήν περιουσιακήν ζημίαν, δια προφορικής ενώπιον του δικαστηρίου δηλώσεως καταχωρουμένης εις τα πρακτικά άνευ οιασδήποτε προδικασίας γινομένης δε το βραδύτερον κατά την έναρξιν της πρώτης επ’ ακροατηρίω συζητήσεως. Το δικαστήριο υποχρεούται εν περιπτώσει καταδίκης του κατηγορουμένου να επιδικάση ταύτας, απαγορευομένης της δι’ οιονδήποτε λόγον παραπομπής των τοιούτων αξιώσεων εις τα πολιτικά δικαστήρια. Ο πολιτικώς ενάγων έχει τα εκ της Ποιν. Δικονομίας προβλεπόμενα αυτώ δικαιώματα δεν δύναται όμως να προτείνη προς εξέτασιν πλέον των 5 μαρτύρων. Άρθρ.27.-1.Ο Ειδικός Επίτροπος άμα τη ενασκήσει της ποινικής αγωγής λαμβάνει παν συντηρητικόν μέτρον επί πάσης κινητής ή ακινήτου περιουσίας του κατηγορουμένου, εις χείρας αυτού ή εις χείρας παντός τρίτου δι’ απλής εγγράφου αυτού εντολής καταχωρουμένης, προκειμένου περί ακινήτων εις τα οικεία των υποθηκών βιβλία, δια την εξασφάλισιν της υπό του Νόμου προβλεπομένης δημεύσεως και ικανοποίησιν των πολιτικών απαιτήσεων των ζημιωθέντων. Ωσαύτως, επί τη αυτή εγγράφω εντολή, παύει χορηγουμένη εις τον κατηγορούμενον οιαδήποτε παρ’ οιουδήποτε Ταμείου (Νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) οφειλομένη σύνταξις ης ούτος ισοβίως στερείται, εις ας περιπτώσεις κατά τας διατάξεις του παρόντος επιβάλλεται η δήμευσις της περιουσίας του. 2.Πάσα κινητή ή ακίνητος περιουσία της συζύγου, των ανιόντων και κατιόντων και αδελφών του κατηγορουμένου κτηθείσα μετά την διάπραξιν του διωκομένου αδικήματος θεωρείται κατά μαχητόν τεκμήριον ανήκουσα και αύτη εις τον κατηγορούμενον υποκειμένη εις την δήμευσιν προς όφελος του Δημοσίου και προς ικανοποίησιν των πολιτικών απαιτήσεων εν γένει, εφαρμοζομένων και επί της περιπτώσεως ταύτης των ανωτέρω καθοριζομένων συντηρητικών μέτρων. 3.Το Ειδικόν Δικαστήριον δια της αποφάσεώς του αποφαίνεται αμετακλήτως περί των υποβληθέντων τοιούτων συντηρητικών μέτρων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρ. 11 του από 29.12.1924 ψηφίσματος της Δ΄ των Ελλήνων Εθνοσυνελεύσεως, ως τούτο ετροποποιήθη δια μεταγενεστέρων Νόμων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Ένδικα μέσα Άρθρ.28.-1.Κατά των αποφάσεων του Ειδικού τούτου Δικαστηρίου ουδέν τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον επιτρέπεται η δε ανακοπή επιτρέπεται μόνον όπου ειδικώς εν τω παρόντι συγχωρείται. «Επιτρέπεται το ένδικον μέσον της ανακοπής, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του Νόμ. ΓπΜΔ΄ της 2 Δεκ. 5 Ιαν. 1912 «περί φυγοδικίας» κατ’ ερήμην αποφάσεων του Ειδικού Δικαστηρίου της υπ’ αριθ. 6/1945 Συντ. Πράξεως εν περιπτώσει ερημοδικίας του κατηγορουμένου λόγω αγνώστου διαμονής αυτού ή ανωτέρας βίας ή αποδεδειγμένης ασθενείας του. Η ως άνω ανακοπή ασκείται κατά τας διατάξεις της Κοινής Ποιν. Δικονομίας και εκδικάζεται κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου. Κατά των εκδοθεισών ήδη αποφάσεων η ανακοπή ασκείται δια τους αυτούς ως άνω λόγους εντός προθεσμίας ενός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουσι εφαρμογήν προκειμένου περί καταδικασθέντων περιλαμβανομένων εις τας περιπτ. α΄) και β΄)του άρθρ. 1 του υπ’ αριθ. 533/1945 Α. Νόμου». Τα εντός « » αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 1 ψηφ. ΙΘ΄/1946. 2.Ο Ειδικός Επίτροπος δύναται να αιτήσηται την αναθεώρησιν πάσης αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου εντός δύο ημερών από της δημοσιεύσεώς της. Η αίτησις αναθεωρήσεως ασκείται εντός του Γραμματέως του Ειδικού Δικαστηρίου συντασσομένης περί τούτου εκθέσεως και μη απαιτουμένης άλλης διατυπώσεως. Ζητηθείσης της αναθεωρήσεως η υπόθεσις εκδικάζεται εκ νέου υπό του αυτού Δικαστηρίου, συγκροτουμένου εξ άλλων δικαστών οριζομένων κατά το άρθρ. 9 παρ. 6. Η διάταξις αύτη εφαρμόζεται και επί των εκδοθεισών αποφάσεων, της προθεσμίας αρχομένης μετά 10 ημέρας από της δημοσιεύσεως του παρόντος. (Αντί της σελ. 110,11(α) Σελ. 110,11(β) Τεύχος 493-Σελ. 29 Διάφορα Αδικήματα 8.Β.ω.8α «3.Εάν ο κατηγορούμενος κατεδικάσθη ερήμην εισαχθείς ως αγνώστου διαμονής, καίτοι ούτος διέμεινεν κατά τον χρόνον της καταδίκης του εν Ελλάδι και ήτο γνωστής διαμονής, ο Ειδικός Επίτροπος ασκεί την κατά την προηγουμένην παράγραφον αναθεώρησιν εφ’ όσον ζητήση τούτο ο καταδικασθείς, δι’ αιτησεώς του, κρίνη δ’ ούτος δεδικαιολογημένην την άσκησιν ταύτης. Ωσαύτως δύνανται οι κατά Νόμον κληρονόμοι του καταδικασθέντος ερήμην να ζητήσωσι την αναθεώρησιν της δίκης εάν ο καταδικασθείς δεν έζη κατά τον χρόνον της εκδόσεως της καταδικαστικής αποφάσεως. Δια της αιτήσεως ταύτης πρέπει επί ποινή ακυρότητος να ορίζηται αντίκλητος εν τη Έδρα του Ειδικού Δικαστηρίου, προς ον γίνεται πάσα επίδοσις δια τον καταδικασθέντα. Η κατά τα ανωτέρω αίτησις του ερήμην καταδικασθέντος δέον να υποβληθή επί ποινή απαραδέκτου εντός 10 ημερών αφ’ ης ούτος οπωσδήποτε λάβη γνώσιν της εκδοθείσης αποφάσεως. Δια τα προ της ισχύος της παρούσης εκδοθείσας αποφάσεις η ως άνω 10ήμερος προθεσμία άρχεται μετά παρέλευσιν 30 ημερών από της δημοσιεύσεως του παρόντος». Η παρ. 3 προσετέθη δια του Α.Ν. 797/1945. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Εκτέλεσις αποφάσεων Άρθρ.29.-Η εκτέλεσις των αποφάσεων του δια του παρόντος Νόμου συνιστωμένου δικαστηρίου γίνεται επιμέλεια του Ειδικού Επιτρόπου ανεξαρτήτως της ιδιότητος του καταδικασθέντος. Άρθρ.30.-1.Επί των αδικημάτων του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται αι διατάξεις του Νόμ. 811 «περί προσωρινής απολύσεως των καταδίκων εκ των φυλακών» αι διατάξεις του Νόμου περί φυγοδίκων και απόντων ως και παντός οιουδήποτε Νόμου επιτρέποντος την δι’ οιανδήποτε αιτίαν προσωρινήν απόλυσιν του κατηγορουμένου των εν τη παρούση προβλεπομένων αδικημάτων προ της οριστικής εκδικάσεως της κατηγορίας. 2.Ο Νόμ. 2701 του 1940 ουδεμίαν εφαρμογήν έχει προκειμένου περί του χρόνου διαρκείας της προφυλακίσεως των εν τη παρούση συντακτική πράξει αδικημάτων. Άρθρ.31.-(Κατηργήθη δια του άρθρ. 9 Ν.Δ. 3423/1955, τόμ. 9, σελ. 186,03). Σελ. 110,12(β) Τεύχος 493-Σελ. 30 Άρθρ.3.-1.Η καταδίκη επί αδικήματι, προβλεπομένω εν τω άρθρ. 1 επισύρει αυτοδικαίως τας συνεπείας των άρθρ. 21, 23 και 24 του Π. Νόμου ισοβίως και αν έτι το εκδόν την απόφασιν Δικαστήριον παραλείψη να παραγγείλη ταύτας. 2.Η στέρησις των πολιτικών δικαιωμάτων επέρχεται αυτοδικαίως και εις περίπτωσιν απαλλαγής λόγω πλήρους συγχύσεως. Άρθρ.32.-«Καταδικαστικαί αποφάσεις εφ’ όσον δια τούτων καταγιγνώσκεται ποινή επανορθωτική παραγράφονται μετά διετίαν, πάσαι δε αι λοιπαί παραγράφονται μετά πενταετίαν από της τελεσιδικίας. Πάσαι αι συνέπειαι των ως άνω αποφάσεων και των εν αυταίς αδικημάτων καταργούνται και αίρονται από της επιβολής των. Η διάταξις αύτη δεν ισχύει επί των περιπτώσεων των εδαφ. ς΄, ζ΄, η΄, θ΄, ι΄, ια΄ και ιβ΄ του άρθρ. 1 του Α.Ν. 533/1945». Το άρθρ. 32 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 Νόμ. 1829/1951 (κατωτ. σελ. 128,06). Εις τας διατάξεις του άρθρ. 4 υπάγονται και οι κατ’ αντιμωλίαν καταδικασθέντες επί τινι των εν εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρ. 1 της Σ.Π. 6/1945 είτε εξέτισαν εν όλω ή εν μέρει είτε μη την επιβληθείσαν αυτοίς ποινήν. (Άρθρ. 8 Νόμ. 2286/952 κατ. αριθ. 27). Βλ. και Γραφείον Εγκληματιών Πολέμου εν τόμ. 6 σελ. 97. «1.Η αληθής έννοια του εδαφ. α΄ του άρθρ. 4 του Νόμ. 1829/1951 και του δι’ αυτού τροποποιουμένου άρθρ. 32 του Α.Ν. 533/1945 είναι ότι καταδικαστικαί αποφάσεις ερήμην ή κατ’ αντιμωλίαν εκδοθείσαι, κατά ημεδαπών, εφ’ όσον δια τούτων καταγιγνώσκεται ποινή επανορθωτική παραγράφονται μετά διετίαν, πάσαι δε αι λοιπαί παραγράφονται μετά πενταετίαν από της τελεσιδικίας είτε αύται εξετελέσθησαν εν όλω είτε εν μέρει, είτε δεν εξετελέσθησαν ποσώς μέχρι σήμερον και ότι πάσαι αι συνέπειαι των ως άνω αποφάσεων και των εν αυταίς αδικημάτων καταργούνται και αίρονται από της επιβολής των, πλην της δημεύσεως και των πολιτικών αποζημιώσεων. 2.Εκ της διατάξεως της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου ουδαμώς θίγεται η διάταξις του β΄ εδαφίου του άρθρ. 4 του αυτού Νόμ. 1829/1951. (Άρθρ. 8 Ν.Δ. 3423/1955, 9.Δβ.13). 8.Β.ω.8α Διάφορα Αδικήματα ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Γενικοί ορισμοί Άρθρ.33.-1.Αι διατάξεις της Ποιν. Δικονομίας εφαρμόζονται εν γένει εις την προκειμένην διαδικασίαν, εφ’ όσον άλλως ρητώς δεν ορίζεται ή δεν τροποποιούνται δια του παρόντος. 2.Όπου αι διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας ομιλούν περί δικαστηρίου Κακουργιοδικείου, Πλημμελειοδικείου νοείται ενταύθα το εν τω παρόντι Ειδικόν Δικαστήριον. Όπου οι αυτοί ως άνω Νόμοι ομιλούν περί Εισαγγελέων νοείται ενταύθα ο Ειδικός Επίτροπος. Τα εντάλματα συλλήψεως προφυλακίσεως, τα εκδιδόμενα υπό των προανακριτών δια τας περί ων ο παρών Νόμος πράξεις και αφορώντα στρατιωτικούς εν γένει εκτελούνται απ’ ευθείας υπό του αρμοδίου ειδικού Επιτρόπου, η δε φυλάκισις τούτων γίνεται εν ταις κοιναίς φυλακαίς εις ας θέλει εκτίεσθαι η ποινή. Η κλήτευσις των στρατιωτικών εν γένει και των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων ως μαρτύρων ή κατηγορουμένων κατά την προδικασίαν και την επ’ ακροατηρίω διαδικασίαν γίνεται επιμελεία του αρμοδίου Ειδικού Επιτρόπου, άνευ μεσολαβήσεως της προϊσταμένης των καλουμένων Αρχής. Άρθρ.34.-Διατηρούνται εν ισχύϊ το από 11-23 Οκτ. 1934 Δ/μα περί ποινικής διατιμήσεως και το από 11/23 Μαρτ. 1935 τοιούτον περί εκκαθαρίσεως εξόδων της Ποινικής δικαιοδοσίας, εφαρμοζόμενα και επί των υπό του παρόντος Νόμου προβλεπομένων περιπτώσεων, ως ταύτα συνεπληρώθησαν ή ετακτοποιήθησαν μεταγενεστέρως. Των εγγράφων της παρούσης διαδικασίας και της εκκαθαρίσεως απαλείψεως εξόδων της συνιστωμένης ποινικής δικαιοδοσίας θεωρουμένων ως ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Άρθρ.35.-1.Τα δια του παρόντος Νόμου συνιστώμενα ειδικά δικαστήρια συνεδριάζουν εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων του Εφετείου ή Πρωτοδικείου της έδρας των εις ημέραν και ώραν υπό των παρ’ αυτοίς Επιτρόπων οριζομένας. Αι ορισθείσαι υπό των Επιτρόπων δικάσιμοι, εκάστου 15θημέρου ανακοινούνται παρ’ αυτού εις τα κατά το άρθρ. 9 εκλεγέντα λαϊκά μέλη του Δικαστηρίου άτινα υποχρεούνται να παρίστανται εις εκάστην συνεδρίασιν. 2.Οι αναιτιολογήτως μη εμφανιζόμενοι τιμωρούνται παρά του ειδικού δικαστηρίου συντιθεμένου άνευ των λαϊκών μελών δια της ποινής της ειρκτής 3-10 ετών. Κατά της αποφάσεως ταύτης ουδέν ένδικον μέσον ασκείται πλην της ανακοπής συγχωρουμένης μόνον λόγω ανωτέρας βίας. 3.Εις περίπτωσιν καθ’ ην δι’ οιονδήποτε λόγον καθίσταται αδύνατος η συνεδρίασις τούτων ως ανωτέρω, ο τόπος των συνεδριάσεων ορίζεται δια κοινής αποφάσεως Προέδρου και Επιτρόπου δημοσιευομένης επί τρεις συνεχείς ημέρας εις μίαν των εντοπίων εκδιδομένων καθημερινών εφημερίδων και εν ελλείψει τούτων δια τοιχοκολλήσεως ταύτης εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων του Εφετείου ή Πρωτοδικείου της έδρας του περί ου πρόκειται Ειδικού Δικαστηρίου τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της ενάρξεως των συνεδριάσεών του. 4.Αι υπηρεσίαι του Ειδικού Δικαστηρίου και του παρ’ αυτώ Επιτρόπου εγκαθίστανται εις τα κτίρια του Πρωτοδικείου ή Εφετείου και των Εισαγγελιών τούτων, εν αδυναμία δε ή τυχόν δι’ έλλειψιν του απαιτουμένου χώρου επιτρέπεται επίταξις αναλόγων οικημάτων, γινομένη κατ’ εξαίρεσιν της ισχυούσης διαδικασίας, δια κοινής αποφάσεως του Προέδρου και του Επιτρόπου, του καταβαλλομένου μισθώματος κανονιζομένου δι’ αποφάσεως του οικείου Προέδρου Πρωτοδικών, κατά τας διατάξεις του ισχύοντος ενοικιοστασίου. Άρθρ.36.-1.Αι μέχρι της ισχύος της υπ’ αριθ. 6/1945 Συντακτικής Πράξεως γενόμεναι συλλήψεις και κρατήσεις εν ταις φυλακαίς υπόπτων τελέσεως των εν τη παρούση προβλεπομένων αδικημάτων κυρούνται μη ούσης αναγκαίας της εκδόσεως εντάλματος φυλακίσεως δια την περαιτέρω συνέχισιν της κρατήσεως, δύναται όμως δια συμφώνου αποφάσεως του αρχαιοτέρου των τακτικών μελών του Ειδικού Δικαστηρίου και του Ειδικού Επιτρόπου να διαταχθή η διακοπή της κρατήσεως ή προφυλακίσεως των κατά την κρίσιν των μη βαρυνομένων δι’ επαρκών ενδείξεων. 2.Αι μέχρι σήμερον παρ’ ανακριτών ενεργηθείσαι τακτικαί ανακρίσεις δι’ αδικήματα εμπίπτοντα εις τας διατάξεις της παρούσης Συντακτικής Πράξεως ή δια συναφή προς αυτά περατούνται δια της υποβολής των σχηματισθεισών δικογραφιών εις τον ειδικόν Επίτροπον και αν ο δοθείς εις αυτά δια της υπό του Εισαγγελέως των Πλημμελειοδικών ασκηθείσης ποινικής αγωγής χαρακτηρισμός είναι διάφορος και άπασαι αι ανακριτικαί πράξεις αι μέχρι σήμερον παρά των ανακριτών γενόμεναι θεωρούνται έγκυροι και τα παρά των ανακριτών εκδοθέντα κατά τας διατάξεις της Κ.Π.Δ. ή της υπ’ αριθ. 1/1944 συντακτικής πράξεως εντάλματα συλλήψεως και φυλακίσεως διατηρούν την ισχύν των θεωρούμενα ως παρά του ειδικού Επιτρόπου και προανακριτού εκδοθέντα. 3.Οι ανακριταί υποχρεούνται να υποβάλλουν αμελλητί δια των Εισαγγελέων των Πλημμελειοδικών τας υπ’ αυτών περί των πράξεων τούτων σχηματισθείσας δικογραφίας εις τον ειδικόν επίτροπον, όστις θέλει ενεργήσει επ’ αυτών τα ανωτέρω οριζόμενα. 4.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 9 Ν.Δ. 3423/1955, τόμ. 9 σελ. 186,03). Άρθρ.37.-1.Η Συντακτική Πράξις υπ’ αριθ. 1/1944 και πάσα ταύτης τροποποιητική διάταξις καταργούνται. Εκ των διατάξεων της υπ’ αριθ. 6/1945 Συντακτικής Πράξεως, ως αύτη έχει τροποποιηθή δια της υπ’ αριθ. 12/45 και των Νόμ. 217, 271, 245 και 332 του 1945 ισχύουσι, όσαι περιέχονται εν τω παρόντι Νόμω. (Αντί της σελ. 110,13) Σελ. 110,13(α) Τεύχος 493-Σελ. 31 Διάφορα Αδικήματα 8.Β.ω.8α 2.Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης δύναται προς ενίσχυσιν της υπηρεσίας του Ειδικού Επιτρόπου των Ειδικών Δικαστηρίων και της Γραμματείας των Πρωτοδικείων και της Εισαγγελίας αυτών δι’ αποφάσεώς του ν’ αποσπά εις ταύτας υπαλλήλους εξ άλλων υπηρεσιών υπαγομένας εις το Υπουργείον Δικαιοσύνης. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης δύνανται να διορισθώσι παρά τω Ειδικώ Επιτρόπω Αθηνών μέχρι δέκα έμμισθοι κλητήρες. Επίσης δι’ αποφάσεως των αρμοδίων Υπουργών άλλων Υπουργείων τη αιτήσει του Υπουργού Δικαιοσύνης αποσπώνται και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι εις τας ως άνω υπηρεσίας. Άρθρ.38.-Επιτρέπεται η υπό των Ειδικών Επιτρόπων των Ειδικών Δικαστηρίων πρόσληψις εκτάκτων υπαλλήλων επί βαθμώ και μισθώ γραφέως β΄ τάξεως δι’ εν έτος από της ισχύος του παρόντος και δια την εκτέλεσιν υπηρεσίας παρά τη Γραμματεία των Ειδικών επιτρόπων και Ειδικών Δικαστηρίων: α) Μέχρι 20 υπό του Ειδικού Επιτρόπου Αθηνών, β) μέχρι 12 υπό του Ειδικού Επιτρόπου Πειραιώς και των εν έδρα Εφετείου εδρευόντων Επιτρόπων και γ) μέχρι 8 υπό των αλλαχού εδρευόντων Ειδικών Επιτρόπων. Άρθρ.4.-1.Με φυλάκισιν τουλάχιστον 6 μηνών και με ισόβιον στέρησιν των πολιτικών δικαιωμάτων τιμωρείται επί Εθνική αναξιότητι, όστις καίτοι μη υποπεσών εις αδίκημα φέρον άπαντα τα στοιχεία του άρθρ. 1, συνειργάσθη εν τούτοις μετά του εχθρού κατά τρόπον ανάξιον Έλληνος Πολίτου θίγοντα την Εθνικήν αξιοπρέπειαν και διηυκόλυνεν ούτω το έργον της κατοχής. 2.Απαγορεύεται η μετατροπή εις χρηματικήν και η αναστολή των δυνάμει του παρόντος Νόμου επιβαλλομένων ποινών. Άρθρ.5.-1.Εν περιπτώσει καθ’ ην μετά των κατά τα ανωτέρω εγκλημάτων συντρέχει και αδίκημα του Π. Νόμου, εφαρμόζονται αι γενικαί αρχαί περί συρροής αδικημάτων θεωρουμένων πάντως ως βαρυτέρων των εν άρθρ. 1 εγκλημάτων. 2.Αι εν άρθρ. 3 συνέπειαι επέρχονται και αν το συρρέον βαρύτερον κοινόν αδίκημα δεν συνεπάγεται ταύτας. Σελ. 110,04 271-066 Άρθρ.6.-Αι διατάξεις των περί ευθύνης Υπουργών Νόμων δεν έχουσιν εφαρμογήν κατά των ασκησάντων καθήκοντα Υπουργού διαρκούσης της Κατοχής. Άρθρ.7.-Τα αδικήματα τα προβλεπόμενα υπό των άρθρ. 1 και 4 θεωρούνται παραγεγραμμένα, εάν δεν ασκηθή η ποινική αγωγή αυτεπαγγέλτως ή εάν δεν υποβληθή κατά των ενόχων μήνυσις μέχρι της 20 Ιουλ. 1945 δια τα τελεσθέντα εν τη περιφερεία του Εφετείου Αθηνών, και μέχρι 31 Οκτ. 1945 δια τα τελεσθέντα αλλαχού (εκτός της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.