📄 Κείμενο νόμου
9. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 6090/Σ.34 της 1 Μαΐου/6 Ιουλ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 221) Περί εγκρίσεως του Κανονισμού παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Τας διατάξεις του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 912/41. 2)Πρότασιν του Διοικητ. Συμβουλίου του Ταμείου Επικ. Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων υποβληθείσαν ημίν δια της υπ’ αριθ. 5364/22.9.60 αναφοράς του. 3)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αρ. πρωτ. ΣΚΑ 189/60) συνεδρίασις 590 της ΙΑ΄ Περιόδου της 9.1.1961, αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν τον Κανονισμόν Παροχών του Ταμείου Επικ. Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων εξ άρθρ. 21 έχοντα ως ακολούθως: Κανονισμός παροχών Άρθρ.1.-Αι παρά του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων όπερ εν τοις επομένοις αποκαλείται χάριν συντομίας «ΤΑΜΕΙΟΝ» χορηγούμεναι περιοδικαί και εφ’ άπαξ παροχαί εις τους παρ’ αυτώ ησφαλισμένους και τα μέλη οικογενείας θνησκόντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων αυτού, διέπονται υπό των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού Παροχών. (Αντί για τη σελ. 395(ε) Σελ. 395(ζ) Τεύχος 749-Σελ. 67 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.5-9 Σύνταξις λόγω γήρατος Άρθρ.9.-«1.Το ποσόν της απονεμομένης υπό του Ταμείου βασικής μηνιαίας συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας αποτελείται: α)Από το 30% του 25πλασίου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. β)Από προσαύξηση 12% επί της διαφοράς των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου και του 25πλασίου του ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου. γ)Από προσαύξηση του δυνάμει των εδαφ. α΄ και β΄ προκύπτοντος ποσού κατά 2% ανά 300 ημέρας ασφαλίσεως α΄ και β΄ προκύπτοντος ποσού κατά 2% ανά 300 ημέρας ασφαλίσεως πέραν των 1.500 συμπεπληρωμένων τοιούτων. Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 113/3/1360/26 Ιουν.-10 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 407) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «2.Οι συντάξιμες αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξεων περιλαμβάνουν τον μέσο όρο του συνόλου των τακτικών αποδοχών των τελευταίων 600 ημερών εργασίας στην ασφάλιση πριν από την διακοπή της εργασίας, προσαυξημένων από τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 113/Ν.560/5-22 Νοεμ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 827) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων, Διορθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 38/24 Ιαν. 1985. Ως έτος συνταξίμου υπηρεσίας λογίζεται το σύνολον 300 ημερών πραγματοποιηθείσης ασφαλιστέας εργασίας ή αναγνωρισθείσης και εξαγορασθείσης τοιαύτης, συμφώνως τοις άρθρ. 6, 7 και 8 του παρόντος. 3.Προκειμένου περί αναπηρίας το κατά τ’ ανωτέρω βασικόν ποσόν συντάξεως δεν δύναται να είναι κατώτερον των 20/60 του περί ου η προηγουμένη παράγραφος μέσου όρου συνταξίμων αποδοχών και των 30/60 εάν η αναπηρία οφείλεται εις εργατικόν ατύχημα. 4.«Το περί ου η παρ. 1 του παρόντος άρθρου ποσόν βασικής συντάξεως προσαυξάνεται λόγω οικογενειακών βαρών:α)κατά 10% δια την σύζυγον και β)κατά 5% δι’ έκαστον τέκνον και μέχρι τριών, εφ’ όσον δεν υπερέβησαν τα υπό του άρθρ. 11 προβλεπόμενα όρια ηλικίας και εφ’ όσον ταύτα δικαιούνται συντάξεως εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου κατ’ άρθρ. 5 παρ. 1 εδάφ. β΄ του παρόντος». Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37604/Σ.385 της 4/13 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 262). Σελ. 400(σ) Τεύχος 1203-Σελ. 42 5.Το ποσόν των υπό του Ταμείου καταβαλλομένων βασικών μηνιαίων συντάξεων λόγω αναπηρίας προσαυξάνεται κατά 30% εφ’ όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται εις κατάστασιν απολύτου και διαρκούς αναπηρίας, απαιτούσης συνεχή επίβλεψιν και βοήθειαν ετέρου προσώπου. «6.Ως κατώτατο όριο της μηνιαίας σύνταξης, χωρίς τα οικογενειακά επιδόματα, ορίζεται από 1.1.1992 το ποσό των 33.000 δρχ. για την κατηγορία γήρατος και αναπηρίας και το ποσό των 28.000 δρχ. για την κατηγορία θανάτου, ανεξάρτητα από το χρόνο έναρξης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος». Η παρ. 6 όπως έχει αντικατασταθεί από την παρ. 2 της 113/661/28 Μαΐου-28 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 470) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, κατωτ. αριθ. 40, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την 113/655/18 Μαΐου-9 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 371), ομοία απόφαση, κατωτ. αριθ. 42. Για την αναπροσαρμογή των κατωτάτων ορίων της άνω παρ. βλέπε την 113/1621/19 Ιουλ.12 Αυγ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 603), απ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφ., κατωτ. αριθ. 43 και την 113/1083/27 Ιουν.-22 Ιουλ. 1994 (ΦΕΚ Β΄ 569) όμοια απόφαση, κατωτ. αριθ. 45. 39.Η.δ.9 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 7.(Καταργήθηκε από την παρ. 2 της 113/3/1360/ 26 Ιουν.-10 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 407) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών και οι παρ. 8 και 9 αναριθμήθηκαν σε 7 και 8 με την ίδια διάταξη). 7(8).Κατά τον υπολογισμόν προς εξεύρεσιν της συνολικής συνταξίμου υπηρεσίας εάν απομένη υπόλοιπον 6 μηνών και άνω λογίζεται ως πλήρες έτος, τυχόν δε υπόλοιπον κατώτερον των 6 μηνών παραλείπεται. 8(9).α.Ειδικώς το ποσόν της συντάξεως των εξ Αιγύπτου ή Τουρκίας ή Ρουμανίας ή Βορ. Ηπείρου ομογενών, υπολογίζεται βάσει του καθοριζομένου ημερομισθίου δια την εξαγοράν της αναγνωρισθείσης υπηρεσίας εις τας ανωτέρω Χώρας συμφώνως προς την παρ. 1 της υπ’ αριθ. 122182/Κ.619/ 20.3.1967 ΦΕΚ Β΄ 229/1.4.67 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, εκτός εάν από της εγκαταστάσεως εν Ελλάδι και μέχρις επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως επραγματοποίησαν ούτοι 1.500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας, εις την ασφάλισιν του Ταμείου, οπότε η σύνταξις υπολογίζεται βάσει των συνταξίμων αποδοχών των καθοριζομένων υπό της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. β.Η καταβολή των παρά του Τ.Ε.Α.Υ.Ε.Κ. χορηγουμένων συντάξεως εις τους εξ Αιγύπτου, Τουρκίας, Βορ. Ηπείρου και Ρουμανίας έλληνας υπηκόους και ομογενείς, αναστέλλεται εφ’ όσον ο δικαιούχος άνευ δεδικαιολογημένης αιτίας, περί ης κρίνει το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, παραμένει εν τη αλλοδαπή άνω των 6 μηνών». Η παρ. (9) προσετέθη, δια της υπ’ αριθ. 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 455) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «9.α)Το ποσό της σύνταξης των συνταξιούχων που πραγματοποιούν χρόνο ασφάλισης στο Ταμείο μετά την συνταξιοδότησή τους, προσαυξάνεται για κάθε 300 πλήρεις ημέρες της ασφάλισης αυτής, κατά ποσοστό 2% στο άθροισμα του αρχικού ποσού της βασικής σύνταξης με το οποίο εκδόθηκε η σύνταξή τους και των νομίμων προσαυξήσεων που έχουν δοθεί μέχρι την ημέρα της οριστικής διακοπής της εργασίας τους. β)Η προσαύξηση καταβάλλεται από την πρώτη του επόμενου μήνα της υποβολής της αίτησης, για όσες όμως αιτήσεις έχουν υποβληθεί στο Ταμείο μέχρι την δημοσίευση της απόφασης αυτής, η προσαύξηση θα καταβληθεί από την πρώτη του επόμενου μήνα της δημοσίευσης της απόφασης αυτής». Η παρ. 9 προστέθηκε από την παρ. 1 της 113/3/3086/30 Νοεμ.-21 Δεκ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 742) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διορθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 9/13-1-1984). (Μετά τη σελ. 400(μ) Σελ. 400,01 Τεύχος Ζ22-Σελ. 107 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.9 39.Η.δ.9 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Ποσόν συντάξεως δικαιοδόχων (θανάτου) Άρθρ.10.-1.Το ποσόν της συντάξεως όπερ δικαιούται η χήρα ή ο χήρος ισούται προς τα 60% του ποσού της συντάξεως του θανόντος ή θανούσης συνταξιούχου ή του ποσού της συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ο θανών ή η θανούσα ησφαλισμένη, εάν κατά την ημέραν του θανάτου καθίστατο ανάπηρος. 2.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου τέκνου ισούται προς τα 20/100 του ποσού της συντάξεως του θανόντος ή της θανούσης. 3.Προκειμένου περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων, η κατά την προηγουμένην παράγραφον σύνταξις αυτού τριπλασιάζεται. 4.Το σύνολον των συντάξεων της χήρας ή του χήρου και των τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος ή της θανούσης. 5.Εάν το σύνολον της συντάξεως υπερβαίνη τα όρια της προηγουμένης παραγράφου η σύνταξις εκάστου δικαιοδόχου μειούται αναλόγως. 6.Οι έγγονοι, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υφίσταται χήρα (ή χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή εάν υφισταμένων τοιούτων δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών, δεν εξηντλήθη το οριζόμενον υπό της παρ. 4 του παρόντος άρθρου ποσόν. 7.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγόνου, προγονού ή γονέως ισούται προς τα είκοσιν εκατοστά της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης) χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων των εγγόνων, προγονών και γονέων να δύναται να υπερβή εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προηγουμένης παραγράφου το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης) εν δε τη δευτέρα περιπτώσει της αυτής παραγράφου το ποσόν το απομένον εκ ης εν λόγω συντάξεως, μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας ή των τέκνων. 8.Εάν πρόσωπον εκ των κατά τας προηγουμένας διατάξεις του παρόντος άρθρου δικαιουμένων συντάξεων τελή εις κατάστασιν απολύτου αναπηρίας, το κατά τους ανωτέρω ορισμούς εξευρισκόμενον ποσόν συντάξεως επαυξάνεται κατά τριάκοντα εκατοστά, χωρίς η τοιαύτη επαύξησις να θίγη οπωσδήποτε τα δικαιώματα των λοιπών δικαιουμένων συντάξεως προσώπων. Έναρξις και λήξις δικαιώματος εις σύνταξιν Άρθρ.11.-«Το δικαίωμα εις σύνταξιν άρχεται δια μεν τους ησφαλισμένους από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου, καθ’ ον έλαβον χώραν τα θεμελιούντα το δικαίωμα γεγονότα και λήγει εις το τέλος του μηνός του θανάτου του ή της άρσεως της αναπηρίας δια δε τα μέλη της οικογενείας του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, από της πρώτης του μηνός του ακολουθούντος τον θάνατον αυτού και λήγει εις το τέλος του μηνός του θανάτου των δικαιούχων, ή της επελεύσεως γεγονότος συνεπαγομένου την παύσιν της καταβολής της συντάξεως κατά τας διατάξεις του παρόντος κανονισμού ή προκειμένου περί χήρας ή χήρου δια της τελέσεως νέου γάμου. «Ειδικώς επί συντάξεων τέκνων, εγγονών και προγονών, το δικαίωμα αυτών εις σύνταξιν λήγει άμα τη συμπληρώσει του 18ου έτους της ηλικίας των και προ τούτου δια τελέσεως γάμου. Τα κατά τα ανωτέρω όρια ηλικίας παρατείνονται μέχρι του 24ου έτους εφ’ όσον συνεχίζουν τας σπουδάς των εις Σχολάς Γενικής ή Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας εφ’ όσον κατά τον χρόνον της συμπληρώσεως των ως άνω ορίων ηλικίας είναι ανίκανοι προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν». Το ανωτέρω δεύτερον εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω, δια της υπ’ αριθ. 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 455) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Το δικαίωμα εις σύνταξιν των δικαιουμένων κατά το άρθρ. 2 του παρόντος μειωμένην σύνταξιν άρχεται από της πρώτης του επομένου εκείνου μηνός της υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως». Το άρθρ. 11 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’αριθ. 37604/Σ.385 της 4/13 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 262). Στερήσεις-Εκπτώσεις-αναστολαί συντάξεως Άρθρ.12.-1.Εκπίπτει του δικαιώματος προς απόληψιν συντάξεως, ο καθιστάμενος ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος, εφ’ όσον διαπιστωθή η ενοχή του δια τελεσιδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα εκ των εν άρθρ. 5 αναφερομένων, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως της οποίας θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου εξ ου έλκουν το δικαίωμα. 2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα μελών οικογενείας απόλλυται: α)Εάν ταύτα καταδικασθούν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου δια πράξιν συνεπεία της οποίας επήλθεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. β)Ως προς την χήραν σύζυγον ή μητέρα, εάν αύτη εκπέση της επιτροπείας των τέκνων της δι’ αισχράν διαγωγήν. «3.Η καταβολή των παρά του Ταμείου χορηγουμένων παροχών λόγω γήρατος αναστέλλεται εφ’ όσον ο συνταξιούχος ήθελεν αναλάβει εργασίαν ή υπηρεσίαν θεμελιούσαν υποχρέωσιν ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω εξ ης αποκερδαίνει μηνιαίως ποσόν ανώτερον του τριακονταπενταπλασίου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω, δια της υπ’ αριθ. 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 455) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Αντί της σελ. 401(γ) Σελ. 401(δ) Τεύχος 459-Σελ. 103 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.9 Δικαιολογητικά απονομής συντάξεων Άρθρ.13.-Δια την άσκησιν του δικαιώματος εις σύνταξιν ο ενδιαφερόμενος δέον όπως μετά της αιτήσεως υποβάλη τα κάτωθι δικαιολογητικά: 1.Συντάξεως γήρατος. α)Πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος δια το έτος γεννήσεως του ενδιαφερομένου. β)«Πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος περί της οικογενειακής καταστάσεως του αιτούντος εφ’ όσον ο αιτών έχει σύζυγον και τέκνα». Το εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37604/Σ.385 της 4/13 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 262). γ)Βεβαιώσεις των εργοδοτών εις ους υπηρέτησε κατά καιρούς ο ενδιαφερόμενος, εις ας αναγράφηται ο χρόνος της υπηρεσίας του, η ειδικότης και η πλήρης απασχόλησις τούτου, ως και το αντικείμενον της επιχειρήσεως του εργοδότου, εφ’ όσον εκ των τηρουμένων στοιχείων εις το Ταμείον δεν προκύπτει τούτο και είναι δυνατή η χορήγησις του πιστοποιητικού. 2.Συντάξεως αναπηρίας. α)Πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος εμφαίνον την οικογενειακήν κατάστασιν του ενδιαφερομένου εάν έχη σύζυγον ή τέκνα. β)Βεβαιώσεις των εργοδοτών εις ους υπηρέτησε κατά καιρούς ο ενδιαφερόμενος εις ας θα αναγράφηται ο χρόνος της υπηρεσίας του, η ειδικότης και η πλήρης απασχόλησις τούτου, ως και το αντικείμενον της επιχειρήσεως του εργοδότου. γ)Επίσημον αντίγραφον της συνταξιοδοτικής λόγω αναπηρίας αποφάσεως του ΙΚΑ ή βεβαίωσιν της αρμοδίας Υγειονομικής Αρχής τούτου περί της αναπηρίας του και των ποσοστών αυτής επί τοις εκατόν. 3.Συντάξεως λόγω θανάτου εις σύζυγον. α)Ληξιαρχική πράξις θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. β)Ληξιαρχική πράξις γάμου της (ή του) αιτούσης μετά του θανόντος. γ)Πιστοποιητικόν του Γραμματέως των Πρωτοδικών, περί του ότι ο γάμος δεν ελύθη και δεν ηκυρώθη δικαστικώς. δ)Ληξιαρχιακαί πράξεις γεννήσεως των ανηλίκων τέκνων. ε)Πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος περί της οικογενειακής καταστάσεως του αποβιώσαντος εφ’ όσον ο αιτών ή αιτούσα συντηρεί τέκνα, ή εφ’ όσον ο αιτών είναι χήρος εμφαίνον πλην των άλλων και ότι ούτος ήτο άπορος και ανάπηρος κατά τον χρόνον του θανάτου της ησφαλισμένης ή συνταξιούχου συζύγου του και ότι κυρίως συνετηρείτο κατά τον αυτόν χρόνον υπό της θανούσης. Σελ. 402(δ) Τεύχος 459-Σελ. 104 4.Συντάξεως λόγω θανάτου εις τέκνα. α)Ληξιαρχική πράξις θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου γονέως. β)Ληξιαρχική πράξις γεννήσεως των αιτούντων. γ)Πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως Δήμου ή Κοινότητος περί της οικογενείας την οποίαν κατέλιπεν ο θανών, εμφαίνον εκτός των άλλων, και την αγαμίαν των αιτούντων. 5.Συντάξεως λόγω θανάτου εις γονείς. α)Ληξιαρχική πράξις θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. β)Πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος περί της οικογενειακής καταστάσεως του θανόντος εις το οποίον ρητώς θα αναγράφηται και ότι οι αιτούντες συνετηρούντο κυρίως υπ’ αυτού. 6.Εις τας περιπτώσεις των παρ. 3, 4 και 5 του παρόντος δέον να υποβάληται και βεβαίωσις εργοδότου του (ή της) ησφαλισμένου θανόντος ομοία προς το εν εδαφ. β΄ της παρ. 2 του παρόντος. 7.Το Ταμείον επιφυλάσσει εις εαυτό το δικαίωμα να ζητήση την υποβολήν και ετέρων απαραιτήτων κατά την κρίσιν του στοιχείων ως και το δικαίωμα της κατ’ ουσίαν εκτιμήσεως και διερευνήσεως των ανωτέρω δικαιολογητικών προς πληρεστέραν διασφάλισιν των συμφερόντων του. 39.Η.δ.9 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) «8.α)Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών της οικογένειας τους, αποδεικνύεται με το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα, η ηλικία αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, η οποία έχει συνταχθεί ή διορθωθεί μέσα σε 90 ημέρες από τη γέννηση ή με την εγγραφή στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν. Στην περίπτωση που υπάρχουν δύο ή περισσότερες εγγραφές στα ίδια ή διαφορετικά Μητρώα Αρρένων ή Δημοτολόγια, που ισχύουν με διαφορετικό έτος γεννήσεως, λαμβάνεται υπόψη η παλαιότερη εγγραφή. Αν έχει γίνει διόρθωση ή μεταβολή του έτους γέννησης που αναγράφεται στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με οποιοδήποτε τρόπο, ως το έτος γέννησης σε όλες τις περιπτώσεις, θεωρείται αυτό που γράφτηκε πριν από τη διόρθωση ή τη μεταβολή. β)Στην περίπτωση, που δεν υπάρχει κανένα από τα στοιχεία που αναφέρονται στη παραπάνω παράγραφο, η ηλικία βεβαιώνεται με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής του άρθρ. 6 του Νόμ. 826/78 μετά από απόφαση του Ταμείου του Ασφαλισμένου. Με απόφαση της ίδιας επιτροπής βεβαιώνεται η ηλικία και στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος αμφισβητήσει την ορθότητα της εγγραφής του έτους γέννησής του, στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια, εφόσον η αμφισβήτηση αυτή στηρίζεται αποκλειστικά σε έγγραφα στοιχεία, τα οποία έχουν συνταχθεί πριν από την υπαγωγή του στην ασφάλιση. γ)Η ηλικία των, κατά το χρόνο υποβολής αιτήσεώς τους για χορήγηση ασφαλιστικής παροχής, αλλοδαπών ή ακαθόριστης υπηκοότητας ασφαλισμένων και των μελών της οικογένειας τους αποδεικνύεται με το νόμιμα θεωρημένο διαβατήριό τους ή με την ταυτότητα με την οποία τους έχει εφοδιάσει η αρμόδια αστυνομική αρχή. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, η ηλικία αποδεικνύεται με έγγραφο στοιχείο, που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους που γεννήθηκε ο δικαιούχος της παροχής, εφόσον είναι θεωρημένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα πιο πάνω πρόσωπα. δ)Ως ημερομηνία γέννησης των ασφαλισμένων και των μελών της οικογένειας τους, θεωρείται η ημερομηνία που προκύπτει, από τα στοιχεία, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3. Στην περίπτωση που η ηλικία βεβαιώνεται με απόφαση της ειδικής επιτροπής, καθώς και στην περίπτωση που από τα στοιχεία που υποβάλλονται δεν προκύπτει ακριβής ημερομηνία γέννησης, ως ημερομηνία γέννησης, θεωρείται οπωσδήποτε η 1η Ιουλίου του έτους γέννησης. Ως έτη ηλικίας λογίζονται τα συμπληρωμένα. Η παρ. 8 αντικαταστάθηκε ως άνω από την ΑΠ 113/3/Ν. 401/10-30 Οκτ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 769) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων, (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 20/17 Ιαν. 1985). Επιστροφή ατομικών εισφορών. Άρθρ.14.-«1.Ησφαλισμένοι άρρενες ή θήλεις εξελθόντες ή εξερχόμενοι της ασφαλίσεως και μη έχοντες συμπληρώσει τας απαιτουμένας προϋποθέσεις προς απόληψιν συντάξεως, δικαιούνται ούτοι, ή, εις περίπτωσιν θανάτου των, τα κατ’ άρθρ. 5 του παρόντος Κανονισμού μέλη της οικογενείας αυτών, εις άτοκον επιστροφήν των από 1.1.1945 και εφ’ εξής καταβληθεισών εις το Ταμείον ατομικών των εισφορών μετά την συμπλήρωσιν του 65ου έτους της ηλικίας των οι άρρενες και του 60ου έτους αι θήλεις, ή αφ’ ης κατέστησαν διαρκώς ανίκανοι προς εργασίαν με ποσοστόν αναπηρίας τουλάχιστον 67%. Η παρ. 1 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 455) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 113/3/351 της 11/20 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 339) ομοίας. 2.«Η κατά την προηγουμένην παράγραφον επιστροφή εισφορών χωρεί υπό την προϋπόθεσιν ότι ο παρά τω Ταμείω χρόνος ασφαλίσεως, εις ον ανάγονται αύται, δεν ελήφθη υπ’ όψιν δια την απονομήν συντάξεως εξ οιουδήποτε Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω, δια της υπ’ αριθ. 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 455) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 3.Εις περίπτωσιν καθ’ ην ησφαλισμένοι ή ησφαλισμένοι αναλαβόντες τας ατομικάς των εισφοράς συμφώνως προς τα ανωτέρω επανέλθωσιν εις την ασφάλισιν άρχεται νέα αυθύπαρκτος ασφάλισις εις ην εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να συνυπολογισθή η περίοδος δια την οποίαν επεστράφησαν αι ατομικαί εισφοραί. 4.Το δικαίωμα προς επιστροφήν των εισφορών κρίνεται βάσει των διατάξεων των ισχυουσών κατά τον χρόνον της διακοπής της ασφαλιστικής σχέσεως. «5.α)Ασφαλισμένοι του Ταμείου στους οποίους επεστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές μπορούν ν’ αναγνωρίσουν τον αντίστοιχο χρόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 13 το Νόμ. 1405/83. β)Η εξαγορά για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα διενεργείται με την καταβολή ασφαλίστρου ανερχομένου σε ποσοστό 4% στο σύνολο των αποδοχών του ασφαλισμένου που λαμβάνει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ή στις αποδοχές που προβλέπουν οι Σ.Σ.Ε. για όσους έχουν διακόψει την απασχόληση. γ)Η εξόφληση των εισφορών, διενεργείται είτε εφάπαξ, είτε σε μηνιαίες δόσεις οι οποίες δεν υπερβαίνουν τον αριθμό των μηνών που αναγνωρίζονται, οι οποίες θα πρέπει να έχουν εξοφληθεί εξ ολοκλήρου πριν από την (Αντί για τη σελ. 402,01(κ) Σελ. 402,01(λ) Τεύχος Θ33-Σελ. 73 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.9 επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου». Η παρ. 5 προστέθηκε από την 113/1581/6 Ιουλ.-8 Αυγ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 543) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 695/2-10-1984) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Έξοδα κηδείας Άρθρ.15.-«1.Σε περίπτωση θανάτου άμεσα ασφαλισμένου ή συνταξιούχου καταβάλλεται από το Ταμείο σ’ αυτούς, που επιμελήθηκαν για την κηδεία του, ποσό ίσο με 20 ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη στο ύψος που τα ημερομίσθια αυτά προβλεπόταν από τις συλλογικές συμβάσεις κατά το χρόνο θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου. 2.Σε περίπτωση θανάτου εμμέσου ασφαλισμένου ή εμμέσου συνταξιούχου καταβάλλεται από το Ταμείο σ’ αυτούς που επιμελήθηκαν για την κηδεία του, ποσό ίσο με 10 ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη στο ύψος που τα ημερομίσθια αυτά προβλεπόταν από τις συλλογικές συμβάσεις κατά το χρόνο θανάτου του εμμέσου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου». Το άρθρ. 15 αντικαταστάθηκε ως άνω από την 113/234/18 Φεβρ.-31 Μαρτ. 1986 (ΦΕΚ Β΄ 121) απόφ. Υπ. Υγείας–Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 402,02(λ) Τεύχος Θ33-Σελ. 74 39.Η.δ.9 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Δικαιολογητικά δι’ επιστροφήν εισφορών και έξοδα κηδείας Άρθρ.16.-1.Δια τους αποχωρούντας εκ του επαγγέλματος λόγω ορίου ηλικίας. Πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος περί της ηλικίας του αποχωρούντος. 2.Δια τα έξοδα κηδείας: α)Ληξιαρχική πράξη θανάτου του αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. β)Απόδειξις του Γραφείου Κηδειών εκ της οποίας θα αποδεικνύεται ότι ο αιτών επεμελήθη της κηδείας του θανόντος. γ)Το Ταμείον επιφυλάσσει εις εαυτό το δικαίωμα να ζητήση την υποβολήν και ετέρων δικαιολογητικών απαραιτήτων κατά την κρίσιν του, ως και το δικαίωμα της διερευνήσεως και κατ’ ουσίαν εκτιμήσεως των ανωτέρω δικαιολογητικών. Διαδικασία απονομής παροχών Άρθρ.17.-1.Αι πάσης φύσεως παροχαί (συντάξεις) ως και αι επιστροφαί εισφορών και τα έξοδα κηδείας, απονέμονται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εισηγήσει της αρμοδίας υπηρεσίας αυτού εφ’ όσον πληρούνται αι υπό του παρόντος Κανονισμού και της κειμένης Νομοθεσίας προϋποθέσεις και επισυνάπτονται άπαντα τα κεκανονισμένα δικαιολογητικά επί των υποβαλλομένων αιτήσεων περί απονομής συντάξεως και λοιπών παροχών. 2.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον του παρόντος άρθρου εκδιδόμεναι αποφάσεις δέον να είναι ειδικώς ητιολογημέναι και να κοινοποιώνται εν αντιγράφω εις τον ενδιαφερόμενον εντός 2 μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της αιτήσεως και εφ’ όσον αύτη συνοδεύεται υπό των απαραιτήτων πλήρων δικαιολογητικών. 3.Κατ’εξαίρεσιν των ανωτέρω, αι αποφάσεις αι αφορώσαι την αναπροσαρμογήν των συντάξεων βάσει του παρόντος Κανονισμού δύνανται να κοινοποιώνται εις τους ενδιαφερομένους εντός των προθεσμιών του άρθρ. 20 παρ. 6 του παρόντος. Εκχώρησις-Κατάσχεσις-Συμψηφισμός παροχών Άρθρ.18.-1.Απαγορεύεται η εκχώρησις ή η κατάσχεσις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων συντάξεων. 2.Μόνον προκειμένου περί διατροφής συζύγου, κατιόντων ή ανιόντων επιτρέπεται η κατάσχεσις του 1/4 τούτων κατόπιν αδείας του Προέδρου Πρωτοδικών. «3.Συμψηφισμός των υπό του Ταμείου χορηγουμένων αναδρομικώς συντάξεων και λοιπών παροχών πλην εξόδων κηδείας επιτρέπεται προς απόσβεσιν οιασδήποτε οφειλής του δικαιούχου ή του δικαιοδόχου αυτού προς το Ταμείον». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω, δια της υπ’ αριθ 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 455) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 4.Καθυστερούμεναι συντάξεις και εν γένει παροχαί οφειλόμεναι εις αποβιώσαντα δικαιούχον δύνανται να καταβληθώσι κατά σειράν υπό του Ταμείου: α)προς τον ή την σύζυγον, β)προς τα τέκνα και γ)τους γονείς του θανόντος, άνευ ευθύνης του Ταμείου έναντι τυχόν ετέρων δικαιούχων, δυναμένων να στραφώσιν μόνον κατά των λαβόντων. Παραγραφή παροχών Άρθρ.2.-1.Ο ησφαλισμένος παρά τω Ταμείω δικαιούται συντάξεως λόγω γήρατος εάν κατά την υποβολήν της αιτήσεως έχει συμπληρώσει το 65ον έτος της ηλικίας του ή η ησφαλισμένη το 60όν και επραγματοποίησε 2.500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας. Το ως άνω κατώτατον όριον ημερών εργασίας αυξάνεται προοδευτικώς εις 4.050 εν συνόλω προστιθεμένων εις τας 2.500 ημέρας εργασίας ανά 175 τοιούτων κατά μέσον όρον καθ’ έκαστον επόμενον ημερολογιακόν έτος, αρχής γενομένης από 1ης Ιαν. 1962. 2.Ο συμπληρώσας το 62ον έτος της ηλικίας του ησφαλισμένος ή το 57ον η ησφαλισμένη δικαιούται συντάξεως λόγω γήρατος εάν επραγματοποίησεν 6000 τουλάχιστον ημέρας εργασίας. Ο ανωτέρω αριθμός αυξάνεται προοδευτικώς εις 10.000 εν συνόλω προστιθεμένων εις τας 6.000 ημέρας ανά 225 τοιούτων κατά μέσον όρον καθ’ έκαστον επόμενον ημερολογιακόν έτος, αρχής γενομένης από 1ης Ιαν. 1962. «3.Εάν ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε τον υπό της παρ. 1 ή 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενον αριθμόν ημερών εργασίας, εξ ων ανά εκατόν τουλάχιστον καθ’ έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών των αμέσως προηγουμένων του έτους, καθ’ ο υποβάλλεται η αίτησις περί απονομής συντάξεως ή 700 εν συνόλω κατά την ως άνω πενταετίαν, δικαιούται συντάξεως γήρατος ηλαττωμένης κατά 1/200 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ των υπό των παρ. 1 και 2 αντιστοίχως του παρόντος άρθρου οριζομένων ορίων ηλικίας, εφ’ όσον συνεπλήρωσεν το 60όν έτος της ηλικίας του προκειμένου περί ησφαλισμένου και 55ον έτος της ηλικίας προκειμένου περί ησφαλισμένης. Ο υπολογισμός των διακοσιοστών μειώσεως της κατά τα ανωτέρω ηλαττωμένης συντάξεως, άρχεται από της υποβολής της περί απονομής συντάξεως αιτήσεως. 4.Εάν η ησφαλισμένη συνεπλήρωσεν 6.500 ημέρας εργασίας, εξ ων ανά εκατόν τουλάχιστον καθ’ έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών των αμέσως προηγουμένων του έτους καθ’ ο υποβάλλεται η αίτησις περί απονομής συντάξεως ή επτακοσίας εν συνόλω κατά την ως άνω πενταετίαν, δικαιούται συντάξεως γήρατος ηλαττωμένης κατά 1/200 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ του 57ου έτους, εφ’ όσον συνεπλήρωσεν το 52ον έτος της ηλικίας της». Οι παρ. 3 και 4 τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 1(Β) της 113/3/2939/17 Νοεμ.-8 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1097) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. Σελ. 396(ζ) Τεύχος 749-Σελ. 68 «5.α.Η έγγαμος ησφαλισμένη ή εν χηρεία ή εν διαζεύξει τελούσα, δικαιούται ηλαττωμένης συντάξεως γήρατος εφ’ όσον έχει συμπληρώσει το 50όν έτος της ηλικίας της, 5.500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εν ησφαλίσει του Ταμείου και δεν τυγχάνει συνταξιούχος του Ταμείου ή ετέρου Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως. β.Το ποσόν της συντάξεως ταύτης είναι ηλαττωμένον κατά το 1/400 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ του 60ού έτους της ηλικίας ή εκ του 57ου εφ’ όσον συνεπληρώσεν 8.475 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει του Ταμείου. Ο αριθμός ούτος των ημερών εργασίας προσαυξάνεται από 1.1.73 κατά 225 ετησίως μέχρι συμπληρώσεως των 10.000. 6.α.Η ησφαλισμένη δικαιούται ηλαττωμένης συντάξεως γήρατος, εφ’ όσον συνεπλήρωσε το 45ον έτος της ηλικίας της και 6.000 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει του Ταμείου, εξ ων 4.500 τοιαύτας υπό την ιδιότητα της πωλητρίας, προς ην εξομοιούνται και αι ταμίαι και αι αποσχολούμεναι εις την παράδοσιν των πωλουμένων ειδών υπάλληλοι. β.Το ποσόν της συντάξεως ταύτης είναι ηλαττωμένον κατά το 1/400 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ του 60ού έτους της ηλικίας ή εκ του 57ου, εφ’ όσον συνεπλήρωσεν 8.475 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει του Ταμείου. Ο αριθμός ούτος των ημερών εργασίας προσαυξάνονται από 1.1.73 κατά 225 ετησίως μέχρι συμπληρώσεως 10.000». Η παρ. 5 και η προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 39685/Σ.329 της 11 Μαΐου/8 Ιουν. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 356) αποφ. Υπ. Εργασίας παρ. 6, ετροποποίηθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 455) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «7.Ο ησφαλισμένος ή η ησφαλισμένη δικαιούται συντάξεως εάν συμπλήρωσε στο Ταμείο τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρ. 10 του Νόμ. 825/78, εφαρμοζομένων, αναλόγως και των διατάξεων των παρ. 2 και 5 του ιδίου άρθρου». Η παρ. 7 προστέθηκε από την 113/3/1683/6 Ιουλ.-14 Σεπτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 792) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. 39.Η.δ.9 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Συντάξις λόγω αναπηρίας Άρθρ.19.-1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν, έξοδα κηδείας και επιστροφήν εισφορών παραγράφεται μετά παρέλευσιν πενταετίας από της γενέσεώς του. 2.Απαιτηταί δόσεις συντάξεως μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας καθ’ ην κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται. 3.Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις αναδρομικώς δια χρόνον μακρότερον των 12 μηνών από της χρονολογίας καθ’ ην υπεβλήθη εις το Ταμείον η αίτησις περί συνταξιοδοτήσεως μετά των απαιτουμένων κατά τον παρόντα Κανονισμόν πλήρων δικαιολογητικών. Εν περιπτώσει μη υποβολής απάντων των δικαιολογητικών το βραδύτερον εντός 3 μηνών από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως, τότε το ανωτέρω δωδεκάμηνον άρχεται από της μετά το 3μηνον υποβολής του τελευταίου δικαιολογητικού. 4.Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως. «5.Εν περιπτώσει απορρίψεως αιτήσεως απονομής παροχών δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δεν δύναται ο ενδιαφερόμενος να επανέλθη επ΄ αυτής μετά την πάροδον εξαμήνου από της κοινοποιήσεως της ανωτέρω αποφάσεως, εκτός αν ήθελε υποβάλει νέα κρίσιμα στοιχεία, οπότε όμως η αίτησις αύτη αποτελεί αυθύπαρκτον και αυτοτελή τοιαύτην δια την επέλευσιν των εξ αυτής απορρεουσών νομίμων συνεπειών». Η παρ. 5 προσετέθη, δια της υπ’ αριθ. 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 )ΦΕΚ Β΄ 455) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Μετά τη σελ. 402,02(κ) Σελ. 402,0201 Τεύχος Ζ22-Σελ. 111 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.9 39.Η.δ.9 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.20.-Αι διατάξεις του παρόντος Κανονισμού εφαρμόζονται και επί των προ της δημοσιεύσεως αυτού οπωσδήποτε εξελθόντων της υπηρεσίας υπό τον όρον ότι, δεν καθιστώσι χείρονα την θέσιν τούτων. 2.Η κατά τ’ ανωτέρω αναπροσαρμογή των χορηγουμένων συντάξεων γίνεται επί τη βάσει του συνταξίμου μισθού, τον οποίον ελάμβανον οι συνταξιούχοι, κατά την αποχώρησίν των εκ του επαγγέλματος και του συνταξίμου χρόνου, τον οποίον είχον συμπληρώσει εν τη ασφαλίσει του Ταμείου κατά την αποχώρησίν των εκ του επαγγέλματος. 3«Εάν εκ της αναπροσαρμογής προκύπτη ποσόν συντάξεως μικρότεορν του λαμβανομένου κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, δύναται το λαμβανόμενον ν’ αυξάνηται κατά ποσοστόν καθοριζόμενον υπό του Δ.Σ. και μέχρι 10% κατ’ ανώτατον όριον». Η παρ. 3 ετροποποήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37604/Σ.385 της 4/13 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 262). 4.Η καταβολή των αναπροσαρμοζομένων κατά τ’ ανωτέρω συντάξεων βάσει του παρόντος άρχεται από της 1ης του επομένου μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος. 4.Πρόσωπα άτινα δεν εδικαιούντο συντάξεως βάσει των προϊσχυσασών διατάξεων, δικαιούνται δε τοιαύτης, βάσει των διατάξεων του παρόντος, υποχρεούνται όπως ασκήσωσι το δικαίωμά των τούτο υποβάλλοντες σχετικήν αίτησιν προς το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 1 έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως προς απονομήν αυτοίς συντάξεως. Εις το επίσημον κείμενον υπάρχουν δύο παράγραφοι 4. Εν τη περιπτώσει ταύτη η σύνταξις άρχεται καταβαλλομένη από της 1ης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως του παρόντος Κανονισμού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5.Η αναπροσαρμογή των συντάξεων των μέχρι της ισχύος του παρόντος συνταξιούχων γενήσεται αυτεπαγγέλτως υπό του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου εντός προθεσμίας 1 έτους από της ισχύος του παρόντος κατά σειράν της προτεραιότητος εκδόσεως της δι’ ης συνεταξιοδοτήθησαν αποφάσεως του Δ.Σ. Η προθεσμία αύτη δύναται να παραταθή επί 6 το πολύ μήνας εισέτι δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. 6.Θήλεις ησφαλισμένοι του Ταμείου εξελθούσαι του επαγγέλματος ή μέλλουσαι να εξέλθουν μέχρι 31.12.1965 δικαιούνται συντάξεως ηλαττωμένης κατά 20%. Εφ’ όσον συνεπλήρωσαν κατά την έξοδόν των το 52ον έτος της ηλικίας και 6.300 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει ή το 51ον έτος της ηλικίας και 6.500 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει, ή το 50όν έτος της ηλικίας και 6.700 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει ή το 49ον έτος της ηλικίας και 6.900 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει, ή το 48ον έτος της ηλικίας και 7.100 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει, ή το 47ον έτος της ηλικίας και 7.300 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει, ή το 46ον έτος της ηλικίας και 7.500 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει, και υποβάλουν την περί απονομής συντάξεως αίτησίν των το βραδύτερον μέχρι 31.12.1966. «7.Η υπό της παρ. 4 του παρόντος άρθρου οριζομένη προθεσμία παρατείνεται αφ’ ης έληξε και μέχρι της 31 Δεκ. 1963». Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 17716/Σ.214 της 6 Μαρτ./2 Απρ. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 140). «7.Από της ισχύος του παρόντος Κανονισμού Παροχών, το υπό της υπ’ αριθ. 50855/1947 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας προβλεπόμενον ειδικόν μηνιαίον επίδομα φυματικού εκ δραχ. 100 εξακολουθεί καταβαλλόμενον εις τους λόγω φυματιώσεως συνταξιούχους του Ταμείου». Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 37604/Σ.385 της 4/13 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 262). «Η υπό της παρ. 4(δις) του παρόντος άρθρου οριζομένη προθεσμία παρατείνεται, αφ’ ης έληξεν και επί έν έτος από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Η εντός « » τελευταία διάταξις προσετέθη δια της υπ ’αριθ. 91507/Σ.698 της 19/30 Οκτ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 717). Άρθρ.21.-1.Συνιστάται παρά τω Ταμείω Κλάδος Προνοίας δια την χορήγησιν εφ’ άπαξ χρηματικού βοηθήματος εις ησφαλισμένους παρ’ αυτώ εξερχομένους οριστικώς του επαγγέλματος εμποροϋπαλλήλου. 2.Ο τρόπος λειτουργίας του Κλάδου Προνοίας και οι όροι και αι προϋποθέσεις χορηγήσεως του εφ’ άπαξ βοηθήματος ως και το ποσόν αυτού ορισθήσονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης μετά γνώμης του ΣΚΑ υπό του Υπουργού Εργασίας. Άρθρ.22.-Η παρούσα δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. (Μετά την σελ. 402,02(ε) Σελ. 402,021 Τεύχος 459-Σελ. 107 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.9 39.Η.δ.9 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Άρθρ.3.-1.Ο ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως, λόγω αναπηρίας εάν κατέστη ανάπηρος κατά την έννοιαν της παρ. 3 και επραγματοποίησε χιλίας πεντακοσίας τουλάχιστον ημέρας εργασίας, εξ ων 300 τουλάχιστον εντός των πέντε ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου καθ’ ο κατέστη ανάπηρος ή επραγματοποίησε τον υπό των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 2 απαιτούμενον αριθμόν ημερών εργασίας. «2.Ο ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως ανεξαρτήτως της συμπληρώσεως ή μη των εν παρ. 1 του παρόντος χρονικών προϋποθέσεων, εάν το γεγονός το θεμελιούν το εις σύνταξιν δικαίωμα οφείλεται εις βίαιον συμβάν επελθόν κατά την εκτέλεσιν της εργασίας ή εξ αφορμής ταύτης ή εις επαγγελματικήν ασθένειαν». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2(Β) της 113/3/2939/17 Νοεμ.-8 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1097) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. 3.«Ο ησφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος κατά την έννοιαν των προηγουμένων παραγράφων, εάν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής εξαμήνου τουλάχιστον κατ’ ιατρικήν πρόβλεψιν διαρκείας και άμα τη λήξει της υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταβολής επιδόματος ασθενείας δεν δύναται να κερδίζη δι’ εργασίας ανταποκρινομένης εις τας δυνάμεις, τας δεξιότητας, την μόρφωσιν και την συνήθη αυτού επαγγελματικήν απασχόλησιν πλέον του τρίτου όπερ συνήθως κερδίζει εν τη αυτή περιφερεία και επαγγελματική κατηγορία σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος της αυτής μορφώσεως». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37604/Σ.385 της 4/13 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 262). 4.Η ύπαρξις της κατά τ’ ανωτέρω αναπηρίας βεβαιούται δια γνωμοδοτήσεως των κατά τόπους Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της Νομοθεσίας του ΙΚΑ ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν, τας προθεσμίας και διαδικασίαν ασκήσεως ενδίκων μέσων. «5.Η σύνταξις λόγω αναπηρίας μετατρέπεται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εις σύνταξιν λόγω γήρατος από της συμπληρώσεως προκειμένου μεν περί αρρένων του 65ου προκειμένου δε περί θηλέων του 60ού έτους της ηλικίας. Εάν εκ της μετατροπής προκύπτη ποσόν συντάξεως μικρότερον του λαμβανομένου, εξακολουθεί καταβαλλόμενον το ποσόν της λαμβανομένης συντάξεως». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 96542/Σ.1292 της 22 Δεκ. 1962/9 Ιαν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 4). 6.Εάν ο ησφαλισμένος κατέστη ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος, αποδεικνύεται δε η ενοχή του δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως, δεν δικαιούται συντάξεως αναπηρίας, εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα εκ των εις το άρθρ. 5 του παρόντος αναφερομένων, ταύτα δικαιούνται συντάξεως, ης θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου. Επίδομα αναπροσαρμογής Άρθρ.4.-Εάν ο ησφαλισμένος δύναται να κερδίζη υπό τας εν άρθρ. 3 οριζομένας προϋποθέσεις και όρους πλέον μεν του τρίτου, ουχί όμως και των 2/3 εκείνου όπερ κερδίζει σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος, δικαιούται εφ’ όσον είχε συμπληρώσει και τον υπό της παρ. 1 του άρθρ. 3 απαιτούμενον αριθμόν ημερών εργασίας ή ανεξαρτήτως ημερών εργασίας εν περιπτώσει βιαίου συμβάντος κατά την έννοιαν της παρ. 2 του αυτού άρθρου ειδικού επιδόματος αναπροσαρμογής, ίσου προς το ποσόν της ης θα εδικαιούτο συντάξεως λόγω αναπηρίας. Το επίδομα τούτο καταβάλλεται αδιαφόρως ασκήσεως παρά του επιδοματούχου οιασδήποτε εξηρτημένης ή αυτοτελούς απασχολήσεως και επί μίαν διετίαν το πολύ. «Το επίδομα τούτο εξακολουθεί να καταβάλληται και πέραν της διετίας, υφ’ ας προϋποθέσεις εκάστοτε καταβάλληται και υπό του Ι.Κ.Α. εις την περίπτωσιν ταύτην». Η εντός « » παράγραφος προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 95386/Σ.957 της 14/23 Δεκ. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Σύνταξις λόγω θανάτου Άρθρ.5.-Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής ή ησφαλισμένου έχοντος πραγματοποιήσει τουλάχιστον 1500 ημέρας εργασίας, εξ ων 300 τουλάχιστον εντός των 5 ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου καθ’ ο επήλθεν ο θάνατος ή ησφαλισμένου έχοντος πραγματοποιήσει τον υπό της παρ. 1 του άρθρ. 2 απαιτούμένον αριθμόν ημερών εργασίας, ή ανεξαρτήτως αριθμού ημερών εργασίας εφ’ όσον ο θάνατος του ησφαλισμένου οφείλεται εις εργατικόν ατύχημα, δικαιούνται συντάξεως κατά τας επομένας παραγράφους: α)Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, ου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. β)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα ων η υιοθεσία έλαβε χώραν 1 τουλάχιστον έτος προ του θανάτου του ησφαλισμένου ή της χορηγήσεως (Αντί για τη σελ. 397(ε) Σελ. 397(ζ) Τεύχος 749-Σελ. 69 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.9 συντάξεως εις συνταξιούχον θετόν πατέρα, και τα οποία δεν λαμβάνουσιν οπωσδήποτε σύνταξιν εκ του Ταμείου, και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα. γ)«Οι κατά τον χρόνον του θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου (ησφαλισμένης ή συνταξιούχου) ορφανοί πατρός τε και μητρός έγγονοι και προγονοί, εφ’ όσον πάντες ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος ή της θανούσης». Το εδάφ. γ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37604/Σ.385 της 4/13 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 262), ως διωρθώθη δια διορθ. ημαρτημένων εν ΦΕΚ Β΄ 295 της 4 Ιουλ. 1963. δ)Οι γονείς εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα ή την θανούσαν. 2.Η χήρα ή ο χήρος δεν δικαιούνται συντάξεως. Α)Εάν ο θάνατος του ησφαλισμένου συζύγου ή της ησφαλισμένης συζύγου επήλθεν προ της παρόδου 6 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός: α)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα εργατικόν ή πολεμικόν. β)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και Β)Εάν ο θανών ή θανούσα ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός αν και εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω αναφερομένων υπό στοιχ. α΄, β΄ και γ΄. 3.Πάντα τα δικαιώματα τα γενόμενα λόγω θανάτου, γεννώνται και λόγω αφανείας, εφαρμοζομένων των σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικος. Πραγματική και συντάξιμος Υπηρεσία Άρθρ.6.-Ως συντάξιμος υπηρεσία λογίζεται: 1.Η πραγματική εν ασφαλίσει υπηρεσία, ήτοι: α)Η διανυθείσα εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσία ησφαλισμένου, δι’ ην κατεβλήθησαν ή εβεβαιώθησαν ασφαλιστικαί εισφοραί, από μεν της ιδρύσεως αυτού και εφεξής δια τας περιφερείας τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, Θεσσαλονίκης και Πατρών, από δε της επεκτάσεως της ασφαλίσεως εις τας λοιπάς πόλεις της χώρας και εφεξής. β)«Η αναγνωρισθείσα δι’ εξαγοράς ως ασφαλιστέα, κατ’ άρθρ. 3 του Καταστατικού Λειτουργίας του Ταμείου, υπηρεσία ησφαλισμένου ή εμπίπτουσα από μεν της ιδρύσεως αυτού μέχρι και της 31ης Οκτ. 1944 δια τας περιφερείας τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, Θεσσαλονίκης και Πατρών. Από δε της 1.1.42 μέχρι και της 31.10.44 δια τας περιφερείας Βόλου και Καλαμών». Το εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37604/Σ.385 της 4/13 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 262). Σελ. 398(ζ) Τεύχος 749-Σελ. 70 «2.Η αναγνωρισθείσα δι’ εξαγοράς ως ασφαλιστέα, κατά το άρθρ. 3 του Καταστατικού Λειτουργίας του Ταμείου Υπηρεσία Ησφαλισμένου, η διανυθείσα εις τας περιφερείας τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, Θεσ/νίκης και Πατρών προ της ιδρύσεως του Ταμείου 1.7.1939, μη δυναμένη να υπερβή την πενταετίαν, και εφ’ όσον ο χρόνος της πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας δεν επαρκεί δια την απονομήν του κατωτάτου ορίου της πλήρους συντάξεως». Η παρ. 2 προσετέθη και αι επόμεναι παρ. 2, 3 και 4 ηριθμήσθησαν αντοιστοίχως εις 3, 4 και 5 δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 113/3/351 της 11/20 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 339) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «2.α.Η αναγνωρισθείσα δι’ εξαγοράς ως ασφαλιστέα κατά το άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου υπηρεσία ησφαλισμένου, η διανυθείσα εις τας λοιπάς πλην τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, Θεσσαλονίκης, Πατρών, Βόλου και Καλαμάτας Περιφερείας της Χώρας, προ της εις αυτάς, επεκτάσεως της ασφαλίσεως του Ταμείου μη δυναμένη να υπερβή την 10ετίαν και εφ’ όσον ο χρόνος της πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας δεν επαρκεί δια την απονομήν του κατωτάτου ορίου πλήρους συντάξεως. β)(Καταργήθηκε από την παρ. 3(Β) της 113/3/2939/17 Νοεμ.-8 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1097) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών). Αι παρ. 2 και 3 τροποποιηθείσαι δια της υπ’ αριθ. 37604/Σ.385 της 4/13 Ιουν. 1963 (ΦΕΚ Β΄ 262) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθησαν εκ νέου ως άνω λαμβάνουσαι αρίθμησιν 2 των επομένων παρ. 4 και 5 αριθμουμένων 3 και 4 αντιστοίχως δια της υπ’ αριθ. 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 455) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 3(4).Η αναγνωρισθείσα δι’ εξαγοράς υπηρεσία ησφαλισμένου η διανυθείσα υπ’ αυτού μετά την υπαγωγήν του εις την ασφάλισιν του Ταμείου εν τω στρατώ ξηράς, αέρος και θαλάσσης, ως εφέδρου ή κληρωτού ή εθελοντού, μη δυναμένη να υπερβή τας 600 ημέρας. 4(5).Το σύνολον της δυναμένης να αναγνωρισθή προϋπηρεσίας εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβή τας 3.000 ημέρας εργασίας. 39.Η.δ.9 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) «4.Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν ο ησφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει εις την ασφάλισιν του Ταμείου ολιγωτέρας ημέρας εργασίας από τας προβλεπομένης υπό της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Κανονισμού Παροχών δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως γήρατος, καταβάλλεται μέρος του υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζομένου βασικού ποσού, ανάλογον των πραγματοποιηθεισών ημερών ασφαλίσεως εις το Ταμείον προς τον απαιτούμενον αριθμόν δια την καταβολήν του βασικού ποσού». Η παρ. 4 προστέθηκε από την 113/3/1126/23 Μαΐου-4 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 511) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. Εξαγορά προϋπηρεσίας Άρθρ.7.-«1.Η εξαγορά της κατά τ’ ανωτέρω υπηρεσίας ενεργείται προκειμένου περί ενεργώς ησφαλισμένων, δια της καταβολής υπ’ αυτών εις το Ταμείον, ολοκλήρου της εις τον αναγνωριζόμενον χρόνον αναλογούσης εισφοράς εργοδότου και ησφαλισμένου, υπολογιζομένης βάσει των μηνιαίων αποδοδών τας οποίας λαμβάνει ούτος κατά τον χρόνον της καταβολής του ποσού της εξαγοράς και του ισχύοντος εκάστοτε ποσοστού ασφαλίστρου». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 455) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «2.Η καταβολή του ποσού της εξαγοράς διενεργείται κατά μηνιαίας δόσεις, ων ο αριθμός οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., δεν δύναται να είναι ανώτερος των 60, ισχύει δε δια την είσπραξιν τούτων ο κώδιξ εισπράξεως Δημοσίων εσόδων κατά τα εν άρθρ. 36 του καταστατικού οριζόμενα». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 4(Β) της 113/3/2939/17 Νοεμ.-8 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1097)αποφ. Υπ. Κοιωνικών Υπηρεσιών. 3.Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως ή θανάτου ησφαλισμένου προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του ποσού της εξαγοράς το υπολειπόμενον ποσόν παρακρατείται εκ της χορηγητέας εις τούτον ή τους δικαιούχους του συντάξεως. Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου δικαιουμένου εις αναγνώρισιν προϋπηρεσίας ο υπολογισμός του ποσού της εξαγοράς ενεργείται βάσει των αποδοχών τας οποίας ελάμβανεν ο θανών ή θα ελάμβανε, κατά την κρίσιν του Δ.Σ., εάν απησχολήτο κατά την ημέραν ισχύοντος ασφαλίστρου εργοδότου και ησφαλισμένου. Η καταβολή του ως άνω ποσού της εξαγοράς ενεργείται και εν τη περιπτώσει ταύτη κατά μηνίαιας δόσεις, ων ο αριθμός ορίζεται υπό του Δ.Σ. και δεν δύναται να είναι ανώτερος των 60 και αι οποίαι παρακρατούνται υποχρεωτικώς εκ της συντάξεως. 5.Ησφαλισμένοι, συνταξιούχοι και δικαιοδόχοι αυτών δικαιούμενοι κατά τα ανωτέρω εις αναγνώρισιν υπηρεσίας, δύνανται να ενασκήνωσι το δικαίωμά των τούτο οποτεδήποτε μέχρι της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως και μετ’ αυτήν εντός 2 μηνών από της υποβολής της περί συνταξιοδοτήσεως αιτήσεως το βραδύτερον, υποβάλλοντες προς τούτο σχετικήν αίτησιν προς το Ταμείον μετά των προβλεπομένων υπό του παρόντος Κανονισμού δικαιολογητικών. «6.Συνταξιούχοι του Ταμείου ή δικαιοδόχοι αυτών μη ασκήσαντες το δικαίωμα αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας εντός της υπό της προηγουμένης παραγράφου οριζομένης διμήνου προθεσμίας από της υποβολής της περί συνταξιοδοτήσεως αιτήσεως, δύνανται να ασκήσουν τούτο μέχρι και της 31.12. 1965». Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 10617/Σ/122 της 20 Φεβρ./13 Μαρτ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 183). Δικαιολογητικά αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας Άρθρ.8.-1.Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά δια την απόδειξιν της προς αναγνώρισιν υπηρεσίας καθορίζονται ως ακολούθως: α)Βεβαίωσις των εργοδοτών παρ’ οις ο ενδιαφερόμενος υπηρέτησεν. Εις την βεβαίωσιν θα αναφέρηται ο χρόνος της υπηρεσίας του ενδιαφερομένου, η ειδικότης και η πλήρης απασχόλησις τούτου ως και το αντικείμενον της επιχειρήσεως του εργοδότου. β)Υπεύθυνος δήλωσις του αιτούντος περί του ότι η υπηρεσία ης αιτείται η αναγνώρισις δεν υπελογίσθη παρ’ ετέρου ασφαλιστικού φορέως επικουρικής ασφαλίσεως. γ)Πιστοποιητικόν της αρμοδίας Στρατιωτικής Υπηρεσίας περί του χρόνου της υπηρεσίας του ησφαλισμένου εν των Στρατώ, δια την περίπτωσιν αναγνωρίσεως της Στρατιωτικής υπηρεσίας ως συνταξίμου. δ)Προκειμενου περί αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας αναγομένης εις χρόνον καθ’ ον ελειτούργει ή λειτουργεί το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων εις τον τόπον απασχολήσεως του μισθωτού βεβαίωσις του Ιδρύματος, η οποία είναι επικρατεστέρα παντός άλλου δικαιολογητικού. 2.«Το Δ.Σ. του Ταμείου επιφυλάσσει εις εαυτό το δικαίωμα να ζητήση την υποβολήν και ετέρων κατά την κρίσιν του στοιχείων, ως και το δικαίωμα της κατ’ ουσίαν εκτιμήσεως και διευρευνήσεως των ανωτέρω δικαιολογητικών προς πληρεστέραν διασφάλισιν των συμφερόντων του Ταμείου». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37604/Σ.385 της 4/13 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 262). (Αντί για τη σελ. 399(ρ) Σελ. 399(σ) Τεύχος 1203-Σελ. 41 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.9 Ποσόν συντάξεως γήρατος και αναπηρίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.