📄 Κείμενο νόμου
3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 35494/4335 της 30/30 Ιουν. 1948 Περί εγκρίσεως Κανονισμού Παροχών του Ταμείου Επικ. Ασφαλίσεως του Υπαλληλικού και υπηρετικού Προσωπικού Εταιριών Τσιμέντων. Έχοντες υπ’ όψιν: 1.Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2.Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος «περί οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του Ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής». 3.Πρότασιν του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως υπαλληλικού και Υπηρετικού Προσωπικού Εταιριών Τσιμέντων, υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 24/1947 αναφοράς του. 4.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. Πρωτ. ΣΚΑ 89 Συνεδρ. 41η 18η της 29.4.47 και 12.8.47). Αποφασίζομεν Εγκρίνομεν τον Κανονισμόν Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως του Υπαλληλικού Προσωπικού των Ανων. Εταιριών Τσιμέντων, εξ άρθρ. 16, έχοντα ούτω: Άρθρ.8.-1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως των δικαιουμένων τοιούτης μελών οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ορίζεται εις ποσοστόν της κατά το άρθρ. 6 του παρόντος συντάξεως την οποίαν θα ελάμβανεν ο θανών συνταξιούχος ή θα εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος αν κατά τον χρόνον του θανάτου του καθίστατο ανάπηρος, κατανεμόμενον ως κατωτέρω: α)Εις την χήραν ή τον χήρον σύζυγον άνευ τέκωνων τα 60%. β)Εις την χήραν ή τον χήρον σύζυγον μεθ’ ενός τέκνου το 70% μετά δυο τέκνων τα 80% και μετά πλειόνων των δύο τέκνων το 90% του επί πλέον της κατά το πρηγούμενον εδάφιον συντάξεως της χήρας ή του χήρου ποσόν κατανεμόμενον μεταξύ των τέκνων κατ’ ισομοιρίαν. γ)Εις έν τέκνον ορφανόν εξ’ αμφοτέρων των γονέων το 40% εις δύο εξ αμφοτέρων των γονέων ορφανά τέκνα τα 60% και επί πλειόνων των δύο τα 80% του ποσού της συντάξεως κατανεμομένου εν τη περιπτώσει ταύτη μεταξύ των τέκνων κατ’ ισομοιρίαν. δ)Εις την χήραν μητέρα συντρέχουσαν μετά χήρου ή χήρας συζύγου και τέκνων τα 20%, εις την χήραν μητέρα άνευ χήρου ή χήρας συζύγου και τέκνων τα 50%, και εις την χήραν μητέρα συντρέχουσαν μετά χήρου ή χήρας συζύγου άνευ τέκνων ή μετά τέκνων άνευ ή χήρου συζύγου τα 30%. ε)Εις έκαστον γονέα συντρεχόντων αμφοτέρων ή εις μόνον τον πατέρα τα 30%. «ς.Εις εκάστην αδελφήν το 30%, εις πλείονας δε το 50% κατ’ ανώτατον όριον, κατανεμόμενον κατ’ ισομοιρίαν. Το εδάφ. ς΄ προσετέθη δια της παρ. 6 της υπ’ αριθ. 109/3/4840 της 29 Σεπτ./5 Οκτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1189) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 2.Οσάκις λόγω της συνδρομής πλειόνων μελών οικογενείας το ποσόν της συνολικής συντάξεως της οποίας ταύτα δικαιούνται υπερβαίνει το ποσόν της κατά την παρ. 1 συντάξεως του θανόντος το ποσοστόν της συντάξεως εκάστου μέλους οικογενείας μειούται κατ’ αναλογίαν. 3.Μειουμένου του αριθμού των δικαιουμένων συντάξεως μελών οικογενείας λόγω της εξ οιασδήποτε αιτίας λήξεως του επί τούτου δικαιώματος ή αναστολής της καταβολής συντάξεως, το ποσόν της συντάξεως εκάστου αναπροσαρμόζεται αναλόγως. 4.Προκειμένου περί μελών οικογενείας τελούντων εις κατάστασιν χρήζουσαν την συμπαράστασιν ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία) το ποσόν της συντάξεως προσαυξάνεται κατά 50% της προσαυξήσεως ταύτης μη λαμβανομένης υπ’ όψιν εν τη εφαρμογή της περιοριστικής διατάξεως της παρ. 2 του παρόντος. Επιστροφή Εισφορών Άρθρ.8α.-«1.Ησφαλισμένοι εξελθόντες ή εξερχομένοι της ασφαλίσεως, και μη δικαιούμενοι συντάξεως, δικαιούνται εις άτοκον επιστροφήν των καταβληθεισών εις το Ταμείον ατομικών εισφορών των μετά την συμπλήρωσιν του 60ου έτους της ηλικίας των ή αφ’ ης κατέστησαν ανίκανοι προς εργασίαν με ποσοστόν αναπηρίας 50% τουλάχιστον. Εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου δικαιούνται της τοιαύτης επιστροφής τα κατά τα άρθρ. 7 του παρόντος Κανονισμού μέλη οικογενείας αυτών. «2.Οι ανωτέρω δικαιούνται και επιστροφής της αναλογούσης δια τον ησφαλισμένον εισφοράς, ήν κατέβαλον δια τον χρόνον της πραγματικής εν ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίας των ως και δι’ εξαγοράν προϋπηρεσίας, «περί ων τα άρθρ. 5 και 10 του παρόντος Κανονισμού Ασφαλιστικών Παροχών». Το άρθρ. 8α προστεθέν δια της παρ. 6 της υπ’ αριθ. 109/3/1596 της 5/14 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 448) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 109/3/4840 της 29 Σεπτ./5 Οκτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1189) ομοίας. Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 109/3/214 της 29 Ιαν./11 Φεβρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 177) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «3.α.Η αναγνώριση και εξαγορά του χρόνου ασφάλισης στον Κλάδο Συντάξεων του Ταμείου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νομ. 1405/83, για τον οποίο έχουν επιστραφεί οι ασφαλιστικές εισφορές, πραγματοποιείται ύστερα από σχετική αίτηση του ασφαλισμένου, με την καταβολή πρόσθετης εισφοράς εκ ποσοστού 2,5% επί των αποδοχών που υπόκεινται σε κρατήσεις κατά το χρόνο υποβολής της αιτησής του, εφόσον αυτές δεν είναι κατώτερες από τις αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη, για το ίδιο χρονικό διάστημα. β.Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν απασχολείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή έχει αλλάξει επάγγελμα τότε η παραπάνω εισφορά υπολογίζεται επί των αποδοχών της τελευταίας απασχόλησής του, εφόσον αυτές δεν είναι κατώτερες από τις αποδοχές του ανιδείκευτου εργάτη, που ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. γ.Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς που προκύπτει, πραγματοποιείται είτε εφάπαξ, είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες θα είναι τόσες, όσος ο αριθμός των μηνών που αναγνωρίζονται και όχι οπωσδήποτε περισσότερες από 36. (Αντί για τη σελ. 445(θ) Σελ. 445(ι) Τεύχος Η33-Σελ. 111 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.3 δ.Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής δόσης πέρα από 6 μήνες χάνεται το δικαίωμα για αναγνώριση του χρόνου που αντιστοιχεί τόσο στις μη εξοφληθείσες όσο και στις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις. Στην περίπτωση αυτή ως χρόνος ασφάλισης αναγνωρίζεται μόνο ο χρόνος που αντιστοιχεί τόσο στις δόσεις που εξοφλήθηκαν. ε.Στην περίπτωση ρύθμισης εξόφλησης του ποσού της εξαγοράς σε δόσεις δε θα καταβάλλεται η σύνταξη, αν αυτές δεν έχουν εξοφληθεί πλήρως. στ.Η διαπίστωση του χρόνου ασφάλισης για τον οποίο επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και η ανάληψη τούτων, γίνονται από τα στοιχεία που τηρούνται στο Ταμείο». Η παρ. 3 προστέθηκε από την 109-3/Ν. 553/7-29 Νοεμ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 844) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 446(ι) Τεύχος Η33-Σελ.112 39.Η.η.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) Έξοδα κηδείας «Άρθρ.9.-1.Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ταμείου χορηγούνται έξοδα κηδείας σε αυτό που επιμελήθηκε της κηδείας. 2.Το ποσό που καταβάλλει το Ταμείο ορίζεται ίσο με το 10/πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη όπως αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία θανάτου του ασφαλισμένου». Το μέσα σε « » άρθρ. 9 αντικαταστάθηκε ως άνω από την με αριθμ 7/1295/23 Ιουλ.-12 Αυγ. 1998 (ΦΕΚ Β΄ 831) απόφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Επιστροφή εισφορών Άρθρ.10.-1.«α. Ησφαλισμένοι έχοντες πραγματοποιήσει 10ετή τουλάχιστον πραγματικήν εν τω Ταμείω ασφάλισιν, δύνανται, τη αιτήσει των υποβαλλομένη εις το Ταμείον εντός τριετίας το αργότερον από της διακοπής της εργασίας των, ν’ ασφαλισθώσιν προαιρετικώς. β.Η έναρξις της τοιαύτης ασφαλίσεως των, δύναται ν’ ανατρέξη από της επομένης της διακοπής της εργασίας των. «γ.Ησφαλισμένοι απολέσαντες το δικαίωμα συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως των δύνανται τη αιτήσει των υποβαλλομένη εντός έτους από της ισχύος της παρούσης να συνεχίσουν ταύτην από της υποβολής της άνω αιτήσεως των και εφ’ ης. Ο απολεσθείς χρόνος από της διακοπής της αυτασφαλίσεως θα ληφθή υπ’ όψιν, αποκλειστικά και μόνον δια την συμπλήρωσιν της τριετίας από της οποίας διπλασιάζονται αι εισφοραί κατά τα εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενα» Η παρ. 1 συμπληρωθείσα δια της υπ’ αριθ. 109/3/368 της 28 Φεβρ./12 Μαρτ.1975 (ΦΕΚ Β΄ 305) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 109/3/2021 της 20 Ιουν./2 Αυγ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 807) ομοίας. Τα εδάφ. γ΄ και δ΄ αντικατεστάθησαν δια του ανωτέρω εδάφ. γ΄ δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 109/3/1166 της 20/26 Μαΐου 1978 (ΦΕΚ Β΄ 491). «2.Ο ασφαλισμένος, που με βάση τα παραπάνω έχει υποβάλει αίτηση για προαιρετική ασφάλισή του, έχει υποχρέωση να καταβάλει κάθε μήνα στο Ταμείο κατά την πρώτη τριετία της ασφαλίσεώς του αυτής τις εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, όπως ισχύουν κάθε φορά και για τους δύο Κλάδους, υπολογιζόμενες με βάση το ποσό του μέσου όρου των πάσης φύσεως αποδοχών του τελευταίου εικοσιτετραμήνου πριν από τη διακοπή της εργασίας. Μετά την παρέλευση της τριετίας και για όσο χρονικό διάστημα συνεχίζεται η προαιρετική ασφάλιση οι εισφορές αυτές διπλασιάζονται». Το μέσα σε « » πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. 6 της παρ. Β΄ της με αριθμ. 109/72/24-31 Ιαν. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 60) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Η παρ. 2 τροποποιηθείσα δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 109/3/1596 της 5/14 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 448) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 9 της υπ’ αριθ. 109/3/4840 της 29 Σεπτ./5 Οκτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1189) ομοίας. «Από της πρώτης του μεθεπομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός, αι ανωτέρω αποδοχαί, εφ’ ων υπολογίζονται αι ασφαλιστικαί εισφοραί, δια την προαιρετικήν ασφάλισιν αναπροσαρμόζονται αυξανόμεναι κατά το ποσόν της εκάστοτε αυξήσεως, του κατωτάτου ορίου συντάξεως λόγω γήρατος, επιφυλασσομένης πάντως της διατάξεως του εδαφ. α΄, του αρθρ. 7 του Καταστατικού Ταμείου. Κατά την πρώτην εφαρμογήν της παρούσης αι αποδοχαί των υπαχθέντων εις την προαιρετικήν ασφάλισιν μέχρι 31/12/1974, προσαξαύνονται κατά ποσοστόν 20%. Το ανωτέρω εντός « » δεύτερον εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 109/3/214 της 29 Ιαν./11 Φεβρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 177) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 3.Η καθυστέρησις καταβολής εισφοράς τινός πέραν των τριών μηνών αφ’ ης κατέστη απαιτητή συνεπάγεται απώλειαν του δικαιώματος της περαιτέρω συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως. 4.Ο προαιρετικώς συνεχίζων την υπαγωγήν του εις την ασφάλισιν εξομοιούται κατά πάντα προ τον υποχρεωτικώς ησφαλισμένον. 5.Προαιρετική συνέχισις της ασφαλίσεως δεν χωρεί εάν ο ησφαλισμένος κατά την υποβολήν της δηλώσεως περί συνεχίσεως της ασφαλίσεως προαιρετικώς είναι ανάπηρος κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρ. 2 του Κανονισμού Παροχών του ημετέρου Ταμείου». Το άρθρ. 10, συμπληρωθέν δια της υπ’ αριθ. 14813/Ζ.315 της 29/29 Μαρτ. 1949 αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ.Φ. 109/3/10661 της 10 Αυγ./10 Σεπτ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 630). (Αντί για τη σελ. 446,001) Σελ. 446,001(α) Τεύχος 1323 Σελ. 113 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.3 39.Η.η.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) «6.α.Οι παρά τω Ταμείω ησφαλισμένοι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, εφ’ όσον ετύγχανον ησφαλισμένοι τον Απρίλιον του 1966, δικαιούνται ν’ ασφαλισθώσιν αναδρομικώς δια μέχρι 10 κατ’ ανώτατον όριον έτη, εφ’ όσον υπηρετούν κατά το ανάλογον χρονικόν διάστημα της δεκαετίας, αναγομένης μέχρι του Απριλίου του 1956, εις εργασίαν δι ην τυγχάνουν παρ’ ημίν ησφαλισμένοι, καταβάλλοντες τας εισφοράς εργοδότου και ησφαλισμένου δι’ αμφοτέρους τους κλάδους και εφ’ όσον δηλώσουν τούτο, δι’ αιτήσεώς των προς το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της ισχύος της παρούσης. β)«Αι ήδη υποβληθείσαι και υποβαλλόμεναι μέχρι 31.12.77 αιτήσεις, λογίζονται εμπρόθεσμοι εφαρμοζομένων επ’ αυτών των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου». Το εδάφ. β΄ τροποποιηθέν δια της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 109/3/2021 της 20 Ιουν./2 Αυγ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 807) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 109/3/507 της 12 Μαΐου/8 Ιουν. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 523) ομοίας. γ.Αι εισφοραί καταβάλλονται εις διπλασίας μηνιαίας δόσεις, της αιτουμένης αναδρομικής ασφαλίσεως εκφραζομένης εις μήνας, παρακρατουμένας υποχρεωτικώς παρά του εργοδότου μετά των τρεχουσών εισφορών. δ.Επιτρέπεται η εξόφλησις ολοκλήρου της οφειλής πραγματικής ασφαλίσεως ως και της αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας, υπό την προϋπόθεσιν ότι θα ζητηθή τούτο παρά των ενδιαφερομένων βάσει των τρεχουσών αποδοχών και του ισχύοντος ποσοστού ασφαλίστρου, πραγματοποιουμένης εντός διμήνου το αργότερον από της κοινοποιήσεως της σχετικής αποφάσεως του Δ.Σ. «Εις περίπτωσιν, καθ’ ην υφίσταται οφειλή εξ αναγνωρίσεως χρόνου πραγματικής αφαλίσεως και τοιαύτη εξ αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας, ή έναρξις καταβολής των δόσεων δια την εξόφλησιν της οφειλής εκ μιας εκ των ανωτέρω αιτιών, άρχεται από της ολοσχερούς εξοφλήσεως της ετέρας». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. Β΄ της υπ’ αριθ. 109/3/1317/1974 αποφάσεως (κατωτ. αριθ. 15). ε.Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως, η οφειλή δια τον μη εξαγορασθέντα χρόνον προσδιορίζεται βάσει των συνταξίμων αποδοχών και του ισχυόντος κατά τον χρόνον τούτον ασφαλίστρου, παρακρατείται δε υποχρεωτικώς εκ του εφ’ άπαξ βοηθήματος, εν ανεπαρκεία δε τούτου, το απομένον υπόλοιπον, εξοφλείται δια δόσεων καθοριζομένων υπό του Δ.Σ. και παρακρατουμένων εκ της απονεμητέας συντάξεως». Η παρ. 6 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. Φ.109/3/10661 της 10 Αυγ./10 Σεπτ. 1970 (ΦΕΚ Β΄ 630) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 9 της υπ’ αριθ. 109/3/4840 της 29 Σεπτ./5 Οκτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1189) ομοίας. «7α.)Οι κατά την δημοσίευσιν της παρούσης, ησφαλισμένοι προαιρετικώς υπάλληλοι του Ταμείου, δύνανται δι’ αιτήσεώς των, συνοδευομένης μετά των σχετικών δικαιολογητικών και υποβαλλομένης έως 30/6/1976, ν’ αναγνωρίσουν χρόνον πραγματικής υπηρεσίας των, παρ’ ετέρω Οργανισμώ Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και δια το από του έτους 1964 μέχρι της υποβολής της αιτήσεως χρονικόν διάστημα. β)Η κατά το προηγούμενον εδάφιον αναγνωριζομένη προϋπηρεσία λογίζεται ως πραγματική εν τω Ταμείω υπηρεσία και δια πάσαν εν προκειμένω συνέπειαν». Η παρ. 7 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 109/οίκ. 2044 της 5/27 Ιουν. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 686) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια δια της παρ. 3 της υπ’. αριθ. 109/3/214 της 29 Ιαν./11 Φεβρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 177) ομοίας. «8.α)Ασφαλισμένοι του Ταμείου, κατά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, εφόσον ήταν ασφαλισμένοι την 1η Απρ. 1966 και είχαν αναγνωρίσει τον χρόνο υπηρεσίας τους σε Εταιρείες Τσιμέντων της περιόδου 1956 – 1966, μπορούν ν’ αναγνωρίσουν το χρόνο αυτό, ως πραγματική υπηρεσία δια της καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς 3% επί των αποδοχών τους που υπόκεινται σε κρατήσεις. β)Ασφαλισμένοι του προηγούμενου εδαφίου οι οποίοι δεν έχουν αναγνωρίσει την υπηρεσία τους σε Εταιρεία Τσιμέντων της περιόδου 1956 – 1966, ούτε σαν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας ούτε σαν προϋπηρεσία, μπορούν να αναγνωρίσουν το χρόνο αυτό ως πραγματική υπηρεσία, δια της καταβολής πρόσθετης εισφοράς 10% επί των αποδοχών που υπόκεινται σε κρατήσεις. γ)Η αναγνώριση του χρόνου κατά τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων της παραγράφου αυτής, γίνεται με απόφαση του Διευθυντή του Ταμείου, ύστερα από αίτηση του ασφαλισμένου που πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31.12.84. δ)Ως αποδοχές για τον υπολογισμό του ποσού της εξαγοράς, λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του χρόνου υποβολής της αίτησης, αν η εξόφληση γίνει εφάπαξ, ή οι εκάστοτε αποδοχές του ασφαλισμένου, αν η εξόφληση γίνει σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβεί τον αριθμό των αναγνωριζομένων μηνών. (Αντί για τη σελ. 446, 01) Σελ. 446, 01(α) Τεύχος Ζ22- Σελ. 123 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.3 ε)Σε περίπτωση εξόφλησης του ποσού εφάπαξ, η απόφαση του Δ/ντή πρέπει να εκδοθεί μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της αίτησης, το δε ποσό της εξαγοράς, πρέπει να καταβληθεί μέσα σε δύο μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης της υπηρεσίας του Ταμείου. Αν η εξαγορά καθοριστεί σε μηνιαίες δόσεις το ποσό της εξαγοράς, θα πρέπει να έχει εξοφληθεί, ολοσχερώς, πριν από τη συνταξιοδότηση». Η παρ. 8 προστέθηκε από την 109/3/1601/624 Ιουλ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 501) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 446, 02(α) Τεύχος Ζ22 – Σελ. 124 39.Η.η.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) Έναρξις και λήξις δικαιώματος συντάξεως Άρθρ.11.-Το δικαίωμα εις σύνταξιν άρχεται δια μεν τον ησφαλισμένον από της πρώτης του μηνός του ακολουθούντος την έξοδόν του εκ της υπηρεσίας και λήγει εις το τέλος του μηνός του θανάτου του ή της άρσεως της αναπηρίας δια δε τα μέλη της οικογενείας του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, από της πρώτης του μηνός του ακολουθούντος τον θάνατον αυτού και λήγει εις το τέλος του μηνός του θανάτου των δικαιούχων ή της επελεύσεως γεγονότος συνεπαγομένου την παύσιν της καταβολής της συντάξεως κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. "Ουδέποτε χορηγούνται συντάξεις αναδρομικώς δια χρόνον μακρότερον των 12 μηνών από της ημέρας καθ’ ην υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως εις το Ταμείον". Το ανωτέρω εντός " " εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 8 της υπ’ αριθ. 109/3/1596 της 5/14 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 448) αποφ. Κοινων. Υπηρεσιών. Αναστολή του δικαιώματος εις σύνταξιν Άρθρ.12.-Η καταβολή των παρά τω Ταμείω χορηγουμένων παροχών αναστέλλεται: 1.Εφ’ όσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικήν της ελευθερίας του μακρότερον του έτους. Εάν όμως υπάρχωσιν πρόσωπα άτινα εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα εδικαιούντο συντάξεως καταβάλλεται εις τα εν λόγω πρόσωπα το ποσόν της συντάξεως όπερ εις την περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θ’ απονέμεται εις αυτά. 2.Εκπίπτει του δικαιώματος της συντάξεως ο καταδικασθείς δι’ αποφάσεως Ποινικού δικαστηρίου, ως ένοχος ανθρωποκτονίας του ησφαλισμένου ή συνταξιούχος εξ ου έλκει το συνταξιοδοτικόν δικαίωμα. "3.α)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος αναλάβη εις τας Εταιρείας τσιμέντων εργασίαν δια την οποίαν τυγχάνει ασφαλίσεως εις τον Οργανισμόν Κυρίας Ασφαλίσεως, οπότε υπάγεται εκ νέου εις την ασφάλισιν του Ταμείου. β)Ημέραι εργασίας πραγματοποιηθείσαι εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπό καθεστώς αναστολής της συντάξεως, λαμβάνονται υπ’ όψιν δια την εκ νέου συνταξιοδότησιν εκ του Ταμείου, τόσον ως προς την σύνταξιν όσον και ως προς την χορήγησιν εφ’ άπαξ βοηθήματος. γ)Κατά ην εκ νέου συνταξιοδότησιν όμως δεν γίνεται νέος προσδιορισμός των κατά το άρθρ. 6 του παρόντος συνταξίμων αποδοχών, εκτός εάν από της επανόδου εις την ασφάλισιν του Ταμείου παρήλθε τριετία. Το ως άνω χρονικόν όριον των τριών ετών περιορίζεται εις έν έτος εις τας περιπτώσεις καθ’ ας η αναστολή της συντάξεως οφείλεται εις αποκατάστασιν υγείας αναπήρων, ή πρόκειται περί συνταξιούχου λόγω ανυπαιτίου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, επισυμβάσης κατά το χρονικόν διάστημα της περιόδου από 21/4/67 έως 24/7/74 και εφ’ όσον η εκ νέου ανάληψις εργασίας, εις τινα των Εταιρειών Τσιμέντων, εγένετο το αργότερον έως 31 Δεκ. 1975". Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 109/3/368 της 28 Φεβρ./12 Μαρτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 305) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Παραγραφή Άρθρ.13.-"Απαιτηταί συντάξεις μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας καθ’ ην κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται". Το άρθρ. 13 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 9 της υπ’ αριθ. 109/3/1596 της 5/14 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 448) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Απονομή παροχών και τρόπος εξακριβώσεως προϋποθέσεων προς συνταξιοδότησιν. Άρθρ.14.-1.Αι συντάξεις απονέμονται υπό του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης εις το Δ.Σ. παρά των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Δι’ αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου καθορισθήσονται τα πιστοποιητικά και λοιπά δικαιολογητικά τα οποία υποχρεούται να υποβάλη ο ησφαλισμένος εις το Ταμείον δια την απονομήν συντάξεως, ο χρόνος υποβολής αυτών και οι συνέπειαι της μη συμμορφώσεως αυτού προς τας σχετικάς αποφάσεις του Δ.Σ. 2.Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται ν’ αξιώσωσιν παρά του Ταμείου την έκδοσιν εγγράφων ειδικώς ητιολογημένων αποφάσεων οσάκις το Δ.Σ. αρνείται την χορήγησιν των αιτουμένων παροχών είτε απολύτως είτε εν τη εκτάσει τη μορφή εις ην αιτούνται ταύτην οι ενδιαφερόμενοι. 3.Το Δ.Σ. του Ταμείου εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα τη αιτήσει δικαιολογητικά είναι πλήρη υποχρεούται όπως εντός δύο μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της αιτήσεως εκδόση την επ’ αυτής απόφασίν του. 4.Η διαπίστωσις της σωματικής και πνευματικής ανικανότητος των δικαιουμένων συντάξεως ενεργείται υπό των κατά τόπους Πρωτοβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α. Κατά την γνωμάτευσιν των πρωτοβαθμίων τούτων Επιτροπών επιτρέπεται προσφυγή υπό του αιτούντος την απονομήν συντάξεως και υπό του Ταμείου ενώπιον των δευτεροβαθμίων Επιτροπών του Ι.Κ.Α. εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της Νομοθεσίας του ΙΚΑ ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν, τας προθεσμίας υποβολής των προσφυγών κ.λπ. (Αντί της σελ. 447(δ) Σελ. 447(ε) Τεύχος 555–Σελ. 135 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.3 Προκειμένου περί ασφαλιστικών Κέντρων εις α δεν ισχύει η ασφάλισις του ΙΚΑ ο ησφαλισμένος παραπέμπεται προς εξέτασιν δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου εις την Υγειονομικήν Επιτροπήν του πλησιεστέρου Υποκαταστήματος του ΙΚΑ του τόπου διαμονής του. Η σχετική δαπάνη μετακινήσεως βαρύνει το Ταμείον όπερ καταβάλλει εις το ΙΚΑ και τας δαπάνας εξετάσεως των ησφαλισμένων. 5.Εάν απορριφθή αίτησις περί απονομής συντάξεως ανακοπής ή διακοπή οριστικώς τοιαύτη σύνταξις ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως έτους νέαν αίτησιν περί απονομής τοιαύτης συντάξεως εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής βεβαιούται ότι εις την τελευταίως διαπιστωθείσαν κατάστασιν της αναπηρίας του επήλθεν ουσιώδης μεταβολή. 6.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν των λόγω αναπηρίας συνταξιούχων του ενεργουμένην ωσαύτως παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ αν οπωσδήποτε ήθελεν νομίση ότι εξέλιπεν ο λόγος δι’ ον εχορηγήθη η σύνταξις οπότε δύναται ν’ αναθεωρήση την προηγουμένην απόφασιν αυτού. 7."α.Η σύνταξις αναπηρίας απονέμεται δι’ όσον χρονικόν διάστημα αναφέρεται εις την απόφασιν της αρμοδίας επιτροπής του Ι.Κ.Α. β.Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις αναπηρίας εφ’ όσον το ποσοστόν ταύτης είναι κατώτερον του 33%, συντρεχούσης πάντοτε της προϋποθέσεως της ανικανότητος προς εκτέλεσιν των καθηκόντων της ης εξετέλουν υπηρεσίας. γ.Το ποσόν της συντάξεως, λόγω αναπηρίας, καθορίζεται επί τη βάσει του εκ των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 6 εξαγομένου τοιούτου, αναλόγως του ποσοστού αναπηρίας ως ακολούθως: 1)Το 100% της συντάξεως εάν το ποσοστόν αναπηρίας είναι ανώτερον του 50%. 2)Το 60% της συντάξεως εάν το ποσοστόν αναπηρίας είναι τουλάχιστον 33%. δ)Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται ν’ αποδεχθή, ως έχει, υποβαλλομένην παρά τω ενδιαφερομένων απόφασιν του Ι.Κ.Α. αφορώσιν εις την χορήγησιν συντάξεως λόγω αναπηρίας ή παρατάσεως αυτής. ε)Αι διατάξεις της παρούσης εφαρμόζονται και επί των ήδη συνταξιούχων του Ταμείου". Η παρ. 7 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 63092/Σ.1213 της 7/8 Ιαν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας και τροποποιηθείσα δια της παρ. 10 της υπ’ αριθ. 109/3/1596 της 5/14 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 448) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών και δια της παρ. 10 της υπ’ αριθ. 109/3/4840 της 29 Σεπτ./5 Οκτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1189) ομοίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 109/3/368 της 28 Φεβρ./12 Μαρτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 305) ομοίας. Σελ. 448(ε) Τεύχος 555–Σελ. 136 "8.Η σύνταξις αναπηρίας μετατρέπεται εις σύνταξιν λόγω γήρατος εφ’ όσον οι συνταξιοτούμενοι: α)Συνεπλήρωσαν το 55ον έτος της ηλικίας των οι άρρενες και το 50ον έτος αι θήλεις, συνταξιοδοτούνται δε επί επτά έτη συνεχώς και έχουν υποβληθή εις τρεις τουλάχιστον εξετάσεις παρ’ υγειονομικής επιτροπής, κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς των ταύτης. β)Συνεπλήρωσαν το 60όν έτος της ηλικίας των οι άρρενες και 55ον έτος αι θήλεις, συνταξιοδοτούνται δε επί πέντε έτη συνεχώς και έχουν υποβληθή εις δύο τουλάχιστον εξετάσεις παρ’ υγειονομικής επιτροπής, κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς των ταύτης. γ)Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας οι συνταξιοδοτούμενοι επί δώδεκα έτη συνεχώς. δ)Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, οι συνταξιοδοτούμενοι επί 20 έτη συνεχώς ή διακεκομένως, πάντως όμως από τριετίας συνεχώς συνταξιοδοτούμενοι". Η παρ. 8 προσετέθη δια της παρ. 11 της υπ’ αριθ. 109/3/1596 της 5/14 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 448) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 39.Η.η.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.15.-1.Οι δικαιωθέντες προσωρινού περιοδικού βοηθήματος ένεκα εξόδου εκ της υπηρεσίας ή θανάτου επί τη βάσει των διατάξεων του προσωρινού Κανονισμού Ασφαλιστικών Παροχών, λαμβάνουσιν από της ισχύος του παρόντος και εφ’ εξής την κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού οριζομένην σύνταξιν εφ’ όσον συγκεντρούσι τας προϋποθέσεις τας οριζομένας εν τω παρόντι. 2."Κατ’ εξαίρεσιν οι βοηθηματούχοι και τα μέλη οικογενείας τούτων τα τυγχάνοντα ήδη βοηθήματος βάσει των διατάξεων του Προσωρινού Κανονισμού Ασφαλιστικών Παροχών και μη συγκεντρούντα τας υπό του παρόντος διαγραφομένας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως δικαιούνται βασικής συντάξεως ίσης προς το 1/3 εκείνης ήτις θα τοις απενέμετο αν εξεπλήρουν τας προϋποθέσεις του παρόντος. Εις ην όμως περίπτωσιν εν ταις εκάστοτε αποφάσεσι των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας ούτοι λαμβάνουσιν ως σύνταξιν το ποσόν της κατωτάτης τοιαύτης της καθοριζομένης υπό των ως άνω αποφάσεων". Η εντός " " παράγραφος ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 1102/Σ.30 της 19/Ιαν./1 Φεβρ. 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας. 3.Αιτήσεις προς παροχήν προσωρινού περιοδικού βοηθήματος ησφαλισμένων ή οικογενειών θανόντων ησφαλισμένων εφ’ ων εξεδόθησαν απορριπτικαί διατάξεις του Δ.Σ. του Ταμείου επί τη βάσει του καταργουμένου προσωρινού Κανονισμού Ασφαλ. Παροχών δύνανται ν’ αναθεωρηθώσιν υπό του Δ.Σ. του Ταμείου εάν υποβληθή υπό των ενδιαφερομένων εντός έξ μηνών από της ισχύος του παρόντος σχετική αίτησις αναθεωρήσεως. 4."Οι εκ των ησφαλισμένων του Ταμείου απολυθέντες μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον έχουσιν εικοσαετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 10ετή πραγματικήν και δεν απελύθησαν υπαιτιότητί των κατά την κρίσιν του Δ.Σ. του Ταμείου. Το Δ.Σ. εφ’ όσον υπάρχωσιν αι προϋποθέσεις του παρόντος Κανονισμού, απονέμει εις τας περιπτώσεις ταύτας την οικείαν σύνταξιν ήτις πάντως άρχεται καταβαλλομένη από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Κανονισμού. Η παρ. 4 συνεπληρώθη ως άνω υπό της υπ’ αριθ. 14813/Σ.315 της 29/29 Μαρτ. 1949 αποφ. Υπ. Εργασίας. "5.Κατ’ εξαίρεσιν δια τους ήδη υποβαλόντας αίτησιν περί αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας εις Εταιρείας Τσιμέντων, ο αναγνωρισθείς και απομένων προς εξαγοράν χρόνος προϋπηρεσίας, μετ’ αφαίρεσιν του αντιστοιχούντος εις τας καταβληθείσας ή καταβλητέας, μέχρι 31.5.77 εισφοράς, δύναται να εξαγορασθή επί καταβολή, δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα, εισφοράς ίσης προς 7% υπολογιζομένης επί των εις τακτικάς εισφοράς υπέρ του Ταμείου υποβληθεισών αποδοχών των του μηνός Μαΐου 1975. Το ούτω προκύπτον ποσόν δύναται να καταβληθή είτε εφ’ άπαξ είτε δια δόσεων, ων ο αριθμός οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. δεν δύναται να είναι ανώτερος των 60. Εν περιπτώσει καταβολής ολοκλήρου του ποσού εφ’ άπαξ εντός τριών μηνών, από της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου παρέχεται υπέρ του ενδιαφερομένου έκπτωσις 10%. Η παρ. 5 προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 109/3/507 της 12 Μαΐου/8 Ιουν. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 523) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. "6.Οφειλαί, των κατά το άρθρ. 10 του παρόντος προαιρετικώς ησφαλισμένων του Ταμείου, προερχόμεναι εκ του διπλασιασμού των κατά μήνα εισφορών, δυνάμει της υπ’ αριθ. 109/3/4840/29.9.73 (ΦΕΚ 1189/5.10.73 Τ.Β΄) αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών καθώς και εκ λοιπών αυξήσεων των ανωτέρω εισφορών, αναγόμεναι εις τον χρονικόν διάστημα από 1ης Ιουλ. 1976 μέχρι και του Οκτωβρίου 1977 εξοφλούνται δι’ ατόκων μηνιαίων δόσεων, καθοριζομένων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, ο αριθμός των οποίων δεν δύναται να υπερβή τας 36. δια τας ως ανωτέρω ρυθμιζομένας οφειλάς, δεν ισχύει η διάταξις της παρ. 3 του άρθρ. 10 του Κανονισμού Ασφαλιστικών Παροχών". Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 109/3/3025 της 14/31 Ιαν. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 71) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρ.16.-Πάσα διάταξις της κειμένης Νομοθεσίας του Ταμείου αντικειμένη αμέσως ή εμμέσως εις τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού καταργείται. Η παρούσα δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Άρθρ.1.-Παρά του Ταμείου Επικ. Ασφαλ. Υπαλληλ. και Υπηρετικού Προσωπικού Εταιριών Τσιμέντων χορηγούνται περιοδικαί (συντάξεις) εφ’ άπαξ παροχαί εις τα παρ’ αυτώ ασφαλιζόμενα πρόσωπα και τα μέλη οικογενείας θανόντων ησφαλισμένων και συνταξιούχων, κατά τα ειδικώτερον οριζόμενα εν τοις επομένοις άρθροις του παρόντος Κανονισμού. Δικαιούχοι σύνταξης Άρθρ.2.-1.Δικαιούνται σύνταξης οι ασφαλισμένοι στο Ταμείο: α)Μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους οι άνδρες και του 60ού οι γυναίκες, με την προϋπόθεση της συμπληρώσεως 13 ετών και 6 μηνών ή 4050 ημερομισθίων στην πραγματική ασφάλιση του Ταμείου. Γι’ αυτούς που συνταξιοδοτούνται από τον Οργανισμό κύριας ασφάλισης λόγω βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, τα όρια ηλικίας μειώνονται στο 60ο και 55ο έτος αντίστοιχα». Η περίπτ. α. αντικαταστάθηκε ως άνω από την 109/3/3092/25 Νοεμ. -9 Δεκ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 711) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Μετά την συμπλήρωσιν του 62ου έτους της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων και του 57ου έτους προκειμένου περί θηλέων εφ’ όσον έχουν 25ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης 15ετή πραγματική εν ασφαλίσει τοιαύτην. γ)Προκειμένου όμως περί θηλέων υπαλλήλων εγγάμων ή εν χηρεία ή εν διαζεύξει, μετ’ ανηλίκων τέκνων κατά την έννοιαν της παρ. 2 του άρθρ. 7 του παρόντος το δικαίωμα συντάξεως θεμελιούται ανεξαρτήτως ηλικίας, μετά 20ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν. δ)Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας μετά την συμπληρωσιν 30ετούς τουλάχιστον συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 20ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην. «ε. Εν περιπτώσει απολύσεως εκ της υπηρεσίας μετά την συμπλήρωσιν του 50ου έτους της ηλικίας και 25ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, εξ ης 20ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει». Η παρ. 1 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 1769/Σ.6 της 11/24 Ιαν. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 24) απόφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εκ νέου και συνεπληρώθη ως άνω, δια της υπ’ αριθ. 115557/Σ. 944 της 7/11 Ιαν. 1967 (ΦΕΚ Β΄ 15) ομοίας. Το εδάφ. ε΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 109/3/4840 της 29 Σεπτ./5 Οκτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1189) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «ς)Ησφαλισμένοι αποδεδειγμένως τυφλοί εξ αμφοτέρων των οφθαλμών, δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος, εφ’ όσον δικαιωθούν τοιαύτης παρά του ΙΚΑ και έχουν πραγματοποιήσει εις την ασφάλισιν του ταμείου τον υπό της νομοθεσίας του ΙΚΑ εκάστοτε οριζόμενον αριθμόν ημερών εργασίας». Το εδάφ. ς΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 109/3/2382 της 9/28 Δεκ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών(ΦΕΚ Β΄ 933). «2.Αν διακόψουν την υπηρεσία τους λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας για εκτέλεση των καθηκόντων της υπηρεσίας τους που θα διαπιστωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 14 του Κανονισμού αυτού και έχουν 5 χρόνια (1.500 ημερομίσθια) υπηρεσία στην πραγματική ασφάλιση, από την οποία ένα χρόνο (300 ημερομίσθια) την τελευταία πενταετία, ή έχουν συμπληρώσει το χρόνο ασφάλισης που ορίζεται από τις διατάξεις των εδαφ. α΄ και β΄ της προηγουμένης παραγράφου». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 109/3/3452/14 Δεκ. 1982 - 4 Φεβρ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 48) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 3.Εάν απολυθώσιν της υπηρεσίας των λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος προς εκτέλεσιν των καθηκόντων της υπηρεσίας των προελθούσης εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος είτε εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας είτε εξ αφορμής αυτής ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως. (Αντί για τη σελ. 442,01(ε) Σελ. 442,01(ζ) Τεύχος Ζ22 - Σελ. 121. Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.3 4.Εάν απολυθώσιν της υπηρεσίας των ως καταστάντες σωματικώς ή πνευματικώς ανάπηροι προς εκτέλεσιν των καθηκόντων της υπηρεσίας των ή αποβιώσουν συνεπεία πολεμικού ατυχήματος κατά την έννοιαν των διατάξεων της υπ’ αριθ. 67724/1940 Υπουργικής αποφάσεως και υπό τους εν αυτή οριζομένους όρους, προϋποθέσεις και περιορισμούς. Αι διατάξεις τη ως άνω Υπουργικής αποφάσεως εφαρμόζονται και επί ατυχημάτων επερχομένων διαρκούσης της παρούσης ανταρσίας και ησφαλισμένους του ταμείου εκ γεγονότων συνδεομένων οπωσδήποτε προς αυτήν μη οφειλομένων δε πάντως εις συμμετοχήν του παθόντος εις την ανταρσίαν. 5.Η διαπίστωσις της κατά τας παραγράφους 2, 3 και 4 επαγγλεματικής ανικανότητος ήτις απετέλεσεν λόγον απολύσεως του ησφαλισμένου ενεργείται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 14 του παρόντος Κανονισμού. «6.α.Οι απολυόμενοι ή αποχωρούντες της υπηρεσίας των εις Εταιρείαν Τσιμέντων μετά συμπλήρωσιν 15ετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας των, δικαιούνται συντάξεως μετά την συμπλήρωσιν του 65ου έτους της ηλικίας των, προκειμένου περί αρρένων και του 60ού έτους της ηλικίας των, προκειμέου περί θηλέων, εφ’ όσον ο ανωτέρω χρόνος της ασφαλίσεως των δεν ελήφθη υπ’ όψιν παρ’ ετέρου Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως δια την συνταξιοδότησιν των και δεν έλαβε χώρα επιστροφή των εισφορών». β)Εις περίπτωσιν θανάτου τούτων προ της συμπληρώσεως των ανωτέρω ηλικικών των, η χήρα ή ο χήρος σύζυγος δικαιούται συντάξεως, κατά τα εν άρθρ. 8 του Κανονισμού Ασφαλιστικών Παροχών οριζόμενα». Η παρ. 6 προστεθείσα δια της αποφ. Υπ. Εργ.1769/Σ.6 της 11/24 Ιαν. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 24) αντικατεστάθη ως άνω δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 109/3/1166 της 20/26 Μαΐου 1978 (ΦΕΚ Β΄ 491). «7.Εφ’ όσον εχορηγήθη ή χορηγηθή σύνταξις παρά του Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως εντός έτους από της διακοπής της εις τινα των Εταιρειών Τσιμέντων Εργασίας, αύτη χορηγείται και παρά του Ταμείου μετά την συμπλήρωσιν 15ετούς πραγματικής ασφαλίσεως». Η παρ. 7 προστεθείσα δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 109/3/4840 της 29 Σεπτ./5 Οκτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1189) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 109/3/2021 της 20 Ιουν./2 Αυγ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 807) ομοίας. Σελ. 442,02(ζ) Τεύχος Ζ22 - Σελ. 122. Συντάξιμος υπηρεσία Άρθρ.3.-«1.Ο χρόνος της συνταξίμου υπηρεσίας διακρίνεται εις χρόνον πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας και εις τοιούτον εξ αναγνωρίσεως. 2.Ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας λογίζεται: α)Ο χρόνος της εν ασφαλίσει του Ταμείου διανυθείσης υπηρεσίας εις Εταιρείας Τσιμέντων, μετά την έναρξιν λειτουργίας του Ταμείου. β)Ο χρόνος ο διανυθείς εις την ασφάλισιν ετέρου ή ετέρων φορέων Επικουρικής Ασφαλίσεως και συνυπολογιζόμενος ενιαίως κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 4202/1961. 3.Ως χρόνος εξ αναγνωρίσεως λογίζεται: α)Ο προ της ενάρξεως λειτουργίας του Ταμείου διανυθείς χρόνος υπηρεσίας παρά τινι των Εταιρειών Τσιμέντων. β)Ο χρόνος υπηρεσίας παρά τω Δημοσίω ή Δημοσία επιχειρήσει ή Ν.Π.Δ.Δ. «γ)Ο χρόνος της εφεδρικής υπηρεσίας και της θητείας του κληρωτού εις τας Ενόπλους Δυνάμεις, εφ’ όσον δεν συμπίπτει προς ετέραν συντάξιμον τοιαύτην. δ)Ο χρόνος υπηρεσίας εις Ανωνύμους Εταιρείας εφ’ όσον αποδεικνύεται αποκλειστικώς εκ του χρόνου ασφαλίσεως εις Οργανισμό Κυρίας Ασφαλίσεως. ε)Ο χρόνος υπηρεσίας δια τους ήδη ησφαλισμένους εις το ταμείο εφ’ όσον παρέσχον εξηρτημένην εργασίαν γενικώς, δι’ επαγγελματικής ιδιότητας υπό τας οποίας προσελήφθησαν εις Εταιρείας Τσιμέντων. Η τοιαύτη προϋπηρεσία αναγνωρίζεται αποκλειστικώς δι όσον χρόνον ησφαλίσθησαν εις Οργανισμόν Κυρίας Ασφαλίσεως και εφ’ όσον υπεβλήθη ή υποβληθή η σχετική αίτησις μετά των δικαιολογητικών της το αργότερο εντός 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Οι περίπτ. γ και δ τροποποιήθηκαν ως άνω και προστέθηκε περίπτ. ε΄ από την παρ. 1 της 109/3/1372/16-26 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 578) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 4.Ο κατά την προηγουμένην παράγραφον χρόνος υπηρεσίας υπολογίζεται ως συντάξιμος, εφ’ όσον δεν ελήφθη υπ’ όψιν δια την απονομήν συντάξεων υπό ετέρου φορέως Επικουρικής Ασφαλίσεως. 5.Εφ’ όσον κατά τον υπολογισμόν του συνολικού συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας προκύπτει υπόλοιπον 6 μηνών και άνω λογίζεται ως πλήρες έτος, τυχόν δε υπόλοιπον κατώτερον των εξ μηνών παραλείπεται. 6.Εν ουδεμιά περιπτώσει ο χρόνος της εξ αναγνωρίσεως συνταξίμου υπηρεσίας δύναται να υπερβαίνη τον τοιούτον της πραγματικής υπηρεσίας εν ουδεμία δε περιπτώσει τα 10 έτη». Το άρθρ. 3 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 6692/Σ.163 της 28 ιαν./26 Φεβρ. 1955 (ΦΕΚ Β΄ 26) αποφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 109/3/1596 της 5/14 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 448) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Η.η.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) Αναγνώρισης Προϋπηρεσίας Άρθρ.4.-« Ο κατά τα εδάφ. α΄ έως δ΄ της παρ. 3 του άρθρ. 3 χρόνος υπηρεσίας αναγνωρίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. κατόπιν αιτήσεως του ησφαλισμένου, υποβαλλομένης απαραιτήτως μετά των σχετικών δικαιολογητικών». Το άρθρ. 4, μετά από πολλές τροποποιήσεις, τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 109/3/1372/16-26 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 578) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Εξαγορά αναγνωριζομένου χρόνου Άρθρ.5.-1.«α)Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου ενεργείται με παρακράτηση, κάθε μήνα από τις αποδοχές του ασφαλισμένου , πρόσθετης ειδικής εισφοράς ίσης προς το ήμισυ του συνόλου των κάθε φορά μηνιαίων εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη για τους δύο κλάδους». Η περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την 109/46/25 Φεβρ. -8 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 138) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Η πρόσθετος ειδική εισφορά καταβάλλεται επί διπλάσιον αριθμών μηνών των τοιούτων του αναγνωρισθέντος χρόνου. γ)Η εξαγορά εκάστου αναγνωρισθέντος μηνός ενεργείται δια της καταβολής προσθέτου ειδικής εισφοράς δύο μηνών. 2.Η παρακράτησις της προσθέτου ειδικής εισφοράς ενεργείται υποχρεωτικώς εκ των αποδοχών του ησφαλισμένου υπό της παρ’ η υπηρετεί Εταιρείας τσιμέντων και αποδίδεται εις το Ταμείον ομού μετά των τακτικών εισφορών, άρχεται δε από του μεθεπομένου, της κοινοποιήσεως της περί αναγνωρίσεως αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, μηνός. 3.«α.Εις περίπτωσιν συνταξιοδοτήσεως προ της ολοσχερούς κατά τ’ ανωτέρω εξαγοράς του αναγνωρισθέντος χρόνου, ο μη εξαγορασθείς χρόνος λαμβάνεται υπ’ όψιν ως συντάξιμος επί τη καταβολή ποσού ίσου προς το προκύπτον τοιούτον εκ του πολλαπλασιασμού του αριθμού των υπολοίπων προς αναγνώρισιν μηνών επί το διπλάσιον της προσθέτου ειδικής εισφοράς, υπολογιζομένης εις την περίπτωσιν ταύτην επί του συνταξίμου μισθού της παρ. 2 του άρθρ. 6 προσηυξημένου κατά τα δώρα εορτών και του επιδόματος αδείας». Το εδάφ. α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 109/3/2021 της 20 Ιουν./2 Αυγ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 807) αποφ . Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. β)Το κατά το προηγούμενον εδάφιον προκύπτον ποσόν οφειλής εξοφλείται δια παρακρατήσεως εκ του εφ’ άπαξ βοηθήματος του οποίου δικαιούται ο ησφαλισμένος εκ του κλάδου Προνοίας. Πάντως εν ουδεμιά περιπτώσει, δύναται να γίνη παρακράτησις ποσού μείζονος του ημίσεος του εφ’ άπαξ βοηθήματος. Τυχόν απομένον υπόλοιπον οφειλής εξοφλείται δια δόσεων παρακρατουμένων εκ της συντάξεως. Ο αριθμός των δόσεων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου μη δυνάμενος να είναι ανώτερος των 60. Εν ουδεμιά πάντως περιπτώσει το ποσόν εκάστης δόσεως δύναται να υπερβαίνη το1/4 της συντάξεως. 4.Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των εμπροθέσμως υποβληθεισών μέχρι της ισχύος της παρούσης αιτήσεων, δι’ ας δεν εξεδόθησαν αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου». Το άρθρ. 5 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 63092 /Σ.1213 της 7/8 Ιαν. 1952 και 56117/1/54 της 27 Φεβρ./30 Απρ. 1954 απόφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 109/3/1596 της 5/14 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 448) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «5.α) Κατ’ εξαίρεσιν ο υπολειπόμενος προς εξαγοράν χρόνος εκ του αναγνωρισθέντος χρόνου πραγματικής ασφαλίσεως των ετών 1956 - 1966, του διανυθέντος εις Εταιρείας Τσιμέντων, δύναται να εξοφληθή βάσει των τακτικών πλήρων αποδοχών των ησφαλισμένων κατά τον μήνα δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. β)Το προκύπτον ποσόν οφειλής εξοφλείται δια μηνιαίων δόσεων καθοριζομένων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, ο αριθμός των οποίων δεν δύναται, εν ουδεμία περιπτώσει, να υπερβή τας 72. «γ.Εν περιπτώσει επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου η έναρξη καταβολής της συντάξεως άρχεται από της πρώτης του ακολουθούντος την έξοδον εκ της υπηρεσίας μηνός, εφ’ όσον εξοφληθεί ολοσχερώς η οφειλή εντός τριμήνου από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, άλλως από της επομένης της ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής. δ.Δια την εφαρμογήν των διατάξεων του εδάφ. α΄ της παρούσης παραγράφου η υποβολή της σχετικής αιτήσεως, εις περίπτωσιν μη υποβολής αυτής μέχρι σήμερον, θα πρέπει να γίνει εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Η περίπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω και προστέθηκε περίπτ. δ΄ από την 109/3/849/16-26 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 410) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Η παρ. 5 προσετέθη δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 109/3/1166 της 20/26 Μαΐου 1978 (ΦΕΚ Β΄ 491). (Αντί για τη σελ. 443(θ) Σελ. 443(ι) Τεύχος 1323 Σελ. 111 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.3 Ποσόν συντάξεως Άρθρ.6.-«1.α)Η απονεμόμενη στους ασφαλισμένους σύνταξη για χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας 35 ετών υπολογίζεται σε ποσοστό επί των συνταξίμων αποδοχών, το οποίο ορίζεται: από 1.2.1995 σε 50% από 1.7.1995 σε 40% από 1.1.1996 σε 39% και από 1.1.1997 σε 38%. β)Η απονεμόμενη στους ασφαλισμένους σύνταξη για χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας μικρότερο των 35 ετών υπολογίζεται σε τόσα τριακοστά πέμπτα του οριζομένου από την περίπτ. α της ιδίας παραγράφου ποσού όσα τα συντάξιμα έτη». Η μέσα σε « » παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. 1 παρ. Β της με αριθμ. 109/72/24-31 Ιαν. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 60) αποφ. του Υπουργού Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. «2.α)Ως συντάξιμες αποδοχές νοούνται το ποσό του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών των τελευταίων 24 μηνών πριν από την έξοδο από την υπηρεσία, εξαιρουμένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας, οι οποίες δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν σε κάθε περίπτωση τα οριζόμενα από την περίπτ. α της παρ. 1 του άρθρ. 7 του Καταστατικού ανώτατα όρια αποδοχών, επί των οποίων καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές». Η μέσα σε « » περίπτ. α΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. 2 παρ. Β της με αριθμ. 109/72/24-31 Ιαν. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 60) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. β.Το Δ.Σ. του Ταμείου, εάν διαπιστώση ουχί κανονικήν μισθολογικήν εξέλιξην κατά το τελευταίον έτος της υπηρεσίας, μη οφειλομένην όμως εις γενικήν ή Κλαδικήν αύξησιν των αποδοχών, δύναται, κατά την κρίσιν του, δια την εξεύρεσιν των συνταξίμων αποδοχών, να λάβη υπ’ όψιν του τον μέσον όρον των αποδοχών των τελευταίων προ της εξόδου 36 μηνών». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 109/3/4840 της 29 Σεπτ./5 Οκτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1189) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «γ.Ως συντάξιμες αποδοχές όσων εξέρχονται λόγω ασθενείας, των οποίων η απασχόληση δεν είναι πλήρης κατά την τελευταία διετία πριν από την έξοδό τους, νοούνται το πηλίκον των αποδοχών των τελευταίων 24 μηνών πριν από την έξοδό τους από την υπηρεσία δια των ημερών ασφαλίσεως οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί επί τον αριθμόν 25». Η μέσα σε « » περίπτ. γ τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. 3 παρ. Β της με αριθμ. 109/72/24-31 Ιαν. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 60) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 444 (ι) Τεύχος 1323 Σελ. 112 «δ)Σε κάθε περίπτωση συνταξιοδοτήσεως ασφαλισμένου κατά τα δύο πρώτα έτη από την έναρξη εφαρμογής των σχετικών διατάξεων της αποφάσεως αυτής, εάν η προκύπτουσα σύνταξη, με βάση τις τροποποιούμενες διατάξεις του άρθρ. 6 είναι μεγαλύτερη της προκύπτουσας συντάξεως με βάση τις τροποποιητικές αυτών, καταβάλλεται η μεγαλύτερη προκύπτουσα σύνταξη». Η μέσα σε « » περίπτ. δ΄ προστέθηκε από την περίπτ. 4 παρ. Β της με αριθμ. 109/72/24-31 Ιαν. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 60) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. 3.(Καταργήθηκε από την περίπτ. 5 παρ. Β της με αριθμ. 109/72/24-31 Ιαν. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 60) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων). 3.(4).Η καταβαλλόμενη εις τον δικαιούχον σύνταξις προσαυξάνεται, μετ’ απόφασιν του Δ.Σ. κατά 50% εις περίπτωσιν απολύτου και διαρκούς αναπηρίας, απαιτούσης συνεχή επίβλεψιν και βοήθειαν ετέρου προσώπου, της καταστάσεως ταύτης βεβαιουμένης δι’ αποφάσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α.». Η παρ. 4 αναριθμήθηκε σε παρ. 3 από την περίπτ. 5 παρ. Β της με αριθμ. 109/72/24-31 Ιαν. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 60) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Το άρθρ. 6 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 109/3/1596 της 5/14 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 448) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Η.η.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) Άρθρ.7. «1.Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου του Ταμείου που έχει συμπληρώσει 5 χρόνια (1.500 ημερομίσθια) υπηρεσία στην πραγματική ασφάλιση, από την οποία ένα χρόνο τουλάχιστον (300 ημερομίσθια) την τελευταία πενταετία, ή έχουν συμπληρωθεί το χρόνο ασφάλισης που ορίζεται από τις διατάξεις, των εδαφ. α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2, ή ανεξάρτητα από το χρόνο υπηρεσίας, αν ο θάνατος οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή σε πολεμική αιτία σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις παρ. 3 και 4 του άρθρ. 2 δικαιούνται σύνταξης τα παρακάτω μέλη της οικογενείας του θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, υπό τις προϋποθέσεις και περιορισμούς που προβλέπονται από τις επόμενες παραγράφους». Το ανωτέρω μέσα σε « » εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 109/3/ 3452/14 Δεκ. 1982-4 Φεβρ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 48) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. α)Η χήρα ή ο χήρος σύζυγος, η χήρα μήτηρ και τα τέκνα (νόμιμα - νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα και επί ησφαλισμένης και τα νόθα). Ο χήρος σύζυγος, η χήρα μήτηρ και τα τέκνα δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον η συντήρησις των εβάρυνεν κυρίως τον θανόντα, ο δε χήρος σύζυγος εφ’ όσον επί προσθέτως είναι άπορος και ανάπηρος ή συνεπλήρωσεν το 60όν έτος της ηλικίας του. β)Ελλείψει χήρας ή χήρου συζύγου, τέκνων και χήρας μητρός ο πατήρ του θανόντος εφ’ όσον συνετηρείτο κυρίως υπό τούτου και είναι άπορος και ανάπηρος ή έχει συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας του. «γ.Ελλείψει μελών οικογενείας των ανωτέρω δύο κατηγοριών δικαιούνται συντάξεως αι άγαμοι ή εν χηρεία ή εν διαζεύξει άποροι και ανίκανοι προς εργασίαν αδελφαί του θανόντος, εφ’ όσον η συντήρησις των αποδεδειγμένων εβάρυνε κυρίως τον θανόντα». Το εδάφ. γ΄ προσετέθη δια της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 109/3/4840 της 29 Σεπτ./5 Οκτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1189) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Η διάταξις αύτη ισχύει και δια τους ήδη ευρισκομένους εις την κατάστασιν ταύτην δικαιοδόχους θανόντων συνταξιούχων, η δε έναρξις συνταξιοδοτήσεως τούτων άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός της υποβολής της αιτήσεως των και πάντως μετά την δημοσίευσιν της παρούσης». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 6 της υπ’ αριθ. 109/3/2021 της 20 Ιουν./ 2 Αυγ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 807) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «2.Τα άγαμα τέκνα του θανόντος δικαιούνται συντάξεως μέχρι του 18ου έτους της ηλικίας των συμπεπληρωμένου . Η συνταξιοδότησις των τέκνων παρατείνεται μέχρι του 25ου έτους συμπεπληρωμένου, εφ’ όσον ταύτα συνεχίζουν τας σπουδάς των εις Σχολάς Γενικής ή Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εφ’ όσον κατά τον χρόνον της συμπληρώσεως των ως άνω ορίων ηλικίας, ήσαν ανίκανα προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν και δι’ όσον χρόνο διαρκεί η τοιαύτη ανικανότης». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 109/3/1956 της 5/14 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 448) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 3.Η χήρα ή ο χήρος σύζυγος δεν δικαιούνται συντάξεως εάν ο θανών κατά την τέλεσιν του γάμου ήτο ήδη συνταξιούχος ή είχεν συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας του, ο δε θάνατος επήλθεν προ της παρόδου διετίας, από της εκτελέσεως του γάμου, εκτός: α)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα. β)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη, ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον, και γ)Εάν η χήρα, κατά τον χρόνον του θανάτου ετέλει εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. (Μετά τη σελ. 444(η) Σελ. 444, 01 Τεύχος Ε 101 - Σελ. 75. Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) 39.Η.η.3 39.Η.η.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) Ποσόν συντάξεως μελών οικογενείας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.