← Ελλάδα

42. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1337 της 11 Νοεμ./14 Δεκ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 333) Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού περί ευσταθείας φορτη

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος εγκρίνει και θέτει σε εφαρμογή έναν Κανονισμό για την ευστάθεια των φορτηγών, ρυμουλκών και αλιευτικών πλοίων. Σκοπός του είναι να διασφαλίσει την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα, καθορίζοντας κριτήρια για την ικανοποιητική ευστάθεια αυτών των πλοίων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
42. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1337 της 11 Νοεμ./14 Δεκ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 333) Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού περί ευσταθείας φορτηγών, ρυμουλκών και αλιευτικών πλοίων. Έχοντες υπ' όψιν: α)Τα άρθρα 32, 36 και 41 του Ν.Δ. 187/1973 περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (Φ.Ε.Κ. 261Α΄/73). β)Την από 10.6.1981 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Εμπορικού Ναυτικού. γ)Την υπ' αριθ. 1043/30.7.81 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προτάσει του επί της Εμπορικής Ναυτιλίας Υπουργού, απεφασίσαμεν: Άρθρον Πρώτον Εγκρίνομεν και τίθεμεν εις εφαρμογήν Κανονισμόν «περί ευσταθείας φορτηγών, ρυμουλκών και αλιευτικών πλοίων». ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ «Περί ευσταθείας φορτηγών, ρυμουλκών και αλιευτικών πλοίων». Άρθρον 8. Γενικά κριτήρια ικανοποιητικής ευσταθείας. 1.Τα γενικά κριτήρια ικανοποιητικής ευσταθείας των φορτηγών πλοίων συμπεριλαμβανομένων και των νέων Φ/Γ- Ο/Γ έχουν ως κάτωθι: α)Το αρχικόν μετακεντρικόν ύψος, δέον να είναι μεγαλύτερον των 0,15 μέτρων. β)Η γωνία Θ Μ του μεγίστου μοχλοβραχίονος επαναφοράς περί της οποίας η παράγρ.3 (α) του άρθρου 7, δέον να είναι κατά προτίμησιν μεγαλυτέρα των 30 ο , αλλά οπωσδήποτε όχι μικροτέρα των 25 ο . γ)Ο μοχλοβραχίων GZ δέον να έχη τιμήν τουλάχιστον 0,20 μ. εις γωνίαν μεγαλυτέραν ή ίσην των 30 μοιρών. δ)Το εμβαδόν κάτωθι της καμπύλης του μοχλοβραχίονος επαναφοράς GZ δέον να είναι μεγαλύτερον: (ι)Των 0,055 μέτρων – ακτινίων μέχρι της γωνίας Θ=30 ο . (Μετά τη σελ. 220,999034) Σελ. 220,999035 Τεύχος 773 – Σελ. 5 Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα 19.Γ.α.42 (ιι)Των 0,09 μέτρων–ακτινίων μέχρι της γωνίας Θ=40 ο , ή της γωνίας κατακλίσεως Θ F εφ' όσον αύτη είναι μικροτέρα των 40 ο . ε)Επιπροσθέτως η επιφάνεια κάτωθεν της καμπύλης μοχλοβραχίονος επαναφοράς μεταξύ των γωνιών κλίσεως 30 ο και 40 ο ή μεταξύ των γωνιών 30 ο και Θ F, αν η γωνία αυτή είναι μικροτέρα των 40 ο , δεν πρέπει να είναι μικροτέρα από 0,03 μέτρα – ακτίνια. στ)Ειδικώς δια τα νέα Φ/Γ – Ο/Γ ανοικτού τύπου τα οποία εκτελούν πλόας περιωρισμένης εκτάσεως ταύτα θα συμμορφούνται προς τας απαιτήσεις ευσταθείας αι οποίαι προβλέπονται δια τα επιβατηγά οχηματαγωγά ανοικτού τύπου τα οποία εκτελούν πλόας περιωρισμένης εκτάσεως. 2.Ειδικώς δια τα υπάρχοντα φορτηγά οχηματαγωγά ανοικτού τύπου τα οποία εκτελούν πλόες εσωτερικού τα κριτήρια ικανοποιητικής ευσταθείας έχουν ως κάτωθι: α)Το αρχικόν μετακεντρικόν ύψος δέον να είναι μεγαλύτερον των 0,35 μέτρων. β)Η γωνία Θ M του μεγίστου μοχλοβραχίονος επαναφοράς περί ης η παράγραφος 3(α) του άρθρου 7, δέον να είναι κατά προτίμησιν μεγαλυτέρα των 20 ο , αλλά οπωσδήποτε όχι μικροτέρα των 15 ο . γ)Ο μοχλοβραχίων επαναφοράς (GZ) δέον να έχη τιμήν τουλάχιστον 0,20 μέτρα εις γωνίαν μεγαλυτέραν ή ίσην των 30 ο . δ)Το εμβαδόν κάτωθι της καμπύλης του μοχλοβραχίονος επαναφοράς GZ δέον να είναι μεγαλύτερον: (1)Tων 0,15 μέτρων–ακτινίων μέχρι της γωνίας Θ=30 ο . (2)Των 0,20 μέτρων–ακτινίων μέχρι της γωνίας Θ=40 ο , ή της γωνίας κατακλύσεως Θ F εφ' όσον αύτη είναι μικροτέρα των 40 ο . ε)Επιπροσθέτως, η επιφάνεια κάτωθι της καμπύλης του μοχλοβραχίονος επαναφοράς (GZ) μεταξύ των γωνιών κλίσεως 30 ο και 40 ο ή μεταξύ των γωνιών 30 ο και ΘF αν η γωνία αυτή είναι μικρότερη των 40 ο , δεν πρέπει να είναι μικροτέρα των 0,02 μέτρων – ακτινίων. Τα πλοία της παρούσης παραγράφου δεν θα αποπλέουν αν αι επικρατούσαι ή αναμενόμεναι να επικρατήσουν καιρικαί συνθήκαι συμφώνως προς το εν ισχύϊ δελτίον της Ε.Μ.Υ. είναι τοιαύται ώστε η έντασις του ανέμου να είναι μεγαλυτέρα του 6 της κλίμακος BEAUFORT. στ)Ειδικώς δια τα υπάρχοντα Φ/Γ – Ο/Γ ανοικτού τύπου τα οποία εκτελούν πλόας περιωρισμένης εκτάσεως εφαρμόζεται η παράγραφος 1(στ) του παρόντος άρθρου. 3.α)Τα γενικά κριτήρια ικανοποιητικής ευσταθείας αλιευτικών πλοίων είναι τα αυτά ως εις ανωτέρω παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου πλην του αρχικού μετακεντρικού ύψους το οποίον πρέπει να είναι μεγαλύτερον των 0,35 μέτρων. Δια αλιευτικά μήκους άνω των 70 μέτρων τούτο δύναται μειωθή μέχρι 0,15 μ. Σελ. 220,999036 Τεύχος 773 – Σελ. 6 β)Δια αλιευτικά πλοία μήκους 12 μέχρι 50 μ. τα οποία διαθέτουν κλειστόν κατάστρωμα είναι δυνατόν αντί των απαιτήσεων της ανωτέρω παραγράφου 1 να χρησιμοποιηθή η ακόλουθος σχέσις δια το ελάχιστον απαιτούμενον μετακεντρικόν ύψος (GM) δι' όλας τας καταστάσεις λειτουργίας του πλοίου. (GM)min=0,53+2B[(0,075-0,37)x(F/B)+0,82(F/B) 2 0,014 (B/D)-0,032 L S/L)] εις μέτρα όπου: L= Μήκος του πλοίου εις μέτρα επί της ισάλου πλήρους φόρτου. Ls=Πραγματικόν μήκος κλειστών υπερκατασκευών εις μέτρα εκτεινομένων από πλευράς εις πλευράν του πλοίου. Β=Μέγιστον πλάτος του πλοίου εις μέτρα επί της ισάλου πλήρους φόρτου. D=Κοίλον του πλοίου εις μέτρα μετρούμενον εις το μέσον του πλοίου και εις την πλευράν κατακορύφως από την άνω όψιν της τρόπιδος μέχρι την κορυφήν του ανωτέρω συνεχούς καταστρώματος. Ελάχιστον ύψος εξάλων εις μέτρα, μετρούμενον κατακορύφως από την ίσαλον μέχρι την κορυφήν του ανωτέρω συνεχούς καταστρώματος εις την πλευράν. Η ανωτέρω σχέσις έχει εφαρμογήν δια πλοία έχοντα: (1)F/B μεταξύ 0,02 και 0,2. (2)Ls/L μικρότερον από 0,60. (3)B/D μεταξύ 1,75 και 2,15. (4)Σιμότητα κατά το διάμηκες τουλάχιστον ίσην ή μεγαλυτέραν της προδιαγραφομένης υπό του Κανονισμού 38(8) της Διεθνούς Συμβάσεως περί Γραμμών Φορτώσεως του 1966. (5)Ύψος υπερκατασκευής το οποίον συμπεριλαμβάνεται εις τους υπολογισμούς όχι μικρότερον των 1,8 μέτρων. -Δια πλοία έχοντα παραμέτρους εκτός των ανωτέρω ορίων η σχέσις πρέπει να εφαρμόζεται με μεγάλην προσοχήν. - Η σχέσις της παρούσης παραγράφου 3(β) δεν θεωρείται ως υποκατάστατον των απαιτήσεων της παραγράφου 1, αλλά δύναται να χρησιμοποιηθή μόνον όταν δεν διατίθενται τα αναγκαία στοιχεία δι' εφαρμογήν των απαιτήσεων της παραγράφου 1. -Η υπολογισθείσα με την ανωτέρω σχέσιν τιμήν του μετακεντρικού ύψους (GM) πρέπει να είναι μικροτέρα από τας πραγματικάς τιμάς του GM του πλοίου εις όλας τας καταστάσεις λειτουργίας. 4.Άπαντα ανωτέρω εν παραγράφοις 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου κριτήρια ικανοποιητικής ευσταθείας δέον να επαληθεύωνται εις εκάστην περίπτωσιν φόρου ως προβλέπεται εις το άρθρον 6. 5.Η γωνία κατακλύσεως (Θ F) είναι η γωνία εγκαρσίας κλίσεως εις την οποίαν εμβαπτίζονται τα ανοίγματα του σκάφους, των υπερκατασκευών ή των υπερστεγασμάτων, τα οποία δεν έχουν καιροστεγή μέσα κλεισίματος. 6.Εις τας περιπτώσεις μεταφοράς φορτίου επί του καταστρώματος, του οποίου το ύψος της πλευρικής επιφανείας από την έμφορτον ίσαλον έως το ανώτατον σημείον αυτού υπερβαίνει το 30% του μεγίστου πλάτους του πλοίου, η δυναμική ευστάθεια των πλοίων θα εξετάζεται ειδικώς κατά την περίπτωσιν και συμφώνως προς τας οδηγίας της Ε.Ε.Π. 19.Γ.α.42 Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα Άρθρον 9. Πλοία μεταφέροντα σιτηρά ή μεταλλεύματα. Η ευστάθεια πλοίων μεταφερόντων σιτηρά ή μεταλλεύματα θα αξιολογήται επιπροσθέτως και επί τη βάσει των σχετικών διατάξεων των ισχυόντων Κανονισμών περί μεταφοράς σιδηρών ή μεταλλευμάτων. Άρθρον 10. Απαιτήσεις ευσταθείας φορτηγών πλοίων μήκους μέχρι 15 μέτρων. Η εξασφάλισις επαρκούς ευσταθείας εις φορτηγά πλοία μήκους μέχρι 15 μέτρων αποτελεί υποχρέωσιν και ευθύνην των πλοιοκτητών και των ασκούντων την διακυβέρνησιν των εν λόγω πλοίων. Άρθρον 11. Απαιτήσεις ευσταθείας φορτηγών πλοίων μήκους 15 μέτρων μέχρι 100 μέτρων χωρητικότητος μέχρι και 500 κοχ. 1.Η ευστάθεια των πλοίων τούτων θεωρείται ικανοποιητική εφ' όσον εξασφαλίζεται η συμμόρφωσις του πλοίου προς τα γενικά κριτήρια ευσταθείας ως ταύτα προβλέπονται υπό του άρθρου 8. 2.Δι' υπάρχοντα πλοία, μεταφέροντα φορτία επί του καταστρώματος, η ευστάθεια δύναται να θεωρήται ως ικανοποιητική, εφ' όσον το αρχικόν μετακεντρικόν ύψος, εις απάσας τας περιπτώσεις φόρτου ως προβλέπονται εις το άρθρον 6, είναι μεγαλύτερον των 0,25 μέτρων. Εις τ' ανωτέρω εφ' όσον δεν διατίθενται επαρκή στοιχεία δια τον υπολογισμόν της ευσταθείας, δεν επιτρέπεται να φορτώσουν φορτίον επί του καταστρώματος παρά μόνον εάν διαπιστούται προ του απόπλου η ύπαρξις επαρκούς ευσταθείας. Δια τα πλοία ταύτα γίνεται αποδεκτή η διαπίστωσις της ευσταθείας δια της μεθόδου μετρήσεως της περιόδου διατοιχισμού του πλοίου προ του απόπλου δι' εκτέλεσιν συγκεκριμένου ταξειδίου, ως προβλέπεται υπό του Παραρτήματος Γ. Άρθρον 12. Απαιτήσεις ευσταθείας φορτηγών πλοίων μήκους 15 μέχρι 100 μέτρων χωρητικότητος άνω των 500 κοχ. 1.Η ευστάθεια των πλοίων τούτων θεωρείται ως ικανοποιητική, εφ' όσον εξασφαλίζεται η συμμόρφωσις του πλοίου προς τα γενικά κριτήρια ευσταθείας, ως ταύτα προβλέπονται υπό του άρθρου 8. 2.Δι' υπάρχοντα πλοία, η ευστάθεια θεωρείται ικανοποιητική, εφ' όσον το αρχικόν μετακεντρικόν ύψος εις απάσας τας περιπτώσεις φόρτου ως προβλέπεται εις το άρθρον 6, είναι μεγαλύτερον των 0,25 μ. Άρθρον 13. Απαιτήσεις ευσταθείας πλοίων μήκους 15 μέτρων μέχρι 100 μέτρ. μεταφερόντων φορτίον ξυλείας επί του καταστρώματος. 1.Δια πλοία μεταφέροντα ξυλείαν επί του καταστρώματος και υπό την προϋπόθεσιν ότι το φορτίον τοποθετείται διαμήκως μεταξύ των υπερκατασκευασμάτων και εκτείνεται εγκαρσίως μέχρι των πλευρών του πλοίου και στερούται ασφαλώς, ώστε, να μην μετακινήται υπό μεγάλας γωνίας κλίσεως, τα υπό του άρθρου 8 καθοριζόμενα γενικά κριτήρια δύνανται να τροποποιώνται ως ακολούθως: α)Το αρχικόν μετακεντρικόν ύψος δέον να είναι μεγαλύτερον των 0,10 μέτρων. β)Η μεγίστη τιμή του μοχλοβραχίονος ροπής επαναφοράς GZ δέον να είναι τουλάχιστον 0,25 μ. γ)Το εμβαδόν κάτωθι της καμπύλης μοχλοβραχίονος GZ ροπής επαναφοράς δέον να είναι μεγαλύτερον των 0,08 μέτρων ακτινίων μέχρι της γωνίας Θ=40 ο ή της γωνίας ΘF εφ' όσον αύτη είναι μικροτέρα. δ)Καθ' όλην την διάρκειαν του πλου το μετακεντρικόν ύψος δέον να παραμένη θετικόν μετά την διόρθωσιν δια τας ελευθέρας επιφανείας των δεξαμενών λαμβανομένης επίσης υπ' όψιν και της απορροφήσεως ύδατος υπό του επί του καταστρώματος φορτίου εις ποσοστόν κατά βάρος ίσον προς το 10% του επί του καταστρώματος φορτίου. 2.Εις την περίπτωσιν των πλοίων τούτων αι υπό εξέτασιν καταστάσεις φορτώσεως πλοίου επιπροσθέτως των υπό των παραγρ. 3 και 4 του άρθρου 6 προβλεπομένων θα λαμβάνωνται επίσης υπ' όψιν: α)Πλοίον εις κατάστασιν αναχωρήσεως, έμφορτον μέχρι της ισάλου εις το βύθισμα θέρους ξυλείας, του φορτίου θεωρουμένου ομοιογενώς κατανεμημένου εντός των κυτών και επιπροσθέτως φορτίον επί του καταστρώματος, καθοριζομένου βάρους και θέσεως. Αι δεξαμεναί καυσίμων και ύδατος ως και αι αποθήκαι εφοδίων δέον να είναι πλήρεις. β)Πλοίον εις κατάστασιν αφίξεως μετά φορτίου ως ανωτέρω αλλά τα καύσιμα, το ύδωρ και τα εφόδια έχουν καταναλωθή κατά ποσοστόν 90% επιπροσθέτως δε το βάρος του φορτίου επί του καταστρώματος έχει αυξηθή κατά ποσοστόν 10% λόγω της απορροφήσεως υγρασίας. Άρθρον 14. Απαιτήσεις ευσταθείας φορτηγών πλοίων μήκους άνω των 100 μέτρων. 1.Εις τα πλοία ταύτα δεν καθορίζονται ειδικά κριτήρια ευσταθείας πλην όμως είναι απαραίτητος η κατά το άρθρον 9 και τα λοιπά άρθρα του παρόντος ύπαρξις επαρκών στοιχείων ευσταθείας, αποτελεσμάτων πειράματος ευσταθείας, βασικών καμπυλών ευσταθείας, μελέτης ευσταθείας κλπ., προς κατατοπισμόν και ενημέρωσιν του Πλοιάρχου θεωρημένων υπό της Ε.Ε.Π. ή Νηογνώμονος. Γενικώτερα θα πρέπει να εξασφαλίζεται επαρκής ευστάθεια εις όλας τας καταστάσεις φόρτου. 2.Εις τας περιπτώσεις μεταφοράς φορτίου επί του καταστρώματος του οποίου το ύψος της πλευρικής επιφανείας από την έμφορτον ίσαλον έως το ανώτατον σημείον αυτού υπερβαίνει το 30% του μεγίστου πλάτους του πλοίου, η δυναμική ευστάθεια των πλοίων θα εξετάζεται ειδικώς κατά περίπτωσιν και συμφώνως προς τας οδηγίας της Ε.Ε.Π. Άρθρον 15. Απαιτήσεις ευσταθείας ρυμουλκών. 1.Η ευστάθεια των πλοίων τούτων θεωρείται ως ικανοποιητική εφ' όσον εις πάσαν κατάστασιν φορτώσεως ικανοποιούνται τα ακόλουθα κριτήρια: α)Το μετακεντρικόν ύψος εις όλας τας καταστάσεις φόρτου θα είναι τουλάχιστον ίσον προς το προκύπτον από την κατωτέρω σχέσιν: GM= ) / ( 25 ) ( 3 / 2 B F H S D SHP N        εις μέτρα. Όπου: Ν= αριθμός ελίκων. SHP= Ιπποδύναμις εκάστου ελικοφόρου άξονος πρύμνηθεν του ωστικού τριβέως. D= Διάμετρος έλικος εις μέτρα. S= Ο λόγος της προβολής της επιφανείας του δίσκου της έλικος επί του πηδαλίου εστραμένου κατά 45 ο δια της συνολικής επιφανείας του δίσκου της έλικος. Η= Κατακόρυφος απόστασις εις μέτρα μεταξύ του κέντρου του ελικοφόρου άξονος και του κόρακος ή του μέσου κίονος ρυμουλκήσεως. (Μετά τη σελ. 220,999036) Σελ. 220,999037 Τεύχος 773-Σελ. 7 Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα 19.Γ.α.42 Δ= Εκτόπισμα του πλοίου εις μετρικούς τόννους. F= Ελάχιστον ύψος εξάλων κατά μήκος του πλοίου εις μέτρα. Β= Μέγιστον πλάτος του πλοίου εις μέτρα. β)Η επιφάνεια της εφεδρικής δυναμικής ευσταθείας (επιφάνεια μεταξύ των καμπυλών των μοχλοβραχιόνων ανορθώσεως και κλίσεως προς τα δεξιά του πρώτου σημείου τομής αυτών) μέχρι την γωνίαν των 40 ο ή την γωνίαν κατακλύσεως οιασδήποτε είναι μικροτέρα δέον να είναι κατ' ελάχιστον 0,09 μέτρα-ακτίνια. Η καμπύλη του μοχλοβραχίονος κλίσεως θα σχεδιάζεται βάσει του τύπου F=1/2 (Η-Τ/2) Ρ/Δ + συν 0. Ένθα: F= Ο μοχλοβραχίων κλίσεως εις μέτρα. Η= Το ύψος του κόρακος ή του κίονος ρυμουλκήσεως εκ της τρόπιδος εις μέτρα. Τ= Το μέσον βύθισμα του πλοίου εις μέτρα. Ρ= Η μεγίστη δύναμις έλξεως του πλοίου, εις τόννους. Δ= Το εκτόπισμα του πλοίου εις τόννους. Όπου η μεγίστη δύναμις έλξεως δεν είναι επακριβώς γνωστή, θα υπολογίζεται εκ του τύπου: Ρ=ΒΗΡ/75. Όπου ΒΗΡ είναι η μεγίστη ιπποδύναμις πέδης των μηχανών προώσεως. γ)Η γωνία εις την οποίαν ο μοχλοβραχίων επαναφοράς λαμβάνει την μεγίστην τιμήν του πρέπει να είναι τουλάχιστον 25 ο . δ)Η γωνία μηδενικού μοχλοβραχίονος επαναφοράς πρέπει να είναι τουλάχιστον 50 ο . 2.Εις υπάρχοντα ρυμουλκά πλοία ένθα δεν υφίστανται επαρκή στοιχεία ευσταθείας δια την εκτέλεσιν των υπολογισμών τούτων δύναται να εκτελήται ουσιαστικόν πείραμα ευσταθείας του πλοίου όντος κατά προτίμησιν εις την κατάστασιν ελαχίστου φόρτου λειτουργίας και δια της εφαρμογής εγκαρσίας ροπής κλίσεως της προκυπτούσης εκ του τύπου: Μ= F x P Ένθα: F= Ο μοχλοβραχίων κλίσεως ως ούτος υπολογίζεται εκ του τύπου του ανωτέρω εδαφίου 1(β) δια γωνίαν Θ=0 ο . Ρ= Η μεγίστη δύναμις έλξεως του πλοίου εις τόννους ως αύτη θα υπολογίζεται ως εν τω προηγουμένω εδαφίω 1(β). Η εκτέλεσις του ουσιαστικού πειράματος ευσταθείας γίνεται παρουσία εκπροσώπων της Ε.Ε.Π. ή T.K.E.E.Π. ή της Λιμενικής Αρχής. Ως κριτήριον ικανοποιητικής ευσταθείας θα θεωρήται η μη βύθισις της ακμής του καταστρώματος εκ της δημιουργουμένης εγκαρσίας κλίσεως του πλοίου. 3.Αναλόγως προς το είδος των εκτελουμένων πλόων τα ρυμουλκά πλοία θα συμμορφούνται προς τας ακολούθους απαιτήσεις: α)Τα εκτελούντα πλόας και ρυμουλκήσεις εξωτερικού προς άπαντα τα κριτήρια των ανωτέρω παραγράφων του παρόντος άρθρου και θα πρέπει να είναι εφοδιασμένα με θεωρημένα στοιχεία ευσταθείας προς υποβοήθησιν του πλοιάρχου εφ όσον είναι άνω των 150 κοχ. Σελ. 220,999038 Τεύχος 773-Σελ. 8 β)Τα εκτελούντα πλόας και ρυμουλκήσεις εσωτερικού προς τα κριτήρια των ανωτέρω παραγράφων 1(α), 1(β) και 1(γ) ή προκειμένου περί υπαρχόντων πλοίων στερουμένων στοιχείων ευσταθείας ταύτα θα συμμορφούνται προς τα κριτήρια της ανωτέρω παραγράφου 2. γ)Τα εκτελούντα πλόας και ρυμουλκήσεις εντός και πέριξ λιμένος προς το κριτήριον της ανωτέρω παραγράφου 1(α) ή προς κριτήριον της ανωτέρω παραγράφου 2 προκειμένου περί υπαρχόντων πλοίων στερουμένων στοιχείων ευσταθείας. Άρθρον 16. Κριτήρια ευσταθείας νέων και υπαρχόντων αλιευτικών πλοίων. 1.Η ευστάθεια αλιευτικών πλοίων θεωρείται ικανοποιητική εφ' όσον εξασφαλίζεται με την συμμόρφωσιν προς τα γενικά κριτήρια ευσταθείας του άρθρου 8 του παρόντος Κανονισμού. 2.Δι' υπάρχοντα αλιευτικά πλοία η ευστάθεια δύναται να θεωρήται ως ικανοποιητική, εφ' όσον το αρχικόν μετακεντρικόν ύψος εις απάσας τας περιπτώσεις φόρτου, ως προβλέπεται εις το άρθρον 6, είναι μεγαλύτερον των 0,40 μέτρων. Εις τ' ανωτέρω πλοία εφ' όσον δεν διατίθενται επαρκή στοιχεία δια τον υπολογισμόν της ευσταθείας, δύναται να εκτελήται δοκιμή ευσταθείας αντί του πειράματος ευσταθείας δια μετρήσεως του χρόνου διατοιχισμού εις εκάστην περίπτωσιν φορτώσεως και που του απόπλου του πλοίου. Ο τρόπος της δοκιμής αυτής δια πλοία μήκους κάτω των 70 μέτρων, περιγράφεται εις το Παράρτημα Γ. 3.Η εξασφάλισις επαρκούς ευσταθείας νέων αλιευτικών πλοίων μήκους κάτω των 12 μέτρων και υπαρχόντων αλιευτικών μήκους κάτω των 24 μέτρων αποτελεί υποχρέωσιν και ευθύνην των πλοιοκτητών και των ασκούντων την διακυβέρνησιν των εν λόγω πλοίων. Άρθρον 1. Ορισμοί. Κατά την εφαρμογήν του παρόντος Κανονισμού νοείται: 1.Επιβατηγόν πλοίον: Παν πλοίον μεταφέρον πλείονας των δώδεκα (12) επιβατών. 2.Φορτηγόν πλοίον: Παν μη επιβατηγόν πλοίον μεταφέρον φορτίον. 3.Ρυμουλκόν πλοίον: Παν πλοίον κατασκευασμένον ή διασκευασμένον δια ρυμουλκήσεις εντός λιμένων ή ανοικτής θαλάσσης, ή παροχήν βοηθείας δια ρυμουλκήσεως εις κινδυνεύον πλοίον. 4.Αλιευτικόν πλοίον: Παν πλοίον κατασκευασμένον ή διασκευασμένον δια την αλιείαν ιχθύων, φαλαινών, φωκών, θαλασσίων ίππων και άλλων υπάρξεων του ζωικού βασιλείου. 5.Πλοίον: Το φορτηγόν, το ρυμουλκόν και το αλιευτικόν πλοίον. 6.Μήκος πλοίου: Είναι το μήκος το μετρούμενον μεταξύ των καθέτων των λαμβανομένων εις τα άκρα της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής. 7.Νέον πλοίον: Θεωρείται πλοίον του οποίου η τρόπις ετέθη την ημέρα της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Κανονισμού ή μεταγενεστέρως, ως και παν πλοίον του οποίου η μετασκευή εις φορτηγόν ή ρυμουλκόν ή αλιευτικόν ήρξατο, ή η εγγραφή εις τα Ελληνικά νηολόγια εγένετο, κατά ή μετά την ημερομηνίαν ταύτην. 8.Υπάρχον πλοίον: Παν πλοίον το οποίον δεν είναι νέον πλοίον. 9.Ε.Ε.Π.: Είναι η εν Πειραιεί εδρεύουσα Επιθεώρησις Εμπορικών Πλοίων. 10.Φορτηγόν – Οχηματαγωγόν Παν πλοίον κατασκευσμένον ή διασκευασμένον, ως εκ της διατάξεως και του μεγέθους των (Φ/Γ – Ο/Γ) πλοίον ανοικτού χώρων αυτού δια παραλαβήν και μεταφοράν οχημάτων εισερχομένων ή εξερχομένων δια των τύπου: ιδίων αυτών μέσων ή δια ρυμουλκήσεως. Εις το πλοίον του τύπου αυτού οι χώροι οχημάτων είναι ανοικτοί μη περιβαλλόμενοι υπό κλειστής υπερκατασκευής ως αύτη ορίζεται υπό της παρ. 10β΄του Κανονισμού 3 της Δ.Σ. Γραμμών Φορτώσεως 1966. 11.Κ.Ο.Χ.: Κόροι ολικής χωρητικότητος. 12.Ναυπηγός: Ο ναυπηγός ο έχων το δικαίωμα υποβολής εις την Ε.Ε.Π. ναυπηγικών σχεδίων και μελετών. 13.Ευστάθεια: Η εγκαρσία στατική ευστάθεια του πλοίου εις την άθικτον κατάστασιν. 14.Στοιχεία ευσταθείας: Τα παρεχόμενα υπό μορφήν εγχειριδίου στοιχεία ευσταθείας δια την υποβοήθησιν του Πλοιάρχου εις την ασφαλή φόρτωσιν και ερματισμόν του πλοίου. 15.Άφορτον πλοίον: «Ως άφορτον πλοίον» νοείται το πλοίον το ευρισκόμενον εις άφορτον κατάστασιν. Δεν συμπεριλαμβάνονται εις την άφορτον κατάστασιν το πλήρωμα, το ωφέλιμον φορτίον, τα εφόδια και αι αποσκευαί, τα καύσιμα και τα λιπαντικά, το πόσιμον και τροφοδοτικόν ύδωρ, το υγρόν έρμα και τα λοιπά αναλώσιμα υλικά. 16.Αδελφά πλοία: Πλοία των οποίων τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά τα αφορώντα τας διαστάσεις και διατάξεις δεν παρουσιάζουν διαφοράς δια την εφαρμογήν του παρόντος Κανονισμού. 17.Νηογνώμων: Ο υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως εξουσιοδοτημένος Νηογνώμων ή έτερος Οργανισμός δια την διενέργειαν επιθεωρήσεως των ελληνικών πλοίων και εκδόσεως των οικείων Πιστοποιητικών ασφαλείας. (Μετά τη σελ. 220,999032) Σελ. 220,999033 Τεύχος 773 – Σελ. 3 480 Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα 19.Γ.α.41-42 Άρθρον 17. Εφοδιασμός του πλοίου δια στοιχείων ευσταθείας. 1.Ο εφοδιασμός του πλοίου δια των συμφώνως προς τον παρόντα Κανονισμόν απαιτουμένων στοιχείων ή μελετών ευσταθείας, αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια την έκδοσιν ή ανανέωσιν των Πιστοποιητικών Ασφαλείας Κατασκευής ή του Πρωτοκόλλου Γενικής Επιθεωρήσεως του πλοίου. 2.Εφ' όσον τα Πιστοποιητικά Ασφαλείας εκδίδονται υπό εξουσιοδοτημένου Νηογνώμονος ούτος υποχρεούται να αποστείλλη εις Ε.Ε.Π. αντίγραφον των σχετικών στοιχείων ή μελετών ευσταθείας. 3.Ο Πλοίαρχος του πλοίου θα εφοδιάζεται, μερίμνη του πλοιοκτήτου, και θα τηρή εν τω πλοίω θεωρημένον παρά της Ε.Ε.Π. ή του εξουσιοδοτημένου Νηογνώμονος αντίγραφον στοιχείων και μελετών ευσταθείας υπό μορφήν ενιαίου εγχειριδίου. Πλέον των ανωτέρω, ο Πλοίαρχος δέον να εφοδιάζεται μερίμνη του πλοιοκτήτου δι' όλων των απαιτουμένων τυχόν συμπληρωματικών στοιχείων και οδηγιών, ίνα ούτος δύναται να καθοδηγήται δια τρόπου ταχέως και απλού επί της ευσταθείας του πλοίου δια τας διαφόρους καταστάσεις φόρτου και συνθήκας υπηρεσίας. 19.Γ.α.42 Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα Άρθρον 18. Γενικαί προφυλάξεις έναντι ανατροπής. 1.Οι Πλοίαρχοι υποχρεούνται, όπως επιδεικνύουν σύνεσιν και ορθήν επαγγελματικήν ναυτικήν αντίληψιν, λαμβάνοντες υπ' όψιν κατά τον πλουν την εποχήν του έτους, την γεωγραφικήν περιοχήν του πλου, την πρόγνωσιν του καιρού και να λαμβάνουν επίσης τα υπό των περιστάσεων επιβαλλόμενα μέτρα σχετικώς με την ταχύτητα και την ακολουθητέαν πορείαν του πλοίου. 2.Δέον όπως επιδιώκεται υπό του Πλοιάρχου η καλή στοιβασία του φορτίου ως και η κατάλληλος κατανομή του εις τα κύτη προκειμένου να εξασφαλίζωνται ικανοποιητικαί συνθήκαι ευσταθείας. Εφ' όσον καθίσταται αναγκαίον, η ποσότης του φορτίου θα ελαττούται ίνα καλύπτωνται αι απαιτήσεις ερματισμού, αποφευγομένου κατά το δυνατόν του ερματισμού κατά την διάρκειαν του πλου. 3.Πάντοτε προ του απόπλου δέον να λαμβάνεται υπό του Πλοιάρχου μέριμνα δια την εκάστοτε απαιτουμένην έχμασιν του φορτίου, εις τρόπον ώστε να μειούται εις το ελάχιστον αι πιθανότητες διαμήκους ή εγκαρσίας μετακινήσεως κατά τον πλουν, λόγω των αναπτυσσομένων επιταχύνσεων εκ της προνεύσεως και του διατοιχισμού του πλοίου εν θαλασσοταραχή. 4.Ειδικώς δια τα αλιευτικά πλοία. α)Πρέπει να προβλέπωνται θυρίδες εκροής εις το δύφρακτον του πλοίου, αι διαστάσεις των οποίων περιγράφονται εις το Παράρτημα Δ΄ και αι οποίαι ευθύνη του Πλοιάρχου δέον όπως ευρίσκωνται εις καλήν κατάστασιν λειτουργίας και απηλλαγμέναι παντός εμποδίου. β)Πρέπει να τηρούνται τα ελάχιστα ύψη κατωφλίων θυρών και καθόδων επί του καταστρώματος του πλοίου τα οποία δίδονται εις το Παράρτημα Ε΄. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄. Προϋποθέσεις εκπονήσεως διαγράμματος βασικών καμπυλών ευσταθείας. Κατά την εκπόνησιν του ως άνω διαγράμματος πλέον της γάστρας του πλοίου λαμβανομένης μέχρι του καταστρώματος εξάλων, δύνανται να συμπεριληφθούν και, κλεισταί υπερκατασκευαί και υπερστεγάσματα μέχρι του δευτέρου καταστρώματος, υπεράνω του καταστρώματος εξάλων. Υπερκατασκευαί και υπερστεγάσματα θεωρούνται ως κλειστά εφ' όσον έχουν: (α)Κλειστά διαφράγματα επαρκούς ισχυράς κατασκευής (β)Ανοίγματα εισόδου, εάν υπάρχουν, εις τα ως άνω διαφράγματα ενισχυμένα δια θυρών ισοδυνάμου αντοχής προς το αδιαπέραστον διάφραγμα και στεγανάς κατά του καιρού. (γ)Το ύψος των κατωφλίων εις τα ως άνω ανοίγματα δέον να είναι τουλάχιστον 380 χιλιοστόμετρα υπεράνω του καταστρώματος. (δ)Άπαντα τα λοιπά ανοίγματα εις τας πλευράς ή τα άκρα των υπερκατασκευών ή υπερστεγασμάτων δέον να είναι ενισχυμένα δι' επαρκώς στεγανών κατά του καιρού μέσων κλεισίματος. Ανοίγματα επί του καταστρώματος εντός κλειστών υπερστεγασμάτων θα θεωρούνται ως κλειστά και εάν ακόμη δεν έχουν καιροστεγή μέσα κλεισίματος. Ανοίγματα επί του καταστρώματος εντός ανοικτών υπερστεγασμάτων έχοντα καιροστεγή μέσα κλεισίματος θα θεωρούνται ως κλειστά. Υπερκατασκευαί και υπερστεγάσματα, μη θεωρούμενα ως κλειστά, δύνανται να συμπεριληφθούν εις τους υπολογισμούς ευσταθείας μέχρι της γωνίας κλίσεως καθ' ην ανοίγματα αυτών κατακλύζονται. Μικρά ανοίγματα δια των οποίων δεν είναι δυνατή η προοδευτική κατάκλυσις δύνανται να θεωρηθούν ως κλειστά. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄. Επιδράσεις των υγρών των δεξαμενών επί της ευσταθείας. Δι' όλας τας καταστάσεις φόρτου, το αρχικόν μετακεντρικόν ύψος και αι καμπύλαι ευσταθείας πρέπει να διορθώνονται δια την επίδρασιν των ελευθέρων επιφανειών των εντός των δεξαμενών υγρών συμφώνως προς τας ακολούθους υποθέσεις: 1.Δεξαμεναί αι οποίαι λαμβάνονται υπ' όψιν όταν προσδιορίζεται η επίδρασις υγρών εις την ευστάθειαν εις όλας τας γωνίας κλίσεως θα είναι μεμονωμέναι δεξαμεναί ή συνδυασμοί δεξαμενών δι' έκαστον είδος υγρού (συμπεριλαμβανομένων και των δεξαμενών έρματος) αι οποίαι εις τας καταστάσεις λειτουργίας δύνανται να έχουν συγχρόνως ελευθέρας επιφανείας. 2.Προς τον σκοπόν προσδιορισμού της ανωτέρω διορθώσεως λόγω ελευθέρων επιφανειών, αι δεξαμεναί αι οποίαι θα λαμβάνωνται υπ’ όψει πρέπει να είναι εκείναι αι οποίαι παρουσιάζουν την μεγίστην ροπήν ελευθέρας επιφανείας, Μfs εις μίαν γωνίαν κλίσεως 30 ο όταν ευρίσκονται εις το 50% της πληρότητός των. 3.Η τιμή της Μfs δι' εκάστην δεξαμενήν δύναται να ευρεθή εκ της σχέσεως. MFS= V.b.γ.Κ  Όπου: Mfs = η ροπή ελευθέρας επιφανείας εις τόννους μέτρα δια γωνίαν κλίσεως 30 ο . V = η ολική χωρητικότης της δεξαμενής εις κυβικά μέτρα (Μ 3 ). b = το μέγιστον πλάτος της δεξαμενής εις μέτρα (Μ). γ = το ειδικόν βάρος. δ = . . . h I b V συντελεστής όγκου της δεξαμενής. h = το μέγιστον ύψος της δεξαμενής εις μέτρα (Μ). l = το μέγιστον μήκος της δεξαμενής εις μέτρα (Μ). Κ = αδιάστατος συντελεστής ο οποίος προσδιορίζεται από τον ακόλουθο πίνακα συμφώνως προς τον λόλογον b/h. Αι ενδιάμεσαι τιμαί προσδιορίζονται με γραμμικήν παρεμβολήν. 4.Μικραί δεξαμεναί αι οποίαι ικανοποιούν την κατωτέρω συνθήκην όπου χρησιμοποιήται η τιμή του Κ η οποία αντιστοιχεί εις την γωνίαν κλίσεως 30 ο , δεν είναι αναγκαίον να ληφθούν υπ' όψιν εις τον υπολογισμόν: V.b.γ.Κ  <0,01 Δ min. Όπου: Δ min = ελάχιστον εκτόπισμα του πλοίου εις μετρικούς τόννους. 5.Τα υπόλοιπα υγρών τα οποία συνήθως παραμένουν εντός των κενών δεξαμενών δεν λαμβάνονται υπόψη εις τους υπολογισμούς. (Μετά τη σελ 220,999038) Σελ. 220,999039 Τεύχος 773-Σελ.9 Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα 19.Γ.α.42 Σελ. 220,999040 Τεύχος 773-Σελ. 10 19.Γ.α.42 Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ΄ Τρόπος εκτελέσεως δοκιμής ευσταθείας δια μετρήσεως χρόνου διατοιχισμού. (Ισχύει δια πλοία μήκους μικροτέρου των 70 μέτρων). Εισαγωγή: 1.Αν αι ακόλουθοι οδηγίαι εκτελεσθούν κανονικώς, η παρούσα μέθοδος επιτρέπει την λογικώς σύντομον και ακριβή εκτίμησιν του μετακεντρικού ύψους, το οποίον είναι ένα μέτρον της ευσταθείας ενός πλοίου. 2.Η μέθοδος εξαρτάται από την σχέσιν μεταξύ του μετακεντρικού ύψους, της περιόδου διατοιχισμού και του μεγίστου πλάτους του πλοίου. Διαδικασία Δοκιμής: 3.Η απαιτουμένη περίοδος διατοιχισμού είναι ο χρόνος ενός πλήρους διατοιχισμού του πλοίου και δια να εξασφαλίσουμε τα πλέον ακριβή αποτελέσματα εις τον προσδιορισμόν της τιμής της περιόδου, δέον όπως ληφθούν αι ακόλουθοι προφυλάξεις: α)Η δοκιμή πρέπει να εκτελήται όταν το πλοίον ευρίσκεται εις τον λιμένα, και υπάρχει η ελαχίστη δυνατή επίδρασις από κυματισμόν, άνεμον και παλίρροιαν. β)Με αρχήν όταν το πλοίον ευρίσκεται εις το απώτερον άκρον διατοιχισμού προς μίαν πλευράν του (ας υποθέσωμεν την αριστεράν πλευράν) και το πλοίον πρόκειται ν' αρχίση να κινήται προς την κατακόρυφον θέσιν, ένας πλήρης διατοιχισμός θα έχη εκτελεσθή όταν το πλοίον έχει κινηθή προς το άλλο απώτατον άκρον (δηλαδή της δεξιάς πλευράς), έχει επιστρέψει εις το αρχικόν σημείον από το οποίον ήρχισε η μέτρησις και πρόκειται να αρχίση τον επόμενον διατοιχισμόν. γ)Με ένα χρονόμετρον πρέπει να μετρηθούν οι χρόνοι διαρκείας τουλάχιστον 5 πλήρων διατοιχισμών. Η μέτρησις του χρόνου των διατοιχισμών πρέπει να αρχίζη όταν το πλοίον ευρίσκεται εις το απώτατον άκρον ενός διατοιχισμού. Αφού ο διατοιχισμός σταματήσει τελείως, η μέτρησις πρέπει να επαναληφθή δια δύο εισέτι φοράς τουλάχιστον. Εις εκάστην φοράν πρέπει εάν είναι δυνατόν, να μετράται ο χρόνος του ιδίου αριθμού πλήρων διατοιχισμών δια να διαπιστούται εάν αι μετρήσεις είναι συνεπείς, εάν δηλαδή επαναλαμβάνωνται εντός λογικών ορίων. Εάν γνωρίζωμεν τον συνολικόν χρόνον δια τον συνολικόν αριθμόν των εκτελεσθέντων διατοιχισμών δυνάμεθα να υπολογίσωμεν τον μέσον όρον του χρόνου δια έναν πλήρη διατοιχισμόν. δ)Ο διατοιχισμός του πλοίου δύναται να προκληθή: (1)Δι' ανυψώσεως και καταβιβάσεως επί του πλοίου ενός βάρους ευρισκομένου όσον δυνατόν μακρύτερον από το επίπεδον συμμετρίας. (2)Δι' έλξεως του ιστού του πλοίου με ένα σχοινίον. (3)Δι' ομάδος ανθρώπων οι οποίοι τρέχουν σε συγχρονισμόν κατά το εγκάρσιον του πλοίου. (4)Με οποιονδήποτε άλλον τρόπον. Εν τούτοις, και αυτό είναι πολύ σημαντικόν, αμέσως μόλις αρχίσει αυτός ο εξηναγκασμένος διατοιχισμός το μέσον δια του οποίου έχει προκληθή πρέπει να σταματήσει και το πλοίον να αφεθή να διατοιχίζεται ελευθέρως. Εάν ο διατοιχισμός έχει προκληθεί δι' ανυψώσεως και καταβιβάσεως βάρους να εκτελήται με γερανόν ο οποίος ευρίσκεται εις την ξηράν. Εάν χρησιμοποιήται γερανός ή φορτωτήρ του ιδίου του πλοίου, το βάρος πρέπει να τοποθετήται επί του πλοίου εις το επίπεδον συμμετρίας ευθύς ως προκληθεί ο διατοιχισμός. ε)Η μέτρησις και χρονομέτρησις των διατοιχισμών πρέπει να αρχίση μόνον όταν ο εκτελών την δοκιμήν κρίνη ότι το πλοίον διατοιχίζεται φυσικώς και ελευθέρως, και μόνον όσον είναι απαραίτητον δια την ακριβή μέτρησιν αυτών των διατοιχισμών. ζ)Τα σχοινία με τα οποία το πλοίον συνδέεται με την ξηράν πρέπει να είναι χαλαρωμένα και το πλοίον να ευρίσκεται εις αρκετήν απόστασιν από την αποβάθραν δια να αποφευχθή η επαφή του με αυτήν κατά τους διατοιχισμούς. Δια να ελεχθή αυτό και να αποκτηθή μία ιδέα του αριθμού των πλήρων διατοιχισμών οι οποίοι δύνανται λογικώς να χρονομετρηθούν, πρέπει να εκτελήται μία προκαταρκτική δοκιμή διατοιχισμού πριν αρχίση η καταγραφή πραγματικών χρόνων. η)Δέον όπως δίδεται προσοχή εις την ύπαρξιν λογικής ελευθερίας κάτωθεν της τρόπιδος και εις τας πλευράς του πλοίου. θ)Βάρη λογικού μεγέθους τα οποία δύνανται να αιωρηθούν (π.χ. μηχανοκίνητος λέμβος), ή να κινηθούν (π.χ. βαρέλιον ελαίου), πρέπει να είναι στερεωμένα καλώς ούτως ώστε να αποφεύγεται η κίνησίς των. Η επίδρασις ελευθέρων επιφανειών των μη πλήρων δεξαμενών πρέπει να διατηρήται όσο το δυνατόν μικροτέρα κατά την διάρκειαν της δοκιμής και του ταξειδίου. Υπολογισμός της Αρχικής Ευσταθείας: 4.Αφού υπολογισθεί η περίοδος δια ένα πλήρη διατοιχισμόν, έστω Τr δευτερόλεπτα το μετακεντρικόν ύψος GΜο δύναται να υπολογισθή από την ακόλουθον σχέσιν: GΜο= 2        Tr B F Όπου F = συντελεστής δια την περίοδον διατοιχισμού. Β= πλάτος του πλοίου εις μέτρα. Τ= χρόνος μιας πλήρους περιόδου διατοιχισμού εις δευτερόλεπτα. 5.Δια ακτοπλοϊκά πλοία κανονικού μεγέθους (εξαιρουμένων των δεξαμενοπλοίων), αι ακόλουθοι τιμαί του συντελεστού F προέκυψαν από εκτελεσθείσας δοκιμάς. α)Κενόν πλοίον ερματισμένον F = 0,88. β)Πλοίον με πλήρη φόρτον και υγρά εις τας δεξαμενάς του αποτελούντα το ακόλουθον ποσοστόν του επί του πλοίου συνολικού φορτίου (φορτίο, εφόδια, υγρά κ.τ.λ.). (1)20% του συνολικού φορτίου F= 0,78 (2)10% » » » F= 0,75. (3)5% » » » F= 0,73. 6.Δια αλιευτικά πλοία τα οποία εκφορτώνουν (αλλά με καύσιμα, εφόδια και εξαρτισμόν επί του πλοίου) λαμβάνονται αι ακόλουθοι τιμαί του συντελεστού F: α)Αλιευτικά γαρίδων με διπλούς φορτωτήρας F= 0,95 β)Αλιευτικά ανοικτής θαλάσσης F= 0,80 γ)Αλιευτικά με δεξαμενήν ζωντανών ιχθύων. F= 0,60 Αι τιμαί του συντελεστού F δύνανται να μεταβάλωνται υπό της Ε.Ε.Π. οσάκις προκύπτουν νέα στοιχεία από εκτελεσθησομένας μετρήσεις επί ωρισμένας κατηγορίας πλοίων ως και ωρισμένου τρόπου φορτώσεως. 7.Η αρχική ευστάθεια δύναται επίσης να προσδιορισθή με γραφικόν τρόπον και χρήσιν του συνημμένου νομογραφήματος ως εξής: α)Αι τιμαί των Β και F σημειούται εις τας αντιστοίχους κλίμακας και τα σημεία συνδέονται δια μιας ευθείας γραμμής (1). Αυτή η ευθεία γραμμή τέμνει την κατακόρυφον γραμμήν ΜΜ εις το σημείον Μ. β)Φέρεται μία δευτέρα ευθεία γραμμή (2) η οποία ενώνει το σημείον Μ και το σημείον της κλίμακος περιόδου διατοιχισμού το οποίον αντιστοιχεί εις τον μετρηθέντα χρόνον Τ και η οποία τέμνει την κλίμακα δια το GΜ εις την αιτουμένην τιμήν. (Μετά τη σελ. 220,999040) Σελ. 220,999041 Τεύχος 773-Σελ. 11 Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα 19.Γ.α.42 Περιορισμοί εις την χρήσιν της παρούσης μεθόδου: 8.Επειδή εις χαμηλάς τιμάς του GMο π.χ. της τάξεως των 0,20Μ ή μικρότερον η ακρίβεια της μεθόδου είναι μειωμένη, δια τον λόγον τούτον, ως κριτήριον ικανοποιητικής ευσταθείας είναι, το ελάχιστον μετακεντρικόν ύψος εις την κατάστασιν απόπλου του πλοίου να έχη τιμήν τουλάχιστον 0,30 μέτρα. 9.Η δοκιμή ευσταθείας δια μετρήσεως του χρόνου διατοιχισμού, θα εκτελήται προ του απόπλου του πλοίου, παρουσία εκπροσώπου της Ε.Ε.Π. ή ΤΚΕΕΠ ή της Λιμενικής Αρχής, ο οποίος και θα συντάσση σχετική έκθεση. Αντίγραφον της εκθέσεως θα παραδίδεται εις τον Πλοίαρχον. Σελ. 220,999042 Τεύχος 773-Σελ. 12 19.Γ.α.42 Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα 19.Γ.α.42 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ΄ Συνιστώμεναι Διαστάσεις θυρίδων εκροής αλιευτικών πλοίων. 1.Αι ακόλουθοι ελάχισται επιφάνειαι συνιστώνται δια νέα αλιευτικά πλοία έχοντα κατάστρωμα καθ' όλον το μήκος των τα οποία προβλέπεται να λειτουργούν εις ανοικτάς θαλάσσας με δυσμενείς καιρικάς συνθήκας. 2.Εις πλοία όπου τα δύφρακτα εις τα εκτεθειμένα τμήματα του ανωτέρω καταστρώματος σχηματίζουν κοιλότητας, η ελαχίστη επιφάνεια των θυρίδων εκροής (Α) εις εκάστην πλευράν του πλοίου δι' εκάστην κοιλότητα του ανωτέρω καταστρώματος δίδεται από τας ακολούθους σχέσεις: Όταν το μήκος του δρυφράκτου (1) εις την κοιλότητα είναι: 20 μέτρα ή μικρότερον. Α= 0,7 + 0,035 1 τετραγωνικά μέτρα Όταν το 1 υπερβαίνει τα 20 μέτρα. Α= 0,07 1 τετραγωνικά μέτρα. Το μήκος 1 εις ουδεμίαν περίπτωσιν λαμβάνεται μεγαλύτερον του 0,7 1. Αν το δρύφρακτον έχει μέσον ύψος μεγαλύτερον από 1,2 μέτρα η απαιτουμένη επιφάνεια πρέπει ν' αυξηθή κατά 0,004 τετρ. μέτρα ανά μέτρον μήκους της κοιλότητος δι' έκαστον 0,1 του μέτρου διαφοράν εις ύψος. Αν το δρύφρακτον έχη μέσον ύψος μικρότερον από 0,9 μέτρα, η απαιτουμένη επιφάνεια δύναται να μειούται κατά 0,004 τετρ. μέτρα ανά μέτρον μήκους της κοιλότητος δι' έκαστον 0,1 του μέτρου διαφοράν, εις ύψος. 3.Αι θυρίδαι εκροής πρέπει να είναι διατεταγμέναι κατά τοιούτον τρόπον κατά μήκος του πλοίου ώστε η εκροή των υδάτων από το κατάστρωμα να είναι ταχυτάτη και αποτελεσματική. Αι κατώταται ακμαί των θυρίδων πρέπει να είναι όσον το δυνατόν πλησιέστερα προς το κατάστρωμα. 4.Εξαρτήματα ασφαλίσεως των θυρίδων εκροής εις την κλειστήν θέσιν πρέπει γενικώς να θεωρούνται ως επικίνδυνα. 5.Η Ε.Ε.Π. δύναται να επιτρέψη τροποποιήσεις των ανωτέρω αναφερομένων τιμών εις περιπτώσεις όπου έχει αποδειχθή από την εμπειρίαν ότι τοιαύται τροποποιήσεις δικαιολογούνται. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε΄. Συστάσεις δια εξωτερικά στόμια κυτών και κατώφλια θυρών αλιευτικών πλοίων. 1.Αι απαιτήσεις δια τα ύψη των στομίων κυτών και των κατωφλίων θυρών έχουν ως κάτωθι: α)Εις τα ανώτερα καταστρώματα πρέπει να είναι τουλάχιστον 600 ΜΜ. Εν τούτοις εις περιοχάς του ανωτέρω καταστρώματος αι οποίαι προστατεύονται από την πλήρη δύναμιν της θαλάσσης (με εξαίρεσιν των θυρών αμέσου προσπελάσεως εις τα μηχανοστάσια), τα ύψη αυτά δύνανται να μειωθούν εις 400 ΜΜ. β)Εις καταστρώματα υπερκατασκευαστών πρέπει να είναι τουλάχιστον 300 ΜΜ. Εν τούτοις, εις περιοχάς του καταστρώματος υπερκατασκευής αι οποίαι προστατεύονται από την πλήρη δύναμιν της θαλάσσης, (με εξαίρεσιν των θυρών αμέσου προσπελάσεως εις τα μηχανοστάσια), τα ύψη αυτά δύνανται να μειωθούν εις 150 ΜΜ. γ)Επιτρέπεται η ύπαρξις ενός περιορισμένου αριθμού μικρών υδατοστεγών ανοιγμάτων εις τα ανώτερα καταστρώματα και υδατοστεγή στόμια των καταστρωμάτων. 2.Αι ανωτέρω απαιτήσεις εφαρμόζονται εις όλα τα φέροντα συνεχές κατάστρωμα αλιευτικά πλοία μήκους ανωτέρου των 18 μέτρων τα οποία εκτελούν πλόας κατά την διάρκειαν των οποίων απομακρύνονται πλέον 15 ναυτικών μιλίων από λιμένα ή όρμον καταφυγής και πλέουν εις περιοχάς όπου η έντασις του ανέμου δυνατόν να ανέλθη εις 7 BEAUFORT, ή μεγαλυτέραν. 3.Δια πλοία μήκους μικροτέρου των 18 μέτρων εκτελούντα πλόας εκτάσεως μέχρι 15 ναυτικών μιλίων από λιμένα ή όρμον καταφυγής ή πλέοντα εις περιοχάς όπου η έντασις του ανέμου σπανίως ανέρχεται εις 7 BEAUFORT, οι ανωτέρω απαιτήσεις πρέπει να εφαρμόζωνται κατά το δυνατόν. Άρθρον Δεύτερον. 1.Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος καταργείται το Β.Δ/μα 408/1961 «περί εγκρίσεως Κανονισμού δοκιμών ευσταθείας επιβατηγών και φορτηγών πλοίων» (ΦΕΚ 102 Α΄/26.6.1961). Άρθρον 2. Εφαρμογαί. 1.Εις την παρόντα Κανονισμόν εξετάζεται η εγκαρσία ευστάθεια των πλοίων εις την άθικτον κατάστασιν, καθώς η επάρκεια και ακρίβεια των στοιχείων ευσταθείας των αναγκαιούντων εις τον Πλοίαρχον ώστε να δύναται να καθοδηγηθή δια τρόπου απλού και ταχέως επί της ευσταθείας του πλοίου υπό διαφόρους συνθήκας υπηρεσίας. 2.Ο παρών Κανονισμός εφαρμόζεται επί των υπό Ελληνικήν σημαία νέων και υπαρχόντων φορτηγών, ρυμουλκών και αλιευτικών πλοίων. 3.Πλοία υπό ξένην σημαίαν χωρητικότητος άνω των 500 κοχ. καταπλέοντα εις Ελληνικούς λιμένας δέον να είναι εφοδιασμένα υπό των στοιχείων ευσταθείας των προβλεπομένων υπό του παρόντος Κανονισμού αναλόγως της κατηγορίας των. Άρθρον 3. Κατηγορίαι πλοίων. Δια την εφαρμογήν του παρόντος Κανονισμού τα πλοία κατατάσσονται εις τας κάτωθι κατηγορίας: α)Φορτηγά πλοία μήκους κάτω των 15 μέτρων. β)Φορτηγά πλοία μήκους 15 έως και 100 μέτρων και χωρητικότητος μέχρι 500 κοχ. γ)Φορτηγά πλοία μήκους 15 έως και 100 μέτρων και χωρητικότητος άνω των 500 κοχ. δ)Φορτηγά πλοία, μήκους 15 έως και 100 μέτρων ανεξαρτήτως χωρητικότητος, μεταφέροντα ξυλείαν επί του καταστρώματος. ε)Φορτηγά πλοία άνω των 100 μέτρων ανεξαρτήτως χωρητικότητος. ζ)Ρυμουλκά πλοία ανεξαρτήτως μήκους. η)Αλιευτικά πλοία. Άρθρον 4. Πείραμα Ευσταθείας. 1.Σκοπός του πειράματος ευσταθείας είναι ο προσδιορισμός της θέσεως του κέντρου βάρους του αφόρτου πλοίου και βάσει αυτών η διαπίστωσις υπάρξεως επαρκούς ευσταθείας εις τας διαφόρους καταστάσεις φόρτου. 2.Η εκτέλεσις του πειράματος ευσταθείας επιβάλλεται: α)Εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας το πλοίον στερείται παντελώς στοιχείων ευσταθείας. β)Εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας τα υπάρχοντα εις το πλοίον στοιχεία ευσταθείας είναι ελλειπή ή ανακριβή. γ)Εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας εις το πλοίον έχουν επέλθει, λόγω μετασκευών, σοβαραί μεταβολαί εις την αρχικήν κατανομήν των βαρών του αφόρτου πλοίου. δ)Εις οιαδήποτε περίπτωσιν είναι αναγκαίον, κατά την κρίσιν της Ε.Ε.Π., να διαπιστωθούν αι συνθήκαι ευσταθείας του πλοίου. 3.Απαλλάσσονται της εκτελέσεως του πειράματος ευσταθείας: α)Τα υπάρχοντα πλοία, τα ειδικώς κατασκευασμένα δια την μεταφοράν εντός του κύτους υγρών ή ξηρού μεταλλεύματος εις χύμα. β)Τα υπάρχοντα φορτηγά πλοία μέχρι 500 κοχ. εφ' όσον τάυτα δεν μεταφέρουν φορτίον επί του καταστρώματος. γ)Τα νέα και υπάρχοντα πλοία εις τα οποία έχει εκτελεσθή εις προγενέστερον χρόνο πείραμα ευσταθείας και του οποίου η ακρίβεια έχει διαπιστωθή υπό της Ε.Ε.Π., χωρίς να έχη μεταβληθή μεταγενεστέρως η αρχική κατανομή των βαρών του αφόρτου πλοίου. Σελ. 220,999034 Τεύχος 773 – Σελ. 4 δ)Τα νέα και υπάρχοντα πλοία δια τα οποία έχει εκτελεσθή πείραμα ευσταθείας επί αδελφών πλοίων, τα αποτελέσματα του οποίου έχουν θεωρηθεί υπό Ε.Ε.Π. επαρκώς ακριβή. ε)Τα φορτηγά πλοία μήκους μέχρι και 15 μέτρων. στ)Τα νέα αλιευτικά πλοία μήκους κάτω των 12 μέτρων ως και τα υπάρχοντα μήκους κάτω των 24 μέτρων. Άρθρον 5. Εκτέλεσις του πειράματος ευσταθείας και υποβολή μελετών. 1.Κατά τον καθορισθησόμενον χρόνον δια την εκτέλεσιν του πειράματος ευσταθείας το πλοίον δέον να είναι καθ' όλα έτοιμον συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού και τας εκδιδομένας υπό της Ε.Ε.Π. οδηγίας. 2.Το πείραμα ευσταθείας εκτελείται υπό ναυπηγού, οριζομένου υπό του πλοιοκτήτου, συμπαρισταμένου οπωσδήποτε κατ' αυτό και εκπροσώπου της Ε.Ε.Π. Όταν το πλοίον ευρίσκεται εις λιμένα της αλλοδαπής το πείραμα ευσταθείας δύναται επίσης να εκτελήται υπό την εποπτείαν εξουσιοδοτημένου Νηογνώμονος. 3.Μετά την εκτέλεσιν του πειράματος ευσταθείας συντάσσεται πρωτόκολλον εις το οποίον αναγράφονται η κατάστασις φόρτου, οι συνθήκες εκτελέσεως και τα προκύψαντα εκ του πειράματος αποτελέσματα. Το Πρωτόκολλον συντάσσεται και υπογράφεται υπό του εκτελέσαντος το πείραμα ναυπηγού και συνυπογράφεται διά την ορθότητα της εκτελέσεως και δια την ακρίβειαν των στοιχείων υπό του παρισταμένου εκπροσώπου της Ε.Ε.Π. ή του Νηογνώμονος δια τα πλοία εις τα οποία το πείραμα ευσταθείας εγένετο εις λιμένα της αλλοδαπής. 4.Αι βάσει του παρόντος Κανονισμού απαιτούμεναι μελέται, σχέδια κλπ. προς απόδειξιν της υπάρξεως ικανοποιητικής ευσταθείας πλοίου, και επαρκών και ορθών περί αυτής πληροφοριών εκπονούνται και υπογράφονται υπό Ναυπηγού και υποβάλλονται εις την Ε.Ε.Π. προς έλεγχον και έγκρισιν. 5.α)Εφ' όσον το σύνολον ή μέρος των μελετών ή σχεδίων και στοιχείων ευσταθείας έχει εκπονηθή εις το εξωτερικόν, αι εν λόγω μελέται, σχέδια και στοιχεία προσυπογράφονται υπό ναυπηγού, μετά προηγούμενον έλεγχον περί της ορθότητος τούτων και της ανταποκρίσεώς των προς την παρούσαν μορφήν του πλοίου και τυχόν συμπλήρωσιν τούτων και εν συνεχεία υποβάλλονται εις την Ε.Ε.Π. β)Εναλλακτικώς αι εν τη παρούση παραγράφω μελέται και στοιχεία ευσταθείας δύνανται να υποβάλωνται εις Ε.Ε.Π. ηλεγμέναι και εγκεκριμέναι υπό εξουσιοδοτημένου Νηογνώμονος υπό την προϋπόθεσιν ότι θα φέρουν σαφή ένδειξιν ότι ο έλεγχος και η έγκρισις εγένετο επί τη βάσει του παρόντος Κανονισμού. 6.Αι υποβαλλόμεναι μελέται, δέον όπως είναι συντεταγμέναι εις την Ελληνικήν ή την Αγγλικήν. Οπωσδήποτε όμως δια τα πλοία πλόων εσωτερικού θα πρέπει να υφίστανται στοιχεία ευσταθείας εις την Ελληνικήν στην διάθεση του Πλοιάρχου. 7.Αι υποβαλλόμεναι εις Ε.Ε.Π. μελέται ευσταθείας δέον να συνοδεύωνται υπό απάντων των στοιχείων τα οποία εχρησιμοποιήθησαν δια την εκπόνησιν των μελετών τούτων. Αντίγραφα των θεωρημένων μελετών μετά των απαραιτήτων στοιχείων τηρούνται εις τους φακέλλους του αρχείου πλοίων της Ε.Ε.Π. 19.Γ.α.42 Ασφάλεια ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα Άρθρον 6. Καταστάσεις φόρτου. 1.Η ευστάθεια των πλοίων θα εξετάζεται δι' εκάστην αντιπροσωπευτικήν κατάστασιν φόρτου, εκτιμωμένην βάσει της προβλεπομένης εκμεταλλεύσεως του πλοίου. 2.Η ευστάθεια των φορτηγών πλοίων θα εξετάζεται απαραιτήτως δι' εκάστην των κατωτέρω καταστάσεων φόρτου: α)Το πλοίον ευρίσκεται εις κατάστασιν αναχωρήσεως υπό πλήρη φόρτον κατ' όγκον και βάρος. Το φορτίον δέον να είναι ομοιομόρφως κατανεμημένον εις όλους τους χώρους φορτίου. Αι δεξαμεναί καυσίμου και ύδατος ως και αι αποθήκαι εφοδίων δέον να είναι πλήρεις. β)Το πλοίον ευρίσκεται εις κατάστασιν αφίξεως, ήτοι, το φορτίον είναι το αυτό ως και εις την ανωτέρω παράγραφον 2 (α) αλλά τα καύσιμα, το ύδωρ και τα εφόδια έχουν καταναλωθή κατά ποσοστόν 90%. Ειδικώτερα δια πλοία μεταφέροντα ξυλείαν το φορτίον δέον όπως αυξάνεται κατά 10% λόγω απορροφήσεως υγρασίας. γ)Το πλοίον ευρίσκεται εις κατάστασιν αναχωρήσεως, ερματισμένον, άνευ φορτίου, αλλά με πλήρεις τας δεξαμενάς πετρελαίου, ύδατος, ως και τας αποθήκας εφοδίων. δ)Το πλοίον ευρίσκεται εις κατάστασιν αφίξεως, ερματισμένον, άνευ φορτίου αλλά με υπόλοιπον μόνον 10% της χωρητικότητος των δεξαμενών πετρελαίου, ύδατος και του φόρτου αποθηκών εφοδίων. 3.Δια τα ρυμουλκά πλοία δέον όπως προβλέπονται ανάλογοι των ανωτέρω καταστάσεως φόρτου. 4.Δια τον υπολογισμόν των καταστάσεων φόρτου της ανωτέρω παραγράφου 2 θα λαμβάνωνται επίσης υπ' όψιν τα κάτωθι: α)Δια τας καταστάσεις πλήρους φόρτου των ανωτέρω παραγράφων 2 (α) και 2 (β) εάν πλοίον ξηρού φορτίου έχη δεξαμενάς δια υγρόν φορτίον θα εξετάζωνται δύο περιπτώσεις. Η μία με τας δεξαμενάς πλήρεις και η άλλη με τας δεξαμενάς κενάς. β)Εάν εις οιανδήποτε κατάστασιν φορτώσεως είναι αναγκαία η χρησιμοποίησις υδατίνου έρματος δια την συμμόρφωσιν προς τα κριτήρια ευσταθείας δέον να λαμβάνεται υπ' όψιν και το υδάτινον έρμα, του οποίου πρέπει να αναφέρωνται η ποσότης και η θέσις. γ)Εις όλας τας περιπτώσεις το φορτίον λαμβάνεται ομοιογενές και ομοιομόρφως κατανεμημένον εκτός εάν η κατάστασις αύτη δεν συμφωνεί με την πρακτικήν χρησιμοποίησιν του πλοίου. δ)Εις όλας τας περιπτώσεις όπου μεταφέρεται φορτίον επί του καταστρώματος πρέπει να αναφέρεται εις την μελέτην ευσταθείας ένα ομοιογενές βάρος φορτίου καταστρώματος καθώς και το ύψος τούτου ύπερθεν του καταστρώματος και των στομίων κυτών. ε)Εις περίπτωσιν εκτελέσεως πλόων εις περιοχάς που αναμένεται ανάπτυξις πάγου θα πρέπει να υπολογίζονται καταστάσεις με στρώμα πάγου 30 KG/M 2 επί οριζοντίων εξάλων πλοίου και 7,5 KG/M 2 επί κατακορύφων εκτεθειμένων επιφανειών. 5.Η ευστάθεια των αλιευτικών πλοίων θα εξετάζεται απαραιτήτως δι' εκάστην των κατωτέρω καταστάσεων φόρτου: α)Το πλοίον ευρίσκεται εις κατάστασιν αναχωρήσεως δια την περιοχήν αλιείας με πλήρη φόρτον πετρελαίου, εφοδίων, πάγου, εξαρτημάτων αλιείας κλπ. β)Το πλοίον ευρίσκεται εις κατάστασιν αναχωρήσεως από την περιοχήν αλιείας με πλήρες φορτίον αλιευμάτων. γ)Το πλοίον ευρίσκεται εις κατάστασιν αφίξεως εις τον λιμένα όπου εδρεύει με 10% του φόρτου πετρελαίου, εφοδίων κλπ. και με πλήρες φορτίον αλιευμάτων. δ)Το πλοίον ευρίσκεται εις κατάστασιν αφίξεως εις τον λιμένα όπου εδρεύει με 10% του φόρτου πετρελαίου, εφοδίων κλπ. και με 20% του πλήρους φορτίου αλιευμάτων. 6.Δια τον υπολογισμόν των καταστάσεων φόρτου της ανωτέρω παραγράφου 5 θα λαμβάνωνται επίσης υπ' όψιν τα κάτωθι: α)Το βάρος των δικτύων μετά του απορροφουμένου ύδατος και των άλλων εξαρτημάτων αλιείας τα οποία ευρίσκονται επί του καταστρώματος. β)Εις όλας τας περιπτώσεις θα υποτίθεται ότι το φορτίον είναι ομοιομόρφως κατανεμημένον εκτός εάν αυτό δεν συμφωνεί με την πρακτικήν χρησιμοποίησιν του πλοίου. γ)Εις τας καταστάσεις φόρτου των ανωτέρω παραγράφων 5(β) και 5(γ) πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και το φορτίον το οποίον τοποθετείται άνωθεν του κυρίου καταστρώματος. δ)Το μεταφερόμενον ύδωρ έρματος πρέπει να συμπεριλαμβάνεται μόνον αν ευρίσκεται εντός δεξαμενών αι οποίαι προορίζονται ειδικώς δια τον σκοπόν αυτόν. 7.Η μεγίστη επιτρεπομένη από απόψεως συνθηκών ευσταθείας έμφορτος ίσαλος των πλοίων δεν δύναται να υπερβαίνη την μεγίστην γραμμήν φορτώσεως σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία «περί γραμμών φορτώσεως». Άρθρον 7. Διαγράμματα ευσταθείας. 1.Αι προϋποθέσεις εκπονήσεως του διαγράμματος βασικών καμπυλών ευσταθείας (CROSS CUVRES STABILITY) δια τον προσδιορισμόν των γενικών κριτηρίων ικανοποιητικής ευσταθείας των προβλεπομένων εις το άρθρον 8 του παρόντος αναφέρονται εις το Παράρτημα Α. 2.Εκ του διαγράμματος των βασικών καμπυλών ευσταθείας, θα υπολογίζεται η καμπύλη ευσταθείας ήτοι η σχέσις του μοχλοβραχίονος της ροπής επαναφοράς συναρτήσει της γωνίας εγκαρσίας κλίσεως, δι' εκάστην κατάστασιν φόρτου, ως προβλέπεται εις το άρθρον 6 του παρόντος. Εκάστη καμπύλη ευσταθείας θα διορθώνεται δια την επίδρασιν ελευθέρων επιφανειών υγρών συμφώνως προς το Παράρτημα Β. 3.Εις εκάστην καμπύλην ευσταθείας θα ορίζωνται τα κάτωθι στοιχεία: α)Το μέγεθος του μεγίστου μοχλοβραχίονος ροπής επαναφοράς (GZMAX) καθώς και η τιμή της αντιστοίχου γωνίας κλίσεως Θ Μ. β)Η τιμή της γωνίας Θv εις την οποίαν ο μοχλοβραχίων της ροπής επαναφοράς μηδενίζεται (Θv=0 o ). γ)Η τιμή του αρχικού μετακεντρικού ύψους επί της καθέτου εις την γωνίαν των 57,3 μοιρών. Η ευθεία η συνδέουσα το σημείον τούτο με την αρχήν των αξόνων δέον όπως είναι εφαπτομένη εις την αρχήν της καμπύλης των μοχλοβραχιόνων επαναφοράς (GZ).

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.