← Ελλάδα

9. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 708 της 27 Νοεμ./7 Δεκ. 1963 (ΦΕΚ Α΄ 211) Περί εγκρίσεως του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργ

Εν συντομία

Αυτό το Βασιλικό Διάταγμα εγκρίνει τον Κανονισμό Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνικών Δομικών και Ξυλουργικών Εργασιών, καθορίζοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για τις παροχές που χορηγεί το Ταμείο.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
9. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 708 της 27 Νοεμ./7 Δεκ. 1963 (ΦΕΚ Α΄ 211) Περί εγκρίσεως του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνικών Δομικών και Ξυλουργικών Εργασιών. (Διορθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Α΄ 5 της 13 Ιαν. 1964) Έχοντες υπ' όψιν: 1.Τας διατάξεις του άρθρ. 8 του Ν.Δ. 3867/1958 "περί της λειτουργίας του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνικών Δομικών και Ξυλουργικών Εργασιών". 2.Γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του ως άνω Ταμείου υποβληθείσαν ημίν δια της υπ' αριθ. 853/6.2.1963 αναφοράς αυτού. 3.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 135/63) Συνεδρίασις 119 της ΙΒ΄ Περιόδου της 19.8.63. 4.Γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας υπ' αριθ. 683/9.10.63, προτάσει του Ημετέρου επί της Εργασίας Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Εγκρίνομεν τον υποβληθέντα ημίν Κανονισμόν Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Δομικών και Ξυλουργικών Εργασιών εξ άρθρ. 28, έχοντα ούτω: Κανονισμός Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Δομικών και Ξυλουργικών Εργασιών Άρθρ.1.-Αι υπό του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Δομικών και Ξυλουργικών Εργασιών, χορηγούμεναι παροχαί, διέπονται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού Παροχών. Άρθρ.8.-"1.Εν περιπτώσει αναπηρίας ή θανάτου ησφαλισμένου, οφειλομένων εις βίαιον συμβάν εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής ταύτης (εργατικόν ατύχημα) ή εις επαγγελματικήν ασθένειαν, χορηγείται σύνταξις ή επίδομα αναπροσαρμογής, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων του παρόντος Κανονισμού, ανεξαρτήτως αριθμού ημερών εργασίας εν τη ασφαλίσει του "Ταμείου". Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 1 του Β.Δ. 566 της 9/18 Σεπτ. 1972 (ΦΕΚ Α΄ 164) η ισχύς του οποίου ήρχισεν από 1 Οκτ. 1972. 2.Εάν η αναπηρία ή ο θάνατος οφείλονται εις βίαιον συμβάν μη επελθόν κατά την εκτέλεσιν της εργασίας ή εξ αφορμής ταύτης, χορηγείται σύνταξις ή επίδομα αναπροσαρμογής εάν ο ησφαλισμένος συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων του παρόντος Κανονισμού, συνεπλήρωσε το ήμισυ του απαιτουμένου υπό του άρθρ. 4 αριθμού ημερών εργασίας. (Αντί της σελ. 1166,021(α) Σελ. 1166,021(β) Τεύχος 467-Σελ. 97 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) 39.Μ.γ.9 Σύνταξις λόγω θανάτου Άρθρ.9.-1.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου, δικαιούνται συντάξεως τα μέλη της οικογενείας αυτού, εάν ο θανών είχε συμπληρώσει προ του θανάτου του τας υπό του άρθρ. 4 παρ. 1 και 2 απαιτουμένας ημέρας εργασίας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου προς θεμελίωσιν του εις σύνταξιν δικαιώματος. 2.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή επιδοματούχου, τα μέλη της οικογενείας αυτού δικαιούνται παρά του Ταμείου συντάξεως, εφ' όσον συντρέχωσι και οι λοιπαί νόμιμοι προϋποθέσεις του παρόντος Κανονισμού, μη απαιτουμένης νέας κρίσεως ως προς τας προϋποθέσεις αίτινες εθεμελίωσαν το συνταξιοδοτικόν δικαίωμα του αποβιώσαντος: 3.Παρά τα εκ της παρά τω Ταμείω ασφαλίσεως απορρέοντα κατά τον παρόντα Κανονισμόν δικαιώματα, τα έχοντα ως προϋπόθεσιν τον θάνατον, γεννώνται και επί αφανείας ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή επιδοματούχου. 4.Η κήρυξις και απόδειξις της αφανείας, γενομένη κατά τας διατάξεις του Αστικού Κώδικος, θεωρείται έγκυρος και ισχυρά δια την αναγνώρισιν δικαιώματος οιασδήποτε παροχής εκ μέρους του Ταμείου υπέρ των μελών της οικογενείας του αφάντου. Δικαιοδόχοι Άρθρ.10.-1.Ως μέλη της οικογενείας του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου νοούνται: α)Η χήρα ή ο άπορος και ανίκανος προς εργασίαν χήρος, ου η συντήρησις εβάρυνεν ουσιωδώς την θανούσαν. β)Τα άγαμα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιημένα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα, ων η υιοθεσία έλαβε χώραν έν τουλάχιστον έτους προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως ή του επιδόματος αναπροσαρμογής εις τον θετόν πατέρα και τα οποία δεν λαμβάνουν οπωσδήποτε σύνταξιν εκ του Ταμείου και επί θανάτου ησφαλισμένης ή θήλεος συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα. γ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή επιδοματούχου, (ησφαλισμένης ή της συνταξιούχου ή της επιδοματούχου) ορφανοί πατρός και μητρός εγγονοί και προγονοί, εφ' όσον πάντες ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος (της θανούσης). δ)Οι γονείς του θανόντος (της θανούσης) εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τούτον (ταύτην) οι εγγονοί, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως, εάν δεν συντρέχουν μετά χήρας (χήρου), ή τέκνων δικαιουμένων συντάξεως ή και εάν συντρέχουν δεν εξαντλείται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) δια την ικανοποίησιν των εις σύνταξιν δικαιωμάτων της χήρας (χήρου) και των τέκνων. Σελ. 1166,022(β) Τεύχος 467-Σελ. 98 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούνται συντάξεως: α)Εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε προ της παρόδου 1 έτους από της τελέσεως του γάμου εκτός: α1)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα. β1)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γ1)Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και β)Εάν ο θανών (θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος ή επίδομα αναπροσαρμογής, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός εάν και εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α1, β1 και γ1 αναφερομένων. 3.Πρόσωπα εκ των, κατά τας προηγουμένας παραγράφους, δικαιουμένων συντάξεως, στερούνται παντός επ' αυτής δικαιώματος, εάν δι' αποφάσεως Ποινικού Δικαστηρίου ήθελον καταδικασθή δια πράξιν, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή επιδοματούχου (της ησφαλισμένης ή της επιδοματούχου ή της συνταξιούχου). Πρόσωπα δικαιούμενα παροχών Άρθρ.11.-Πρόσωπα δικαιούμενα παροχών παρά του Ταμείου, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων του Νόμου και του παρόντος Κανονισμού είναι: 1.Οι διατελέσαντες εν ασφαλίσει: α)Του ειδικού λογαριασμού Οικονομικής Ενισχύσεως Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατοτεχνιτών Δομικών Εργασιών. β)του Κεφαλαίου Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατοτεχνιτών Δομικών και Ξυλουργικών Εργασιών και γ)Του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Δομικών και Ξυλουργικών Εργασιών. 2.Τα κατά το άρθρ. 10 του παρόντος Κανονισμού μέλη της οικογενείας του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή επιδοματούχου. 3.Τα πρόσωπα των προηγουμένων παραγράφων δικαιούνται παροχής συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων του παρόντος Κανονισμού εφ' όσον δεν τυγχάνουν συνταξιούχοι του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. (πλην του ΙΚΑ) ή ετέρου Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως. 39.Μ.γ.9 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) Βοήθημα γάμου Άρθρ.12.-1.Εργάτριαι δομικών, οδοποιητικών, λατομευτικών και ξυλουργικών επιχειρήσεων, ησφαλισμέναι παρά τω Ταμείω, ανεξαρτήτως ηλικίας και επαγγέλματος, αποχωρούσαι μετά την συμπλήρωσιν 2.000 τουλάχιστον ημερησίων καταβολών από της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν του Ταμείου μέχρι της ημέρας της τελέσεως του γάμου των, δικαιούνται βοηθήματος λόγω γάμου, εφ' άπαξ καταβαλλομένου και ίσου προς τας ατομικάς των (εργατικάς) καταβολάς ηυξημένας κατά 50%. 2.Η τέλεσις του γάμου αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως γάμου. 3.Η τέλεσις του γάμου, προκειμένου περί χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως, αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως γάμου ή εν αδυναμία δια πιστοποιητικού της οικείας Επισκοπικής Αρχής ή δι' αποφάσεως Δικαστηρίου. 4.Εν περιπτώσει νέας υπαγωγής των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου προσώπων εις την ασφάλισιν του Ταμείου, δικαιούνται συντάξεως ταύτα, εφ' όσον υπό του γάμου των και εφεξής ήθελον συμπληρώσει εξ υπαρχής τας υπό του παρόντος Κανονισμού απαιτουμένας κατά περίπτωσιν ημερησίας καταβολάς. Άρθρ.13.-1.Ουδεμία παροχή εις αμέσως ή εμμέσως ησφαλισμένον χορηγείται, εφ' όσον αι υπέρ του Ταμείου εισφοραί (εργατική τε και εργοδοτική) αι αντιστοιχούσαι εις τας υπό του ασφαλισμένου πραγματοποιηθείσας εν ασφαλίσει ημέρας εργασίας, δεν έχουσι καταβληθή ή τουλάχιστον βεβαιωθή εις βάρος του υποχρέου εργοδότου κατά την υπό του Καταστατικού του Ταμείου προβλεπομένην νόμιμον διαδικασίαν, επιφυλασσομένης της εφαρμογής των επομένων παραγράφων του παρόντος. 2.Εφ' όσον αι αντιστοιχούσαι εισφοραί (εργοδοτική τε και εργατική) εις τας πραγματοποιηθείσας υπό του ησφαλισμένου ημέρας εργασίας δεν δύνανται να βεβαιωθώσιν εις βάρος του υποχρέου εργοδότου δι' οιανδήποτε αιτίαν -εξαιρέσει του λόγου της νομίμου απαλλαγής τούτου- και δεν δύναται νομίμως να επιδιωχθή η είσπραξις των εισφορών τούτων, δύνανται αιτήσει του ησφαλισμένου ή των δικαιοδόχων αυτού εν περιπτώσει θανάτου τούτου, ανεξαρτήτως του χρόνου επελεύσεως του θανάτου, ν' αναγνωρισθώσιν ως εν ασφαλίσει του Ταμείου αι εν τω ατομικώ ασφαλιστικώ βιβλιαρίω του Ι.Κ.Α. ή του εις ον ανήκει κατά κυρίαν ασφάλισιν Οργανισμού αναγραφόμεναι ημέραι εργασίας, αι πραγματοποιηθείσαι εις ασφαλιστέαν παρά τω Ταμείω εργασίαν. "3.Δια την τοιαύτην αναγνώρισιν ο ησφαλισμένος ή οι δικαιοδόχοι του, ως ανωτέρω υποχρεούνται εις εξαγοράν των αναγνωριζομένων ημερών εργασίας επί καταβολή της αναλογούσης εκάστοτε εισφοράς του ησφαλισμένου επί του ισχύοντος εκάστοτε κατά την ημέραν της υποβολής της αιτήσεως εξαγοράς κατωτάτου ποσού ημερομισθίου κοινού εργάτου οικοδόμου ή λατόμου ή ξυλουργού αναλόγως της ειδικότητος του ησφαλισμένου δι' ον αιτείται η αναγνώρισις". Η παρ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 816/1979, ΦΕΚ Α΄ 237 (κατωτ. αριθ. 24). 4.Αιτήσει του ησφαλισμένου ή των δικαιοδόχων του, εν περιπτώσει θανάτου τούτου δύνανται ν' αναγνωρισθώσιν δι' εξαγοράς, ως η προηγουμένη παράγραφος, αι αναγνωρισθείσαι ημέραι εργασίας παρά του Ι.Κ.Α. κατ' εφαρμογήν του άρθρ. 13 του Ν.Δ. 4104/60. Δια την τοιαύτην αναγνώρισιν απαιτείται όπως ο αιτών συνυποβάλη και την περί αναγνωρίσεως των ημερών τούτων απόφασιν του Ι.Κ.Α. "5.Πάσα εν γένει εκ μέρους του Ταμείου παροχή λόγω γήρατος ή αναπηρίας χορηγείται εις τους δικαιούχους ησφαλισμένους εφ' όσον ούτοι έπαυσαν αποδεδειγμένως παρέχοντες εργασίαν προσδίδουσα κατά Νόμον την ιδιότητα του ησφαλισμένου παρά τω Ταμείω ή εφ' όσον εργαζόμενοι δεν αποκερδαίνουν ποσόν ανώτερον του υπό του Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως εκάστοτε επιτρεπομένου". Η παρ. 5 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 816/1979, ΦΕΚ Α΄ 237 (κατωτ. αριθ. 24). "6.Ησφαλισμένοι απασχολούμενοι εις έργα απαλλασσόμενα δια διατάξεως Νόμου της καταβολής των προς το Ταμείον ασφαλιστικών εισφορών, δικαιούνται ούτοι και εν περιπτώσει θανάτου των οι δικαιοδόχοι των να αναγνωρίσουν τας πραγματοποιηθείσας ημέρας εργασίας εις τα ανωτέρω έργα, εφ' όσον απησχολήθησαν εις ειδικότητα ασφαλιστέαν εις το Ταμείον. Η αναγνώρισις πραγματοποιείται αιτήσει των κατά τα ανωτέρω ενδιαφερομένων, υποβαλλομένη: 1)υπό ησφαλισμένων απασχοληθέντων ήδη εις τοιαύτα έργα ή των δικαιοδόχων των, εντός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος, 2)υπό ησφαλισμένων απασχολουμένων ή απασχοληθησομένων εις τοιαύτα έργα ή των δικαιοδόχων των κατά την διάρκειαν της ασφαλίσεως ή εντός έτους από της διακοπής ταύτης ή από του θανάτου των, επί τη καταβολή εισφοράς 6% επί του ισχύοντος εκάστοτε, κατά την ημέραν της υποβολής της αιτήσεως εξαγοράς κατωτάτου ποσού ημερομισθίου κοινού εργάτου οικοδόμου ή λατόμου ή ξυλουργού, αναλόγως της ειδικότητος του ησφαλισμένου δι' ον αιτείται η αναγνώρισις. (Αντί για τη σελ. 1166,03(δ) Σελ. 1166,03(ε) Τεύχος 731-Σελ. 43 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) 39.Μ.γ.9 "Εφ' όσον η αναγνωριστέα απασχόλησις είναι εκ των υπαγομένων εις τον Κανονισμόν "περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων του Ι.Κ.Α. η εισφορά ορίζεται ίση προς το εκάστοτε ποσοστόν ασφαλίστρων εργοδότου και ησφαλισμένου των καταβαλλομένων δια τους ησφαλισμένους της κατηγορίας ταύτης". Το ανωτέρω εντός " " τρίτον εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 του Π.Δ. 847 της 16/20 Νοεμ. 1976 (ΦΕΚ Α΄ 310), ισχύοντος από 1.1.1977. β)Αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου έχουσιν εφαρμογήν και επί των εργατοτεχνιτών λατόμων εν γένει, δια ασφαλιστέαν απασχόλησίν των εμπίπτουσαν εις το μέχρι 31 Μαΐου 1956 χρονικόν διάστημα. γ)Αι διατάξεις του εδαφ. α΄ εφαρμόζονται και επί ησφαλισμένων απασχοληθέντων εις εργοδότας απαλλασσομένους δια διατάξεως Νόμου της ιδίας των εισφοράς, η αναγνώρισις όμως εν τη περιπτώσει ταύτη πραγματοποιείται δια καταβολής μόνον της εισφοράς των ησφαλισμένων, εφ' όσον αύτη δι' οιονδήποτε λόγον δεν κατεβλήθη υπό τούτων ή δεν παρεκρατήθη υπό των εργοδοτών των". Η παρ. 6 προσετέθη δια του άρθρ. 4 Β.Δ. 347 της 16/30 Απρ. 1966 (ΦΕΚ Α΄ 94). "Υπό τας προϋποθέσεις των προηγουμένων παραγράφων δικαιούται συντάξεως και όσοι εκ των ησφαλισμένων των περιοχών τούτων έχουν πραγματοποιήσει, επ' ευκαιρία αριθμόν ημερών εργασίας εν πραγματική ασφαλίσει, προ της επεκτάσεως της ασφαλίσεως εις την περιοχήν των". Η ανωτέρω εντός " " διάταξις προσετέθη δια του άρθρ. 4 Π.Δ. 484 της 12/23 Ιουλ. 1975 (ΦΕΚ Α΄ 151). "7.Δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως λόγω γήρατος βάσει των διατάξεων του άρθρ. 3 του 708/63 Β.Δ/τος, ως ετροποποιήθη, συνυπολογίζονται μέχρι συμπληρώσεως των εν αυταίς χρονικών προϋποθέσεων και αι ημέραι καθ' ας ο ησφαλισμένος εδικαιώθη συντάξεως λόγω αναπηρίας εντός της τελευταίας προ της συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, δεκαετίας, κατά το ήμισυ δε, αι ημέραι καθ' ας ο ησφαλισμένος εδικαιώθη συντάξεως λόγω αναπηρίας και προ της τελευταίας δεκαετίας. Ο ως άνω συνυπολογισμός λαμβάνει χώραν, κατόπιν αιτήσεως των ησφαλισμένων και δι' εξαγοράς των αναγνωριζομένων ημερών, κατά την παρ. 3 του παρόντος". Η παρ. 7 προσετέθη δια του άρθρ. 3 του Β.Δ. 556 της 9/18 Σεπτ. 1972 (ΦΕΚ Α΄ 164), η ισχύς του οποίου ήρχισεν από 1 Οκτ. 1972. Σελ. 1166,04(ε) Τεύχος 731-Σελ. 44 Άρθρ.14.-1.Προκειμένου περί ησφαλισμένων του Ταμείου εκλεγομένων μετά την υπαγωγήν των εις την ασφάλισιν αυτού, ως μελών Διοικήσεων ανεγνωρισμένων δομικών, λατομευτικών, οδοποιητικών και ξυλουργικών Επαγγελματικών Οργανώσεων, ή διοριζομένων ως υπαλλήλων των Οργανώσεων τούτων, συνεχίζουσιν ούτοι την παρά τω Ταμείω ασφάλισίν των, ως ημέραι δε εργασίας αυτών λογίζονται αι αντίστοιχοι ημέραι της τοιαύτης συμμετοχής των ως μελών Διοικήσεως των ως άνω Οργανώσεων, ή της υπηρεσίας αυτών, εις τας ως άνω Επαγγελματικάς Οργανώσεις, εφ' όσον ήθελον καταβληθή αι νόμιμοι ασφαλιστικαί εισφοραί και συνεισφοραί υπολογιζόμεναι κατά την παρ. 3 του άρθρ. 13 του παρόντος επί αριθμού ημερών εργασίας ουχί ανωτέρου των 25 μηνιαίως. 2.Η παρ. 3 του άρθρ. 11 εφαρμόζεται και επί των προσώπων της προηγουμένης παραγράφου, η σύνταξις όμως ή η οιαδήποτε παροχή ην λαμβάνουν τα πρόσωπα ταύτα παρά του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εκπροσώπων και Υπαλλήλων των Εργατικών Επαγγελματικών Οργανώσεων ως και η σύνταξις ην λαμβάνουν ησφαλισμένοι υπάλληλοι του Ταμείου παρά του Τ.Ε.Α.Π.Ο.Κ.Α., δεν αποτελεί κώλυμα προς συνταξιοδότησίν των παρά του Ταμείου. Ηλικία Άρθρ.15.-1.Κατά τον παρόντα Κανονισμόν, ως έτη ηλικίας λογίζονται τα συμπεπληρωμένα τοιαύτα. 2.Η ηλικία αποδεικνύεται: α)Δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως εξ υπαρχής συντεταγμένης ή εν ελλείψει τοιαύτης, δια πιστοποιητικού Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής, του τόπου της γεννήσεως, εξ ου να προκύπτη ο αύξων αριθμός εγγραφής εις τα Μητρώα Αρρένων ή τα Δημοτολόγια και το έτος γεννήσεως. Εις ας περιπτώσεις εκ του προσαγομένου πιστοποιητικού προκύπτει και η ημέρα και ο μην γεννήσεως, τα στοιχεία ταύτα θα λαμβάνωνται υπ’ όψιν, εφ' όσον δεν αναφέρεται εν αυτώ ότι ταύτα ελήφθησαν εξ ενόρκων βεβαιώσεων ή βεβαιώσεως ιερέως. β)Δι' αποσπάσματος εκ των παρά τω Υπουργείω Εσωτερικών τηρουμένων Μητρώων Αρρένων. γ)Προκειμένου περί προσφύγων δια πιστοποιητικού Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής ή δια πιστοποιητικού του Υπουργείου Εσωτερικών αναφέροντος την κατά τον χρόνον της πολιτογραφήσεως δηλωθείσαν ηλικίαν. δ))Προκειμένου περί ησφαλισμένων τυχόντων συντάξεως παρά του ΙΚΑ λαμβάνεται υπ' όψιν η ηλικία η αναφερομένη εν τη συνταξιοδοτική αποφάσει του ΙΚΑ εφ' όσον αύτη καθωρίσθη παρά της Επιτροπής καθορισμού ηλικίας του ΙΚΑ. 3.Οσάκις εις το αποδεικτικόν ηλικίας δεν καθορίζεται η ημέρα και ο μην γεννήσεως, ως τοιαύτη λογίζεται η 1η Ιουλίου του έτους της γεννήσεως. 39.Μ.γ.9 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) Χρόνος ενάρξεως και λήξεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος Άρθρ.16.-"1.Η καταβολή των συντάξεων και του επιδόματος αναπροσαρμογής άρχεται από της ημέρας καθ' ην υπεβλήθη υπό του ησφαλισμένου η αίτησις περί απονομής της συντάξεως. Κατ' εξαίρεσιν: α)εν περιπτώσει αναπηρίας, δι' ην κατεβλήθη επίδομα ασθενείας παρά του Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως, η καταβολή της συντάξεως άρχεται από της επομένης της λήξεως της επιδοτήσεως λόγω ασθενείας, εφ' όσον έκτοτε ο ησφαλισμένος κρίνεται ανάπηρος και β)εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου η καταβολή της συντάξεως άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός εκείνου καθ' ον επήλθε ο θάνατος. Κατ' αμφοτέρας όμως τας ανωτέρω υπό στοιχ. α΄ και β΄ περιπτώσεις η καταβολή της συντάξεως δεν δύναται να ανατρέξη εις χρόνον απώτερον του εξαμήνου από της ημέρας υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως". Η παρ. 1, όπως είχε τροποποιηθεί από το Άρθρ.2.-Ως χρόνος επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου δια τας περιπτώσεις γήρατος, αναπηρίας και θανάτου θεωρείται ο τοιούτος καθ' ον πληρούνται άπασαι αι προϋποθέσεις δια την κτήσιν δικαιώματος συντάξεως κατά τας διατάξεις του παρόντος. Σύνταξις λόγω γήρατος. άρθρ. 5 Β.Δ. 347/1966, τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 816/1979, ΦΕΚ Α΄ 237, (κατωτ. αριθ. 24). 2.Το δικαίωμα εις σύνταξιν ή εις επίδομα αναπροσαρμογής λήγει εις το τέλος του μηνός, καθ' ον έλαβε χώραν ο θάνατος του συνταξιούχου ή του επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής ή ο ανάπηρος έπαυσε να πληροί τας προϋποθέσεις του άρθρ. 4, ή επί χήρας εις το τέλος του μηνός καθ' ον συνήψε νέον γάμον και επί τέκνων, εγγόνων και προγονών, εις το τέλος του μηνός, καθ' ον συνεπλήρωσαν το 18ον έτος της ηλικίας των ή προ τούτου συνήψαν γάμον. Το ανωτέρω όριον ηλικίας δεν ισχύει προκειμένου περί τέκνου, εγγόνου ή προγονού ανικάνου προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν. "Προκειμένου περί τέκνων σπουδαζόντων, η συνταξιοδότησις παρατείνεται μέχρι πέρατος των σπουδών, εν ουδεμιά δε περιπτώσει πέραν της συμπληρώσεως του 25ου έτους της ηλικίας των, της φοιτήσεώς των αποδεικνυομένης δια της προσκομίσεως κατ' έτος πιστοποιητικού της οικείας Σχολής". Το εντός " " εδάφιον προσετέθη δια του Β.Δ. 561 της 9/24 Αυγ. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 164). 3.Κηρυχθείσης αφανείας ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δια δικαστικής αποφάσεως, το δικαίωμα των οικογενειών των, εις απόληψιν συντάξεως και η πληρωμή αυτών άρχεται από της πρώτης του μηνός του ακολουθούντος το χρονικόν σημείον, όπερ ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της αφανείας υπό της κηρυττούσης ταύτην δικαστικής αποφάσεως. Αναστολή καταβολής συντάξεως Άρθρ.17.-1.Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Εάν ο συνταξιούχος εκτίη ποινήν στερητικήν της ελευθερίας μεγαλυτέραν των έξ μηνών, εφ' όσον χρόνον εκτίει ταύτην. Εφ' όσον όμως υπάρχωσι πρόσωπα άτινα εν περιπτώσει θανάτου τούτου θα ελάμβανον σύνταξιν, ταύτα δικαιούνται εις την απόληψιν της συντάξεως, ήτις θα κατεβάλλετο εις ταύτα εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου. β)Εάν και εφ' όσον χρόνον ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας δεν προσέρχεται κατά τα δια Κανονισμού οριζόμενα, προς εξέτασιν της καταστάσεώς του. "γ)Εάν και εφ' όσον ο συνταξιούχος ασκή αυτοτελές επάγγελμα ή παρέχη εξηρτημένην εργασίαν, εξ ης αποκερδαίνει ποσόν ανώτερον του υπό του Οργανισμού Κυρίας Ασφαλίσεως εκάστοτε επιτρεπομένου". Η περίπτ. γ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια του Β.Δ. 561 της 9/24 Αυγ. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 164). Ποσό συντάξεως ησφαλισμένου Άρθρ.18.-"1.Δια τον υπολογισμόν των κατά τον παρόντα Κανονισμόν απονεμομένων συντάξεων λαμβάνεται υπ' όψιν η ασφαλιστική κλάσις, η οποία ελήφθη υπ' όψιν υπό του ΙΚΑ δια τον υπολογισμόν της κυρίας συντάξεως. Εις περίπτωσιν, καθ' ην ο ησφαλισμένος ασφαλίζεται εις έτερον Οργανισμόν κυρίας ασφαλίσεως, δια την εξεύρεσιν της ασφαλιστικής κλάσεως εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του Ι.Κ.Α. 2.Το ποσόν της απονεμομένης υπό του Ταμείου βασικής μηνιαίας συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας αποτελείται: α)Από το 25% του 25πλασίου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου του καθοριζομένου υπό της Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. β)Από προσαύξησιν του, δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου προκύπτοντος ποσού, λόγω ασφαλιστικής κλάσεως, ήτις καθορίζεται εις ποσοστόν 2% δι' εκάστην κλάσιν, άνω εκείνης εις την οποίαν αντιστοιχεί το εκάστοτε ισχύον κατώτατον ημερομίσθιον ανειδικεύτου εργάτου μέχρι της κλάσεως εις την οποία κατατάσσεται κατά την προηγουμένην παράγραφον ο ησφαλισμένος και γ)Από προσαύξησιν του, δυνάμει των εδαφ. α και β, προκύπτοντος ποσού, λόγω χρόνου ασφαλίσεως, ήτις καθορίζεται εις ποσοστόν 2% ανά πεντακοσίας ημέρας ασφαλίσεως, πέραν των 1.500 συμπεπληρωμένων τοιούτων και μέχρι 5.000 και εις ποσοστόν 3% ανά πεντακοσίας ημέρας ασφαλίσεως άνω των 5.000 τοιούτων. 3.α)Εις τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας εξ εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου καταβάλλεται πρόσθετον ειδικόν επίδομα, επί του (Αντί για τη σελ. 1166,05(ι) Σελ. 1166,05(ια) Τεύχος 1325 Σελ. 103 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) 39.Μ.γ.9 ανωτέρω κατά την παρ. 2 εδάφ. α του παρόντος προκύπτοντος ποσού, εξ 25%. β)Εάν ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας ή γήρατος τελεί εις κατάστασιν απαιτούσα, κατά την περί τούτων γνωμάτευση της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής, συνεχή επίβλεψιν και συμπαράστασιν τρίτου προσώπου (απόλυτος αναπηρία), ανεξαρτήτως του καθοριζομένου υπό της άνω Υγειονομικής Επιτροπής ποσοστού αναπηρίας, το ποσόν της υπό παρ. 2 εδάφ. α΄ του παρόντος χορηγουμένης μηνιαίας βασικής συντάξεως προσαυξάνεται κατά 40% εφ' όσον διαρκεί η κατάστασις απολύτου αναπηρίας. 4.α)Εν ουδεμιά περιπτώσει το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως το χορηγούμενον υπό του Ταμείου μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και επιδομάτων, δύναται να είναι κατώτερον των 2.500 δραχμών δια τους αμέσως ησφαλισμένους και των 2.200 δραχμών δια τους εμμέσους τοιούτους. β)Τα άνω κατώτερα όρια αυξάνονται με τας εκάστοτε χορηγουμένας ποσοστιαίας αυξήσεις των συντάξεων. 5.«Σε όσους λαμβάνουν από το Ταμείο σύνταξη ή επίδομα αναπροσαρμογής λόγω αναπηρίας από φυματίωση ή CA πνευμόνων, καταβάλλεται μηνιαίο επίδομα 10.000 δρχ». Η μέσα σε « » παρ. 5 όπως είχε αντικατασταθεί από την με αριθμ. 122/423/95 (ΦΕΚ Β΄ 245) αποφ. Υπ. Υγ. Πρόν. Και Κοιν. Ασφ. Αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την με αριθμ. Φ.122/482/8-25 Απρ. 1996, (ΦΕΚ Β΄ 279), απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 6.Ως καταβολαί δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νοούνται αι πραγματοποιηθείσαι εν τη ενεργώ ασφαλίσει του Ταμείου ημέραι εργασίας, αι λόγω εξαγοράς αναγνωρισθείσης προϋπηρεσίας τοιαύται και αι προσμετρούμεναι κατόπιν διατάξεως νόμου ημέραι εργασίας λόγω διαδοχικής υπαγωγής εις την ασφάλισιν πλειόνων Οργανισμών Επικουρικής Ασφαλίσεως. 7.Προκειμένου μεν περί ησφαλισμένων αμειβομένων δια μηνιαίου μισθού, ούτοι θεωρούνται ως πραγματοποιούντες 25 ημερησίας καταβολάς καθ' έκαστον ημερολογιακόν μήνα πλήρους απασχολήσεως. Προκειμένου δε περί, ημερομισθίων ησφαλισμένων, λαμβάνονται υπ' όψιν αι παρ' αυτών πραγματοποιηθείσαι ημέραι εργασίας". Το άρθρ. 18 μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 210/6-14 Μαρτ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 58). Η ισχύς του άνω Π.Δ/τος σύμφωνα με το άρθρ. 2 αυτού αρχίζει από την 1η του επομένου της δημοσιεύσεως αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σελ. 1166,06(ια) Τεύχος 1325 Σελ. 104 Ποσόν συντάξεως μελών οικογενείας Άρθρ.19.-1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως ης δικαιούται η χήρα (χήρος), ισούται προς τα 70% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 2.α)Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως ης δικαιούται έκαστον τέκνον και γονεύς, ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Προκειμένου περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων, το ποσόν της συντάξεως ης δικαιούται τούτο, ισούται προς τα 60% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Το σύνολον πάντως των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων, δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). β)Εάν το σύνολον των συντάξεων των ανωτέρω προσώπων υπερβαίνη την σύνταξιν του θανόντος (θανούσης), η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου προσώπου μειούται αναλόγως. 3.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγονού η προγονού του πατρός ή της μη χήρας μητρός, ισούται, προς τα 20% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), της δε χήρας μητρός προς τα 40% της αυτής συντάξεως, χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων των εγγονών, προγονών και γονέων να δύναται να υπερβή εάν μεν δεν υφίσταται χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως, το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) εάν δε υφίσταται χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως, το ποσόν το απομένον μετά την ικανοποίησιν του δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. 4.Η σύνταξις του θανόντος (θανούσης) δια τον υπολογισμόν των ποσοστών των μελών οικογενείας αυτού λογίζεται το ποσόν της μηνιαίας βασικής συντάξεως το οποίον ελάμβανεν ο θανών (θανούσα) συνταξιούχος, ή όπερ θα εδικαιούτο ο θανών (θανούσα) αν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίστατο ανάπηρος εκ της αιτίας εξ ης απεβίωσεν, άνευ πάντως της προσαυξήσεως λόγω οικογενειακών βαρών και απολύτου αναπηρίας, περί ης η παρ. 7 του προηγουμένου άρθρου. "5.Αι παρ. 1, 2, 3 και 4 του παρόντος έχουν ανάλογον εφαρμογήν και επί της περιπτώσεως θανάτου επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής και συνταξιούχου μερικής αναπηρίας τα δε ποσοστά των δικαιουμένων μελών της οικογενείας του θανόντος, υπολογίζονται επί του ποσού της πλήρους μηνιαίας συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ο θανών". Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 4 του Β.Δ. 556 της 9/18 Σεπτ. 1972 (ΦΕΚ Α΄ 164) η ισχύς του οποίου ήρχισεν από 1 Οκτ. 1972. 6.(Καταργήθηκε από το άρθρ. 2 Β.Δ. 566/1972, (ΦΕΚ Α΄ 164). 39.Μ.γ.9 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) Παραγραφή Άρθρ.20.-"1.Η άσκησις του εις σύνταξιν δικαιώματος δεν κωλύεται εκ της διαδρομής οιουδήποτε χρονικού διαστήματος από της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, ως ούτος ορίζεται κατά το άρθρ. 2 του παρόντος Κανονισμού. 2.Απαιτηταί δόσεις συντάξεως παραγράφονται μετά παρέλευσιν έτους αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί. "3.Ουδείς δύναται να λάβη παρά του Ταμείου περισσοτέρας της μιας συντάξεις εξ ιδίας αυτού εργασίας. Εάν ο ησφαλισμένος δικαιούται πλειόνων συντάξεων εξ ιδίας εργασίας, λαμβάνει την μεγαλυτέραν". Η παρ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 Π.Δ. 816/1979, ΦΕΚ Α΄ 237 (κατωτ. αριθ. 24). Το άρθρ. 20 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 561 της 9/24 Αυγ. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 164). Μετατροπή συντάξεως Άρθρ.21.-"1.Η σύνταξις λόγω αναπηρίας ή το επίδομα αναπροσαρμογής μετατρέπεται εις σύνταξιν γήρατος αιτήσει του συνταξιούχου ή επιδοματούχου άμα τη συμπληρώσει του κατά περίπτωσιν απαιτουμένου ορίου ηλικίας δια την συνταξιοδότησιν λόγω γήρατος κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. 2.Η τοιαύτη μετατροπή λαμβάνει χώραν εφ' όσον ο αιτών πληροί τας υπό του άρθρ. 3 του παρόντος απαιτουμένας χρονικάς προϋποθέσεις. 3.Από της μετατροπής εις σύνταξιν γήρατος καταβάλλεται εις τον αιτούντα την μετατροπήν συνταξιούχον ή επιδοματούχον η κατά το άρθρ. 18 του παρόντος Κανονισμού προβλεπομένη σύνταξις γήρατος συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων τούτου. Ως ημέρα ενάρξεως καταβολής της, κατά μετατροπήν, συντάξεως γήρατος, υπολογίζεται η πρώτη του επομένου μηνός εκείνου καθ' ον ο αιτών την μετατροπήν συνταξιούχος ή επιδοματούχος συνεπλήρωσε τα κατά περίπτωσιν απαιτούμενα όρια ηλικίας δια την συνταξιοδότησιν λόγω γήρατος, εφ' όσον η αίτησις περί μετατροπής υπεβλήθη προ της συμπληρώσεως των ορίων τούτων. Εάν η αίτησις περί μετατροπής υπεβλήθη μετά την συμπλήρωσιν των απαιτουμένων ορίων ηλικίας η σύνταξις καταβάλλεται από της πρώτης του επομένου εκείνου καθ' ον υπεβλήθη η περί μετατροπής αίτησις. 4.Εν ουδεμιά περιπτώσει η σύνταξις ή το επίδομα αναπροσαρμογής λόγω αναπηρίας μετατρέπεται εις σύνταξιν γήρατος εάν ο συνταξιούχος ή επιδοματούχος δεν υποβάλη αίτησιν μετατροπής εντός 6 μηνών το αργότερον από της λήξεως της αναπηρίας του". Το άρθρ. 21 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 8 Β.Δ. 347 της 16/30 Απρ. 1966 (ΦΕΚ Α΄ 94). Εκχώρησις - Κατάσχεσις - Συμψηφισμός Άρθρ.22.-1.Απαγορεύεται η εκχώρησις, ή κατάσχεσις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων συντάξεων ή επιδομάτων αναπροσαρμογής δι' οιανδήποτε αιτίαν. Κατ' εξαίρεσιν τοιαύτη εκχώρησις ή κατάσχεσις, επιτρέπεται μόνον δια διατροφήν συζύγου και τέκνων δικαιουμένων ταύτης βάσει των διατάξεων του Αστικού Κώδικος και μέχρι του 1/3 του χορηγουμένου ποσού, κατόπιν αδείας του αρμοδίου Προέδρου Πρωτοδικών. 2.Συμψηφισμός προς τας υπό του Ταμείου χορηγουμένας συντάξεις, επιτρέπεται μόνον προς απόσβεσιν οφειλών των ησφαλισμένων προς το Ταμείον και κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου τούτου. Διαδιακασία απονομής και τρόπος καταβολής συντάξεως Άρθρ.3.-1.Δικαιούται συντάξεως εκ του Ταμείου λόγω γήρατος ο ησφαλισμένος ο διακόπτων την άσκησιν της ασφαλιστέας παρά τω Ταμείω Εργασίας. α)Εάν συνεπλήρωσε το 65ον έτος της ηλικίας του ή το 60όν προκειμένου περί ησφαλισμένης και επραγματοποίησε 2.500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας. Το ως άνω κατώτατον όριον ημερών εργασίας αυξάνεται προοδευτικώς εις 4.050 εν συνόλω, προστιθεμένων εις τας 2.500 ημέρας εργασίας ανά 175 τοιούτων κατά μέσον όρον καθ' έκαστον ημερολογιακόν έτος, αρχής γενομένης από 1ης Ιαν. 1962 ή β)Εάν συνεπλήρωσε το 62ον έτος της ηλικίας του ή τον 57ον η ησφαλισμένη και επραγματοποίησεν 6.000 τουλάχιστον ημέρας εργασίας κατά την υποβολήν της αιτήσεως εις το Ταμείον. Ο ανωτέρω βαθμός ημερών εργασίας αυξάνεται προοδευτικώς εις 10.000 εν συνόλω προστιθεμένων εις τας 6.000 ημέρας εργασίας ανά 225 τοιούτων κατά μέσον όρον καθ' έκαστον επόμενον ημερολογιακόν έτος αρχής γενομένης από 1ης Ιαν. 1962. γ)Ημέραι εργασίας εκ των απαιτουμένων υπό της παρούσης παραγράφου, πραγματοποιηθείσαι μετά την συμπλήρωσιν των υπό του εδαφ. α΄ της αυτής παραγράφου προβλεπομένων ορίων ηλικίας συνυπολογίζονται μετ' αφαίρεσιν 50 ημερών κατ' έτος από του μεθεπομένου της συμπληρώσεως των ορίων τούτων. "2.Ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω συμπληρώσαντες μέχρι και της 20ής Σεπτεμβρίου 1960 το 40όν έτος της ηλικίας των και πραγματοποιούντες 500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας, εξ ων ανά εκατόν τουλάχιστον καθ' έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών ή 700 τουλάχιστον εν συνόλω εντός των ετών τούτων, των αμέσως προηγουμένων του έτους καθ' ο θέλουσι συμπληρώσει το 65ον έτον της ηλικίας των, προκειμένου περί αρρένων, ή το 60όν προκειμένου περί θηλέων, ή καθ' ο υποβάλουσι την περί απονομής συντάξεως αίτησίν των εις το Ταμείον μετά την συμπλήρωσιν των ανωτέρω ορίων ηλικίας δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος, εφ' όσον δεν τυγχάνουν συνταξιούχοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., ή ετέρου Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως. Αι ως άνω 500 τουλάχιστον ημέραι εργασίας αυξάνονται ανά 175 τοιαύτας κατά μέσον όρον δι' έκαστον ημερολογιακόν έτος αρχής γενομένης από 1ης Ιαν. 1961". Η παρ. 2 τροποποιηθείσα δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 347 της 16/30 Απρ. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 94), ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ. 1 Π.Δ. 484 της 12/23 Ιουλ. 1975 (ΦΕΚ Α΄ 151). 3.Εάν ο ησφαλισμένος ή η ησφαλισμένη συνεπλήρωσε τον υπό της παρ. 1 εδαφ. α΄ ή β΄ του παρόντος άρθρου οριζόμενον αριθμόν ημερών εργασίας, εξ ων ανά 100 τουλάχιστον καθ' έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών των αμέσως προηγουμένων του έτους καθ' ο υποβάλλεται η αίτησίς του εις το Ταμείον περί απονομής συντάξεως, δικαιούται συντάξεως λόγω γήρατος ηλαττωμένης κατά το 1/200 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως δι' έκαστον μήνα ελλείποντα εκ των υπό της παρ. 1 εδαφ. α΄ ή β΄ του παρόντος άρθρου οριζομένων ορίων ηλικίας εφ' όσον συνεπλήρωσε το 60όν έτος της ηλικίας του ή το 55ον προκειμένου περί ησφαλισμένης. "4.Αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις της νομοθεσίας του ΙΚΑ ως προς τας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως και το ύψος των εισφορών των ησφαλισμένων του των υπαγομένων εις τον Κανονισμόν "περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων του ΙΚΑ", εφαρμόζονται και δια τους ησφαλισμένους του Τα(Αντί για τη σελ. 1166,01(γ) Σελ. 1166,001 Τεύχος 731-Σελ. 39 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) 39.Μ.γ.9 μείου τους υπαγομένους εις τας διατάξεις του ως άνω Κανονισμού". Η παρ. 4 προσετέθη δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 347 της 16/30 Απρ. 1966 (ΦΕΚ Α΄ 94). "5.Ησφαλισμένοι του Ταμείου συνταξιοδοτούμενοι λόγω ειδικών συνθηκών παρά Οργανισμών κυρίας ασφαλίσεως με μειωμένα όρια ηλικίας, κάτω του 60ού έτους, και έχοντες πραγματοποιήσει τον υπό της παρ. 1 εδάφ. α΄ και β΄ του παρόντος άρθρου οριζόμενον αριθμόν ημερών εργασίας εξ ων ανά εκατόν τουλάχιστον καθ' έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών αμέσως προηγουμένων του έτους καθ' ο υποβάλλεται η αίτησίς των εις το Ταμείον περί απονομής συντάξεως, δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος ηλαττωμένης κατά 1/200 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως δι' έκαστον μήνα ελλείποντα από του ορίου ηλικίας καθ' ο συνταξιοδοτούνται παρά των Οργανισμών κυρίας ασφαλίσεως μέχρι της συμπληρώσεως του 60ού έτους της ηλικίας των. 6.α)Ο ησφαλισμένος παρά τω Ταμείω δικαιούται συντάξεως εάν κατά την υποβολήν της αιτήσεως επραγματοποίησε 10.500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εις την πραγματικήν ασφάλισιν του Ταμείου και επί πλέον συνεπλήρωσε το 58ον έτος της ηλικίας του. β)Εάν η ησφαλισμένος συνεπλήρωσε τον υπό του προηγουμένου εδαφίου οριζόμενον αριθμόν ημερών εργασίας, ως και το 56ον έτος της ηλικίας δικαιούται συντάξεως ηλαττωμένης κατά 1/200 της πλήρους συντάξεως δι' έκαστον μήνα ελλείποντα εκ του κατά το προηγούμενον εδάφιον ορίου ηλικίας. γ)Δια τον υπολογισμόν των υπό των προηγουμένων εδαφίων απαιτουμένων 10.500 ημερών εργασίας λαμβάνεται υπ' όψιν και ο κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 4202/61 "περί διατηρήσεως των εκ της κοινωνικής ασφαλίσεως δικαιωμάτων εις περιπτώσεις μεταβολής ασφαλιστικού φορέως" χρόνος διανυθείς εις την ασφάλισιν ετέρου φορέως επικουρικής ασφαλίσεως μισθωτών. Δεν λαμβάνεται υπ' όψιν ο χρόνος προαιρετικής ασφαλίσεως ο αναγνωρισθείς ως συντάξιμος δυνάμει των διατάξεων των Ν.Δ. 4377/1964, 4378/1964, 4577/1966 και 4581/1966, ο χρόνος στρατεύσεως, ο χρόνος ασφαλίσεως πλέον των 300 ημερών εργασίας ετησίως ως και ο οιοσδήποτε έτερος χρόνος λογιζόμενος ως συντάξιμος (ανεργίας, ασθενείας κ.λπ.) δυνάμει ειδικών διατάξεων. δ)Η καταβολή της συντάξεως των βάσει του παρόντος άρθρου συνταξιοδοτουμένων αναστάλλεται λόγω αναλήψεως οιασδήποτε εργασίας εφ' όσον αναστέλλεται αύτη παρά του Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως ή εφ' όσον εργαζόμενοι αποκερδαίνουν ποσόν ανώτερον του υπό του Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως εκάστοτε επιτρεπομένου". Οι παρ. 5 και 6 προστέθηκαν ως άνω από το Άρθρ.23.-1.Αι συντάξεις απονέμονται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως, υποβαλλομένης εις το Ταμείον παρά του ησφαλισμένου ή των νομίμων αντιπροσώπων του. 2.Το Δ.Σ. υποχρεούται όπως εντός 2 μηνών από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως, εφ' όσον αύτη υποβάλλεται μεθ' απάντων των απαιτουμένων κατά περίπτωσιν δικαιολογητικών, εκδώση την περί απονομής ή μη απόφασίν του ητιολογημένην. Η απόφασις αύτη κοινοποιείται εις τον ενδιαφερόμενον ή τους νομίμους πληρεξουσίους του εντός μηνός από της εκδόσεώς της. 3.Αι συντάξεις καταβάλλονται δι' έκαστον μήνα και εις την αρχήν του μηνός τούτου. Προκειμένου περί συνταξιούχων διαμενόντων μακράν της έδρας του Ταμείου, δύναται αιτήσει τούτων, όπως καταβάλλωνται κατά μακρότερα χρονικά διαστήματα αλλ' εις το τέλος τούτων. Άρθρ.24.-Δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου καθορίζονται τα πιστοποιητικά και λοιπά δικαιολογητικά τα οποία υποχρεούται να υποβάλη ο δικαιούχος παροχής δια την χορήγησιν ταύτης, ο χρόνος υποβολής αυτών, αι συνέπειαι της μη εμπροθέσμου υποβολής τούτων, ως και πάσα άλλη σχετική λεπτομέρεια μη προβλεπομένη υπό του παρόντος Κανονισμού. (Αντί για τη σελ. 1166,07 (ε) Σελ. 1166, 07(ζ) Τεύχος 731-Σελ. 47 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) 39.Μ.γ.9 Άρθρ.25.-1.Επί πασών των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος Κανονισμού εκκρεμουσών αιτήσεων προς απονομήν συντάξεως ή επιδόματος αναπροσαρμογής, εφαρμόζονται αι διατάξεις τούτου ανεξαρτήτως χρόνου επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου ή χρόνου υποβολής αιτήσεως. 2.Κατ' εξαίρεσιν της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται επί εκκρεμουσών αιτήσεων αι διατάξεις του Κανονισμού Παροχών, του ισχύσαντος κατά τον χρόνον επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, εφ' όσον ο ησφαλισμένος δι' εγγράφου δηλώσεώς του προς το Ταμείον, ήθελε ζητήσει τούτο, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 1 έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Άρθρ.26.-"1.Το ήδη παρεχόμενον ποσόν, εις τους κατά την ισχύν του παρόντος συνταξιούχους ή επιδοματούχους του Ταμείου ανακαθορίζεται βάσει των διατάξεων του παρόντος, ανεξαρτήτως προϋποθέσεων θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος. 2.Εις ας περιπτώσεις εκ του κατά την προηγουμένην παράγραφον ανακαθορισμού προκύπτει έλασσον ποσόν συντάξεως ή επιδόματος εξακολουθεί παρεχόμενον το μείζον ποσόν". Το άρθρ. 26 τροποποιηθέν δια του Β.Δ. 347/1966 (ΦΕΚ Α΄ 94) αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 του Β.Δ. 556 της 9/18 Σεπτ. 1972 (ΦΕΚ Α΄ 164), η ισχύς του οποίου ήρχισεν από 1 Οκτ. 1972. Άρθρ.27."1.Η ιδιότης του ησφαλισμένου και η ασφαλιστική σχέσις μεταξύ αυτού και του Ταμείου αποδεικνύεται εφ' εξής αποκλειστικώς και μόνον δια μεν τον ησφαλισμένον τον υπαγόμενον εις τον Κανονισμόν "περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων του ΙΚΑ" δια του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του ΙΚΑ, δια δε τον μη υπαγόμενον εις τον ως άνω Κανονισμόν δια του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του Ταμείου δια του οποίου υποχρεούται όπως μεριμνήση να εφοδιασθή ο ησφαλισμένος. 2.Ημέραι ασφαλιστέας παρά τω Ταμείω εργασίας πραγματοποιηθείσαι προ της ισχύος του παρόντος λογίζονται ως ημέραι ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω εφ' όσον αύται προκύπτουν εκ του ατομικού ασφαλιστικού βιβλιαρίου του ησφαλισμένου όπερ εχορηγήθη αυτώ υπό του Ταμείου εν συσχετισώ με το ασφαλιστικόν βιβλιάριον του ΙΚΑ". Το άρθρ. 27 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Β.Δ. 244 της 18/30 Μαρτ. 1967 (ΦΕΚ Α΄ 44). Σελ. 1166,08 (ζ) Τεύχος 731-Σελ. 48 Άρθρ.28.-"1.Από της επεκτάσεως της ασφαλίσεως του Ταμείου εις τινα περιοχήν, πρόσωπα το πρώτον υπαχθέντα εις την ασφάλισιν αυτού εν τη περιοχή, δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή θανάτου εφ' όσον έχουσι πραγματοποιήσει εν τη ασφαλίσει του ΙΚΑ τας υπό της ισχυούσης εκάστοτε νομοθεσίας αυτού απαιτουμένας ημέρας εργασίας εις απασχόλησιν ασφαλιστέαν παρά τω Ταμείω και λοιπάς προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή θανάτου υπό την προϋπόθεσιν ότι, έχει συμπληρώσει πενταετία από της επεκτάσεως της ασφαλιστικής αρμοδιότητος του Ταμείου και έχουν πραγματοποιήσει 750 τουλάχιστον ημέρας εργασίας από της επεκτάσεως της ασφαλίσεως και εφεξής εξ ων ανά 100 τουλάχιστον καθ' έκαστον των 5 ημερολογιακών ετών ή 700 τουλάχιστον εν συνόλω εντός των ετών τούτων, των αμέσως προηγουμένων του έτους καθ' ο θέλουσι υποβάλει την περί απονομής συντάξεως αίτησιν ή του έτους καθ' ο θέλουσι καταστή ανάπηροι. 2.Δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως κατά την προηγουμένην παράγραφον ο ησφαλισμένος υποχρεούται εις εξαγοράν προς 6% επί του ισχύοντος εκάστοτε κατά την ημέραν της υποβολής της περί συνταξιοδοτήσεως αιτήσεως κατωτάτου ποσού ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, του καθοριζομένου υπό των Γενικών Εθνικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, δια τας ημέρας εργασίας υπό ασφαλιστέαν παρά τω Ταμείω ειδικότητα, τας απαιτουμένας υπό της Νομοθεσίας του ΙΚΑ και πραγματοποιηθείσας προ της επεκτάσεως της ασφαλίσεως του Ταμείου. Υπό τας προϋποθέσεις των προηγουμένων παραγράφων δικαιούνται συντάξεως και όσοι εκ των ησφαλισμένων των περιοχών τούτων έχουν πραγματοποιήσει επ' ευκαιρία αριθμόν ημερών εργασίας εν πραγματική ασφαλίσει, προ της επεκτάσεως της ασφαλίσεως εις την περιοχήν των". Το άρθρ. 28, που είχε προστεθεί από το άρθρ. 10 Β.Δ. 347/1966 (ΦΕΚ Α΄ 94) τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 6 Π.Δ. 816/1979, ΦΕΚ Α΄ 237 (κατωτ. αριθ. 24). Άρθρ.29.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 39.Μ.γ.9 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) άρθρ. 1 Π.Δ. 816/1979, ΦΕΚ Α΄ 237 (κατωτ. αριθ. 24). Σελ. 1166,002 Τεύχος 731-Σελ. 40 39.Μ.γ.9 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) Σύνταξις λόγω αναπηρίας Άρθρ.4.-"1.Οι εκάστοτε ισχύουσες προϋποθέσεις του ΙΚΑ για χορήγηση σύνταξης λόγω αναπηρίας έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλισμένους του Ταμείου". Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 17/7-15 Ιαν. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 7). "2.Ησφαλισμένοι του Ταμείου δικαιούνται συντάξεως εάν συμπληρώσαντες μέχρι και της 20ής Σεπτ. 1960 το 40όν έτος της ηλικίας των επραγματοποίησαν 500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας, εξ ων ανά εκατόν τουλάχιστον καθ' έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών ή 700 τουλάχιστον εν συνόλω εντός των ετών τούτων, των αμέσως προηγουμένων του έτους καθ' ο θέλουσι καταστή ανάπηροι κατά την έννοιαν της επομένης παραγράφου. Αι ως άνω 500 τουλάχιστον ημέραι εργασίας αυξάνονται ανά 175 τοιαύτας κατά μέσον όρον δι' έκαστον των ημερολογιακών ετών, αρχής γενομένης από 1ης Ιαν. 1961". Η παρ. 2 τροποποιηθείσα δια του άρθρ. 2 Β.Δ. 347 της 16/30 Απρ. 1966 (ΦΕΚ Α΄ 94), ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ. 2 Π.Δ. 484 της 12/23 Ιουλ. 1975 (ΦΕΚ Α΄ 151). 3.Οι ησφαλισμένοι θεωρούνται ανάπηροι εάν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής εξαμήνου τουλάχιστον διαρκείας κατά την αρμοδίαν ιατρικήν πρόβλεψιν, δεν δύνανται να κερδίσωσι δι' εργασίας ανταποκρινομένης εις τας δυνάμεις, τας δεξιότητας, την μόρφωσιν και την συνήθη αυτών επαγγελματικήν απασχόλησιν πλέον του τρίτου, όπερ συνήθως κερδίζει εν τη αυτή περιφερεία και επαγγελματική κατηγορία σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος της αυτής μορφώσεως. Επίδομα αναπροσαρμογής Άρθρ.5.-"1.Ησφαλισμένος δυνάμενος να κερδίζη υπό τας εν τη παρ. 3 του άρθρ. 4 οριζομένας προϋποθέσεις και όρους, πλέον μεν του ενός τρίτου ουχί όμως και των 2/3 εκείνου όπερ δύναται να κερδίζη σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος, εν τη αυτή περιφερεία έχων τα αυτά επαγγελματικά και λοιπά προσόντα, δικαιούται, εφ' όσον είχε συμπληρώσει και τον υπό της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος απαιτούμενον αριθμόν ημερών εργασίας, δικαιούται ειδικού επιδόματος αναπροσαρμογής, εφ' όσον το ποσοστόν αναπηρίας του ορίζεται υπό της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής από 33,3% και άνω. 2.Το ποσόν του επιδόματος αναπροσαρμογής ισούται προς τα 3/4 του ποσού της ης θα εδικαιούτο, ο ησφαλισμένος, συντάξεως λόγω αναπηρίας. Το ειδικόν επίδομα αναπροσαρμογής καταβάλλεται αδιαφόρως ασκήσεως παρά του επιδοματούχου οιασδήποτε εξηρτημένης ή αυτοτελούς απασχολήσεως και επί μίαν διετίαν το πολύ πέραν δε ταύτης μόνον εφ' όσον προβλέπεται παρά της νομοθεσίας του εις ον υπάγεται κατά κυρίαν ασφάλισιν Οργανισμού. 3.Επιφυλασσομένης της εφαρμογής της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου ησφαλισμένος τυχών επί διετίαν επιδόματος αναπροσαρμογής, εφ' όσον εν συνεχεία της τοιαύτης επιδοτήσεώς του, δεν δύναται υπό τας προϋποθέσεις και όρους των προηγουμένων εδαφίων να κερδίζη πλέον του ημίσεος εκείνου όπερ κερδίζει σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος της αυτής μορφώσεως δικαιούται συντάξεως μερικής αναπηρίας, ίσης προς τα 3/4 του ποσού της αναλογούσης συντάξεως εφ' όσον το ποσοστόν της αναπηρίας ορίζεται υπό της αρμοδίας Υγ. Επιτροπής από 50% και άνω". Το άρθρ. 5 τροποποιηθέν δια του άρθρ. 3 Β.Δ. 347 της 16/30 Απρ. 1966 (ΦΕΚ Α΄ 94) ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια του Β.Δ. 228 της 8/29 Μαρτ. 1967 (ΦΕΚ Α΄ 41). (Αντί για τη σελ. 1166,01(δ) Σελ. 1166,01(ε) Τεύχος Ι-21 Σελ. 101 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) 39.Μ.γ.9 39.Μ.γ.9 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εργατ/τών Δομικών & Ξυλουργικών Εργασιών(ΤΕΑΕΔΞΕ) Διαπίστωσις αναπηρίας Άρθρ.6.-1.Η διαπίστωσις αναπηρίας δια την απονομήν των υπό του παρόντος προβλεπομένων συντάξεων ή επιδομάτων αναπροσαρμογής λόγω αναπηρίας, ενεργείται υπό της Πρωτοβαθμίου (Υγειονομικής) Επιτροπής του ΙΚΑ του Υποκαταστήματος της κατοικίας του ησφαλισμένου. Κατά της γνωματεύσεως των Πρωτοβαθμίων τούτων Επιτροπών, επιτρέπεται προσφυγή υπό του αιτούντος την απονομήν της συντάξεως, ενώπιον των Δευτεροβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της Νομοθεσίας του ΙΚΑ ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν, τας προθεσμίας υποβολής της προσφυγής κλπ. 2.Εάν απορριφθή αίτησις περί απονομής συντάξεως ή επιδόματος αναπροσαρμογής λόγω αναπηρίας ή διακοπή οριστικώς τοιαύτη σύνταξις ή επίδομα, ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως έτους νέαν αίτησιν περί απονομής τοιαύτης συντάξεως ή τοιούτου επιδόματος εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής της προηγουμένης παραγράφου, βεβαιούται ότι εις την τελευταίως διαπιστωθείσαν κατάστασιν αναπηρίας του, επήλθεν ουσιαστική μεταβολή. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν των λόγω αναπηρίας συνταξιούχων ή επιδοματούχων του ωσαύτως παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ εξαιρέσει εκείνων ων η σύνταξις μετετράπη εις σύνταξιν λόγω γήρατος. 4.Προκειμένου περί ησφαλισμένων του Ταμείου δικαιουμένων συντάξεως ή επιδόματος αναπροσαρμογής λόγω αναπηρίας παρά του ΙΚΑ δεν απαιτείται η επανεξέτασίς των παρά των Υγειονομικών Επιτροπών, της αναπηρίας των διαπιστουμένης δια της εν τη συνταξιοδοτική αποφάσει του ΙΚΑ αναφερομένης γνωματεύσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής. 5.Αι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων, συνταξιούχων και δικαιοδόχων του Ταμείου παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ, εφ' όσον αι εξετάσεις αύται γίνωνται πρωτοβουλία του Ταμείου, βαρύνουσι το Ταμείον αποδιδόμεναι εις το ΙΚΑ βάσει των υποβαλλομένων υπό τούτου χρεωστικών καταστάσεων. "6.Κατ' εξαίρεσιν προκειμένου περί συνταξιούχων λόγω αναπηρίας κατά την έννοιαν του άρθρ. 4 παρ. 3 του παρόντος, δεν υπόκεινται εις περαιτέρω εξέτασιν: α)Οι συμπληρώσαντες το 55ον έτος της ηλικίας των, άρρενες και το 50όν έτος θήλεις εφ' όσον συνταξιοδοτούνται επί επτά έτη συνεχώς και έχουν υποβληθή επί τρεις τουλάχιστον εξετάσεις παρ' Υγειονομικής Επιτροπής κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς των ταύτης. β)Οι συμπληρώσαντες το 60όν έτος της ηλικίας των άρρενες και το 55ον έτος θήλεις, εφ' όσον συνταξιοδοτούνται επί πενταετίαν συνεχώς και έχουν υποβληθή εις δύο τουλάχιστον εξετάσεις παρ' Υγειονομικής Επιτροπής κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς των ταύτης. γ)Οι επί 12ετίαν συνεχώς συνταξιοδοτούμενοι ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. δ)Οι επί 20ετίαν συνεχώς ή διακεκομμένως πάντως από τριετίας συνεχώς συνταξιοδοτούμενοι, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Εις τον χρόνον συνεχούς συνταξιοδοτήσεως συνυπολογίζεται και ο χρόνος επιδοτήσεως λόγω αναπροσαρμογής, προκειμένου δε περί των συνταξιούχων των υπό στοιχ. γ΄ και δ΄ κατηγοριών και ο χρόνος επιδοτήσεως λόγω φυματιώσεως". Η παρ. 6 προσετέθη δια του Β.Δ. 753 της 5/16 Οκτ. 1965 (ΦΕΚ Α΄ 185). Ποσοστόν αναπηρίας Άρθρ.7.-1.Η κατά το προηγούμενον άρθρον διαπιστωθείσα αναπηρία δίδει δικαίωμα εις σύνταξιν, εφ' όσον το ποσοστόν ταύτης ορίζεται υπό της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής άνω των 66,6%/. 2.Εάν κατά την αρμοδίαν Υγειονομικήν γνωμάτευσιν η αναπηρία του ησφαλισμένου οφείλεται εις πλείονας αιτίας, ήτοι εις κοινήν νόσον και εργατικόν ατύχημα, δια την ύπαρξιν των χρονικών προϋποθέσεων προς χορήγησιν συντάξεως ή επιδόματος αναπροσαρμογής, λαμβάνεται υπ' όψιν το προερχόμενον ποσοστόν αναπηρίας εξ εργατικού ατυχήματος, εφ' όσον τούτο είναι ανώτερον του ημίσεος του κατά περίπτωσιν απαιτουμένου κατωτάτου ορίου ποσοστού αναπηρίας.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.