Αυτή η απόφαση Υπουργού Εργασίας εγκρίνει το καταστατικό διοικητικής οργάνωσης του Ταμείου Ασφαλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων. Καθορίζει τη δομή και τη λειτουργία του Ταμείου ως αυτόνομου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου.
3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 30888 της 26 Ιουν./2 Ιουλ. 1937 (ΦΕΚ Παράρτημα 147) Περί εγκρίσεως του καταστατικού Διοικητικής Οργανώσεως του Ταμείου Ασφαλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων. ΜΕΡΟΣ Α΄ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ Άρθρ.1.-1.Το Ταμείον Ασφαλίσεως Ν. Πρακτόρων και Υπαλλήλων αποτελεί ίδιον αυτόνομον Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, εδρεύον εν Πειραιεί και τελούν υπό τον έλεγχον και εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας. 1.«Το Ταμείον διοικείται υπό εννεαμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου β)Εκ 2 Δημοσίων Υπαλλήλων εξ ων ο είς του Υπουργείου Εργασίας και ο έτερος του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας . γ)Εξ ενός εκπροσώπου των εφοπλιστών. δ)Εκ 3 μελών εκ της τάξεως των ησφαλισμένων εξ ων ο είς εκ της τάξεως των αυτοτελώς εργαζομένων οι δε λοιποί εκ της τάξεως των υπαλλήλων. ε)Εξ ενός μέλους εκ της τάξεως των συνταξιούχων. ς)Εξ ενός προσώπου έχοντος πείραν εις τα θέματα της Κοιν. Πολιτικής. 1α.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής, υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 1β.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργείου Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων τακτικών και αναπληρωματικών υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Τα εκ της τάξεως των αυτοτελώς εργαζομένων υπαλλήλων και εργοδοτών μέλη και οι αναπληρωταί τούτων, λαμβάνονται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό των οικείων επαγγελματικών ή άλλων συναφών κατά Κλάδον εκπροσωπευτικών Οργανώσεων και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέων μελών (τακτικών και αναπληρωματικών). Η επιλογή των εργατικών και λοιπών Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ’ ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του». Αι παρ. 1, 1α και 1β ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71066 της 8/17 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 326) αποφ. Υπ. Εργ. 1γ.Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού Συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχ. γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 μελών του, δύο Αντιπροέδρους, δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού, ένα εκ των υπό στοιχ. γ΄ και δ΄ και ένα εκ των υπό στοιχ. ε΄ εξ ως ο εκ των ησφαλισμένων υπαλλήλων Αντιπρόεδρος έχει το προβάδισμα. Οι Αντιπρόεδροι διατηρούν το αξίωμα αυτών εφ’ όσον διατηρούν την ιδιότητα του μέλους, Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. 2.Εις τας Συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργούντων πάσης φύσεως Συμβουλίων και επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερ. Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελε κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κυβερ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ’ όσον το Διοικ. Συμβούλιον ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ως εζητήθη η αναστολή (Αντί της σελ. 1839) Σελ. 1839(α) 289-111 Ταμείο Ασφλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων(ΤΑΝΠΥ) 39.Ο.γ.3 εκτελέσεως παρά του Κυβ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβ. Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήση εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβ. Επιτρόπου ή του Διοικ. Συμβουλίου, τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβερν. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβερ. Επιτρόπου. Ο Κυβερν. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβερ. Επιτρόπου. Ο Κυβερ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας, εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερ. Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ.Σ. 2α.«Το Διοικητικόν Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 7 μελών, εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων. Εν ισοψηφία επί μεν φανεράς ψηφοφορίας νικά η ψήφος του Προέδρου ή του Προεδρεύοντος Αντιπροέδρου επί δε μυστικής ψηφοφορίας αναβάλλεται η λήψις αποφάσεως». Το πρώτον εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. ΙΙ της υπ’ αριθ. 18998/1032 της 17 Μαΐου/7 Ιουν. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 350). Σελ. 1840(α) 289-112 Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία. Εντός της υπό της παρ. 3 του άρθρ. 8 του Νόμ. 4346/64 οριζομένης προθεσμίας θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβερνητικός Επίτροπος, τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. ως και ο Γραμματεύς μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία. Μέχρι του διορισμού του νέου Δ.Σ. το ήδη υφιστάμενον νομίμως συνέρχεται και συνεδριάζει». Η παρ. 2α ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71066 της 8/17 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 326) αποφ. Υπ. Εργ. 2β.Δεν διορίζεται μέλος του Διοικ. Συμβουλίου α)Ο μη συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. β)Ο ανίκανος ν’ αναλάβη ή να διατηρή δημόσιον λειτούργημα. γ)Ο τελών εις οιανδήποτε συνεχή οικονομικήν σχέσιν προς Ταμείον. δ)Ο μη έχων ελευθέραν διαχείρισιν της περιουσίας του. ε)Ο μη έχων την Ελληνικήν Ιθαγένειαν. ς)Προκειμένου περί των εξ ησφαλισμένων μελών του Συμβουλίου ο μη συμπληρώσας τριετή τουλάχιστον χρόνον ασφαλίσεως. Η μετά τον διορισμόν επέλευσις λόγου τινός εκ των υπό στοιχ. β-ε αναφερομένων, ως και η αποβολή της ιδιότητος, υφ’ ην εγένετο ο διορισμός μέλους τινός του Συμβουλίου, συνεπάγεται έκπτωσιν εκ του αξιώματος, αποφάσει του Υπουργού Εργασίας, λαμβανομένη προτάσει του Δ.Σ. ή και αυτεπαγγέλτως. Δύναται ο Υπουργός Εργασίας κατόπιν προτάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου να κυρύσση έκπτωτον μέλος τούτου όπερ αδικαιολογήτως ήθελεν απουσιάσει επί τρεις τουλάχιστον συνεχείς συνεδριάσεις του Συμβουλίου. 39.Ο.γ.3 Ταμείο Ασφλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων(ΤΑΝΠΥ) Τα εις αντικατάστασιν εκπιπτόντων, αποβιούντων ή οπωσδήποτε αποχωρούντων διοριζόμενα μέλη διορίζονται δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των εκπεσόντων ή αποβιωσάντων ή αποχωρησάντων μελών. Εν περιπτώσει λήξεως της θητείας των μελών του Διοικ. Συμβουλίου αύτη παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι του διορισμού των νέων μελών ουχί όμως πάντως πέραν του τριμήνου από της λήξεώς της. Τα μέλη του Διοικ. Συμβουλίου υπέχουν κατά την άσκησιν των καθηκόντων των τας ευθύνας των δημοσίων υπαλλήλων και απολαύουν της υπέρ αυτών θεσπισμένης προστασίας. 3.Χρέη Γραμματέως του Διοικ. Συμβουλίου εκτελεί είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη γραμματέως εκτελεί είς των υπαλλήλων του Ταμείου, οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ.Σ. 3α.(Μεταβατική διάταξις). Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 1585/Σ.55 της 10/27 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 46). 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού, ειδικώτερον εγκρίνει τον ετήσιον Προϋπολογισμόν και Απολογισμόν του Ταμείου και το μαθηματικόν αυτού ισοζύγιον, μεριμνά δια την κανονικήν είσπραξιν των πόρων αυτού, αποφασίζει περί απονομής των παροχών και μεριμνά δια την ταχείαν και κανονικήν χορήγησιν αυτών, αποφασίζει περί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων, της εκποιήσεως, υποθηκεύσεως και ενεχυριάσεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, συμβιβάζεται ή παραιτείται από του δικαστικού αγώνος, διορίζει, προάγει και απολύει το προσωπικόν κατά τας σχετικάς διατάξεις του Οργανισμού και εν γένει έχει την ανωτέραν διεύθυνσιν και παρακολούθησιν επί των υπηρεσιών του Ταμείου και λαμβάνει και υποδεικνύει μέτρα προς βελτίωσιν και αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών αυτού. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. αι αφορώσαι την τοποθέτησιν κεφαλαίων δεν εκτελούνται άνευ προηγουμένης εγκρίσεως του Υπουργού Εργασίας. Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων ει μη μόνον δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. 5.Ο Πρόεδρος του Δ.Σ., τούτου δε κωλυομένου ο Αντ/δρος, διευθύνει τας συνεδριάσεις του Δ.Σ., επιμελείται της εκτελέσεως των αποφάσεων αυτού, εκπροσωπεί το Ταμείον εξωδίκως και δικαστικώς, αλληλογραφεί επ’ ονόματι του Ταμείου και παραλαμβάνει τα εις αυτό κοινοποιούμενα έγγραφα. Δύναται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου η εκπροσώπησις του Ταμείου ν’ ανατίθεται και εις έτερον μέλος του Δ.Σ. ή τον Διευθυντήν. «Δια την υποβολήν μηνύσεων εκ μέρους του Ταμείου κατά καθυστερούντων υποχρέων, προτείνονται ως μάρτυρες υπάλληλοι του Ταμείου μόνιμοι ή επί συμβάσει, ανεξαρτήτως βαθμού, οίτινες, επ’ ευκαιρία της μετακινήσεώς των εκτός της έδρας του Ταμείου, συνεπεία κλητεύσεως, θα διενεργούν απογραφήν των ησφαλισμένων και έλεγχον των υποχρέων επιχειρήσεων. Εις τας περιπτώσεις ταύτας αι ημέραι εκτός έδρας καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., αναλόγως του τόπου εκδικάσεως των μηνύσεων και του αντικειμένου του ελέγχου». Η εντός « » δευτέρα περίοδος της παρ. 5 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 34948/Σ. 325 της 1/10 Μαΐου 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 203) ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 61273/Σ. 464 της 28 Ιουλ./11 Αυγ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 505). 6.«Το Διοικητικόν Συμβούλιον συνέρχεται εις συνεδρίασιν προσκλήσει του Προέδρου ή του αναπληρούντος τούτον Αντιπροέδρου, όστις καλεί αυτό οσάκις κρίνει τούτο αναγκαίον, τουλάχιστον δε άπαξ της εβδομάδος, ή επί τη εγγράφω αιτήσει τριών τουλάχιστον εκ των τακτικών μελών αυτού. Κατά την τελευταίαν περίπτωσιν η συνεδρίασις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν δύναται να ορισθή εις χρόνον μεταγενέστερον του διημέρου από της υποβολής της ως άνω εγγράφου αιτήσεως. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται δι’ αποφάσεώς του να ορίση ωρισμένας ημέρας τακτικών συνεδριάσεων του αριθμού τούτου μη δυναμένου εν πάση περιπτώσει να υπερβώσι τας οκτώ κατά μήνα». Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 18998/1032 της 17 Μαΐου/7 Ιουν. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 350). 7.Περί των συζητήσεων του Δ. Συμβουλίου και των λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται συνοπτικώς πρακτικά, άτινα υπογράφονται παρά του Προέδρου, των παραστάντων μελών, του Διευθυντού και γραμματέως. Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. καταρτίζει την ημερησίαν διάταξιν των εν εκάστη συνεδριάσει συζητητέων θεμάτων. Η ημερησία διάταξις μετά των σχετικών προσκλήσεων και αντιγράφου των πρακτικών της προηγουμένης συνε(Αντί της σελ. 1841(α) Σελ. 1841(β) 317-121 Ταμείο Ασφλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων(ΤΑΝΠΥ) 39.Ο.γ.3 δριάσεως, πλην των τμημάτων των αφορώντων ζητήματα προσωπικά ή τοποθετήσεως κεφαλαίων, διανέμεται επί αποδείξει εις τα μέλη 48 τουλάχιστον ώρας προ της συνεδριάσεως. Μόνον εν περιπτώσει επειγούσης ανάγκης δύναται να μη τηρηθή ο ανωτέρω χρόνος δια την κοινοποίησιν προσκλήσεως προς συνεδρίασιν. Δύο τουλάχιστον τακτικά μέλη του Δ.Σ. δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης προ της καταρτίσεως της ημερησίας διατάξεως δύνανται να ζητήσωσι την αναγραφήν θέματός τινος εν τη ημερησία διατάξει. Το Δ.Σ. δύναται ν’ αποφασίζη πάντοτε την αναγραφήν θέματός τινος εν τη ημερησία διατάξει της επομένης συνεδριάσεως. Εν τη ημερησία διατάξει αναγράφονται σαφώς και λεπτομερώς τα συζητητέα θέματα. Θέματα μη περιλαμβανόμενα εν τη ημερησία διατάξει δύναται αποφάσει του Δ.Σ. να συζητηθώσιν, αλλ’ απόφασις επ’ αυτών δεν δύναται να ληφθή εάν δεν είναι παρόντα πάντα τα μέλη, πλην εάν παμψηφεί αναγνωρισθή ότι πρόκειται περί επειγούσης ανάγκης 8.Αι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν είναι δημόσιαι. Αντίγραφα τμήματος ή ολοκλήρων των πρακτικών δύνανται να χορηγηθώσι μόνον μετ’ απόφασιν του Δ.Σ. Αι περί προσωπικών ζητημάτων και τοποθετήσεως κεφαλαίων συζητήσεις θεωρούνται πάντοτε εμπιστευτικαί και συνεπώς ουδεμία επ’ αυτών ανακοίνωσις επιτρέπεται παρ’ ουδενός. Η παράβασις της διατάξεως ταύτης συνεπάγεται, προκειμένου περί μέλους του Δ.Σ. την έκπτωσιν εκ του αξιώματος αυτού, αποφασιζομένην παρά του Υπουργού Εργασίας, προκειμένου δε περί υπαλλήλου την πειθαρχικήν δίωξιν αυτού. 9.Το Δ.Σ. δύναται να καλέση ενώπιόν του Επιτροπάς ή μεμονωμένα άτομα προς αίτησιν πληροφοριών ή γνωμών. 10.Άμα τη επιδόσει των προσκλήσεων προς συνεδρίασιν κατατίθεται ο φάκελλος των συζητητέων θεμάτων μετά πάντων των σχετικών εγγράφων εις το Γραφείον της Διευθύνσεως του Ταμείου, παρά του οποίου δύνανται να λαμβάνωσι γνώσιν αυτών τα μέλη και να ζητώσι την προσκόμισιν οιωνδήποτε άλλων στοιχείων υποβοηθούντων την εν τω Συμβουλίω συζήτησιν. 11.Ευρισκομένου εν απαρτία του Συμβουλίου, άρχεται η συνεδρίασις, επικυρούνται τα πρακτικά της προηγουμένης συνεδριάσεως, εάν δεν προβληθή αντίρρησίς τις. Εν εναντία περιπτώσει ο Πρόεδρος ενεργεί εξακρίβωσιν επί του θέματος εφ’ ου η αντίρρησις, παρεχομένων των αναγκαίων πληροφοριών, μεθ’ ο ενεργούνται αι τυχόν θεωρηθείσαι επιβεβλημέναι διορθώσεις. 12.Μετά την επικύρωσιν των Πρακτικών, ο Διευθυντής του Ταμείου ανακοινοί εις το Διοικητικόν Συμβούλιον τας ενεργείας του επί των προηγουμένων αποφάσεων του Δ.Σ., τα σπουδαιότερα των ληφθέντων εγγράφων, τας γενομένας εντός της δικαιοδοσίας του ενεργείας και εν γένει παν ζήτημα θίγον τα γενικώτερα του Ταμείου συμφέροντα. Σελ. 1842(β) 317-122 Εις την πρώτην μετά την έναρξιν εκάστου μηνός συνεδρίασιν ανακοινοί ο Διευθυντής εις το Συμβούλιον την κίνησιν των παρά Τραπέζαις Λ/σμών Καταθέσεων και εν γένει την οικονομικήν κατάστασιν του Ταμείου και τα πραγματοποιηθέντα κατά τον παρελθόντα μήνα έσοδα και έξοδα. 13.Ουδεμία υπηρεσιακή ενέργεια γίνεται επί των αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου προ της επικυρώσεως των πρακτικών, πλην των περιπτώσεων καθ’ ας ωρίσθη ρητώς παρά του Συμβουλίου η προ της επικυρώσεως των πρακτικών εκτέλεσις αποφάσεως αυτού. Άρθρ.9.-1.Οι Ελεγκταί βοηθούσι τον Επιθεωρητήν εις τον έλεγχον των υποχρέων προς καταβολήν των πόρων του Ταμείου, υποβάλλοντες μετά την λήξιν εκάστου ελέγχου εις τον Επιθεωρητήν σχετικόν δελτίον, εκτελούσι δε και πάσαν άλλην υπηρεσίαν, ήτις ήθελεν ανατεθή αυτοίς υπό του Δ.Σ. ή του Διευθυντού του Ταμείο. 2.Οι λοιποί υπάλληλοι του Ταμείου εκτελούσι τα καθήκοντα της θέσεώς των εργαζόμενοι κατά τας διαταγάς του Διευθυντού και οδηγίας των Προϊσταμένων αυτών. 3.Ο κλητήρ επιμελείται της καθαριότητος των γραφείων του Ταμείου, εκτελεί πάσαν εξωτερικήν υπηρεσίαν του Ταμείου κατά τας διαταγάς του Δ/ντού, υποχρεούται δε όπως προσέρχηται ημίσειαν ώραν προ της δια τους υπαλλήλους κεκενονισμένης, αποχωρεί δε ωσαύτως ημίσειαν ώραν μετ’ αυτούς. 39.Ο.γ.3 Ταμείο Ασφλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων(ΤΑΝΠΥ) Άρθρ.10.-«Δύναται το Δ.Σ. δι’ αποφάσεώς του να συγκροτή διαφόρους επιτροπάς εκ μελών αυτού (Ασφαλίσεως-Συντάξεων, Προμηθειών, Δημοπρασιών, Μελετών-Επεξεργασίας Καταστατικών κλπ.) αίτινες, επιλαμβανόμεναι της εξετάσεως των ειδικών θεμάτων, εισάγουν ταύτα μετά σχετικής προτάσεως εις το Δ. Συμβούλιον. Παρ’ εκάστης των Επιτροπών τηρούνται πρακτικά των συνεδριάσεων αυτών. Αι κατά τ’ ανωτέρω εκ μελών του Δ.Σ. Επιτροπαί είναι τριμελείς, πλην της επιτροπής Ασφαλίσεως Συνταξιοδοτήσεως ήτις είναι τετραμελής, αποτελουμένη: 1)εκ του εν τω Δ.Σ. εκπροσώπου του Υπουργείου Εργασίας, 2)εξ εντός εκπροσώπου εκ της τάξεως των αυτοτελώς εργαζομένων, 3)εξ ενός εκπροσώπου εκ της τάξεως των ησφαλισμένων υπαλλήλων και 4)εκ του ειδικού περί τα ασφαλιστικά προσώπου, μετέχουν δ’ επί πλέον εις ταύτας εκτός του Κυβ. Επιτρόπου, ο Διευθυντής του Ταμείου ως Εισηγητής και είς υπάλληλος του Ταμείου ως Γραμματεύς. Αι αποζημιώσεις και τα έξοδα κινήσεως των μελών του Δ.Σ. και των Επιτροπών, ως και του Εισηγητού και Γραμματέως καθορίζονται επί τη βάσει των εκάστοτε Υπουργικών αποφάσεων, των αμειβομένων συνεδριάσεων των Επιτροπών μη δυναμένων να υπερβούν τας τρεις κατά μήνα, πλην της επιτροπής Ασφαλίσεως-Συνταξιοδοτήσεως ης δεν δύνανται να υπερβούν τας τέσσαρας κατά μήνα». Το άρθρ. 10 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 24544/Σ. 281 της 6/23 Ιουν. 1959 (ΦΕΚ Β΄ 223) Διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 323/ 1959). Άρθρ.11.(«1.Οι υπάλληλοι του Τ.Α.Ν.Π.Υ και ο κλητήρ ασφαλίζονται παρά τω Ταμείω υφ’ ους όρους ασφαλίζονται και οι λοιποί παρ’ αυτώ ασφαλιζόμενοι μισθωτοί, από του διορισμού των δε καθίστανται μόνιμοι, απολυόμενοι της υπηρεσίας μόνον εις ας περιπτώσεις απολύονται και οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο Νομικός Σύμβουλος, όστις δεν υπάγεται εις το υπαλληλικόν προσωπικόν, υπηρετεί συμφώνως τω άρθρ. 56 του Κώδικος «περί Δικηγόρων». Οι υπάλληλοι του Τ.Α.Ν.Π.Υ. προτιμώνται δια την τοποθέτησιν εις ανωτέραν μισθολογικήν θέσιν, εφ’ όσον υπάρχει κενή τοιαύτη, κατ’ απόλυτον εκλογήν και μετ’ απόφασιν του Διοικ. Συμβουλίου, εγκρινομένην παρά του Υφυπουργού Εργασίας.) (2.Οι υπάλληλοι του Τ.Α.Ν.Π.Υ. εν περιπτώσει αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας του Ταμείου, συνεπεία ανικανότητος, εφ’ όσον δεν έχουσι τας υπό του Β΄ Μέρους του Κατ/κού του Ταμείου οριζομένας προϋποθέσεις συντάξεως, δικαιούνται ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας συντάξεως υπολογιζομένης ταύτης προς 20ετή συντάξιμον υπηρεσίαν. Της συντάξεως ταύτης, εν περιπτώσει θανάτου, δικαιούνται οι συμφώνως προς τας σχετικάς διατάξεις του Β΄ Μέρους του Κατ/κού δικαιοδόχου τούτων».) Το άρθρ. 11 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 27849 της 30 Μαΐου/22 Ιουν. 1939 απόφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 150). Αι ανωτέρω παρ. 1 και 2 κατηργήθησαν δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 29/2917 της 23 Ιουλ./24 Αυγ. 1971 απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 688). Δια της παρ. 2 της ανωτέρω αποφάσεως ορίζεται ότι: «Ασφαλιστικαί εισφοραί καταβληθείσαι υπό προσώπων της κατηγορίας ταύτης, εχόντων υπαχθή εις την προαιρετικήν επικουρικήν Ασφάλισιν του Ταμείου, εφ’ όσον μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν επήλθεν ο ασφαλιστικός κίνδυνος, επιστρέφονται εντόκως, επί επιτοκίω 4%» 3.«Δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου, χορηγείται εις τον κλητήρα του Ταμείου δια την εκτέλεσιν της υπηρεσίας του άπαξ μεν του έτους έν ζεύγος υποδημάτων και μία ενδυμασία, ανά τριετίαν δε έν αδιάβροχον, της σχετικής δαπάνης βαρυνούσης το Ταμείον. Η χορήγησις του αντιτίμου αυτών εις χρήμα αποκλείεται». Η παρ. 3 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 49256/Σ. 1155 της 22/31 Δεκ. 1948 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 228), αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 66722/Σ. 1560 της 7/25 Νοεμ. 1955 ομοίας, (ΦΕΚ Β΄ 207). «4.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δύναται να χορηγήται άπαξ του έτους εις τους υπαλλήλου του Ελέγχου τους εκτελούντας τακτικώς υπηρεσίαν εκτός γραφείου, ανά μία ενδυμασία και έν ζεύγος υποδημάτων, απαγορευομένης της χορηγήσεως του αντιτίμου αυτών εις χρήμα». Η παρ. 4 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 77118 της 23 Δεκ. 1955/2 Ιαν. 1956 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 1). Άρθρ.12.-(Αφεώρα τα οδοιπορικά έξοδα και αποζημιώσεις των εκτός έδρας μετακινουμένων υπαλλήλων του Ταμείου. Βλ. ήδη άρθρ. 9 Α.Ν. 1538/ 1950 περί αποδοχών των υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. τόμ 15Α σελ. 470). (Αντί της σελ. 1847) Σελ. 1847(α) Τεύχος 435-Σελ. 57 Ταμείο Ασφλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων(ΤΑΝΠΥ) 39.Ο.γ.3 Άδεια Άρθρ.13.-«1.Επί των υπαλλήλων και υπηρετών του Ταμείου εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις περί των κανονικών και αναρρωτικών αδειών των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων και υπηρετών, ως αύται εκάστοτε ισχύουν, χορηγούνται δε δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου. Αναρρωτική άδεια χορηγείται πάντοτε μετά γνωμάτευσιν Α/θμίου ή Β/θμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α., συνυπολογίζονται δ’ εν αυτή και αι προηγηθείσαι ημέραι απουσίας λόγω ασθενείας. 2.Πας υπαλληλος ασθενών υποχρεούται αμέσως από της πρώτης ημέρας της ασθενείας του να ειδοποιήση εγγράφως περί τούτου την Διεύθυνσιν του Ταμείου άλλως θεωρείται ως αδικαιολογήτως απουσιάζων. Προς διαπίστωσιν της ασθενείας του υπαλλήλου το Ταμείον δύναται να ορίζη ιατρόν ή να ειδοποιή περί τούτου την Υγειονομικήν υπηρεσίαν του Ι.Κ.Α.». Το άρθρ. 13 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 28150/Σ. 729 της 18 Μαΐου/8 Ιουν. 1953 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 129). Άρθρ.14-18.(Αφορώσι την λύσιν της υπαλληλικής σχέσεως και τα περί πειθαρχικού δικαίου των υπαλλήλων του Ταμείου. Τα θέματα ταύτα ρυθμίζονται ήδη υπό του Υπαλληλικού Κώδικος, ως ούτος ισχύει επί των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. τόμ 2Α σελ. 345). Άρθρ.19.-1.Απαγορεύεται εις τους προϊσταμένους και τους υπαλλήλους των αρμοδίων Τμημάτων, Γραφείων και του Αρχείου ή επίδειξις των παρ’ αυτοίς ευρισκομένων εγγράφων άνευ της διαταγής του Διευθυντού. 2.Προκειμένου περί χορηγίας αντιγράφων των εν τω αρχείω ευρισκομένων εγγράφων, απαιτείται η έγκρισις του Προέδρου του Δ.Σ. Άρθρ.20.-1.Αι εργάσιμοι ώραι της κεντρικής υπηρεσίας του Ταμείου ορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., προτάσει του Διευθυντού του Ταμείου. Ο χρόνος εργασίας του προσωπικού του Ταμείου καθορίζεται συμφώνως και προς τας διατάξεις του άρθρ. 50 του Υπαλληλικού Κώδικος. Προς αντιμετώπισιν των εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών του Οργανισμού δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. αυτού, εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας, να συνιστώνται συνεργεία εκ του προσωπικού αυτού δι’ απασχόλησιν πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας. «Δια της αυτής ως άνω αποφάσεως καθορίζεται και η καταβαλλομένη αποζημίωσις των μετεχόντων εις τα συνεργεία υπαλλήλων». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 26154/2064/1946 της 16 Αυγ./3 Σεπτ. 1946 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 141). Σελ. 1848(α) Τεύχος 435-Σελ. 58 2.Ουδείς υπάλληλος δύναται ν’ απομακρυνθή του Ταμείου προ της κεκενονισμένης ώρας άνευ ειδικής αδείας του Διευθυντού ή του αναπληρωτού του. «Άρθρ.21.-1.Κατά παρέκκλισιν των εκ του καταστατικού κειμένων διατάξεων και προς τον σκοπόν της αποσυμφορήσεως του Ταμείου εκ του υπηρετούντος παρ’ αυτώ υπεραρίθμου υπαλληλικού και υπηρετικού προσωπικού, δύναται το Διοικ. Συμβούλιον του Ταμείου, δι’ αποφάσεών του εγκρινομένων παρά του Υπουργού Εργασίας και δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ν’ αποδέχεται παραιτήσεις υπαλλήλων και υπηρετών αυτού, εφ’ όσον ήθελον υποβληθή εις το Ταμείον εντός μηνός από της ισχύος της παρούσης υπό τους κάτωθι όρους. Οι ούτω απομακρυνόμενοι της υπηρεσίας εξομοιούνται προς απολυομένους λόγω καταργήσεως θέσεως, το δε Δ.Σ. του Ταμείου υποχρεούται, όπως προτείνη αρμοδίως εντός προθεσμίας 30 ημερών από της λήξεως του κατά τ’ ανωτέρω μηνός της κατάργησιν ισαρίθμων οργανικών θέσεων προς τους εξερχομένους της υπηρεσίας βάσει της ανωτέρω διατάξεως και μέχρις 11 κατ’ ανώτατον όριον εκ των υφισταμένων 22 τοιούτων. Τυχόν διακοπαί της ασφαλιστικής σχέσεως των ανωτέρω προελθούσαι εκ της εφαρμογής των υπ’ αριθ. 59/45 Συντακτικής Πράξεως και μη διαρκέσασαι πλέον του τριμήνου, δεν λαμβάνονται υπ’ όψει δια την θεμελίωσιν των αξιώσεων αυτών δια την απονομήν συντάξεως ή βοηθήματος τύπου συντάξεως παρά των Ασφαλιστικών Οργανισμών, παρ’ οις τυγχάνουν ησφαλισμένοι, οσάκις η διέπουσα τούτους Νομοθεσία απαιτεί δια την εξαγοράν και αναγνώρισιν υπηρεσίαν συνεχή και άνευ διακοπής ασφάλισιν. 39.Ο.γ.3 Ταμείο Ασφλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων(ΤΑΝΠΥ) 2.Οι κατά τα ως άνω εξερχόμενοι της υπηρεσίας υπάλληλοι ή υπηρέται, εάν κέκτηνται 25ετή αναγνωρισθείσαν μέχρι της ισχύος της παρούσης, συντάξιμον υπηρεσίαν, ανεξαρτήτως ηλικίας, δικαιούνται αναλόγου συντάξεως παρά του Ταμείου και αποζημιώσεως ίσης προς την υπό του Νόμ. 2112 προβλεπομένην δια την περίπτωσιν ατάκτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και προς το διπλάσιον ταύτης αν δεν δικαιούται συντάξεως μη δυναμένης όμως εν πάση περιπτώσει να υπερβή τα 25.000.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.