← Ελλάδα

231.ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ΄ αριθ. 166 της 23 Ιουν./3 Ιουλ. 2000 (ΦΕΚ Α΄ 153) Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο, με τον τίτλο "Κώδικας Πολιτικών και Στρατι

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα κωδικοποιεί σε ένα ενιαίο κείμενο τις διατάξεις που αφορούν την απονομή πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων, με τον τίτλο "Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων". Ουσιαστικά, συγκεντρώνει όλους τους κανόνες για το πώς χορηγούνται οι συντάξεις σε δημόσιους υπαλλήλους και στρατιωτικούς.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
231.ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ΄ αριθ. 166 της 23 Ιουν./3 Ιουλ. 2000 (ΦΕΚ Α΄ 153) Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο, με τον τίτλο "Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων" των διατάξεων που ισχύουν για την απονομή των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων. ΄Εχοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2819/2000 (ΦΕΚ 84 Α΄) με πρόταση του Υπουργού των Οικονομικών, αποφασίζουμε: ΑΡΘΡΟ ΜΟΝΟ Οι διατάξεις της νομοθεσίας που ισχύει κατά την έκδοση του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος για την απονομή των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων, όπως αυτές αναφέρονται απέναντι από κάθε άρθρο, κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο με τον τίτλο "Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων" που έχει ως εξής: ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΤΜΗΜΑ Α΄ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΣΥΝΤΑΞΗ Άρθρ. 1 παρ. 1 περ. στ΄ εδάφιο 4 - 6 Α.Ν. 1854/51 Σελ. 90,972(α) Τεύχος Σελ. Για υπαλλήλους των σωφρονιστικών και αναμορφωτικών καταστημάτων αρκεί εικοσιπενταετής συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία δεκαετής πλήρης πραγματική στα καταστήματα αυτά. β) Αν απολυθεί και έχει εικοσαετή τουλάχιστον πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. γ) Αν απολυθεί για σωματική ή διανοητική ανικανότητα, η οποία δεν οφείλεται στην υπηρεσία και έχει πενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Η ανικανότητα βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. δ) Αν απολυθεί γιατί καταργήθηκε η θέση και έχει εικοσαετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, εφόσον αμέσως πριν από την απομάκρυνσή του έχει πλήρη πενταετή συνεχή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. ε) Αν, έχοντας συμπληρώσει το όριο ηλικίας, απομακρυνθεί οπωσδήποτε από την υπηρεσία και έχει δεκαπενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Οι καθηγητές, οι αναπληρωτές καθηγητές, οι επίκουροι καθηγητές και οι λέκτορες των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) και των ισότιμων με αυτά Ανώτατων Σχολών, που απομακρύνονται από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας ή λήξης της θητείας τους λόγω ορίου ηλικίας, δικαιούνται σύνταξη μετά τη συμπλήρωση δεκαετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή ή επίκουρου καθηγητή σε Α.Ε.Ι. της χώρας ή σε ισότιμη Ανώτατη Σχολή πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης ή μερικής απασχόλησης αθροιστικά. Η υπηρεσία σε θέση μερικής απασχόλησης υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Κώδικα αυτού. στ) Αν απομακρυνθεί οπωσδήποτε από την υπηρεσία γιατί έγινε σωματικά ή διανοητικά ανίκανος από τραύμα ή νόσημα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας. Οι συνέπειες του τραύματος ή του νοσήματος παρέχουν δικαίωμα σε σύνταξη αν εκδηλώθηκαν μέσα σ' ένα εξάμηνο το αργότερο από την πρώτη μετά το πάθημα απομάκρυνση του υπαλλήλου από την υπηρεσία. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι προήλθαν εξαιτίας της υπηρεσίας χρόνια νοσήματα που εκδηλώθηκαν μέσα σε τρία χρόνια από το διορισμό του υπαλλήλου ως τακτικού με συνυπολογισμό και της προϋπηρεσίας, που αναγνωρίζεται ως συντάξιμη σε θέση έκτακτου ή με σύμβαση, εφόσον αυτή είναι συνεχής και αμέσως προηγούμενη εκείνης ως τακτικού. Θεωρείται ότι έπαθε πρόδηλα εξαιτίας της υπηρεσίας και εκείνος που έγινε σωματικά ή διανοητικά ανίκανος από πολεμικά γεγονότα κατά την εκτέλεση υπηρεσίας στη ζώνη των πρόσω στην ημεδαπή ή αλλοδαπή και αν ακόμη το γεγονός που επέφερε την ανικανότητα δεν σχετίζεται άμεσα με την εκτέλεση της υπηρεσίας του. Ο υπάλληλος που στρατεύθηκε και έπαθε κατά την εκτέλεση γενικά της στρατιωτικής υπηρεσίας πάθημα, από το οποίο γεννιέται δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις στρατιωτικές συντάξεις, δικαιούται να προτιμήσει τον κανονισμό της, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, οπότε στην περίπτωση αυτή το πάθημα λογίζεται ότι επήλθε εξαιτίας της πολιτικής του υπηρεσίας. Το πάθημα αυτό μπορεί να επικαλεσθεί ο υπάλληλος οποτεδήποτε μέχρι και την αποχώρησή του από την υπηρεσία, πρέπει όμως απαραίτητα αυτό να τον καθιστά ανίκανο για την πολιτική του υπηρεσία κατά το χρόνο της αποχώρησής του από αυτή. 29.Β.α.231 Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις Άρθρ. 1 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 1 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Ν. 171/75 και 1 παρ. 1 Ν. 1813/88 Άρθρ. 1 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 2 παρ. 2 Ν. 2703/99 Άρθρ. 1 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 1 Ν.Δ. 874/71 Άρθρ. 6 Ν. 1583/85 Άρθρ. 2 παρ. 1 Ν.Δ. 4432/64, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Α.Ν. 530/68 σε συνδ. με το άρθρ. 3 του Ν. 99/75 ΑΡΘΡΟ 1 Πολιτικοί υπάλληλοι - Προϋποθέσεις του δικαιώματος σύνταξης 1.Ο τακτικός δημόσιος υπάλληλος που λαμβάνει κάθε μήνα μισθό από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους δικαιούται σε ισόβια σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο: α)Αν απομακρυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο από την υπηρεσία και έχει εικοσιπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Για τις μητέρες υπαλλήλους, οι οποίες έχουν προσληφθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1982 και είναι χήρες με άγαμα παιδιά ή διαζευγμένες με άγαμα παιδιά ή άγαμες μητέρες με άγαμα παιδιά, καθώς και για γυναίκες που είναι έγγαμες, αρκεί η συμπλήρωση δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 και για όσες συμπληρώνουν τη δεκαπενταετία από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά προστίθεται ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τη συμπλήρωση δέκα επτά (17) ετών και έξι (6) μηνών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Κατ' εξαίρεση για τις γυναίκες υπαλλήλους, οι οποίες έχουν τρία τουλάχιστον παιδιά, καθώς και για τους άνδρες υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν τρία τουλάχιστον παιδιά και είναι χήροι ή διαζευγμένοι, εφόσον οι τελευταίοι με δικαστική απόφαση έχουν την επιμέλεια των ανήλικων ή ανίκανων παιδιών, αρκεί εικοσαετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής τους. «Για τους υπαλλήλους, οι οποίοι είναι παντελώς τυφλοί, παραπληγικοί ή τετραπληγικοί, καθώς και για όσους πάσχουν από υπερφωσφατασαιμία ή από Βήτα ομόζυγο μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική ή μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία και υποβάλλονται σε μετάγγιση ή από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν υποστεί μεταμόσχευση νεφρού, εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, αρκεί δεκαπενταετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία». Το μέσα σε «» εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 άρθρου 2 Νόμ. 3075/4-5 Δεκ. 2002 (ΦΕΚ Α΄297), κατωτ. αριθ. 236. (Αντί για τη σελ. 90,971) Σελ. 90,971(α) Τεύχος Σελ. Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις 29.Β.α.231 Άρθρ. 29 Ν. 955/79 Άρθρ. 2 παρ. 2 Ν.Δ. 4432/64, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Α.Ν. 530/68 2. Αν αποδεικνύεται ότι σχετικά με το πάθημα υπάρχει βαρύ πταίσμα του υπαλλήλου δε γεννιέται δικαίωμα σε σύνταξη. 3. Οι δόκιμοι υπάλληλοι εξομοιώνονται με τους τακτικούς σχετικά με το δικαίωμά τους για σύνταξη σε κάθε περίπτωση. 4. Οι μη μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι στις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παρ. 1 αυτού του άρθρου δεν αποκτούν δικαίωμα σε σύνταξη από τη μη μόνιμη υπηρεσία τους πριν από τη συμπλήρωση πλήρους δεκαετούς πραγματικής υπηρεσίας στη μη μόνιμη θέση τους, εκτός από εκείνους που πριν από το διορισμό τους στη μη μόνιμη θέση κατείχαν άλλη δημόσια θέση ίση ή ανώτερη σχετικά με το βαθμό ή το μισθό με τη μη μόνιμη θέση από την οποία συνταξιοδοτήθηκαν. Αν πρόκειται για αιρετούς Εκπαιδευτικούς Συμβούλους δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα σύνταξης σε κάθε περίπτωση από τη θέση του Εκπαιδευτικού Συμβούλου πριν από τη συμπλήρωση πλήρους εξαετούς τουλάχιστον πραγματικής υπηρεσίας στη θέση αυτή. Αν πρόκειται για Γενικούς Γραμματείς Βουλής, Υπουργείων, Γενικούς Γραμματείς, Προϊσταμένους Γενικών Γραμματειών, Γενικούς Γραμματείς Περιφερειών και Ειδικούς Γραμματείς Βουλής και Υπουργείων δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα σύνταξης πριν να συμπληρωθεί οκταετής πλήρης πραγματική υπηρεσία στη θέση αυτή. Σε περίπτωση που δε συμπληρωθεί ο κατά το προηγούμενο εδάφιο χρόνος, ο χρόνος υπηρεσίας στις θέσεις αυτές προσαυξάνει τη λοιπή πραγματική, συντάξιμη και δημόσια υπηρεσία τους στο Δημόσιο, σε Ο.Τ.Α. ή σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ. για όλες τις συνέπειες. Με το εδάφ. δ΄ παρ. 9 άρθρ. 10 Νόμ. 3075/4-5 Δεκ. 2002 (ΦΕΚ Α΄297), κατωτ. αριθ. 236, ορίστηκε ότι τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 4 του άρθρ. 1 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων καταργούνται για τους Γενικούς Γραμματείς Βουλής και Υπουργείων. Εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για τους ειδικούς Γραμματείς Βουλής και Υπουργείων. 5.Στην έννοια του όρου "υπάλληλος" περιλαμβάνεται και το κατώτερο προσωπικό της δημόσιας υπηρεσίας. 6. Οι υπάλληλοι με σύμβαση αόριστου ή ορισμένου χρόνου, που μισθοδοτούνται από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους, αποκτούν δικαίωμα σε σύνταξη σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1, εφόσον συμπλήρωσαν πενταετή πλήρη συνεχή πραγματική υπηρεσία στη μη μόνιμη θέση τους. Οι διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971 δεν έχουν εφαρμογή για τους υπαλλήλους με σύμβαση, που διορίζονται στο Δημόσιο μετά την ισχύ του Ν.1476/1984. 7. Γενικοί Επιθεωρητές Διοίκησης, που διορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 3436/1955 και 3770/1957 και Νομάρχες, που διορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 893/1949, Ν.Δ. 2679/1953, Ν.3200/1955, Ν.Δ. 3436/1955 και Α.Ν. 10/1967 και εξήλθαν από την υπηρεσία από την 1η Ιανουαρίου 1965, καθώς και όλοι όσοι διορίστηκαν και διορίζονται Νομάρχες και Αναπληρωτές Νομάρχες της κατηγορίας ειδικών θέσεων, όταν εξέρχονται από την υπηρεσία αποκτούν δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, καθώς και ύστερα από τη συμπλήρωση πλήρους δεκαετούς πραγματικής, συνεχούς ή με διακοπές, υπηρεσίας σε θέση Γενικού Επιθεωρητή Διοίκησης, Επιθεωρητή Διοίκησης, Νομάρχη ή Επάρχου. Σε περίπτωση αποχώρησης από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας αρκεί δεκαετής τουλάχιστον πραγματική υπηρεσία στις θέσεις αυτές. Για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, απαιτείται τριετής τουλάχιστον συνεχής υπηρεσία σε κάποια από τις παραπάνω θέσεις. Τέτοια τριετής υπηρεσία απαιτείται ακόμη και για την προσμέτρηση κάθε συντάξιμης υπηρεσίας που λογίζεται σαν τέτοια με τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 του κώδικα αυτού. .(Αντί για τη σελ. 90,973) Σελ. 90,973(α) Τεύχος Σελ. Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις 29.Β.α.231 Άρθρ. 3 Ν.Δ. 4432/64 Άρθρ. 9 παρ. 5 Ν. 1902/90 Άρθρ. 3 παρ. 1 και άρθρ. 4 του Α.Ν. 340/76 Άρθρ. 5 παρ. 4 Ν. 1813/88 Άρθρ. 35 Ν. 1813/88, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 1 Ν. 2227/94 Άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 2512/97 Άρθρ. 9 παρ. 1 Ν. 2703/99 Σελ. 90,974(α) Τεύχος Σελ. Νομάρχες που πέθαναν στην υπηρεσία ύστερα από δεκαετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία πενταετής τουλάχιστον σε θέση Νομάρχη, θεωρούνται για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης των οικογενειών τους και τον καθορισμό της σύνταξης που πρέπει να απονεμηθεί σαν να είχαν εικοσιπενταετή πλήρη υπηρεσία Νομάρχη. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και για τους επάρχους που διορίζονται ως μετακλητοί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1416/1984 καθώς και για τις οικογένειές τους. Για την αναπροσαρμογή των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών των προσώπων των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρ. 1 Π.Δ. 166/2000, βλ. άρθρ. 1 παρ.9 Νόμ. 3234/18-18 Φεβρ.2004, κατωτ. αριθ. 239. 8. Οι Αρχιφύλακες Αγροφυλακής και οι τακτικοί Αγροφύλακες καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο με εφαρμογή όλων των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για την απονομή σύνταξης στους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 11 και της παρ. 3 του άρθρου 12 του Κώδικα αυτού Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή για όσους αποχωρούν από την υπηρεσία μετά την 1-1-1977, τα δε δικαιώματα για σύνταξη που γεννήθηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις του Ν.Δ. 4523/1966, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το Ν.269/1976, εξακολουθούν να υπάγονται στη ρύθμιση που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, αλλά με την καταβολή της σύνταξης από την 1-1-1977 βαρύνεται το Δημόσιο. Οι αναπληρωτές αγροφύλακες εξομοιώνονται με τους τακτικούς σχετικά με το δικαίωμα σύνταξης από την ισχύ του Ν.340/1976 και η σύνταξή τους κανονίζεται με βάση το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο του κλάδου τους. Οι συντάξεις των συνταξιούχων που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή αυξάνονται σύμφωνα με τις αυξήσεις που χορηγούνται κάθε φορά στις συντάξεις των δημόσιων υπαλλήλων. 29.Β.α.231 Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις 9. Ιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους, αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους, εφόσον συμπληρώσουν πενταετή τουλάχιστον πλήρη πραγματική υπηρεσία σε θέση Ιατρού του Ε.Σ.Υ. πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης ή μερικής απασχόλησης αθροιστικά, η δε υπηρεσία σε θέση μερικής απασχόλησης υπολογίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της περίπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 αυτού του Κώδικα. Ο περιορισμός της πενταετίας δεν ισχύει σε περίπτωση θανάτου, απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης, αναστολής των διατάξεων που προστατεύουν τη μονιμότητα των γιατρών του Ε.Σ.Υ., ή απομάκρυνσης από την υπηρεσία για τους λόγους που αναφέρονται στην περ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρου αυτού. 10.Το τακτικό προσωπικό των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων που διέπεται από τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ. 611/1977) καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού. 11.΄Οσοι διατέλεσαν ή διατελούν νομάρχες ή πρόεδροι νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων από την 1η Ιανουαρίου 1995 και μετά αποκτούν δικαίωμα μηνιαίας χορηγίας από το Δημόσιο, εφόσον συμπληρώσουν οκταετή τουλάχιστον θητεία στις θέσεις αυτές. Για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και για τον υπολογισμό της σύνταξης συνυπολογίζεται και θητεία σε θέση αιρετού δημάρχου ή προέδρου κοινότητας ή χρόνος βουλευτείας, εφόσον δεν χρησίμευσαν για απόκτηση χορηγίας ή σύνταξης από τις θέσεις αυτές. «12.Το τακτικό προσωπικό των Περιφερειακών Συστημάτων Υγείας (Πε.Σ.Υ.), των αποκεντρωμένων και ανεξάρτητων υπηρεσιακών μονάδων των Πε.Σ.Υ., καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού.» Η παρ. 12 προστέθηκε ως άνω με το παρ.3α άρθρ. 2 Νόμ. 3075/4-5 Δεκ. 2002 (ΦΕΚ Α 297), κατωτ. αριθ. 236. «13.Όσοι επί κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων διετέλεσαν ή διατελούν Γενικοί Γραμματείς Βουλής, Υπουργείων και Υπουργικού Συμβουλίου, Γενικοί Γραμματείς Προϊστάμενοι Γενικών Γραμματειών, Γενικοί Γραμματείς Περιφερειών, καθώς και Γενικοί Γραμματείς ανεξάρτητων διεθνών ιδρυμάτων και οργανισμών στους οποίους συμμετέχει και η Ελλάδα αποκτούν δικαίωμα μηνιαίας σύνταξης από το Δημόσιο, εφόσον συμπληρώσουν οκταετή πλήρη συνεχή ή διακεκομμένη υπηρεσία στις θέσεις αυτές. Στον παραπάνω αξιούμενο χρόνο συνυπολογίζεται και ο χρόνος κατά τον οποίο οι ανωτέρω διετέλεσαν μετακλητοί Νομάρχες.» Η μέσα σε «» παρ. 13 προστέθηκε ως άνω από το εδαφ. α της παρ. 8 άρθρ. 10 Νόμ. 3075/4-5 Δεκ. 2002 (ΦΕΚ Α 297), κατωτ. αριθ. 236. Σύμφωνα με το το εδαφ. γ της παρ. 8 άρθρ. 10 Νόμ. 3075/4-5 Δεκ. 2002 (ΦΕΚ Α 297), κατωτ. αριθ. 236, η σύνταξη των προσώπων των προηγουμένων περιπτώσεων αρχίζει να καταβάλλεται μετά την συμπλήρωση του 65 ου έτους της ηλικίας τους. Τυχόν ευνοϊκότερα όρια ηλικίας για την έναρξη καταβολής της σύνταξης εξακολουθούν να ισχύουν για όσους υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. (Αντί για τη σελ. 90,975) Σελ. 90,975(α) Τεύχος Σελ. Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις 29.Β.α.231 Σελ. 90,976(α) Τεύχος Σελ. "13.Το τακτικό προσωπικό των μη συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού " Η μέσα σε "" παρ. 13 προστέθηκε ως άνω από το εδάφ. α΄της παρ.8 Άρθρ. 5 παρ. 2 Ν.Δ. 3768/57 άρθρ. 3 Νόμ. 3234/18-18 Φεβρ. 2004 (ΦΕΚ Α΄52), κατωτ. αριθ. 239. Με τα εδάφ. β΄, γ΄και δ΄της παρ.13 άρθρ. 3 Νόμ. 3234/18-18 Φεβρ. 2004 (ΦΕΚ Α΄52), κατωτ. αριθ. 239, ορίστηκε ότι : «β. Το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου υπάγεται στην ασφάλιση του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Ε.Α.Δ.Υ.), του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.), του Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.) για εφάπαξ βοήθημα, καθώς και στην υγειονομική περίθαλψη του Δημοσίου, με τους όρους και τις προϋποθέσεις των λοιπών τακτικών δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων. γ. Οι ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από τη νομοθεσία των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης για την ασφάλιση του ανωτέρω προσωπικού καταβάλλονται του μεν εργοδότη από τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, του δε ασφαλισμένου από τους ίδιους. Η ασφαλιστική - συνταξιοδοτική τακτοποίηση του προσωπικού, που διέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, από το διορισμό ή τη μετάταξή του στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού, όπου συντρέχει περίπτωση, γίνεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 17 του Νόμ. 2084/1992 και 59 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, κατά περίπτωση, όπως ισχύουν κάθε φορά». 29.Β.α.231 Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις Άρθρ. 2 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 2 παρ. 1 περ. α΄ Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 2 παρ. 1 περ. β΄ Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 2 παρ. 1 περ. γ΄ Α.Ν. 1854/51 Παρατήρηση: Με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν.2084/1992 παρασχέθηκε με προϋποθέσεις, δικαίωμα θεμελίωσης δικαιώματος σύνταξης μετά τη συμπλήρωση 15ετίας. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: "7. Οι υπάλληλοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, που έχουν προσληφθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1992, εφόσον συμπληρώνουν δεκαπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, μπορούν να αποχωρούν με αίτησή τους και πριν από το όριο ηλικίας, θεμελιώνοντας δικαίωμα σύνταξης κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων. Η σύνταξη όμως αυτή αρχίζει να καταβάλλεται μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου (65ου) έτους της ηλικίας. Εάν μετά την έξοδο καταστούν ανίκανοι σε ποσοστό 67% και άνω ή αποβιώσουν, η σύνταξη αυτών ή των οικογενειών τους αρχίζει να καταβάλλεται από την ημέρα που κατέστησαν ανίκανοι ή αποβίωσαν, αντίστοιχα. Η σύνταξη κανονίζεται κατά το χρόνο συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, ή κατά το χρόνο που επέρχεται η ανικανότητα ή ο θάνατος προκειμένου για τις οικογένειες με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού ή του μισθολογικού κλιμακίου, που έφερε ο υπάλληλος κατά το χρόνο της εξόδου, όπως αυτός ισχύει κατά το χρόνο κανονισμού της σύνταξης για ομοιόβαθμο υπάλληλο ή υπάλληλο που έχει τα ίδια τυπικά προσόντα και έτη υπηρεσίας, αναπροσαρμοσμένη με όλες τις αυξήσεις, που έχουν στο μεταξύ χορηγηθεί στις συντάξεις. Οι διατάξεις για την καταβολή τρίμηνων αποδοχών, κατώτατου ορίου σύνταξης και μειωμένης σύνταξης κατά την παρ. 4 του άρθρου αυτού, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Τα ανωτέρω έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους έχουν ήδη εξέλθει της υπηρεσίας, καθώς και για τις οικογένειες όσων από αυτούς έχουν πεθάνει. Τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία, που συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ή προκειμένου για όσους, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, έχουν τις προϋποθέσεις αυτές από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση". ΄ΑΡΘΡΟ 2 Υπάλληλοι ειδικών κατηγοριών Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν, αν συντρέχουν οι όροι των περιπτ. α΄- στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1: α) Αυτοί που ανήκουν στο τακτικό διδακτικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό της Ριζαρείου Σχολής, της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και στο τακτικό διδακτικό και διοικητικό ελληνικής υπηκοότητας προσωπικό, εκτός από το βοηθητικό οποιουδήποτε Σχολείου μέσα στο Κράτος, που έχει αναγνωρισθεί ως ισότιμο με Ανώτατη Σχολή ή Γυμνάσιο ή Δημόσιο Διδασκαλείο ή Δημόσια Εμπορική Σχολή. Στο προσωπικό αυτό συμπεριλαμβάνεται και το προσωπικό των Δημοτικών Σχολείων που τυχόν έχουν προσαρτηθεί στα Σχολεία αυτά. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 10 του Κώδικα αυτού ως όριο ηλικίας τους λογίζεται το 65ο έτος της ηλικίας τους. β) Οι ΄Ελληνες Δικαστές στα μικτά Δικαστήρια Αιγύπτου. γ) Οι τακτικοί υπάλληλοι και το βοηθητικό προσωπικό της Ακαδημίας που παίρνουν μισθό. δ) Οι τακτικοί υπάλληλοι και το βοηθητικό προσωπικό των τέως Βασιλικών Ανακτόρων που έπαιρναν μισθό. (Μετά τη σελ. 90,976(α) Σελ. 90,9761 Τεύχος Σελ. Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις 29.Β.α.231 Άρθρ. 2 παρ. 1 περ. δ΄ Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 2 παρ. 1 περ. ε΄ Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 12 παρ. 7 Ν.Δ. 3768/57 Άρθρ. 2 παρ. 1 περ. στ΄ Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 1 παρ.1 περ. β΄ Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 1 Ν. 223/75 Άρθρο 2 Ν. 223/75 Άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 1208/81 Άρθρ. 17 παρ. 1 Ν. 1694/87 Άρθρ. 3 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 3 παρ. 1 περίπτ. α΄ Α.Ν. 1854/51 Σελ. 90,9762 Τεύχος Σελ. Ως Ανακτορική Υπηρεσία θεωρείται η υπηρεσία στα Ανάκτορα του Βασιλιά και του Διαδόχου, στα Βασιλικά Κτήματα, τα Παλαιά Ανάκτορα "ΜON REPO", η υπηρεσία στη Βασιλομήτορα ΄Ολγα, καθώς και η υπηρεσία του αρχιθαλαμηπόλου του Βασιλιά Γεωργίου και του τότε διαδόχου Παύλου που παρασχέθηκε στο παρελθόν και κατά τις χρονικές περιόδους που παρέμειναν αυτοί στο εξωτερικό. ε) Οι υπάλληλοι της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής. στ) Οι πολιτικοί υπάλληλοι που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν.6123/1934. ζ) Το διδακτικό προσωπικό της Αθωνιάδας Σχολής, εφόσον συντρέχουν οι όροι της περίπτ. α΄της παρ. 1 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού. η) Αυτοί που ανήκουν στο Κύριο και Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό, το Διοικητικό, το Βοηθητικό Επιστημονικό και το Βοηθητικό Τεχνικό Προσωπικό του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) και κατέχουν νομοθετημένες θέσεις, καθώς και εκείνοι που έχουν προσληφθεί με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 9 του β.δ. 445/1961 και υπηρετούν ως Επιστημονικοί Συνεργάτες σε ειδικό θέμα και οι οικογένειές τους. Σ' αυτούς εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την απονομή σύνταξης στους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά για την περίπτωση αυτή. Η ιδιότητα των παραπάνω υπαλλήλων, ο χρόνος υπηρεσίας τους και η θέση που κατέχουν βεβαιώνεται από την Υπηρεσία Διοικητικού του πιο πάνω Ερευνητικού Οργανισμού με βάση τα τηρούμενα σ' αυτή επίσημα στοιχεία, και αν αυτά έχουν χαθεί ή καταστραφεί, η υπηρεσία τους αποδεικνύεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του Α.Ν. 599/1968. Ως συντάξιμη πραγματική υπηρεσία λογίζεται η υπηρεσία των παραπάνω. αα) στο Κ.Ε.Π.Ε. και ββ)στο Κέντρο Οικονομικών Ερευνών. Ως συντάξιμη πραγματική υπηρεσία, που προσμετράται σ' αυτήν του προηγούμενου εδαφίου, λογίζεται και κάθε άλλη προϋπηρεσία, η οποία αναγνωρίζεται σαν τέτοια σύμφωνα με τις διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις με τις προϋποθέσεις και περιορισμούς που αναφέρονται σ' αυτές. θ) Οι με θητεία ιατροί του Νοσηλευτικού Ιδρύματος του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.). ι) Οι υπάλληλοι του Οργανισμού Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) οι οποίοι είχαν διορισθεί ως δόκιμοι ή μόνιμοι στον Οργανισμό αυτό μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1984, καθώς και οι οικογένειές τους. Συντάξεις που είχαν αναγνωρισθεί από το Δημόσιο εξακολουθούν να καταβάλλονται. ΆΡΘΡΟ 3 Εκπαιδευτικοί αναγνωρισμένων σχολείων εξωτερικού 1. Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν, εφόσον συντρέχουν οι όροι του πρώτου εδαφίου της περίπτ. α΄της παρ. 1 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού: α) Οι έλληνες το γένος καθηγητές, επιμελητές και δάσκαλοι σχολείων που λειτουργούν στο Εξωτερικό και είναι αναγνωρισμένα ως ισότιμα με τα Γυμνάσια και τις Εμπορικές Σχολές Μέσης Εκπαίδευσης του Κράτους. 29.Β.α.231 Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις Άρθρ. 3 παρ. 1 περ. β΄ Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 3 παρ. 9 του Ν. 2227/94 Άρθρ. 3 παρ. 1 περ. γ΄ εδάφιο πρώτο Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 3 παρ.1 περ. γ΄ εδάφ. δεύτ. Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 5 παρ. 3 Ν.Δ. 3768/57 Άρθρ. 1 παρ. 1 περ. γ΄ Α.Ν. 1854/51, όπως τροποπ. με άρθρο 1 Ν.Δ. 208/74 και 3 παρ. 7 Ν. 2227/94 Άρθρ. 3 παρ. 1 περ. γ΄ εδάφ. τρίτο Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 3 παρ. 1 περ. γ΄ εδάφ. τέταρτο Α.Ν. 1854/51, όπως συμπλ. με άρθρ. 6 παρ. 1 Ν.Δ. 3055/54 Άρθρ. 3 παρ. 1 περ. γ΄ εδάφ. πέμπτο Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 3 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 3 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 3 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 1 Ν. 698/77 β) Οι έλληνες το γένος Επιθεωρητές, δάσκαλοι και νηπιαγωγοί, καθώς και δάσκαλοι των ξένων γλωσσών που διδάσκουν σε καθημερινή βάση σε ημερήσια πλήρη δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού ή σε ημερήσια πλήρη δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία που έχουν ιδρυθεί και συντηρούνται από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας ή από ειδικά κληροδοτήματα ή επιχορηγούνται από το Ελληνικό Δημόσιο. Ως ημερήσια πλήρη δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία θεωρούνται αυτά που λειτουργούν σε καθημερινή βάση και εφαρμόζουν με παρεκκλίσεις, ανάλογες με τις τοπικές συνθήκες, το πρόγραμμα των σχολείων του Εσωτερικού. Τα σχολεία αυτών των κατηγοριών, εκτός από την πρώτη, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου. γ) Οι ΄Ελληνες το γένος καθηγητές και δάσκαλοι που υπηρετούν σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης, τα οποία συντηρούνται από ελληνικές κοινότητες εξωτερικού. Η υπηρεσία των εκπαιδευτικών που αναφέρονται στις παραπάνω περιπτώσεις υπολογίζεται ως συντάξιμη μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας τους και εφόσον αυτοί διδάσκουν κατά κύριο επάγγελμα στα σχολεία αυτά. Ως όριο ηλικίας γι' αυτούς ορίζεται το 65ο έτος της ηλικίας τους. Οι παραπάνω εκπαιδευτικοί λειτουργοί δε δικαιούνται σύνταξη, ούτε υπολογίζουν την υπηρεσία αυτή ως συντάξιμη εφόσον για την ίδια αιτία έλαβαν από το Κράτος στο οποίο υπηρετούν ή την Κοινότητα τέτοια σύνταξη ή άλλο βοήθημα ή αποζημίωση, που παρέχονται αντί για σύνταξη, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι παροχές που χορηγούνται από ασφαλιστικούς Οργανισμούς που συστάθηκαν από τους ίδιους, ανεξάρτητα αν στους Οργανισμούς αυτούς συνεισφέρουν ή όχι οι οικείες Κοινότητες. Επίσης, δε δικαιούνται σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, ούτε υπολογίζουν την υπηρεσία τους αυτή ως συντάξιμη και όσοι κρίθηκαν από το Εποπτικό Συμβούλιο ότι έπρεπε να απολυθούν και δεν απολύθηκαν από την οικεία Κοινότητα. 2. Οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί που παίρνουν σύνταξη σύμφωνα με αυτό το άρθρο δε δικαιούνται να ζητήσουν οποιαδήποτε αποζημίωση από τις Κοινότητες για τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες τους σ' αυτές. 3. Η σύνταξη εκείνων που κατά το άρθρο αυτό δεν έχουν διαβαθμισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά σε βαθμούς της ιεραρχίας των δημόσιων εκπαιδευτικών υπαλλήλων, καθορίζεται με βάση τη διαβάθμιση που έγινε με το Β.Δ. της 30ης Αυγούστου 1940. 4. Η υπηρεσία όλων των παραπάνω αποδεικνύεται με πιστοποιητικό του Υπουργείου Παιδείας, στο οποίο οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να υποβάλλουν, μέσω των Ελληνικών Προξενικών Αρχών, όλα τα δικαιολογητικά της υπηρεσιακής τους κατάστασης, καθώς και κάθε μεταβολή που θα επέλθει στο μέλλον στην κατάστασή τους. Το Υπουργείο υποχρεούται σε έλεγχο των δικαιολογητικών που υποβάλλονται μέσω των οικείων Προξενικών Αρχών, οι οποίες πρέπει να βεβαιώνουν τη νόμιμη συγκρότηση των Κοινοτήτων, την κανονική λειτουργία των παραπάνω Σχολείων, ότι αυτά ήσαν πλήρη και ημερήσια, καθώς και την αλήθεια του περιεχομένου των ανακοινώσεών τους. Το Υπουργείο Παιδείας με βάση τις παραπάνω ανακοινώσεις καταρτίζει μητρώο των εκπαιδευτικών του εξωτερικού και εκδίδει με βάση τα στοιχεία που αναγράφονται στο μητρώο αυτό τα πιστοποιητικά που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση. Οι υπηρεσίες σε σχολεία του εξωτερικού πριν από την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 αποδεικνύονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι τότε. 5.Οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται και για τους ΄Ελληνες το γένος καθηγητές της Παιδαγωγικής Ακαδημίας "ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ", που ιδρύθηκε στο Γκάρισσον (GARISSON) των Η.Π.Α. από την Ελληνική Ορθόδοξη Ιερή Αρχιεπισκοπή Βόρειας και Νότιας Αμερικής και αναγνωρίσθηκε ως ισότιμη με δημόσια Ελληνική Παιδαγωγική Ακαδημία, εφόσον αυτοί έχουν τα ίδια ή ανάλογα προσόντα με εκείνα που απαιτούνται για το διορισμό των καθηγητών στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες του εσωτερικού. (Μετά τη σελ. 90,976) Σελ. 90,977 Τεύχος 1311 Σελ. 73 Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις 29.Β.α.231 Άρθρ. 14 παρ. 1 Ν.Δ. 4605/66 Άρθρ. 4 Α.Ν. 1854/51 Σελ. 90,978 Τεύχος 1311 Σελ. 74 Για τον κανονισμό της σύνταξής τους οι παραπάνω εξομοιώνονται με τους καθηγητές των δημόσιων Ελληνικών Παιδαγωγικών Ακαδημιών με εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για τους καθηγητές του εσωτερικού σχετικά με τη διαβάθμιση και προαγωγή τους. Αρμόδιο συλλογικό όργανο για την κρίση των καθηγητών της παραπάνω Παιδαγωγικής Ακαδημίας ορίζεται το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που είναι αρμόδιο για τα θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης των καθηγητών Παιδαγωγικών Ακαδημιών του εσωτερικού. Τα σχετικά δικαιολογητικά για τη διαβάθμιση και προαγωγή των παραπάνω καθηγητών αποστέλλονται στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων από την Ιερή Αρχιεπισκοπή Βόρειας και Νότιας Αμερικής με αιτιολογημένη πρόταση όταν πρόκειται για προαγωγή καθηγητών από βαθμό σε βαθμό. 6.Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο και για τους ΄Ελληνες το γένος καθηγητές Ελληνορθόδοξων Θεολογικών Σχολών του εξωτερικού, που έχουν αναγνωρισθεί ως ισότιμες με τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εφόσον αυτοί έχουν τα ίδια προσόντα με τους καθηγητές της Σχολής αυτής και διδάσκουν μαθήματα που διδάσκονται σ' αυτή. Για τον καθορισμό της σύνταξής τους οι παραπάνω εξομοιώνονται με τους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου. Άρθρ. 1 παρ. 1 περ. δ΄ Α.Ν. 1854/51 ΆΡΘΡΟ 4 Προσωπικό καταπολέμησης λοιμωδών νόσων 1. Οι Ιατροί, είτε είναι ιδιώτες είτε έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι που εκτελούν υπηρεσία, που τους επιβλήθηκε σύμφωνα με το νόμο, για την καταπολέμηση λοιμωδών νόσων, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο αν αποδειχθεί ότι έγιναν σωματικά ή διανοητικά ανίκανοι από τραύμα ή νόσημα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα από την υπηρεσία τους αυτή. 2. Με τους παραπάνω ίδιους όρους δικαιούται σύνταξη και όλο το άλλο έκτακτο προσωπικό που εκτελεί την πιο πάνω υπηρεσία. 29.Β.α.231 Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις Άρθρ. 5 παρ. 1 περ. α΄ εδάφιο πρώτο Α.Ν.1854/51, όπως τροπ. με το Ν.Δ. 208/74 και αντικ.με το άρθρ.15 παρ. 1 του ν. 1202/81 σε συνδ. με το άρθρ.3 παρ. 8 ν. 2227/94 Άρθρ. 5παρ. 1 περ. α΄ εδάφ. δεύτ. Α.Ν.1854/51, όπως τροπ. με άρθρ. 2 παρ. 1 ν. 955/79 και αντικ. με άρθρ. 15 ν. 1694/87 Άρθρ. 5 παρ. 1 περ. α΄ εδάφ. τρίτο Α.Ν.1854/51 Άρθρ. 5 παρ. 1 περ. β΄ Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.Δ. 149/73, 3 Ν. 955/79, 2 παρ. 1 και 3 Ν.Δ. 143/73, 3 Ν.Δ. 149/73, 4 παρ. 1 Ν. 955/79, 1 παρ. 2 Ν. 1813/88 και 2 παρ. 3 Ν. 2703/99 σε συνδυασμ. με άρθρ. 20 παρ. 1 τελ. εδάφ. Ν. 2084/ 92 ΆΡΘΡΟ 5 Χήρα σύζυγος και ορφανά 1.Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν: α) Η χήρα του υπαλλήλου, από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2, ο οποίος είχε αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη ή που πέθανε στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση πενταετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ή που πέθανε στην υπηρεσία με τους όρους της περίπτ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 ή που δολοφονήθηκε από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων του. Η χήρα δικαιούται σύνταξη αν από το γάμο έχει συμπληρωθεί ενός έτους πραγματική συντάξιμη υπηρεσία του συζύγου της ή αν ο γάμος έχει τελεσθεί δύο τουλάχιστον πλήρη έτη πριν από το θάνατό του. Αν ο γάμος της χήρας λυθεί με διαζύγιο και τελεσθεί νέος γάμος της με το ίδιο πρόσωπο, για τη συμπλήρωση των παραπάνω χρονικών προϋποθέσεων λαμβάνεται υπόψη και ο πρώτος γάμος. Αν όμως γεννήθηκε παιδί η χήρα δικαιούται σύνταξη και χωρίς να συντρέχουν οι όροι αυτοί. Η χήρα δικαιούται επίσης σύνταξη και χωρίς να συντρέχουν οι όροι αυτοί στην περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού, αν ο γάμος τελέσθηκε πριν από την απομάκρυνση του συζύγου της από την υπηρεσία, στις περιπτώσεις γ΄ και στ΄ της ίδιας παραγράφου, καθώς και στην περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου στην υπηρεσία, αν ο γάμος τελέσθηκε πριν από το τραύμα ή ατύχημα ή την αναμφισβήτητη εκδήλωση της νόσου, από τα οποία επήλθε η ανικανότητα ή ο θάνατος του υπαλλήλου. Ο χρόνος εκδήλωσης της νόσου βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής. β) Τα παιδιά του υπαλλήλου που πέθανε έχοντας τις παραπάνω προϋποθέσεις, καθώς και του συνταξιούχου είτε αυτά γεννήθηκαν σε γάμο των γονέων τους είτε νομιμοποιήθηκαν, είτε είναι θετά , είτε αναγνωρίσθηκαν , είτε γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους από μητέρα υπάλληλο ή συνταξιούχο από δική της υπηρεσία, αν τα μεν κορίτσια είναι άγαμα, τα δε αγόρια μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου εφόσον είναι άγαμα ή και μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον είναι ανίκανα για εργασία κατά ποσοστό 50% και άνω. Η ανικανότητά τους στην περίπτωση αυτή κρίνεται κατά το χρόνο του θανάτου του υπαλλήλου ή συνταξιούχου και βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής. Αν η ανικανότητα των ενήλικων αγοριών επέλθει μετά το θάνατο του υπαλλήλου ή του συνταξιούχου το ανίκανο αγόρι δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, αν δεν παίρνει ή δε δικαιούται να πάρει σύνταξη από οποιονδήποτε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το μηνιαίο εισόδημά του δεν υπερβαίνει το κάθε φορά κατώτατο όριο σύνταξης που καταβάλλει το Δημόσιο. Η ανικανότητα μπορεί να βεβαιωθεί και όταν ζει ο γονέας τους από τον οποίο έλκουν το δικαίωμα, η γνωμάτευση όμως αυτή θα ληφθεί υπόψη από τα δικαιοδοτούντα για τις συντάξεις όργανα κατά την κρίση του δικαιώματος σε σύνταξη των ενήλικων αγοριών. Τα θετά παιδιά δικαιούνται σύνταξη, εφόσον κατά το χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης υιοθεσίας δεν είχαν υπερβεί το 18ο έτος της ηλικίας τους. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει: αα) Για παιδιά στρατιωτικών οι οποίοι σκοτώθηκαν ή πέθαναν από πολεμικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή και τα οποία υιοθετήθηκαν μετά το θάνατο του πατέρα τους, αν μεν είναι κορίτσια, εφόσον κατά το χρόνο της υιοθεσίας ήταν άγαμα, αν δε είναι αγόρια, εφόσον κατά το χρόνο της υιοθεσίας ήταν άγαμα και ανήλικα. Για την ενηλικίωση εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 53. (Αντί για τη σελ. 90,979) Σελ. 90,979(α) Τεύχος Σελ. Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις 29.Β.α.231 Άρθρ. 1 Ν.Δ. 666/70, όπως αντικ. με την παρ. 1 του άρθρ. 9 του ν. 1654/86 Άρθρ. 2 παρ. 4 Ν. 2703/99 Σελ. 90,980(α) Τεύχος Σελ. ββ) Για θετά παιδιά που είτε υιοθετήθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του Ν.Δ. 149/1973 και δε λαμβάνουν ούτε δικαιούνται να λάβουν σύνταξη από οποιονδήποτε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης είτε είναι ανίκανα για την άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος. γ)Η διαζευγμένη θυγατέρα εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: αα) Ο γάμος να λύθηκε με κοινή υπαιτιότητα ή με υπαιτιότητα του συζύγου ή από λόγο που δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπό της ή με συναινετικό διαζύγιο ή να συντρέχει περίπτωση βίαιης διακοπής (σημ. ορθότερα "κατάργησης" προβλ. άρθρ. 604 εδ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) της δίκης λόγω θανάτου του συζύγου. ββ) Να μην έχει μηνιαίο εισόδημα από το Δημόσιο ή το Δημόσιο Τομέα μεγαλύτερο από το κατώτατο όριο σύνταξης του Δημοσίου, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. Επίσης να μην έχει κάθε φορά φορολογητέο εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη πηγή μεγαλύτερο από το παραπάνω καθοριζόμενο κατώτατο όριο. γγ) Να μην παίρνει άλλη σύνταξη και να μην έχει ασφαλισθεί για σύνταξη σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας σύνταξης. δδ)Κατά την 31 Δεκεμβρίου 1986 να έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας της. Παρατήρηση: Δικαιώματα που έχουν αναγνωρισθεί με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από το Ν.1654/86 δε θίγονται (άρθρ. 9 παρ. 2 Ν.1654/86). Οι διατάξεις που αναφέρονται στο συνταξιοδοτικό δικαίωμα των διαζευγμένων θυγατέρων έχουν εφαρμογή και για εκείνες που το δικαίωμά τους γεννήθηκε πριν από τις 24.11.1986 (άρθρ. 9 παρ. 3 Ν.1654/86). δ) Τα άγαμα αγόρια που φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές της χώρας ή σε ισότιμες με αυτές του εξωτερικού ή σε δημόσια Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) της χώρας δικαιούνται σύνταξη μέχρι να τελειώσουν τις σπουδές τους σύμφωνα με τα έτη φοίτησης που προβλέπει ο οργανισμός της κάθε σχολής ή του κάθε Ι.Ε.Κ. κατά περίπτωση, και για ένα ακόμη έτος εφόσον συνεχίζεται η φοίτηση και πάντως, όχι πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους για όσα φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και του 22ου έτους της ηλικίας τους για όσα φοιτούν σε Ι.Ε.Κ. Η σύνταξη στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται εφόσον προσκομίζεται κάθε χρόνο πιστοποιητικό φοίτησης - προόδου της οικείας σχολής, από το οποίο να αποδεικνύεται η κανονική φοίτηση του σπουδαστή, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν.1599/1986 ότι είναι άγαμος και δεν παίρνει σύνταξη από άλλο φορέα. «ε. Κατ’ εξαίρεση, ο επιζών σύζυγος και τα παιδιά των προσώπων της παραγράφου 11 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού, εφόσον ο θάνατος επήλθε οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας τους. Στην περίπτωση αυτή για τον υπολογισμό της σύνταξης λαμβάνονται υπόψη τα συνολικά έτη θητείας που πραγματικά είχε διανύσει ο θανών.» Η περίπτ. ε΄ προστέθηκε ως άνω με την παρ. 4α του άρθρ. 2 Νόμ. 3075/4-5 Δεκ. 2002 (ΦΕΚ Α΄ 297), κατωτ. αριθ. 236. 29.Β.α.231 Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις Άρθρ. 1 παρ. 1 περ. ε΄ Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Ν.Δ. 641/73 και 2 παρ. 1 Ν. 2703/99 Άρθρ. 5 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 2 παρ. 2 Ν. 955/79 Άρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 1902/90 Άρθρ. 20 παρ. 1 Ν. 2084/92 2.Στη σύνταξη της χήρας συζύγου και των τέκνων συμμετέχει η χήρα μητέρα ή η φυσική μητέρα εφόσον παραμένει άγαμη. Στη σύνταξη της χήρας συζύγου χωρίς τέκνα συμμετέχει και ο πατέρας και αν αυτός δεν υπάρχει ή έχει πεθάνει, η χήρα μητέρα και οι άγαμες αδελφές αυτού που πέθανε. Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας έχουν το δικαίωμα της παραπάνω συμμετοχής μόνο εφόσον είναι άπορα και συντηρούνταν κυρίως από τον υπάλληλο που πέθανε. Το παραπάνω δικαίωμα του πατέρα, της μητέρας και των άγαμων αδελφών αναγνωρίζεται με αίτησή τους και παραμένει ακόμη και όταν η χήρα σύζυγος και τα τέκνα παύουν να υπάρχουν ή απωλέσουν με οποιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα σε σύνταξη, καθώς και όταν δε συντρέχουν για τα πρόσωπα αυτά οι όροι θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη. Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας, για τα οποία έχει αναγνωρισθεί δικαίωμα συμμετοχής σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, μπορούν σε κάθε περίπτωση να παραιτηθούν από το δικαίωμα οπότε η σύνταξη καταβάλλεται αμείωτη στη χήρα σύζυγο και τα τέκνα. Η παραίτηση αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί από αυτόν που παραιτήθηκε, ο οποίος χάνει ανέκκλητα το δικαίωμα σε συμμετοχή, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα εκείνων που είναι διάδοχοι στο δικαίωμα συμμετοχής. 3.Ο σύζυγος γυναίκας δημόσιας υπαλλήλου ή συνταξιούχου που ζει μετά το θάνατό της, δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της περίπτ. α΄της παρ. 1 αυτού του άρθρου αν κατά το χρόνο θανάτου της συζύγου του ήταν άπορος και ανίκανος για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 65%. Η ανικανότητα αυτή αποδεικνύεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε. Επιτροπής Όπου σ' αυτόν τον Κώδικα αναγράφεται η λέξη "χήρα" για την απόκτηση ή απώλεια ή αναστολή του δικαιώματος σύνταξης ή τον υπολογισμό της εννοείται και ο χήρος που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο. 4.Οι θυγατέρες και άπορες άγαμες αδελφές, που έχουν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα από γονείς ή αδέλφια που προσλήφθηκαν στο Δημόσιο από 1ης Ιανουαρίου 1983 και μετά, αποκτούν δικαίωμα σύνταξης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που αποκτούν το δικαίωμα αυτό και τα αγόρια. 5.Στις άγαμες θυγατέρες, εκτός από τις ανίκανες σε ποσοστό 67% και μεγαλύτερο, μετά την ενηλικίωσή τους ή το τέλος των σπουδών τους η σύνταξή τους καταβάλλεται ολόκληρη μεν αν το συνολικό, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξη, μηνιαίο πραγματικό ακαθάριστο εισόδημά τους, όπως αυτό προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου έτους, δεν υπερβαίνει το 40πλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, περιορίζεται δε κατά το ένα τρίτο (1/3) του ποσού της, αν το εισόδημα αυτό υπερβαίνει το 40πλάσιο όχι όμως και το 60πλάσιο και κατά το ένα δεύτερο (1/2) αυτής εφόσον υπερβαίνει το 60πλάσιο. Παρατήρηση 1η: Η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται και για τις άγαμες και διαζευγμένες θυγατέρες που έπαιρναν σύνταξη κατά την ισχύ του Ν.2084/92, όπως ορίζεται στο δεύτ. εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 20 αυτού, που έχει ως εξής: "Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για τις άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες στις οποίες καταβάλλεται ήδη σύνταξη και οι οποίες υποχρεούνται να υποβάλουν στην αρμόδια διεύθυνση συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους μέσα στο πρώτο δίμηνο κάθε έτους, αρχής γενομένης από του έτους 1993, επικυρωμένο αντίγραφο εκκαθαριστικού σημειώματος του φόρου εισοδήματος του προηγούμενου έτους ή σχετική βεβαίωση της αρμόδιας διεύθυνσης οικονομικών υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) προς απόδειξη του εισοδήματός τους. Η παράλειψη υποβολής των παραπάνω στοιχείων συνεπάγεται αναστολή της καταβολής της σύνταξης, η οποία πάντως μπορεί να καταβληθεί και πάλι με την εκ των υστέρων υποβολή των στοιχείων αυτών". (Μετά τη σελ. 90,980) Σελ. 90,981 Τεύχος 1311 Σελ. 78 Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις 29.Β.α.231 Άρθρ. 6 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με το Ν.Δ. 208/74 Σελ. 90,982 Τεύχος 1311 Σελ. 78 Παρατήρηση 2η: Στο άρθρο 20 παρ. 1 εδάφ. τέταρτο του Ν.2084/1992 ορίζεται ότι: "Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, για την ενηλικίωση των τέκνων, αρρένων και θηλέων, καθώς και για την ηλικία όσων σπουδάζουν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 13 του παρόντος. Συντάξεις που έχουν ήδη κανονιστεί με διαφορετικό όριο ηλικίας δεν θίγονται". Παρατήρηση 3η: Οι διατάξεις της παρ. 5 (άρθρο 20 παρ. 1 Ν.2084/92) ερμηνεύθηκαν αυθεντικά με την παρ. 15 του άρθρ. 6 του Ν.2227/94 που έχει ως εξής: "Η αληθής έννοια των διατάξεων της παρ. αυτής είναι ότι στην έννοια της σύνταξης, κύριας και επικουρικής, που περιορίζεται, περιλαμβάνεται μόνο η σύνταξη που καταβάλλεται από το Δημόσιο και οι επικουρικές συντάξεις που απορρέουν από υπηρεσίες της κύριας αυτής σύνταξης ή εξαρτώνται από αυτή και όχι οι συντάξεις που τυχόν δικαιούνται τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα από άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριες και επικουρικές, επί συρροής δε δύο συντάξεων από το Δημόσιο, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών λαμβάνεται υπόψη η μικρότερη, όταν αμφότερες προέρχονται από μεταβίβαση, όταν δε η μία προέρχεται από ίδιο δικαίωμα και η άλλη από μεταβίβαση, λαμβάνεται υπόψη η από μεταβίβαση καθώς και οι τυχόν επικουρικές συντάξεις που απορρέουν ή εξαρτώνται από τις συντάξεις αυτές που περιορίζονται". ΆΡΘΡΟ 6 Πατρική Οικογένεια 1. Αν ο υπάλληλος από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 πέθανε αφού είχε αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη ή αν πέθανε στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση δεκαετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ή αν ο υπάλληλος από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 1,2 και 4 πέθανε στην υπηρεσία με τους όρους της περίπτ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 ήταν άγαμος ή χήρος χωρίς παιδιά ή διαζευγμένος χωρίς παιδιά, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο: α)Ο άπορος πατέρας από την επομένη του θανάτου του τέκνου του αν κατά το χρόνο αυτό έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, αλλιώς από τη συμπλήρωσή του ή αν είναι άπορος και ανίκανος για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος και εφόσον σε κάθε περίπτωση τον συντηρούσε κυρίως αυτός που πέθανε. Η ανικανότητα του πατέρα βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής. β)Αν δεν υπάρχει πατέρας ή αν αυτός πέθανε έστω και πριν αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη, η άπορη χήρα μητέρα και για φυσικό τέκνο η άπορη φυσική μητέρα, εφόσον είναι άγαμη, και οι άπορες άγαμες αδελφές, εφόσον τα πρόσωπα αυτά τα συντηρούσε κυρίως αυτός που πέθανε. 29.Β.α.231 Πολιτικές και Στρατιωτικές Συντάξεις Άρθρ. 1 παρ. 3 σε συνδ. με την παρ. 2 Ν.Δ. 3618/56 Άρθρ. 6 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 6 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 18 παρ. 1 Ν. 1202/81 Άρθρ. 1 παρ. 1 περ. στ΄ Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 1 παρ. 4 Ν. 1902/90 Άρθρ. 7 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 8 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 9 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 6 παρ. 1 Ν.Δ. 3768/57 και 1 παρ. 1 Ν.1694/87 2.Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας του υπαλλήλου που σκοτώθηκε σε υπηρεσία που συνεπαγόταν επαυξημένο κίνδυνο ή από απρόοπτο συμβάν, δικαιούνται σύνταξη και αν ακόμη δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις ηλικίας, απορίας και συντήρησης, που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. 3.Σε περίπτωση που οι γονείς έχουν πάρει διαζύγιο δικαιούνται σύνταξη η άπορη μητέρα και οι άπορες άγαμες αδελφές αν ο υπάλληλος τις συντηρούσε πριν από το θάνατό του. Αν όμως ο υπάλληλος συντηρούσε και τους δύο γονείς του η σύνταξη ανήκει σ' αυτούς τους δύο. 4.Σε περίπτωση που ο πατέρας τέλεσε νέο γάμο μετά το θάνατο της συζύγου του δικαιούνται σύνταξη οι άγαμες αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς από την ίδια μητέρα αδελφές αυτού που πέθανε, αν ζούσαν χωριστά και αυτός τις συντηρούσε πριν από το θάνατό του. 5.Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας που αναφέρονται σ' αυτό και στο προηγούμενο άρθρο εκείνων που δολοφονήθηκαν στην υπηρεσία από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της υπαλληλικής τους ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων τους, δικαιούνται σύνταξη ή συμμετοχή σ' αυτή και αν ακόμη δε συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα αυτά, καθώς και οι προϋποθέσεις απορίας, ηλικίας, συντήρησης ή ανικανότητας. 6.Οι άπορες άγαμες αδελφές που έχουν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα από αδέλφια που προσλήφθηκαν στο Δημόσιο από 1ης Ιανουαρίου 1983 και μετά, παύουν να συνταξιοδοτούνται μετά την ενηλικίωσή τους, εκτός αν σπουδάζουν ή είναι ανίκανες για εργασία, οπότε εφαρμόζονται όσα ισχύουν για τις θυγατέρες του προηγούμενου άρθρου. ΆΡΘΡΟ 7 Δικαίωμα προτίμησης σύνταξης οικογένειας Το δικαίωμα προτίμησης που ορίζεται στο πέμπτο εδάφιο της περίπτ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 μεταβιβάζεται και στην οικογένεια αυτού που έπαθε. ΆΡΘΡΟ 8 Εξαιρέσεις Από τις διατάξεις του Κώδικα αυτού εξαιρούνται οι δημοτικοί στρατολόγοι και το προσωπικό των Σιδηροδρόμων του Κράτους. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ Με την παρ. 1 άρθρ. 1 Νόμ. 3234/18 Φεβρ. 2004 (ΦΕΚ Α΄ 52), ορίστηκε ότι: «Όπου στις διατάξεις των άρθρ. 9 και 82 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (Π.Δ. 166/2000, ΦΕΚ 153 Α΄) αναφέρεται "Νόμ. 2470/1997" από 1ης Ιαν. 2004 και μετά, νοείται "Νόμ. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α΄)"», κατωτ. αριθ. 239. Άρθρ. 1 παρ. 1 περ. στ΄ εδάφιο τρίτο Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 955/79

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.