📄 Κείμενο νόμου
4. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 56131 της 9 Οκτ. /4 Νοεμ. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 248) (Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 271/14-121953) Περί εγκρίσεως κανονισμού ασφαλιστικών παροχών Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11ης Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας», ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεων τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2.Το υπ’ αριθ. 2520/1953 Ν.Δ/μα «περί προσδιορισμού των αντικειμένων εφ’ ων εφαρμόζεται η διαδικασία, η διαγραφομένη δια των διατάξεων του Α.Ν. της 4-4-1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας κ.λπ.». 3.Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος «περί Οργανώσεως και Συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής κυρωθέντος δια του υπ’ αριθ.λ 1392/49 Ν.Δ/τος. 4.Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος, υποβληθείσαν ημίν δια της υπ’ αριθ. 613/19-6-1952 αναφοράς του. 5.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ. Συνεδρίασις 47η της 1ης Περιόδου αυτού της 6-5-1953), αποφασίζομεν. Εγκρίνομεν τον Κανονισμόν Ασφαλιστικών Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος εξ άρθρ. 19 έχοντα ως ακολούθως: Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης Άρθρ.1.-«1.Το ΤΕΑΗΕ, που για συντομία θα λέγεται στο παρόν «Ταμείο», χορηγεί περιοδικές μηνιαίες παροχές (τύπου συντάξεως) συνολικά 14 για κάθε χρόνο (12 μηνιαίες συντάξεις πλέον δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας), στις περιπτώσεις: α)Γήρατος του ή της ασφαλισμένης β)Αναπηρίας του ή της ασφαλισμένης γ)Θανάτου του ή της ασφαλισμένης και του ή της συνταξιούχου 2.Προϋποθέσεις για την απόκτηση δικαιώματος συντάξεως γήρατος είναι αθροιστικά: α)Η πραγματοποίηση στην ασφάλιση του Ταμείου 2.500 τουλάχιστον ημερών εργασίας. Ο αριθμός αυτός αυξάνεται προοδευτικά από 1.1.86 με την προσθήκη 175 ημερομισθίων κάθε χρόνο μέχρι τη διαμόρφωση ελαχίστου αριθμού 4.050 ημερομισθίων. β)Η καταβολή ή βεβαίωση των αντιστοίχων εισφορών. γ)Η συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας. 3.Ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη) αποκτά δικαιώματα συνταξιοδότησης γήρατος και πριν από τη συμπλήρωση του πιο πάνω ορίου ηλικίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των εδαφ. α΄ και β΄ της προηγουμένης παρ. 2, έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του και έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον 500 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου κατά την τελευταία πενταετία πριν τη συνταξιοδότηση. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη μειώνεται κατά 1/200 για κάθε μήνα που λείπει από την ηλικία του ασφαλισμένου (ασφαλισμένης) μέχρι τη συμπλήρωση του 60ού έτους. 4.Ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη) αποκτά δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδότησης γήρατος κατ’ εξαίρεση και πριν από τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις (α) και (β) της παρ. 2 έχει τύχει συνταξιοδότησης γήρατος από τον κύριο φορέα ασφάλισης και έχει εκτελέσει τουλάχιστον 500 ημερομίσθια εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου κατά την τελευταία προ της συνταξιοδότησης πενταετία. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη μειώνεται αα)κατά 1/300 για κάθε μήνα που λείπει από την ηλικία του ασφαλισμένου (ασφαλισμένης) μέχρι συμπληρώσεως του 55ου έτους ηλικίας και ββ)κατά 60/200 για το διάστημα ηλικίας από του 55ου μέχρι του 60ού έτους. Κατά τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης, στις παραπάνω περιπτώσεις πρόωρης συνταξιοδότησης δεν ισχύει το προβλεπόμενο κατώτατο όριο σύνταξης. Σε περίπτωση όμως θανάτου του συνταξιοδοτηθέντος πρόωρα λόγω γήρατος, αποδίδεται στους δικαιούχους του το προβλεπόμενο κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου, εφόσον το ποσοστό συντάξεώς του ως δικαιοδόχων, δεν είναι μεγαλύτερο. 5.α)Προϋπόθεση για την απόκτηση δικαιώματος σύνταξης λόγω αναπηρίας είναι η πραγματοποίηση 2.500 ημερών εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου οποτεδήποτε ή 1.000 ημερών εργασίας μέσα στα 12 χρόνια τα αμέσως προηγούμενα από εκείνο της αναπηρίας ή 1.500 ημερών εργασίας οποτεδήποτε, από τις οποίες 300 μέσα στα 5 έτη τα αμέσως προηγούμενα από εκείνο της αναπηρίας και η καταβολή ή βεβαίωση των αντιστοίχων εισφορών. Από 1.1.1896 τα 2.500 ημ/σθια προσαυξάνονται κατά 175 ημ/σθια κάθε χρόνο μέχρι τη διαμόρφωση 4.050 ημερομισθίων, τα δε 1.000 ημ/σθια προσαυξάνονται με 100 ημερ/σθια κάθε χρόνο μέχρι τη διαμόρφωση 1.500 ημ/σθίων. Εφόσον ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη) δεν συγκεντρώνει τις χρονικές προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, δικαιούται σύνταξης εάν πραγματοποίησε στην ασφάλιση 300 ημέρες εργασίας και δεν έχει υπερβεί το 21ο έτος της ηλικίας του. Το κατώτατο αυτό όριο των 300 ημερών εργασίας ανά 100 ημέρες εργασίας κατά μέσο όρο για κάθε έτος μετά τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας και μέχρι τη συμπλήρωση 1.500 ημερών εργασίας. Αν η αναπηρία ή ο θάνατος οφείλεται σε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση εργασίας ασφαλιστέας στο Ταμείο ή απ’ αφορμή αυτής (εργατικό ατύχημα) ή σε επαγγελματική ασθένεια του ασφαλισμένου, το δικαίωμα σύνταξης αποκτάται ανεξάρτητα από τον αριθμό ημερών εργασίας στην ασφάλιση που πραγματοποιήθηκαν ή βεβαιώθηκαν. (Αντί για τη σελ. 1529(β) Σελ. 1529(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 39 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 39.Ν.ι.4 244 «β)Αν ο ασφαλισμένος, έχει τις χρονικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση και έχει συνταξιοδοτηθεί λόγω αναπηρίας από τον φορέα κύριας ασφάλισης με γνωμάτευση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, δικαιούται συντάξεως αναπηρίας και από το Ταμείο χωρίς να απαιτείται νέα διαπίστωση της αναπηρίας αυτής. Εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, το Ταμείο απονέμει την σύνταξη για το χρόνο που ορίζεται στην συνταξιοδοτική απόφαση του φορ.εα κύριας ασφάλισης, η δε καταβολή της σύνταξης παρατείνεται για όσο χρόνο παρατείνεται η συνταξιοδότηση από τον κύριο φορέα». Η μέσα σε « » περίπτ. β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρου μόνου Π.Δ. 318/27 Αυγ. / 4 Σεπτ. 1996, (ΦΕΚ Α΄ 216) (Διορθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 245 της 16 Οκτ. 1996). γ)Μετά τη διακοπή της συνταξιοδότησης αναπηρίας λόγω λήξεως του χρόνου διαρκείας της ή ανακτήσεως της ικανότητας για εργασίας, ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη) εφόσον απασχολείται σε ασφαλιστέα εργασία, συνεχίζει την ασφάλισή του αλλά τα χρονικά διαστήματα της συνταξιοδοτήσεώς του λόγω αναπηρίας δεν αποτελούν χρόνο ασφάλισης. 6.Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου (ασφαλισμένης), που πληροί τις προϋποθέσεις της προηγουμένης παρ. 4 εδάφ. α΄ ή συνταξιούχου του Ταμείου λόγω γήρατος ή αναπηρίας, δικαιούνται σύνταξης τα μέλη της οικογένειάς τους, όπως καθορίζονται στο άρθρ. 3 του παρόντος Κανονισμού. 7.Το δικαίωμα σύνταξης γεννιέται σε κάθε περίπτωση μετά την οριστική αποχώρηση από το ασφαλιζόμενο επάγγελμα ή τη διακοπή της ασκήσεώς του, ασκείτε δε με την υποβολή αίτησης στο Ταμείο. 8.Η σύνταξη διακόπτεται εάν διαπιστωθεί ότι ο (η) συνταξιούχος λόγω γήρατος ή αναπηρίας εκτελεί ασφαλιστέα εργασίας είτε ως μισθωτής είτε αυτοτελώς, οι δε συντάξεις που καταβλήθηκαν κατά το χρόνο άσκησης του επαγγέλματος επιστρέφονται στο Ταμείο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημέρα της εισπράξεώς τους. 9.Ο (η) συνταξιούχος λόγω γήρατος που επιθυμεί να επανέλθει στην άσκηση του ασφαλιστέου επαγγέλματος, υποχρεούται να υποβάλει στο Ταμείο σχετική δήλωση, περί επαναλήψεως ασφαλιστέου επαγγέλματος. Στην περίπτωση αυτή η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η απασχόληση του συνταξιούχου και επαναχορηγείται από την πρώτη του μήνα του επόμενου της νέας διακοπής της εργασίας. Ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της αναστολής της σύνταξης και επανάληψης ασφαλιστέας εργασίας, προσμετρώνται στο χρόνο ασφάλισης και συνυπολογίζονται για τον επανακαθορισμό του ποσού της σύνταξης εφόσον είναι τουλάχιστον 500». Σελ.1530(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 40 «10.α.Ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη) μισθωτός της «Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.» και της «Ολυμπιακής Αεροπλοϊας» που υπάγεται στις διατάξεις των άρθρ. 6-10 του Νόμ. 1759/1988 δικαιούται σύνταξης από το Ταμείο με τις προϋποθέσεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρ. 6 του Νόμ. 1759/1988. β.Οι ασφαλισμένοι της παραγράφου αυτής δικαιούνται μειωμένη σύνταξη με τις προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρ. 6 του Νόμ. 1759/1988. γ.Οι ασφαλισμένοι της παραγράφου αυτής δικαιούνται σύνταξη και κατά τις διατάξεις των άρθρ. 7 και 8 του Νόμ. 1759/1988 και του Καταστατικού του Ταμείου». Η μέσα σε « » παρ. 10 προστέθηκε από την παρ. 2 της 118/486/23 Μαρτ.-3 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 235) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, της οποίας σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο αυτής αρχίζει από 18-3-1988 (ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμ. 1759/88, Τόμ. 15Β, σελ. 70,866). Το άρθρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 Π.Δ. 459 της 20/24 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Α΄ 142). β)Εις την χήραν ή τον χήρον σύζυγον μεθ’ ενός τέκνου τα 70% μετά δύο τέκνων τα 80% και μετά πλειόνων των δύο τέκνων τα 90% του επί πλέον της κατά το προηγούμενον εδάφιον συντάξεως της χήρας ή του χήρου ποσόν κατανεμομένου μεταξύ των τέκνων κατ’ ισομοιρίαν. γ)Δι’ εν τέκνον ορφανόν εξ αμφοτέρων των γονέων τα 50% εις δύο τέκνα ορφανά εξ αμφοτέρων των γονέων τα 70% και επί πλειόνων των δύο τα 80% του ποσού της συντάξεως κατανεμομένου εν τη περιπτώσει ταύτη μεταξύ των τέκνων κατ’ ισομοιρίαν. 2.Εις τους γονείς: α)Εις μόνην την χήραν μητέρα ή τον μόνον πατέρα τα 40%, εφ’ όσον στερείται ετέρων αρρένων ενηλίκων τέκνων, και 30% εάν υπάρχουν και έτερα άρρενα ενήλικα τέκνα ικανά προς εργασίαν. β)Εις αμφοτέρους συντρέχοντας γονείς τα 50%, εφ’ όσον δεν υπάρχουν έτερα ανήλικα τέκνα άρρενα, τα 40% εάν υπάρχουν και έτερα ενήλικα τέκνα ικανά προς εργασίαν. 3.Εις τους εγγονούς ή προγονούς: α)Εις ένα μόνον τα 30%. β)Εις δύο τα 50% κατ’ ισομοιρίαν. γ)Εις πλείονας των δύο τα 70% κατ’ ισομοιρίαν, εις απάσας δε τας περιπτώσεις εφ’ όσον στερούνται ετέρων ενηλίκων αρρένων αδελφών, άλλως τα 20% εις την πρώτην περίπτωσιν, τα 30% εις την δευτέραν και τα 40% εις την τρίτην. 4.Εις τους αδελφούς και αδελφάς. α)Εις μόνον ένα (μίαν) τα 30%. β)Εις δύο τα 50% κατ’ ισομοιρίαν. γ)Εις πλείονας των δύο τα 70% κατ’ ισομοιρίαν, εις απάσας δε τας περιπτώσεις εφ’ όσον στερούνται ετέρων ενηλίκων αρρένων αδελφών, άλλως τα 20% εις την πρώτην περίπτωσιν, τα 30% εις την δευτέραν και τα 40% εις την τρίτην. 5.Οσάκις λόγω της συνδρομής πλειόνων μελών οικογενείας το ποσόν της συνολικής συντάξεως της οποίας δικαιούνται ταύτα κατά τας διατάξεις του παρόντος υπερβαίνει το ποσόν όπερ ελάμβανεν ο θανών συνταξιούχον ή θα ελάμβανεν ο θανών ησφαλισμένος, το ποσοστόν της συντάξεως εκάστου μειούται αναλόγως. 6.Μειουμένου του αριθμού των δικαιουμένων συντάξεως μελών οικογενείας λόγω της εξ οιασδήποτε αιτίας λήξεως του δικαιώματος ή αναστολής της καταβολής συντάξεως το ποσόν της συντάξεως εκάστου αναπροσαρμόζεται αναλόγως. 7.Προκειμένου περί μελών οικογενείας τελούντων εις κατάστασιν χρήζουσαν την συμπαράστασιν ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία), το ποσόν της συντάξεως προσαυξάνεται κατά 50%. (Μετά τη σελ.1532(γ) Σελ. 1532,01 Τεύχος 1327 Σελ. 43 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 39.Ν.ι.4 250 39.Ν.ι.4 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 251 Εξακρίβωσις και βεβαίωσις της αναπηρίας Άρθρ.7.-1.Η εξακρίβωσις της αναπηρίας ενεργείται δι’ εξετάσεως του ησφαλισμένου υπό της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής της Υποκ/τος του ΙΚΑ του εδρεύοντος εις τον τόπον της κατοικίας αυτού. Προκειμένου περί ασφαλιστικών κέντρων εις α δεν έχει επεκταθή η ασφάλισις του ΙΚΑ, ο ησφαλισμένος παραπέμπεται προς εξέτασιν δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εις την Πρωτοβάθμιον Υγειονομικήν Επιτροπήν του πλησιεστέρου προς τον τόπον της διαμονής του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ. Η σχετική δαπάνη μετακινήσεως και παραμονής του ησφαλισμένου εκτός έδρα βαρύνει το Ταμείον, όπερ καταβάλλει εις το ΙΚΑ και τας δαπάνας εξετάσεως εκάστου παραπεμπομένου αυτώ ησφαλισμένου. Τα έξοδα παραμονής καθοριζόμενα εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. και δι’ ημέρας ουχί πλείονας των 10, καταβάλλονται μόνον εις ην περίπτωσιν ούτος κριθή ανίκανος προς εργασίαν. 2.Κατά της γνωματεύσεως των Πρωτοβαθμίων τούτων Υγειονομικών Επιτροπών επιτρέπεται προσφυγή παρά του αιτούντος την απονομήν συντάξεως ή παρά του Ταμείου ενώπιον των δευτεροβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 60 ημερών από της κοινοποιήσεως της γνωματεύσεως. Η προσφυγή κατατίθεται εις το Κατάστημα του Ταμείου. 3.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν των λόγω αναπηρίας συνταξιούχων του ενεργουμένην ωσαύτως παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α., αν οπωσδήποτε ήθελε νομίσει ότι εξέλιπεν ο λόγος, δι’ ον εχορηγήθη η σύνταξις, οπότε δύναται να αναθεωρήση την προηγουμένην απόφασιν αυτού, διακόπτον την συνταξιοδότησιν του επανεξετασθέντος εις ην περίπτωσιν ούτος κριθή υγιής. 4.Εάν απορριφθή αίτησις περί απονομής συντάξεως, αναπηρίας ή διακοπή οριστικώς τοιαύτη σύνταξις, ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως έτους νέαν αίτησιν περί απονομής τοιαύτης συντάξεως, εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής βεβαιούται ότι εις την τελευταίως διαπιστωθείσαν κατάστασιν της αναπηρίας του επήλθεν ουσιώδης μεταβολή. Έναρξις και λήξις του προς σύνταξιν δικαιώματος Άρθρ.8.-1.Το εις σύνταξιν δικαίωμα των βάσει της παρ. 2 του άρθρ. 1 δικαιουμένων συντάξεως άρχεται από της 1ης του μηνός του επομένου εκείνου καθ’ ον ο ησφαλισμένος (ησφαλισμένη) έπαυσε να ασκή το επάγγελμα δι’ ο ησφαλίσθη λήγει δε εις το τέλος του μηνός του θανάτου του συνταξιούχου. 2.Το εις σύνταξιν λόγω αναπηρίας δικαίωμα άρχεται από της 1ης του επομένου μηνός εκείνου, καθ’ ον ο ησφαλισμένος έπαυσεν εκ του λόγου τούτου ασκών το επάγγελμα δι’ ο ησφαλίσθη λήγει δε άμα τη ανακτήσει της προς εργασίαν ικανότητος διαπιστουμένης κατά τα εν τω άρθρ. 7 του παρόντος οριζόμενα, ή δια του θανάτου αυτού (αυτής). 3.Το δικαίωμα εις σύνταξιν της χήρας (χήρου) άρχεται από της 1ης του μηνός του ακολουθούντος τον θάνατον του συζύγου (της συζύγου) και λήγει δια της τελέσεως νέου γάμου παρά της χήρας (ή του χήρου) ή δια του θανάτου αυτής. 4.Το εις σύνταξιν δικαίωμα των τέκνων, εγγονών, προγονών και αδελφών άρχεται από της 1ης του μηνός του ακολουθούντος τον θάνατον του γονέως ή του αδελφού ή επί τέκνου κυοφορουμένου κατά την ημέραν του θανάτου από της γεννέσως αυτού, λήγει δε άμα τη συμπληρώσει των εν άρθρ. 5 ορίων ηλικίας ή και προ της συμπληρώσεως των ορίων τούτων. α)Δια της συνάψεως γάμου. β)Δια του θανάτου. γ)Δια της αναλήψεως συστηματικής βιοποριστικής εργασίας αποφερούσης ποσόν τουλάχιστον 3πλάσιον του ποσού της συντάξεως. 5.Το δικαίωμα του γονέως εις σύνταξιν άρχεται από της 1ης του μηνός του ακολουθούντος τον θάνατο του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου υιού (θυγατρός) και λήγει δια του θανάτου του δικαιούχου. Χρόνος καταβολής συντάξεων Άρθρ.9.-«1.Η σύνταξη καταβάλλεται στην αρχή κάθε μήνα. Με απόφαση του Δ.Σ., επιτρέπεται να ορίζεται προγενέστερος χρόνος καταβολής των συντάξεων, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο για την έγκαιρη πληρωμή τους και πάντως όχι νωρίτερα από την 25η του προηγουμένου μήνα». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Π.Δ. 499/4-18 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 178). 2.Εάν το δικαίωμα προς απόληψιν συντάξεως λήξη προ της παρόδου του μηνός δι’ ον κατεβλήθη η σχετική δόσις, ουδέν μέρος του ποσού της ληφθείσης δόσεως αποδίδεται εις το Ταμείον. Εν τοιαύτη περιπτώσει το δικαίωμα εις παροχάς των τυχόν μετέπειτα δικαιουμένων προσώπων άρχεται από της επομένης της λήξεως του μηνός, δι’ ον είχε καταβληθή η σύνταξις. Αναστολή του δικαιώματος εις σύνταξιν Διακοπή Άρθρ.10.-1.Η καταβολή των παρά του Ταμείου χορηγουμένων παροχών αναστέλλεται, εάν ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικήν της ελευθερίας του μακροτέραν του έτους και εφ’ όσον χρόνον εκτίει ταύτην. (Αντί για τη σελ. 1533(β) Σελ.1533(γ) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.91 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 39.Ν.ι.4 252 Εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα, άτινα εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα εδικαιούντο συντάξεως, καταβάλλεται εις τα εν λόγω πρόσωπα το ποσόν της συντάξεως, όπερ εις την περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θ’ απενέμετο εις αυτά. 2.Σύνταξις αποκτηθείσα δι’ απατηλών μέσων ή βάσει ψευδών δικαιολογητικών διακόπτεται οριστικώς κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. επιλαμβανομένου δι’ αυτεπαγγέλτου ενεργείας της αναθεωρήσεως της αποφάσεως δι’ ης απενεμήθη η τοιαύτη σύνταξις. Αι ληφθείσαι συντάξεις επιστρέφονται εξαναγκαζομένου του λαβόντος δια παντός νομίμου μέσου προς επιστροφήν, εφαρμοζομένων των διατάξεων περί εισπράξεως των Δημοσίων Εσόδων. Βοήθημα Γάμου Άρθρ.11.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 5 Π.Δ. 499/4-18 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 178), τα δε υπόλοιπα άρθρ. 12-19 αναριθμήθηκαν αντίστοιχα σε άρθρ. 11-18 από το ίδιο άνω άρθρο). Επιστροφή εισφορών Άρθρ.11(12). Άρθρ.12.-Ησφαλισμένοι ή δικαιοδόχοι ησφαλισμένων μη πληρούντες τας προϋποθέσεις απονομής συντάξεως δικαιούνται επιστροφής εισφορών ως ακολούθως. -Ι.«Οι ασφαλισμένοι που διακόπτουν την άσκηση του επαγγέλματος, λόγω ανικανότητας για εργασία ή λόγω γήρατος, εφόσον έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους, καθώς και οι δικαιοδόχοι τους σε περίπτωση θανάτου του άμεσα ασφαλισμένου (ασφαλισμένης) εφόσον δεν θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα, διατηρούν το δικαίωμα ανάληψης των αντιστοίχων ατομικών εισφορών που καταβλήθηκαν». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 499/4-18 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 178). 39.Ν.ι.4 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 245 Συντάξεις αναπηρίας άρθρ. 6 Π.Δ. 499/4-18 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 178). 2.(Αι θήλεις ησφαλισμέναι αποχωρούσαι του επαγγέλματος λόγω γάμου δικαιούνται αναλήψεως του ποσού των ατομικών αυτών εισφορών ατόκως, εφ’ όσον έχουν συμπληρώσει χιλίας διακοσίας πεντήκοντα τουλάχιστον καταβολάς εις το Ταμείον, εκπιπτομένου ποσοστού 5% υπέρ του Ταμείου δια τα γενικά έξοδα αυτού). Η παρ. 2 κατηργήθη από 1 Ιαν. 1978 δια του άρθρ. 7 Π.Δ. 459 της 20/24 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Α΄ 142). Σελ 1534(γ) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.92 «3.α.)Ασφαλισμένοι του Ταμείου στους οποίους επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές μπορούν ν’ αναγνωρίσουν τον αντίστοιχο χρόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 13 του Νόμ. 1405/83. β)Η εξαγορά για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα διενεργείται με την καταβολή ασφαλίστρου ανερχόμενου σε ποσοστό 6% στο σύνολο του ανώτατου ορίου των μηνιαίων τακτικών αποδοχών (βασικός μισθός, πολυετία, οικογενειακό επίδομα, επίδομα επικίνδυνης εργασίας και Α.Τ.Α.) του ηλεκτρολόγουαρχιτεχνίτη όπως αυτές καθορίζονται από την οικεία Σ.Σ.Ε. των ηλεκτροτεχνιτών βιομηχανίας κατά την ημέρα υποβολής της σχετικής αίτησης για αναγνώριση. γ)Η εξόφληση των εισφορών διενεργείται είτε εφάπαξ είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις οι οποίες θα είναι ίσες με τον αριθμό των μηνών που αναγνωρίζονται, όχι όμως περισσότερες από 48. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής δόσης περισσότερο από έξι μήνες χάνεται το δικαίωμα γι’ αναγνώριση του χρόνου που αντιστοιχεί τόσο στις μη εξοφληθείσες δόσεις όσο και στις μη ληξιπρόθεσμες. Στην πιο πάνω περίπτωση ως χρόνος ασφάλισης αναγνωρίζεται μόνο ο χρόνος που αντιστοιχεί στις δόσεις που εξοφλήθηκαν εμπρόθεσμα. δ)Σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρόνος για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές. ε)Η διαπίστωση του χρόνου ασφάλισης για τον οποίο επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και η διαπίστωση για την ανάληψη των εισφορών, διενεργούνται από τα στοιχεία που τηρούνται στο Ταμείο». Η παρ. 3 προστέθηκε από την 118/3/262/6 Φεβρ. -1 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 108) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Ν.ι.4 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 253 Παραγραφή Άρθρ.12(13).-«1.Το δικαίωμα σε σύνταξη ή επιστροφή εισφορών είναι απαράγραπτο. 2.Το Ταμείο ουδέποτε χορηγεί συντάξεις αναδρομικά για χρόνο μεγαλύτερο των 12 μηνών από τη χρονολογία κατά την οποία υποβλήθηκε στο Ταμείο η αίτηση για απονομή σύνταξης. 3.Απαιτητές συντάξεις που δεν εισπράχθηκαν μέσα σε μια τριετία, από την ημέρα κατά την οποία έγιναν απαιτητές, παραγράφονται. 4.Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για αναστολή και διακοπή των βραχυπρόθεσμων παραγραφών, εφαρμόζονται ανάλογα στο Ταμείο. 5.Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους αποδεικνύεται με το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας ή για τους αλλοδαπούς με το νόμιμα θεωρημένο διαβατήριό τους ή το δελτίο ταυτότητας της αρμόδιας Ελληνικής Αστυνομικής Αρχής. Εάν δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα, η ηλικία αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη γέννησης που να έχει συνταχθεί ή διορθωθεί μέσα σε 90 ημέρες από τη γέννηση ή με εγγραφή στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια. Σε περίπτωση πολλαπλής εγγραφής με διαφορετικό έτος γέννησης επικρατέστερη είναι η παλαιότερη εγγραφή, σε περίπτωση δε, διόρθωσης ή μεταβολής του έτους γέννησης στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια, ως έτος γέννησης θεωρείται εκείνο που έχει γραφεί πριν από τη διόρθωση ή μεταβολή. Εάν από τα παραπάνω στοιχεία δεν προκύπτει η ακριβής ημερομηνία γέννησης, θεωρείται ως ημερομηνία γέννησης η 1η Ιουλίου του έτους γέννησης». Το άρθρ. 13, όπως αναριθμήθηκε και έγινε άρθρ. 12, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 7 Π.Δ. 499/4-18 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 178). Τρόπος απονομής παροχών Άρθρ.13(14).-1.Αι συντάξεις απονέμονται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης τω Ταμείω παρά των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Δι’ αποφάσεων του Δ.Σ. καθορισθήσονται τα πιστοποιητικά και λοιπά δικαιολογητικά τα οποία υποχρεούται να υποβάλη ο ησφαλισμένος εις το Ταμείον δια την απονομήν συντάξεως, ο χρόνος υποβολής αυτών και αι συνέπειαι της μη συμμορφώσεως αυτού προς τας σχετικάς αποφάσεις του Δ.Σ. «Η άσκησις ασφαλιστέου εν γένει επαγγέλματος αποδεικνύεται αποκλειστικώς δια των ακολούθων αποδεικτικών μέσων: α)προκειμένου περί ησφαλισμένων λόγω παροχής εξηρτημένης εργασίας εκ των παρά τω Ταμείω εγγραφών των αντιστοίχων καταβολών εισφορών, του Ταμείου δυναμένου, εν αμφιβολία να ζητή την συμπλήρωσιν των παρ’ αυτώ στοιχείων δια βεβαιώσεων των οικείων εργοδοτών, β)προκειμένου περί προαιρετικώς ησφαλισμένων λόγω αυτοτελούς ασκήσεως του επαγγέλματος του ηλεκτροτεχνίτου ή εγκαταστάτου, δια πιστοποιητικού της αρμοδίας Οικονομικής Εφορίας, εμφαίνοντος την εγγραφήν του ενδιαφερομένου εις τους καταλόγους Φορολογίας Εισοδήματος εκ της ασκήσεως ασφαλιστέου επαγγέλματος κατά τα αντίστοιχα οικονομικά έτη και τον χρόνον διακοπής της ασκήσεως τούτου ή δια πιστοποιητικού του οικείου Επαγγελματικού ή Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου, εμφαίνοντος την υπό του ενδιαφερομένου άσκησιν ασφαλιστέου επαγγέλματος, την διάρκειαν αυτής και την ακριβή χρονολογίαν της διακοπής της αιτήσεως τούτου και γ)προκειμένου περί προαιρετικώς ησφαλισμένου λόγω της ιδιότητος αυτών ως μελών της Διοικήσεως επαγγελματικής οργανώσεως των Ηλεκτροτεχνιτών, δια βεβαιώσεως του οικείου Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου, εμφαινούσης την ιδιότητα του ενδιαφερομένου ως μέλους της Διοικήσεως τοιαύτης οργανώσεως και την διάρκειαν της ασκήσεως τοιούτων καθηκόντων, στηριζομένης δε της βεβαιώσεως εις τα υπό του δικαστικού αντιπροσώπου υπογεγραμμένα πρακτικά της εκλογής των». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 8 Π.Δ. 459 της 20/24 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Α΄ 142). «Η άσκηση ασφαλιστέου επαγγέλματος αποδεικνύεται αποκλειστικά με τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα: α.Για τους ασφαλισμένους (ασφαλισμένες) λόγω παροχής εξαρτημένης εργασίας από τις εγγραφές στο Ταμείο των αντίστοιχων καταβολών εισφορών. Σε περίπτωση αμφιβολίας το Ταμείο μπορεί να συμπληρώνει τα στοιχεία που κατέχει ζητώντας παράλληλα βεβαιώσεις των οικείων εργοδοτών, είτε δηλώσεις των ασφαλισμένων σύμφωνα με το Ν.Δ. 105/69 θεωρημένες από το Πρωτοβάθμιο Κλαδικό Σωματείο των ηλεκτροτεχνιτών και αν δεν υπάρχει αυτό από την Ομοσπονδία Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος, είτε ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκου 2 τουλάχιστον ενηλίκων Ελλήνων πολιτών. β.Για τους προαιρετικά ασφαλισμένους (ασφαλισμένες) λόγω αυτοτελούς άσκησης του επαγγέλματος του Ηλεκτρολόγου-Εγκαταστάτη με πιστοποιητικό του οικείου σωματείου θεωρουμένου από την Ομοσπονδία, στο οποίο θα βεβαιούται ότι ο ησφαλισμένος (ασφαλισμένη) είναι μέλος του σωματείου και ασκεί αυτοτελώς το επάγγελμα του Εγκαταστάτη-Ηλεκτρολόγου και επίσης ο χρόνος έναρξης και διακοπής της άσκησης του επαγγέλματος ή με πιστοποιητικό της αρμόδιας για τη φορολογία του εισοδήματός του (της) Οικονομικής Εφορίας, με το οποίο θα βεβαιούται η διακοπή της άσκησης του ασφαλιστέου επαγγέλματος, εφόσον υπάρχει αδυναμία έκδοσης του προηγούμενου πιστοποιητικού από τα συνδικαλιστικά όργανα. γ.Για τους προαιρετικά ασφαλισμένους (ασφαλισμένες) λόγω αυτοτελούς άσκησης του επαγγέλματος του ηλεκτροτεχνίτη με πιστοποιητικό της αρμόδιας για τη φορολογία του εισοδήματός τους Οικονομικής Εφορίας, με το οποίο θα βεβαιούται η διακοπή άσκησης του ασφαλιστέου επαγγέλματος. δ.Για τους προαιρετικά ασφαλισμένους (ασφαλισμένες) λόγω της ιδιότητάς τους ως μέλη της Διοίκησης επαγγελματικής οργάνωσης των ηλεκτροτεχνιτών με βεβαίωση της Ομοσπονδίας Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας, που να βεβαιώνει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου ως μέλους της Διοίκησης τέτοιας οργάνωσης και τη διάρκεια της άσκησης συναφών καθηκόντων. Η βεβαίωση αυτή πρέπει να στηρίζεται, ως (Αντί για τη σελ. 1534,01) Σελ.1534,01(α) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.93 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 39.Ν.ι.4 254 προς την εκλογή, στα υπογεγραμμένα από το δικαστικό αντιπρόσωπο πρακτικά εκλογής». Η μέσα σε « » τελευταία διάταξη άνω παρ. 1 προστέθηκε από το άρθρ. 8 Π.Δ. 499/4-18 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 178). 2.Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται ν’ αξιώσιν παρά του Ταμείου την έκδοσιν εγγράφως ειδικώς ητιολογημένων αποφάσεων οσάκις το Δ.Σ. αρνείται την χορήγησιν των αιτουμένων παροχών, είτε απολύτως είτε εν τη εκτάσει και τη μορφή εις ην αιτούνται ταύτην οι ενδιαφερόμενοι. 3.Το Δ.Σ. του Ταμείου εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα τη αιτήσει δικαιολογητικά είναι πλήρη υποχρεούται όπως εντός δύο μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της αιτήσεως, εκδώση την επ’ αυτής απόφασίν του. Έξοδα κηδείας Άρθρ.14(15).-1.Εν περιπτώσει θανάτου αμέσως ησφαλισμένου ή αμέσως συνταξιούχου καταβάλλεται υπό του Ταμείου, εφ’ άπαξ βοήθημα δι’ έξοδα κηδείας. 2.Τα έξοδα κηδείας καθορίζονται δια γενικής αποφάσεως του Δ.Σ. εις ποσόν το οποίον εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι μεγαλύτερον του τριπλασίου της υπό του Ταμείου χορηγουμένης ανωτάτης συντάξεως της κατηγορίας εις ην ανήκεν ο θανών (θανούσα), καταβάλλονται δε βάσει δικαιολογητικών ορισθησομένων δια γενικής αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εις την χήραν (χήρον) και εν ελλείψει ταύτης (τούτου) εις τον κατά την κρίσιν του Δ.Σ. επιμεληθέντα της κηδείας. Σελ.1534,02(α) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.94 39.Ν.ι.4 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 255 Ειδικά επιδόματα συνταξιούχων λόγω φυματιώσεως Άρθρ.15(16).-«1.Κατά την θερινήν περίοδον εκάστου έτους δύναται να παρέχηται εις τους συνταξιούχους του ταμείου, λόγω φυματιώσεως, εφ’ άπαξ επίδομα αεροθεραπείας κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας. Δια της ιδίας αποφάσεως του Δ.Σ. καθορίζεται και το ποσόν του χορηγητέου επιδόματος όπερ δεν δύναται να είναι ανώτερον του διπλασίου του υπό των εκάστοτε εκδιδομένων γενικών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας οριζομένου τοιούτου καταβάλλεται δε εντός της χρονικής περιόδου από 15 Ιουνίου έως 30 Σ/βρίου εκάστου έτους. 2-4.(Καταργήθηκαν από το άρθρ. 9 Π.Δ. 499/418 Οκτ. 1985, ΦΕΚ Α΄ 178). Το άρθρ. 16 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47543/Σ.701 της 4/18 Ιουλ. 1962 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 250). Παροχαί προνοίας (Δώρα Χριστουγέννων, Νέου έτους και Πάσχα) Άρθρ.16(17).-1.Δύναται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου και εφ’ όσον η οικονομική κατάστασις του Ταμείου επιτρέπει, να χορηγήται έκτακτος οικονομική ενίσχυσις ως δώρον εις τους συνταξιούχους του Ταμείου ίση προς την μηνιαίαν μεν σύνταξιν μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων εκάστου επί ταις Εορταίς των Χριστουγέννων και του Νέου έτους προς το ήμισυ δε ταύτης επί ταις Εορταίς του Πάσχα, και εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως δια των γενικών Κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας. 2.Ωσαύτως δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας να χορηγήται καθ’ έκαστον έτος εις τους συνταξιούχους του Ταμείου, εφ’ όσον η οικονομική κατάστασις αυτού το επιτρέπει, εκτός της εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου εκτάκτου οικονομικής ενισχύσεως και ετέρα τοιαύτη εκ μιας συντάξεως μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων Η παρ. 3 η οποία είχε καταργηθεί με το άρθρ. 9 Π.Δ. 459/1977, καταργήθηκε και πάλι από το Άρθρ.2.-«1.Ο ασφαλισμένος (η ασφαλισμένη) θεωρείται ανάπηρος, εάν λόγω πάθησης ή βλάβης ή εξασθένισης σωματικής ή πνευματικής εξαμήνου τουλάχιστον διαρκείας, σύμφωνα με ιατρική πρόβλεψη και μετά τη λήξη της καταβολής επιδόματος ασθενείας από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή άλλο Φορέα Κύριας Ασφάλισης, δεν μπορεί να κερδίζει για εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη μόρφωση και τη συνήθη αυτού επαγγελματική απασχόληση πλέον του τρίτου που κερδίζει συνήθως στην ίδια περιφέρεια και επαγγελματική κατηγορία σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης. 2.Η ύπαρξη της πιο πάνω αναπηρίας, βεβαιούται με γνωμοδότηση των κατά τόπους Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ ή άλλου Φορέα Κύριας Ασφάλισης, εφαρμοζομένων ανάλογα των οικείων διατάξεων της Νομοθεσίας του ΙΚΑ ή άλλου φορέα Κύριας Ασφάλισης, ως προς τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί, τις προθεσμίες και διαδικασία ασκήσεως ένδικων μέσων. 3.Εάν ο ασφαλισμένος έγινε ανάπηρος από πρόθεση ή λόγω πλημμελήματος, ή κακουργήματος που διαπράχθηκε από αυτόν, αποδεικνύεται δε η ενοχή του με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, δεν δικαιούται σύνταξης αναπηρίας, εάν όμως υπάρχουν πρόσωπα από τα αναφερόμενα στο άρθρ. 3 του παρόντος Κανονισμού αυτά δικαιούνται σύνταξης την οποία θα εδικαιούντο σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου. 4.Εάν ο ασφαλισμένος μπορεί να κερδίζει με τις προϋποθέσεις και όρους που ορίζονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου, πλέον μεν του τρίτου όχι όμως και των 2/3 εκείνου που κερδίζει σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος, δικαιούται, εφόσον συμπληρώσει και τον απαιτούμενο αριθμό ημερών εργασίας ή ανεξάρτητα αριθμού ημερών εργασίας σε περίπτωση βιαίου συμβάντος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρ. 1 ειδικού επιδόματος αναπροσαρμογής ίσου με το ποσό της σύνταξης λόγω αναπηρίας την οποία θα εδικαιούτο. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται αδιάφορα της άσκησης από τον επιδοματούχο οποιασδήποτε εξαρτημένης ή αυτοτελούς απασχόλησης και για μια διετία το πολύ. Το επίδομα αυτό εξακολουθεί να καταβάλλεται και πέραν της διετίας, με τις προϋποθέσεις που καταβάλλεται κάθε φορά και από το ΙΚΑ ή άλλο Φορέα Κύριας Ασφάλισης. 5.Προκειμένου περί συνταξιούχων λόγω αναπηρίας κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 1, του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται σε περαιτέρω εξέταση: α)Όσοι (όσες) συμπλήρωσαν το 55ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον συνταξιοδοτούνται επί επτά έτη συνεχώς και έχουν υποβληθεί σε τρεις τουλάχιστον εξετάσεις από υγειονομική επιτροπή κατά τη διάρκεια της συνταξιοδοτήσεώς τους αυτής. β)Όσοι (όσες) συμπλήρωσαν το 60ό έτος της ηλικίας τους εφόσον συνταξιοδοτούνται επί πενταετία συνεχώς και έχουν υποβληθεί σε δύο τουλάχιστον εξετάσεις από υγειονομική επιτροπή κατά τη διάρκεια της συνταξιοδοτήσεώς τους αυτής. γ)Οι συνταξιοδοτούμενοι συνεχώς επί 12ετία ανεξάρτητα ορίου ηλικίας. δ)Οι συνταξιοδοτούμενοι επί 20ετία συνεχώς ή διακεκομένως πάντως, από τριετίας συνεχώς, ανεξάρτητα ορίου ηλικίας». Το άρθρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 10 Π.Δ. 499/4-18 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 178). Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.17(18).-1.Από της ισχύος του παρόντος και επί μίαν τετραετίαν κατά παρέκκλισιν των Διατάξεων της πρώτης περιόδου, της παρ. 2 και της παρ. 3 του άρθρ. 1, συντάξεως δικαιούνται οι διακόπτοντες την άσκησιν του δι’ ο ησφαλίσθησαν επαγγέλματος α)λόγω γήρατος μετά την συμπλήρωσιν του 60ού έτους της ηλικίας των, εφ’ όσον έχουσι πραγματοποιήσει εις το Ταμείον 1150, 1300, 1500 και 1700 καταβολάς κατά το πρώτον, δεύτερον, τρίτον και τέταρτον έτος αντιστοίχως, και β)λόγω ανικανότητος διαπιστουμένης κατά τας διατάξεις του άρθρ. 7 του παρόντος Κανονισμού, ως και τα κατά το άρθρ. 3 μέλη οικογενείας θνησκόντων ησφαλισμένων, εφ’ όσον έχουν πραγματοποιηθή εις το Ταμείον 850, 900, 950 και 1000 καταβολαί κατά το πρώτον, δεύτερον, τρίτον και τέταρτον έτος αντιστοίχως εξ ων τριακόσιαι κατά την τελευταίαν προ της επελεύσεως της αναπηρίας ή του θανάτου τριετίαν. Εν ταις περιπτώσεσι ταύταις αι προσαυξήσεις του σταθερού ποσού των 250.(000) δραχμών υπολογίζονται κατά την αυτήν ως εν άρθρ. 4 του παρόντος αναλογίαν δια τας πέραν των χιλίων πραγματοποιηθεισών καταβολών, ήτοι κατά 1/5 του αντιστοίχου ημερομισθίου καθοριζομένου τούτου κατά την εν παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος Κανονισμού βάσιν ανά 100 πραγματοποιηθείσας καταβολάς εις το Ταμείον. Πάντως το σύνολον των προσαυξήσεων δια τον υπολογισμόν της συντάξεως εις τας ανωτέρω περιπτώσεις, δεν δύναται να υπερβή τα 4 ημερομίσθια υπολογιζόμενα ως άνω. 2.Αι μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Κανονισμού απονεμηθείσαι πάσης φύσεως συντάξεις θέλουσιν αναπροσαρμοσθή υπολογιζόμεναι βάσει των διατάξεων του παρόντος εφ’ όσον πληρούνται αι προϋποθέσεις του παρόντος Κανονισμού. Εν η περιπτώσει όμως η εκ της τοιαύτης αναπροσαρμογής προκύπτουσα σύνταξις είναι κατά ποσόν μικροτέρα της προ της αναπροσαρμογής χορηγουμένης τοιαύτης, εξακολουθεί καταβαλλομένη η μεγαλυτέρα αύτη σύνταξις. Άρθρ.18(19).-Πάσα διάταξις της κειμένης Νομοθεσίας του Ταμείου αντικειμένη αμέσως ή εμμέσως εις τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού καταργείται από της ισχύος αυτού. Η παρούσα ης η ισχύς άρχεται από της 1ης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεώς της, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 39.Ν.ι.4 256 (Αντί για τη σελ. 1535(β) Σελ.1535(γ) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.95 257 5. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 57196/Υ.567 της 26 Σεπτ. /8 Οκτ. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 269) Περί αυξήσεως συντάξεων Τ.Ε.Α. Ηλεκτροτεχνιτών. 6. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 31143/V.288 της 28 Μαρτ. /10 Μαΐου 1961 (ΦΕΚ Β΄ 147) Περί αυξήσεως των υπό του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος καταβαλλομένων συντάξεων κατά 8%. άρθρ. 2 Π.Δ. 499/4-18 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 178). Συντάξεις λόγω θανάτου Άρθρ.3. «Α.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου του Ταμείου λόγω αναπηρίας ή γήρατος και εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου πληρούντος τας υπό της παρ. 4 του άρθρ. 1 του παρόντος προϋποθέσεις δικαιούνται συντάξεως αι κάτωθι τάξεις». Το πρώτον εδάφιον αντικαταστάθηκε ως άνω δια του άρθρ. 3 Π.Δ. 459 της 20/24 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Α΄ 142). 1.α.)Η χήρα σύζυγος, επί ησφαλισμένης δε ο επιζών ανάπηρος και άπορος σύζυγος. β)Τα τέκνα (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, υιοθετηθέντα) και επί ησφαλισμένης τα φυσικά, τα μεν άρρενα μέχρι του 18ου έτους της ηλικίας των, τα δε θήλεα μέχρι του 23ου εφ’ όσον είναι άγαμα, εκτός εάν εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις είναι απολύτως ανίκανα προς εργασίαν, οπότε ταύτα δικαιούνται ασφαλιστικών παροχών ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και δι’ όσον χρόνον διαρκεί η αναπηρία. Επί σπουδαζόντων εις Σχολάς Μέσης ή Ανωτάτης ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως μέχρι πέρατος των σπουδών, εν πάση δε περιπτώσει ουχί πέραν του 23ου έτους της ηλικίας των συμπεριλαμβανομένου. 2.Οι γονείς. 3.Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου (της ησφαλισμένης ή της συνταξιούχου) ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι και προγονοί. 4.Οι ορφανοί πατρός και μητρός αδελφοί και αδελφαί. Εκάστη τάξις δικαιοδόχων αποκλείει την επομένην. Β.1.Η χήρα ησφαλισμένου δικαιούται συντάξεως εφ’ όσον δεν είχε διαζευχθή μέχρι του θανάτου του ησφαλισμένου δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως, ο δε γάμος έλαβε χώραν τουλάχιστον δύο έτη προ του θανάτου αυτού. Οπωσδήποτε ανεξαρτήτως χρόνου εγγάμου συμβιώσεως δικαιούται συντάξεως ή χήρα, εάν: α)Ο θάνατος του ησφαλισμένου επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. (Μετά τη σελ. 1530(β) Σελ. 1530,01 Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ. 87 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 39.Ν.ι.4 246 β)Υφιασταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. 2.Η χήρα του συνταξιούχου μεθ’ ου ο γάμος ετελέσθη προ της συνταξιοδοτήσεως δικαιούται συντάξεως υπό τους αυτούς ως άνω εν εδάφ. Β΄ όρους και προϋποθέσεις. 3.Η χήρα θανόντος συνταξιούχου μεθ’ ου ο γάμος ετελέσθη μετά την συνταξιοδότησίν του, εφ’ όσον δεν είχε διαζευχθή μέχρι του θανάτου τούτου δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως και ο γάμος έλαβε χώραν τουλάχιστον δύο έτη προ του θανάτου αυτού. Οπωσδήποτε δικαιούται αύτη συντάξεως ανεξαρτήτως χρόνου εγγάμου συμβιώσεως, εάν: α)Ο θάνατος του συνταξιούχου επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. Σελ.1530,02 Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.88 39.Ν.ι.4 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 247 4.Ο άπορος και ανάπηρος ή συμπληρώσας το 65ον έτος της ηλικίας του χήρος ησφαλισμένος, εφ’ όσον δεν είχε διαζευχθή μέχρι του θανάτου αυτής δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως και ο γάμος έλαβε χώραν τουλάχιστον δύο έτη προ του θανάτου αυτής. Οπωσδήποτε δικαιούται ούτος συντάξεως ανεξαρτήτως χρόνου εγγάμου συμβιώσεως εάν: α)Ο θάνατος της ησφαλισμένης επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον. 5.Ο άπορος και ανάπηρος ή συμπληρώσας το 65ον έτος της ηλικίας του χήρος συνταξιούχου, μεθ’ ης ο γάμος ετελέσθη προ της συνταξιοδοτήσεως υπό τας αυτάς ως άνω εν παρ. 8 προϋποθέσεις. 6.Ο άπορος και ανάπηρος ή συμπληρώσας το 65ον έτος της ηλικίας του χήρος συνταξιούχου μεθ’ ης ο γάμος ετελέσθη μετά την συνταξιοδότησιν εφ’ όσον δεν διαζευχθή μέχρι του θανάτου της συνταξιούχου δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως και ο γάμος έλαβε χώραν τουλάχιστον δύο έτη προ του θανάτου της συνταξιούχου. Οπωσδήποτε δικαιούται ούτος συντάξεως ανεξαρτήτως χρόνου εγγάμου συμβιώσεως εάν: α)Ο θάνατος της συνταξιούχου επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον. 7.Τα θετά τέκνα δικαιούνται συντάξεως, εφ’ όσον η υιοθεσία έλαβε χώραν τουλάχιστον 5 έτη προ του θανάτου ή της χορηγήσεως της συντάξεως εις τον θετόν γονέα, ή ασχέτως χρόνου εφ’ όσον ο θάνατος επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. 8.Οι γονείς δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον είναι αποδεδειγμένως άποροι και η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα, ο δε πατήρ του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου είναι ανίκανος προς εργασίαν ή έχει συμπληρώσει το 65ον έτος της ηλικίας του. 9.Οι ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι και προγονοί εφ’ όσον είναι αποδεδειγμένως άποροι και η συντήρησίς των εβάρυνε τον θανόντα υπό τους αυτούς όρους και περιορισμούς υφ’ ους και τα τέκνα. 10.Οι ορφανοί μητρός και πατρός αδελφοί ή αδελφαί εφ’ όσον είναι αποδεδειγμένως άποροι και η συντήρησίς των εβάρυνε τον θανόντα, υπό τους αυτούς όρους και περιορισμούς υφ’ ους και τα τέκνα. Απονεμηθείσης συντάξεως εις πρόσωπον ή πρόσωπα τάξεώς τινος και εκλιπόντων τούτων δεν χωρεί απονομή συντάξεως εις τα πρόσωπα πάσης άλλης τάξεως. Γ.Πρόσωπα εκ των κατά τον παρόντα Κανονισμόν δικαιουμένων συντάξεως στερούνται παντός εξ αυτής δικαιώματος εάν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, ήθελον καταδικασθή δια πράξιν τελεσθείσαν εκ προμελέτης, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος ή η αναπηρία του ησφαλισμένου (ησφαλισμένης) ή ο θάνατος του συνταξιούχου (της συνταξιούχου). «Άρθρον 4.» Ποσόν Συντάξεως. «1.Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης ορίζεται ίσο προς το 1/5 του προσδιοριζόμενου κατωτέρω τεκμαρτού ημερομισθίου για κάθε 100 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση πέραν από τις 2.500 ή τις 1.000 στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος. Ως ημερομίσθιο για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής θεωρείται, για όσους μεν κατέχουν επαγγελματική άδεια ηλεκτροτεχνίτη, ραδιοτεχνίτη, ραδιοηλεκτρολόγου, γερανοδηγού, οποιασδήποτε κατηγορίας και ειδικότητας, ή πτυχίο ηλεκτρολόγου ραδιοηλεκτρολόγου, ηλεκτρονικού των προσηρτημένων σχολών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου ή άλλων Τεχνολογικών Επαγγελματικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ), το προβλεπόμενο από την ισχύουσα, κατά την επέλεση της ασφαλιστικής περίπτωσης, συλλογική σύμβαση εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, περιελικτών των βιομηχανικών επιχειρήσεων όλης της Χώρας. Για όσους δεν κατέχουν επαγγελματική άδεια ή πτυχίο σπουδών σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφαρμόζεται το προβλεπόμενο από την ισχύουσα οικεία ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, κατά τον ίδιο χρόνο, στην οποία ανήκει ο ασφαλισμένος, χωρίς το ημερομίσθιο αυτό να μπορεί να υπερβεί το ημερομίσθιο της ανωτέρω συλλογικής σύμβασης εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών κ.λ.π. των βιομηχανικών επιχειρήσεων. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το εν λόγω τεκμαρτό ημερομίσθιο είναι ίσο με το προβλεπόμενο από την ισχύουσα κατά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας (ημερομίσθιο ασφαλείας). Το ανωτέρω τεκμαρτό ημερομίσθιο, λαμβάνεται υπόψιν για τον καθορισμό των προσαυξήσεων, εφόσον έχουν αποδοθεί στο Ταμείο οι νόμιμες εισφορές επί ίσων τουλάχιστον αποδοχών, το δε συνολικό ποσό των προσαυξήσεων αυτών, δεν μπορεί να υπερβεί τα 10 ημερομίσθια, υπολογιζόμενα κατά τον προαναφερόμενο τρόπο». Η μέσα σε « » παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρου μόνου Π.Δ. 318/27 Αυγ. / 4 Σεπτ. 1996, ΦΕΚ Α΄ 216. (Διορθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 245 της 16 Οκτ. 1996). 2.Το σταθερόν ποσόν της συντάξεως προσαυξάνεται κατά ποσόν ίσον προς το εν πέμπτον (1/5) του ημερομησθίου του ησφαλισμένου ανά εκατόν (100) ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει πέραν του κατά την περίπτωσιν (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 1 απαιτουμένου εκάστοτε αριθμού ημερών εργασίας εν ασφαλίσει δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως λόγω γήρατος η των χιλίων πεντακοσίων (1.500) εν περιπτώσει αναπηρίας ή εξ εργατικού ατυχήματος. Το σύνολον των ούτως οριζομένων προσαυξήσεων δεν δύναται να υπερβή το ποσόν των δέκα (10) ημερομισθίων. (Αντί για τη σελ. 1531(β) Σελ. 1531(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 41 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 39.Ν.ι.4 248 Ως ημερομίσθιον του ησφαλισμένου δια την εφαρμογήν της παρούσης διατάξεως θεωρείται ο μέσος όρος των ημερησίων αποδοχών αυτού των 600 τελευταίων ημερών εργασίας εν ασφαλίσει προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, επί τη βάσει των οποίων κατεβλήθησαν αι αντίστοιχοι εισφοραί. 3.Αι κατά την συγκεφαλαίωσιν των πραγματοποιηθεισών ημερών εργασίας προκύπτουσαι ημέραι της τελευταίας εκατοντάδος, εάν μεν υπερβαίνουν τα πεντήκοντα (50) λογίζονται ως εκατόν (100), εάν δε είναι έως πεντήκοντα (50) παραλείπονται. 4.Εν περιπτώσει αναπηρίας εξ εργατικού ατυχήματος, το κατά τας προηγουμένας παραγράφους ποσόν της απονεμητέας συντάξεως προσαυξάνεται κατά 20%. 5.Κατά περίπτωσιν το ποσόν της απονεμητέας συντάξεως μετά των προσαυξήσεων και επιδομάτων, πλην του κατά την επομένην παράγραφον επιδόματος απολύτου αναπηρίας, δέν δύναται να υπερβή το 80% του κατά τον χρόνον θεμελιώσεως του συνταξιοδοτικού δικαιώματος προβλεπομένου υπό της ισχυούσης συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή διαιτητικής αποφάσεως δια τους ηλεκτροτεχνίτας βιομηχανίας ελαχίστου ορίου βασικού μηνιαίου μισθού αδειούχου ηλεκτροτεχνίτου. Ο ανωτέρω περιορισμός δεν ισχύει επί συντάξεων απονεμηθεισών επί τη βάσει των προϊσχυουσών διατάξεων, της επί πλέον διαφοράς συμψηφιζομένης με πάσαν αύξησιν εκ μελλοντικής αναπροσαρμογής των συντάξεων αυτών. 6.Εις τους συνταξιούχους του Ταμείου λόγω αναπηρίας, τους τελούντας εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία), καταβάλλεται προσωπικόν επίδομα ίσον προς τα 50% της κατά τα ανωτέρω διατάξεις απονεμητέας συντάξεως και εφ’ όσον χρόνον διαρκεί η κατάστασις αύτη. 7.Το ποσόν της υπό του Ταμείου χορηγουμένης μηνιαίας συντάξεως μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχμών χιλίων πεντακοσίων (1.500). Το ανωτέρω όριον κατωτάτης συντάξεως δεν ισχύει εν περιπτώσει απονομής μειωμένης συντάξεως λόγω γήρατος κατά το εδάφιον γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρ. 1 του παρόντος». Το άρθρ. 4 τροποποιηθέν μερικώς δια της υπ’ αριθ. 49682/Σ. 428 της 8/29 Αυγ. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 238) αποφ. Υπ. Εργασίας και της υπ’ αριθ. 7277/Σ. 125/1962 της 30 Νοεμ. /9 Δεκ. 1963 (ΦΕΚ Β΄ 543), ομοίας, αντικατεστάθη ολόκληρον ως άνω δια του άρθρ. 4 Π.Δ. 459 της 20/24 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Α΄ 142). Σελ.1532(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 42 Οικογενειακά επιδόματα Άρθρ.5.-«Στην απονεμομένη από το Ταμείο μηνιαία σύνταξη, προστίθεται μηνιαίο επίδομα οικογενειακών βαρών που ορίζεται σε ποσοστό 10% για τον ή τη σύζυγο και 5% για κάθε τέκνο και μέχρι 3 του πολύ και που υπολογίζεται στο μέσο όρο των συντάξεων του προηγουμένου έτους. Σαν μέσος όρος της σύνταξης θα νοείται το πηλίκο της διαίρεσης του συνολικού ποσού των μηνιαίων συντάξεων του προηγούμενου έτους εξαιρουμένων των Δώρων, επιδόματος αδείας και εκτάκτων οικονομικών ενισχύσεων δια του αριθμού των συνταξιούχων του τελευταίου μηνός. Προκειμένου περί τέκνων το εν λόγω επίδομα παρέχεται μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους». Το άρθρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 499/4-18 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 178). 39.Ν.ι.4 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ) 249 Ποσόν συντάξεως δικαιοδόχων Άρθρ.6.-1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως των δικαιουμένων τοιαύτης μελών οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου (ησφαλισμένης ή συνταξιούχου) ορίζεται εις ποσοστόν της κατά το άρθρ. 4 του παρόντος συντάξεως ην ελάμβανεν ο θανών (θανούσα) συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος (ησφαλισμένη), καθιστάμενος ανάπηρος κατά την ημέρα του θανάτου του ως κατωτέρω: «α)Εις την χήραν ή τον χήρον άνευ τέκνων τα 60%. Η περίπτ. α΄ ετροποποιήθη ως άνω δια του
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.