Αυτή η κανονιστική διάταξη καθορίζει τους κανόνες για την εκμίσθωση ακινήτων που ανήκουν στην Εκκλησιαστική Περιουσία, κυρίως μέσω δημόσιων δημοπρασιών.
4. ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΙΣ υπ’ αριθ. 4 της 10 Ιουλ./16 Αυγ. 1969 (ΦΕΚ Α΄ 158) Περί Εκμισθώσεως των Κτημάτων της Εκκλησιαστικής Περιουσίας. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπ’ όψει: α)Τας διατάξεις των παρ. 3 και 5 του άρθρου 42 του Ν.Δ. 126/1969 «περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». β)Την διάταξιν της παρ. 1 του άρθρου 51 του αυτού ως άνω Ν.Δ/τος. γ)Τας διατάξεις του άρθρου 13 του υπ’ αριθ. 4/1969 Κανονισμού «περί διοργανώσεως, συγκροτήσεως και λειτουργίας του ΟΔΔΕΠ». δ)Την διάταξιν της παρ. 5 του άρθρ. 31 του υπ’ αριθμ. 2/1969 Κανονισμού «περί Ιερών Ναών, Ενοριών και Εφημεριών». ε)Την από 10 Ιουλίου 1969 απόφασιν Αυτής, ΨΗΦΙΖΕΙ Την Κανονιστικήν Διάταξιν υπ’ αριθμ. 4 «περί εκμισθώσεως των κτημάτων της Εκκλησιαστικής Περιουσίας», έχουσα ούτω: ΤΡΟΠΟΣ ΕΚΜΙΣΘΩΣΕΩΣ Άρθρον 1 1.Τα κτήματα της κατά τα εν άρθρω 12 του υπ’ αριθμ. 4/1969 Κανονισμού οριζόμενα Εκκλησιαστικής Περιουσίας εκμισθούνται δια δημοπρασίας, εκτός αν ρητώς εν τη παρούση Κανονιστική Διατάξει αναφέρεται εξαίρεσις. Ως προς την εκμίσθωσιν ακινήτων ανηκόντων εις Ιερούς Ναούς ισχύουσι τα κατωτέρω οριζόμενα, εφ’ όσον δεν αντίκεινται εις τα εν άρθρ. 30-32 του υπ’ αριθ. 2/1969 Κανονισμού «περί Ιερών Μονών, Ενοριών και Εφημερίων» οριζόμενα. 2.Δύναται ο ΟΔΔΕΠ, κατόπιν αποφάσεως του οικείου Συμβουλίου ή του Διοικητικού αυτού, να λαμβάνη μέρος, άνευ των εν τη παρούση διατυπώσεων, εις τας παρά του Δημοσίου προκηρυσσομένας μειοδοτικάς δημοπρασίας μισθώσεως αστικών ή αγροτικών κτημάτων, προς χρήσιν του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, συμφώνως προς τους εν τη σχετική διακηρύξει των τελευταίων τούτων διαλαμβανομένους όρους. (Αντί της σελ. 349(α) Σελ.349(β) Τεύχος 375-Σελ. 143 Μισθώσεις ακινήτων Ο.Δ.Ε.Π. 33.Θ.γ.1-4 202 ΕΝΝΟΙΑ ΟΡΩΝ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ Άρθρ.9.-1.Η προσφορά εκάστου θεματιστού δέον να είναι ανωτέρα κατά 5% του ελαχίστου ορίου προσφοράς, του οριζομένου εν τη διακηρύξει, εφ’ όσον τούτο δεν υπερβαίνει τας δραχ. 50.000 ετησίου μισθώματος και κατά 3%, εφ’ όσον τούτο υπερβαίνει ταύτας. 2.Αι μεταγενέστεραι της πρώτης προσφοραί των θεματιστών δέον να είναι ανώτεραι κατά 2% τουλάχιστον εκάστης προηγουμένης. 3.Αι προσφοραί διατυπούνται προφορικώς, εκτός εάν εν τη διακηρύξει καθωρίσθη, ότι θέλουσι διατυπωθή εγγράφως, βελτιούμεναι προφορικώς κατά την διεξαγωγήν της δημοπρασίας. 4.Επιτρέπεται και η δια πληρεξουσίου συμμετοχή εις την δημοπρασίαν, του πλειοδοτούντος όμως πληρεξουσίου οφείλοντος να δηλώση μετά της προσφοράς του, ότι πλειοδοτεί δια λογαριασμόν άλλου, να προσαγάγη δε συγχρόνως και το προς τούτο νόμιμον πληρεξούσιον ή σχετικήν επιστολήν, δυνάμει της οποίας ανατίθεται αυτώ η πληρεξουσιότης, βεβαιουμένης της γνησιότητος της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος υπό του Δημάρχου ή του Προέδρου της Κοινότητος ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής. Εν περιπτώσει παραλείψεως τούτων, θεωρείται ούτος ως δι’ εαυτόν πλειοδοτών και αναλαμβάνων δι’ εαυτόν απάσας τας ευθύνας. 5.Η δημοπρασία διευθύνεται παρά των οικείων Προέδρων των Επιτροπών ή των οριζομένων αναπληρωτών ή αντιπροσώπων αυτών. Αι προσφοραί των πλειοδοτών διακηρύττονται παρά του κήρυκος μεγαλοφώνως και αναγράφονται εν τοις Πρακτικοίς κατά σειράν ως εκφωνούνται, μετά του ονοματεπωνύμου του πλειοδότου. 6.Πάσα προσφορά είναι υποχρεωτική δια τον πλειοδότην, η δε υποχρέωσις αύτη, μεταβιβαζομένη αλληλοδιαδόχως από του πρώτου εις τους ακολούθους, επιβαρύνει οριστικώς τον τελευταίον πλειοδότην. 7.Η προσφορά αποτελεί απόδειξιν του ότι ο πλειοδότης έλαβε γνώσιν των όρων διακηρύξεως, της συγγραφής των όρων και συμφωνιών της μισθώσεως και ότι αποδέχεται τούτους. ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ Άρθρ.10.-1.Περατωθείσης της δημοπρασίας, τα Πρακτικά υπογράφονται παρά των ενεργούντων ταύτην και των λοιπών θεματιστών, οίτινες και εισπράττουν τα τυχόν κατά την έναρξιν κατατεθέ Σελ. 354(γ) Τεύχος 506 - Σελ. 140 ντα τοις μετρητοίς δικαιώματα συμμετοχής ή παραλαμβάνουν τας αποδείξεις καταθέσεως ή παρακαταθήκης, περί ως εν παρ. 2 του άρθρ. 8, μετά της εντολής προς την παρ’ η η κατάθεσις Τράπεζαν ή Ταμείον, προς επιστροφήν αιτοίς του αντικειμένου της καταθέσεως. 2.Ο τελευταίος υπερθεματιστής υπογράφει και αυτός τα Πρακτικά, υποχρεούμενος όπως μέχρι και της επομένης της δημοπρασίας, εάν μεν κατέθηκε δικαίωμα συμμετοχής εις μετρητά, συμπληρώση και καταθέση το ποσόν τούτο υπέρ του εκμισθωτού, κατά τρόπον ώστε να ισούται τούτο προς το 1/6 της τελευταίας προσφοράς αυτού ενός έτους, λόγω εγγυήσεως παρ’ αυτού προσφερομένης δια την ακριβή τήρησιν των όρων της συμβάσεως, επιστρεφομένης ατόκως μετά την λήξιν της μισθώσεως και παράδοσιν του μισθίου κατά τα συμπεφωνημένα, εάν δε κατέθηκε δικαίωμα συμμετοχής εις χρεώγραφα ή εγγυητικήν επιστολήν, ν’ αντικαταστήση ταύτα δια μετρητών, κατά τρόπον καλύπτοντα το άνω ποσοστόν και προς τον αυτόν σκοπόν, εκτός αν άλλως ορίζηται εν τη διακηρύξει. Εάν εν τη διακηρύξει, προκειμένης δημοπρασίας, περί ης αι παρ. 2 και 3 του άρθρ. 3, ωρίσθη, ότι ο τελευταίος πλειοδότης θα παράσχη εγγύησιν χρηματικήν μείζονα ή εγγυητικήν επιστολήν Τραπέζης ή άλλην τινά κατά την κρίσιν του αρμοδίου Συμβουλίου, καλύπτουσαν τα εκ της μισθώσεως δικαιώματα του εκμισθωτού ο τελευταίος υπερθεματιστής οφείλει να καταθέση ταύτην εντός τριών ημερών από της δημοπρασίας απροφασίστως. «3.Εν παραλείψει του τελευταίου πλειοδότου προς κατάθεσιν της εγγυήσεως ταύτης, θεωρείται ότι ούτος παραιτείται της δημοπρασίας και του εκ ταύτης αποτελέσματος και εκπίπτει από παντός δικαιώματος. Η δημοπρασία επαναλαμβάνεται εις βάρος και δια λογαριασμόν τούτου το ταχύτερον δυνατόν, την αυτήν ώραν και εις τον αυτόν τόπον και καταπίπτει υπέρ του εκμισθωτού το κατατεθέν δικαίωμα συμμετοχής του εκπεσόντος λόγω ποινικής υπέρ αυτού ρήτρας». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 15 της Κ.Δ. 6 της 13 Οκτ. / 17 Νοεμ. 1969 (ΦΕΚ Α΄ 235). 33.Θ.γ.4 Μισθώσεις ακινήτων Ο.Δ.Ε.Π. 207 Άρθρ.11.-(Κατηργήθη αφ’ ης ίσχυσε δια του άρθρ. 4 της Κ.Δ. 16 της 10 Οκτ. / 8 Νοεμ. 1971, ΦΕΚ Α΄ 227). ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΥΡΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ Άρθρον 12 «1.Η Επιτροπή Δημοπρασιών ή η Τράπεζα διαβιβάζει το πρακτικόν της δημοπρασίας προς το αρμόδιον Συμβούλιον δια την λήψιν αποφάσεως περί εγκρίσεως ή ακυρώσεως τούτου». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 6 άρθρ. 2 της Κ.Δ. 7 της 25 Ιουν. / 31 Ιουλ. 1970 (ΦΕΚ Α΄ 161). 2.Αρμόδιον όργανον προς έγκρισιν των Πρακτικών είναι δια μεν τας δημοπρασίας της περιφερείας των Ιερών Μητροπόλεων το οικείον Π.Δ.Σ., δια δε την περιφέρειαν της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών ο Διοικητής του ΟΔΔΕΠ τη εντολή του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου ή το Μ.Ε.Σ., προκειμένου περί εκμισθώσεων ακινήτων Ναών αυτής. 3.Η απόφασις εγκρίσεως ή ακυρώσεως των Πρακτικών τίθεται, ως προς το συμφέρον του αποτελέσματος της δημοπρασίας, υπό την απόλυτον κρίσιν του δια του παρόντος καθισταμένου αρμοδίου οργάνου. 4.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 4 του υπ’ αριθ. 54 / 1974 Κανονισμού, τόμ. 33 σελ. 52, 279). 5.Η επί των Πρακτικών απόφασις κοινοποιείται εις την Τράπεζαν το ταχύτερον. ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΙΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΝ Άρθρον 13 1.Μετά δύο τουλάχιστον δημοπρασίας, εάν συντρέχωσιν αποχρώντες κατά την κρίσιν του αρμοδίου Συμβουλίου λόγοι, δύναται να διαταχθή τελειωτική δημοπρασία, της οποίας το αποτέλεσμα θεωρείται πλέον οριστικόν, οσάκις δε πρόκειται περί μισθώσεως δικαιώματος συλλογής ελαιοκάρπου ή άλλων προϊόντων, υποκειμένων εις φθοράν, η Δευτέρα δημοπρασία είναι τελειωτικώς υποχρεωτική. «2.Εις περίπτωσιν καθ’ ην και μετά την ενέργειαν της δευτέρας δημοπρασίας δεν παρουσιασθή πλειοδότης ή δεν επιτευχθή ικανοποιητικόν αποτέλεσμα, το οικείον Π.Δ.Σ. δύναται να εγκρίνη την δι’ ιδιαιτέρας συμφωνίας μονοετή εκμίσθωσιν επί τη βάσει υπευθύνου δηλώσεως του ενδιαφερομένου, υπέχοντος απέναντι του εκμισθωτού απάσας τας δια της παρούσης προβλεπομένας υποχρεώσεις και ευθύνας του τελευταίου εν δημοπρασία πλειοδότου και κατόπιν καταθέσεως εγγυήσεως ισουμένης προς το 1/6 του προσφερομένου ετησίου μισθώματος. Εν περιπτώσει ταύτη ως ημερομηνία δημοπρασίας θεωρείται η εν τη δηλώσει του ενδιαφερομένου αναγραφομένη τοιαύτη». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 16 της Κ.Δ. 6 της 13 Οκτ. / 17 Νοεμ. 1969 (ΦΕΚ Α΄ 235). «3.Κατόπιν της διενεργείας αγόνου δημοπρασίας, δύναται το αρμόδιον Συμβούλιον να τροποποιήση ελευθέρως τους όρους ταύτης, ως και το όριον εκκινήσεως, δια νέας δημοπρασίας, εχούσης τον χαρακτήρα αρχικής τοιαύτης. Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 5 της Κ.Δ. 16 της 10 Οκτ. / 8 Νοεμ. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 227). ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑΣ Άρθρον 14 1.Η δημοπρασία επαναλαμβάνεται: α)Αυτοδικαίως υπό τας εξής περιπτώσεις: Ι)Όταν δεν παρουσιασθή κατ’ αυτήν πλειοδότης. ΙΙ)Όταν ματαιωθή αύτη λόγω μη απαρτίας της Επιτροπής της δημοπρασίας. β)Εξ υπαιτιότητος του αναδειχθέντος τελευταίου πλειοδότου: Ι)Εάν μετά το πέρας της δημοπρασίας αρνηθή ούτος να υπογράψη τα Πρακτικά ταύτης. ΙΙ)Εάν δεν εμφανισθή εις το διεξαγαγόν την δημοπρασίαν Κατάστημα προς κοινοποίησιν αυτώ της εγκρίσεως της δημοπρασίας εντός της προθεσμίας του άρθρ. 16 της παρούσης. ΙΙΙ)Εάν δεν χορηγήση την εγγύησιν, εντός της προθεσμίας του άρθρ. 10 της παρούσης και ΙV)Εάν δεν προσέλθη προς υπογραφήν του συμβολαίου, ως εν άρθρ. 17 της παρούσης ορίζεται. γ)Αποφάσει του αρμοδίου Συμβουλίου ή οργάνου. Όταν κρίνη ταύτην ακυρωτέαν ή λόγω του ασυμφόρου του αποτελέσματος ή λόγω παραβάσεως των εν τοις προηγουμένοις άρθροις αναφερομένων ουσιωδών τύπων. 2.Καθ’ ας περιπτώσεις η δημοπρασία επαναλαμβάνεται υπαιτιότητι του τελευταίου πλειοδότου, αύτη διεξάγεται εις βάρος και δια λογαριασμόν αυτού, δικαιούται δε ο εκμισθωτής να εγγράφη υποθήκην επί της ακινήτου περιουσίας του τελευταίου πλειοδότου, προς ασφάλειαν του επιτευχθέντος κατά την ακυρωθείσαν δημοπρασίαν ή του οφειλομένου μισθώματος και πάσης άλλης εντεύθεν προερχομένης αξιώσεως αυτού. (Αντί της σελ. 355(γ) Σελ.355(δ) Τεύχος 529 - Σελ. 105 Μισθώσεις ακινήτων Ο.Δ.Ε.Π. 33.Θ.γ.4 208 ΤΡΟΠΟΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑΣ Άρθρον 15 1.Η επαναληπτική δημοπρασία κηρύσσεται δια περιληπτικής διακηρύξεως του αρμοδίου οργάνου, αναφερομένης εις τους όρους της πρώτης διακηρύξεως, διενεργείται δε μετά 3 τουλάχιστον ημέρας, αφ’ ης αύτη εν αντιγράφω τοιχοκολληθή εκεί, όπου διεξάγεται η δημοπρασία. Δημοσιεύσεις της περιληπτικής διακηρύξεως ενεργούνται κατά την κρίσιν του αρμοδίου υπηρεσιακού οργάνου, δια των τοπικών ή των Αθηναϊκών εφημερίδων, δύο τουλάχιστον ημέρας προ της διενεργείας της επαναληπτικής δημοπρασίας. 2.Η διακήρυξις προς επανάληψιν της δημοπρασίας εκδίδεται το ταχύτερον δυνατόν από α)Της ημέρας της αγόνου ή ματαιωθείσης δημοπρασίας. β)Της ημέρας, καθ’ ην ο τελευταίος πλειοδότης ήθελε κηρυχθή έκπτωτος, συμφώνως προς την παρ. 3 του άρθρ. 10 της παρούσης. γ)Της λήψεως αποφάσεως παρά του αρμοδίου Συμβουλίου ή του Διοικητού του ΟΔΔΕΠ περί επαναλήψεως της δημοπρασίας, λόγω ή ασυμφόρου ή παρατυπίας. 3.Εις περίπτωσιν επαναλήψεως της δημοπρασίας εις βάρος του τελευταίου πλειοδότου, το αρμόδιον όργανον ορίζει ως ελάχιστον όριον κατ’ αρχάς το επ’ ονόματι του ου εις βάρος διενεργείται η δημοπρασία κατακυρωθέν ποσόν, μειούμενον κατά την διεξαγωγήν της δημοπρασίας, μέχρις ου επιτευχθή προσφορά. ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΥΡΟΥΣ ΤΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΝ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΤΗΡΙΟΥ Άρθρον 16 «1.Η έγκρισις του πρακτικού κοινοποιείται εντός πενθημέρου παρά του ΟΔΔΕΠ ή της Τραπέζης από της γνωστοποιήσεως εις αυτήν της εγκρίσεως, δι’ εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει ή δια Δικαστικού Κλητήρος προς τον τελευταίον πλειοδότην εις την δηλωθείσαν παρά τούτου διεύθυνσιν κατοικίας». 2.Ο τελευταίος πλειοδότης τεκμαίρεται ως διορίσας δια της συμμετοχής του εις την δημοπρασίαν τον Γραμματέα Πρωτοδικών της περιοχής, ένθα διεξήχθη η δημοπρασία, ως αντίκλητόν του δια πάσαν κοινοποίησιν προς αυτόν παντός εγγράφου συνεπώς και δια την κοινοποίησιν προς αυτόν και της εν εδαφ. 1 του παρόντος ανακοινώσεως, ως και παντός δικογράφου ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, αναφερομένου εις την υπό κατάρτισιν μίσθωσιν και την δημοπρασίαν εν γένει. Σελ. 356(δ) Τεύχος 529 - Σελ. 106 «3.Άμα τη ανακοινώσει της εγκρίσεως του πρακτικού της δημοπρασίας προς τον τελευταίον πλειοδότην, ούτος καλείται, όπως προσέλθη εν τοις γραφείοις του εκμισθωτού ή εν τω Καταστήματι ή Υποκαταστήματι της Τραπέζης προς υπογραφήν του μισθωτηρίου, εις τακτήν ημέραν και ώραν οριζομένην εντός τριών ημερών από της ανακοινώσεως». Αι παρ. 1 και 3 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 7 και 8 αντιστοίχως άρθρ. 2 της Κ.Δ.7 της 25 Ιουν. /31 Ιουλ. 1970 (ΦΕΚ Α΄ 161). YΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΤΗΡΙΟΥ Άρθρον 2 1.Όπου εν τη παρούση αναφέρεται ο όρος «αρμόδιον Συμβούλιον» νοούνται ή το Κεντρικόν Διοικητικόν Συμβούλιον του ΟΔΔΕΠ ή τα κατά τόπους Περιφερειακά Διοικητικά Συμβούλια αυτού ή τα Συμβούλια των Εκκλησιαστικών Νομικών Προσώπων ή και τα μεν και τα δε. 2.Υπό τον όρον «Τράπεζα» νοούνται το Κεντρικόν Κατάστημα της εχούσης την διαχείρισιν της περιουσίας Τραπέζης ή τα εκασταχού Υποκαταστήματα αυτής ή και αμφότερα. Εν περιπτώσει καθ’ ην ο ΟΔΔΕΠ ήθελεν αναθέσει εις έτερον παρεμφερή Οργανισμόν το έργον τούτο της διαχειρίσεως, θα νοούνται αντιστοίχως το Κεντρικόν Κατάστημα τούτου ή τα εκασταχού Παραρτήματα αυτού ή και αμφότερα. Ομοίως εν περιπτώσει καθ’ ην ήθελεν ούτος δημιουργήσει ιδίαν υπηρεσίαν διαχειρίσεως, υπό τον όρον τούτον να νοούνται το Κεντρικόν Κατάστημα ταύτης ή τα εκασταχού Παραρτήματα ταύτης ή και αμφότερα. 3.Υπό τον όρον «τελευταίος πλειοδότης» ή «υπερθεματιστής» νοείται ο κατά την δημοπρασίαν αναδειχθείς τοιούτους και κατονομαζόμενος ούτω, μέχρι και της υπογραφής του σχετικού μισθωτηρίου συμβολαίου, και υπό τον όρον «μισθωτής» νοείται ο αυτός, μετά την υπογραφήν του μισθωτηρίου συμβολαίου. Η ΧΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ Άρθρον 17 1.Μετά την έγκρισιν των Πρακτικών και εν συνεχεία της εν άρθρ. 16 κοινοποιήσεως της σχετικής αποφάσεως και προσκλήσεως, συντάσσεται επιμελεία του εκμισθωτού ή της Τραπέζης το μισθωτήριον, καθορίζον το μίσθιον, τον σκοπόν της μισθώσεως και την διάρκειαν, το μίσθωμα, τον τρόπον και τον τόπον καταβολής του, το ποσόν της εγγυήσεως, αποδοτέας ατόκως μετά την παράδοσιν του μισθίου ελευθέρου και άνευ φθορών πέραν της συνήθους χρήσεως κατά την λήξιν της μισθώσεως και καταπιπτούσης υπέρ του εκμισθωτού, εν περιπτώσει λύσεως της μισθώσεως λόγω παραβάσεως όρου της συμβάσεως, το αναφερόμενον εις τους όρους διακηρύξεως και την συγγραφήν υποχρεώσεων. 2.Το συμφωνητικόν τούτο συντάσσεται υπό συμβολαιογραφικόν τύπον, μόνον εφ’ όσον ο χρόνος της προβλεπομένης μισθώσεως είναι μείζων των 5 ετών. 3.Το μισθωτήριον υπογράφει ο εκμισθωτής ή ως εκπρόσωπος τούτου ο Διευθυντής του Καταστήματος ή Υποκαταστήματος της Τραπέζης όπου διεξάγεται η δημοπρασία. 33.Θ.γ.4 Μισθώσεις ακινήτων Ο.Δ.Ε.Π. 209 4.Συν τη υπογραφή του μισθωτηρίου συμβολαίου, ο μισθωτής υποχρεούται εις καταβολήν προς τον εκμισθωτήν και μισθώματος ενός τουλάχιστον μηνός, προκειμένου δε περί αγροτικών κτημάτων ενός τριτομορίου. 5.Τα έξοδα δημοσιεύσεως διακηρύξεων, ως και τα κηρύκεια και λοιπά έξοδα δημοπρασιών, υπολογιζόμενα εκάστοτε υπό του ΟΔΔΕΠ ή της Τραπέζης, ως και τα τέλη πάσης φύσεως και έξοδα συντάξεως του μισθωτηρίου συμβολαίου βαρύνουσι μονομερώς τον μισθωτήν και καταβάλλονται παρ’ αυτού, κατά την υπογραφήν τούτου. 6.Μόνον μετά την υπογραφήν του μισθωτηρίου συμβολαίου, ο μισθωτής παραλαμβάνει εις την χρήσιν αυτού το μίσθιον, θεωρούμενος ότι εξήτασε τούτο και εύρε τούτο της απολύτου αρεσκείας του, κρίνων ότι το παρ’ αυτού προσενεχθέν μίσθωμα είναι δίκαιον και εύλογον και ανταποκρινόμενον εις την μισθωτικήν αξίαν του μισθίου. 7.Ο εκμισθωτής ή η Τράπεζα, μετά την υπογραφήν, υποχρεούται εις κατάθεσιν πρωτοτύπου του υπογραφέντος μισθωτηρίου παρά τη Οικονομική Εφορία, εφ’ όσον προς τούτο υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωσις. 8.Εν αρνήσει του τελευταίου πλειοδότου προς υπογραφήν του μισθωτηρίου, περί ου ανωτέρω, ή εν μη προσελεύσει αυτού, συντάσσεται περί του γεγονότος τούτου Πρακτικόν, εις ειδικόν βιβλίον καταχωριζόμενον, μεθ’ ο θεωρείται, ότι ο τελευταίος πλειοδότης εξέπεσε των εκ της δημοπρασίας δικαιωμάτων του αυτοδικαίως, ότι καταπίπτει υπέρ του εκμισθωτού η παρά τω ΟΔΔΕΠ παρ’ αυτού κατατεθείσα εγγύησις και ότι επέρχονται αι ζημιογόνοι εις βάρος αυτού συνέπειαι της παρ. 3 του άρθρ. 10 και άρθρ. 14 της παρούσης, επαναλαμβανομένης της δημοπρασίας εις βάρος και δια λογαριασμόν αυτού. ΥΠΟΧΡΕΩΣΙΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΤΟΥ ΚΑΛΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΙΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΥΩΝ Άρθρ.18.-Καθ’όλον το διάστημα της μισθώσεως, ο μισθωτής υποχρεούται να χρησιμοποιήση καλώς το μίσθιον, επισκευάζων το πολύ εντός 10 ημερών από της επελεύσεώς των τας τυχόν επερχομένας εις αυτό πέραν της συνήθους χρήσεως φθοράς. Εν περιπτώσει μη επισκευής τούτων εντός του άνω χρονικού διαστήματος, δικαιούται ο εκμισθωτής ή να προβή εις την επισκευήν εκ της παρ’αυτώ εγγυήσεως και να αξιώση την καταβολήν αυτώ διπλασίου του καταβληθέντος ποσού παρά του μισθωτού, προς κάλυψιν της δαπάνης και καταβολήν ισοπόσου ποινικής ρήτρας υπέρ του εκμισθωτού, ή να προβή εις έξωσιν του μισθωτού εκ του μισθίου και εις επέλευσιν πασών των ζημιογόνων εις βάρος τούτου συνεπειών, δια της καταπτώσεως υπέρ του εκμισθωτού της κατατεθειμένης εγγυήσεως, ως και των μη δεδουλευμένων μισθωμάτων, λόγω ποινικής ρήτρας και αποζημιώσεως. ΛΗΞΙΣ ΚΑΙ ΛΥΣΙΣ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ Άρθρ.19.-Ληξάσης της μισθώσεως, η παρά του μισθωτού καταβληθείσα εγγύησις αποδίδεται αυτώ ατόκως παρά του ΟΔΔΕΠ δια της Τραπέζης, εφ’ όσον ο μισθωτής εποιήσατο καλήν χρήσιν του μισθίου και δεν κατέλιπε φθοράς εν αυτώ, πέραν της συνήθους χρήσεως και εφ’ όσον εξώφλησε πλήρως άπαντας τους λογαριασμούς ύδατος, ηλεκτρικού ρεύματος, αεριόφωτος, θερμάνσεως και ενδεχομένως κοινοχρήστων. 2.Εν τυχόν υπάρξει ζημιών εν των μισθίω, πέραν της συνήθους χρήσεως, και ανεξοφλήτων λογαριασμών, περί ων ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται, όπως εκ της παρ’ αυτώ κατατεθειμένης εγγυήσεως προβή εις τας επιβαλλομένας επισκευάς και εξοφλήση τους λογαριασμούς, επιφυλάσσων εις εαυτόν παν δικαίωμα, όπως αναζητήση την καταβολήν αυτώ αποζημιώσεως δια τας πέραν του ποσού της εγγυήσεως ζημίας. 3.Εν λύσει της μισθώσεως και εξώσει του μισθωτού λόγω παραβάσεως οιουδήποτε των όρων της μισθώσεως, η εγγύησις, ως και τα μη δεδουλευμένα μισθώματα καταπίπτουν υπέρ του μισθωτού, λόγω ποινικής ρήτρας και αποζημιώσεως. ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΜΙΣΘΩΤΑΣ Άρθρ.20-1.Δύναται το αρμόδιον Συμβούλιον να αποδέχεται αιτήσεις μισθωτών προς αζήμιον λύσιν της μισθώσεως, εν περιπτώσει υπάρξεως σοβαρών λόγων, αφορώντων εις το πρόσωπον του μισθωτού ή και εις το μίσθιον. 2.Εν τη περιπτώσει αποδοχής της τοιαύτης αιτήσεως, ο αποχωρών μισθωτής αναλαμβάνει τα βάρη της μισθώσεως εντός του μισθωτικού χρόνου, μέχρι της συνάψεως νέας τοιαύτης κατά τας διατάξεις της παρούσης, με το αυτό τουλάχιστον μίσθωμα. 3.Εν υπάρξει λόγων, περί ων η παρ. 1 του παρόντος άρθρου, δύναται το αρμόδιον Συμβούλιον να παρέχη εις τον μισθωτήν το δικαίωμα υπεκμισθώσεως προς τρίτον, υπό τον όρον όμως, ότι ο υπομισθωτής ούτος θα δεσμεύεται και έναντι του εκμισθωτού, ως και ο μισθωτής, ευθυνόμενος εις ολόκληρον μετ’ αυτού κατά πάντα. ΕΚΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΕΥ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑΣ Άρθρ.21.-1.Εκκλησιαστικά κτήματα εκμισθούνται άνευ δημοπρασίας μόνον εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Δια χρονικόν διάστημα μέχρι το πολύ δύο ετών, μετ’ απόφασιν του οικείου Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΔΔΕΠ, προς τρίτους κατέχοντας ταύτα, από τριετίας τουλάχιστον, και προς εξώδικον εξομάλυνσιν υφισταμένης περί την διακα(Αντί της σελ. 357(β) Σελ. 357(γ) Τεύχος 434-Σελ. 139 Μισθώσεις ακινήτων Ο.Δ.Ε.Π. 33.Θ.γ.4 210 τοχήν διαφοράς, και εφ’ όσον ούτοι ήθελον ανεπιφυλάκτως και εγγράφως δηλώσει, ότι αναγνωρίζουσι τα επί του κτήματος δικαιώματα του ΟΔΔΕΠ, ως και την κατά περίπτωσιν κυριότητα και νομήν των Ιερών Μονών, Ιερών Ναών, Εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων, κλπ. β)Εφ’ όσον εις δημοπρασίαν εκμισθώσεως κτήματος, δις τουλάχιστον ενεργηθείσαν, δεν προσήλθε πλειοδότης ή εφ’ όσον η προσφορά του τελευταίου πλειοδότου δεν κρίνεται ικανοποιητική, μετά γνώμην του αρμοδίου Συμβουλίου και εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος υποβάλη αίτησιν και δηλώση αποδοχήν ανεπιφύλακτον των όρων της διακηρύξεως, της συγγραφής υποχρεώσεων και των διατάξεων της παρούσης και συγχρόνως καταθέση εγγύησιν, ισουμένην προς το 1/6 του προσφερομένου ετησίου μισθώματος κατά τα εν τη παρούση αναφερόμενα. Η χρονική διάρκεια της μισθώσεως ταύτης δεν δύναται να είναι μείζων της υπό της διακηρύξεως οριζομένης τοιαύτης. γ)Δια το χρονικόν διάστημα μέχρι 2 ετών, εφ’ όσον το μηνιαίον μίσθωμα κατά την κρίσιν Εκτιμητικής Επιτροπής δεν είναι δυνατόν να είναι μείζον των δρχ. 500 μηνιαίως και δ)Δια το χρονικόν διάστημα μέχρι μιας τριετίας, εφ’ όσον ο αιτών, τυγχάνων μισθωτής κατόπιν δημοπρασίας κτήματος ή οικοδομής, επιζητεί παράτασιν της μισθωτικής διαρκείας και προσφέρεται εις καταβολήν του καταβαλλομένου μισθώματος, προσαυξανομένου κατά 15% δι’ έκαστον παρατεινόμενον έτος. 2.Το αρμόδιο Συμβούλιον του ΟΔΔΕΠ χωρεί εις εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου τούτου κατά την απόλυτον κρίσιν αυτού. ΛΥΣΙΣ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ ΛΟΓΩ ΕΚΠΟΙΗΣΕΩΣ Ή ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ Άρθρ.22.–1.α)Εφ’ όσον το μίσθιον τυγχάνει οικοδομή ή εν γένει αστικόν κτήμα, χαρακτηριζόμενον ως τοιούτον και υπό του αρμοδίου Συμβουλίου εν τη διακηρύξει της δημοπρασίας, η πώλησις του μισθίου ή η ανοικοδόμησις τούτου παρά του ΟΔΔΕΠ ή του εις ο ανήκει τούτο Εκκλησιαστικού Νομικού Προσώπου, κατά την διάρκειαν της μισθώσεως, συνεπάγεται την διάλυσιν αυτής, μετά τρεις μήνας από της περί τούτου εγγράφου ειδοποιήσεως του μισθωτού, του όρου τούτου αναγραφομένου εν τε τη διακηρύξει και τω μισθωτηρίω συμβολαίω. β)Εκ της τοιαύτης διαλύσεως δεν γεννάται υπέρ του μισθωτού δικαίωμα αποζημιώσεως, ειμή μόνον δικαίωμα αναλήψεως του μη δεδουλευμένου μισθώματος, εις περίπτωσιν καθ’ ην ήδη ούτος κατέβαλε τούτο. γ)Λυθείσης ούτω της μισθώσεως, παν δικαίωμα συσταθέν υπό του μισθωτού υπέρ τρίτου θεωρείται μη υφιστάμενον απέναντι του εκμισθωτού. Σελ. 358(γ) Τεύχος 434 – Σελ. 140 2.«Εφ’ όσον το μίσθιον τυγχάνει αγροτικόν κτήμα και η διάρκεια της μισθώσεως είναι μείζων του έτους, αύτη, εν περιπτώσει πωλήσεως του κτήματος ή αξιοποιήσεως τούτου παρά του Ο.Δ.Δ.Ε.Π. ή του, εις ο ανήκει τούτο, Εκκλησιαστικού Νομικού Προσώπου, λύεται μετά την εκ της καλλιεργείας, συγκομιδήν, μη ευθυνομένου του εκμισθωτού εις αποζημίωσιν του μισθωτού, δια την τοιαύτην λύσιν της μισθώσεως. α)Δια τας βοσκησίμους εν γένει εκτάσεις, χειμερινάς τε και θερινάς η δήλωσις περί λύσεως της μισθώσεως δέον να έχη πραγματοποιηθή προ ενός έτους, εφ’ όσον η υφισταμένη μίσθωσις συνωμολογηθή δια δύο και πλέον έτη, εάν όμως είναι μικροτέρα απαιτείται δήλωσις προ 4 τουλάχιστον μηνών και η λύσις επέρχεται πάντοτε, ως ακολούθως. Προκειμένου περί χειμερινών βοσκών, άμα τη λήξει της χειμερινής περιόδου, εντός της οποίας εγένετο η πώλησις, ήτοι εις οιανδήποτε χρονολογίαν από 26ης Οκτωβρίου έως 23ης Απριλίου του αμέσως επομένου έτους καθ’ ο εγένετο η πώλησις. Προκειμένου δε περί θερινών βοσκών, άμα τη λήξει της θερινής περιόδου, ήτοι την 26ην Οκτωβρίου». Η παρ. 2 μέχρι και του τέλους του εδαφ. α, ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 6 της Κ.Δ. 16 της 10 Οκτ. / 8 Νοεμ. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 227). β)Προκειμένου περί ελαιώνων, η λύσις της μισθώσεως αυτών δια της πωλήσεως επέρχεται, εάν μεν η υφισταμένη μίσθωσις έχη γίνει δι’ έν ή δύο έτη, άμα τη λήξει της χρονικής περιόδου της διαρκείας της μισθώσεως, εάν δε έχη γίνει δια τέσσαρα έτη, εάν η πώλησις γίνη προ του Φεβρουαρίου από του οποίου άρχεται το τρίτον έτος της μισθώσεως, η μίσθωσις λύεται από του Φεβρουαρίου τούτου, εάν δε η πώλησις γίνημετά τον Φεβρουάριον τούτον, η μίσθωσις δεν λύεται δια της πωλήσεως μέχρι της λήξεως αυτής, και 33.Θ.γ.4 Μισθώσεις ακινήτων Ο.Δ.Ε.Π. 211 γ)Προκειμένου περί άλλων αγροκτημάτων, η λύσις της μισθώσεως δια της πωλήσεως επέρχεται τον Σεπτέμβριον, όστις υπάρχει εις το από της πωλήσεως μέχρι συμπληρώσεως ενός έτους χρονικόν διάστημα, ήτοι τον προσεχή από της πωλήσεως Σεπτέμβριον. ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΔΑΣΩΝ, ΟΡΥΧΕΙΩΝ, ΛΑΤΟΜΕΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ Άρθρον 23 «1.Προκειμένου περί μισθώσεως δασών, πλην των εν τη παρούση και των εν τη συγγραφή των υποχρεώσεων αναφερομένων όρων, λογίζονται υπονοούμεναι και οι υπό των νόμων δια την εκμετάλλευσιν ιδιωτικών δασών οριζόμενοι. 2.Επί μισθώσεως ορυχείων, λατομείων ή μεταλλείων, τελούντων υπό την διοίκησιν του ΟΔΔΕΠ και των λοιπών Εκκλ. Νομικών Προσώπων, δύνανται να εφαρμοσθούν τα υπό των οικείων διατάξεων περί δημοσίων ορυχείων, λατομείων και μεταλλείων οριζόμενα. 3.Αι σχετικαί αιτήσεις περί διενεργείας ερεύνης και εκμεταλλεύσεως λατομικών και μεταλλευτικών περιοχών ανηκουσών εις την Εκκλησιαστικήν περιουσίαν, υποβάλλονται εις τα οικεία Νομικά Πρόσωπα της Εκκλησίας, αι δε συμβάσεις μισθώσεως τούτων καταρτίζονται υπ’ αυτών κατόπιν γνωμοδοτήσεως του ΟΔΔΕΠ, όστις εξετάζει τας περιπτώσεις ταύτας και γνωμοδοτεί περί των όρων των συμβάσεων τούτων». Το άρθρ. 23 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 της υπ’ αριθ. 63 της 10 Αυγ. / 27 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Α΄ 266) Καν. Διατάξεως. ΕΚΜΙΣΘΩΣΙΣ ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΩΝ ΚΤΗΜΑΤΩΝ Άρθρον 24 1.α)Επί γεωργικών εκκλησιαστικών κτημάτων, κειμένων μακράν της έδρας του ΟΔΔΕΠ ή της έδρας του Περιφερειακού Διοικητικού Συμβουλίου και του Καταστήματος της Τραπέζης, δύναται μετά σχετικήν απόφασιν του αρμοδίου Συμβουλίου, να διεξαχθή η δημοπρασία μισθώσεως μέχρι δύο ετών, ενώπιον Τριμελούς Επιτροπής, οριζομένης υπό του οικείου Μητροπολίτου ή του Διοικητού του ΟΔΔΕΠ. β)Εν τη περιπτώσει ταύτη, το αρμόδιον όργανον επιμελείται της δημοσιεύσεως της διακηρύξεως, δια τοιχοκολλήσεως εις τον ΟΔΔΕΠ, το Δημοτικόν ή Κοινοτικόν Κατάστημα και τον ενοριακόν Ναόν της περιφερείας του κτήματος δέκα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.