📄 Κείμενο νόμου
11. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 9/24 Αυγ. 1932 (ΦΕΚ Α΄ 275) Περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του Νόμ. 5351 ως και των εν ισχύϊ σχετικών διατάξεων των Νόμ. ΒΧΜΣΤ΄, 2447, 491, 4823 και του Ν.Δ. της 12/16 Ιουν. 1926 εις έν ενιαίον κείμενον Νόμου, φέρον τον αριθ. 5351 και τον τίτλον «περί αρχαιοτήτων». Έχοντες υπ’ όψει το άρθρ. 55 του Νόμ. 5351 προτάσει του Ημετέρου επί της Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Αι διατάξεις του Νόμ. 5351 ως και αι εν ισχύϊ διατάξεις των Νόμ. ΒΧΜΣΤ΄ 491, 2447, 4823 και του Ν.Δ. 12/16 Ιουν. 1926 κωδικοποιούνται εις έν ενιαίον κείμενον Νόμου φέρον τον αριθ. 5351 και τον τίτλον «περί αρχαιοτήτων» έχον ως έπεται: Περί αρχαιοτήτων καθόλου Άρθρ.1.-Πάντα τα εν Ελλάδι και οιοισδήποτε Εθνικοίς κτήμασιν, εν ποταμοίς, λίμναις και εν τω πυθμένι της θαλάσσης, προς δε εν δημοτικοίς, μοναστηριακοίς και ιδιωτικοίς κτήμασιν ευρισκόμενα αρχαία, κινητά τε και ακίνητα, από των αρχαιοτάτων χρόνων και εφεξής, είναι ιδιοκτησία του Κράτους. Κατ’ ακολουθίαν το δικαίωμα και η φροντίς περί αναζητήσεως και διασώσεως τούτων εν δημοσίοις Μουσείοις ανήκει εις το Κράτος. Πάσα προς τον σκοπόν τούτον ενέργεια υπάγεται εις την δικαιοδοσίαν του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρ. 1 Νόμ. ΒΧΜΣΤ΄). Άρθρ.9.-Περί του διατηρητέου ακινήτου αρχαίου αποφαίνεται το βραδύτερον εντός μηνός από της δηλώσεως αυτού ο αρχαιολογικός έφορος, εν η δε περιπτώσει ευρίσκεται ούτος εν αμφιβολία, επιτροπή εκ τριών εφόρων οριζομένων υπό του Υπουργείου, εντός δύο το πολύ μηνών από της δηλώσεως. Μετά πάροδον διμήνου από της δηλώσεως ευρέσεως του αρχαίου, εάν δεν ελήφθη απόφασίς τις περί αυτού, ο ιδιοκτήτης δικαιούται εις αποζημίωσιν δια την παρακώλυσιν της χρήσεως της ιδιοκτησίας αυτού. Παρελθόντος έτους από της ημέρας της δηλώσεως της ευρέσεως του αρχαίου, αν δεν ελήφθη εισέτι απόφασίς τις περί αυτού, ο ιδιοκτήτης δύναται να θεωρήση τούτο ως μη διατηρητέον. Ο αρμόδιος αρχαιολογικός έφορος είναι υπεύθυνος δια την προσήκουσαν ενέργειαν προς έγκαιρον εκτέλεσιν των διατυπώσεων προς απόφασιν περί του διατηρητέου ακινήτου αρχαίου. Εάν είναι ανάγκη δοκιμαστικής σκαφής προς εξακρίβωσιν της σπουδαιότητος ακινήτου αρχαίου, δύναται ο αρχαιολογικός έφορος ή ο επιμελητής να προβαίνη αμέσως εις ταύτην γνωρίζων τούτο τω Υπουργείω, και συνεννοούμενος περί της δαπάνης (άρθρ. 8 Νόμ. 5351). «2.Η ως άνω σημειουμένη ενιαύσιος προθεσμία ισχύει και δια πάσαν αίτησιν ιδιώτου περί οικοδομήσεως ή εκτελέσεως οιουδήποτε έργου, συμφώνως προς το άρθρ. 51 του παρόντος Νόμου, εφ’ όσον δια την λήψιν αποφάσεως χρειάζεται η εκτέλεσις ανασκαφής ή οιασδήποτε χωροταξικής ή άλλης μελέτης. Εν η περιπτώσει, δεν χρειάζεται τοιαύτη εργασία ή μελέτη, η προθεσμία απαντήσεως ορίζεται μέχρι διμήνου, προκειμένου ιδία περί τόπων ευρισκομένων μακράν της έδρας της περιφερειακής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Μετά την παρέλευσιν της ως άνω καθοριζομένης προθεσμίας, η αρμοδία ετέρα κρατική αρχή δύναται να εκδώση την ζητουμένην άδειαν και άνευ συγκαταθέσεως της αρμοδίας υπηρεσίας της Γενικής Διευθύνσεως Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως. Προκειμένου περί αρχαιολογικών απαλλοτριώσεων το Αρχαιολογικόν Συμβούλιον υποχρεούται εις την άμεσον και κατ’ απόλυτον προτεραιότητα διενέργειαν των οικείων υποθέσεων, εντός του ταχυτέρου χρονικού διαστήματος». Η εντός « » παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 8 Ν.Δ. 4543/1966 (ανωτ. σελ. 891). 31.Λ.β.11 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 38 Άρθρ.10.-Εις πάντα ιδιώτην ή δημόσιον υπάλληλον, υποδεικνύοντα την παράβασιν των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων περί δηλώσεως κατοχής αρχαίων, παρέχεται ως αμοιβή το όλον ή μέρος του υπό του παραβάτου της διατάξεως πληρωνομένου προστίμου, ή αμοιβή ίση προς το 1/2 ή 1/4 της αξίας του αρχαίου κατά την κρίσιν του αρχαιολογικού συμβουλίου (άρθρ. 4 Νόμ. 5351). Βλ. και Α.Ν. 1801/1939 (κατωτ. αριθ. 13). Άρθρ.11.-Η χρηματική αξία των αρχαιοτήτων ορίζεται υπό του αρχαιολογικού συμβουλίου ή υπό επιτροπής δύο εφόρων αρχαιοτήτων, οίτινες δύνανται να μη είναι μέλη του αρχαιολογικού συμβουλίου και ενός μέλους του αρχαιολογικού συμβουλίου, καταρτιζομένης υπό του Υπουργού. Την εκτίμησιν αρχαιοτήτων μικράς σπουδαιότητος δύναται να αναθέτη ο Υπουργός, κατά την γνώμην του αρχαιολογικού συμβουλίου και εις τους αρμοδίους αρχαιολογικούς εφόρους. Προκειμένου να αποζημιωθή ιδιώτης υπό του δημοσίου δι’ αγοράν ή δια πρόσκτησιν καθ’ οιονδήποτε τρόπον αρχαίου, αν η κατά την προηγουμένην παράγραφον οριζομένη τιμή του αρχαίου δεν γίνη αποδεκτή, συνιστάται επιτροπή εξ αντιπροσώπου του ιδιώτου, ενός εφόρου αρχαιοτήτων ή Διευθυντού Μουσείου, οριζομένου υπό του Υπουργού, και ενός τρίτου οριζομένου υπό του Προέδρου του Αρείου Πάγου ήτις ορίζει κατά πλειοψηφίαν ανεκκλήτως την αξίαν του αρχαίου. Εάν δεν επιτευχθή πλειοψηφία κατά τον ορισμόν της τιμής αρχαίου υπό της κατά το προηγούμενον άρθρον Επιτροπής, την τιμήν του αρχαίου ορίζει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου έχων υπ’ όψει την υφ’ εκάστου των τριών μελών ορισθείσαν τιμήν, (άρθρ. 6 Νόμ. 5351). Άρθρ.12.-Πας κάτοχος αρχαίων αξιολόγων κατά την γνώμην του αρχαιολογικού εφόρου οφείλει να συμμορφούται προς τας οδηγίας του αρχαιολογικού εφόρου της περιφερείας ως προς την έκθεσιν και συντήρησιν αυτών προκειμένου περί αποτροπής προφανούς κινδύνου. Αν ο κάτοχος διαφωνεί προς τον αρχαιολογικόν έφορον ως προς την σπουδαιότητα των αρχαίων ή ως προς τα προτεινόμενα υπό του εφόρου μέτρα συντηρήσεως, δύναται να αναφέρηται εις το Υπουργείον, όπερ κρίνει τελειωτικώς (άρθρ. 22 Νόμ. 5351). Άρθρ.13.-Τιμωρείται δια προστίμου δραχ. 5006000 δραχμών ο δι’ οιουδήποτε εννόμου πράξεως εν ζωή μεταβιβάζων το παρ’ αυτού κατεχόμενον αρχαίον, άνευ προηγουμένης δηλώσεως περί της τοιαύτης μεταβιβάσεως εις τον αρμόδιον αρχαιολογικόν έφορον. Εις την αυτήν ποινήν υπόκειται και ο προς ον η μεταβίβασις, εάν παρέλειψεν αυτός την τοιαύτην δήλωσιν. Η άνευ προηγουμένης δηλώσεως γενομένη μεταβίβασις είναι άκυρος (άρθρ. 5 Νόμ. 5351). Άρθρ.14.-Ο υποδείξας οιαδήποτε αρχή αποκαλυφθέντα που άγνωστα αρχαία, ή επιδείξας τόπον εν ω υπάρχουν αρχαία και συντελέσας ούτω εις την ανακάλυψιν αρχαίων, δύναται να λαμβάνη αμοιβήν αναλόγως της σπουδαιότητος των αρχαίων και της συνδρομής ην παρέσχεν κατ’ εκτίμησιν του αρχαιολογικού συμβουλίου. Η τοιαύτη αμοιβή δεν δύναται να είναι κατωτέρα του 1/4 ουδ’ ανωτέρα του ημίσεος της αξίας των αρχαίων (άρθρ. 9 Νόμ. 5351). Περί εισαγωγής και εξαγωγής αρχαίων Άρθρ.15.-Αρχαία εισάγονται ανεμποδίστως εις το Κράτος, αλλά άμα τη εισαγωγή αυτών εν τω Τελωνείω υποχρεούται ο ενδιαφερόμενος να τα δηλώση, άλλως θεωρούνται αυτά ως ευρεθέντα εν Ελλάδι. Π.Δ/μα θέλει κανονίσει τας διατυπώσεις της εισαγωγής και τον τρόπον της εξακριβώσεως και αναγνωρίσεως των εκ του εξωτερικού εισαγομένων αρχαίων και τα της δηλώσεως αυτών (άρθρ. 25 Νόμ. 5351). Άρθρ.16.-Ο εισάγων αρχαιότητος εκ του εξωτερικού οφείλει μετά της δηλώσεως εισάγεται να δηλώση και την χρηματικήν αξίαν, ην αποδίδει εις ταύτας, και αν προτίθεται να κρατήση ταύτας ο ίδιος ή να τας πωλήση ή μεταβιβάση εις άλλον (άρθρον 26 Νόμ. 5351). Άρθρ.17.-Η πώλησις βραδύτερον των κατά το προηγούμενον άρθρον ευρισκομένων εν τω Κράτει αρχαίων, οφείλει προ της πράξεως να δηλούται εις το Υπουργείον. Ο παραβάτης της διατάξεως ταύτης τιμωρείται δια προστίμου 200-5.000 δραχμών. Το Δημόσιον προτιμάται επί ίση τιμή. Αν δε τα ούτω πωλούμενα αρχαία δεν αγορασθώσιν υπό του Δημοσίου καταβάλλεται φόρος 10% επί του τιμήματος της πωλήσεως (άρθρ. 27 Νόμ. 5351). Άρθρ.2.-Αρχαία κατά το άρθρ. 1 λογίζονται πάντα ανεξαιρέτως τα έργα της Αρχιτεκτονικής, Γλυπτικής, Γραφικής και οιασδήποτε καθόλου Τέχνης οίον παντοία οικοδομήματα και αρχιτεκτονικά μνημεία, λίθοι μετά γλυφής τινος εκ των μνημείων τούτων προερχόμενοι και βάθρα, υδραγωγεία, οδοί, τείχη, τάφοι, λαξεύματα, αγάλματα, ανάγλυφα, ειδώλια, επιγραφαί, ζωγραφίαι, ψηφοθετήματα, αγγεία, όπλα, κοσμήματα και άλλα εξ οιασδήποτε ύλης έργα και σκεύη, δακτυλιόλιθοι, νομίσματα. Και τα αντικείμενα τα προερχόμενα εκ της αρχαιοτάτης εποχής του Χριστιανισμού και του μεσαιωνικού ελληνισμού δεν εξαιρούνται των ορισμών του παρόντος Νόμου (άρθρ. 3 Νόμ. ΒΧΜΣΤ΄). Άρθρ.18.-Η εξαγωγή εκτός του Κράτους των κατά το προηγούμενον άρθρον εκ του εξωτερικού εισαχθέντων αρχαίων είναι ελευθέρα (άρθρ. 28 Νόμ. 5351). Άρθρ.19.-Εκτός του Κράτους δύναται να εξάγωνται αρχαία αδεία του Υπουργείου της Παιδείας μετ’ απόφασιν του αρχαιολογικού Συμβουλίου. Κατά την εξαγωγήν καταβάλλεται υπό του εξάγοντος εις το Δημόσιον υπέρ του Ταμείου αρχαιολογικών απαλλοτριώσεων το ήμισυ της οριζομένης υπ’ αυτού τιμής της αρχαιότητος εν τη αιτήσει περί παροχής αδείας εξαγωγής.οι εξάγοντες αρχαία πωληθέντα υπό του Δημοσίου ως περιττά δια τα Μουσεία του Κράτους πληρώνουσι κατά την εξαγωγήν 5% επί της τιμής, εις ην επωλήθη υπό του Δημοσίου το αρχαίον. Σελ. 901 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 31.Λ.β.11 39 Το δημόσιον δύναται να απαγορεύση την εξαγωγήν οιουδήποτε αρχαίου, οφείλει όμως εν τοιαύτη περιπτώσει, αν ζητηθή παρά του αιτούντος την εξαγωγήν να αγοράση το αρχαίον πληρώνον το ήμισυ της δηλωθείσης υπό του εξαγωγέως τιμής. Μετ’ απόφασιν του αρχαιολογικού συμβουλίου δύναται να μεταβιβάζεται το εν τη προηγουμένη παραγράφω δικαίωμα του δημοσίου εις ιδιωτικόν συλλογέα (άρθρ. 49 Νόμ. 5351). Άρθρ.20.-Ο παρά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου εξάγων ή επιχειρών να εξαγάγη αρχαία τιμωρείται δια φυλακίσεως 1 μηνός μέχρι 5 ετών και με χρηματικήν ποινήν 2 χιλιάδων δραχμών. Ο επί τη πράξει ταύτη καταδικασθείς εις φυλάκισιν πλέον των 2 μηνών εκπίπτει αυτοδικαίως και πάντων των εν άρθρ. 21 Π. Νόμου αναγραφομένων δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων επί πενταετίαν, εάν μη βραχύτερος χρόνος ορίζεται εν τη αποφάσει όστις όμως δεν δύναται να η κατώτερος του έτους. Τα κατασχεθέντα και εις εξαγωγήν προωρισμένα αρχαία δημεύονται δια της καταδικαστικής αποφάσεως υπέρ του Δημοσίου. Εάν η εξαγωγή συνετελέσθη και συνεπώς η δήμευσις είναι ανέφικτος, καταδικάζεται συγχρόνως ο κηρυχθείς ένοχος και εις την πληρωμήν ολοκλήρου της αξίας του εξαχθέντος εξευρισκομένης κατά εν τω Νόμω τούτω οριζόμενα περί καθορισμού τιμής αρχαίων. Δημόσιοι, Δημοτικοί ή Κοινοτικοί υπάλληλοι ως και οι τοιούτοι οιουδήποτε ιδρύματος δημοσίου δικαίου ή αυτονόμου οργανισμού, οιανδήποτε θέσιν και αν κατέχωσιν εν τοις αξιώμασι και τοις οργανισμοίς τούτοις, καταδικαζόμενοι επί παρανόμω εξαγωγή αρχαίων εκπίπτουσιν αυτοδικαίως της ην κατέχουσι θέσεως, καθιστάμενοι ανίκανοι ισοβίως προς ανάκτησιν πάσης τοιαύτης (άρθρ. 51 Νόμ. 5351). Άρθρ.21.-Εις ιδιώτας ή δημοσίους υπαλλήλους συντελούντας εις την ανακάλυψιν αρχαιοτήτων παρανόμως εξαχθέντων ή προοριζομένων καταφανώς προς παράνομον εξαγωγήν και υποδεικνύοντας τους ενόχους της πράξεως παρέχεται αμοιβή ουχί κατωτέρα του 1/4 ουδ’ ανωτέρα του ημίσεος της αξίας της αρχαιότητος, αναλόγως της παρασχεθείσης συνδρομής (άρθρ. 52 Νόμ. 5351). Άρθρ.22.-Τιμωρείται ο συνεργός δια φυλακίσεως ενός μηνός, μέχρι δύο ετών ο εν γνώσει παρασχών οιανδήποτε συνδρομήν ή βοήθειαν εις εξαγωγήν αρχαιοτήτων (άρθρ. 53 Νόμ. 5351). Σελ. 902 Περί αρχαιολογικών συλλογών Άρθρ.23.-Οι επιθυμούντες να καταρτίσωσιν ιδιωτικάς συλλογάς αρχαίων δι’ αγοράς αρχαίων εν Ελλάδι ή εν τω Εξωτερικώ οφείλουσι να ζητήσωσιν άδειαν προς τούτο παρά του Υπουργείου Παιδείας, δυναμένου να χορηγήση ταύτην μετά πρότασιν του αρχαιολογικού συμβουλίου λαμβανομένην κατ’ απόλυτον αυτού κρίσιν (άρθρ. 29 Νόμ. 5351). Άρθρ.24.-Οι έχοντες ιδιωτικάς συλλογάς οφείλουσι να έχωσιν ακριβή περιγραφικόν κατάλογον συνοδευόμενον με φωτογραφίας των υπ’ αυτών κατεχομένων αρχαίων. Αντίγραφον τούτου αποστέλλωσιν εις το Υπουργείον άμα τω καταρτισμώ της συλλογής, ή καθ’ εξαμηνίαν ως προς τα νέα προσκτήματα της συλλογής των. Αδικαιολόγητος κατά την κρίσιν του αρχαιολογικού συμβουλίου παράλειψις της υποβολής του αντιγράφου τιμωρείται με πρόστιμον 100-1000 δραχμών, επιβαλλόμενον υπό του Υπουργείου κατ’ απόφασιν του αρχαιολογικού συμβουλίου. Αν επαναληφθή η ως άνω παράλειψις το πρόστιμον διπλασιάζεται.Τη αιτήσει του ιδιώτου το δημόσιον υποχρεούται να καταρτίση αυτό τον κατάλογο (άρθρ. 30 Νόμ. 5351). Άρθρ.25.-Οι έχοντες ιδιωτικάς συλλογάς οφείλουσι να παρέχωσι πάσαν ευκολίαν εις τους έχοντας παρά του Υπουργείου ειδικήν άδειαν προς μελέτην και φωτογράφησιν των αρχαίων ήτις παρέχεται μόνον εις επιστήμονας ειδικούς αρχαιολόγους αλλά το δικαίωμα της πρώτης δημοσιεύσεως πάσης νεωστί εμφανιζομένης αρχαιότητος έχει επί μίαν τριετίαν από της εισαγωγής της εις την συλλογήν ο ιδιώτης κάτοχος, δυνάμενος να διαθέτη τούτο κατά βούλησιν. Τούτο δεν ισχύει ως προς τα αρχαία τα οποία ευρέθησαν εν ανασκαφή ενεργηθείση συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου υπό τινος των εν αυταίς οριζομένων αρχαιολόγων, όστις έχει επί μίαν τριετίαν τα κατά τα ανωτέρω εις τον κάτοχον του αρχαίου διδόμενα δικαιώματα περί της πρώτης δημοσιεύσεως, (άρθρ. 31 Νόμ. 5351). 31.Λ.β.11 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 40 Άρθρ.26.-Οι έχοντες ιδιωτικάς αξιολόγους συλλογάς οφείλουσι καθ’ υπόδειξιν του Υπουργείου, γινομένην μετά γνωμάτευσιν του αρχαιολογικού συμβουλίου να παρέχωσιν ευκολίαν επισκέψεως της συλλογής. Δύνανται όμως ούτοι να ζητήσωσιν ίνα η είσοδος εις την συλλογήν επιτρέπεται επί τη καταβολή δικαιώματος εισόδου, το ποσόν του οποίου ορίζεται μετ’ έγκρισιν του Υπουργείου (άρθρ. 32 Νόμ. 5351). Άρθρ.27.-Οι έχοντες ιδιωτικάς συλλογάς αρχαίων ως και πας κάτοχος αρχαίων έχουσι μόνοι το δικαίωμα να κατασκευάζωσι φωτογραφίας ή άλλας προς εμπορίαν ωρισμένας εικόνας των υπ’ αυτών κατεχομένων αρχαίων και να πωλώσι ταύτας. Των φωτογραφιών τούτων δύο αντίτυπα αποστέλλονται εις το Υπουργέιον της Παιδείας. Υποχρεούται ο συλλογεύς να επιτρέπη να κατασκευάζηται φωτογραφία αρχαιότητος της συλλογής του προκειμένου να χρησιμεύση εις επιστημονικήν εργασίαν (άρθρ. 33 Νόμ. 5351). Άρθρ.3.-Εις τους ιδιοκτήτας των κτημάτων εν οις ευρίσκονται αρχαία παρέχεται η κατά τα επόμενα Άρθρ.28.-Οι έχοντες ιδιωτικάς συλλογάς ως και οι κάτοχοι αρχαίων ιδιώται, δύναται μόνοι να κατασκευάζωσι αδεία του Υπουργείου και υπό την επίβλεψιν αρχαιολογικού εφόρου γύψινα εκμαγεία, των υπ’ αυτών κατεχομένων αρχαίων και να πωλώσι αυτά. Εκάστου εκμαγείου δίδεται εις το δημόσιον έν αντίτυπον δωρεάν (άρθρ. 34 Νόμ. 5351). Άρθρ.29.-Απαγορεύεται εις πάντα άλλον η επανάληψις των υπό κατόχων ιδιωτικών συλλογών ή άλλων κατόχων αρχαίων κατασκευασθέντων εκμαγείων ως και φωτογραφιών, και η πώλησις επί ποινή 500-2000 δραχμών (άρθρ. 35 Νόμ. 5351). Άρθρ.30.-Προκειμένου να πωληθώσι εν Ελλάδι καθ’ οιονδήποτε τρόπον αρχαία προτιμώνται επί ίση τιμή μετά το δημόσιον οι κάτοχοι ιδιωτικών συλλόγων. Επίσης δύναται οι έχοντες ιδιωτικάς συλλογάς να κρατώσι τας κατά το 17 άρθρον του παρόντος Νόμου προς εξαγωγήν ωρισμένας αρχαιότητας πληρώνοντες την υπό των εξαγωγέων οριζομένην τιμήν, όταν δεν θέλη το δημόσιον να κρατήση ταύτας. Επιτρέπεται επίσης η μετά των ξένων μουσείων ανταλλαγή πολλαπλών αρχαιοτήτων με αντιστοίχου αξίας αρχαιότητας εκ των μουσείων τούτων, αποφαινομένης περί της αξίας τούτων της εν τω άρθρ. 11 του παρόντος Νόμου επιτροπής (άρθρ. 36 Νόμ. 5351). Άρθρ.31.-Πάσα πώλησις αρχαίου ευρισκομένου εν ιδιωτική συλλογή γίνεται μετ’ άδειαν του Υπουργείου Παιδείας ειδικώς εκάστοτε δι’ έκαστον αρχαίον παρεχομένη. Συλλογεύς πωλήσας αρχαίον άνευ αδείας του Υπουργείου τιμωρείται δια χρηματικής ποινής 5000 έως 50.000 δραχμών ή δια της ποινής ταύτης και φυλακίσεως ενός μηνός μέχρι δύο ετών. Το πωληθέν αρχαίον κατάσχεται υπό του Δημοσίου και κατατίθεται εις το Μουσείον. Το δημόσιον δύναται να αγοράζη πάσαν προς πώλησιν υπό συλλογέως παρεχομένην αρχαιότητα πληρώνον το ήμισυ της προσφερομένης εις τούτον τιμής (άρθρ. 37 Νόμ. 5351). Άρθρ.32.-Ο αγοράζων αρχαία παρ’ ανεγνωρισμένου συλλογέως οφείλει να δηλώση τούτο εις το Υπουργείον άμα τη αγορά παραλείπων δε να πράξη τούτο τιμωρείται δια προστίμου 500-2000 δραχμών (άρθρ. 38 Νόμ. 5351). Άρθρ.33.-Οι κάτοχοι ιδιωτικών συλλογών ως και οι κάτοχοι αρχαίων οφείλουσι να ζητήσωσιν άδειαν του Υπουργείου εν η περιπτώσει θέλουσι να μετακινήσωσιν αρχαίον τι των υπ’ αυτών κατεχομένων από πόλεως εις πόλιν της Ελλάδος. Το Υπουργείον δύναται να απαγορεύση την μετακίνησιν ή να υποδείξη τον τρόπον, καθ’ ον οφείλει να γίνη αύτη αν δια της μετακινήσεως δύναται να κινδυνεύση η ασφάλεια ή η συντήρησις της αρχαιότητος (άρθρ. 39 Νόμ. 5351). Άρθρ.34.-Το Υπουργείον της Παιδείας δύναται μετ’ απόφασιν του αρχαιολογικού συμβουλίου, λαμβανομένην δια πλειοψηφίας των 3/4 των παρόντων ν’ ακυροί δοθείσαν άδειαν προς καταρτισμόν ιδιωτικής συλλογής. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο συλλογεύς δύναται μεν να κατέχη τα αρχαία της συλλογής του, αλλά δεν έχει τα παρεχόμενα υπό του παρόντος Νόμου πλεονεκτήματα εις τους συλλογείς (άρθρ. 40 Νόμ. 5351). Περί ανασκαφών Άρθρ.35.-Ανασκαφάς προς εύρεσιν αρχαίων ή εξερεύνησιν αρχαιολογικών τόπων ενεργεί το Υπουργείον της Παιδείας 1)δια παντός έχοντος τριετή αρχαιολογικήν υπηρεσίαν εφόρου αρχαιοτήτων, 2)δια παντός άλλου συγκεντρούντος τα αναγκαία εφόδια κατά απόφασιν του αρχαιολογικού συμβουλίου, λαμβανομένην δια πλειοψηφίας των 3/4 των παρόντων. Την άδειαν προς εκτέλεσιν ανασκαφών παρέχει το Υπουργείον Παιδείας μετ’ έγκρισιν του αρχαιολογικού συμβουλίου. Η γνωμάτευσις προκειμένου περί συνεχίσεως ανασκαφής περιττεύει εκτός εάν δι’ οιονδήποτε λόγον ο Υπουργός νομίση ότι πρέπει να ερωτηθή εκ νέου το Συμβούλιον (άρθρ. 10 Νόμ. 5351). Άρθρ.36.-Ελληνικά επιστημονικά καθιδρύματα, ιδία δε η εν Αθήναις αρχαιολογική Εταιρεία, δύνανται μετ’ άδειαν του Υπουργείου να εκτελώσιν ανασκαφάς, των διευθυντών αυτών λαμβανομένων κατά τα εν τω προηγουμένω άρθρω καθοριζόμενα (άρθρ. 11 Νόμ. 5351). Σελ. 903 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 31.Λ.β.11 41 Άρθρ.37.-Αι εν Ελλάδι εδρεύουσαι ξέναι αρχαιολογικαί σχολαί επιτρέπεται να εκτελώσιν ανασκαφάς επί δημοσίων κτημάτων αδεία του Υπουργείου δια των μελών αυτών, αν ταύτα εξετέλεσαν ήδη αλλαχού ανασκαφάς ή παρηκολούθησαν επί χρονικόν τι διάστημα την εκτέλεσιν ανασκαφών. Ο αριθμός των κατ’ έτος υπό των σχολών εκτελουμένων ανασκαφών δεν δύναται να είναι ανώτερος των τριών. Το Υπουργείον εποπτεύει τας ανασκαφάς ταύτας δι’ ενός εφόρου ή επιμελητού αρχαιοτήτων, ή ελλείψει τοιούτων δι’ άλλου υπό του Υπουργού της Παιδείας οριζομένου αρχαιολόγου ή εκπαιδευτικού υπαλλήλου ή υπό εκτάκτως προς τούτο κατά την διάρκειαν της ανασκαφής προτάσει του αρχαιολογικού συμβουλίου προσλαμβανομένου εκτάκτου υπαλλήλου. Εις εκπαιδευτικούς λειτουργούς προσλαμβανομένους κατά την προηγουμένην παράγραφον προς εποπτείαν ανασκαφών υπό ξένων αρχαιολογικών Σχολών εκτελουμένων παρέχεται αμοιβή ίση προς το ήμισυ του μισθού αυτών. Την αμοιβήν των εκτάκτως προσλαμβανομένων χάριν της ως άνω εποπτείας υπαλλήλων ορίζει ο Υπουργός κατά πρότασιν του αρχαιολογικού συμβουλίου, πληρώνεται δι’ αύτη εκ των κατά τον Νόμ. 4823 αρχαιολογικών εσόδων (άρθρ. 12 Νόμ. 5351). άρθρα αποζημίωσις ή αμοιβή. Εις δήμους κοινότητας και Μονάς ουδεμία παρέχεται αποζημίωσις ή αμοιβή (άρθρ. 2 Νόμ. ΒΧΜΣΤ΄). Άρθρ.38.-Ουδεμία άδεια νέας ανασκαφής χορηγείται εις το αυτό πρόσωπον ή ίδρυμα προ της δηλώσεως αυτών ότι έληξεν η προηγουμένως δοθείσα άδεια προς εκτέλεσιν άλλης ανασκαφής (άρθρ. 13 Νόμ. 5351). Άρθρ.39.-Άδεια προς ανασκαφάς εν ιδίοις κτήμασι παρέχεται και εις ιδιώτας αλλά την διεύθυνσιν των ανασκαφών τούτων έχει μόνος ο αρχαιολογικός έφορος της περιφερείας ή ελλείψει τούτου άλλος έφορος οριζόμενος υπό του Υπουργού. Εις ιδιώτην υποβάλλοντα αίτησιν περί ανασκαφής εν ιδίω κτήματι οφείλει να δοθή άδεια επιχειρουμένης συγχρόνως της ανασκαφής εντός διετίας. Εις ουδένα ιδιώτην παρέχεται άδεια ανασκαφής εν αλλοτρίω κτήματι. Τα ευρισκόμενα εν τοιαύταις ιδιωτικαίς ανασκαφαίς αρχαία περιέρχονται εις την κατοχήν του εκτελέσαντος την ανασκαφήν ισχύουσι δε περί αυτών αι διατάξεις του άρθρ. 5 του παρόντος Νόμου. Ως προς τα ακίνητα αρχαία ισχύουσιν αι διατάξεις του 8ου άρθρου του παρόντος (άρθρ. 14 Νόμ. 5351). Σελ. 904 Άρθρ.40.-Κατά την διάρκειαν της ανασκαφής εν ιδιωτικώ κτήματι ο ιδιοκτήτης οφείλει να παρέχη εις τον διευθύνοντα κατ’ εντολήν του Υπουργού την ανασκαφήν απόλυτον ελευθερίαν, να διαθέτη το κτήμα κατά βούλησιν συμφώνως προς τας ανάγκας της ανασκαφής χωρίς να δύναται να παρακωλύη ενέργειαν αν τινα τούτου επί τω λόγω ότι επέρχεται βλάβη εις το κτήμα του , δύναται δ’ όμως ο ιδιοκτήτης να ζητήση την επέμβασιν του Υπουργείου, αν νομίση ότι δεν είναι απόλυτος ανάγκη χάριν της ανασκαφής να γίνη η υπό του εφόρου τυχόν ενεργουμένη βλαβερά εις το κτήμα του εργασία. Επιτροπή εκ δύο εφόρων αρχαιοτήτων ή μελών του αρχαιολογικού συμβουλίου οριζομένη υπό του Υπουργού κρίνει τελειωτικώς περί του ζητήματος τούτου, διακοπτομένης εν τω μεταξύ της εργασίας, ης διαμφισβητείται η σκοπιμότης. Δεν δύναται όμως επ’ ουδενί λόγω να γίνη καταστροφή κτιρίου ή τεχνικώς αξιολόγου εγκαταστάσεως άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου. Το Υπουργείον δικαιούται να συνεχίση ιδία δαπάνη την υπό ιδιώτου επιχειρηθείσαν κατά το προηγούμενον άρθρον ανασκαφήν αν ούτος δηλώση, ότι επιθυμεί δι’ οιονδήποτε λόγον να διακόψη ταύτην, ή δεν δύναται να διαθέση τα απαιτούμενα προς διεξαγωγήν αυτής χρήματα. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο ιδιώτης ουδεμία αποζημίωσιν δια την γενομένην τυχόν δια της ανασκαφής βλάβην εις το κτήμα του δύναται να ζητήση. Το ήμισυ των εν τοιαύτη ανασκαφή ευρισκομένων αρχαίων κατατίθεται άνευ οιασδήποτε αποζημιώσεως εις δημόσιον Μουσείον, το δε έτερον ήμισυ παραμένει εις την κατοχήν του ιδιοκτήτου. Ο τρόπος καθ’ ον θέλει γίνει η διανομή των αρχαιοτήτων θα ορισθεί δια Π.Δ/τος (άρθρ. 15 Νόμ. 5351). 31.Λ.β.11 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 42 Άρθρ.41.-Ανασκαφάς προς ανακάλυψιν αρχαιοτήτων δικαιούται το Υπουργείον Παιδείας να ενεργή ου μόνον εν Εθνικοίς, Δημοτικοίς, Κοινοτικοίς, Μοναστηριακοίς, αλλά και εν ιδιωτικοίς κτήμασι. Δικαιούται δε να προβαίνη εις δοκιμαστικήν ανασκαφήν και άνευ της απαλλοτριώσεως του κτήματος ειδοποιούν περί τούτου τον ιδιοκτήτην και πάντα άλλον ενδιαφερόμενον δια προκηρύξεως δημοσιευομένης εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως και αποζημιούν αυτόν δια τε την στέρησιν της προσωρινής χρήσεως και δια πάσαν βλάβην προσγινομένην εις το κτήμα του. Δύναται δε να επιληφθή των ανασκαφών ευθύς μετά την δημοσίευσιν της προκηρύξεως. Τοιαύται όμως δοκιμαστικαί ανασκαφαί δεν επιτρέπεται να επεκταθώσιν μέχρι κατεδαφίσεως ή βλάβης οικίας ή άλλου τινός κτιρίου και επ’ ουδενί λόγω δεν δύνανται να παραταθώσι πλέον του μηνός άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου (άρθρ. 16 Νόμ. 5351). Άρθρ.42.-Όταν το Υπουργείον ενεργήση ανασκαφάς εν ιδιωτικώ, μη απαλλοτριωθέντι αναγκαστικώς, κτήματι, αποζημιώνει τον ιδιοκτήτην μετά την διακοπήν της ανασκαφής εντός δέκα πέντε ημερών επί τη στερήσει της προσωρινής χρήσεως και τη βλάβη, ην ένεκα της ανασκαφής υπέστη ούτως εν τω κτήματί του, κατ’ εκτίμησιν γινομένην υπό του παρά την περιφέρειαν, εν η το κτήμα, οικονομικού εφόρου, ή αντιπροσώπου αυτού, υπό του Ειρηνοδίκου και υπό του Αστυνόμου. Ως προς τα εν ταις ανασκαφαίς ταύταις αποκαλυφθέντα ακίνητα αρχαία εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρ. 8 του παρόντος Νόμου (άρθρ. 14 Νόμ. ΒΧΜΣΤ΄). Άρθρ.43.-Το ήμισυ των ευρισκομένων εν ανασκαφή γενομένη συμφώνως προς το προηγούμενον άρθρον κινητών αρχαιοτήτων κατατίθεται εις Δημόσιον Μουσείον, το δε έτερον ήμισυ παραμένει εις την κατοχήν του ιδιοκτήτου, κατά την κρίσιν του αρχαιολογικού συμβουλίου ή εκπροσώπων αυτού (άρθρ. 17 Νόμ. 5351). Άρθρ.44.Προκειμένου περί ανασκαφής ενεργηθησομένης εν ιδιωτικώ κτήματι υπό της αρχαιολογικής Εταιρείας ή υπό τινος των ξένων αρχαιολογικών Σχολών, η μεν απαλλοτρίωσις ενεργείται κατά τους ισχύοντας Νόμους υπέρ του Κράτους, το δε τίμημα καταβάλλει το ανασκάπτον ίδρυμα. Καθ’ όλην την διάρκειαν της ανασκαφικής ερεύνης μέχρι της τελικής δημοσιεύσεως, οφείλει η ανασκάπτουσα αρχαιολογική Εταιρεία ή αρχαιολογική Σχολή να καταβάλλη την δαπάνην της κατά τας οδηγίας της αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας συντηρήσεως των αποκαλυπτομένων ερειπίων δια στηρίξεως των τοίχων και επιχώσεως των λάκκων ή διοχετεύσεως των υδάτων. Παράλειψις των ανωτέρω συνεπάγεται μετά γνωμοδότησιν του αρχαιολογικού συμβουλίου διακοπήν της ανασκαφής. Εάν δεν υπάρχει μουσείον ή άλλο διαθέσιμον κατάλληλον δημόσιον κτίριον πλησίον του τόπου της ανασκαφής, έχει ο ανασκάπτων την υποχρέωσιν της δαπάνης προς προσωρινήν ασφαλή τοποθέτησιν των ευρημάτων. Ευθύς μετά την αποκάλυψιν αυτών, τα ευρήματα και των ανασκαφών τας οποίας δεν εκτελεί αυτό το δημόσιον, τίθενται υπό την εποπτείαν του παρακολουθούντος την ανασκαφήν δημοσίου υπαλλήλου, όστις ευθύνεται ομού μετά των εκτελούντων τας ανασκαφάς εις την ασφαλή φύλαξιν αυτών και την καλήν συντήρησιν. Μεταφορά των ευρημάτων γίνεται μόνο κατόπιν αδείας του Υπουργείου. Εν επειγούση ανάγκη ειδοποιείται μόνον το Υπουργείον προ της μεταφοράς, (άρθρ. 3 και επ. Ν.Δ. 12/16 Ιουν. 1926). Άρθρ.45.-Επ’ ουδενί λόγω επιτρέπεται η εξαγωγή εκτός του Κράτους των ευρημάτων των ανασκαφών. Μόνον μετά την τελείαν εξέτασιν και δημοσίευσιν της ανασκαφής επιτρέπεται να χωρισθώσι τα νομιζόμενα ως άχρηστα δια τα Μουσεία του Κράτους. Ταύτα δύνανται και να εξαχθώσιν εις το εξωτερικόν, συμφώνως προς τους ισχύοντας Νόμους (άρθρ. 3 και επ. Ν.Δ. 12/16 Ιουν. 1926). Περί παρανόμων ανασκαφών Άρθρ.46.-Ο άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργείου της Παιδείας και ειδοποιήσεως της αρμοδίας αρχαιολογικής αρχής ενεργών ανασκαφάς εν ιδίω ή αλλοτρίω κτήματι προς ανεύρεσιν αρχαιοτήτων τιμωρείται δια φυλακίσεως 1 μηνός έως 2 ετών και χρηματικής ποινής 1000-10.000 δραχμών. Ο επί τη πράξει ταύτη καταδικασθείς εις φυλάκισιν πλέον των δύο μηνών εκπίπτει αυτοδικαίως και πάντων των εν άρθρ. 21 Π. Νόμου αναγραφομένων δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων επί πενταετίαν, εάν μη βραχύτερος χρόνος ορίζεται εν τη αποφάσει, όστις όμως δεν δύναται να είναι κατώτερος των έξ μηνών. Τα ούτω αποκαλυφθέντα δημεύονται δια της καταδικαστικής αποφάσεως υπέρ του δημοσίου (άρθρ. 18 Νόμ. 5351). Άρθρ.4.-Τα εν τοις σκευοφυλακείοις ιερών Μονών φυλαττόμενα και μη χρησιμοποιούμενα εις την λατρείαν αρχαία εκκλησιαστικά κειμήλια και πολύτιμα αρχαία χειρόγραφα, περί της μεγάλης αξίας και της ανάγκης της καλλιτέρας φυλάξεως και συντηρήσεως των οποίων ήθελε γνωματεύση επιτροπή καταρτιζομένη υπό του Υπουργού της Παιδείας εκ του οικείου Μητροπολίτου, μελών του αρχαιολογικού Συμβουλίου και άλλων ειδικών, κατατίθενται προς φύλαξιν και συντήρησιν εις το Βυζαντινόν Μουσείον ή εις τα τοπικά Μουσεία. Η κυριότης των Μονών επί των αρχαίων τούτων διατηρείται και μετά την κατάθεσιν αυτών εις το Μουσείον (άρθρ. 41 Νόμ. 5351). Άρθρ.47.-Αν η άνευ αδείας του Δημοσίου ανασκαφή γίνεται υπό τινος εν αλλοτρίω (Αντί της σελ. 905) Σελ. 905(α) 352-045 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 31.Λ.β.11 43 κτήματι, ο ιδιοκτήτης του κτήματος θεωρείται ως γενόμενος κάτοχος του αρχαίου και διατηρεί τα υπό του παρόντος Νόμου παρεχόμενα δικαιώματα εις τον ευρίσκοντα τυχαίως εν ιδίω κτήματι αρχαία, αν αποδειχθή ότι η ανασκαφή έγινεν εν αγνοία του ιδιοκτήτου και ότι δεν ημέλησεν οπωσδήποτε ούτος να παρεμποδίση και να καταγγείλη ταύτην εγκαίρως εις τας αρχάς (άρθρ. 19, Νόμ. 5351). Άρθρ.48.-Εις οιονδήποτε ιδιώτην ή δημόσιον υπάλληλον υποδεικνύοντα την εκτέλεσιν υπό τινος παρανόμων ανασκαφών και συντελούντα εις την σύλληψιν και τιμωρίαν τούτου, αν μεν κατά την ανασκαφήν ταύτην ευρέθησαν αρχαία περιερχόμενα εις την κατοχήν του δημοσίου, δίδεται ως αμοιβή το 1/4 μέχρι του 1/2 της αξίας των αρχαιοτήτων κατ’ απόφασιν του Υπουργείου Παιδείας μετά γνώμην του αρχαιολογικού συμβουλίου αναλόγως προς την σπουδαιότητα της παρασχεθείσης συνδρομής προς ανακάλυψιν και σύλληψιν των ενόχων. Εάν τα ευρεθέντα αρχαία παραμένουν εις την κατοχήν ιδιώτου, ούτος υποχρεούται εις την πληρωμήν του ημίσεος της κατά την προηγουμένην παράγραφον οριζομένης αμοιβής, του ετέρου ημίσεος πληρωνομένου υπό του Δημοσίου, (άρθρ. 20 Νόμ. 5351). Περί προστασίας των αρχαίων Άρθρ.49.-Ο εκ προθέσεως καταστρέφων ή βλάπτων αρχαία τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και χρηματικής ποινής 500 έως 10.000 δραχμών. Εις ιδιαιτέρας δε βαρείας περιστάσεις δια φυλακίσεως μέχρι 5 ετών και χρηματικής ποινής 2.000 μέχρι 20.000 δραχμών. Ο άνευ αδείας και γνώμης του αρχαιολογικού εφόρου ή του Υπουργείου της Παιδείας ενεργούντος μετά γνώμην του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, επιχειρών την παραμόρφωσιν ή μεταβολήν καθ’ οιονδήποτε τρόπον της όψεως αρχαίων κινητών ή ακινήτων, τιμωρείται δια προστίμου 2.000 έως 5000 δραχμών. Τιμωρείται δια προστίμου 200 έως 2.000 δραχμών ο χρησιμοποιών αρχαία προς οιανδήποτε επικόλλησιν ή επιγραφήν διαφημίσεως ως και ο εγχαράττων επ’ αυτών γράμματα ή σχήματα (άρθρ. 21 Νόμ. 5351). Σελ. 906(α) 352-046 Άρθρ.50.-Απαγορεύεται άνευ αδείας του Υπουργείου της Παιδείας 1)η λατομία και σκαφή προς πορισμόν υλικού οικοδομών και αρχαίων ερειπίων πόλεων, συνοικισμών, νεκροπόλεων και εις απόστασιν 500 μέτρων παντός ορατού αρχαίου μνημείου, ως και η κατασκευή ασβεστοκαμίνου εις περιφέρειαν 500 μέτρων από των αρχαίων, 2)«Η πλησίον αρχαίου επιχείρησις έργου δυναμένου να βλάψη αυτά αμέσως ή εμμέσως, προκειμένου όμως περί πάσης φύσεως εγκαταστάσεων προβλεπομένων υπό διοικητικών πράξεων εκδιδομένων κατ’ άρθρ. 3 παρ. 2 του Ν.Δ. 2687/53 «περί επενδύσεως και προστασίας κεφαλαίων εξωτερικού» ή κατά τα άρθρ. 1 παρ. 3 και 4 παρ. 1 του Νόμ. 4171/61 «περί λήψεως γενικών μέτρων δια την υποβοήθησιν της αναπτύξεως της οικονομίας της Χώρας», επιχειρουμένων δε πλησίον αρχαίων ή του περιβάλλοντος αυτών και δυναμένων να βλάψωσιν αυτά αμέσως ή εμμέσως, η κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου ως ούτος τροποποιηθείς ισχύει, απαιτουμένη άδεια χορηγείται υπό του Πρωθυπουργού ως Υπουργού της Προεδρίας της Κυβερνήσεως και υπό του Υπουργού Συντονισμού, μετά γνώμην του Αρχαιολογικού Συμβουλίου εκδιδομένην εντός 15 ημερών από της εις την Διεύθυνσιν Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως υποβολής της σχετικής αιτήσεως.Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης ο Πρωθυπουργός ως Υπουργός της Προεδρίας της Κυβερνήσεως και ο Υπουργός του Συντονισμού αποφασίζουν περί χορηγήσεως ή μη της αδείας και άνευ της γνώμης του Αρχαιολογικού Συμβουλίου». 3)οιαδήποτε εργασία επί κτιρίων και λειψάνων ή ερειπίων αρχαίων, και αν έτι δεν επιφέρει ζημίαν τινά. Η περίπτ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Ν.Δ. 6 της 26/28 Νοεμ. 1968 (ΦΕΚ Α΄ 279). Ήδη για τον τρόπο χορηγήσεως των αδειών στα θέματα της περίπτ. 2 βλ. παρ. 2, 3 και 4 άρθρ. 1 Νόμ. 159/1975 (ΦΕΚ Α΄ 192), τόμ. 13, σελ. 80,405. Οι παραβάται τινός των εν άρθρω τούτω διατάξεων τιμωρούνται δια φυλακίσεως πέντε ημερών μέχρις ενός έτους και χρηματικής ποινής 200 έως 10.000 δραχμών. Η επανόρθωσις της γενομένης βλάβης γίνεται υπό του Δημοσίου δαπάνη του επενεγκόντος την βλάβην. Επίσης τιμωρούνται δια φυλακίσεως 2 έως 15 ημερών και χρηματικής ποινής 100 έως 2.000 δραχμών οι εργάται οι λαμβάνοντες μέρος εις τας άνω αξιοποίνους πράξεις και οι οικοδόμοι εν γένει οι μεταχειρισθέντες λίθους, πλίνθους και άλλα υλικά προερχόμενα εκ της καταστροφής αρχαίων. Το ανωτέρω είναι το άρθρ. 23 του Νόμ. 5351. 31.Λ.β.11 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 31.Λ.β.11 44 Άρθρ.51.-Ιδιώτης όστις παρακωλύεται να ενεργήση εν τω κτήματί του οιανδήποτε πράξιν απαγορευομένην δια του προηγουμένου άρθρου, δύναται να ζητήση την απαλλοτρίωσιν του κτήματός του, εάν δε δεν γίνη αύτη μετά πάροδον διετίας από της υποβολής της αιτήσεως, ο ιδιώτης δύναται να διαθέση το κτήμα του κατά βούλησιν. Εις αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν των τοιούτων κτημάτων δύναται το Δημόσιον να προβαίνη και μετά την πάροδον της διετίας (άρθρ. 24 Νόμ. 5351). (Αντί για τη σελ. 906,01) Σελ. 906,01(α) Τεύχος 695-Σελ. 133 45 31.Λ.β.11 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 46 Άρθρ.52.-Επισκευή ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον μετασκευή εκκλησιών ή άλλων καλλιτεχνικών και ιστορικών μνημείων και οικοδομημάτων παλαιοτέρων του 1830, γίνεται μόνον μετ’ έγκρισιν του Υπουργείου της Παιδείας, παρεχομένην μετά γνωμοδότησιν του αρχαιολογικού Συμβουλίου. Όστις άνευ της εγκρίσεως ταύτης ήθελεν προβή εις επισκευήν ή άλλως ήθελε μεταβάλη δι’ οιασδήποτε εργασίας την όψιν τοιούτου μνημείου ή οικοδομήματος, τιμωρείται δια προστίμου 500-10.000 δραχμών και φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών. Εις την αυτήν ποινήν υπόκειται και ο αρχιτέκτων ή εργολάβος, όστις ήθελεν αναλάβη την εκτέλεσιν τοιαύτης εργασίας. Η ποινή αύτη επιβάλλεται προς τούτοις εις τους υπευθύνους προϊσταμένους υπηρεσιών Δήμων ή Κοινοτήτων, εις τα ηγουμενοσυμβούλια των Μονών ή εις τα εκκλησιαστικά Συμβούλια, οι οποίοι ήθελον διατάξει ή ήθελον επιτρέψει να γίνωσιν εις τα υπό την δικαιοδοσίαν αυτών ιστορικά και καλλιτεχνικά μνημεία ή και εκκλησίας επισκευαί ή άλλαι εργασίαι μεταβάλλουσαι οπωσδήποτε την όψιν τούτων. Δια πράξεως του Υπουργείου Παιδείας δημοσιευομένης εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως χαρακτηρίζονται τα μνημεία και οικοδομήματα όσα υπάγονται εις την διάταξιν ταύτην. Η ισχύς της προηγουμένης παραγράφου περί της επιβαλλομένης εις τους παραβάτας του παρόντος άρθρου ποινής άρχεται μετά την δημοσίευσιν της πράξεως ταύτης, ισχύει δε η διάταξις αύτη μόνον προς τα εν τω καταλόγω ή ταις βραδύτερον δημοσιευομέναις προσθήκαις εις τούτους περιλαμβανόμενα μνημεία. «Οι επισκευές, όσες κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Αρχαιολογικού Συμβουλίου επιβάλλεται να γίνουν σε αρχαία ή ιστορικά κτίρια που ανήκουν σε ιδιώτες ή νομικά πρόσωπα, πρέπει να εκτελούνται από τους ίδιους απροφασίστως και χωρίς αναβολή, με δική τους δαπάνη. Σε περίπτωση αρνήσεως των ενδιαφερομένων να εκτελέσουν τα υποδεικνυόμενα έργα, το Δημόσιο εκτελεί τις επισκευές με δική του δαπάνη. Σε αυτή όμως την περίπτωση μπορεί να καταλογίζει τη σχετική δαπάνη σε βάρος των υποχρέων. Οι ιδιοκτήτες ή νομείς των κτιρίων αυτών έχουν την υποχρέωση να δέχονται τις πιο πάνω παρεμβάσεις. Σε περίπτωση όμως που οι υπόχρεοι βρίσκονται σε αδυναμία να αντιμετωπίσουν αυτή τη δαπάνη, μπορεί το σύνολο ή μέρος της δαπάνης επισκευών να αναληφθεί από το Δημόσιο. Με Π.Δ/μα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, μπορεί να ρυθμιστούν οι διαδικασίες για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, τα αρμόδια για κάθε περίπτωση όργανα, οι διοικητικές κυρώσεις για πράξεις ή παραλείψεις που αντιβαίνουν στις πιο πάνω διατάξεις και κάθε σχετική ή συμπληρωματική λεπτομέρεια». Τα τρία τελευταία εδάφια άρθρ. 52, αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 32 παρ. 5 Νόμ. 1337/83, ΦΕΚ Α΄ 33, (τόμ. 23 σελ. 294,457). Περί πωλήσεως αχρήστων αρχαίων Άρθρ.53.-Των υπό του δημοσίου κατεχομένων αρχαίων, όσα κρίνονται άχρηστα δια τα Μουσεία και τας μικροτέρας συλλογάς του Κράτους, δύνανται να ανταλλάσσωνται προς άλλα χρήσιμα προς τα Μουσεία ημών αρχαία εν Ελλάδι ή εν τη αλλοδαπή ή και να πωλώνται, καθ’ ον τρόπον θέλει ορίσει Β.Δ/μα. Περί της αχρηστίας των αρχαίων κρίνει οριστικώς το αρχαιολογικόν συμβούλιον παμψηφεί. Αν υπάρξη διαφωνία εν τω αρχαιολογικώ συμβουλίω, αν μεν η πλειοψηφία είναι κατά της αχρηστίας, τότε η απόφασις του συμβουλίου είναι τελειωτική, αν δε η πλειοψηφία είναι υπέρ της αχρηστίας, τότε ο Υπουργός υποχρεούται να καλέση εις ειδικήν συνεδρίαν του συμβουλίου τρεις εφόρους αρχαιοτήτων, λαμβάνεται δε εν ταύτη απόφασις υπέρ της αχρησίας, αν ψηφίσωσιν υπέρ ταύτης τουλάχιστον εννέα των παρόντων εν τη συνεδρία. Αρχαία περί ων το αρχαιολογικόν συμβούλιον απεφάνθη ότι δεν θεωρούνται άχρηστα εις τα Μουσεία και τας λοιπάς συλλογάς, μόνον μετά πάροδον πενταετίας δύνανται να εισαχθώσι εκ νέου εις κρίσιν εις το συμβούλιον. Το τίμημα των πωλουμένων αρχαίων ορίζεται υπό του αρχαιολογικού συμβουλίου, αι δε εξ αυτών εισπράξεις εισέρχονται εις το αρχαιολογικόν Ταμείον, προοριζόμεναι εις την απαλλοτρίωσιν αρχαιολογικών χώρων. Ο τρόπος της πωλήσεως των αχρήστων αρχαίων κανονίζεται δια Δ/τος εκδιδομένου από κοινού υπό των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών (άρθρον μόνον Νόμ. 491, άρθρ. 6 Νόμ. 4823). Περί εμπορίας αρχαίων Άρθρ.5.-Ο γινόμενος καθ’ οιονδήποτε τρόπον κάτοχος αρχαίου, οφείλει εντός δεκαπενθημέρου, αφ’ ότου περιήλθεν το αρχαίον εις την κατοχήν του, να δηλώση τούτο εις την πλησιεστέραν αρχαιολογικήν ή αστυνομικήν αρχήν, ή εις το αρχαιολογικόν Τμήμα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθιστών συνάμα γνωστόν τον τρόπον της αποκτήσεως του αρχαίου και, εφ’ όσον είναι δυνατόν, τον τόπον εν ω ευρέθη τούτο. Μετά την δήλωσιν του αρχαίου ο κάτοχος δύναται να φυλάξη ο ίδιος το αρχαίον ή να το πωλήση εις άλλον εντός του Κράτους κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου. Ο αρχαιολογικός έφορος της περιφερείας ή οριζόμενος υπό του Υπουργείου άλλος ανώτερος αρχαιολογικός υπάλληλος οφείλουσιν εντός κατά το δυνατόν βραχέος χρονικού διαστήματος, να εξετάσωσιν και περιγράψωσιν ακριβώς το αρχαίον. Εάν τα δηλούμενα αρχαία έχουσιν μικράν επιστημονικήν σπουδαιότητα και πολύ μικράν ή ουδεμίαν εμπορικήν αξίαν κατά την κρίσιν του αρχαιολογικού συμβουλίου, αριθμούνται ταύτα απλώς και περιγράφονται, καταλείπονται δε εις την ελευθέραν χρήσιν του κατόχου. Το Υπουργείον δύναται να ζητήση όπως κατατεθώσι και φωτογραφίαι των αρχαίων τούτων. Εάν ο κάτοχος του αρχαίου είναι έμπορος αρχαιοτήτων, το Υπουργείον δύναται, προκειμένου περί αρχαίου αξίου λόγου, κατά την κρίσιν του αρχαιολογικού συμβουλίου, να προβαίνη εις αναγκαστικήν αγοράν του αρχαίου, της τιμής αυτού οριζομένης, αν δεν επέλθη συμφωνία μεταξύ του Κράτους και του κατόχου του αρχαίου, κατά το εν τη 2α παραγράφω άρθρ. 11 του παρόντος Νόμου, οριζόμενον διαιτητικόν τρόπον. Εις τον κάτοχον καταβάλλεται μόνον το ήμισυ της ούτω οριζομένης τιμής (άρθρ. 1, Νόμ. 5351). Άρθρ.54.-Άδεια προς εμπορίαν αρχαίων εντός του Κράτους παρέχεται εγκρίσει του Υπουργείου της Παιδείας μετά πρότασιν του αρχαιολογικού συμβουλίου μόνον εις εμπόρους εγκατεστημένους εν Αθήναις, Θεσσαλονίκη και Ηρακλείω Κρήτης. Το Υπουργείον της Παιδείας δύναται ν’ αρνήται την παροχήν αδείας εμπορίας αρχαίων εις τους καταδικασθέντας δια παράβασιν των διατάξεων του αρχαιολογικού Νόμου, ή εις εμπόρους, περί ων υπάρχουσι βάσιμοι ενδείξεις, ότι ανεμίχθησαν εις αρχαιοκαπηλικάς πράξεις. Και οι μέχρι τούδε επαγγελλόμενοι κατόπιν αδείας το εμπόριον των αρχαίων οφείλουσι να ζητήσωσι νέαν άδειαν προς εξακολούθησιν του επαγγέλματός των. (Αντί για τη σελ. 907) Σελ. 907(α) Τεύχος Ε91-Σελ. 57 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 31.Λ.β.11 47 Ουδέν αρχαίον δύναται να διατεθή προς εμπορίαν εντός του Κράτους, εάν δεν υπάρχη ειδική προς τούτο άδεια του Υπουργείου της Παιδείας χορηγουμένη μετ’ απόφασιν του αρχαιολογικού συμβουλίου. Ειδικώς επιτρέπεται και άνευ ειδικής εκάστοτε αδείας του Υπουργείου η εμπορία αρχαίων 1)των θεωρηθέντων ως ευτελών κατά τα εν τω άρθρ. 5 και επόμενα του παρόντος Νόμου διαλαμβανόμενα, 2)των εισαχθέντων εκ του εξωτερικού αρχαίων περί των οποίων ετηρήθησαν αι διατάξεις του άρθρ. 15 του παρόντος Νόμου ως και 3)των υπό του δημοσίου ως περιττών δια τα Μουσεία του Κράτους υπ’ αυτού συμφώνως τω παρόντι Νόμω πωλουμένων αρχαίων. Ο τρόπος καθ’ ον θα δηλούται η ταυτότης των αρχαίων τούτων και θα πιστοποιήται η αγορά και πώλησις αυτών θα κανονισθή δια Π.Δ/τος (άρθρ. 42 Νόμ. 5351). Άρθρ.55.-Ως έμποροι αρχαιοτήτων χαρακτηρίζονται κατά την κρίσιν του αρχαιολογικού συμβουλίου εκτός των εχόντων ίδια καταστήματα πωλήσεως αρχαίων και οι συχνάκις αγοράζοντες και μεταπωλούντες αρχαία και αν δεν έχωσι ίδια καταστήματα πωλήσεως. Οι έχοντες άδειαν σχηματισμού ιδιωτικών συλλογών δεν δύνανται να έχωσιν άδειαν εμπόρου αρχαιοτήτων (άρθρ. 43 Νόμ. 5351). Άρθρ.56.-Οι έμποροι αρχαίων υποβάλλουσι κατά μήνα πίνακα των αγοραζομένων εκάστοτε υπ’ αυτών και προς πώλησιν ωρισμένων αρχαίων (άρθρ. 44 Νόμ. 5351). Άρθρ.57.-Οι έμποροι αρχαίων διατελούσι υπό την διαρκή επίβλεψιν της αστυνομίας και των αρχαιολογικών υπαλλήλων, δικαιουμένων οποτεδήποτε να ελέγχωσι τον τρόπον της εργασίας των εμπόρων δι’ επιθεωρήσεων (άρθρ. 45 Νόμ. 5351). Άρθρ.58.-Ο εμπορευόμενος αρχαία άνευ αδείας τιμωρείται δια χρηματικής ποινής 2.000 έως 25.000 δραχμών και φυλακίσεως 15 ημερών μέχρις 6 μηνών ή δια της ετέρας μόνον των ποινών τούτων (άρθρ. 46 Νόμ. 5351). Άρθρ.59.-Εάν έμπορος αρχαίων τιμωρηθή δια παράβασιν αρχαιολογικού Νόμου, δύναται μετ’ απόφασιν του Υπουργείου της Παιδείας ν’ αφαιρήται απ’ αυτού η άδεια της εμπορίας (άρθρ. 47 Νόμ. 5351). Σελ. 908(α) Τεύχος Ε91-Σελ. 58 Άρθρ.60.-Έμποροι αρχαίων δύνανται να ζητήσωσιν, όπως κηρύσσωνται εξαγώγιμα οιαδήποτε των εν τοις καταστήμασιν αυτών αρχαίων, καταβάλλοντες εις το δημόσιον υπέρ του Ταμείου αρχαιολογικών απαλλοτριώσεων μετά την πώλησιν του αρχαίου το ήμισυ της υπ’ αυτών δηλουμένης αξίας των αρχαίων. Και εν τη περιπτώσει ταύτη ισχύουσιν αι διατάξεις του άρθρ. 19 του παρόντος Νόμου (άρθρ. 50 Νόμ. 5351). Άρθρ.61.-Ιδιώται κατασκευάζοντες εκμαγεία των υπό του Δημοσίου, Δήμου, ή Κοινότητος κατεχομένων αρχαιοτήτων τιμωρούνται δια χρηματικής ποινής 500-20.000 δραχμών και φυλακίσεως 5 ημερών μέχρις 6 μηνών ή και δια της ετέρας μόνον των ποινών τούτων (άρθρ. 54 Νόμ. 5351). Άρθρ.62.-Προκειμένου να κατασχεθώσι παρ’ ιδιώτη αρχαία η εκτέλεσις γίνεται παρόντος αρμοδίου αρχαιολογικού υπαλλήλου της περιφερείας ή άλλου οριζομένου υπό του Υπουργού της Παιδείας. Προς τούτο οφείλουσιν οι εκτελούντες την κατάσχεσιν υπάλληλοι να γνωρίσωσι τούτο εγκαίρως εις τον αρχαιολογικόν υπάλληλον ή εις το Υπουργείον της Παιδείας. Μεσεγγυούχος ορίζεται πάντοτε το Ελληνικόν Δημόσιον τα δε κατασχεθέντα παραμένουσι πάντοτε εν ω τόπω ευρίσκονται, εκτός αν άλλως ήθελεν ορίσει ο κατά τα ανωτέρω μεσεγγυούχος. Προκειμένου να γίνη πλειστηριασμός των κατασχεθέντων αρχαίων το πρόγραμμα του πλειστηριασμού κοινοποιείται εις το Υπουργείον Παιδείας ένα μήνα τουλάχιστον προ της ημέρας του πλειστηριασμού. Το δημόσιον δικαιούται να αγοράση το σύνολον ή μέρος των εκπλειστηριαζομένων αρχαίων πληρώνον το ήμισυ της ορισθείσης κατά τον πλειστηριασμόν τιμής, εάν κρίνη ότι είναι ανάγκη να κατατεθώσι τα πλειστηριαζόμενα αρχαία εις το Δημόσιον Μουσείον. Προς τούτο οφείλει ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος να αναφέρη αμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού τον πίνακα του πλειστηριασμού τον αφορώντα εις την εκπληστηρίασιν των αρχαίων και ν’ αναμείνη επί 15 ημέρας μετά την επίδοσιν του πίνακος την απόφασιν του Υπουργείου. Μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης το Υπουργείον χάνει το δικαίωμα της εξαγοράς, εκτός αν δι’ εγγράφου του προς τον αρμόδιον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον ζητήση παράτασιν της προθεσμίας μέχρι ενός μηνός. Εις πάσας τας εν τω παρόντι άρθρω δικαιοπραξίας το Δημόσιον αντιπροσωπεύεται υπό του Υπουργού της Παιδείας ή υπό αντιπροσώπου του υπ’ αυτού οριζομένου εκ των αρχαιολογικών υπαλλήλων (άρθρ. 48 Νόμ. 5351). 31.Λ.β.11 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 48 Άρθρ.6.-Κάτοχος αρχαίων παραλείψας να ενεργήση την κατά το άρθρ. 5 δήλωσιν εντός του υπό του άρθρου τούτου οριζομένης προθεσμίας, ούχί όμως και πέραν των δύο μηνών αφ’ ης εγένετο τοιούτος τιμωρείται δια Σελ. 899 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 31.Λ.β.11 37 προστίμου 500 έως 2.000 δραχμών. Εάν δε η δήλωσις εγένετο μετά δύο μήνας τιμωρείται δια προστίμου 1000 έως 4000 δραχμών. Εάν μετά το δίμηνον και προ της δηλώσεως ανακαλυφθή κατ’ άλλον τρόπον ο κατέχων το αρχαίον, συν τη ποινή επιβάλλεται και δήμευσις του ανακαλυφθέντος υπέρ των Μουσείων του Κράτους. Ο επί σκοπώ παρανόμου διαθέσεως του αρχαίου παραλείψας πέραν του διμήνου να δηλώση την κατοχήν τούτου τιμωρείται δια φυλακίσεως 1 μέχρις 6 μηνών και δια χρηματικής ποινής 1000-4000 δραχμών (άρθρ. 2 Νόμ. 5351). Άρθρ.7.-Ο νομίμως εργαζόμενος εντός δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών, μοναστηριακών ή εκκλησιαστικών κτημάτων και ανακαλύψας εν αυτοίς αρχαία, εάν δηλώση την ανακάλυψίν του ταύτην εντός 15 ημερών εις την πλησιεστέραν αρχαιολογικήν αρχήν, λαμβάνει ως αμοιβήν το 1/2 της αξίας των εις το δημόσιον περιερχομένων αρχαίων. Εάν ούτος παρέλειψε να κάμη την δήλωσιν, ουχί όμως πέραν του διμήνου, ουδεμίαν λαμβάνει αμοιβήν. Εάν όμως παρέλειψε να κάμη την δήλωσιν πέραν του διμήνου, τιμωρείται δια φυλακίσεως 15 ημερών έως 6 μηνών (άρθρ. 3 Νόμ. 5351). Άρθρ.8.-Εάν υπάρχωσι ή ευρεθώσι τυχαίως εν ιδιωτικώ κτήματι αρχαία κτίρια ή άλλα αρχαία μη δυνάμενα να μετακινηθώσιν, εάν είναι άξια λόγου και πρέπει να διατηρηθώσιν, ο κύριος του κτήματος αμείβεται μόνον δια την αξίαν του χώρου, ον το αρχαίον καταλαμβάνει, εκτιμωμένου τούτου κατά την ανωτάτην τρέχουσαν αξίαν ομοίων κτημάτων εν τη περιφερεία ηυξημένην κατά 10%. Εις τον ανακαλύψαντα την αρχαιότητα, είτε ούτος είναι ο ιδιοκτήτης, είτε άλλος τις νομίμως εργαζόμενος εν τω κτήματι, δύναται εάν ούτος δηλώση την εύρεσιν εντός των νομίμων προθεσμιών να δοθή αμοιβή τις ανάλογος της σπουδαιότητος του αρχαίου. Κάτοχος κτήματος εν τω οποίω ήθελον ευρεθή αρχαία μη δυνάμενα να μετακινηθώσι και παραλείψας να δηλώση ταύτα εντός της υπό του άρθρ. 5 οριζομένης προθεσμίας, τιμωρείται δια των εν άρθρ. 6 και κατά τας εν αυτώ διακρίσεις ποινών (άρθρ. 7 Νόμ. 5351). Σελ. 900
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.