← Ελλάδα

2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 29 Σεπτ./4 Οκτ. 1939 Περί οργανώσεως της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων. ΄Αρθρον 1. 1.Η παρά τη

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει την οργάνωση και λειτουργία της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.), καθώς και τη διαχείριση των οικονομικών της και των περιφερειακών της γραφείων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 29 Σεπτ./4 Οκτ. 1939 Περί οργανώσεως της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων. ΄Αρθρον 1. 1.Η παρά τη Γενική Διευθύνσει Δημοσίου Λογιστικού συσταθείσα δυνάμει του άρθρου 2 του Αναγκαστικού Νόμου 1909/1939 ειδική υπηρεσία αποκαλουμένη «Υπηρεσία Διαχειρίσεως Κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων», υπάγεται εις την Διεύθυνσιν της Γενικής Κινήσεως Κεφαλαίων, ο Διευθυντής της οποίας ορίζεται προϊστάμενος της Υπηρεσίας ταύτης αναπληρούμενος εις τα καθήκοντά του ταύτα υπό ετέρου Διευθυντού ή υπό τινος των παρά τη Υπηρεσία τοποθετημένων Τμηματαρχών οριζομένου δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. 2.Η αλληλογραφία της ως άνω Υπηρεσίας διεξάγεται δια του πρωτοκόλλου της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού. Άρθρον 8. 1.Πάσαι αι σχετικαί δαπάναι δια την λειτουργίαν της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων, αναφερομένης εφεξής με τα αρχικά των λέξεων Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και την διαχείρισιν της ανταλλαξίμου περιουσίας, καταβάλλονται από 1 Απριλίου 1940 εκ του Δημοσίου Ταμείου, δια χρηματικών ενταλμάτων εκδιδομένων εις βάρος του ειδικού προϋπολογισμού της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υπό ίδιον χρηματικόν λ]σμόν της Δημοσίας Ληψοδοσίας υπό τον τίτλον «Έξοδα Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας» βαρύνουσι δε τας πιστώσεις του ανωτέρω ειδικού πρ]σμού της Υ.Δ.Μ.Α.Κ. του οικονονομικού έτους, καθ’ ο αύται εντέλλονται. Η εκκαθάρισις και η έγκρισις των ανωτέρω δαπανών ως και η έκδοσις των οικείων χρηματικών ενταλμάτων ενεργείται υπό της Υπηρεσίας Εντελλομένων Εξόδων Υπουργείου Οικονομικών κατά τας διατάξεις περί Δημοσίου Λογιστικού εν συνδυασμώ προς τας ισχυούσας εκάστοτε ειδικάς διατάξεις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. Οι μισθοί των εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. απασχολουμένων υπαλλήλων άλλων υπηρεσιών καταβάλλονται εκ των γενικών πιστώσεων μισθοδοσίας του κλάδου εις ον ανήκουσιν. Η παράγρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 27/28 Μαρτ. 1940. 2.Τα εντάλματα πληρωμής αμοιβών και αποζημιώσεων των συμβουλίων, Επιτροπών και συνεργείων των συνιστωμένων δια του Α.Ν. 1909]39 και του παρόντος εκδίδονται επί τη βάσει καταστάσεων υπογεγραμμένων υπό του Προέδρου εκάστου Συμβουλίου ή Επιτροπής ή του Προϊσταμένου του Συνεργείου και θεωρουμένων υπό του προϊσταμένου της Υπηρεσίας. Άρθρον 9. 1.Δια την εμφάνισιν των αποτελεσμάτων της διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας καταρτίζεται ίδιος προϋπολογισμός αυτής δημοσιευόμενος μετά του Κρατικού προϋπολογισμού, τα δε έσοδα και έξοδα αυτής πραγματοποιούνται δι’ ιδίου λογαριασμού τηρουμένου παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος υπό τον τίτλον «Λογαριασμός διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας». Εις τον προϋπολογισμόν της ανταλλαξίμου περιουσίας εμφανίζονται ως έσοδα μεν τα εκ μισθωμάτων, τιμημάτων και πάσης άλλης αιτίας εις μετρητά και ομολογίας εισπραττόμενα εκ της διαχειρίσεως των ανταλλαξίμων κτημάτων, ως έξοδα δε, το ποσόν των αποσβεννυμένων ομολογιών και αι αποδιδόμεναι κατά το προηγούμενον άρθρον εις το Δημόσιον δαπάναι λειτουργίας της υπηρεσίας και διαχειρίσεως. Έσοδον ωσαύτως της ανταλλαξίμου περιουσίας αποτελεί το προϊόν του εκποιουμένου αχρήστου υλικού αυτής, μη περιερχόμενον εις το Μετοχικόν Ταμείον Πολιτικών Υπαλλήλων. 2.Αι κατά το άρθρον 8 του παρόντος καταβαλλόμεναι δαπάναι και μισθοί αποδίδονται εις το Δημόσιον Ταμείον εκ του παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος λ]σμού καταθέσεων της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. επί τη βάσει εντολών του Υπουργού των Οικονομικών προς την Τράπεζαν της Ελλάδος, εισάγονται δε εν τη Δημοσία ληψοδοσία υπό τον αυτόν χρηματιστικόν Λ]σμόν, υφ’ ον κατεβλήθησαν. Αι εντός του οικονομικού έτους 1939]40 ενεργηθείσαι πληρωμαί αποδοθήσονται εις τον Κρατικόν Προϋπολογισμόν κατά τας διατάξεις του ρηθέντος Β.Διατάγματος, ως αύται ίσχον προ της δια του παρόντος επερχομένης τροποποιήσεως. 3.Το μετά την απόδοσιν εις το Δημόσιον Ταμείον των εξ αυτού καταβαλλομένων δαπανών, περί ων το προηγούμενον άρθρον απομένον τυχόν υπόλοιπον καταθέσεων της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος εις μετρητά αποδίδεται προς το Δημόσιον προς κάλυψιν της υπηρεσίας των δανείων αστών ανταλλαξίμων ή διατίθεται προς έκτακτον απόσβεσιν δι’ εξαγοράς ομολογιών των αυτών δανείων. Αι παρ. 2 και 3 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 2 Β.Δ. 27/28 Μαρτ. 1940. 4.Ομοίως καταρτίζεται ίδιος απολογισμός και Ισολογισμός της ανταλλαξίμου περιουσίας ελεγχόμενος κατά τας κειμένας διατάξεις περί ελέγχου του απολογισμού και ισολογισμού της δημοσίας διαχειρίσεως. 5.Τα παρά δημοσίων υπηρεσιών οφειλόμενα μισθώματα και τιμήματα χρησιμοποιουμένων ή παρεχομένων εις αυτάς δι’ απ’ ευθείας πωλήσεως ή άλλως ανταλλαξίμων κτημάτων καταβάλλονται δι’ ενταλμάτων εκδιδομένων εις βάρος του προϋπολογισμού του οικείου Υπουργείου υπέρ του λ/σμού της ανταλλαξίμου περιουσίας. Τα εντάλματα ταύτα εξοφλούνται οίκοθεν υπό των αρμοδίων Ταμείων του προϊόντος αυτού εισαγομένου ως εσόδου υπό το οικείον Κεφάλαιον και άρθρον του προϋπολογισμού της ανταλλαξίμου περιουσίας. Άρθρον 10. 1.Η εν ταις περιφερείαις Υπηρεσία διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας ενεργείται, α΄)δι’ αυτοτελών Γραφείων Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας και β΄)δι’ ειδικών Γραφείων συνιστωμένων παρά ταις Οικονομικαίς Εφορίαις κατά τα εν τοις επομένοις οριζόμενα. 2.Αυτοτελή Γραφεία διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας συνιστώνται εν Δράμα, Εδέσση, Ηρακλείω, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Κοζάνη, Μυτιλήνη, Σέρραις και Χανίοις. Τα Γραφεία ταύτα υπάγονται εις την αποκλειστικήν εποπτείαν και έλεγχον της δια του άρθρου 2 του Α.Ν. 1909)1939 συνιστωμένης παρά τη Γενική Διευθύνσει Δημοσίου Λογιστικού Υπηρεσίας. Προϊστάμενοι των Γραφείων Ηρακλείου, Θεσ)νίκης, Καβάλας, Μυτιλήνης και Σερρών τοποθετούνται Οικονομικοί Σελ. 257 Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων 26.Ζ.α.2 Έφοροι α΄ ή β΄ τάξεως, των δε Γραφείων Δράμας, Εδέσσης, Κοζάνης και Χανίων Οικονομικοί Έφοροι β΄ τάξεως αποσπώμενοι παρ’ αυτοίς. Το προσωπικόν των Γραφείων τούτων αποτελείται εξ υπαλλήλων, περί ων το άρθρον 4 του Αναγκ. Νόμου 1909)1939 και υπαλλήλων της Δ)νσεως Δημ. Κτημάτων και υπαλλήλων του Εφοριακού Κλάδου αποσπωμένων παρ’ αυτοίς δι’ αποφάσεως του Υπουργού του Οικονομικών εκδιδομένης κατά τας κειμένας διατάξεις, μη ισχυουσών και δια την παρούσαν περίπτωσιν των διατάξεων περί ανωτάτου χρονικού ορίου διαρκείας της αποσπάσεως. Από της δημοσιεύσεως του παρόντος τοποθετούνται αυτοδικαίως παρ’ εκάστω των ως άνω Γραφείων οι δυνάμει του άρθρου 4 παράγρ. 1 εδάφ. 2 του Α.Ν. 1909)1939 απεσπασμένοι παρά τη Οικονομική Εφορία της έδρας εκάστου Γραφείου υπάλληλοι της ειδικής υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού, μη αποκλειομένης της δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών αποσπάσεώς των παρ’ άλλαις υπηρεσίαις του Υπουργείου Οικονομικών. Μέχρι της τοποθετήσεως κατ’ απόσπασιν προϊσταμένου των Γραφείων τούτων τα καθήκοντα ταύτα ασκεί παραλλήλως προς τα κύρια καθήκοντά του ο Οικονομικός Έφορος της έδρας του Γραφείου, εν Θεσ)νίκη δε ο Οικονομικός Έφορος της Ε΄ Οικονομικής Εφορίας. 3.Παρ’ εκάστη των Οικονομικών Εφοριών Βερροίας, Βόλου, Ελλασσώνος, Ιωαννίνων, Καστορίας, Κατερίνης, Κιλκίς, Λαγκαδά, Λαρίσσης, Λήμνου, Ξάνθης, Πρεβέζης, Ρεθύμνης, Σητείας, Φλωρίνης και Χίου συνιστάται Γραφείον διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας. Επί των Γραφείων τούτων ο Οικονομικός Έφορος ασκεί την εποπτείαν, ην ασκεί και επί των λοιπών γραφείων της Εφορίας. 4.Η σύνθεσις του προσωπικού των Γραφείων, περί ων αι παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος άρθρου ως και τα της διεξαγωγής της εσωτερικής υπηρεσίας τούτων ορίζονται εκάστοτε αναλόγως των αναγκών της Υπηρεσίας δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών. 5.Τα αυτοτελή Γραφεία, περί ων η παράγρ. 2 ως και αι Οικονομικαί Εφορίαι, περί ων η παράγραφος 3 του παρόντος άρθρου, ασκούσιν εν τη περιφερεία των την αρμοδιότητα ήτις κατά τας διατάξεις της μετά της Εθνικής Τραπέζης συμβάσεως της 5ης Μαΐου 1925, ως ετροποποιήθη αύτη μεταγενεστέρως, ήτο ανατεθειμένη εις τα εν τη έδρα των υποκαταστήματα της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ήτοι ειδικώτερον ενεργούσιν τας αναγκαίας ερεύνας δια την ανακάλυψιν και παραλαβήν των εν τη περιφερεία των ανταλλαξίμων κτημάτων, τηρούσι κτηματολόγια των κτημάτων τούτων, επιμελούνται της διεξαγωγής των δημοπρασιών μισθώσεων και εκποιήσεων, καταρτίζουσι και υπογράφουσι τας σχετικάς συμβάσεις, κατά τας κειμένας διατάξεις, τηρούσιν ατομικούς λ)σμούς των οφειλετών εκ σχέσεων επί των εν τη περιφερεία των κτημάτων, συντάσσουσι τας καταστάσεις των οφειλών τούτων και αποστέλλουσι ταύτας προς είσπραξιν εις τα αρμόδια Δημόσια Ταμεία και εν γένει εκτελούσι κατά τας οδηγίας του Υπουργού των Οικονομικών πάσαν εργασίαν σχετικήν προς την διοίκησιν, διαχείρισιν και ρευστοποίησιν της ανταλλαξίμου περιουσίας της κειμένης εν τη περιφερεία των. Σελ. 258 Οι προϊστάμενοι των αυτοτελών Γραφείων ως και οι Οικονομικοί Έφοροι κατά την ανωτέρω διάκρισιν ασκούσιν ως προς την εν τη περιφερεία των διαχείρισιν της ανταλλαξίμου περιουσίας τας αρμοδιότητας ας ασκεί κατά την προμνησθείσαν Σύμβασιν ο Δ)τ’ης του οικείου Υπ)τος της Εθνικής Τραπέζης πλην της επί του προσωπικού των Γραφείων πειθαρχικής εξουσίας ης η άσκησις διέπεται υπό των κειμένων διατάξεων, των προϊσταμένων των αυτοτελών Γραφείων της παραγράφου 2 εξομοιουμένων ως προς τούτο προς τους Οικονομικούς Εφόρους. 6.«Δια την εκτέλεσιν μικροεπισκευών επειγούσης φύσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας, πληρωμήν οδοιπορικών εξόδων υπαλλήλων μετακινουμένων προς εκτέλεσιν ανεπιδέκτου αναβολής εργασιών σχετιζομένων με την διαχείρισιν της περιουσίας ταύτης, πληρωμήν ημερομισθίων του εργατικού προσωπικού του χρησιμοποιουμένου δια την έρευναν και διαπίστωσιν των κτημάτων, ως και δια την ενέργειαν απροβλέπτων μικροδαπανών αναγκαίων δια την πρόληψιν ζημιών του Δημοσίου εκ της διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας, χορηγείται εις έκαστον των προϊσταμένων των Γραφείων Διαχειρίσεως και των Οικονομικών Εφοριών, παρ’ αις λειτουργούσι τοιαύτα Γραφεία, παγία προκαταβολή, ης το ποσόν ορίζεται εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μη δυνάμενον εν πάση περιπτώσει να υπερβή τας δραχμάς είκοσι χιλιάδας (20.000) δι’ έκαστον Γραφείον ή Εφορίαν. Εκ της παγίας ταύτης προκαταβολής επιτρέπεται όπως κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού των Οικονομικών καταβάλληται και η αντιμισθία των Εκτιμητών». Η παρ. 6 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 20 παρ. 3 Β.Δ. 24/31 Οκτ. 1940. Βλ. και άρθρ. 10 Νόμ. 930/1943, άρθρ. 6 Α.Ν. 1042/1946 και άρθρ. 16 Νόμ. 1650/1951. ΄Αρθρον 11. 1.Παρ’ εκάστω των περί ων το προηγούμενον άρθρον αυτοτελών γραφείων ως και παρ’ εκάστη των Οικον. Εφοριών των αναφερομένων εν παραγράφω 3 του αυτού άρθρου συνιστάται Επιτροπή αποκαλουμένη «Τοπική Επιτροπή Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας» (όνομα εκάστης περιφερείας), εις ην μεταβιβάζονται αι αρμοδιότητες των κάτωθι Επιτροπών καταργουμένων εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος: α΄)Της Τριμελούς Επιτροπής της προβλεπομένης δια του από 4 Μαρτίου 1926 Δ)ματος «περί του τρόπου καθορισμού πληρωμής προς την Εθνικήν Τράπεζαν της αξίας των αναλαμβανομένων Μουσουλμανικών ακινήτων». β΄)Της εν άρθρω 8 της μετά της Εθνικής Τραπέζης συμβάσεως Τοπικής Επιτροπής. γ΄)Της ειδικής Επιτροπής εκτιμήσεως των δι’ αποκατάστασιν ακτημόνων παραχωρουμένων κτημάτων της προβλεπομένης εν άρθρω 1 παράγραφω 13 περίπτ. στ΄ της μετά της Εθνικής Τραπέζης Συμβάσεως, και δ΄)της Ειδικής Επιτροπής εκτιμήσεως απ’ ευθείας πωλουμένων κτημάτων προς ανεγείραντας και κατόχους της προβλεπομένης εν παραγράφω 23 του άρθρου 8 της μετά της Εθνικής Τραπέζης Συμβάσεως. 2.Η συνιστωμένη κατά την προηγουμένην παράγραφον Επιτροπή συντίθεται: Δια την σύνθεσιν της Επιτροπής βλ. ήδη άρθρ. 16 παρ. 4 Ν.Δ: 2967/1954. 26.Ζ.α.2 Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων 3.Η Επιτροπή συγκαλείται υπό του Προέδρου αυτής ή του Οικονομικού Εφόρου, ευρίσκεται δ’ εν απαρτία παρόντων τριών μελών, τακτικών ή αναπληρωματικών, απαραιτήτως δε του Προϊσταμένου του Γραφείου ή του Οικον. Εφόρου ή των αναπληρούντων τούτους, αι αποφάσεις όμως αυτής λαμβάνονται κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν του συνόλου των μελών. 4.Προς αποζημίωσιν των μελών και του Γραμματέως εκάστης Τοπικής Επιτροπής διατίθεται ποσόν ίσον προς ποσοστόν 0,50% επί των συμφωνουμένων οριστικώς μισθωμάτων και τιμημάτων και των καθοριζομένων αποζημιώσεων χρήσεως κτημάτων της περιφερείας εκάστου Γραφείου ή εκάστης Εφορίας. Το ποσοστόν τούτο κατανέμεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών κατά τριμηνίαν εις τα μέλη και τον Γραμματέα της Επιτροπής επί τη βάσει των υποβαλλομένων αυτώ στοιχείων περί του αριθμού των συνεδριάσεων, εις ας μετέσχεν έκαστον μέλος και των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων της διαχειρίσεως και καταβάλλεται εις βάρος ειδικής πιστώσεως του Κρατικού Προϋπολογισμού. Η δια την ανωτέρω αιτίαν αμοιβή των Ειρηνοδικών εξαιρείται των διατάξεων του Νόμου 6236. 5.Εις τα μέλη των Τοπικών Επιτροπών μεταβαίνοντα εκτός έδρας δια την εκτέλεσιν των καθηκόντων των καταβάλλονται τα κατά τας ισχυούσας διατάξεις δια τους δημοσίους υπαλλήλους προβλεπόμενα οδοιπορικά έξοδα και ημερήσιαι αποζημιώσεις. 6.Εν η περιπτώσει παρίσταται ανάγκη διεξαγωγής δημοπρασίας εκτός της έδρας του Γραφείου ή της Οικον. Εφορίας είτε λόγω της τοποθεσίας του ακινήτου είτε εξ άλλων λόγων, δεν θεωρείται δε αναγκαία ή δεν καθίσταται δυνατή η μετάβασις εις τον τόπον της δημοπρασίας της Τοπικής Επιτροπής η εκτός της έδρας του Γραφείου ή της Οικον. Εφορίας δημοπρασία διεξάγεται ενώπιον Επιτροπής αποτελουμένης εξ ενός υπαλλήλου του Γραφείου ή της Οικονομικής Εφορίας της έδρας της Τοπικής Επιτροπής, του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου και του Ειρηνοδίκου, ελλείψει δε ενός των δύο τελευταίων τούτων του Προέδρου της οικείας Κοινότητος. Της Επιτροπής προεδρεύει πάντοτε ο υπάλληλος του Γραφείου ή της Οικονομικής Εφορίας. Τα καθήκοντα της Επιτροπής ταύτης περιορίζονται μόνον εις την εκτέλεσιν της δημοπρασίας και εις γνωμοδότησιν προς την Τοπικήν Επιτροπήν των αποτελεσμάτων αυτής. Εις τα μέλη των κατά τη παρούσαν παράγραφον Επιτροπών καταβάλλεται αποζημίωσις δραχ. 50 (πεντήκοντα) δι’ εκάστην παράστασιν κατά συνεδρίασιν. 7.Εις την Επιτροπήν διαθέσεως κλήρων Λέσβου την προβλεπομένην εν άρθρω 1 παράγρ. 32 της από 8 Μαΐου 1939, κωδικοποιήσεως των διατάξεων περί διαχειρίσεως των ανταλλαξίμων κτημάτων ως και εις την Διοικούσαν Επιτροπήν του Ταμείου Στεγάσεως αποκαθισταμένων ακτημόνων νήσου Λέσβου, περί ης η παράγρ. 35 του άρθ. 1 της αυτής κωδικοποιήσεως, μετέχει από της 11ης Σεπτεμβρίου 1939 ως μέλος ο Προϊστάμενος του Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας, αντί του Δ/τού του Υπ/τος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Άρθρον 12. 1.Όπου κατά τας κειμένας διατάξεις περί διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας προβλέπεται η χρησιμοποίησις εκτιμητών, ως τοιούτοι χρησιμοποιούνται οι παρά ταις Οικονομικαίς Εφορίαις προσφέροντες αναλόγους υπηρεσίας εν τη διαχειρίσει των λοιπών δημοσίων κτημάτων υπάλληλοι. Οι υπάλληλοι ούτοι δεν δικαιούνται ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, πλην των οδοιπορικών και ημερησίας αποζημιώσεως δια τας εκτός έδρας μεταβάσεις των. Εάν κατά την κρίσιν του προϊσταμένου του Γραφείου ή του Οικονομικού Εφόρου αι ανάγκαι της Υπηρεσίας επιβάλλουσι την πρόσληψιν ειδικών εκτιμητών επιτρέπεται η πρόσληψις επί συμβάσει ειδικών δια την εργασίαν ταύτην προσώπων παρ’ εκάστω Γραφείω ή παρ’ εκάστη Εφορεία, προτάσει του προϊσταμένου του Γραφείου ή του Οικονομικού Εφόρου. Οι όροι των Συμβάσεων τούτων καθορίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών και υπογράφονται δια λ/σμόν και τη εντολή αυτού υπό του οικείου Προϊσταμένου Γραφείου ή του Οικονομικού Εφόρου. Οι ούτω προσλαμβανόμενοι εκτιμηταί δεν αποκτώσι την ιδιότητα Δημοσίου υπαλλήλου έχουσι όμως εν τη εκτελέσει των καθηκόντων αυτών πάσας τας εκ της ιδιότητος ταύτης απορρεούσας ευθύνας και υποχρεώσεις. 2.Τα εν τω πρώτω εδαφίω της προηγουμένης παραγράφου ισχύουσι και δια τους πάσης φύσεως τεχνικούς υπαλλήλους. Επιτρέπεται εν τούτοις εφ’ όσον αι ανάγκαι της Υπηρεσίας το επιβάλλουσι η πρόσληψις δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών ενός τεχνικού υπαλλήλου παρά τη Κεντρική Υπηρεσία επί μηνιαία αντιμισθία μη δυναμένη να υπερβή τας δραχμάς τέσσαρας χιλιάδας δι’ έκαστον υπάλληλον. Άρθρον 13. 1.Περιφέρεια εκάστου των εν άρθρω 10 παράγρ. 2 και 3 αναφερομένων γραφείων ως προς την διαχείρισιν της ανταλλαξίμου περιουσίας θεωρείται η αντίστοιχος εν τη διαχειρίσει ταύτη περιφέρεια του Υπ/τος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Κατ’ εξαίρεσιν η περιφέρεια του αυτοτελούς Γραφείου Κοζάνης και της Οικονομικής Εφορείας Πρεβέζης εκτείνεται και εις την περιφέρειαν του Υπ/τος της Εθνικής Τραπέζης Γρεβενών δια το πρώτον και Άρτης δια την δευτέραν. 2.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών και εφ’ όσον τοπικαί συνθήκαι επιβάλλουσι τούτο δύναται να κατανεμηθή η κατά την προηγουμένην παράγραφον περιφέρεια εις πλείονας τοιαύτας εφ’ όσον εν τη περιφερεία ταύτη λειτουργούσι πλείονες Οικονομικαί Εφορίαι, ή και να συμπτυχθώσι πλείονες των εν άρθρω 10 οριζομένων περιφερειών. Εν τη περιπτώσει ταύτη δια τας νέας περιφερείας ισχύουσι άπασαι αι διατάξεις αι ισχύουσαι δια τας εν παραγράφοις 2 και 3 του άρθρου 10 απαριθμουμένας περιφερείας. Άρθρον 14. 1.Τα πάσης φύσεως εκ της ανταλλαξίμου περιουσίας έσοδα εισπράττονται υπό των δημοσίων Ταμείων κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 2.Η βεβαίωσις των εσόδων τούτων γίνεται επί τη βάσει καταστάσεων συντασσομένων υπό των γραφείων διαχειρίσεως ή των Οικονομικών Εφοριών εις το τέλος εκάστου μηνός συμφώνως προς τας κατά τον μήνα τούτον οριστικάς συμφωνίας και αποφάσεις καθορισμού τιμημάτων, μισθωμάτων και αποζημιώσεων χρήσεως ή άλλων εσόδων ανταλλαξίμων κτημάτων. Αι καταστάσεις αύται υπογράφονται υπό του Προϊσταμένου του οικείου Γραφείου ή του Οικονομικού Εφόρου και υποβάλλονται εις διπλούν εις την Υπηρεσίαν διαχειρίσεως, ήτις μετά έλεγχον αυτών και θεώρησίν των υπό του προϊσταμένου αποστέλλει ταύτας προς βεβαίωσιν και είσπραξιν εις τα αρμόδια Δημόσια Ταμεία. Η βεβαίωσις των εσόδων των απορρεόντων εκ Συμβάσεων και πράξεων προηγουμένων της αναλήψεως υπό του Δημοσίου της διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουΣελ. 259 Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων 26.Ζ.α.2 σίας ενεργηθήσεται επί τη βάσει ομοίων καταστάσεων κατά τας ειδικωτέρας οδηγίας της Γενικής Δ/νσεως , Δημοσίου Λογιστικού. 3.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 19 παρ. 8 Β.Δ. 24/31 Οκτ. 1940). 4.Τα της υπερημερίας και των συνεπειών αυτής εν τη εισπράξει των εσόδων της ανταλλαξίμου περιουσίας διέπονται υπό των ειδικών διατάξεων περί διαχειρίσεως αυτής. 5.Τα Δημόσια Ταμεία τα ενεργούντα είσπραξιν εσόδων της ανταλλαξίμου περιουσίας υποβάλλουσι κατά τρίμηνον κατάστασιν των πραγματοποιουμένων εσόδων εις την Γενικήν Διεύθυνσιν Δημοσίου Λογιστικού (Υπηρεσίαν Διαχειρίσεως ανταλλαξίμων κτημάτων) της καταστάσεως δε ταύτης αποστέλλουσιν αντίγραφον εις το αρμόδιον Γραφείον Διαχειρίσεως. 6.Αρμόδιον δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν Ταμείον είναι το της περιφερείας ένθα κείται το μισθούμενον, εκποιούμενον ή άλλως χρεούμενον κτήμα. Βλ. ήδη άρθρ. 19 παρ. 8 Β.Δ. 24/31 Οκτ. 1940. Άρθρον 15 (Προβλέπεται η προσθήκη οργανικών θέσεων εις την Γ.Δ.Δ.Λ. και την Ταμειακήν υπηρεσίαν. Περί τούτων ήδη ισχύει το κατωτέρω Β.Δ. 29/29 Δεκ 1953). Άρθρον 2. 1.Η αρμοδιότης της εν άρθρω 1 του παρόντος Υπηρεσίας συνίσταται: α΄)Εις την παραλαβήν, διαχείρισιν, διοίκησιν και ρευστοποίησιν των ακινήτων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων. Τα ακίνητα και τα περιουσιακά ταύτα στοιχεία αποκαλούνται εφεξής «ανταλλάξιμος περιουσία». β΄)Εις την επιμέλειαν της βεβαιώσεως και την παρακολούθησιν της εισπράξεως των τιμημάτων, μισθωμάτων και αποζημιώσεων χρήσεως και παντός άλλου εσόδου της ανταλλαξίμου περιουσίας. γ΄)Εις την παρακολούθησιν της κινήσεως των δανείων αποζημιώσεως αστών και αγροτών ανταλλαξίμων προσφύγων και την καταστροφήν των περιελθουσών και περιελευσομένων εις το Δημόσιον ομολογιών και τοκομεριδίων των δανείων τούτων. 2.Ως ανταλλάξιμος περιουσία κατά την έννοιαν του παρόντος θεωρούνται τα παραδοθέντα και παραδοτέα εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος κατά το άρθρον 1 της κωδικοποιηθείσης συμβάσεως δια του Β.Διατάγματος της 13 Μαΐου 1939 περιουσιακά στοιχεία, περιλαμβανομένων εις ταύτα και των σχετικών ενοχικών αξιώσεων. Όπου εν τοις επομένοις γίνεται μνεία της μετά της Εθνικής Τραπέζης Συμβάσεως νοείται η ως άνω κωδικοποίησις. (Το προϊόν της ρευστοποιουμένης ανταλλαξίμου περιουσίας διατίθεται δια την απόσβεσιν των δανείων ανταλλαξίμων). Βλ. ήδη άρθρ. 15 Ν.Δ. 2967/1954. Άρθρα 16-17 (Αναφέρονται εις τον τρόπον πληρωμής των αποζημιώσεων των αστών ανταλλαξίμων και των τοκομεριδίων των Δανείων Αποζημιώσεως Προσφύγων). Άρθρον 18. Από της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν απαιτείται σύμπραξις του Υπουργού της Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως δια την απόδοσιν, διάθεσιν κλπ. ανταλλαξίμων κτημάτων ως και διαχείρισιν εν γένει της ανταλλαξίμου περιουσίας, της αρμοδιότητος τούτου περιοριζομένης μόνον εις την κατά το άρθρον 9 παράγραφον 2 εδάφιον τρίτον του Αναγκαστικού Νόμου 1909/1939 έγκρισιν των αποφάσεων του παρά τη Διευθύνσει Ανταλλαγής Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Άρθρον 19 Εις τους υπαλλήλους περί ων το άρθρον 4 του Αναγκαστικού Νόμου 1909/1939 καταβάλλεται μέχρι της διαβαθμίσεώς των παγία επιχορήγησις γραφικής ύλης δραχ. δέκα πέντε μηνιαίως. Σελ. 260 Άρθρον 20. 1.Δια την αντιμετώπιοιν εκτάκτων αναγκών της υπηρεσίας διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας επιτρέπεται η σύστασις Συνεργείου εξ υπαλλήλων της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού και υπαλλήλων απεσπασμένων παρά τη Υπηρεσία ταύτη, οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Εις τους μετέχοντας του Συνεργείου υπαλλήλους καταβάλλεται δια τρίωρον εργασίαν ημερησίως πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας αποζημίωσις μέχρι δραχμών τεσσαράκοντα κατά τα ορισθησόμενα δια της αυτής Υπουργικής αποφάσεως. Άρθρον 21. Από της 11ης Δεκεμβρίου 1939 επιτρέπεται όπως αι πάσης φύσεως προς την ανταλλάξιμον περιουσίαν οφειλαί συμπεριλαμβανομένων και των μέχρι της ημερομηνίας αυτής γεγεννημένων ων κατά τας κειμένας διατάξεις είναι δυνατή η εξόφλησις εις ομολογίας Δανείων ανταλλαξίμων υπολογιζομένων εις την ονομαστικήν των αξίαν, εξοφλώνται εις μετρητά δια καταβολής αντί ομολογιών του ισοτίμου αυτών εις δραχμάς εξευρισκόμενον κατά τας διατάξεις του εδαφίου 2 του άρθρου 6 του υπ’ αριθ. 608/1937 Αν. Νόμου. 2.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών επιτρέπεται όπως εξουσιοδοτηθώσιν ο Γενικός Διευθυντής του Δημοσίου Λογιστικού ή ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων να υπογράφη εντολάς δαπανών προς την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος εις βάρος του Λ/σμού του άρθρου 6 του Αν. Νόμου 1909/1939 μέχρι ποσού οριζομένου δια των αυτών αποφάσεων. Δι’ ομοίας αποφάσεως δύνανται να εξουσιοδοτηθώσιν οι Προϊστάμενοι των εν ταις περιφερείαις Γραφείων Διαχειρίσεως ή οι Οικονομικοί Έφοροι όπως εκκαθαρίζωσι τας αποδοχάς των παρ’ εκάστω Γραφείω ή Εφορία υπαλλήλων της υπηρεσίας και εντέλλωνται την πληρωμήν αυτών και κατά το από 11 Σεπτεμβρίου, μέχρι της οριστικής διαβαθμίσεως και κατατάξεως αυτών χρονικόν διάστημα. Εις τον Ημέτερον επί των Οικονομικών Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. Άρθρον 3. Η κατά το άρθρον 1 του παρόντος υπηρεσία διαιρείται εις τα κάτωθι τμήματα και γραφεία, έκαστον των οποίων έχει την εν τοις επομένοις καθοριζομένην ειδικωτέραν αρμοδιότητα. Σελ. 253 Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων 26.Ζ.α.2 1.Τμήμα Κτηματολογίου και Διαχειρίσεως Κτημάτων, εις ο ανήκει η αναζήτησις και η παραλαβή των κτημάτων, η τήρησις του γενικού και των ειδικών κτηματολογίων, των φακέλλων των κτημάτων και η παρακολούθησις των επ’ αυτών μεταβολών μέχρι της εξόδου των εκ της διαχειρίσεως, η διαχείρισις των κτημάτων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων της ανταλλαξίμου περιουσίας, η κατάρτισις των συμβάσεων, δι’ ων δημιουργούνται ενοχικά ή εμπράγματα δικαιώματα επί των κτημάτων, η εισήγησις εις το Κεντρικόν Σμβούλιον επί παντός θέματος αναγομένου εις την διοίκησιν, διαχείρισιν και εκποίησιν της ανταλλαξίμου περιουσίας και εν γένει η μέριμνα δια την αξιοποίησιν και ρευστοποίησιν αυτής. Το Τμήμα τούτο διαιρείται εις τα κάτωθι γραφεία: α)Γραφείον Ερεύνης, εις ο ανήκει η έρευνα δια την ανακάλυψιν περιουσιακών στοιχείων της ανταλλαξίμου περιουσίας άτινα δέον να τεθώσιν υπό την διαχείρισιν της Υπηρεσίας διαχειρίσεως κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων, η εν συνεννοήσει μετά των λοιπών αρμοδίων δημοσίων υπηρεσιών λήψις των αναγκαίων μέτρων δια την παράδοσιν των ούτως ανακαλυπτομένων περιουσιακών στοιχείων της ανταλλαξίμου περιουσίας, ως και η μέριμνα δια την επάνοδον εις την διαχείρισιν κτημάτων, εξελθόντων αυτής και επανεχομένων δι’ οιονδήποτε λόγον εις αυτήν. β)Γραφείον Κτηματολογίου, εις ο ανήκει η καταχώρησις εις το Γενικόν και τα Ειδικά Κτηματολόγια των παραλαμβανομένων κτημάτων, η συλλογή πληροφοριών περί των υφισταμένων επί τούτων εμπραγμάτων ή άλλων δικαιωμάτων τρίτων και η παρακολούθησις και καταχώρησις εις το Κτηματολόγιον των επιγιγνομένων επί εκάστου κτήματος μεταβολών μέχρι της οριστικής εξόδου αυτού εκ της διαχειρίσεως, ο σχηματισμός και η φύλαξις των ιδιαιτέρων φακέλλων των κτημάτων εις ους τοποθετούνται πάντα τα έγγραφα, σχεδιαγράμματα πρωτόκολλα και συμβόλαια τα αφορώντα έκαστον κτήμα. γ)Γραφείον μισθώσεων και επισκευών, όπερ επιμελείται της εκμισθώσεως των μη εκποιηθέντων εισέτι κτημάτων, του καθορισμού των αποζημιώσεων χρήσεως των άνευ συμβατικού τίτλου κατεχόντων ανταλλάξιμα κτήματα και μεριμνά εν συνεννοήσει μετά της Τεχνικής Υπηρεσίας της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων δια την εκτέλεσιν των κρινομένων αναγκαίων επισκευών δια την πρόληψιν φθοράς της ανταλλαξίμου περιουσίας, προκαλούν όπου τούτο απαιτείται τας αναγκαίας αποφάσεις του Κεντρικού Συμβουλίου. δ)Γραφείον αποδόσεων και απ’ ευθείας πωλήσεων εις ο ανήκει η ενέργεια των απ’ ευθείας πωλήσεων εις Δημοσίας Αρχάς, Δήμους ή Κοινότητας, Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, Ιδρύματα και Σωματεία επιδιώκοντα κοινωφελείς σκοπούς, ή εις ιδιώτας εις πάσας τας περιπτώσεις καθ’ ας επιτρέπεται τοιαύτη πώλησις υπό των εν ισχύϊ διατάξεων, η παράδοσις εις το Υπουργείον Γεωργίας κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργών ή κτηνοτρόφων ως και η απόδοσις εις τους αναγνωριζομένους νομίμους δικαιούχους κτημάτων εσφαλμένως περιληφθέντων εις την διαχείρισιν της ανταλλαξίμου περιουσίας ή η καταβολή των σχετικών αποζημιώσεων. ε)Γραφείον εκποιήσεων δια δημοπρασιών, εις ο ανήκει η παρακολούθησις των ενεργουμένων δημοπρασιών, η εισήγησις εις το Κεντρικόν Συμβούλιον προς έγκρισιν των εκποιήσεων, δι’ ας τούτο τυγχάνει αρμόδιον και η καθοδήγησις των περιφερειακών οργάνων δια την επιμελεστέραν και επωφελεστέραν ρευστοποίησιν της ανταλλαξίμου περιουσίας. Σελ. 254 2.Τμήμα Λογιστικόν και εσόδων. Εις το τμήμα τούτο ανήκει η τήρησις των λογιστικών βιβλίων εν οις καταχωρούνται κατά μερίδας αι εκ μισθωμάτων, τιμημάτων και πάσης άλλης αιτίας οφειλαί προς την ανταλλάξιμον περιουσίαν, η κατάρτισις γενικών οδηγιών δια την είσπραξιν των οφειλών τούτων, η μέριμνα δια την ασφάλισιν των εκποιηθέντων κτημάτων, η επαλήθευσις των καταρτιζομένων υπό των περιφερειακών υπηρεσιών καταστάσεων οφειλών των αποστελλομένων προς βεβαίωσιν και είσπραξιν εις τα Δημόσια Ταμεία, η κατάρτισις του προϋπολογισμού της ανταλλαξίμου περιουσίας, η παρακολούθησις της κινήσεως των ομολογιών και τοκομεριδίων των δανείων αποζημιώσεως αστών και αγροτών ανταλλαξίμων, η μέριμνα δια την έκδοσιν υπό της Διευθύνσεως Δημοσίου Χρέους των ενταλμάτων της υπηρεσίας των δανείων τούτων και η επιμέλεια δια την καταστροφήν των παραδοθησομένων υπό της Εθνικής Τραπέζης και των περιερχομένων από της 11 Σεπτεμβρίου 1939 και εφεξής εις το Δημόσιον, ομολογιών και τοκομεριδίων των αυτών δανείων. Το τμήμα τούτο διαιρείται εις τα κάτωθι Γραφεία: α΄)Γραφείον βεβαιώσεως εσόδων, όπερ επαληθεύει τας καταρτιζομένας υπό των περιφερειακών υπηρεσιών καταστάσεις οφειλών προς την ανταλλάξιμον περιουσίαν και τας επ’ αυτών μεταβολάς και εγκρίνει την αποστολήν αυτών εις τα Δημόσια Ταμεία προς βεβαίωσιν και είσπραξιν, συγκεντροί τας υποβαλλομένας κατά τα κατωτέρω οριζόμενα καταστάσεις των πραγματοποιουμένων εισπράξεων και παρέχει εν συνεννοήσει μετά των λοιπών αρμοδίων υπηρεσιών οδηγίας δια την τακτικωτέραν είσπραξιν των εσόδων της ανταλλαξίμου περιουσίας. β΄)Γραφείον καταχωρήσεων, όπερ τηρεί πάντα τα καθοριζόμενα δι’ αποφάσεων του προϊσταμένου της Υπηρεσίας λογιστικά βιβλία δια την παρακολούθησιν της κινήσεως των μερίδων των εκ πάσης αιτίας οφειλετών της ανταλλαξίμου περιουσίας, επιμελείται της ασφαλίσεως των εκποιηθέντων κτημάτων, καταρτίζει ετησίως τον προϋπολογισμόν, ου και παρακολουθεί την εκτέλεσιν, απολογισμόν και ισολογισμόν της ανταλλαξίμου περιουσίας και στατιστικούς πίνακας των αποτελεσμάτων της διαχειρίσεως. γ΄)Γραφείον Δανείων, όπερ παρακολουθεί την κίνησιν των ομολογιών των δανείων αποζημιώσεως αστών και αγροτών ανταλλαξίμων, επιμελείται της καταστροφής των ήδη περιελθουσών ως και των εις το μέλλον περιερχομένων εις το Δημόσιον ομολογιών και τοκομεριδίων των δανείων τούτων, παρέχει οδηγίας δια την κατ’ άλλον τρόπον διάθεσιν αυτών, επιμελείται της εκτυπώσεως και αντικαταστάσεως των ομολογιών των δανείων τούτων, τηρούν τα οικεία πρωτόκολλα καταστροφής και δίδει τας αναγκαίας εντολάς δια την έκδοσιν των χρηματικών ενταλμάτων της υπηρεσίας των ως άνω δανείων και παρακολουθεί τα ζητήματα τα σχετικά προς της καταβολήν αποζημιώσεων εις τους ανταλλαξίμους (αστούς και αγρότας) και την εφαρμογήν των μετά της Αγροτικής Τραπέζης σχετικών συμβάσεων. 3.Γραφείον Επιθεωρήσεως, εις ο ανήκει ο έλεγχος περί της συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις και οδηγίας του Υπουργείου Οικονομικών εκτελέσεως υπό των εν ταις περιφερείας Γραφείων Διαχειρίσεως της δια του παρόντος ανατιθεμένης αυτοίς υπηρεσίας και η υποβολή σχετικών εκθέσεων εις τον Υπουργόν των Οικονομικών δια του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας. Η επιθεώρησις των γραφείων Διαχειρίσεως ενεργείται δια των κατά τόπους οικονομικών επιθεωρητών ανεξαρτήτως ειδικότητος κατόπιν ειδικών διαταγών του Υπουργού των Οικονομικών. 26.Ζ.α.2 Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων «4.Γραφείον Αρχείου και Γραμματείας, εις ο ανήκει η φύλαξις της γενικής αλληλογραφίας και των φακέλλων των εξερχομένων της διαχειρίσεως κτημάτων μέχρι της παραδόσεως αυτών εις το Γενικόν Αρχείον της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού, η τήρησις Μητρώου των υπαλλήλων της υπηρεσίας, η εκκαθάρισις των αποζημιώσεων των αποχωρούντων της υπηρεσίας υπαλλήλων, συμφώνως τω άρθρ. 4 του Α.Ν. 1909/1939, η μέριμνα δια την μίσθωσιν και πληρωμήν των μισθωμάτων των ακινήτων των χρησιμοποιουμένων δια την στέγασιν των υπηρεσιών της διαχειρίσεως, η μέριμνα δια τας τοποθετήσεις και τας εν γένει υπηρεσιακάς μετακινήσεις αυτών, η κατάρτισις και η παράδοσις καθ’ έκαστον μήνα εις το Τμήμα Λογιστικόν και Εσόδων πινάκων των καταβληθεισών μισθοδοσιών εις τους υπαλλήλους τους χρησιμοποιουμένους εν τη Κεντρική και ταις περιφερειακαίς υπηρεσίαις διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας και εν γένει η άσκησις ως προς τους υπαλλήλους της υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων πάσης της υπό των κειμένων διατάξεων καθοριζομένης δια τους υπαλλήλους της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού αρμοδιότητος του Τμήματος Γραμματείας της αυτής Γενικής Διευθύνσεως. Κατά την υπό του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού συζήτησιν θεμάτων αφορώντων τους υπαλλήλους της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. μετέχει του Συμβουλίου ως Εισηγητής άνευ ψήφου ο Προϊστάμενος του Γραφείου Αρχείου και Γραμματείας ή είς των παρά τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υπηρετούντων τμηματαρχών, οριζόμενος υπό του Διευθυντού ταύτης». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 20 παρ. 1 Β.Δ. 24/31 Οκτ. 1940. «Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών προτάσει του Προϊσταμένου της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., επιτρέπεται να ανατίθενται καθήκοντα δακτυλογράφων εις θήλεις γραφείς, ακολούθους ή γραμματείς, εφ’ όσον τούτο απαιτούσιν αι υπηρεσιακαί ανάγκαι». Το ανωτέρω εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 3 Κ.Δ. 31 Μαΐου/7 Ιουν. 1943. Άρθρ.4.-1.Το προσωπικόν της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως κλπ., συγκροτείται εκ των προβλεπομένων εν άρθρ. 4 του Α.Ν. 1909/1939 υπαλλήλων της ειδικής υπηρεσίας Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας ως και εξ υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού. Επιτρέπεται ωσαύτως η παρά τη Υπηρεσία απόσπασις υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας και των περιφερειακών κλάδων της Γενικής Διευθύνσεως φορολογίας. Δια την παρούσαν περίπτωσιν δεν ισχύει το κατά τας κειμένας διατάξεις ανώτατον όριον διαρκείας αποσπάσεως. 2.«Προϊστάμενος του κατά το προηγούμενον άρθρον Τμήματος Κτηματολογίου και Διαχειρίσεως δύναται να τοποθετηθή Τμηματάρχης, του δε Τμήματος Λογιστικού και Εσόδων Τμηματάρχης ή Αρχιλογιστής της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού. Προϊστάμενος δε του Γραφείου Αρχείου και Γραμματείας δύναται να τοποθετηθή Γραμματεύς ή Εισηγητής της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Κ.Δ. 31 Μαΐου/7 Ιουν. 1943. Άρθρ.5.-1.Αι σχετικαί προς την ανταλλάξιμον περιουσίαν δίκαι διεξάγονται ως και αι λοιπαί δίκαι του Δημοσίου δια της Διευθύνσεως Δικαστικού του Υπουργείου Οικονομικών κατά τας κειμένας διατάξεις. Προς ευχερεστέραν διεξαγωγήν και παρακολούθησιν των δικών τούτων τοποθετείται παρά τη Υπηρεσία Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας είς των Παρέδρων του Νομικού Συμβουλίου, όστις έχει πλην της αρμοδιότητος της προβλεπομένης δια του παρόντος εν σχέσει προς την ανταλλάξιμον περιουσίαν, τα δικαιώματα και τα καθήκοντα τα οποία έχει ως προς τα δημόσια κτήματα, δυνάμει των παρ. 1 έως 7 του άρθρ. 1 και του άρθρ. 3 του από 8 Ιουν. 1939 Β.Δ/τος «περί καθηκόντων κλπ.» ο παρά τη Διευθύνσει Δημοσίων Κτημάτων τοποθετούμενος Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου. 2.Παρά τω κατά την προηγουμένην παράγραφον Παρέδρω δύναται να τοποθετηθή και είς Εισηγητής δικαστικών υποθέσεων όστις θα έχη δια την ανταλλάξιμον περιουσίαν τα δικαιώματα και τα καθήκοντα τα διαγραφόμενα εν άρθρ. 2 και 3 του εν τη προηγουμένη παραγράφω μνημονευομένου Β.Δ/τος δια τους παρά τη Διευθύνσει Δημοσίων Κτημάτων Εισηγητάς δικαστικών υποθέσεων. 3.Παρά τω Γραφείω του Παρέδρου τοποθετείται δι’ αποφάσεως του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας εκ των παρ’ αυτή υπηρετούντων υπαλλήλων το αναγκαίον βοηθητικόν προσωπικόν. 4.«Η σύνθεσις και η κατανομή ως και η τοποθέτησις κατά Τμήματα και Γραφεία του προσωπικού της ΥΔΑΜΚ., ορίζεται εκάστοτε δι’ ημερησίων διαταγών του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας, αναλόγως των εμφανιζομένων αναγκών». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Κ.Δ. 31 Μαΐου/7 Ιουν. 1943. (Αντί για τη σελ. 255(α) Σελ. 255(β) Τεύχος Η101-Σελ. 135 Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων 26.Ζ.α.2 Άρθρ.6.-1.Πας προβάλλων απαίτησιν κατά του Δημοσίου απορρέουσαν εκ της υπ’ αυτού διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας (πλην των περιπτώσεων δι’ ας αρμόδιον τυγχάνει το κατά το από 30 Μαΐου 1938 Β.Δ/μα «περί καταργήσεως ή διαρρυθμίσεως διατάξεων Νόμων αρμοδιότητος του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως» Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον Ανταλλαγής), μη τυχούσαν διοικητικής ικανοποιήσεως, υποχρεούται προ της δικαστικής επιδιώξεως της ικανοποιήσεώς του να υποβάλη δια της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού σχετικήν αίτησιν εις το κατά την επομένην παράγραφον Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον προς γνωμοδότησιν περί του βασίμου ή μη της απαιτήσεώς του. 2.(Αφεώρα την σύνθεσιν και λειτουργίαν του ανωτέρω Γνωμοδοτ. Συμβουλίου. Βλ. ήδη άρθρ. 31 και άρθρ. 22-27 του Οργανισμού του Γεν. Λογιστηρίου, εν τόμ. 25 σελ. 38,15 και επ.). 3.Εις την υποβαλλομένην κατά την παρ. 1 αίτησιν περιγράφεται λεπτομερώς το αντικείμενον της απαιτήσεως και επισυνάπτονται απαραιτήτως τα προς υποστήριξιν αυτής αποδεικτικά ή κεκυρωμένα αντίγραφα τούτων. Δια της αυτής αιτήσεως δύναται να ορίζηται και αντίκλητος του αιτούντος. Ο Γραμματεύς του Συμβουλίου καταχωρεί τας υποβαλλομένας αιτήσεις εις τηρούμενον παρ’ αυτού ειδικόν βιβλίον και ανακοινοί εις τον ενδιαφερόμενον την λήψιν αυτών. Η αίτησις μετά ταύτα παραπέμπεται εις τον παρά τη υπηρεσία Πάρεδρον του Νομικού Συμβουλίου προς συγκέντρωσιν παντός σχετικού προς την υπόθεσιν στοιχείου. Μετά την συμπλήρωσιν του φακέλλου ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου καταρτίζει έγγραφον πόρισμα επί της υποθέσεως και εισάγει ταύτην εις το Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον προς γνωμοδότησιν κατά την σειράν την οριζομένην υπό του Προέδρου, όστις και δύναται να ορίζη ειδικόν Εισηγητήν εκ των λοιπών μελών εις ας περιπτώσεις κρίνη τούτο σκόπιμον. Το Συμβούλιον υποχρεούται να εκδώση την γνωμοδότησίν του επί των υποβαλλομένων αυτώ αιτήσεων εντός εξαμήνου το βραδύτερον από της υποβολής των. Ευθύς μετά την έκδοσιν της γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου ο φάκελλος επιστρέφεται εις το Τμήμα Κτηματολογίου και Διαχειρίσεως προς εισήγησιν εις τον Υπουργόν των Οικονομικών όστις εντός διμήνου το βραδύτερον μη δεσμευόμενος εκ της γνωμοδοτήσεως, δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του αποδέχεται ή απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την απαίτησιν. Σελ. 256(β) Τεύχος Η101-Σελ. 136 Η απόφασις αύτη κοινοποιείται επί αποδείξει εις τον αιτούντα άμα τη εκδόσει της. Η αποδοχή υπό του ενδιαφερομένου της αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών συνεπάγεται παραίτησιν του αιτούντος από πάσης οιασδήποτε εκ της αυτής αιτίας αξιώσεώς του κατά του Δημοσίου. Ένεκα εξαιρετικών λόγων ων η εκτίμησις απόκειται εις την κρίσιν του Προέδρου του Συμβουλίου η προθεσμία εκδόσεως της γνωμοδοτήσεως και της αποφάσεως του Υπουργού δύναται να παραταθή επί ωρισμένων υποθέσεων, της παρατάσεως μη δυναμένης να υπερβή το έτος. «Κατά της αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών και εντός 30 ημερών από της εις τον αιτούντα επιδόσεως ταύτης, επιτρέπεται, άπαξ μόνον η υποβολή αιτήσεως αναθεωρήσεως ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Δια την ενώπιον του Συμβουλίου συζήτησιν της αιτήσεως αναθεωρήσεως απαιτείται και κατάθεσις παραβόλου δραχ. 100 εις το Δημόσιον Ταμείον. Το Συμβούλιον υποχρεούται να εκδώση την γνωμοδότησίν του επί της αιτήσεως αναθεωρήσεως εντός τριμήνου το βραδύτερον από της υποβολής ταύτης. Ο Υπουργός των Οικονομικών εντός του αμέσως επομένου μηνός δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του αποδέχεται ή απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την αίτησιν αναθεωρήσεως». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 13 παρ. 2 Ν.Δ. 2967/1954. Το ανωτέρω ποσό του παραβόλου που καταβάλλεται στο Δημόσιο Ταμείο για την αίτηση αναθεωρήσεως από δραχ. 100 αυξήθηκε σε δρχ. 1000 από την Δ.2816/178/6 Μαΐου-10 Ιουν. 1986 (ΦΕΚ Β΄ 376) αποφ. Υπ. Οικονομικών. 26.Ζ.α.2 Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων 4.Κατά την διάρκειαν της ενώπιον του Συμβουλίου διαδικασίας και μέχρις εκδόσεως της κατά τ’ ανωτέρω αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών αναστέλλεται η παραγραφή της απαιτήσεως, ως και πάσα νόμιμος ή δικαστική προθεσμία. 5.(Εις τον Πρόεδρον και τα μέλη του Συμβουλίου χορηγείται δι’ εκάστην παρ’ αυτών κρινομένην υπόθεσιν αποζημίωσις δραχ. 25). 6.Την κατά τα προηγούμενα εδάφια διαδικασίαν υποχρεούνται να ακολουθήσωσι και οι κατά την δημοσίευσιν του Α.Ν. 1909/1939 έχοντες εκκρεμείς δίκας εις οιονδήποτε στάδιον και βαθμόν διαδικασίας κατά της Εθνικής Τραπέζης (και ήδη κατά του Δημοσίου), μη επιτρεπομένης της συνεχίσεως της δίκης προ του πέρατος της διαδικασίας του παρόντος άρθρου. 7.Αγωγαί εγειρόμεναι προ των τακτικών Δικαστηρίων επί υποθέσεων υπαγομένων εις την διαδικασίαν του παρόντος άρθρου ως και αιτήσεις περί συνεχίσεως των εκκρεμών δικών υποβαλλόμεναι προ της εξαντλήσεως αυτής απορρίπτονται αυτεπαγγέλτως υπό των Δικαστηρίων ως απαράδεκτοι. «1.Μετά την υπό του Γραμματέως του Συμβουλίου καταχώρησιν εκάστης υποβαλλομένης αιτήσεως εις το υπ’ αυτού τηρούμενον ειδικόν βιβλίον και την ανακοίνωσιν εις τον ενδιαφερόμενον της λήψεως αυτής, συγκεντρούται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παν στοιχείον αναγκαίον προς συμπλήρωσιν του φακέλλου, μεθ’ ο ούτος παραπέμπεται εις τον παρά τη αυτή υπηρεσία Πάρεδρον του Νομικού Συμβουλίου μετά πάσης σχετικής παρατηρήσεως δια την εισαγωγήν της υποθέσεως εις το Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον. 2.Ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου εφ’ όσον ήθελεν εύρη τον φάκελλον πλήρη ή άλλως μετά την συμπλήρωσιν αυτού δι’ όσων ήθελε κρίνει αναγκαίων στοιχείων, εισάγει την υπόθεσιν εις το Συμβούλιον. 3.Ο Πρόεδρος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου κατανέμει την εργασίαν μεταξύ των μελών, ορίζων εισηγητήν επί εκάστης εισαγομένης υποθέσεως ένα εκ των μελών του Συμβουλίου, υποχρεούμενον όπως κατά την αμέσως προσεχή συνεδρίαν του Συμβουλίου ποιήσηται έγγραφον και ητιολογημένην επί της υποθέσεως εισήγησιν. Μετά του εισηγητού ορίζεται υπό του Προέδρου και βοηθός δια την επεξεργασίαν και διατύπωσιν των αναφυομένων εν εκάστη υποθέσει ζητημάτων εκ των παρά τω Γραφείω του Παρέδρου υπηρετούντων δικηγόρων. Δύναται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών να ανατίθενται καθήκοντα βοηθών Εισηγητού και εις άλλους εκ των παρά τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υπηρετούντων υπαλλήλων εκ των εχόντων βαθμόν τουλάχιστον Εισηγητού και Πτυχίον Νομικής. 4.(Από της ισχύος του παρόντος η αποζημίωσις δι’ εκάστην υπόθεσιν κρινομένην παρά του Συμβουλίου καθορίζεται εις δραχ. 75 δια τον Πρόεδρον και τα μέλη και εις δραχ. 50 δια τους κατά τ’ ανωτέρω βοηθούς ως και τον Γραμματέα του Συμβουλίου). 5.Αι διατάξεις των παρ. 2-5 του άρθρ. 9 του Α.Ν. 1539 εφαρμόζονται αναλόγως και κατά την ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου διαδικασίαν. Εάν το Συμβούλιον ήθελε κρίνη αναγκαίαν την συμπλήρωσιν του φακέλλου δι’ οιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου, δι’ αποφάσεώς του διατάσσει ταύτην, ήτις και πραγματοποιείται επιμελεία του εκ των μελών του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου». Το άρθρ. 6 ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια των ανωτέρω παρ. 1-5 δια του άρθρ. 15 Β.Δ. 24 Απρ./4 Μαΐου 1940. Βλ. και άρθρ. 20 παρ. 2 Β.Δ. 24/31 Οκτ. 1940. Δια την αμοιβήν των μελών και του γραμματέως βλ. Αποφ. Υπ. Οικον. 121819/1957, κατωτ. σελ. 267. (Μετά την σελ. 256(α) Σελ. 256,01 218-109 Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων 26.Ζ.α.2 26.Ζ.α.2 Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων Άρθρον 7. 1.Δια την παραλαβήν, έλεγχον και καταστροφήν των ομολογιών και τοκομεριδίων προσωρινών τίτλων κ.λ.π. των δανείων αποζημιώσεως αστών και αγροτών ανταλλαξίμων των περιερχομένων εις το Δημόσιον εκ της διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας συνιστάται Επιτροπή αποτελουμένη εξ ενός Διευθυντού της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού ως Προέδρου, οριζομένου υπό του Υπουργού των Οικονομικών, εκ των Προϊσταμένων των Τμημάτων Κτηματολογίου και διαχειρίσεως και λογιστικού και εσόδων της Υπηρεσίας διαχειρίσεως Κτημάτων των Ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων και εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου της Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένου υπό της Διοικήσεως αυτής. Γραμματεύς της Επιτροπής ορίζεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, προτάσει του προϊσταμένου της Υπηρεσίας, είς των παρ’ αυτή υπηρετούντων επί βαθμώ Γραμματέως β΄ τάξεως τουλάχιστον υπαλλήλων της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού. Εις τα μέλη της Επιτροπής καταβάλλεται δι’ εκάστην συνεδρίασιν και μέχρις είκοσι συνεδριάσεων κατά μήνα αποζημίωσις δραχμών 100, εις δε τον Γραμματέα δρχ. 75. 2.Η προπαρασκευαστική εργασία παραλαβής, ελέγχου και καταστροφής των κατά την προηγουμένην παράγραφον ομολογιών και τοκομεριδίων εκτελείται υπό υπαλλήλων της υπηρεσίας οριζομένων υπό του προϊσταμένου αυτής. Εις τους υπαλλήλους τούτους καταβάλλονται δι’ εκάστην συνεδρίασιν της Επιτροπής εις ην απασχολούνται αποζημίωσις δραχμών τριάκοντα.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.