← Ελλάδα

2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ Αριθ. 33156 της 12 Ιουν./10 Ιουλ. 1940 Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την έγκριση του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, το οποίο ιδρύθηκε με προηγούμενο νόμο. Ορίζει τη λειτουργία του Ταμείου ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με σκοπό την παροχή ασφαλιστικών καλύψεων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ Αριθ. 33156 της 12 Ιουν./10 Ιουλ. 1940 Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 334/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεων τινών της ασφαλιστικής νομοθεσίας». 2)Το άρθρ. 4 του Α.Ν. 2176/1940 «περί συστάσεως Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου κλπ.», 3)γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. 317), αποφασίζομεν όπως το Καταστατικόν του Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, διατυπωθή και ισχύση ως έπεται: ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Διοικητικής Οργανώσεως του Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου Άρθρ.1.-1.Το δια του Α. Νόμου υπ’ αριθ. 2176/40 ιδρυθέν Ταμείον Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, έχον την ικανότητα του κληρονομείν, εδρεύει εν Αθήναις και υπάγεται υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υφυπουργείου Εργασίας. Σελ. 822(α) 259-070 2.Εν τοις επομένοις χάριν συντομίας θα αποκαλήται το ανωτέρω Ταμείον απλώς «ΤΑΜΕΙΟΝ». 3.Σκοπός του Ταμείου είναι η χορήγησις εφ’ άπαξ ή περιοδικώς παροχών εις τα κατά το επόμενον άρθρον του παρόντος ασφαλιζόμενα πρόσωπα και τους εξ αυτών έλκοντας δικαιώματα εις περίπτωσιν ανεργίας, αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου. άρθρ. 10 Ν.Δ. 1210/1949 (τόμ. 18 σελ. 14) και της ως άνω εντός « » αντικαταστάσεως των περιπτ. γ΄ και δ΄ δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 54/3/1811 της 26 Μαρτ./29 Απρ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 448) αποφ. Υπ. Οικον. και Κοινων. Υπηρεσιών. Δια της παρ. 2 της ιδίας αποφάσεως κατηργήθησαν τα εν τέλει της παρ. 1 του άρθρ. 8 αναγραφόμενα άνευ αριθμήσεως εδάφια. Άρθρ.9.-Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου θέλει προβή εις την σύνταξιν Κανονισμού ρυθμίζοντος τον τρόπον της οργανώσεως και λειτουργίας εν γένει του Ταμείου, τα της εν γένει καταστάσεως του προσωπικού του Ταμείου, τα της επενδύσεως των διαθεσίμων κεφαλαίων αυτού, τα της αναγνωρίσεως και εξαγοράς προϋπηρεσίας των παρ’ αυτώ ησφαλισμένων, τον καθορισμόν των χορηγητέων εφ’ άπαξ ή περιοδικών εις τους ησφαλισμένους παροχών, ως και τας προϋποθέσεις της χορηγήσεως αυτών. Ο Κανονισμός αυτός εγκριθήσεται κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 59 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1933 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας», ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας», προσυπογραφόμενος και υπό του Υφυπουργού Τύπου και Τουρισμού. «1.Πρόσωπα, τα οποία παρείχαν εργασία, για την οποία θα έπρεπε να ασφαλισθούν στο Ταμείο ή ασφαλίσθηκαν σ’ αυτό και διέκοψαν την εργασία τους αυτή για αντικειμενικούς λόγους (διακοπή έκδοσης εντύπου λόγω διώξεων εναντίον τους, άρση ατέλειας χάρτου) κατά το χρονικό διάστημα από 21.4.1967 μέχρι 24.7.1974, έχουν το δικαίωμα να αναγνωρίσουν ως χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στο Ταμείο το χρονικό διάστημα διακοπής της εργασίας τους, ανεξάρτητα αν κατά το χρόνο που υποβάλλουν την αίτηση αναγνώρισης εργάζονται ή είναι ασφαλισμένοι στο Ταμείο ή σε άλλο Οργανισμό κύριας ασφάλισης. Η αναγνώριση του κατά το προηγούμενο εδάφιο χρόνου είναι δυνατή μόνον εφόσον τα πρόσωπα αυτά δεν ασφαλίσθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα σε άλλο οργανισμό κύριας ασφάλισης. 2.Συντάκτες, οι οποίοι υπάγονται σήμερα στην ασφάλιση του Ταμείου ή είχαν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτού παλαιότερα, αλλά την διέκοψαν, έχουν δικαίωμα να αναγνωρίσουν στο Ταμείο και μέχρι 8 έτη ως πραγματικό συντάξιμο χρόνο, το χρόνο απασχόλησής τους σε εφημερίδες ή περιοδικά, για τον οποίο δεν ασφαλίσθηκαν σε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, εφόσον έχουν χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας συνολικά 25 (Αντί για τη σελ. 828,01(γ) Σελ. 828,01(δ) Τεύχος 1324 Σελ. 71 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.2 315 έτη, είτε στο Ταμείο, είτε στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, είτε και στα δύο Ταμεία μαζί, από τα οποία 8 έτη τουλάχιστον στο ΤΑΙΣΥΤ. 3.Συντάκτες ασφαλισμένοι κατά τη δημοσίευση της παρούσας στο Ταμείο, οι οποίοι κατά το χρονικό διάστημα από 21.4.1967 έως 24.7.1974 βρίσκονται στο εξωτερικό για λόγους συνδεόμενους με την τότε κρατούσα πολιτική κατάσταση, έχουν το δικαίωμα να αναγνωρίσουν ως πραγματικό συντάξιμο χρόνο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ήταν συντάκτες Ελληνικής Εφημερίδας ή Περιοδικού του εξωτερικού ή διετέλεσαν συντάκτες Περιοδικού που εκδίδονταν στην Ελλάδα. Ως λόγοι συνδεόμενοι με την τότε κρατούσα πολιτική κατάσταση θεωρούνται: α)Η αδυναμία παραμονής ή επιστροφής στην Ελλάδα και β)η διακοπή εκδόσεως εντύπου λόγω διώξεων εναντίον τους (υποχρεωτική διακοπή ατέλειας χάρτου κλπ.). 4.Η αναγνώριση του κατά τις προηγούμενες παραγράφους χρόνου γίνεται με αίτηση του ενδιαφερομένου, που υποβάλλεται μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία, που αρχίζει από τη δημοσίευση της παρούσας. Η εξαγορά του αναγνωριζομένου χρόνου γίνεται με καταβολή εισφοράς 15% η οποία υπολογίζεται στο ποσό της βασικής σύνταξης του Ταμείου για κάθε μήνα που αναγνωρίζεται, το οποίο δεν είναι δυνατό να είναι κατώτερο του 25πλασίου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, που ισχύει κατά την ημερομηνία που υποβάλλεται η αίτηση για αναγνώριση. Η εξόφληση της οφειλής προς το Ταμείο ενεργείται είτε εφάπαξ είτε σε 24 ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη δόση είναι καταβλητέα εντός του επόμενου μήνα από της κοινοποιήσεως στον ενδιαφερόμενο της απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου για την αναγνώριση. Η καθυστέρηση καταβολής δόσεως πέρα του μήνα εκείνου στον οποίο πρέπει να καταβληθεί, έχει ως συνέπεια την επιβάρυνση του ποσού της δόσης με πρόσθετο τέλος 1% για κάθε 10ήμερο καθυστέρησης. Το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως δεν θεμελιώνεται, ούτε καταβάλλεται σύνταξη, πριν από την ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της αναγνώρισης». Η άνω μέσα σε « » μεταβατική διάταξη προστέθηκε από την Β2/54/3/2515/17 Ιουν.-4 Φεβρ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 50) αποφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβερν. και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με την Β2/54/1255/19 Ιουλ.-8 Αυγ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 542) απόφ. Υπ. Προεδρ. Κυβ. και Κοιν. Ασφ. παρατάθηκε για δύο μήνες από την έναρξη της παρούσας απόφασης η προθεσμία που προβλεπόταν από την Β2/54/3/2515/27 Ιαν.-4 Φεβρ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 50) απόφ. Υπ. Προεδρ. Κυβ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 828,02(δ) Τεύχος 1324 Σελ. 72 «Άρθρ.10.-Με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, πλήρως αιτιολογημένες, παρέχεται η ευχέρεια της εξοφλήσεως σε μηνιαίες δόσεις, των προς το Ταμείο οφειλών εκ καθυστερουμένων ασφαλιστικών εισφορών, προσθέτων τελών, και λοιπών επιβαρύνσεων, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει, κατ’ ανώτατο όριο, τις 24 δόσεις. Το 20% της κεφαλαιοποιούμενης συνολικής οφειλής προκαταβάλλεται. Οι ως άνω αποφάσεις του Δ.Σ. πρέπει να εκδίδονται ειδικά για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του χρέους και της οικονομικής κατάστασης του υποχρέου και μετά προηγούμενη διαπίστωση ότι η καθυστέρηση υπήρξε απολύτως δικαιολογημένη. Η υπαγωγή σε ρύθμιση με δόσεις θα λαμβάνει χώρα άπαξ για συγκεκριμένη περίπτωση της οφειλής, με την απαραίτητη προϋπόθεση καταβολής όχι μόνο των τρεχουσών εισφορών αλλά και των προγενεστέρων απαιτητών οφειλών που υπήχθησαν σε ρύθμιση και χάθηκε το σχετικό δικαίωμα. Προϋπόθεση υπαγωγής στον διακανονισμό αλλά και συνέχισης καταβολής των δόσεων, είναι η μη ύπαρξη οφειλής από τρέχουσες απαιτητές εισφορές. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή 3 δόσεων, συνολικά, συνεπάγεται την αμετάκλητη απώλεια του παρεχομένου ευεργετήματος της τμηματικής εξόφλησης των οφειλόμενων εισφορών και καθιστά άμεσα απαιτητό το σύνολο του οφειλόμενου ποσού από κύρια εισφορά με τα αναλογούντα σ’ αυτή κατά την ημέρα εξόφλησης πρόσθετα τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις. Στις επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, χορηγείται βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας». Το άρθρ. 10 προστέθηκε από την περίπτ. β΄ της με αριθμ. Β.54/2411/11-23 Αυγ. 1994 (ΦΕΚ Β΄ 635) απόφ. Υπ. Υγ. Προν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Ι.γ.2 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 316 Άρθρ.2.-1.Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς πάντες οι εγγεγραμμένοι εις τας δυνάμει του Α.Ν. 1093 του 1933 «περί Δημοσιογραφικών Οργανώσεων» Ενώσεις, Ιδιοκτήται, Συντάκται και Υπάλληλοι, ασχέτως φύλου, ηλικίας και τρόπου πληρωμής των αποδοχών, εξαιρέσει των ιδιοκτητών, συντακτών και υπαλλήλων ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και Θεσ/νίκης. 2.Οι εκ των υπαγομένων εις την ασφάλισιν του δια του παρόντος συνιστωμένου Ταμείου συντάκται και υπάλληλοι τυχόν ησφαλισμένοι εις το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από της ενάρξεως της λειτουργίας του ως άνω Ταμείου ασφαλίζονται υποχρεωτικώς κατά των υπό του παρόντος προβλεπομένων κινδύνων, μεταφερομένων εις τούτο των ατομικών των λογ/σμών συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 7 του Α.Ν. 694/1937. «Ημέραι εργασίας δι’ ας δεν κατεβλήθησαν εις το Ταμείον αι ασφαλιστικαί εισφοραί εντός πενταετίας αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί, δεν αναγνωρίζονται ως εν ασφαλίσει τοιαύται. Επίσης δεν αναγνωρίζονται ως εν ασφαλίσει αι ημέραι εργασίας αι πραγματοποιηθείσαι εις περίοδον προγενεστέραν της πενταετίας από της υποβολής εις το Ταμείον υπό του ησφαλισμένου της περί αναγνωρίσεως τούτων σχετικής αιτήσεως». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 6587/Π.65 της 27 Ιαν./17 Φεβρ. 1965 αποφ. Υπ. Προεδρίας Κυβερνήσεως και Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 129). 39.Ι.γ.2 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 306 3.«Ο υποχρεωτικά ασφαλισμένος στον κλάδο κύριας ασφάλισης του Ταμείου, που έχει πραγματοποιήσει σε αυτόν 10 χρόνια ασφάλισης, μπορεί να ζητήσει την συνέχιση της ασφάλισής του προαιρετικά, μέχρι να συμπληρώσει κατ’ ανώτατο όριο, 15 χρόνια προαιρετικής ασφάλισης, εφόσον δεν υπάγεται στην ασφάλιση άλλου οργανισμού κύριας ασφάλισης και δεν λαμβάνει σύνταξη από άλλο οργανισμό κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο». Το μέσα σε « » πρώτο εδάφιο, αντικαταστάθηκε ως άνω από την με αριθμ. Φ54/2034/29 Σεπτ. / 9 Οκτ. 1998, (ΦΕΚ Β΄ 1048) αποφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Ο ασφαλιζόμενος προαιρετικά υποχρεούται να καταβάλλει εισφορά για κάθε μήνα που αντιστοιχεί στα ποσά εισφοράς που κατέβαλε κατά τον τελευταίο μήνα πλήρους απασχόλησης πριν από την διακοπή της υποχρεωτικής ασφάλισής του. Σε καμμιά περίπτωση τα ποσά αυτά δεν μπορεί να είναι μικρότερα από το γινόμενο που θα προκύψει από το διπλάσιο του ποσοστού της εισφοράς ασφαλισμένου μισθωτού επί το 30πλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως ισχύει κάθε φορά κατά το χρόνο καταβολής του ποσού της εισφοράς. Η ανωτέρω εισφορά δεν μπορεί να υπολογισθεί σε αποδοχές που είναι μεγαλύτερες από τις αποδοχές στις οποίες καταβάλλονται εισφορές από τους ασφαλισμένους που ασφαλίζονται υποχρεωτικά στο Ταμείο. Η εισφορά θα καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου στον οποίο αντιστοιχεί. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής της μηνιαίας εισφοράς για χρονικό διάστημα που είναι μεγαλύτερο από 3 μήνες, δεν θα αναγνωρίζεται σαν χρόνος ασφάλισης ο χρόνος για τον οποίο δεν καταβλήθηκε η εισφορά αυτή. 4.Ασφαλισμένοι του Ταμείου που διορίζονται Υπουργοί, Υφυπουργοί, Γενικοί Γραμματείς Υπουργείων ή εκλέγονται Βουλευτές και όσοι καταλαμβάνουν θέσεις στο Δημόσιο και στα Κρατικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου του άρθρ. 9 του Νόμ. 1232/1982 και εφόσον δεν είναι μόνιμοι υπάλληλοι αυτών, μπορούν να ασφαλιστούν προαιρετικά στο Ταμείο για το χρονικό διάστημα που υπηρετούν στις θέσεις αυτές. Τα ανωτέρω πρόσωπα υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορά που είναι ίση με το διπλάσιο της εισφοράς που καταβάλλουν οι υποχρεωτικά ασφαλισμένοι στο Ταμείο και υπολογίζεται στο σύνολο των μηνιαίων τους αποδοχών και μέχρι του ανώτατου ορίου αποδοχών που ισχύει κάθε φορά για τους ασφαλισμένους του Ταμείου. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής της εισφοράς θα ισχύουν οι διατάξεις των τελευταίων εδαφίων της παραπάνω παρ. 3». Οι παρ. 3 και 4 προστέθηκαν από την Β2/54/3/1651/17-26 Αυγ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 500) αποφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβέρνησης και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 822,01) Σελ. 822,01(α) Τεύχος 1324 Σελ. 67 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.2 307 39.Ι.γ.2 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 308 Άρθρ.3.-1.«Το Ταμείον διοικείται υπό εννεαμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εξ 1 υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εκ 5 αντιπροσώπων των ησφαλισμένων εξ ων ο εις εκ των ιδιοκτητών των ημερησίων εφημερίδων δυνάμενος να προέρχηται και εκ των Εφημερίδων Πειραιώς, 1 εκ των ιδιοκτητών περιοδικού Τύπου, 1 εκ των εν γένει συντακτών (ήτοι ημερησίου και περιοδικού τύπου), 1 εκ των υπαλλήλων τύπου και 1 εκ της Ενώσεως Ιδιοκτητών ημερησίων επαρχιακών εφημερίδων. δ)Εξ 1 εκπροσώπου της τάξεως των συνταξιούχων. ε)Εξ 1 προσώπου έχοντος πείραν εις τα θέματα της Κοιν. Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοιν. Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων υπό των οικείων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Η επιλογή των οικείων Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ’ ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων κατά την κρίσιν του». Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71005 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 4.Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού Συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχ. γ΄ της παρ 1 μελών του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου». Το άρθρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 9662/Σ.86 της 24/28 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.4.-«1.Εις τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών Επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβ. Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ.Σ. ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελεν κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Διαταγμάτων και Υπουργ. Αποφάσεων, των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κυβ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του εφ’ όσον το Δ.Σ. ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κυβ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβ. Επιτρόπου άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπ. Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπ. Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβ. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται ν’ αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται ν’ αναστέλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. (Αντί της σελ. 823(α) Σελ. 823(β) 276-077 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.2 309 Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται ν’ αναστέλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπ. Εργασίας, εκ των παρά τω Υπουργ. Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβ. Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ.Σ. 2.«Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 6 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου». Το εντός « » πρώτον εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 115331/5355 της 8/20 Δεκ. 1965 αποφ. Υπ. Προεδρίας Κυβερνήσεως και Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 844). Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινος λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71005 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 3.Δεν διορίζεται μέλος του Δ. Συμβουλίου: α)Ο μη συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. β)Ο ανίκανος ν’ αναλάβη ή να διατηρή δημόσιον λειτούργημα. γ)Ο τελών εις οιανδήποτε συνεχή οικονομικήν σχέσιν προς το Ταμείον. δ)Ο μη έχων ελευθέραν διαχείρισιν της περιουσίας. ε)Ο μη έχων Ελληνικήν Ιθαγένειαν. ς)Προκειμένου περί των εξ ησφαλισμένων μελών του Συμβουλίου ο μη συμπληρώσας τριετή τουλάχιστον χρόνον ασφαλίσεως. Η μετά τον διορισμόν επέλευσις λόγω τινός εκ των υπό στοιχ. β΄-γ΄ αναφερομένων, ως και η αποβολή της ιδιότητος υφ’ ην εγένετο ο διορισμός μέλους τινός του Συμβουλίου, συνεπάγεται έκπτωσιν εκ του αξιώματος, αποφάσει του Υπ. Εργασίας, λαμβανομένη προτάσει του Δ.Σ. ή και αυτεπαγγέλτως. Σελ. 824(β) 276-078 4.Δύναται ο Υπουργός της Εργασίας κατόπιν προτάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου να κηρύσση έκπτωτον μέλος τούτου όπερ αδικαιολογήτως ήθελεν απουσιάσει επί τρεις τουλάχιστον συνεχείς συνεδριάσεις του Συμβουλίου. 5.Τα εις αντικατάστασιν εκπιπτόντων, αποβιούντων ή οπωσδήποτε αποχωρούντων διοριζόμενα μέλη, διορίζονται δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των εκπεσόντων ή αποβιωσάντων ή αποχωρησάντων μελών. 6.Εν περιπτώσει λήξεως της θητείας των μελών του Δ. Συμβουλίου, αύτη παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι του διορισμού των νέων μελών ουχί όμως πάντως πέραν του τριμήνου από της λήξεώς της. 7.Τα μέλη του Δ. Συμβουλίου υπέχουν κατά την άσκησιν των καθηκόντων των τας ευθύνας των Δημοσίων Υπαλλήλων και απολαύουν της υπέρ αυτών θεσπισμένης προστασίας. 8.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. εκτελεί εις των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπ. Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη Γραμματέως εκτελεί εις των υπαλλήλων του Ταμείου, οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ. Συμβουλίου». Το άρθρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 9662/Σ.86 της 24/28 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Ι.γ.2 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 310 Άρθρ.5.-«Εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβ. Επίτροπος, τα λοιπά μέλη του Δ. Συμβουλίου ως και ο Γραμματεύς μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία, της θητείας των ήδη διωρισμένων θεωρουμένης ως ληξάσης από της δημοσιεύσεως της περί ης ανωτέρω αποφάσεως, εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Το άρθρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 9662/Σ.86 της 24/28 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.6.-1.Το Δ.Σ. συνεδριάζει μετά πρόσκλησιν του Προέδρου αυτού ή τούτου κωλυομένου του αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου τακτικώς μεν άπαξ του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή προς τούτο ανάγκη, κατά την κρίσιν του Προέδρου, ή ήθελον ζητήσει τούτο τρία τουλάχιστον τακτικά μέλη αυτού. Δύναται το Δ. Συμβούλιον δι’ αποφάσεών του να ορίζη ωρισμένας ημέρας τακτικών συνεδριάσεων. 2.Εις τους Δημοσίους Υπαλλήλους μέλη του Δ. Συμβουλίου παρέχεται δι’ εκάστην συνεδρίασιν, εις ην έλαβον μέρος, αποζημίωσις δρχ. 200. Εις τον Πρόεδρον χορηγείται και παγία αποζημίωσις εκ δρχ. 1.000 μηνιαίως. 3.Αι αμειβόμεναι συνεδριάσεις δεν δύνανται να υπερβούν τας τέσσαρας κατά μήνα. 4.Χρέη Γραμματέως του Δ. Συμβουλίου εκτελεί εις των υπαλλήλων των Υφυπουργείου Εργασίας ή Τύπου και Τουρισμού ή του Ταμείου οριζόμενος δια πράξεως των Υφυπουργών Εργασίας και Τύπου και Τουρισμού. Η αποζημίωσις τούτου ορίζεται εις δραχ. 500 κατά μήνα. 5.Η πρόσκλησις εις συνεδρίασιν κοινοποιείται εις τα μέλη επί αποδείξει τουλάχιστον δύο ημέρας προ της ημέρας καθ’ ην θα λάβη χώραν η συνεδρίασις, επιτρεπομένης της συντομεύσεως του χρονικού τούτου διαστήματος μόνον εις περίπτωσιν επειγούσης ανάγκης αποχρώντος παρά του Προέδρου δικαιολογημένης ενώπιον του Δ. Συμβουλίου. 6.Μετά της προσκλήσεως εις συνεδρίασιν συναποστέλλεται εις τα μέλη και η ημερησία διάταξις την οποίαν καταρτίζει ο Πρόεδρος, όστις υποχρεούται να περιλάβη εν αυτή και τα θέματα τα υποδειχθέντα εις αυτόν εγγράφως, προ τριών τουλάχιστον ημερών παρά δύο τουλάχιστον μελών του Δ. Συμβουλίου. 7.Το Δ. Συμβούλιον δικαιούται ν’ αποφασίση την διαγραφήν θέματός τινος εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης συνεδριάσεως. 8.Θέμα μη αναγραφέν εν τη ημερησία διατάξει δύναται αποφάσει του Δ. Συμβουλίου να συζητηθή κατά την αυτήν συνεδρίασιν, απόφασις όμως επ’ αυτού δεν δύναται να ληφθή, εφ’ όσον δεν είναι παρόντα πάντα τα μέλη, ή εφ’ όσον παρά πάντων των παρισταμένων κατά την συνεδρίασιν μελών δεν ήθελεν αναγνωρισθή ότι πρόκειται περί επειγούσης ανάγκης. 9.Το Διοικ. Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 4 μελών, εν οις ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων και δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των τριών, εν ισοψηφία υπερισχυούσης της γνώμης υπέρ της οποίας εδόθη η ψήφος του Προέδρου, εκτός οσάκις η ψηφοφορία είναι μυστική, οπότε η πρότασις θεωρείται απορριφθείσα. Ήδη ως προς την απαρτίαν ισχύει η ανωτέρω παρ. 2 του άρθρ. 4 ως νεωτέρα. 10.Αι ψηφοφορίαι εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω είναι πάντοτε φανεραί πλην προκειμένου περί προσωπικών ζητημάτων. 11.Περί των εν τω Διοικ. Συμβουλίω συζητήσεων και των λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται μερίμνη του Προϊσταμένου της υπηρεσίας του Ταμείου και του Γραμματέως του Διοικ. Συμβουλίου, συνοπτικά πρακτικά, άτινα υπογράφονται παρά τούτου του Προέδρου και των κατά την συνεδρίασιν παραστάντων μελών. 12.Αι αποφάσεις του Διοικ. Συμβουλίου δεν εκτελούνται προ της επικυρώσεως παρά τούτου εν τη επομένη συνεδριάσει των πρακτικών της συνεδριάσεως, καθ’ ην ελήφθησαν. Εις όλως εξαιρετικάς περιπτώσεις δύναται το Διοικ. Συμβούλιον δι’ ομοφώνου αποφάσεώς του κατά την αυτήν συνεδρίασιν να θεωρήση τα πρακτικά ως επικυρωμένα είτε εν τω συνόλω αυτών είτε ως προς θέμα τι. Το Διοικ. Συμβούλιον δύναται δι’ αποφάσεών του να συνιστά εκ μελών του τριμελείς Επιτροπάς Προμηθειών, Ελέγχου Παροχών, Εκδικάσεως Ενστάσεων και Αναγνωρίσεως Προϋπηρεσίας. Τα μέλη, ο Εισηγητής και Γραμματεύς των ως άνω Επιτροπών δικαιούνται αποζημιώσεως κατά συνεδρίασιν, ίσης προς την τοιαύτην των μελών του Δ. Σ. του Ταμείου. Αι αμειβόμεναι συνεδριάσεις δι’ εκάστην των ανωτέρω Επιτροπών, δεν δύνανται να υπερβαίνουν τας 2 κατά μήνα. «Αι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού περί καταβολής παγίας κατά μήνα ή κατά συνεδρίασιν αμοιβής ή αποζημιώσεως δια συμμετοχήν υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα εις πάσης φύσεως Συμβούλια ή Επιτροπάς Ταμείου, δεν έχουσι εφαρμογήν από 1ης Ιαν. 1958 δια τους κεκτημένους την ιδιότητα του Δημοσίου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ., εφ’ όσον ούτοι δικαιούνται των υπό των οικείων Υπουργικών αποφάσεων καθωρισμένων εκάστοτε εξόΣελ. 825 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.2 311 δων κινήσεως δια την αυτήν υπηρεσιακήν απασχόλησιν». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 25867/Σ.273 της 19 Ιουν./1 Ιουλ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.7.-1.Το Διοικ. Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού, ειδικώτερον εγκρίνει τον ετήσιον προϋπολογισμόν και απολογισμόν του Ταμείου και το μαθηματικόν αυτού ισοζύγιον, μεριμνά δια την κανονικήν είσπραξιν των πόρων αυτού, αποφασίζει περί της απονομής των παροχών και μεριμνά δια την ταχείαν και κανονικήν χορήγησιν αυτών, αποφασίζει περί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων, της εκποιήσεως, υποθηκεύσεως και ενεχυριάσεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, εγκρίσει του Υφυπουργού Εργασίας, συμβιβάζεται ή παραιτείται από του δικαστικού αγώνος, διορίζει, προάγει και απολύει το προσωπικόν κατά τας σχετικάς διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού, εγκρινομένου κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 50 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937, έχει την ανωτέραν διεύθυνσιν και παρακολούθησιν επί των υπηρεσιών του Ταμείου δια του Προέδρου και λαμβάνει μέτρα προς βελτίωσιν και αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών αυτού. 2.Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων ειμή μόνον δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου αυτού. Εις το Συμβούλιον ή το συλλογικόν όργανον διοικήσεως εκάστου των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Προνοίας ως και εκάστου των πάσης φύσεως Οργανισμών, των υπαγομένων εις την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπ. Εργασίας, υπέρ του οποίου έχουσιν επιβληθή ειδικαί φορολογίαι ή κοινωνικοί πόροι ή παρασχεθή μετά την 11 Νοεμ. 1944 οικονομικαί ενισχύσεις εκ του Δημοσίου Ταμείου, μετέχει ως αντιπρόσωπος του Υπουργού Οικονομικών υπάλληλος αρμοδιότητος Υπουργ. Οικονομικών, όστις έχει τα αυτά μετά των λοιπών μελών δικαιώματα. 3.Ο Πρόεδρος του Δ.Σ., τούτου δε κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος, διευθύνει τας συνεδριάσεις του Συμβουλίου, επιμελείται της εκτελέσεως των αποφάσεων αυτού εκπροσωπεί το Ταμείον εξωδίκως και δικαστικώς και διορίζει τους προς τούτο αναγκαίους πληρεξουσίους δικηγόρους, αλληλογραφεί επ’ ονόματι του Ταμείου και παραλαμβάνει τα εις αυτό κοινοποιούμενα έγγραφα. Δύναται αποφάσει του Διοικ. Συμβουλίου η εκπροσώπησις του Ταμείου ν’ ανατίθεται εις έτερον μέλος του Δ.Σ. ή τον προϊστάμενον της υπηρεσίας του Ταμείου. Σελ. 826 4.Το Δ. Συμβούλιον δύναται, μέχρι εγκρίσεως του υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου προβλεπομένου εσωτερικού κανονισμού να προσλάβη εγκρίσει των Υπουργών Εργασίας και Τύπου και Τουρισμού ένα προϊστάμενον της υπηρεσίας έχοντα πτυχίον Νομικής Σχολής ή Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ή απολυτήριον γυμνασίου ή πτυχίον Εμπορικής Σχολής και τριετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν εις άλλον Ασφαλιστικόν Οργανισμόν ή δεκαπενταετή τοιαύτην παρά Δημοσία Οικονομική Υπηρεσία μη υπερβαίνοντος δε το 41ον έτος της ηλικίας του, ένα Γραμματέα, έχοντα τουλάχιστον απολυτήριον Γυμνασίου ή πτυχίον Μέσης Δημοσίας Εμπορικής Σχολής και ένα Κλητήρα, γνωρίζοντα ανάγνωσιν και γραφήν, επί αντιμισθία οριζομένη παρά του Δ. Συμβουλίου και εγκρινομένη παρά των Υφυπουργών Εργασίας, και Τύπου και Τουρισμού, συμφώνως προς τας διατάξεις του Α.Ν. 972/37. Προς αντιμετώπισιν των εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών του Ταμείου δύναται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου αυτού, εγκρινομένης παρά του Υπ. Εργασίας να συνιστώνται συνεργεία εκ του προσωπικού του Ταμείου δι’ απασχόλησιν πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας. Δια της ως άνω αποφάσεως καθορίζεται και η καταβαλλομένη αποζημίωσις των μετεχόντων εις τα συνεργεία υπαλλήλων. 5.Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου δύνανται να τοποθετούνται αποφάσει του Δ.Σ. τούτου, τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων, γενικών ή ειδικών Νόμων, περί τοποθετήσεως των κεφαλαίων των Ν.Π.Δ.Δ. και εις ακίνητα. 39.Ι.γ.2 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 312 6.Αι επενδύσεις εις ακίνητα περιλαμβάνουν: α)Την αγοράν ετοίμων κτισμάτων κειμένων εντός του σχεδίου των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς προς εκμετάλλευσιν ή εγκατάστασιν των υπηρεσιών του Ταμείου. β)Την αγοράν οικοπέδων ή κτισμάτων, οικοπεδικής αξίας, κειμένων εντός των σχεδίων πόλεων Αθηνών και Πειραιώς. γ)Την ανοικοδόμησιν επί ιδιοκτήτων οικοπέδων του Ταμείου ήτοι την ανέγερσιν ή επέκτασιν κτισμάτων των. 7.Δια την αγοράν ακινήτου απαιτείται: α)Σχετική απόφασις του Δ.Σ. του Ταμείου, λαμβανομένη δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των 2/3 του συνόλου των μελών του Συμβουλίου. Εν τη αποφάσει δέον να καθορίζεται και το διατεθησόμενον προς τον σκοπόν τούτον κατ’ ανώτατον όριον ποσόν. β)Έγκρισις της ως άνω αποφάσεως του Δ.Σ. υπό του Υπ. Εργασίας, παρεχομένη μετά σύμφωνον γνώμην των εξ ετέρων γενικών ή ειδικών διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας προβλεπομένων οργάνων. γ)Δημοσίευσις προκηρύξεως δια τριών τουλάχιστον ημερησίων φύλλων, εκδιδομένων εν τη έδρα του Ταμείου εις δύο τουλάχιστον εκδόσεις τούτων. Δια της προκηρύξεως ταύτης δέον όπως καλούνται οι ενδιαφερόμενοι προς υποβολήν σχετικών προς το Ταμείον εντός ωρισμένης προθεσμίας προσφορών, ήτις προθεσμία πάντως δεν δύναται να ορίζεται βραχυτέρα του 15θημέρου. Δια της ιδίας προκηρύξεως δέον ωσαύτως να αποκλείωνται ως απαράδεκτοι προσφοραί μεσιτών εφ’ όσον δεν επισυνάπτεται εις ταύτας έγγραφος εξουσιοδότησις του ιδιοκτήτου ή των ιδιοκτητών περί προσφοράς ακινήτου των και του αξιουμένου τιμήματος, αποκλειομένης πάντως της καταβολής μεσιτικών δικαιωμάτων υπό του Ταμείου. δ)Άμα τη λήξει της κατά το προηγούμενον εδάφιον προθεσμίας, το Δ.Σ. του Ταμείου επιλέγει μεταξύ των προσφερθέντων ακινήτων τα κατά την κρίσιν του κρινόμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα και ανταποκρινόμενα εις τους σκοπούς δι’ ους επιζητείται η αγορά. ε)Τα κατά τ’ ανωτέρω προκριθησόμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα εκτιμώνται παρ’ «Εκτιμητικής Επιτροπής» ήτις υποχρεούται εις την σύνταξιν λεπτομερούς πρακτικού εκτιμήσεως εκάστου ακινήτου και ήτις συγκροτείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου 1)εξ ενός μέλους τούτου, 2)εξ ενός ανωτέρου τεχνικού υπαλλήλου του Υπ. Δημοσίων Έργων οριζομένου υπό του Υπ. Δημοσίων Έργων, 3)εξ ενός εκτιμητού της Κτηματικής Τραπέζης υποδεικνυομένου υπό της Διοικήσεως αυτής, 4)εξ ενός Οικονομικού Εφόρου εκ των υπηρετούντων εις Εφορίαν εις την περιφέρειαν της οποίας ευρίσκεται έκαστον των υπό εκτίμησιν ακινήτων, οριζομένου του μέλους τούτου υπό του Υπ. Οικονομικών, και 5)εξ ενός ανωτέρου τεχνικού υπαλλήλου του Υπ. Εργασίας οριζομένου υπό του Υπ. Εργασίας. Της Επιτροπής μετέχει ωσαύτως και ο προϊστάμενος των υπηρεσιών του Ταμείου, ως Εισηγητής και Γραμματεύς της Επιτροπής. ς)Μετά την υποβολήν των εκθέσεων της «Εκτιμητικής Επιτροπής», το Δ. Συμβούλιον εκτιμών το σύνολον των συγκεντρωθέντων στοιχείων, επιλέγει το αγοραστέον ακίνητον και υποβάλλει την απόφασίν του, επαρκώς ητιολογημένην μεθ’ ολοκλήρου του σχετικού φακέλλου, εις τον Υπ. Εργασίας προς έγκρισιν. Εν τη αποφάσει του Δ.Σ. δέον ν’ αναφέρηται απαραιτήτως το καταβληθησόμενον ακριβές τίμημα, οι λόγοι δι’ ους τούτο επροτίμησε το υπό αγοράν ακίνητον έναντι των ετέρων και ότι ελήφθη υπ’ όψιν γνωμοδότησις περί του κανονικού των τίτλων ιδιοκτησίας και της ελλείψεως παντός μειονεκτήματος. Η υπογραφή του Συμβολαίου της αγοραπωλησίας εν ουδεμιά περιπτώσει είναι επιτρεπτή προ της παροχής της εγγράφου προς τούτο εγκρίσεως παρά του Υπ. Εργασίας. ζ)Αι δαπάναι των εκτιμήσεων βαρύνουν εξ ολοκλήρου το Ταμείον. Ωσαύτως βαρύνουν το Ταμείον αι αμοιβαί των μελών της «Εκτιμητικής Επιτροπής» οριζόμεναι βάσει των κειμένων διατάξεων δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπ. Εργασίας. («Δύναται, δι’ ητιολογημένων αποφάσεων του Δ.Σ., εγκρινομένων υπό του Υπουργού Εργασίας, να παρέχηται η ευχέρεια της δια μηνιαίων δόσεων εξοφλήσεως οφειλών προς το Ταμείον εκ καθυστερουμένων εισφορών, προσθέτων τελών και τόκων υπερημερίας. Αι κατά τα άνω αποφάσεως του Δ.Σ. δέον να εκδίδωνται ή ειδικώς δι’ εκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν, μετά προηγουμένην διαπίστωσιν υπό τούτου ότι η καθυστέρησις υπήρξεν απολύτως δικαιολογημένη, και οφειλομένη εις οικονομικήν αδυναμίαν του υποχρέου, ή και γενικώς ρυθμίζουσαι τας εκ καθυστερουμένων εισφορών οφειλάς, την κεφαλαιοποίησιν τούτων, την κατά δόσεις εξόφλησιν, ως και τα υπό του τόκου αυτών»). Η μέσα σε () διάταξη καταργήθηκε από την περίπτ. α΄ της Β.54/2411/11-23 Αυγ. 1994, (ΦΕΚ Β΄ 635), απόφ. Υπ. Υγείας , Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 20358/Σ.535 της 22 Απρ./8 Μαΐου 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. «η)Το Ταμείον δύναται να χορηγή ενυπόθηκα τοκοχρεωλυτικά δάνεια στεγάσεως εις το συμπληρώσαν υπερδεκαετή υπηρεσίαν τακτικόν προσωπικόν του Ταμείου, εφ’ όσον οι ίδιοι ή αι σύζυγοί των δεν είναι κύριοι κατά πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας ετέρας οικίας ή διαμερίσματος εν Ελλάδι. Ταύτα χορηγούνται προς αγοράν ετοίμων ή υπό ανοικοδόμησιν ή αποπεράτωσιν οικιών ή διαμερισμάτων, ως επίσης και προς επιδιόρθωσιν ή επέκτασιν οικοδομής των δανειζομένων. Το δάνειον χορηγείται κατ’ απόλυτον προτεραιότητα εις τους έχοντας μεγαλυτέραν ανάγκην στεγάσεως. (Αντί για τη σελ. 827(β) Σελ. 827(γ) Τεύχος 1324 Σελ. 69 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.2 313 Τα εις τας περιπτώσεις ταύτας χορηγούμενα δάνεια εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να είναι πέραν των υπό της Νομισματικής Επιτροπής εκάστοτε καθοριζομένων ορίων. Τα δάνεια χορηγούνται επί πρώτη πάντοτε υποθήκη του ακινήτου και με επιτόκιον ίσον προς το εισπραττόμενον υπό των Ταχυδρομικών Ταμιευτηρίων. Το ακίνητον δέον να ανήκη εξ ολοκλήρου εις τον παρέχοντα την υποθήκην υπάλληλον του Ταμείου ή εις την σύζυγον αυτού, εφ’ όσον αύτη παραχωρήση νομοτύπως την υποθήκην. Δια την απόδειξιν της κυριότητος του ακινήτου απαιτείται συμβόλαιον κυριότητος. Το δάνειον δύναται να χορηγήται εις οιονδήποτε μέρος της Επικρατείας θέλει χρησιμοποιηθή. Δια την χορήγησιν του δανείου ενεργείται εκτίμησις του εις υποθήκην προσφερομένου ακινήτου παρ’ Επιτροπής αποτελουμένης: 1.Δια μεν τας Αθήνας εκ δύο μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και εξ ενός μηχανικού Δημοσίου Υπαλλήλου εκ των υπηρετούντων παρά τω Υπουργείω Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Δια δε την επαρχίαν εκ δύο μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, και εξ ενός μηχανικού δημοσίου υπαλλήλου εκ των υπηρετούντων, παρά τω Πολεοδομικώ Γραφείω της πρωτευούσης του Νομού. Τα μέλη της Επιτροπής ορίζονται παρά του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Η έκθεσις της Επιτροπής υποβάλλεται εγγράφως εις το Διοικητικόν Συμβούλιον προς λήψιν σχετικής αποφάσεως, εν περιπτώσει δε διαφωνίας της Επιτροπής λαμβάνεται υπ’ όψιν δια την χορήγησιν του δανείου το προτεινόμενον μικρότερον ποσόν. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τα μετέχοντα της ως άνω Επιτροπής, προκειμένου μεν περί ακινήτου κειμένου εντός της περιοχής Αθηνών-Πειραιώς ουδεμιάς αμοιβής δικαιούνται, προκειμένου δε περί ακινήτων κειμένων εκτός της περιοχής Αθηνών-Πειραιώς αι εν γένει δαπάναι βαρύνουσι τον δανειζόμενον. Η αμοιβή του τρίτου μέλους της Επιτροπής καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένη παρά του Υπουργείου Κοιν. Υπηρεσιών. Αι δαπάναι ελέγχου τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου ενεργουμένου υπό του Νομικού Συμβούλου του Ταμείου, τα έξοδα εκτιμήσεως του ακινήτου, τα έξοδα συντάξεως του συμβολαίου εγγραφής και εξαλείψεως της υποθήκης ως και παν εν γένει έξοδον σχετικόν με το χορηγούμενον δάνειον, βαρύνουσιν αποκλειστικώς τον δανειζόμενον, παρ’ ου και προκαταβάλλονται ανεξαρτήτως της χορηγήσεως ή μη του δανείου. Εις περίπτωσιν μη συνάψεως του δανείου, το Ταμείον υποχρεούται εις την επιστροφήν του υπολοίπου των προκαταβληθέντων εξόδων, μετ’ αφαίρεσιν πασών των τυχόν γενομένων δαπανών. Σελ. 828(γ) Τεύχος 1324 Σελ. 70 Το δάνειον χορηγείται δια 25 το πολύ έτη και εξοφλείται τοκοχρεωλυτικώς δια μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων παρακρατουμένων εκ των μηνιαίων αποδοχών του δανειζομένου. Εις ην περίπτωσιν ο δανειζόμενος αποχωρήση καθ’ οιονδήποτε τρόπον, της ενεργού υπηρεσίας η τοκοχρεωλυτική δόσις καταβάλλεται μερίμνη του ιδίου. Η μη εμπρόθεσμος καταβολή τριών μηνιαίων δόσεων συνεπάγεται την κήρυξιν ως ληξιπροθέσμου και απαιτητού ολοκλήρου του υπολειπομένου ποσού του δανείου κινουμένης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως. Επιτρέπεται η προ της λήξεως της προθεσμίας μερική ή ολική εξόφλησις των ενυποθήκων δανείων επί τη εκπτώσει των αντιστοίχων τόκων και ασφαλίστρων των αντιστοιχούντων εις τον χρόνον του οποίου γίνεται η εξόφλησις». Το στοιχ. η΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ.Διβ/90 της 14 Μαΐου/11 Ιουν. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών και Αναπλ. Προεδρίας Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄ 372). 8.«Το Ταμείο, δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου αυτού να χορηγεί κατ’ έτος εις τον κλητήρα του Ταμείου μίαν ενδυμασίαν χειμερινήν ή θερινήν, δύο ζεύγη υποδημάτων και ανά τριετίαν έν αδιάβροχον αποκλειομένης της χορηγήσεως των ως άνω ειδών εις χρήμα». Η παρ. 8 προστέθηκε από την Γ/54/1248/1323 Μαΐου 1980 (ΦΕΚ Β΄ 494) αποφ. Υπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως και Κοιν. Υπηρεσιών. 39.Ι.γ.2 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών,Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 314 Άρθρ.8.-«1.Οι πόροι του Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου καθορίζονται εφεξής ως ακολούθως: α)Ποσοστόν εκ 2% επί της τιμής πωλήσεως εκάστου αντιτύπου παντός ημερησίου φύλλου των καθ’ άπασαν την Επικράτειαν εκδιδομένων (εξαιρέσει των ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης) και των τούτοις εξομοιουμένων δελτίων, φυλλαδίων και λοιπών εντύπων. Δια του Ν.Δ. 3083/54 (άρθρ. 24) αι εισφοραί των εκδοτών των εν ταις επαρχίαις εκδιδομένων ημερησίων εφημερίδων εμειώθησαν εις το ήμισυ. β)Ποσοστόν εξ 1% επί της τιμής πωλήσεως εκάστου αντιτύπου πάσης μη ημερησίας εφημερίδος και περιοδικού και των τούτοις εξομοιουμένων δελτίων, φυλλαδίων και λοιπών εντύπων των καθ’ άπασαν την Επικράτειαν εκδιδομένων. Υπόχρεοι εις την καταβολήν των ως άνω ποσοστών τυγχάνουν πάντες οι εκδόται και ιδιοκτήται των ως άνω εντύπων, ή τα πρακτορεία μέσω των οποίων κυκλοφορούν, αδιακρίτως περιεχομένου ή σκοπού εκδόσεως, είτε είναι οι ιδιοκτήται τούτων ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω ή μη, είτε τυγχάνουν ούτοι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, Εταιρείαι, Σύλλογοι κλπ. «Από της πρώτης του μεθεπομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός, αι δια της υπ’ αριθ. 90250/V773/1964 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ 461 Β/64) (κατωτ. αριθ. 17) αναπροσαρμοσθείσαι υπέρ του ΤΑΙΣΥΤ ατομικαί εισφοραί των ησφαλισμένων παρ’ αυτώ υπαλλήλων, συντακτών και ιδιοκτητών καθορίζονται ως εξής: γ.Των υπαλλήλων και συντακτών εις ποσοστόν 9%, επί των εκάστοτε αποδοχών των (τακτικών ή μη εν αις δώρα, επίδομα αδείας κλπ.) παρακρατουμένων υπό των εργοδοτών των κατά την υποβολήν των αποδοχών. δ.Των ιδιοκτητών εφημερίδων και περιοδικών εις ποσοστόν 1% επί του ποσού όπερ έδει να εισπράξουν εκ της κυκλοφορίας των φύλλων των, επί τη βάσει του συνολικού αριθμού των εκτυπουμένων αντιτύπων, μειουμένου τούτου κατά 25%, ανεξαρτήτως εάν εισέπραξαν τούτο ή μη. «Σε καμμιά περίπτωση οι εισφορές των περιπτώσεων γ΄ και δ΄, δεν μπορεί να υπολογισθούν επί αποδοχών κατωτέρων των συνολικών αποδοχών, που καθορίζονται από την εκάστοτε απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων γραφείων Ανωνύμων Εταιρειών με ηλικία άνω των 18 ετών και χρόνο υπηρεσίας 1-2 έτη, ούτε ανωτέρων του τριπλασίου αυτών». Το μέσα στα « » δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την Β2/54/3/472/30 Μαρτ.-13 Απρ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 184) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Η απόδοσις της περί ης η περιπτ. γ΄ ασφαλιστικής εισφοράς ενεργείται παρά του εργοδότου δια καταθέσεως του αντιστοίχου ποσού εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός εις ον ανάγεται αύτη ομού μετά της βαρυνούσης αυτούς ατομικής Ασφαλιστικής εισφοράς». Το άρθρ. 8 ισχύει ως ανωτέρω κατόπιν του

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.