← Ελλάδα

4. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1264 της 16/25 Απρ. 1942 Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί Οικονομικής Επιθεωρήσεως. Εκυρώθη και δ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος τροποποιεί και συμπληρώνει τις διατάξεις σχετικά με την Οικονομική Επιθεώρηση, καθορίζοντας τις αρμοδιότητες, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και τις ευθύνες των Οικονομικών Επιθεωρητών. Επίσης, ρυθμίζει θέματα ελλειμμάτων, καταλογισμών και πλεονασμάτων σε δημόσιες διαχειρίσεις.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1264 της 16/25 Απρ. 1942 Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί Οικονομικής Επιθεωρήσεως. Εκυρώθη και διετηρήθη εν ισχύϊ δια της υπ’ αριθ. 312/1946 πράξεως Υπ. Συμβουλίου (ΦΕΚ Α΄ 188). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Αντικείμενα αρμοδιότητος Οικονομικής Επιθεωρήσεως Άρθρ.1.-Αντικείμενα αρμοδιότητος της εν τω Υπουργείω των Οικονομικών Υπηρεσίας της Οικονομικής Επιθεωρήσεως είναι η επ’ ονόματι του Υπουργού των Οικονομικών: α)άσκησις της ανωτάτης εποπτείας και του ελέγχου πασών των Οικονομικών Υπηρεσιών και πάσης άλλης δημοσίας διαχειρίσεως χρηματικού ή υλικού καθώς και της διαχειρίσεως των παντός είδους Κρατικών επιχειρήσεων Σελ. 77 Οικονομική Επιθεώρηση 24.Α.ε.1-4 και της διαχειρίσεως πάντων ανεξαιρέτως των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ως και η παρακολούθησις της ορθής εφαρμογής των φορολογικών, των του Δημοσίου Λογιστικού ή άλλων οικονομικών Νόμων, β)έρευνα της Οικονομικής καταστάσεως των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αυτονόμων οργανισμών, ειδικών ταμείων, ως και των παντός είδους αγαθοεργών και κοινωφελών ιδρυμάτων, γ)ενέργεια ελέγχου της διαχειρίσεως παντός δημοσίου υπολόγου, διαχειριζομένου οπωσδήποτε έστω και άνευ προσηκούσης εξουσιοδοτήσεως χρήματα, τίτλους ή υλικόν ανήκοντα εις το Δημόσιον ή τα κατά το εδάφ. β΄ Νομικά Πρόσωπα κλπ., δ)ενέργεια ελέγχου της διαχειρίσεως των κατά τας διατάξεις περί προπληρωμών διαχειριζομένων επί αποδόσει λογαριασμού χρήματα ανήκοντα εις το Δημόσιον ή εις τα κατά το εδάφ. β΄ Νομικά Πρόσωπα, Οργανισμούς και Ιδρύματα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Αρμοδιότης, καθήκοντα, δικαιώματα και ευθύναι Επιθεωρητών Οικονομικών Εφοριών, Τελωνείων και Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων Άρθρ.10.-1.Κατά της πειθαρχικής αποφάσεως των Οικονομικών Επιθεωρητών επιτρέπεται έφεσις ενώπιον του Υπουργού των Οικονομικών εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεως αυτής. 2.Η έφεσις κοινοποιείται απαραίτητως και προς τον εκδόντα την εφεσιβαλλομένην απόφασιν Επιθεωρητήν, έτι δε και προς την αρμοδίαν Γενικήν Επιθεώρησιν και την οικείαν Διεύθυνσιν. Σελ. 81 Οικονομική Επιθεώρηση 24.Α.ε.4 3.Διαρκούσης της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως ενώπιον του Υπουργού των Οικονομικών ή της προθεσμίας ασκηθείσης τοιαύτης αναστέλλεται η εκτέλεσις της εφεσιβαλλομένης πειθαρχικής αποφάσεως. Άρθρ.11.-1.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί και οι υπάλληλοι οι εκτελούντες καθήκοντα Οικονομικού Επιθεωρητού κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, εφ’ όσον ενεργούντες επιθεώρησιν ή άλλην εκτελούντες κατά τον παρόντα Νόμον υπηρεσίαν, προέβησαν εκ δόλου ή βαρείας αμελείας εις πράξεις μη προσηκούσας ή παραλείψεις ή εις ανακριβείς εκθέσεις, ασχέτως προς την κατά τους κειμένους Νόμους ποινικήν ή πειθαρχικήν ευθύνην αυτών υπόκεινται και εις αποζημίωσιν έναντι του Δημοσίου δια πάσαν εξ υπαιτιότητός των προσγενομένην αυτώ ζημίαν. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αποζημίωσις καταλογίζεται εις τον υπεύθυνον δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, καθ’ ης και εντός είκοσι ημερών από της εις τον υπεύθυνον κοινοποιήσεως αυτής, επιτρέπεται έφεσις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδικαζομένη κατά τα υπό των κειμένων διατάξεων οριζόμενα περί ελλειμμάτων δημοσίων υπολόγων. 3.Κατά των Γενικών Οικονομικών Επιθεωρητών των Οικονομικών Επιθεωρητών και των Οικονομικών υπαλλήλων των εκτελούντων καθήκοντα Οικον. Επιθεωρητού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, δεν ενεργείται ποινική δίωξις, συνδεομένη οπωσδήποτε προς την υπ’ αυτών διενεργουμένην επιθεώρησιν, διοικητικήν έρευναν ή διοικητικήν ανάκρισιν, η δε τυχόν αρξαμένη ποινική κατ’ αυτών ανάκρισις αναστέλλεται μέχρις ότου υποβληθή εις το Υπουργείον ή την οικείαν Γενικήν Διοίκησιν ή Νομαρχίαν η έκθεσις ή το πόρισμα του Οικονομικού Επιθεωρητού επί της σχετικής επιθεωρήσεως ή διοικητικής ερεύνης ή των διοικητικών ανακρίσεων και εκδοθή επ’ αυτής απόφασις. Η τοιαύτη αναστολή δεν δύναται εν πάση περιπτώσει να παραταθή πέραν των έξ μηνών από της χρονολογίας της εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα εγχειρίσεως της κατά του Επιθεωρητού μηνύσεως της προθεσμίας ταύτης δυναμένης να παραταθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών επί τρίμηνον εισέτι χρονικόν διάστημα. Σελ. 82 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Ελλείμματα Δημοσίων Υπολόγων Καταλογισμοί, Πλεονάσματα Άρθρ.12.-1.(Ο Γενικός Οικονομικός Επιθεωρητής και) οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων και πας Οικονομικός υπάλληλος εκτελών χρέη Οικονομικού Επιθεωρητού Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων εφ’ όσον κατά την ενέργειαν επιθεωρήσεως οιασδήποτε δημοσίας ή μη διαχειρίσεως εκ των εν άρθρ. 1 παρ. 1 του παρόντος Νόμου διαλαμβανομένων διαπιστώσωσι την ύπαρξιν ελλείμματος προερχομένου εξ ελλείψεως χρημάτων ή υλικού ή αξιών εν γένει, προβαίνουσιν εις την έκδοσιν ητιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως κατά του υπολόγου και των τυχόν αλληλεγγύως μετ’ αυτού συνευθυνομένων, εάν η εξακριβωθείσα έλλειψις δεν ήθελεν αναπληρωθή εντός 24 ωρών συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 199 του ΣΙΒ΄ Νόμου «περί Δημοσίου Λογιστικού». 2.Εις έκδοσιν ητιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως κατά του υπολόγου δύνανται να προβαίνωσιν ωσαύτως οι ενεργούντες την επιθεώρησιν, εφ’ όσον κατά την ενέργειαν της επιθεωρήσεως, διαπιστώσωσι παράλειψιν εισπράξεως ή ελλειπή είσπραξιν τόκων υπερημερίας, προσθέτων τελών και λοιπών κατά Νόμον υπέρ τρίτων συνεισπραττομένων ποσοστών, καταλογίζοντες εις βάρος του υπολόγου το μηδόλως ή ελλιπώς εισπραχέν ποσόν. 3.Εις έκδοσιν ητιολογημένης κατά παντός ειδικού υπολόγου αποφάσεως δύνανται να προβαίνωσιν ωσαύτως οι ενεργούντες την Επιθεώρησιν εφ’ όσον κατά την ενέργειαν της επιθεωρήσεως ήθελον διαπιστώσει εκπρόθεσμον κατάθεσιν εις το Δημόσιον Ταμείον των δια λογαριασμόν του Δημοσίου ή τρίτων υπ’ αυτού ενεργηθεισών εισπράξεων. Το εν τη περιπτώσει ταύτη εις βάρος του υπολόγου καταλογιζόμενον ποσόν συνίσταται εις τον τόκον υπερημερίας των εκπροθέσμως κατατεθεισών εισπράξεων, υπολογιζομένων νομίμως από της ημερομηνίας της υποχρεώσεως του υπολόγου προς κατάθεσιν των εισπράξεών του, κατά τας περί αυτού ειδικάς διατάξεις των οικείων Νόμων. 24.Α.ε.4 Οικονομική Επιθεώρηση 4.Προκειμένου περί ελλείψεων χαρτοσήμου οφειλομένων εις παραβάσεις των Νόμων περί τελών χαρτοσήμου και εξακριβουμένων κατά τον έλεγχον των εν τω άρθρ. 1 παρ. α΄ του παρόντος Νόμου διαλαμβανομένων διαχειρίσεων, δεν έχει εφαρμογήν η διαδικασία του άρθρ. 51 παρ. 2γ΄ του Κώδικος των Νόμων περί τελών χαρτοσήμου. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο ενεργών τον έλεγχον καλεί εγγράφως και επί αποδείξει τον υπόλογον όπως αναπληρώση τας ελλείψεις εντός της υπό του άρθρ. 199 του Νόμ. ΣΙΒ΄ οριζομένης εικοσιτετραώρου προθεσμίας, ης παρερχομένης απράκτου ο ενεργών τον έλεγχον προβαίνει εις την έκδοσιν ητιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως επιβάλλων εις τον υπόλογον τα τε ελλείποντα τέλη και το υπό του Κώδικος των Νόμων περί χαρτοσήμου οριζόμενον πρόστιμον. 5.Αντίγραφον της καταλογιστικής αποφάσεως κοινοποιείται παραχρήμα δι’ οιουδήποτε Δημοσίου, Δημοτικού ή Κοινοτικού υπαλλήλου ή υπηρέτου εις τον καθ’ ου αύτη, εις την Γενικήν Διεύθυνσιν Δημοσίου Λογιστικού και εις τον Διευθυντήν του Ταμείου της τελευταίας κατοικίας του ελλειματίου, όστις επιμελείται της αμέσου βεβαιώσεως του καταλογιζομένου ποσού ως δημοσίου εσόδου και της εισπράξεως αυτού κατά τας διατάξεις του Νόμου «περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων». 6.Προκειμένου περί καταλογιστικών αποφάσεων εις βάρος υπολόγων διαχειριστών Νομικού Προσώπου, ο Διευθυντής του Ταμείου προβαίνει εις την βεβαίωσιν του καταλογιζομένου ποσού υπό τρ. λ/σμόν και επιδιώκει την είσπραξιν του εσόδου υπέρ του δικαιούχου Νομικού Προσώπου κατά τας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεις, έστω και αν υπό των ειδικών περί του Νομικού Προσώπου διατάξεων δεν προβλέπεται ευχέρεια εισπράξεως των εν γένει εσόδων αυτού κατά τον Νόμον περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 7.Αι καταλογιστικαί αποφάσεις επί ελλείψεων αναγομένων εις παραβάσεις των Νόμων περί χαρτοσήμου κοινοποιούνται προς τούτοις εις τον αρμόδιον Οικον. Έφορον και προς την Προϊσταμένην του υπολόγου Αρχήν δια την πειθαρχικήν δίωξιν των υπαιτίων. 8.Κατά των καταλογιστικών αποφάσεων των Οικονομικών Επιθεωρητών, δύναται να ασκηθή έφεσις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός μηνός από της κοινοποιήσεώς των. Η έφεσις δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της κατά του καταλογισθέντος υπολόγου αποφάσεως, ούτε προσφυγή εις πολιτικά δικαστήρια επιτρέπεται δια το καταλογισθέν αυτώ έλλειμμα. Εν προκειμένω έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις του άρθρ. 37 του από 3 Ιουλ. 1933 Δ/τος «περί κωδικοποιήσεως των περί Οργανισμού του Ελεγκτικού συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων». 9.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν και επί των ελλειμμάτων δημοσίων υπαλλήλων διαχειριζομένων δυνάμει Νόμων ή διαταγής του Υπουργού των Οικονομικών χρήματα ή υλικόν ανήκοντα εις Νομικά Πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τραπεζιτικά Ιδρύματα ή ιδιώτας. Άρθρ.13.-Άμα τη ανακαλύψει ελλείμματος οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί δύνανται εκ παραλλήλου προς τας λοιπάς ενεργείας των να θέτωσι τον ελλειμματίαν δημόσιον υπόλογον υπό την επιτήρησιν της Αστυνομικής Αρχής μέχρι της κατ’ αυτού ως οφειλέτου του Δημοσίου εκδόσεως εντάλματος προσωπικής κρατήσεως υπό του Διευθυντού του Ταμείου παρ’ ω εβεβαιώθη το δια της αποφάσεως του Επιθεωρητού καταγνωσθέν έλλειμμα. Η τοιαύτη επιτήρησις αποσκοπούσα την πρόληψιν ενδεχομένης αποδράσεως του ελλειμματίου ενεργείται επί τη βάσει εγγράφου ειδοποιήσεως του ενεργούντος την επιθεώρησιν προς την οικείαν Αστυνομικήν Αρχήν. Άρθρ.14.-Εκτός των Οικονομικών Επιθεωρητών Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων και οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί των λοιπών ειδικοτήτων ως και πας έτερος Επιθεωρητής ξένης ειδικότητος δικαιούμενος κατά τας περί αυτού ειδικάς διατάξεις να προβαίνη εις την ενέργειαν επιθεωρήσεως διαχειρίσεων υπαγομένων εις την δικαιοδοσίαν του, εν περιπτώσει ελλείμματος υποχρεούται να εφαρμόζη τας περί ελλειμμάτων και καταλογισμού διατάξεις του παρόντος Νόμου. Άρθρ.15.-Δια πληρωμάς απορριφθείσας υπό του Οικονομικού Επιθεωρητού ως μη στηριζομένας εις νόμιμον τίτλον καταλογίζονται μετά του υπολόγου κατά τους ορισμούς του άρθρ. 12 του παρόντος Νόμου και οι ανοικείως λαβόντες τα χρήματα δημόσιοι υπάλληλοι ή ιδιώται. ΄Αρθρ.16.-Δια παν εν τη επιθεωρουμένη διαχειρίσει πλεόνασμα, όπερ κατά το άρθρ. 199 του Νόμ. ΣΙΒ΄ μένει εις το Ταμείον μέχρις ου αποδειχθή η αιτία αυτού, ο Οικονομικός Επιθεωρητής καλεί τον υπόλογον να καταθέση τούτο εις το Ταμείον δι’ εκδόσεως γραμματίου συστάσεως χρηματικής ή προκειμένου περί υλικού, αυτουσίου παρακαταθήκης, επιλαμβάνεται δε παρευθύς της εξακριβώσεως της αιτίας του πλεονάσματος δια καταλλήλου εξετάσεως ή δια διοικητικών ανακρίσεων, ων το πόρισμα υποβάλλει προς την Γ.Δ.Δ. Λογιστικού ήτις εκτιμώσα εκάστοτε τα γεγονότα διατάσσει την εξόφλησιν του γραμματίου παρακαταθήκης. Σελ. 83 Οικονομική Επιθεώρηση 24.Α.ε.4 «2.Δημόσιος υπόλογος μη συμμορφούμενος εντός 24 ωρών προς την πρόσκλησιν του Οικονομικού Επιθεωρητού περί καταθέσεως του εν τη διαχειρίσει του προκύψαντος πλεονάσματος τίθεται υπό του Επιθεωρητού εκτός διαχειρίσεως κατά το άρθρ. 7 του παρόντος, υπέχων και την κατά τα κατωτέρω εν παρ. 2 του άρθρ 17 ποινικήν ευθύνην». Η παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 9 Ν.Δ. 2115/1943. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Ποινικαί διατάξεις Άρθρ.17.-1.Δημόσιοι υπάλληλοι ή ιδιώται καλούμενοι υπό Επιθεωρητών Οικονομικών Εφοριών, Τελωνείων και Δημοσίων Υπολόγων προς εξέτασιν εγγράφως και επί αποδείξει διά τινος των δημοσίων ή δημοτικών υπηρεσιών ή των αστυνομικών οργάνων και μη προσερχόμενοι εντός της ταχθείσης προθεσμίας άνευ δεδικαιολογημένης αιτίας ή αρνούμενοι να υποβληθώσιν εις εξέτασιν, υπόκεινται εις χρηματικήν ποινήν μέχρι δραχ. 5000 επιβαλλομένην κατ’ έγκλησιν του Οικονομικού Επιθεωρητού, υπό του αρμοδίου Πλημμελειοδικείου. 2.Δημόσιοι υπόλογοι τιθέμενοι προσωρινώς υπό Οικονομικού Επιθεωρητού εκτός υπηρεσίας ή εκτός διαχειρίσεως κατά τας διατάξεις των άρθρ. 3 και 7 του παρόντος Νόμου και μη απέχοντες των καθηκόντων των ευθύς ως κοινοποιηθή αυτοίς η περί τούτου απόφασις του Οικονομικού Επιθεωρητού, ως και δημόσιοι υπόλογοι ή έτεροι δημόσιοι υπάλληλοι ή ιδιώται αρνούμενοι να παραδώσωσιν εις τον Οικονομικόν Επιθεωρητήν προς εξέτασιν τα εις χείρας των βιβλία ή έτερα οιαδήποτε στοιχεία σχετιζόμενα με την διενεργουμένην επιθεώρησιν ή ανάκρισιν διώκονται και ποινικώς κατ’ έγκλησιν του Οικονομικού Επιθεωρητού, τιμωρούνται δε δια φυλακίσεως μέχρις έξ μηνών. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Έδρα, δικαιοδοσία και ανάθεσις καθηκόντων Οικονομικών Επιθεωρητών Γενικαί επιθεωρήσεις και Γενικοί Οικονομικοί Επιθεωρηταί Άρθρ.18.-1.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Οικονομικών Εφοριών, Τελωνείων και Δημοσίων Υπολόγων τοποθετούνται δια Δ/των, μετ’ απόφασιν του Συμβουλίου Οικονομικής Υπηρεσίας, κατά περιφερείας ων ο αριθμός, η κατά τόπον αρμοδιότης και η έδρα ορίζονται επίσης δια Δ/των. Σελ. 84 2.Δι’ ομοίων Δ/των καθορίζεται ο αριθμός των εν εκάστη περιφερεία υπηρετούντων Επιθεωρητών, οίτινες δύνανται να ώσιν εν εκάστη περιφερεία πλείονες του ενός δι’ εκάστην ειδικότητα, της αρμοδιότητος εκάστου καθοριζομένης εν τοιαύτη περιπτώσει δι’ αποφάσεως του επί των Οικονομικών Υπουργού. 3.(Αφεώρα τοποθέτησιν οικονομ. επιθεωρητών εις τας κεντρικάς υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Αντικατεστάθη δια του άρθρ. 8 του Νόμ. 227/1943, όπερ κυρωθέν δια της υπ’ αριθ. 292/1945 πράξεως Υπ. Συμβουλίου διετηρήθη εν ισχύϊ μέχρι της 30 Μαΐου 1946. Ηδη το θέμα τούτο ρυθμίζεται υπό του νέου Οργανισμού Υπ. Οικονομικών). Άρθρ.2.-1.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί έχουσιν αρμοδιότητα: α)οι Επιθεωρηταί Οικονομικών Εφοριών επί παντός αντικειμένου υπαγομένου εις την αρμοδιότητα των Οικονομικών Εφοριών και Κτηματικών Γραφείων, ως και κατά τας κειμένας διατάξεις, των Γραφείων Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου περιουσίας, β)οι Επιθεωρηταί Τελωνείων επί παντός αντικειμένου υπαγομένου εις την αρμοδιότητα των Τελωνειακών εν γένει Αρχών, και γ)οι Επιθεωρηταί Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων επί παντός αντικειμένου υπαγομένου εις την αρμοδιότητα των Ταμειακών του Κράτους Αρχών και επί πασών των εν άρθρ. 1 μνημονευομένων διαχειρίσεων. 2.Αντίστοιχον προς την ως άνω αρμοδιότητα κέκτηνται, αναλόγως της ειδικότητος αυτών, και οι Γενικοί Επιθεωρηταί Οικονομικών Εφοριών, Τελωνείων και Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων. 3.Όπου του παρόντος αναφέρεται εφεξής «Επιθερηταί Δημοσίων Υπολόγων» νοείται «Επιθεωρηταί Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων». Σελ. 78 Άρθρ.19.-1.Δια Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην του Συμβουλίου Οικονομικής Υπηρεσίας δύναται να ανατίθηνται προσωρινώς, καθήκοντα Οικονομικού Επιθεωρητού ωρισμένης ειδικότητος εις υπάλληλον των Κεντρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου των Οικονομικών ή των περιφερειακών κλάδων του αυτού Υπουργείου έχοντα βαθμόν τουλάχιστον Τμηματάρχου β΄ τάξεως. 2.Εις επειγούσας ή σπουδαίας περιστάσεις δύναται ο Υπουργός των Οικονομικών και άνευ γνώμης του Συμβουλίου της Οικονομικής Υπηρεσίας να αναθέτη την ενέργειαν ειδικών εξετάσεων ή ανακρίσεων ή εκτάκτων επιθεωρήσεων εις Οικονομικούς υπαλλήλους έχοντας τον βαθμόν τουλάχιστον Τμηματάρχου β΄ τάξεως ή και εις μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου δια τους τελευταίους όμως τούτους μετά γνώμην του Προέδρου του Σώματος. 3.Προκειμένου περί υποδεεστέρων Τελωνειακών Αρχών (Υποτελωνείων, Τελωνοσταθμαρχείων και Τελωνοφυλακείων) δύναται ο Υπουργός των Οικονομιών να αναθέτη εκτάκτως την ενέργειαν ανακρίσεων, εξετάσεων ή επιθεωρήσεων, εις Οικονομικούς υπαλλήλους έχοντας βαθμόν Εισηγητού. 4.Οι κατά τας παρ. 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου εκτελούντες καθήκοντα Οικονομικού Επιθεωρητού έχουσι πάντα τα κατά τον παρόντα Νόμον καθήκοντα και δικαιώματα ως και τας ευθύνας του Οικονομικού Επιθεωρητού. 5.Οι κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου ασκούντες καθήκοντα Οικον. Επιθεωρητού δικαιούνται των εις τους Οικονομικούς Επιθεωρητάς παρεχομένων, κατά τας κειμένας διατάξεις παγίων, μετά των αποδοχών αυτών, ποσοστών κλπ., αναλόγως του βαθμού των, ως και της επιχορηγήσεως δια γραφικήν ύλην, εφ’ όσον υπηρετούσιν εις κενήν θέσιν Επιθεωρητού. 24.Α.ε.4 Οικονομική Επιθεώρηση Άρθρ.20-1.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Οικονομικών Εφοριών, Τελωνείων και Δημοσίων Υπολόγων δύνανται να χρησιμοποιώσιν ως γραμματέα αυτών δια γραφικήν εν γένει εργασίαν των και τας διοικητικάς ανακρίσεις και ερεύνας οικονομικόν υπάλληλον της ειδικότητός των υπηρετούντα εν τη έδρα των, και οριζόμενον τη προτάσει των υπό του Υπουργού των Οικονομικών ή κατά περίπτωσιν του Γενικού Διοικητού. 2.Ο Γραμματεύς του Επιθεωρητού παραμένει εν τη έδρα της Οικονομικής Περιφερείας και δεν συνοδεύει τον Επιθεωρητήν κατά τας περιοδείας του, εκτελεί δε και τα κύρια καθήκοντά του, εφόσον, κατά την κρίσιν του Επιθεωρητού, επιτρέπει τούτο η παρ’ αυτώ ασχολία του. 3.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί περιοδεύοντες δικαιούνται να χρησιμοποιώσι δια την γραφικήν εργασίαν των οιονδήποτε οικονομικόν υπάλληλον, των προϊσταμένων των Οικονομικών Αρχών υποχρεωμένων να παρέχωσιν, εις τον Οικονομικόν Επιθεωρητήν ανεξαρτήτως της ειδικότητός του πάσαν συνδρομήν προς διευκόλυσιν του έργου του. «Οι δε Οικονομικοί Επιθεωρηταί Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου δικαιούνται να χρησιμοποιώσι και οιονδήποτε υπάλληλον των εν τη περιφερεία τούτων λειτουργούντων Νομικών Προσώπων, υποχρεουμένων να παρέχωσι την συνδρομήν των εις τον Οικονομικόν Επιθεωρητήν». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 10. Ν.Δ. 2115/1943. Άρθρ.21.-1.(Αι Γενικαί Επιθεωρήσεις Οικονομικών Εφοριών, Τελωνείων και Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων αποτελούσιν Διευθύνσεις του Υπουργείου των Οικονομικών, ων η αρμοδιότης ορίζεται ειδικώτερον δια Δ/των. 2.Οι Γενικοί Οικονομικοί Επιθεωρηταί Οικονομικών Εφοριών, Τελωνείων και Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων εδρεύοντες εν τω Υπουργείω των Οικονομικών, διευθύνουσι τας οικείας Γενικάς Επιθεωρήσεις του Υπουργείου και έκαστος εν τη οικεία ειδικότητι, προΐστανται των Οικονομικών Επιθεωρητών, παρακολουθούσι τας περιοδείας και την κίνησιν αυτών και επιμελούνται της ομοιομόρφου εφαρμογής των Νόμων περί οικονομικής επιθεωρήσεως, δικαιούμενοι προς τούτο να ενεργώσι κατ’ εντολήν του Υπουργού των Οικονομικών ή και αυτεπαγγέλτως και επιτόπιον έλεγχον επί του έργου των Οικονομικών Επιθεωρητών. Τελούσιν εν επαφή μετά των λοιπών αρμοδίων κατ’ ειδικότητα Διευθύνσεων του Υπουργείου και λαμβάνουσι γνώσιν των μελετωμένων μέτρων, ως και των γενικών οδηγιών των οικείων υπηρεσιών επί θεμάτων της αρμοδιότητός των. 3.Οι Γενικοί Οικονομικοί Επιθεωρηταί έχουσι πάντα τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και τας ευθύνας των Οικονομικών Επιθεωρητών. 4.Οι Γενικοί Οικονομικοί Επιθεωρηταί εκτελούσι και πάσαν άλλην υπηρεσίαν ανατιθεμένην αυτοίς κατόπιν ειδικής εντολής του Υπουργού των Οικονομικών, αναπληρούνται δε δια την εκτέλεσιν εν γένει της υπηρεσίας των, εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος, εφόσον υπό των κειμένων διατάξεων δεν ορίζεται άλλως, υπό Γενικών Οικονομικών Επιθεωρητών ετέρας ειδικότητος ή Οικονομικών Επιθεωρητών της αυτής ειδικότητος ή άλλων ισοβάθμων υπαλλήλων των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου οριζομένων εκάστοτε υπό του Υπουργού των Οικονομικών. 5.Πάσα ενέργεια των Οικονομικών Επιθεωρητών, προς το Υπουργείον απευθυνομένη, διεξάγεται δια της οικείας Γενικής Επιθεωρήσεως, δι’ ης διαβιβάζεται επίσης πάσα προς αυτούς εντολή. «6.Επί πάσης προτάσεως των Γενικών Επιθεωρήσεων, ή των Οικονομικών Επιθεωρητών, υποχρεούνται αι οικείαι Διευθύνσεις απάντων των Υπουργείων ν’ ανακοινώσι αυτοίς τα ληφθέντα υπ’ αυτών μέτρα, αιτιολογούσαι δι’ αποφάσεώς των και πάσαν τυχόν μη σύμφωνον προς την γενομένην πρότασιν ενέργειαν»). Η παρ. 6 προσετέθη δια του άρθρ. 11 Ν.Δ. 2115/1943. Αι θέσεις Γεν. Επιθεωρητών κατηργήθησαν δια του άρθρ. 2 του Β.Δ. 9/9 Απρ. 1951 (ΦΕΚ Α΄ 102) περί οργανικής συνθέσεως κλπ. του προσωπικού της Κεντρ. Υπηρεσίας της Γεν. Διευθύνσεως Φορολογίας, αι δε αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των Γεν. Επιθεωρητών ενασκούνται εφεξής υπό των οικείων Διευθυντών της Γεν. Διευθύνσεως Φορολογίας. Άρθρ.22.-«Οι κατά περιφερείας τοποθετημένοι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Εφοριών, Τελωνείων, και Καπνού εγκαθίστανται εις τα εν τη έδρα αυτών καταστήματα των περιφερειακών Υπηρεσιών της ειδικότητός των, οι δε των Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου εις τα καταστήματα των εν τη έδρα αυτών περιφερειακών υπηρεσιών της ειδικότητός των ή μετ’ απόφασιν του οικείου Νομάρχου των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, λαμβάνουσι δε άπαντες, ως και οι Γεν. Οικονομ. Επιθεωρηταί, δι’ έξοδα γραφικής ύλης ποσόν καθοριζόμενον δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών εν αρχή εκάστου οικονομικού έτους ή, εάν συντρέχη περίπτωσις, κατά βραχύτερα χρονικά διαστήματα, προκαταβαλλόμενα εν τη αρχή εκάστου μηνός». Το άρθρ 22 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 Ν.Δ. 2115/1943. Σελ. 85 Οικονομική Επιθεώρηση 24.Α.ε.4 Άρθρ.23.-(Μεταβατικαί οργανικαί διατάξεις). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ Οικονομική Επιθεώρησις Καπνού, Μονοπωλίων και Φόρων Καταναλώσεως Άρθρ.24.-(Οργανικαί διατάξεις, αντικατασταθείσαι υπό του νέου οργανισμού του Υπ. Οικονομικών). Άρθρ.25.-1.(Η Γενική Επιθεώρησις Καπνού, Μονοπωλίων και Φόρων Καταναλώσεως, ασκεί την εποπτείαν και τον έλεγχον επί πάσης εν γένει εργασίας αφορώσης την διαχείρισιν των αντικειμένων της αρμοδιότητος της Διευθύνσεως Μονοπωλίων και Φόρων Καταναλώσεως Κρατικών Υπηρεσιών και Εταιρειών). 2.Οι κατά το προηγούμενον άρθρον Επιθεωρηταί Καπνού και Φόρων Καταναλώσεως έχουσιν αρμοδιότητα επί παντός αντικειμένου υπαγομένου εις την αρμοδιότητα των Εφοριών Καπνού και των Αποθηκών πετρελαίου και Μονοπωλίου της Εταιρείας Διαχειρίσεως Υπεγγύων Προσόδων κλπ. κατά την εκτέλεσιν δε των καθηκόντων των έχουσιν άπαντα τα δικαιώματα, τας υποχρεώσεις και τας ευθύνας Οικονομικών Επιθεωρητών κατά τας κειμένας διατάξεις και τας του παρόντος Ν.Δ/τος. 3.Οι Επιθεωρηταί Καπνού, ειδικώτερον: α)Ελέγχουσι την τήρησιν των Νόμων περί καλλιεργείας, παραγωγής, αποθηκεύσεως, κατοχής, μεταφοράς, επιτηρήσεως καταγραφών και ελέγχου καπνού εν γένει, των Νόμων περί εγγείου φόρου καπνού και ελέγχου βιομηχανίας καπνού και φόρων καταναλώσεως αυτού, περί παραγωγικού σιγαροχάρτου και περί μονοπωλίου σιγαροχάρτου εν γένει, ως και την υπό των Εφόρων Καπνού άσκησιν της φορολογικής δικαιοσύνης επί των πάσης φύσεως παραβάσεων των Νόμων περί φορολογίας καπνού και περί μονοπωλίου του σιγαροχάρτου και β)Ελέγχουσι την τήρησιν των προστατευτικών του καπνού Νόμων, όπου και οσάκις το αντικείμενον τούτο ανάγεται εις την αρμοδιότητα των Εφόρων Καπνού, ως και την δυναμικότητα παραγωγής καπνοβιομηχανικών προϊόντων, της εμπορίας και διαθέσεως τούτων, την δίωξιν του λαθρεμπορίου καπνού και σιγαρέττων και εν γένει πάντα τ’ αντικείμενα άτινα κατά τας κειμένας διατάξεις ή δια διαταγών του Υπουργείου ανατίθενται εις τους Εφόρους Καπνού, διατηρουμένης εν ισχύϊ της παρ. 3 του άρθρ. 2 του Α.Ν. υπ’ αρθ. 2112/1939. 4.Οι Επιθεωρηταί Μονοπωλίων και Φόρων Καταναλώσεως: Σελ. 86 α)Ενεργούσι τακτικάς και εκτάκτους επιθεωρήσεις των Κεντρικών Αποθηκών Πετρελαίου, των Γενικών και Ειδικών Αποθηκών Μονοπωλίων της Εταιρείας Διαχειρίσεως Υπεγγύων Προσόδων και των Αλυκών του Κράτους, ως προς τα αφορώντα την διαχείρισιν και παράδοσιν του άλατος, ελέγχοντες τας διαχειρίσεις των οικείων Διαχειριστών του Δημοσίου ή της Εταιρείας Διαχειρίσεως Υπεγγύων Προσόδων. β)Εκτελούσιν ειδικάς επιθεωρήσεις εις τα εργοστάσια κατασκευής Μονοπωλιακών ειδών. γ)Εκτελούσι πάσαν άλλην εντολήν αφορώσαν την εν γένει διενέργειαν ελέγχου και επιθεωρήσεις συναφείς προς την αρμοδιότητα των Μονοπωλίων, ως και ελέγχους διαθέσεως των μονοπωλιακών ειδών παρά των αγοραζόντων ταύτα εκ των Ειδικών Αποθηκών Μονοπωλίου. δ)Εισηγούνται παν μέτρον προς βελτίωσιν των Αποθηκών Μονοπωλίων και εν γένει του θεσμού των Μονοπωλίων και καταπολέμησιν της λαθρεμπορίας μονοπωλιακών ειδών. ε)Εκτελούσιν, εν συνεννοήσει μετά των Επιθεωρητών Οικον. Εφοριών, ειδικάς επιθεωρήσεις παρά ταις Οικονομικαίς Εφορίαις ή ειδικαίς Υπηρεσίαις, ως προς την εφαρμογήν της Φορολογικής Νομοθεσίας επί των αντικειμένων φόρων καταναλώσεως, τελών ψυχαγωγίας και παντός άλλου αντικειμένου υπαγομένου εις την αρμοδιότητα της Διευθύνσεως των Μονοπωλίων και Φόρων Καταναλώσεως. ς)Εκτελούσιν επιθεωρήσεις, γενικάς ή ειδικάς επί των πάσης φύσεως αντικειμένων του Εθνικού τυπογραφείου, ως προς την εύρυθμον λειτουργίαν τούτου και την λελογισμένην εκτέλεσιν των τυπογραφικών εργασιών επί τω τέλει της επιτεύξεως οικονομίας χάρτου του Δημοσίου περί την εκτύπωσιν εντύπων και βιβλίων των κρατικών υπηρεσιών. ζ)Μελετώσι και εισηγούνται την λήψιν μέτρων ως προς την ομοιόμορφον διαχείρισιν παρά των υπηρεσιών τούτων των αντικειμένων της Διευθύνσεως Μονοπωλίων και Φόρων Καταναλώσεως. Άρθρ.26.-Ο κατά τας κειμένας διατάξεις ασκών καθήκοντα Γενικού Επιθεωρητού Καπνού Διευθυντής των Μονοπωλίων και Φόρων Καταναλώσεως, ασκεί, από της δημοσιεύσεως του παρόντος, καθήκοντα Γενικού Επιθεωρητού Καπνού, Μονοπωλίων και Φόρων Καταναλώσεως και έχει πάντα τα δικαιώματα και καθήκοντα τα αντίστοιχα προς τα τοιαύτα των λοιπών Γενικών Επιθεωρητών του Υπουργείου Οικονομικών, ως προς τους υπ’ αυτόν Επιθεωρητάς και τας διαχειριζομένας αντικείμενα της αρμοδιότητος Διευθύνσεως Μονοπωλίων και Φόρων Καταναλώσεως Υπηρεσίας. 24.Α.ε.4 Οικονομική Επιθεώρηση ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄ Τελικαί διατάξεις Άρθρ.27.-1.Δια Δ/των εκδιδομένων, προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών δύνανται να καθορίζονται: α)τα των καθηκόντων και δικαιωμάτων (των Γεν. Οικονομ. Επιθεωρητών) των Οικονομικών Επιθεωρητών και των εκτελούντων καθήκοντα Επιθεωρητού οικονομικών υπαλλήλων και β)να ανατίθενται αυτοίς και άλλα καθήκοντα ή να παρέχωνται και άλλα δικαιώματα, ως και πάσα άλλη λεπτομέρεια προς εκτέλεσιν του παρόντος Νόμου. 2.Δι’ ομοίων Δ/των εκδιδομένων κατά Οικονομικήν Επιθεώρησιν: α) Οικονομικών Εφοριών, β) Τελωνείων, γ) Καπνού-Μονοπωλίων και Φόρων Καταναλώσεως και δ)Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων ή από κοινού δια τινας εκ των επιθεωρήσεων τούτων επιτρέπεται η κωδικοποίησις εις ενιαία κείμενα υπό τίτλον «Οργανισμού», ιδιαιτέρως δι’ εκάστην ή δια τινας εκ των Επιθεωρήσεων αυτών, των ισχυουσών και αναφερομένων εις αυτάς διατάξεων Νόμου, δυναμένης να μεταβληθή εν εκάστη κωδικοποίησει της σειράς των άρθρων, παραγράφων και εδαφίων των κωδικοποιουμένων διατάξεων, ως και, όπου παρίσταται ανάγκη της φραστικής διατυπώσεως, άνευ όμως μεταβολής της εννοίας των. Διατάξεις συνθέσεως προσωπικού Οικονομικών Υπηρεσιών Άρθρ.3.-1.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Οικονομικών Εφοριών, Τελωνείων και Δημοσίων Υπολόγων, τελούντες υπό την άμεσον εξουσίαν του Υπουργού των Οικονομικών, αναλόγως της ειδικότητός των. α)Ασκούσι την γενικήν εποπτείαν και τον έλεγχον επί των Οικονομικών Αρχών της περιφερείας των δυνάμενοι να εκδίδωσι προς αυτάς γενικάς διαταγάς ως προς τον τρόπον ενεργείας αυτών, εν τη διεξαγωγή των ανατεθειμένων αυταίς καθηκόντων ή και ειδικάς τοιαύτας περί των ληπτέων μέτρων ή του τρόπου ενεργείας επί συγκεκριμένης περιπτώσεως. Τας διαταγάς ταύτας υποχρεούνται εν πάση περιπτώσει να εκτελώσιν αι προς ας απευθύνονται αύται Αρχαί, εις εξαιρετικάς δ’ όλως περιπτώσεις και αν έτι αύται αντιτίθενται προς τας δοθείσας σχετικώς γενικάς οδηγίας του Υπουργείου. Εν τη τελευταία όμως ταύτη περιπτώσει υποχρεούται ο Οικονομικός Επιθεωρητής ν’ αναφέρη σχετικώς προς το αρμόδιον Υπουργείον παραχρήμα, εκθέτων τους λόγους οίτινες υπηγόρευσαν την έκδοσιν της διαταγής τους. Ασκούσι παραλλήλως έλεγχον της υπηρεσιακής ικανότητος και υπαλληλικής ποιότητος των Προϊσταμένων και του Προσωπικού των Οικονομικών Υπηρεσιών της αρμοδιότητός των. β)Επιθεωρούσι τακτικώς άπαξ τουλάχιστον του έτους τα Οικονομικά Γραφεία της αρμοδιότητός των, υποβάλλοντες τας σχετικάς εκθέσεις των κατά τας υπό της οικείας Γενικής Επιθεωρήσεως εκδιδομένας εκάστοτε οδηγίας. Συντρεχόντων ειδικών λόγων δύναται, μετ’ έγκρισιν του Υπουργού των Οικονομικών, να αναβληθή η εντός του έτους τακτική επιθεώρησις Οικονομικού τινος Γραφείου, εξαιρέσει των Ταμείων. γ)Ενεργούσιν αυτεπαγγέλτως ή και μετά προηγουμένην διαταγήν του Υπουργείου Οικονομικών ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού ή Νομάρχου εκτάκτους επιθεωρήσεις των Οικονομικών Γραφείων της περιφερείας των ή άλλας ειδικάς εξετάσεις. 24.Α.ε.4 Οικονομική Επιθεώρηση δ)Επιλαμβάνονται οίκοθεν ή μετά προηγουμένην διαταγήν του Υπουργείου Οικονομικών ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού ή Νομάρχου της ενεργείας ενόρκων ή μη διοικητικών ανακρίσεων κατά παντός εν τη περιφερεία των Οικονομικού υπαλλήλου της ειδικότητός των, καθ’ ου ήθελον προκύψει υπόνοιαι αμελούς η δολίας ενεργείας εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του. ε)Ενεργούντες επιθεώρησιν ή άλλην οιανδήποτε εξέτασιν προβαίνουσι και εις ένορκον ή μη εξέτασιν των επί τούτω καλουμένων υπ’ αυτών μαρτύρων δημοσίων υπαλλήλων ή ιδιωτών. ς)Δύναται δι’ ητιολογημένης αποφάσεως αυτών να θέτωσι προσωρινώς εκτός διαχειρίσεως ως δημοσίους υπολόγους ή να θέτωσι προσωρινώς εκτός υπηρεσίας οικονομικούς εν γένει υπαλλήλους εις τας υπό του άρθρ. 7 οριζομένας περιπτώσεις. ζ)Προκειμένης επιθεωρήσεως ή ανακρίσεως ή άλλης οιασδήποτε διοικητικής ερεύνης δικαιούνται ν’ αναστέλλωσι την χρησιμοποίησιν των εις το προσωπικόν του επιθεωρουμένου Οικονομικού Γραφείου χορηγηθεισών αδειών απουσίας ή να εντέλλωνται την διακοπήν αδείας ης εγένετο έναρξις χρησιμοποιήσεως. η)Κατά την επιθεώρησιν Οικονομικών Γραφείων ή την διεξαγωγήν διοικητικών ανακρίσεων, δικαιούνται να προβαίνωσιν εις κατάσχεσιν βιβλίων, εγγράφων, ή οιωνδήποτε άλλων στοιχείων σχετιζομένων με την επιθεωρουμένην υπηρεσίαν ή την υπό εξέτασιν υπόθεσιν, κατά τα κατωτέρω εν άρθρ. 8 οριζόμενα. θ)Δύνανται να ζητώσι παρά πάσης Αρχής πληροφορίας σχετιζομένας προς την υπηρεσίαν των, των Πολιτικών, Στρατιωτικών, Δικαστικών, Δημοτικών Αρχών, υποχρεουμένων να διευκολύνωσι το έργον αυτών δια της οίκοθεν ή κατ’ αίτησιν του Επιθεωρητού παροχής παντός χρησίμου εις το έργον των στοιχείου. ι)Ασκούσι πειθαρχικήν εξουσίαν επί των εις την δικαιοδοσίαν αυτών υπαγομένων οικονομικών υπαλλήλων, εξαιρέσει των κατά βαθμόν ανωτέρων, ως και των λοιπών οργάνων και υπηρετών, δικαιούμενοι να επιβάλλωσι τας πειθαρχικάς ποινάς της εγγράφου επιπλήξεως και του προστίμου ίσου προς το ήμισυ των τακτικών μηνιαίων αποδοχών. ια)Τηρούσι το Υπουργείον των Οικονομικών ενήμερον επί παντός γενικώς θέματος αφορώντος την λειτουργίαν των εν τη περιφερεία των Οικονομικών Υπηρεσιών και ενδιαφέροντος τας δημοσίας προσόδους ή την διαχείρισιν της δημοσίας περιουσίας. ιβ)Εκτελούσι τα υπό ειδικών Νόμων ανατεθειμένα αυτοίς λοιπά καθήκοντα και εν γένει πάσαν διαταγήν του Υπουργείου των Οικονομικών. 2.Δια Δ/των, δι’ ων καθορίζονται και αι αναγκαίαι λεπτομέρειαι, δύναται να μεταβιβάζηται κατ’ ειδικότητα εις τους Οικονομικούς Επιθεωρητάς Οικονομικών Εφοριών, Τελωνείων και Δημοσίων Υπολόγων, αποφασιστική, προς τον σκοπόν αποσυγκεντρώσεως, αρμοδιότης εκ της ανηκούσης κατά τας κειμένας διατάξεις, εις τον Υπουργόν ή το Υπουργείον των Οικονομικών, επί ωρισμένων, κατά φορολογίαν ή διαχείρισιν, υποθέσεων, θεμάτων ή αμφισβητήσεων. 3.Οι Οικονομικοί Επιθιεωρηταί έχουσι πάντα τα δικαιώματα και καθήκοντα ανακριτικών υπαλλήλων επί των καθ’ όλην την έκτασιν της περιφερείας εν η ασκούσι τα κύριά των έργα διαπραττομένων αδικημάτων εις βάρος των προσόδων, του χρήματος, του υλικού, των αξιών, των κτημάτων και γενικώς της περιουσίας του Δημοσίου ή των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. «4.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί δικαιούνται να χορηγώσιν εις τους υπαλλήλους των υπ’ αυτούς υπηρεσιών της ειδικότητός των 8ήμερον μεν κανονικήν άδειαν ετησίως εις τους επί βαθμώ Τηματάρχου β΄ και άνω και 15θήμερον τοιαύτην εις τους μέχρι του βαθμού και του Εισηγητού». Η παρ. 4 προσετέθη δια του άρθρ. 7 Ν.Δ. 2115/1943. Άρθρ.28.-(Βλ. ήδη τον νέον οργανισμόν του Υπ. Οικονομικών). Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρ.4.-1.Οι Επιθεωρηταί Οικονομικών Εφοριών, ειδικώτερον: α)Εποπτεύουσι συστηματικώς, κατά τας εκάστοτε οδηγίας του Υπουργείου, την συντελουμένην εργασίαν ελέγχου και λοιπήν διαδικασίαν δια την έγκαιρον βεβαίωσιν των υπαγομένων εις την αρμοδιότητα των Οικονομικών Εφοριών δημοσίων εσόδων και υποβάλλουσι σχετικάς εκθέσεις, υποδεικνύοντες τα κατά την κρίσιν των ληπτέα γενικά και ειδικά μέτρα. β)Παρακολουθούσιν ομοίως την διάθεσιν και διαχείρισιν εκ μέρους των Οικονομικών Εφόρων των παρά του Υπουργείου των Οικονομικών εγκρινομένων εξόδων βεβαιώσεως. 2.Οι Επιθεωρηταί Τελωνείων, ειδικώτερον: α)Ασκούσιν εποπτείαν και έλεγχον επί πάσης πράξεως των εν τη περιφερεία των Τελωνειακών Αρχών και δικαιούνται να ενεργώσιν ανατελωνισμόν τελωνισθέντων και μήπω εξαχθέντων του Τελωνείου εμπορευμάτων παρουσία του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής και του αρμοδίου Ελεγκτού συντάσσοντες δια πάσαν τυχόν διαφοράν πράξιν ανατελωνισμού επί της διασαφήσεως. β)Προείνουσιν εις το Υπουργείον τα κατά την κρίσιν των ληπτέα μέτρα δια την πρόληψιν ή καταστολήν του τυχόν εν τη περιφερεία των ενεργουμένου λαθρεμπορίου. 3.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Δημοσίων Υπολόγων ειδικώτερον: Σελ. 79 Οικονομική Επιθεώρηση 24.Α.ε.4 α)Ασκούσι την γενικήν εποπτείαν και τον έλεγχον και επί πασών των εν τη περιφερεία των λοιπών Δημοσίων Διαχειρίσεων, Κρατικών Επιχειρήσεων, των Διαχειρίσεων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των δοσιλόγων εξ ενταλμάτων προπληρωμής κατά τους ορισμούς της παρ. 1 εδάφ. α΄ του άρθρ. 3 του παρόντος Νόμου. β)Επιθεωρούσι τακτικώς άπαξ του έτους πάσας τας λοιπάς εν τη περιφερεία των Δημοσίας Διαχειρίσεις καθώς και πάντα τα εν τη περιφερεία των Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Εξαιρετικώς η κατά τ’ ανωτέρω επιθεώρησις των εν Αθήναις, Πειραιεί και Θεσσαλονίκη Νομικών Προσώπων, ενεργείται μόνον κατόπιν ειδικής διαταγής του Υπουργείου Οικονομικών. Δια την ενέργειαν δευτέρας εντός του αυτού έτους επιθεωρήσεως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου απαιτείται διαταγή του Υπουργείου Οικονομικών. γ)Εποπεύουσι συστηματικώς κατά τας εκάστοτε οδηγίας του Υπουργείου, την εν τοις Ταμείοις της περιφερείας των συντελουμένην εργασίαν εν τη επιδιώξει της εισπράξεως των Δημοσίων εσόδων, παρακολουθούσι την κατά τας νομίμους προθεσμίας εκ μέρους των υπολόγων Διευθυντών Ταμείων ληψιν των νομίμων μέτρων κατά των καθυστερούντων οφειλετών και υποβάλλουσι σχετικάς εκθέσεις υποδεικνύοντες τα κατά την κρίσιν των ληπτέα γενικά και ειδικά μέτρα. δ)Προβαίνουσι κατόπιν εντολής του Υπουργείου των Οικονομιών εις την έρευναν της Οικονομικής καταστάσεως των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Αυτονόμων Οργανισμών, Ειδικών Ταμείων ως και των παντός είδους αγαθοεργών ή κοινωφελών ιδρυμάτων. ε)Μετά προηγουμένην διαταγήν του Υπουργείου Οικονομικών ή της οικείας Διοικητικής Αρχής, (Γενικού Διοικητού ή Νομάρχου) δύνανται επίσης να προέρχωνται και εις τον έλεγχον της διαχειρίσεως Σωματείων, Συλλόγων ή και άλλων Ιδρυμάτων ιδιωτικού δικαίου. 4.Κατά την ενέργειαν επιθεωρήσεως επί των λοιπών εν τη περιφερεία των Δημοσίων Διαχειρίσεων Κρατικών Επιχειρήσεων και των Διαχειρίσεων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου καθώς και των δοσιλόγων εξ ενταλμάτων προπληρωμής, έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις της παρ. 1 εδάφ. γ΄ έως η΄ του άρθρ. 3 του παρόντος Νόμου. Άρθρ.5.-1.Οικονομικός Επιθεωρητής Εφοριών, Τελωνείων και Δημοσίων Υπολόγων, όστις κατά την διεξαγωγήν της υπηρεσίας του ήθελε λάβη αφορμήν επιβάλλουσαν την επιθεώρησιν ή τον έλεγχον της υπηρεσίας δι’ ην δεν έχει εντολήν ή ειδικόΣελ. 80 τητα, υποχρεούται ειδοποιών παραχρήμα το αρμόδιον Υπουργείον και την οικείαν Γενικήν Επιθεώρησιν να επιληφθή και ταύτης, εάν και εφ’ όσον συνδέεται προς την ενεργουμένην υπ’ αυτού διοικητικήν εξέτασιν ή ανάκρισιν ή επιθεώρησιν ή είναι ανεπίδεκτος αναβολής. 2.Οσάκις κατά την ενέργειαν επιθεωρήσεως, ανακρίσεως ή διοικητικής εξετάσεως, προκύπτει ανάγκη ερεύνης σχετικών με ταύτην ζητημάτων τεχνικής φύσεως, ο Οικονομικός Επιθεωρητής απευθύνεται δια της οικείας Γενικής Επιθεωρήσεως προς τον αρμόδιον Υπουργόν όστις διατάσσει την σύμπραξιν τεχνικών υπαλλήλων. Άθρ.6.-1.Αι διοικητικαί ανακρίσεις, περί ων τα εδάφ. δ΄ κα ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 3 του παρόντος Νόμου, ένορκοι ή μη, ενεργούνται πάντοτε και επί ποινή ακυρότητος, εγγράφως και κατά τας διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, επί παρουσία γραμματέως προσλαμβανομένου υπό του Οικονομικού Επιθεωρητού εκ των εν τω τόπω υπηρετούντων οικονομικών υπαλλήλων όλως δε εξαιρετικώς εν ελλείψει ή κωλύματι αυτών εξ άλλων δημοσίων υπαλλήλων ή και τοιούτων μη υπαρχόντων ενώπιον ενός μάρτυρος. 2.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί δύνανται δι’ εγγράφου των προς την οικείαν Αστυνομικήν Αρχήν να προκαλώσι την δι’ αυτής προσαγωγήν των κλητευθέντων υπ’ αυτών προς εξέτασιν και μη εμφανισθέντων μαρτύρων. 24.Α.ε.4 Οικονομική Επιθεώρηση Άρθρ.7.-1.Εκτός διαχειρίσεως, τίθεται , κατά τας διατάξεις του άρθρ. 3 παρ. ς΄ οιοσδήποτε δημόσιος υπόλογος. α)Εάν αρνήται να υποβάλη εις τον Οικον. Επιθεωρητήν όλα τα βιβλία και έγγραφα της υπηρεσίας του, να εκθέση και καταμετρήση ενώπιον αυτού όλα τα εις χείρας του χρήματα, ένσημα, υλικόν ή άλλους τίτλους, να δώση όλας τας ζητηθείσας πληροφορίας και διασαφήσεις και να υπογράψη μετά του Επιθεωρητού τα πρωτόκολλα και λοιπά έγγραφα της επιθεωρήσεως. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει τα ως είρηται έγγραφα υπογράφονται υπό του προσωρινού αναπληρωτού του εκτός διαχειρίσεως τεθέτος και δύο μαρτύρων, και β)Εάν εκ των πράξεων του υπολόγου κινδυνεύη το συμφέρον του Δημοσίου ή του οικείου Νομικού Προσώπου ή εάν ανακαλυφθώσιν αταξίαι δίδουσαι εύλογον υπόνοιαν καταχρήσεων ή εμποδίζουσαι την απρόσκοπτον διενέργειαν της επιθεωρήσεως. 2.Εκτός υπηρεσίας, κατά το εδάφ. ς΄ της παρ. 1 του άρθρ. 3, τίθεται προσωρινώς υπό του Οικον. Επιθεωρητού πας περιφερειακός οικονομικός υπάλληλος, εφόσον ήθελον προκύψει βάσιμοι κατ’ αυτού υπόνοιαι περί δόλου ή βαρείας αμελείας εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του ή ανεπαρκείας περί την εκπλήρωσιν αυτών. 3.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί εφαρμόζοντες τας διατάξεις των δυο αμέσως προηγουμένων παραγράφων οφείλουσι ν’ αναφέρωσι τηλεγραφικώς και άνευ αναβολής εις το Υπουργείον των Οικονομικών καθώς και εις το Υπουργείον εις ο υπάγεται ο μη οικονομικός υπάλληλος δημόσιος υπόλογος, υποχρεούνται δε να λαμβάνωσι προκαταβολικώς παν μέτρον εξασφαλίσεως των δημοσίων χρημάτων, τίτλων, υλικού και εγγράφων. 4.Ο εκτός διαχειρίσεως προσωρινώς τιθέμενος δημόσιος υπόλογος καθώς και ο εκτός υπηρεσίας τιθέμενος οικονομικός υπάλληλος αναπληρούται εις τα καθήκοντά του υπό άλλου υπαλλήλου της αυτής υπηρεσίας οριζομένου υπό του Επιθεωρητού. Ουδέποτε Επιθεωρητής επιτρέπεται να εγκατασταθή εις τα καθήκοντα του εκτός διαχειρίσεως ή υπηρεσίας τιθεμένου υπαλλήλου. 5.Εκτός διαχειρίσεως ή εκτός υπηρεσίας τιθέμενοι δημόσιοι υπόλογοι ή οικονομικοί υπάλληλοι, υποχρεούνται, άμα τη εις αυτούς κοινοποιήσει της οικείας αποφάσεως του Επιθεωρητού και κατά τους εν αυτή ορισμούς, ν’ απόσχωσι των καθηκόντων των, εις α δύνανται να επανέλθωσι μόνον κατόπιν διαταγής του οικείου Υπουργείου. «6.Εν περιπτώσει παραλείψεως των Οικονομικών Επιθεωρητών θα θέσωσιν εκτός διαχειρίσεως ή υπηρεσίας υπευθύνους κατά τα ανωτέρω υπολόγους ή υπαλλήλους υποχρεούνται να πράξωσι τούτο αι οικείαι Γεν. Επιθεωρήσεις». Η παρ. 6 προσετέθη δια του άρθρ. 8 Ν.Δ. 2115/1943. Άρθρ.8.-1.Η κατάσχεσις βιβλίων, εγγράφων και άλλων οιωνδήποτε στοιχείων περί ης το εδάφ. η΄ της παρ. 1 του άρθρ. 3 ενεργείται εις χείρας είτε αυτών τούτων των υπολόγων είτε άλλων δημοσίων υπαλλήλων ή ιδιωτών, παρουσία γραμματέως προσλαμβανομένου υπό του Επιθεωρητού κατά τα εν άρθρ 6 οριζόμενα ή ενός μάρτυρος. 2.Κατ’ οίκον έρευνα και κατάσχεσις επιτρέπεται να ενεργηθή υπό Οικονομικού Επιθεωρητού μόνον παρουσία του Ειρηνοδίκου ή εν ελλείψει τούτου, της Αστυνομικής Αρχής και του γραμματέως του Επιθεωρητού ή ενός μάρτυρος. Άρθρ.9.-1.Εν περιπτώσει ασθενείας δημοσίου υπολόγου κωλυούσης αυτόν να προσαγάγη τα στοιχεία της διαχειρίσεώς του προς έλεγχον, ο Οικονομικός Επιθεωρητής δύναται να καλέση τον ειρηνοδίκην ή εν ελλείψει τούτου την Αστυνομικήν Αρχήν και να προβή παρουσία τούτου, του τυχόν προϊσταμένου του ασθενούντος υπολόγου και ενός αντιπροσώπου αυτού δικαιουμένου να παρίσταται και να προσυπογράψη τα σχετικά της επιθεωρήσεως έγγραφα εις το άνοιγμα του Γραφείου, την καταμέτρησιν των εν αυτώ ευρισκομένων μετρητών, αντιτίμων, τίτλων και υλικού, να συντάξη δε τους οικείους ισολογισμούς και λοιπά έγγραφα υπογραφόμενα υπό πάντων των παρισταμένων. 2.Εν περιπτώσει εξαφανίσεως δημοσίου υπολόγου ή μη διορισμού αντιπροσώπου υπό του τυχόν ασθενούντος, ο Οικον. Επιθεωρητής προβαίνει εις την εκτέλεσιν των ανωτέρω μετά του ειρηνοδίκου ή τούτου μη υπάρχοντος, της Αστυνομικής Αρχής και του τυχόν προϊσταμένου του υπολόγου, διαρρηγνυομένης της θύρας του Γραφείου του υπολόγου και του εν αυτώ χρηματοκιβωτίου, εάν δεν ευρίσκωνται ή δεν παραδίδωνται αι κλείδες. Η επί τούτω συντασσομένη έκθεσις υπογράφεται υπό πάντων των παρισταμένων.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.