📄 Κείμενο νόμου
29. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 419 της 7/24 Οκτ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 154) Καταστατικό του Κλάδου Κυρίας Ασφαλίσεως των Ανταποκριτών Ξένου Τύπου. Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις του άρθρου 7 παραγρ. 1 του Ν. 940/1979 (ΦΕΚ 157 Α/1979) 2.Τις διατάξεις του άρθρου 9 του Π.Δ. 574/1982 (ΦΕΚ 104/Α82) 3.Γνώμη του Δ.Σ. του ΤΑΙΣΥΤ, όπως διατυπώθηκε κατά τις υπ’ αριθ. 45/7.12.1979, 33/2.9.1980, 30/19.8.81 και 14/14.4.1983 συνεδριάσεις του. 4.Γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλείας, όπως διατυπώθηκε κατά τις υπ’ αριθ. 40/23.1.1980, 27/31.7.81 και 39/10.8.1983 συνεδριάσεις του. 5.Τις υπ’ αριθ. 244/1980, 516/1980, 883/1981 και 610/1983 γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποφασίζουμε: Άρθρο 1. Τίτλος Ο Κλάδος Κυρίας Ασφαλίσεως των Ανταποκριτών Ξένου Τύπου, ο οποίος στα επόμενα άρθρα θα αποκαλείται χάριν συντομίας «Κλάδος», αποτελεί ξεχωριστό αυτόνομο Κλάδο του ΤΑΙΣΥΤ και τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Κράτους, ο οποίος ασκείται από τον Υπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε της σχετικής νομοθεσίας. Άρθρο 10. Πρόσθετα τέλη – Αναγκαστική Είσπραξη– Προνόμιο 1.Εισφορές που δεν έχουν καταβληθεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο υπολογίζονται βάσει του 75πλάσιου του γενικού κατώτατου ορίου ημερομισθίου (ημερομισθίου ασφαλείας) εργατοτεχνίτη που δικαιούται μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας και απασχόληση ενός (1) έτους που ισχύει κάθε φορά το χρόνο πληρωμής τους και όχι βάσει των αποδοχών του χρόνου στον οποίο ανάγονται και επιβαρύνονται με τα πρόσθετα τέλη που προβλέπονται από το Ν.Δ. 3762/1957. «2.Οι απαιτήσεις του Κλάδου από εισφορές που καθυστερεί η εξόφλησή τους ολικά ή μερικά και από πρόσθετα τέλη, εισπράττονται, κατά τον κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, από το Ταμείο. 3.Τίτλους για τη βεβαίωση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών αποτελούν οι βεβαιώσεις της Υπηρεσίας Εσόδων του Ταμείου. Οι βεβαιώσεις αυτές συντάσσονται με βάση και τα στοιχεία της Τράπεζας δια της οποίας πραγματοποιούνται οι εισπράξεις και πληρωμές του Κλάδου. Οι βεβαιώσεις αυτές, χωριστές για κάθε οφειλέτη, καθορίζουν επακριβώς το οφειλόμενο ποσό, τις πρόσθετες επιβαρύνσεις και την χρονική περίοδο στην οποία αντιστοιχούν. Αντίγραφο της βεβαίωσης με πρόσκληση για την πληρωμή κοινοποιείται στον οφειλέτη, ο οποίος, αν την αμφισβητεί, μπορεί σε προθεσμία 15 ημερών από την κοινοποίηση, να ζητήσει την αναθεώρησή της από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου. Για την συζήτηση της αίτησης αναθεώρησης ειδοποιείται ο οφειλέτης πριν 5 τουλάχιστον ημέρες και δικαιούται να παραστεί αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου. Η υποβολή στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου της αίτησης αναθεώρησης των βεβαιώσεων, καθώς και η προβλεπόμενη για την άσκηση της αίτησης αυτής προθεσμία, αναστέλλουν την εκτέλεση των τίτλων, μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης από το Διοικητικό Συμβούλιο επίσης αίτησης ή την παρέλευση της προθεσμίας προς άσκηση αυτής. Για τις επιδόσεις και την εκτέλεση χρησιμοποιούνται αρμόδιοι κατά τόπο δικαστικοί επιμελητές που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου». Οι παρ. 2 και 3 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 340/30 Σεπτ.– 15 Οκτ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 168), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 4 αυτού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4.Το δικαίωμα για είσπραξη των εισφορών παραγράφεται μετά δεκαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο έγιναν απαιτητές, με ανάλογη εφαρμογή κατά τα λοιπά των διατάξεων περί παραγραφής του Αστικού Κώδικα. Άρθρο 11. Κυρώσεις 1.Ημέρες εργασίας για τις οποίες δεν έχουν καταβληθεί στον Κλάδο οι ασφαλιστικές εισφορές μέσα σε μία τριετία, από την ημερομηνία που έχουν γίνει απαιτητές, δεν μπορούν να αναγνωρισθούν ως ημέρες ασφαλίσεως. 2.Για τους καθυστερούντες την καταβολή ή την απόδοση στον Κλάδο των εισφορών εφαρμόζονται οι διατάξεις του Α.Ν. 86/1967. Άρθρο 12. Διάθεση κεφαλαίων Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Κλάδου μπορούν να επενδύονται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου, που εγκρίνεται από τον Υπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων τηρουμένων και των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για τοποθέτηση κεφαλαίων των Ν.Π.Δ.Δ. (Α.Ν. 1611/50 και Ν.Δ. 2999/54): α)Σε χρεώγραφα του Δημοσίου ή σε αξίες εγγυημένες από αυτό ή σε χρηματιστηριακούς τίτλους. β)Σε ακίνητα. (Αντί για τη σελ.834,29(δ) Σελ. 834,29(ε) Τεύχος 1324 Σελ. 103 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.29 367 39.Ι.γ.29 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 368 Άρθρο 13. Χρόνος ασφαλίσεως Ως χρόνος ασφαλίσεως, βάσει του οποίου θεμελιώνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, θεωρείται: α)Ο χρόνος από την υπαγωγή στην ασφάλιση και εφεξής. β)Ο χρόνος απασχολήσεως στο ασφαλιστέο επάγγελμα πριν από την ασφάλιση που αποδεικνύεται με σχετική βεβαίωση της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών ή της Ενώσεως Ανταποκριτών Ξένου Τύπου. γ)Ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. «6.Ο χρόνος απασχόλησης στο εξωτερικό με την ιδιότητα του Ανταποκριτή ή του Συντάκτη πριν ή μετά την υπαγωγή του ασφαλισμένου στην ασφάλιση του Κλάδου, ο οποίος αποδεικνύεται με βεβαίωση της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών ή της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου τύπου. Κατ’ εξαίρεση δεν αναγνωρίζεται ο χρόνος απασχόλησης που έχει διανυθεί σε χώρες της ΕΟΚ ή σε χώρες με τις οποίες η Ελλάδα συνδέεται με διμερή ή πολυμερή σύμβαση κοινωνικής ασφάλισης, εκτός αν ο χρόνος απασχόλησης στις χώρες αυτές για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για απόκτηση δικαιώματα απόληψης περιοδικής παροχής από τις παραπάνω συμβάσεις ή τον 1408/1971 κανονισμό της ΕΟΚ». Η περίπτ. δ΄ προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 193/6– 14 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 92), η ισχύς του οποίου σύμφωνα με το άρθρ. 3 αυτού αρχίζει από την πρώτη του μήνα που έπεται της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αναγνώριση χρόνου απασχολήσεως Άρθρ.14.–«1.Η αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου που αναφέρεται στα στοιχ. β, γ και δ του προηγούμενου άρθρου ενεργείται από το Ταμείο με αίτηση του ενδιαφερόμενου και με καταβολή της εισφοράς που ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 193/6 – 14 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 92), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 3 αυτού αρχίζει από την πρώτη του μήνα που έπεται της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. «2.Η εξόφληση της οφειλής για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται, με επιλογή του ενδιαφερομένου, είτε εφ’ άπαξ, είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, που δεν μπορούν να είναι περισσότερες από 72». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 369/28 Ιουλ.– 4 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 163). «Σε περίπτωση εφάπαξ εξόφλησης της οφειλής, μέσα σε διάστημα 3 μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης με συστημένο έγγραφο της αναγνωριστικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, χορηγείται έκπτωση 10%, ενώ σε περίπτωση εξόφλησης σε μηνιαίες δόσεις, αυτές αναπροσαρμόζονται κάθε φορά που αυξάνεται η τακτική μηνιαία εισφορά και κατά το ίδιο ποσοστό». Η μέσα στα « » τελευταία διάταξη προστέθηκε από το άρθρ. 2 Π.Δ. 516/4 – 5 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 220), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει από την πρώτη του μήνα που έπεται της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Σε περίπτωση καθυστερήσεως για καταβολή δόσεως πέρα των έξι (6) μηνών, αφότου έγινε απαιτητή, ανατρέπεται η αναγνώριση του χρόνου, στον οποίο αναλογεί η δόση, που δεν καταβλήθηκε, έστω και αν καταβλήθηκε με πρόσθετα τέλη, οπότε όμως επιστρέφεται ως αχρεώστητη καταβολή. 4.Δικαίωμα στη σύνταξη δεν θεμελιώνεται πριν από την εξόφληση του ποσού της εξαγοράς. Σε περίπτωση εξοφλήσεως η σύνταξη καταβάλλεται από την πρώτη του επόμενου μηνός που έγινε η ολοσχερής εξόφληση. Άρθρο 15 Σύνταξη λόγω γήρατος 1.Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου δικαιούνται σύνταξη λόγω γήρατος: α)Εάν αποχωρήσουν οπωσδήποτε από την εργασία τους μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους και 20 έτη τουλάχιστον χρόνια ασφαλίσεως, εκ των οποίων 15 πραγματικά. β)Εάν αποχωρήσουν οπωσδήποτε από την εργασία τους μετά τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους και 25 έτη ασφαλίσεως, εκ των οποίων τα 20 πραγματικά. γ)Εάν αποχωρήσουν οπωσδήποτε από την εργασία τους μετά τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους και 35 χρόνια τουλάχιστον ασφαλίσεως εκ των οποίων τα 25 πραγματικά. «δ.Ειδικά, οι ασφαλισμένες μητέρες με ανήλικα παιδιά ή με παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας που είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, αν αποχωρήσουν οπωσδήποτε από την εργασία τους μετά την συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους και 20 έτη ασφάλισης». Η περίπτ. δ΄ προστέθηκε από το άρθρ. 3 Π.Δ. 340/30 Σεπτ. –15 Οκτ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 168), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 4 αυτού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εάν ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει το χρόνο ασφαλίσεως αυτό ως και 56ο έτος της ηλικίας δικαιούται μειωμένης συντάξεως κατά 1/200 της πλήρους συντάξεως για κάθε μήνα που ελλείπει από το οριζόμενο στην περίπτωση αυτή όριο ηλικίας. (Αντί για τη σελ. 834,301) Σελ. 834,301(α) Τεύχος 1204 – Σελ. 67 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.29 369 2.Για τον υπολογισμό του χρόνου ασφαλίσεως που ορίζεται στην περίπτωση γ της προηγούμενης παραγράφου, δεν λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που αναγνωρίσθηκε ως συντάξιμος με τις διατάξεις των Ν.Δ. 4377/1964, 4378/1964, 4577/1966 (άρθρο 2) και 4581/1966, ο χρόνος ασφαλίσεως πλέον των 300 ημερών εργασίας κάθε χρόνο, όπως και οποιοσδήποτε άλλος χρόνος, που θεωρείται συντάξιμος σύμφωνα με ειδικές διατάξεις (ανεργίας, ασθενείας κ.λπ.). Προκειμένου περί χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 1358/1983 (ΦΕΚ 64 Α). «3.Δεν είναι δυνατή η συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, αν ο ασφαλισμένος δεν έχει πραγματοποιήσει 5 χρόνια πραγματικής ασφάλισης στον Κλάδο». Η παρ. 3 προστέθηκε από το άρθρ. 3 Π.Δ. 516/4– 5 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 220), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει από την πρώτη του μήνα που έπεται της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρο 16. Σύνταξη λόγω αναπηρίας 1.Οι ασφαλισμένοι του «Κλάδου» δικαιούνται συντάξεως λόγω αναπηρίας για όσο χρόνο κριθούν αρμοδίως ανίκανοι για εργασία: «α.Αν αποχωρήσουν από την εργασία τους επειδή έγιναν ανάπηροι κατά την έννοια της επόμενης παραγράφου και πραγματοποίησαν πενταετή τουλάχιστον χρόνο ασφάλισης». Η περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Π.Δ. 516/4 – 5 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 220), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει από την πρώτη του μήνα που έπεται της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. β)Εάν αποχωρήσουν από την εργασία τους, ανεξάρτητα από το χρόνο ασφαλίσεως που έχουν πραγματοποιήσει, εφόσον έγιναν ανίκανοι για εργασία από βίαιο συμβάν, που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ή την άσκηση του επαγγέλματός τους και εξ αφορμής αυτών κατά ποσοστό 67% και άνω. 2.Ο ασφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος για την εφαρμογή της περιπτώσεως α της προηγούμενης παραγράφου, αν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής, διάρκειας τουλάχιστον έξι (6) μηνών, σύμφωνα με πιστοποίηση του αρμόδιου οργάνου για τη διαπίστωση της αναπηρίας γίνεται ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματός του κατά ποσοστό 67% και άνω. Σελ. 834,302(α) Τεύχος 1204–Σελ. 68 Ποσό σύνταξης λόγω αναπηρίας και γήρατος Άρθρο 2. Σκοπός Σκοπός του Κλάδου είναι η ασφάλιση των προσώπων που αναφέρονται στο επόμενο άρθρο για τη χορήγηση κυρίας συντάξεως στην περίπτωση που θα επέλθει ασφαλιστικός κίνδυνος της αναπηρίας, του γήρατος ή του θανάτου. (Άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 940/1979). Άρθρ.17.–«1.Το ποσό της σύνταξης λόγω αναπηρίας και γήρατος συνίσταται σε τόσα τριακοστά πέμπτα, όσα τα έτη συντάξιμης υπηρεσίας μέχρι τα 35 έτη. Ως αποδοχές, στις οποίες υπολογίζεται η σύνταξη, θεωρείται το 80% των αποδοχών πάνω στις οποίες καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές στον Κλάδο. 2.Το ποσό της σύνταξης λόγω αναπηρίας δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε 25 έτη ασφάλισης». Το άρθρ. 17 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 194/24 – 26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 75). 39.Ι.γ.29 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 370 Άρθρο 18. Σύνταξη λόγω θανάτου 1.Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου που έχει συμπλήρωσει 5 έτη χρόνο ασφαλίσεως ή ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως, εάν ο θάνατος οφείλεται σε βίαιο συμβάν, που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ή την άσκηση του επαγγέλματός τους και εξ αφορμής αυτών, κατόπιν διαπιστώσεώς του από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ, δικαιούται συντάξεως: α)Η χήρα β)Ο άπορος και ανάπηρος χήρος γ)Τα τέκνα που γεννήθηκαν σε γάμο όπως και τα τέκνα που έχουν νομιμοποιηθεί, αναγνωρισθεί ή υιοθετηθεί, εφ’ όσον δεν συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο, το Ταμείο ή άλλο Φορέα κυρίας ασφαλίσεως και στην περίπτωση θανάτου ασφαλισμένης συνταξιούχου και τα τέκνα που γεννήθηκαν χωρίς γάμο. Με τις ίδιες προϋποθέσεις δικαιούνται συντάξεως και οι θυγατέρες, που είναι διαζευγμένες. δ)Οι ορφανοί, κατά το χρόνο του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, από πατέρα και μητέρα έγγονοι και πρόγονοι. ε)Οι γονείς (φυσικοί ή θετοί). στ)Οι ορφανοί από πατέρα και μητέρα αδελφοί και αδελφές. 2.Προϋπόθεση για τη συνταξιοδότηση των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β, δ, ε και στ της προηγούμενης παραγράφου είναι η συντήρησή τους, κατά κύριο λόγο, από το θανόντα ή τη θανούσα. 3.Η χήρα (χήρος) δεν δικαούται συντάξεως εάν ο θανών (θανούσα) κατά την τέλεση του γάμου ήταν ήδη συνταξιούχος, και είχε συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του (της) ο δε θάνατος επήλθε πριν την πάροδο διετίας από την τέλεση του γάμου, εκτός: α)Εάν ο θάνατος οφείλεται σε βίαιο συμβάν, ασχέτως εάν επήλθε κατά την εκτέλση ή μη της εργασίας ή την άσκηση ή μη του επαγγέλματος. β)Εάν κατά την διάρκεια του γάμου γεννήθηκε ή με το γάμο νομιμοποιήθηκε τέκνο. γ)Εάν η χήρα κατά το χρόνο του θανάτου, ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Άρθρο 19. Ποσό συντάξεως μελών οικογενείας 1.Το ποσό της συντάξεως, που δικαιούται η χήρα (χήρος) είναι ίση με τα 70% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 2.α)Το ποσό της συντάξεως, που δικαιούται κάθε τέκνο είναι ίση με τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Στην περίπτωση όμως που το τέκνο είναι ορφανό και από τους δύο γονείς η σύνταξή του τριπλασιάζεται. β)Το σύνολο πάντως των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) κα στην περίπτωση που δεν υπάρχει χήρα (χήρος) για να δικαιούται σύνταξη, τα 80% του ποσού αυτού. Εάν το σύνολο των συντάξεων υπερβαίνει τα όρια αυτά, η σύνταξη κάθε δικαιουμένου μειώνεται ανάλογα. 3.α)Οι έγγονοι, πρόγονοι, γονείς και αδελφοί δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα που να δικαιούνται σύνταξη, ή στην περίπτωση που υπάρχουν, εφόσον με την ικανοποίηση των δικαιωμάτων τους σε σύνταξη, δεν εξαντλείται το ποσό της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). β)Το ποσό της σύνταξης κάθε εγγόνου, προγονού, του πατέρα, της μητέρας, που δεν είναι χήρα ή του αδελφού, είναι ίσο με τα 20% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) της δε μητέρας που είναι χήρα είναι ίσο με το 40% της συντάξεως αυτής. Το σύνολο των συντάξεων των εγγονών, προγονών και γονέων δεν μπορεί να υπερβεί, στην περίπτωση που δεν υπάρχει χήρα (χήρος ή τέκνα, το ποσό της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) ή όταν υπάρχουν αυτοί, το ποσό που απομένει από τη σύνταξη αυτή μετά την ικανοποίηση του δικαιώματος σε σύνταξη της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Οι διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της περιπτώσεως β της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και στην προκειμένη περίπτωση. 4.Στην περίπτωση μειώσεως του αριθμού των προσώπων που δικαιούνται σύνταξη λόγω οποιασδήποτε αιτίας λήξεως του δικαιώματος, το ποσό της συντάξεως κάθε δικαιούχου αναπροσαρμόζεται ανάλογα, σαν να εχορηγείτο χωρίς το πρόσωπο αυτό. Άρθρο 20. Συρροή συντάξεων Κανείς δεν δικαιούται από τον Κλάδο περισσότερες από τη μία σύνταξη, έστω και αν συντρέχουν περισσότερες αιτίες για συνταξιοδότηση. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται η μεγαλύτερη σύνταξη. Άρθρο 21. Υγειονομικές Επιτροπές 1.Αρμόδια για τη διαπίστωση της αναπηρίας που ορίζεται στο άρθρο 16 είναι η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ του τόπου κατοικίας του ασφαλισμένου, στην οποία παραπέμπεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου. 2.Κατά της γνωματεύσεως της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής επιτρέπεται προσφυγή από τον ασφαλισμένο, και το Ταμείο στην αρμόδια Β/θμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της γνωματεύσεως. Η προσφυγή, που ασκείται από τον ασφαλισμένο, κατατίθεται στο Ταμείο. «3.Το Δ.Σ. του Ταμείου, μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε νέα ιατρική εξέταση του λόγω αναπηρίας συνταξιούχου. Κατ’ εξαίρεση η αναπηρία θεωρείται οριστική και οι συνταξιούχοι δεν υπόκεινται σε επανεξέταση, εφόσον: (Αντί για τη σελ. 834,31(β) Σελ. 834,31(γ) Τεύχος 1324 Σελ. 105 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.29 371 α)Έχουν συμπληρώσει το 55 ο έτος της ηλικίας τους, συνταξιοδοτούνται επί 7 έτη συνεχώς και έχουν υποβληθεί σε τρεις τουλάχιστον εξετάσεις από την υγειονομική επιτροπή κατά την διάρκεια της συνταξιοδότησής τους. β)Έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους, συνταξιοδοτούνται επί 5 έτη συνεχώς και έχουν υποβληθεί σε δύο τουλάχιστον εξετάσεις από την υγειονομική επιτροπή κατά την διάρκεια της συνταξιοδότησής τους. γ)Συνταξιοδοτούνται επί 12 έτη συνεχώς, ανεξάρτητα από όριο ηλικίας. δ)Συνταξιοδοτούνται επί 20 έτη συνεχώς ή διακεκομμένα, αλλά από τριετίας, ανεξάρτητα από όριο ηλικίας». Η μέσα σε « » παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 357/11-19 Σεπτ. 1996, (ΦΕΚ Α΄ 231). 4.Οι δαπάνες εξετάσεως των ασφαλισμένων και συνταξιούχων του Κλάδου από τις Υγειονομικές Επιτροπές του ΙΚΑ βαρύνουν τον Κλάδο, που αποδίδει αυτές στο ΙΚΑ, σύμφωνα με τις χρεωστικές καταστάσεις του, που διαβιβάζονται στο Ταμείο. Άρθρο 22. Διαδικασία απονομής συντάξεως 1.Για την άσκηση του δικαιώματος συντάξεως λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου πρέπει να υποβληθεί αίτηση στο Ταμείο. Αίτηση που υποβλήθηκε πριν την διακοπή του επαγγέλματος θεωρείται πρόωρη και απορρίπτεται. 2.Για την αίτηση αναπηρίας ή γήρατος υποβάλλονται τα εξής δικαιολογητικά: α)Το ασφαλιστικό βιβλιάριο β)Υπεύθυνη δήλωση του Ν.Δ. 105/69 ότι διέκοψε την άσκηση του επαγγέλματός του λόγω παραιτήσεως ή λόγω ασθενείας ως και εάν συνταξιοδοτείται από το Δημόσιο ή άλλο οργανισμό Κοινωνικής Ασφαλίσεως. γ)Έντυπο που περιέχει τα στοιχεία του αστυνομικού δελτίου Ταυτότητας, το οποίο συμπληρώνεται από την υπηρεσία του ταμείου. 3.Στην αίτηση συντάξεως λόγω θανάτου ασφαλισμένου επισυνάπτονται: α)Τα δικαιολογητικά που ορίζονται με τα στοιχεία α, β (ως προς της συνταξιοδότηση ή μη από άλλο φορέα) και γ, της προηγουμένης παραγράφου. β)Αντίγραφο ληξιαρχικής πράξεως θανάτου. γ)Πιστοποιητικό Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής για την οικογενειακή κατάσταση του θανόντος, τους πλησιέστερους συγγενείς του. δ)Πιστοποιητικό του αρμόδιου δικαστηρίου για την αμετάκλητη ή μη λύση του γάμου. ε)Πράξη νομιμοποιήσεως ή αναγνωρίσεως ή υιοθετήσεως τέκνων, στην περίπτωση δε θανάτου ασφαλισμένης ληξιαρχική πράξη για τα τυχόν τέκνα που γεννήθηκαν χωρίς γάμο. Σελ. 834,32(γ) Τεύχος 1324 Σελ. 106 στ)Πιστοποιητικό Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής για αδελφούς και εγγονούς ότι είναι ορφανοί από πατέρα και μητέρα. Στην περίπτωση θανάτου συνταξιούχου απαιτούνται τα ανωτέρω δικαιολογητικά, εκτός από το οριζόμενο από το στοιχείο α της παραγράφου 2. 4.Όλα τα ανωτέρω δικαιολογητικά μπορούν να υποβληθούν και σε μεταγενέστερο χρόνο, όχι πάντως μεγαλύτερο του τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεως. Μετά την πάροδο του τριμήνου η αίτηση απορρίπτεται ως αναπόδεικτη. 5.Το Δ.Σ. του Ταμείου, εφόσον τα δικαιολογητικά που επισυνάπτονται στην αίτηση είναι πλήρη, υποχρεούται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αιτήσεως να εκδώσει την απόφασή του. 6.Δεν εισάγεται αίτηση για συζήτηση στο Δ.Σ. για απονομή συντάξεως εάν ο αιτών δεν έχει εκπληρώσει προηγουμένως τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις του. Το ίδιο ισχύει και για τα μέλη οικογενείας του θανόντος. Στην περίπτωση που εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις αυτές μετά την παρέλευση δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση του σχετικού εγγράφου του Ταμείου, το δικαίωμα για τη χορήγηση της συντάξεως αρχίζει από την πρώτη του επομένου μηνός, κατά τον οποίο εκπληρώθηκαν οι υποχρεώσεις αυτές. 39.Ι.γ.29 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 372 Άρθρο 23. Απόδειξη ηλικίας, συνθέσεως οικογενείας, γάμου και θανάτου 1.α)Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών οικογενείας τους αποδεικνύεται αποκλειστικά με ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, που συντάχθηκε ή διορθώθηκε μέσα σε ενενήντα ημέρες από τη γέννησή τους. β)Όταν δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, η ηλικία αποδεικνύεται αποκλειστικά για μεν τους άνδρες από την εγγραφή τους στα Μητρώα Αρρένων και αν δεν υπάρχει τέτοια από την εγγραφή τους στα δημοτολόγια που ισχύουν, για δε τις γυναίκες από την εγγραφή τους στα δημοτολόγια που ισχύουν. Στην περίπτωση αυτή ως ημερομηνία γεννήσεως θεωρείται η 30ή Ιουνίου του έτους γεννήσεως. Στην περίπτωση που υπάρχουν δύο ή περισσότερες εγγραφές, ανεξάρτητα αν έγιναν κατόπιν διορθώσεως στα ίδια ή σε διαφορετικά δημοτολόγια που ισχύουν και με διαφορετικό έτος γεννήσεως, λαμβάνεται υπόψη η πρώτη εγγραφή. γ)Στην περίπτωση που δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξη γεννήσεως ή εγγραφή στα μητρώα αρρένων ή στα δημοτολόγια που ισχύουν, όπως ανωτέρω, η ηλικία βεβαιώνεται με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής καθορισμού ηλικίας του ΙΚΑ, με αίτηση του Ταμείου ή του ασφαλισμένου. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζεται και το έτος γεννήσεως των ασφαλισμένων ή των μελών της οικογενείας τους με αίτηση του Ταμείου, στις περιπτώσεις που προκύπτουν βάσιμες αμφιβολίες για την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεώς τους στα δημοτολόγια. δ)Η ηλικία των προσώπων που έχουν γεννηθεί στην αλλοδαπή, εάν δεν υπάρχουν τα αποδεικτικά που αναφέρονται στις περιπτώσεις α και β της παραγράφου αυτής αποδεικνύεται με κάθε άλλο στοιχείο που την αποδεικνύει κατά τη νομοθεσία του Κράτους, στο οποίο γεννήθηκε, με θεώρηση από την οικεία Ελληνική Προξενική Αρχή. Εάν δεν προσκομίζονται τέτοια στοιχεία ή από τα προσκομισθέντα στοιχεία προκύπτουν αμφιβολίες για την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεως, η ηλικία καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη περίπτωση. ε)Κάθε αμφισβήτηση σχετικά με το έγκυρο ή την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων της ηλικίας, που στηρίζεται σε έγγραφα στοιχεία συντεταγμένα σε ανύποπτο χρόνο επιλύεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου από πρωτοβουλία του ή με αίτηση του ενδιαφερομένου. 2.Ο γάμος του ασφαλισμένου αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη και όταν δεν υπάρχει τέτοια με πιστοποιητικό της αρμόδιας δημοτικής αρχής ή Μητροπόλεως ή του αρμόδιου Αρχιερατικού Επιτρόπου. Για τις περιπτώσεις των γάμων που έχουν γίνει στην αλλοδαπή ή ετεροδόξων ο γάμος αποδεικνύεται με πιστοποιητικό ή βεβαίωση των αρμόδιων Αρχών, που πρέπει να είναι θεωρημένο και όταν δεν υπάρχουν αυτά με ένορκο βεβαίωση μαρτύρων. 3.Ο θάνατος αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη θανάτου, στην περίπτωση δε του αφάντου με απόφαση του δικαστηρίου που κηρύσσει αυτόν σε αφάνεια. 4.Η σύνθεση της οικογένειας ως και το αμετάβλητο της προσωπικής καταστάσεως του ασφαλισμένου αποδεικνύεται με πιστοποιητικό του Δημάρχου ή του Προέδρου Κοινότητας. Άρθρο 24. Χρόνος και τρόπος καταβολής συντάξεων 1.Η σύνταξη καταβάλλεται στους δικαιούχους στην αρχή κάθε μήνα. Στην περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου η σύνταξη που έχει καταβληθεί ή που οφείλεται, υπολογίζεται για ολόκληρο το μήνα, ανεξάρτητα από την ημερομηνία του θανάτου. 2.Η σύνταξη μπορεί, με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου, να καταβάλλεται και με επιταγές μέσω των ΕΛΤΑ ή αναγνωρισμένων Τραπεζών. 3.Οι δαπάνες πληρωμής των συντάξεων βαρύνουν τον Κλάδο. Άρθρο 25. Έναρξη και λήξη του δικαιώματος σε σύνταξη 1.Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 6 το δικαίωμα σε σύνταξη αρχίζει: α)Για τη σύνταξη λόγω γήρατος από την 1η επόμενου μηνός κατά τον οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση για απονομή συντάξεως. β)Για τη σύνταξη λόγω αναπηρίας από την ημέρα που επήλθε η αναπηρία. γ)Για τη σύνταξη μελών οικογενείας από την 1η επόμενου μηνός, που επήλθε ο θάνατος. 2.Το δικαίωμα σε σύνταξη λήγει: α)Για τη σύνταξη λόγω γήρατος στο τέλος του μηνός, που επήλθε ο θάνατος του συνταξιούχου. β)Για τη σύνταξη λόγω αναπηρίας από την επόμενη ημέρα κατά την οποία ο ανάπηρος, σύμφωνα με απόφαση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, στην οποία πρέπει αυτός να παραπέμπεται, έπαυσε να συμπληρώνει τις ανάλογες προϋποθέσεις. γ)Για τη σύνταξη λόγω θανάτου στο τέλος του μηνός κατά τον οποίο συνήφθη νέος γάμος. δ)Για τη σύνταξη τέκνων, εγγόνων, προγονών και αδελφών στο τέλος του μηνός κατά τον οποίο συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή σε περίπτωση συνεχίσεως των σπουδών τους σε σχολές μέσης, ανώτερης ή ανώτατης εκπαιδεύσεως το 24ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον δεν είναι έγγαμοι και δεν εργάζονται ή ασκούν βιοποριστικό επάγγελμα ή παίρνουν σύνταξη από άλλη πηγή, που είναι ανώτερη από το κατώτατο όριο συντάξεως στο οποίο δικαιούνται από το Ταμείο. ε)Για τη σύνταξη γονέων στο τέλος του μηνός που επήλθε ο θάνατος. (Αντί για τη σελ. 834,33(γ) Σελ. 834,33(δ) Τεύχος 1324 Σελ. 107 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.29 373 3.Τα όρια ηλικίας που ορίζονται στην περίπτωση δ΄ της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν εφόσον τα πρόσωπα αυτά είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία λόγω ανικανότητος που επήλθε πριν και μετά τα όρια αυτά και για όσο χρόνο αυτή διαρκεί, που διαπιστώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του διατάγματος αυτού και δεν παίρνουν σύνταξη από άλλη πηγή που είναι ανώτερη από το κατώτατο όριο συντάξεως, το οποίο δικαιούνται από το Ταμείο. 4.Η σύνταξη που είχε διακοπεί των θηλέων, αγάμων ή διαζευγμένων, τέκνων ή αδλεφών, που αναφέρονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 επαναχορηγείται από τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας και εφ’ όσον αυτά εξακολουθούν να είναι άγαμα και δεν παίρνουν είτε από εργασία είτε από σύνταξη από άλλη πηγή ποσό μεγαλύτερο του κατώτατου ορίου, το οποίο χορηγείται για την κατηγορία τους από το Ταμείο, με ανάλογη εφαρμογή ως προς την αύξηση του ορίου ηλικίας των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 997/79 όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 51 παρ. 2 του Ν. 1140/1981. Το ίδιο εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που τα πρόσωπα αυτά δε δικαιώθηκαν σύνταξη λόγω του θανάτου του δικαιοπαρόχου τους, που συνέβη μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας. 5.Δε χορηγείται σύνταξη για χρόνο προγενέστερο των 6 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία έχει υποβληθεί η αίτηση απονομής συντάξεως. Άρθρο 3. Ασφαλιζόμενα πρόσωπα Στην ασφάλιση του Κλάδου υπάγονται υποχρεωτικά εκείνοι που ασκούν σύμφωνα με το νόμο το επάγγελμα του ανταποκριτή Ξένων Εφημερίδων, περιοδικών, Πρακτορείων Ειδήσεων και ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών ιδρυμάτων, εφόσον δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα κυρίας ασφαλίσεως για την ίδια ή άλλη εργασία (άρθρο 3 παρ. 4 του Ν. 949/1979). Η άσκηση του επαγγέλματος αποδεικνύεται με βεβαίωση της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου ή με βεβαίωση της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών, ότι ο αιτών είναι ανταποκριτής Ξένου Τύπου, κατά την έννοια της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Ο ασφαλιζόμενος υποχρεώνεται να αποδεικνύει τη διατήρηση της ιδιότητάς του κατά έτος με βεβαίωση της Ενώσεως Ανταποκριτών Ξένου Τύπου ή της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών. Άρθρο 26. Στερήσεις 1.Στερείται του δικαιώματος συντάξεως λόγω αναπηρίας ασφαλισμένος που έγινε ανάπηρος εκ προθέσεως ή για πλημμέλημα ή κακούργημα που διαπράχθηκε από αυτόν η δε ενοχή του αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Εάν όμως υπάρχουν πρόσωπα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 18 παρ. 1 του διατάγματος αυτού, δικαιούνται αυτά τη σύνταξη που θα έπαιρναν σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου. 2.Πρόσωπα, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 18 παρ. 1 του διατάγματος αυτού, που δικαιούνται σύνταξη, στερούνται κάθε δικαίωμα συντάξεως, εάν με απόφαση Ποινικού Δικαστηρίου έχουν καταδικασθεί για πράξη, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου. Άρθρο 27. Αναστολή συντάξεως Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α)Εάν και για όσο χρόνο ο συνταξιούχος εκτίει ποινή, στερητική της ελευθερίας, που είναι μεγαλύτερη από ένα (1) έτος. Εφόσον όμως υπάρχουν πρόσωπα, τα οποία στην περίπτωση θανάτου του παίρνουν σύνταξη, αυτά δικαιούνται τη σύνταξη που καταβάλλεται σ’ αυτά στην περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου και για όσο χρόνο στερείται της συντάξεως ο δικαιούχος. Σελ. 834,34(δ) Τεύχος 1324 Σελ. 108 β)Εάν και για όσο χρόνο ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας δεν προσέρχεται αδικαιολόγητα στην αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή για την εξέταση της καταστάσεώς του. γ)Εάν και για όσο χρόνο ο συνταξιούχος προσφέρει εκ νέου εργασία για την οποία θεμελιώνεται υποχρέωση ασφαλίσεως στον Κλάδο. δ)Εάν και για όσο χρόνο ο συνταξιούχος προσφέρει εκ νέου εργασία, για την οποία θεμελιώνεται υποχρέωση ασφαλίσεως σε Ταμείο Κυρίας Ασφαλίσεως, εφόσον το εισόδημα από την εργασία αυτή υπερβαίνει το 35πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτου. Άρθρο 28. Παραγραφή 1.Το δικαίωμα σε σύνταξη είναι απαράγραπτο (άρθρο 31 του Ν. 1027/80). 2.Συντάξεις, που δεν έχουν εισπραχθεί εντός έτους από την ημέρα κατά την οποία έχουν γίνει απαιτητές, παραγράφονται. 3.Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά ανάλογα. Άρθρο 29. Υποχρεώσεις συνταξιούχων 1.Κάθε συνταξιούχος υποχρεούται να γνωρίσει αμέσως στο Ταμείο κάθε μεταβολή που επέρχεται στην προσωπική και οικογενειακή κατάστασή του λόγω γάμου, ενηλικιώσεως, θανάτου κ.λπ. και επιφέρει αλλαγή ή διακοπή της συντάξεώς του. 2.Η γνωστοποίηση που γίνεται μετά πάροδο μηνός από τη μεταβολή συνεπάγεται την επιστροφή των ποσών συντάξεως που έχουν ληφθεί αχρεώστητα. 39.Ι.γ.29 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 374 Άρθρο 30. Τελικαί διατάξεις Κατά την άθροιση του συνολικού συντάξιμου χρόνου κλάσμα του έτους, που είναι κατώτερο από έξι (6) μήνες παραλείπεται, το ίσο δε ή μεγαλύτερο από τους έξι (6) μήνες θεωρείται ως πλήρες έτος. Άρθρο 31. Μεταβατικές διατάξεις 1.Ασφαλισμένοι του Ταμείου που εξέρχονται σε σύνταξη μετά την πάροδο ενός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος Π.Δ/τος και έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους είναι δυνατό να συνταξιοδοτηθούν πριν από την ολοσχερή εξόφληση της οφειλής, εφόσον υποβάλλουν αίτηση για συνταξιοδότηση μέσα σε προθεσμία ενός έτους, που αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Π.Δ. «Η εξόφληση του ποσού της οφειλής για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται σε μηνιαίες δόσεις που παρακρατούνται από το ποσό της σύνταξης. Το ποσό της κάθε δόσης είναι ίσο με το μισό του ποσού της σύνταξης. Αν ο χρόνος πραγματικής ασφάλισης στον Κλάδο μαζί με το χρόνο που αναγνωρίσθηκε είναι περισσότερος από το χρόνο που απαιτείται για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 15, 16 και 18 του παρόντος, ο επί πλέον χρόνος δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης. Οι εισφορές που καταβλήθηκαν για το χρόνο αυτό, επιστρέφονται στον συνταξιούχο, άτοκα». Οι μέσα στα « » άνω διατάξεις προστέθηκαν από το άρθρ. 2 Π.Δ. 194/24 – 26 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 75). 2.Οι κατά τη δημοσίευση του παρόντος Ανταποκριτές Ξένου Τύπου είναι δυνατό να θεμελιώσουν δικαίωμα συντάξεως, εφόσον εκ του απαιτουμένου από τις διατάξεις του άρθρου 15 πραγματικού χρόνου ασφάλισης, έχουν 5 έτη πραγματικό χρόνο ασφάλισης. Για τους εξ αυτών εξερχομένους το έτος 1986 απαιτούνται 3 έτη πραγματικού χρόνου ασφάλισης και για το έτος 1987 4 έτη πραγματικού χρόνου ασφάλισης. «3.Ασφαλισμένοι του Κλάδου που έχουν αναγνωρίσει χρόνο απασχόλησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 13 και 14 του Π.Δ. 419/1983 και η εξόφληση της οφειλής τους γίνεται σε δόσεις, μπορούν να καταβάλλουν το υπόλοιπο ποσό της οφειλής εφάπαξ, με την παροχή έκπτωσης 10%, εφόσον η εξόφληση γίνει μέσα σε 3 μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος δ/τος. 4.(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 1 Π.Δ. 340/30 Σεπτ. –15 Οκτ. 1992,ΦΕΚ Α΄ 168.Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του άνω Π.Δ. 340/92, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 4 αυτού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίστηκε ότι: «Το ποσό της σύνταξης όσων συνταξιοδοτήθηκαν από τον Κλάδο κατά την διάρκεια ισχύος της καταργούμενης διάταξης, επανυπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 17 του Π.Δ. 419/1983, τα οικονομικά όμως αποτελέσματα της αναπροσαρμογής αυτής αρχίζουν από την ισχύ του παρόντος δ/τος»). Οι παρ. 3 και 4 προστέθηκαν από το άρθρ. 5 Π.Δ. 516/4–5 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 220), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει από την πρώτη του μήνα που έπεται της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. «4.Το ποσό της σύνταξης, όσων συνταξιοδοτήθηκαν από 1.1.1993 μέχρι 30.6.1993, σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό της σύνταξης των συνταξιοδοτηθέντων προ της 1.1.1993, με τις ίδιες προϋποθέσεις. Τα οικονομικά αποτελέσματα που προκύπτουν από ρύθμιση αυτή, αρχίζουν από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος». Η μέσα σε « » παρ. 4 προστέθηκε ως μεταβατική διάταξη από το άρθρ. 1 Π.Δ. 326/8-28 Αυγ. 1995, (ΦΕΚ Α΄ 176). Άρθρο 32. Έναρξη ισχύος Η ισχύς του Π. Διατάγματος αυτού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Μετά τη σελ.834,34(δ) Σελ. 834,341 Τεύχος 1324 Σελ. 109 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.29 375 39.Ι.γ.29 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 376 Άρθρον 4. Πρόσωπα εξαιρούμενα από την ασφάλιση Δεν υπάγονται στην ασφάλιση του «Κλάδου» από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 3 του παρόντος όσοι προσφέρουν οποιαδήποτε εργασία, της οποίας ο χρόνος υπολογίζεται ως συντάξιμος, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που ισχύει κάθε φορά για το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως. Άρθρο 5 Διοίκηση του Κλάδου 1.Ο «Κλάδος» διοικείται από το Δ.Σ. του ΤΑΙΣΥΤ, του οποίου οι αρμοδιότητες επεκτείνονται ανάλογα και σ’ αυτόν, η δε υπηρεσία του «Κλάδου» διεξάγεται με τις υπηρεσίες του Ταμείου. 2.Στο Δ.Σ. του ΤΑΙΣΥΤ συμμετέχει ως μέλος και ένας εκπρόσωπος των ασφαλισμένων ανταποκριτών ξένου τύπου, ο οποίος παρίσταται στις συνεδριάσεις του Δ.Σ., όταν συζητείται θέμα του Κλάδου τους. 3.Σχετικά με το διορισμό και τη θητεία του μέλους της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για το Δ.Σ. του Ταμείου (Άρθρο 5 του Ν. 940/79). Άρθρο 6. Μητρώο του Κλάδου 1.Στο Ταμείο τηρείται «Μητρώο Ασφαλισμένων» του Κλάδου, σύμφωνα με το σύστημα που ορίζεται από το Δ.Σ. το οποίο θα ενημερώνεται από τα προκύπτοντα στοιχεία και με νέες εγγραφές. 2.Για την τήρηση και κανονική ενημέρωση του Μητρώου, ο υπαγόμενος στην ασφάλιση υποχρεούται να υποβάλει στο Ταμείο «δελτίο απογραφής ασφαλισμένου», που χορηγείται απ’ αυτό. 3.Επίσης, κάθε ασφαλισμένος υποχρεούται μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την υποβολή της αιτήσεώς του για ασφάλιση να καταθέσει τα παρακάτω δικαιολογητικά. α.Αντίγραφο ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως ή στην περίπτωση που δεν υπάρχει πιστοποιητικό Δήμου ή Κοινότητας που αποδεικνύει την ηλικία του και την εγγραφή του στο Μητρώο αρρένων ή το Δημοτολόγιο. β.Για τον έγγαμο, πιστοποιητικό τελέσεως γάμου, πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως, και για τέκνα πιστοποιητικό εγγραφής τους στα μητρώα των αρρένων για τα άρρενα και στα δημοτολόγια για τα θήλεα. γ.Για τον ασφαλισμένο, προστάτη οικογενείας, πιστοποιητικό της Δημοτικής ή άλλης αρχής που περιλαμβάνει τα ονόματα των προσώπων που προστατεύονται απ’ αυτόν. 4.Όταν υποβληθεί το δελτίο απογραφής ο ασφαλιζόμενος εγγράφεται στο μητρώο ασφαλισμένων. Στο μητρώο αυτό γράφονται οι ασφαλισμένοι κατ’ αύξοντα αριθμό με σημείωση του τόπου και της χρονολογίας γεννήσεως. (Μετά τη σελ. 834,27) Σελ. 834,281 Τεύχος 1324 Σελ. 101 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.29 365 5.Μετά την εγγραφή του ασφαλισμένου στο μητρώο καταρτίζεται η ατομική καρτέλλα και ο ατομικός φάκελός του. 6.α)Το Ταμείο εκδίδει και χορηγεί σε κάθε ασφαλισμένο όταν υπαχθεί για πρώτη φορά στην ασφάλιση ασφαλιστικό βιβλιάριο στο οποίο γράφονται τα ατομικά στοιχεία του και ο αριθμός μητρώου του. β)Ο ασφαλισμένος υποχρεούται κάθε τριμηνία να προσκομίζει το βιβλιάριό του στην υπηρεσία του Ταμείου, που καταχωρεί σ’ αυτό τις ατομικές εισφορές της προηγούμενης τριμηνίας ως και οποιαδήποτε άλλη μεταβολή. «7.Ανταποκριτές Ξένου Τύπου οι οποίοι δεν υποβάλουν, μέσα σε διάστημα 2 μηνών από την κοινοποίηση συστημένου εγγράφου, αίτηση και δικαιολογητικά για την υπαγωγή τους στην ασφάλιση ή βεβαίωση ελληνικού ή αλλοδαπού οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης ότι είναι ασφαλισμένοι για κύρια σύνταξη, υπάγονται, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, υποχρεωτικά, αυτοδίκαια και αυτεπάγγελτα στην ασφάλιση του κλάδου από τη ημέρα της πρώτης διαπίστευσής τους. Για το λόγο αυτό, το Ταμείο ζητάει κάθε χρόνο από την Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών την υποβολή του επίσημου καταλόγου των διαπιστευμένων ανταποκριτών». Η παρ. 7 προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 516/4 – 5 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 220), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει από την πρώτη του μήνα που έπεται της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρο 7. Λογιστική και Οικονομική Οργάνωση, διαχείριση και λειτουργία Αυτά που ισχύουν στο ΤΑΙΣΥΤ σχετικά με τη λογιστική και οικονομική οργάνωση, διαχείριση και λειτουργία και με τον τρόπο που γίνονται οι προμήθειες, η αγορά, εκμίσθωση ή ανοικοδόμηση ακινήτων, η αγορά και φύλαξη χρηματογράφων εφαρμόζεται ανάλογα και στον «Κλάδο». «Ο Κλάδος συμμετέχει στις δαπάνες διοίκησης και λειτουργίας του ΤΑΙΣΥΤ, κατά 5%». Το μέσα σε « » εδάφ. προστέθηκε από το άρθρ. 3 Π.Δ. 309/4-17 Σεπτ. 1998, (ΦΕΚ Α΄ 214). Άρθρο 8. Πόροι Πόροι του Κλάδου: α)Εισφορά του ασφαλισμένου, ίση με 5% επί του 75πλασίου του γενικού κατώτατου ορίου ημερομισθίου (ημερομισθίου ασφαλείας) εργατοτεχνίτη, που δικαιούται μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας και απασχόληση ενός (1) έτους που ισχύει κάθε φορά. Σελ. 834,282 Τεύχος 1324 Σελ. 102 Η εισφορά αυτή μπορεί να αυξάνεται με απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων μέχρι το άθροισμα των εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη, που αντιστοιχούν για τον Κλάδο συντάξεων του ΙΚΑ. Με την Φ. 54/οικ. 372/6 –11 Φεβρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 73) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων, η εισφορά της άνω περίπτ. α΄ αυξήθηκε από 5% σε 6% από 1-31985. β)Οι τόκοι των κεφαλαίων του «Κλάδου» ως και οι πάσης φύσεως πρόσοδοι από την περιουσία του. γ)Κάθε έσοδο που πραγματοποιείται από τον «Κλάδο» από δωρεά, κληρονομία, κληροδοσία, ή άλλη αιτία (άρθρα 4 του Ν. 940/79 και δέκατο πέμπτο παρ. 1 του Ν. 1305/82). Άρθρο 9. Υπόχρεοι σε εισφορά–Χρόνος και τρόπος αποδόσεώς της 1.Οι ασφαλισμένοι υποχρεούνται σε καταβολή ολόκληρης της εισφοράς τους μέσα στον επόμενο μήνα εκείνου, που αφορά η εισφορά. 2.Οι εισφορές κατατίθενται από τον ασφαλισμένο στο λογαριασμό του «Κλάδου», που τηρείται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας. 39.Ι.γ.29 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 366
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.