← Ελλάδα

6. ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 15 Μαΐου/18 Ιουν. 1942 Περί εκτελέσεως του Ν.Δ. 1195 της 14 Μαρτίου/10 Απρ. 1942 «περί παραγραφής υπέρ του Δημοσίου καταθέσεων παρά Τρ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την εφαρμογή του Ν.Δ. 1195 του 1942, το οποίο ρυθμίζει την παραγραφή καταθέσεων σε τράπεζες και άλλων αξιών υπέρ του Δημοσίου. Καθορίζει τις διαδικασίες και τις υποχρεώσεις για τη διαχείριση αυτών των παραγεγραμμένων αξιών.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
6. ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 15 Μαΐου/18 Ιουν. 1942 Περί εκτελέσεως του Ν.Δ. 1195 της 14 Μαρτίου/10 Απρ. 1942 «περί παραγραφής υπέρ του Δημοσίου καταθέσεων παρά Τραπέζαις και άλλων τινών αξιών και απαιτήσεων». Εκυρώθη δια της υπ’ αριθ. 315 της 30/30 Μαΐου 1946 πράξεως του υπουργικού συμβουλίου. Έχοντες υπ’ όψει: α)το άρθρον 1 του υπ’ αριθ. 194 Ν.Δ. της 17/18 Ιουν. 1941 «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί των αρμοδιοτήτων των Υπουργών», β)το άρθρον 24 του Ν.Δ. υπ’ αριθ. 1195 της 14 Μαρτ./10 Απρ. 1942 «περί παραγραφής υπέρ του Δημοσίου καταθέσεων παρά Τραπέζαις και άλλων τινών αξιών και απαιτήσεων» και γ)την υπ’ αριθ. 154/1942 σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών, απεφασίσομεν και διατάσσομεν: Τύπος και περιεχόμενον δηλώσεων Άρθρον 1 Αι κατά το άρθρον 8 του υπ’ αιρθ. 1195 Ν.Δ. της 14 Μαρτ./10 Απρ. 1942 «περί παραγραφής υπέρ του Δημοσίου καταθέσεων παρά τραπέζαις και άλλων τινών αξιών και απαιτήσεων» δηλώσεις των υποχρέων προς επίδοσιν τοιούτων προσώπων εκ των εν Άρθρον 7 1.Ο Οικονομικός Έφορος επί τη βάσει των πράξεων αυτού καθ’ ων δεν ησκήθη έφεσις ή επί τη βάσει των αποφάσεων του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου μετά την εκδίκασιν των ασκηθεισών εφέσεων βεβαιοί οριστικώς τα καταλογισθέντα χρηματικά ποσά και την αξίαν των μη παραδοθέντων τίτλων μετά των επιβληθέντων προστίμων και των οφειλομένων τόκων υπερημερίας, αποστέλλων προς τούτο προς τον αρμόδιον Διευθυντήν του Ταμείου σχετικάς καταστάσεις βεβαιώσεως των εσόδων τούτων του Δημοσίου. 2.Ομοίως επί τη βάσει των αποφάσεων του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου των εκδιδομένων επί των αιτήσεων αναθεωρήσεως ή του Συμβουλίου Επικρατείας ο Οικονομικός Έφορος προβαίνει άμα τη εις αυτόν κοινοποιήσει της αποφάσεως εις σύνταξιν πρωτοΣελ. 95 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες 12.Γ.α.6 κόλλων εκπτώσεως ή επιστροφής κατά τα κεκανονισμένα, εφ’ όσον δια των αποφάσεων τούτων ηκυρώθη ή μετερρυθμίσθη η απόφασις του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου. Υποχρεώσεις οφειλετών Άρθρον 8 1.Τα εν άρθρ. 1 του Ν.Δ. 1195/1942 αναφερόμενα πρόσωπα υποχρεούνται να φυλάττωσι επί 10ετίαν, αρχομένην από της λήξεως της προθεσμίας της απαιτουμένης προς παραγραφήν των εν άρθρω 1 και 2 του αυτού Ν. Διατάγματος 1195/1942 απαιτήσεων και τίτλων τα εξής δικαιολογητικά στοιχεία: α)Τα εξοφλούμενα τοκομερίδια ή παραστατικά εν γένει στοιχεία εξοφλήσεων τόκων των παρ’ αυτών εκδιδομένων ομολογιών και κινητών εν γένει αξιών. β)Τας μερισματαποδείξεις των μετοχικών ή ιδρυτικών τίτλων ή τα παραστατικά εν γένει στοιχεία πληρωμής κερδών εκ κινητών εν γένει αξιών. γ)Τα σώματα των ομολογιών, μετοχών, ιδρυτικών τίτλων και κινητών εν γένει αξιών, αίτινες ακυρούνται υπό του εκδόντος αυτά προσώπου λόγω εξαργυρώσεως, πληρωμής, αντικαταστάσεως ή συνεπεία ετέρου αποσβεστικού γεγονότος. 2.Επιτρέπεται όπως δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών εξαιρούνται της υποχρεώσεως προς φύλαξιν των εκάστοτε εξαργυρουμένων τοκομεριδίων ωρισμένα πρόσωπα εκ των εν άρθρω 1 του Ν. Διατάγματος 1195/1942 αναφερομένων, επί τη αιτήσει αυτών, εφόσον ένεκα τεχνικών λόγων καθίσταται δυσχερής η φύλαξις των ανωτέρω στοιχείων. Τα εξαιρούμενα της υποχρεώσεως ταύτης πρόσωπα υποχρεούνται όπως τηρώσι και φυλάττωσι κατά το εν τη προηγουμένη παραγράφω χρονικόν διάστημα λεπτομερή πρακτικά ακυρώσεως των τοκομεριδίων, υπογεγραμμένα παρά των νομίμων εκπροσώπων του νομικού προσώπου. 3.Εκτός των ανωτέρω παραστατικών στοιχείων τα εν τω άρθρω 1 του Ν. Διατάγματος 1195/1942 αναφερόμενα πρόσωπα υποχρεούνται να φυλάττωσι κατά το αυτό εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου χρονικόν διάστημα τα επίσημα εμπορικά αυτών βιβλία και τα σχετικά προς ταύτα βοηθητικά και παν δικαιολογητικόν στοιχείον αφορών τας εν αυτοίς λογιστικάς εγγραφάς σχετικάς προς την πληρωμήν, εξαργύρωσιν, εξόφλησιν κλπ. τοκομεριδίων, μερισμάτων, τίτλων μετοχών, ιδρυτικών τίτλων, ομολογιών και λοιπών κινητών αξιών ή ποσών διατεθέντων προς εξόφλησιν, εξαγοράν κλπ. ομοίων τίτλων. Σελ. 96 Άρθρον 9 Αι εν άρθρω 3 του Ν.Δ. 1195/1942 αναφερόμεναι Τράπεζαι, πιστωτικά ιδρύματα και λοιπά πρόσωπα υποχρεούνται όπως εις πάντα από 1 Ιανουαρίου 1942 και εφεξής μεταφερόμενον εις νέον πορσωπικόν λογαριασμόν καταθέσεως τρίτων είτε εις χρήμα είτε εις τίτλους παγίου ή μεταβλητού εισοδήματος αναγράφωσιν επ’ αυτού και εις εμφανές μέρος την χρονολογίαν καθ’ ην έλαβε χώραν εν αυτώ η τελευταία λογιστική εγγραφή συνεπάγουσα μεταβολήν του λογαριασμού κατόπιν ειδικής αιτήσεως του δικαιούχου. Επίσης εφόσον συντρέχει περίπτωσις την χρονολογίαν αφ’ ης η τοιαύτη κατάθεσις απέβη διαθέσιμος υπέρ του δικαιούχου. 2.Τα ανωτέρα ιδρύματα υποχρεούνται επίσης να φυλάττωσι τα σχετικά προς τας τοιαύτας καταθέσεις λογιστικά βιβλία ή πινακίδας επί 30ετίαν από του ανοίγματος του οικείου λογαριασμού ή από της τελευταίας εν αυτοίς σημειωθείσης πράξεως δι’ ης διεκόπη η νόμιμος παραγραφή ή συμβατική αποσβεστική προθεσμία. Ωσαύτως παν παραστατικόν στοιχείον συναφές προς τας εν τω λογαρισμώ ενεργουμένας εγγραφάς. Άρθρον 10 1.Αι εν άρθρω 5 του Ν.Δ. 1195/1942 αναφερόμεναι Ασφαλιστικαί Επιχειρήσεις υποχρεούνται όπως τηρώσιν ίδιον κατά διαχειριστικόν έτος βιβλίον, προσαρμοζόμενον αναλόγως προς το οργανωμένον αυτών λογιστικόν σύστημα, εις ο καταχωρούνται αναλυτικώς αι οριστικώς εκκαθαριζόμεναι ως καταβλητέαι προς τίτλους ασφαλιστικαί αποζημιώσεις εξ ασφαλείας ζωής ή απαιτήσεις εκ τίτλων κεφαλαιοποιήσεως. Εκάστη των εγγραφών τούτων περιλαμβάνει απαραιτήτως τα εξής στοιχεία: α)χρονολογίαν καταχωρίσεως, β)ονοματεπώνυμον, κατοικίαν και διεύθυνσιν του δικαιούχου, γ)περιγραφή της καταβλητέας ασφαλιστικής αποζημιώσεως ή παροχής, δ)αριθμός ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή τίτλου κεφαλαιοποιήσεως, ε)χρονολογία αφ’ ης εγεννήθη το προς καταβολήν της απαιτήσεως δικαίωμα του δικαιούχου και ς)το ποσόν ταύτης. 2.Το ανωτέρω βιβλίον ή βιβλία, δυνάμενα να τηρώνται κατ’ είδος ασφαλίσεως κατά τας υπό της επιχειρήσεως κρινομένας εκάστοτε ανάγκας, ως και παν παραστατικόν στοιχείον αφορών τας εν αυτοίς εγγραφάς (ασφαλιστήρια συμβόλαια, τίτλοι κεφαλαιοποιήσεως, εξοφλητικαί αποδείξεις κλπ.) δέον να φυλάσσωνται επί 10ετίαν, αρχομένην από του τέλους του έτους του κλεισίματος του βιβλίου. 12.Γ.α.6 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες Άρθρον 11 1.Τα εν άρθρ. 1, 3 και 5 του Ν.Δ. 1195/1942 αναφερόμενα πρόσωπα υποχρεούνται όπως κατά την σύνταξιν της ετησίας αυτών απογραφής ενεργώσι τον προσήκοντα εν τοις βιβλίοις των έλεγχον προς εξακρίβωσιν των κατά το Ν.Δ. 1195/1942 παραγραφομένων υπέρ αυτών και εις το Δημόσιον περιερχομένων απαιτήσεων και τίτλων. Οι αφορώντες τοιαύτας απαιτήσεις λογαριασμοί μεταφέρονται δια λογιστικής πράξεως προ του κλεισίματος του ισολογισμού εις ειδικόν λογοριασμόν υπό τίτλον «Απαιτήσεις Δημοσίου εκ των κατά το Ν. Διάταγμα 1195/42 παραγραφομένων και εις αυτό περιερχομένων απαιτήσων» εις ον καταχωρούνται αναλυτικώς πάντα τα στοιχεία του κλειομένου κατά τ’ ανωτέρω προσωπικού λογαριασμού (ονομασία γενικού ή ειδικού λογαριασμού, ονοματεπώνυμον ή επωνυμία δικαιούχου, χρονολογία συμπληρώσεως της νομίμου παραγραφής ή συμβατικής αποσβεστικής προθεσμίας, ποσά απαιτήσεως, αριθμός τίτλων, ονομαστική αυτών αξία κλπ.). Ο λογαριασμός ούτος εξισούται δια των καταβαλλομένων ποσών ή παραδιδομένων τίτλων δια της κατά το άρθρ. 8 του Ν.Δ. 1195/1942 επιδιδομένης δηλώσεως. 2.Τα αυτά εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερόμενα πρόσωπα υποχρεούνται όπως διαρρυθμίσωσι την τήρησιν των σχετικών λογαριασμών και την οργάνωσιν του σχετικού προς ταύτας αρχείου, λογιστικών βιβλίων και δικαιολογητικών των κλειομένων εκάστοτε χρήσεων κατά τρόπον ώστε να καθίσταται ευχερής ο κατά το άρθρ. 9 του αυτού Ν. Δ/τος διενεργούμενος εκάστοτε υπό του Οικονομικού Εφόρου έλεγχος προς εξακρίβωσιν των κατά το Ν. Διάταγμα τούτο υποχρεώσεων των προσώπων τούτων. Άρθρον 12 Τας εν τοις προηγουμένοις άρθροις 8-11 του παρόντος Διατάγματος καθοριζομένας υποχρεώσεις υπέχουσι και τα Υποκαταστήματα, Παραρτήματα ή Πρακτορεία των εν άρθροις 1, 3 και 5 αναφερομένων προσώπων, εφόσον τούτα τηρούσιν αυτοτελή λογιστικήν διά την παρακολούθησιν των σχετικών δοσοληψιών όσον αφορά τας εν άρθροις 1-5 του Ν.Δ. 1195/1942 αναφερομένας απαιτήσεις και τίτλους. Άρθρον 13 Κατά των μη συμμορφουμένων προς τας εν τοις προηγουμένοις άρθροις 8-12 υποχρεώσεις των επιφυλάσσεται η εφαρμογή των ποινικών διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. Δ/τος 1195/1942. Τύπος και περιεχόμενον εφέσεων Άρθρον 14 Αι κατά το άρθρον 11 του υπ’ αριθ. 1195/1942 Ν.Δ. εφέσεις κατά πράξεων του Οικονομικού Εφόρου γράφονται επί χαρτοσήμου δραχμών εκατόν, δέον δε να περιέχωσι: α)το ονοματεπώνυμον, το επάγγελμα, την κατοικίαν και διεύθυνσιν του εκκαλούντος, προκειμένου δε περί νομικών προσώπων την επωνυμίαν, έδραν και διεύθυνσιν αυτού, β)τον αριθμόν και χρονολογίαν της καθ’ ης η έφεσις πράξεως, γ)το αίτημα της εφέσεως και όλους τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται αύτη, μη επιτρεπομένης επί ποινή απαραδέκτου της υποβολής αυτών δια των εγγράφων προτάσεων και υπομνημάτων, δ)μνείαν των τυχόν επισυναπτομένων εγγράφων, ε)διορισμόν αντικλήτου κατοικούντος εν Αθήναις μετ’ επακριβούς προσδιορισμού της διευθύνσεως αυτού εφόσον ο εκκαλών δεν κατοικεί ή δεν εδρεύει εν Αθήναις. Δια μεταγενεστέρας αιτήσεως υποβαλλομένης μέχρι της συζητήσεως της εφέσεως δύναται να συμπληρωθή η έλλειψις του μη διορισμού αρχικώς αντικλήτου ή να διορισθή νέος τοιούτος. Εις την έφεσιν επίσης δέον να επισυνάπτωνται αντίγραφον της εκκαλουμένης πράξεως και τα πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα των επικαλουμένων εγγράφων. Το εντός ( ) ποσόν των δραχ. 100 καθωρίσθη εις δραχ. 25 δυνάμει της υπ’ αριθ. Κ. 12421/820 της 31 Ιουλ./20 Αυγ. 1959 απόφ. Υπ. Οικονομικών. Άρθρον 15 1.Η έφεσις είναι απαράδεκτος εάν δεν καταβληθή εις το Δημόσιον Ταμείον δια γραμματίου παραλαβής ή διπλοτύπου εισπράξεως παράβολον εκ δραχμών 1.000, όπερ καταπίπτει εν πάση περιπτώσει υπέρ του Δημοσίου. 2.Τα γραμμάτια ή διπλότυπα των παραβόλων δύνανται να προσαχθώσι και βραδύτερον μέχρις εκδικάσεως της εφέσεως ή και εντός προθεσμίας χορηγουμένης προς τούτο υπό του Δικαστηρίου ουχί ανωτέρας των 10 ημερών από της συζητήσεως. Δυνάμει της υπ’ αριθ. Κ. 12421/820 της 31 Ιουλ./20 Αυγ. 1959 απόφ. Υπ. Οικονομικών το εντός ( ) ποσόν των δρχ. 1000 καθωρίσθη, εάν μεν το ποσόν της εκκαλουμένης καταλογιστικής πράξεως του Οικον. Εφόρου ανέρχεται μέχρι δραχ. 100.000 εις δραχ. 500, εάν δεν υπερβαίνει τας δραχ. 100.000 εις δραχ. 1.000. (Αντί της σελ. 97) Σελ. 97(α) 128-51 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες 12.Γ.α.6 Άρθρον 16 1.Εις τον κατά το άρθρον 14 διοριζόμενον αντίκλητον ενεργούνται οι κοινοποιήσεις των κλήσεων και αποφάσεων του Δικαστηρίου. 2.Πάσα μεταβολή του προσώπου του αντικλήτου ή της κατοικίας ή της διευθύνσεως αυτού δέον να γνωστοποιήται εγκαίρως και εγγράφως εις το Δικαστήριον. 3.Εν περιπτώσει μη διορισμού αντικλήτου και εφ’ όσον ο εκκαλών δεν κατοικεί εν Αθήναις αι κοινοποιήσεις γίνονται εις τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. άρθροις 1, 3 και 5 του αυτού Ν. Δ/τος αναφερομένων συντάσσονται ατελώς επί εντύπων εκτυπουμένων επί χάρτου της δημοσίας υπηρεσίας κατά τύπον κανονιζόμενον εκάστοτε υπό του Υπουργού των Οικονομικών και παρεχομένων δωρεάν και περιλαμβάνουσι τα εξής: α)Το ονοματεπώνυμον των δηλούντων ή προκειμένου περί εταιρειών ή νομικών προσώπων εν γένει την επωνυμίαν και έδραν αυτών. β)Τον τόπον και χρόνον της συντάξεως της δηλώσεως και τας υπογραφάς των δηλούντων ή προκειμένου περί εταιρειών και νομικών προσώπων εν γένει των νομίμων εκπροσώπων αυτών. γ)Προκειμένου περί δηλώσεων αφορωσών τους εν άρθρω 1 του Ν.Δ. υπ’ αριθ. 1195/1942 αναφερομένους τόκους, τοκομερίδια, μερισματαποδείξεις και μερίσματα τα ποσά των εντός του διαχειριστικού έτους του λήξαντος κατά το προηγηθέν οικονομικόν έτος παραγραφέντων και εις το Δημόσιον περιερχομένων τοιούτων τόκων, τοκομεριδίων, μερισματαποδείξεων και μερισμάτων. Η δήλωσις συνοδεύεται υπό καταστάσεως, εν η γίνεται μνεία των τόκων, τοκομεριδίων, μερισματαποδείξεων και μερισμάτων, των τίτλων εξ ων ταύτα απορρέουσι, του ποσού όπερ αντιπροσωπεύουσι, της ημερομηνίας, καθ’ ην κατέστησαν απαιτητά και της ημερομηνίας καθ’ ην συνεπληρώθη η παραγραφή. Σελ. 94 δ)Προκειμένου περί δηλώσεων αφορωσών τους εν άρθρω 2 του υπ’ αριθ. 1195/1942 Ν.Δ. αναφερομένους τίτλους ή ποσά, τους τίτλους και τα ποσά τα διατεθέντα προς εξόφλησιν, εξαγοράν, απόσβεσιν, διανομήν, εξόφλησιν λαχνών, παροχήν βραβείων και πάσης φύσεως αμοιβών, διαπραγματευσίμων μετοχών, ιδρυτικών τίτλων ομολογιών και λοιπών κινητών αξιών και παραγραφέντα υπέρ του Δημοσίου εντός του διαχειριστικού έτους του λήξαντος κατά το προηγηθέν οικον. έτος. Η δήλωσις συνοδεύεται υπό καταστάσεως εν η γίνεται περιγραφή των τίτλων και μνεία των ποσών, των τίτλων εξ ων ταύτα απορρέουσι, της ημερομηνίας καθ’ ην οι τίτλοι ή τα ποσά κατέστησαν απαιτητά, της ημερομηνίας της τελευταίας πράξεως, ήτις ενηργήθη εν σχέσει προς αυτά ως και της ημερομηνίας συμπληρώσεως της παραγραφής. ε)Προκειμένου περί δηλώσεων αφορωσών τας εν Άρθρον 17 Η έφεσις κοινοποιείται δια δικαστικού κλητήρος κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας ή εγχειρίζεται συντασσομένης ατελώς σχετικής εκθέσεως επί της εφέσεως προς τον εκδόντα την πράξιν Οικονομικόν Έφορον, όστις υποβάλλει αυτήν το ταχύτερον προς το Ειδικόν Διοικητικόν Δικαστήριον μεθ’ ολοκλήρου του φακέλλου δι’ εκθέσεως του περιεχούσης πλήρη και λεπτομερή αντίκρουσιν των ισχυρισμών του εκκαλούντος. Άρθρον 18 1.Αι εφέσεις άμα τη υποβολή των εις το Ειδικόν Διοικητικόν Δικαστήριον εγγράφονται εις το επί τούτω τηρούμενον υπό του Γραμματέως του Δικαστηρίου «Βιβλίον καταχωρήσεως εφέσεων Ν. Διατάγματος 1195/1942» όπερ συμπληρούμενον εκάστοτε περιέχει: α)Τον αύξοντα αριθμόν των εφέσεων. β)Την χρονολογίαν της επιδόσεως ή εγχειρίσεως αυτών. γ)Το ονοματεπώνυμον ή επωνυμίαν του εκκαλούντος και την κατοικίαν και διεύθυνσιν αυτού. δ)Το ονοματεπώνυμον και την διεύθυνσιν του αντικλήτου. ε)Την ημέραν της συζητήσεως. ς)Τον αριθμόν και χρονολογίαν των εκδοθεισών αποφάσεων. ζ)Περίληψιν του διατακτικού αυτών. 2.Η εν τω βιβλίω τούτω, τηρουμένω κατ’ ημερολογιακόν έτος, καταχώρισις των εφέσεων γίνεται κατά συνέχειαν και άνευ κενών ή διαγραφών. Αι κατά την λήξιν του έτους μη συζητηθείσαι υποθέσεις μεταφέρονται εις το νέον βιβλίον. Περί της μεταφοράς γίνεται μνεία εν τε τω παλαιώ και τω νέω βιβλίω. Σελ. 98(α) Προσεπικλήσεις καί παρεμβάσεις Άρθρ.19.-1.Η κατά το άρθρ. 15 παράγρ. 1 του υπ’ αριθ. 1195/42 Ν. Διατάγματος προσεπίκλησις του οφειλέτου ασκείται δια χωριστού δικογράφου, όπερ γράφεται επί χαρτοσήμου δραχμών πεντήκοντα και κατατίθεται παρά τω Γραμματεί του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου, όστις καταχωρίζει ταύτην εν τω περιθωρίω της πράξεως εγγραφής της εφέσεως εν τω κατά το προηγούμενον άρθρον βιβλίω των εφέσεων. 2.Αντίγραφον της προσεπικλήσεως κοινοποιείται εις τον προσεπικαλούμενον αρχικόν δανειστήν, τον Διευθυντήν των Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών και τον εκδόντα την πράξιν Οικονομικόν Έφορον δια δικαστικού κλητήρος κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας 20 ήμερας τουλάχιστον προ της ορισθείσης δικασίμου της εφέσεως. Άρθρ.20.-1.Η κατά το άρθρ. 15 παράγρ. 2 του υπ’ αριθ. 1195/1942 Ν. Διατάγματος παρέμβασις του αρχικού δανειστού ασκείται δια δικογράφου περιέχοντος κατ’ αναλογίαν τα εν άρθρω 14 του παρόντος Διατάγματος αναφερόμενα στοιχεία. Το δικόγραφον της παρεμβάσεως γράφεται επί χαρτοσήμου δραχμών 100 και κατατίθεται παρά τω Γραμματεί του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου, όστις καταχωρίζει τούτην εν τω περιθωρίω της πράξεως εγγραφής εν τω κατά το άρθρον 18 βιβλίω των εφέσεων. 2.Αντίγραφον της παρεμβάσεως κοινοποιείται εις τον οφειλέτην, τον Διευθυντήν Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών καί τον εκδόντα πράξιν Οικονομικόν Έφορον δια δικαστικού κλητήρος κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας 10 ημέρας τουλάχιστον προ της ορισθείσης δικασίμου της εφέσεως. 3.Η παρέμβασις συνεκδικάζεται μετά της εφέσεως κατά την αυτήν συνεδρίασιν την ορισθείσαν δια την εκδίκασιν της εφέσεως. Τα εν άρθρ. 19 και 20 προβλεπόμενα χρηματικά ποσά χαρτοσήμου, εφ’ ου γράφονται αι προσεπικλήσεις και παρεμβάσεις καθωρίσθησαν εις δραχ. 25 δυνάμει της υπ’ αριθ. Κ. 12421/820 της 31 Ιουλ./20 Αυγ. 1959 απόφ. Υπ. Οικονομικών. 12.Γ.α.6 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες Προδικασία Άρθρ.21.-1.Δι’ αποφάσεως του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου ορίζονται εκάστοτε αι ημέραι και ώραι των τακτικών δικασίμων, απόσπασμα δε της αποφάσεως ταύτης αναρτάται εν τω καταστήματι εν τω οποίω συνεδριάζει το Δικαστήριον. Εκτός των ούτω οριζομένων δικασίμων το Δικαστήριον δύναται να συνεδριάση και εις έκτακτον δικάσιμον, οριζομένην υπό του Προέδρου. 2.Οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρας προ εκάστης δικασίμου ο Γραμματεύς του Δικαστηρίου εν συνεννοήσει μετά του Προέδρου αυτού συντάσσει πινάκιον των συζητηθησομένων υποθέσεων. Το πινάκιον τούτο υπογραφόμενον υπό του Γραμματέως του Δικαστηρίου αναρτάται εις την είσοδον ή εις έτερον εμφανές μέρος του καταστήματος συνεδριάσεων του Δικαστηρίου. 3.Περί της δικασίμου ειδοποιούνται ο εκκαλών, ο παρεμβαίνων ή ο αντίκλητος αυτών και ο αντιπρόσωπος του Δημοσίου Διευθυντής Εθνικών Κληροδοτημάτων του υπουργείου Οικονομικών δι’ ειδικής προσκλήσεως, κοινοποιουμένης επί αποδείξει δια δημοσίου οργάνου πέντε (5) τουλάχιστον ημέρας προ της ημέρας της συνεδριάσεως. Εν τη προσκλήσει ταύτη δέον να σημειούται ο τόπος, η ημέρα και η ώρα της συζητήσεως της υποθέσεως. Άρθρ.22.-Αν η συζήτησις υποθέσεώς τινος αναβληθή ή εάν εξ οιουδήποτε λόγου η συνεδρίασις ματαιωθή ή δεν θέλει καταστή δυνατή η συζήτησις πασών ή τινών των εν τω πινακίω υποθέσεων ή συζήτησις γίνεται κατά την αμέσως επομένην συνεδρίασιν, πλην αν το Δικαστήριον ορίση την συζήτησιν εις άλλην ωρισμένην δικάσιμον, είτε τακτικήν είτε έκτακτον τοιαύτην. Νέα πρόσκλησις των ενδιαφερομένων κατά το προηγούμενον άρθρον δεν απαιτείται, πλην αν τινες τούτων απουσίαζον, οπότε η πρόσκλησις επαναλαμβάνεται μόνον ως προς τούτους. Διαδικασία ενώπιον του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου Άρθρ.23.-1.Το Ειδικόν Διοικητικόν Δικαστήριον συνεδριάζει δημοσία εν τω καταστήματι του Υπουργείου Οικονομικών ή εν άλλω επί τούτω εκ των προτέρων δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών οριζομένω δια τας συνεδριάσεις αυτού καταστήματι. 2.Κατά τας συνεδριάσεις τα μέλη του Δικαστηρίου λαμβάνουσι θέσιν επί της επί σκοπώ τούτω ειδικής έδρας, του Προέδρου τιθεμένου εις το μέσον, του δε Γραμματέως εις το άκρον αριστερόν της έδρας. Άρθρ.24.-1.Ο πρόεδρος του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου έχει την διεύθυνσιν των εργασιών του Δικαστηρίου και εκπροσωπεί τούτο εις τας μετά των δημοσίων Αρχών σχέσεις. 2.Επίσης έχει τα δικαιώματα των Προέδρων των τακτικών Πολιτικών Δικαστηρίων ως προς την διεύθυνσιν της διαδικασίας και την πειθαρχικήν εξουσίαν διαρκούσης της συνεδριάσεως κατά τας διατάξεις των άρθρων 164-169 της Πολιτικής Δικονομίας. Άρθρ.25.-Ο εκκαλών και ο παρεμβαίνων παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου είτε αυτοπροσώπως είτε δια πληρεξουσίου δικηγόρου, διοριζομένου κατά τας διατάξεις της Πολ. Δικονομίας ή και δι’ απλής επιστολής κατατιθεμένης εις το Δικαστήριον. Άρθρ.26.-Οι περί εξαιρέσεως δικαστών λόγοι του άρθρω 3 του υπ’ αριθ. 1195/1942 Ν.Δ/τος αναφερομένας καταθέσεις και χρηματικά λαβείν, η δήλωσις δέον να περιλαμβάνη τας χρηματικάς καταθέσεις, τα χρηματικά λαβείν, και τους τόκους αυτών, οίτινες παρεγράφησαν υπέρ του Δημοσίου εντός του διαχειριστικού έτους, του λήξαντος κατά το προηγούμενον οικ. έτος. Η δήλωσις συνοδεύεται υπό καταστάσεως εμφαινούσης το όνομα και την ιδιότητα του καταθέτου, το είδος και ποσόν των χρηματικών καταθέσεων, χρηματικών λαβείν και τόκων αυτών, την ημερομηνίαν καθ’ ην κατέστησαν απαιτητά υπέρ των δικαιούχων, την ημερομηνίαν της τελευταίας πράξεως των δικαιούχων επ’ αυτών και την ημερομηνίαν συμπληρώσεως της παραγραφής. ς)Προκειμένου περί δηλώσεων αφορωσών τους εν άρθρω 4 του υπ’ αριθ. 1195/1942 Ν.Δ. τίτλους και λαβείν γενικώς εκ τίτλων η δήλωσις δέον να περιλαμβάνη τους τίτλους και γενικώς παν λαβείν εκ τίτλων, άτινα παρεγράφησαν υπέρ του Δημοσίου εντός του διαχειριστικού έτους, του λήξαντος κατά το προηγούμενον οικ. έτος. Η δήλωσις συνοδεύεται υπό καταστάσεως εν η γίνεται λεπτομερής κατονομασία των τίτλων, της ονομαστικής αξίας αυτών, των ποσών άτινα αντιπροσωπεύουσι τα λαβείν εκ τίτλων, του είδους και ημερομηνίας της τελευταίας επ’ αυτών πράξεως των δικαιούχων ως και της ημερομηνίας της συμπληρώσεως της παραγραφής. 12.Γ.α.6 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες ζ)Προκειμένου περί δηλώσεων αφορωσών τας εν άρθρου 36 Πολιτ. Δκονομίας ισχύουσι και δια τα μέλη του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρ. 3748 της Πολιτικής Δικονομίας. Άρθρ.27.-1.Η ενώπιον του Δικαστηρίου, συζήτησις είναι προφορική και έγγραφος. Άρχεται δια της υπό των διαδίκων προφορικής αναπτύξεως των αιτήσεων και της εν γένει υπερασπίσεως αυτών. Ο λόγος δίδεται κατά πρώτον εις τον εκκαλλούντα, είτα εις τον παρεμβαίνοντα και τελευταίος ακούεται ο αντιπρόσωπος του Δημοσίου. 2.Τα ενδιαφερόμενα μέρη δικαιούνται να υποβάλωσι μέχρι της ημέρας της συζητήσεως έγγραφα υπομνήματα και προτάσεις δι’ ων αναπτύσσονται αι εφέσεις, αι παρεμβάσεις ή αποκρούονται αύται και κατατίθενται τα επικαλούμενα έγγραφα. Τα υπό του εκκαλούντος και παρεμβαίνοντος υποβαλλόμενα υπομνήματα γράφονται επί χαρτοσήμου δρ. 25. 3.Το Δικαστήριον δύναται να χορηγή ανάλογον κατά την κρίσιν αυτού προθεσμίαν από της ημέρας της συζητήσεως δια την υποβολήν υπομνημάτων και προσαγωγήν χρησίμων εγγράφων. Το εν άρθρ. 27 προβλεπόμενον χαρτόσημον, εφ’ ου γράφονται τα υπομνήματα και αι προτάσεις, καθωρίσθη εις δραχ. 10 δυνάμει της υπ’ αριθ. Κ. 12421/820 της 31 Ιουλ./20 Αυγ. 1959 αποφ. Υπ. Οικονομικών. (Αντί της σελ. 99) Σελ. 99(α) Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες 12.Γ.α.6 Αποδεικτικά μέσα Άρθρ.28.-Το Δικαστήριον δικάζει εξ επαγγέλματος, εξετάζον κατ’ ουσίαν τας ενώπιον αυτού εισαγομένας υποθέσεις και απολειπομένων των ενδιαφερομένων μερών, χωρίς εκ της απουσίας αυτών να τεκμαίρηται ομολογία. Άρθρ.29.-Το δικαστήριον δικαιούται προς μόρφωσιν πεποιθήσεως να κάμη χρήσιν κατ’ απόλυτον αυτού κρίσιν, παντός αποδεικτικού μέσου (ομολογίας, τεκμηρίων, αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης, μαρτύρων, όρκου και εγγράφων). Επομένως το Δικαστήριον δύναται να ζητή παρά των δημοσίων υπηρεσιών έγγραφα ή να διατάσση την παρά των ενδιαφερομένων μερών προσαγωγήν τοιούτων, να διατάσση την ενέργειαν ελέγχου των βιβλίων και λοιπών στοιχείων των δανειστών ή οφειλετών και παντός μετ’ αυτών συναλλασσομένου, ενεργουμένου παρά δημοσίων υπαλλήλων, να εξετάζη μάρτυρας, να διατάσση την ενέργειαν πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας και να επιβάλλη όρκον. Άρθρ.30.-1.Οι μάρτυρες εξετάζονται είτε επ’ ακροατηρίου είτε ενώπιον του οριζομένου δια της αποφάσεως ως Εισηγητού μέλους του Δικαστηρίου ή του Ειρηνοδίκου ή άλλης δημοσίας αρχής. 2.Κατά την εξέτασιν των μαρτύρων εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των άρθρων 306 και επέκεινα Πολ. Δικονομίας, εφ’ όσον αύται δεν αντίκεινται εις την δια του παρόντος Διατάγματος οριζομένην διαδικασίαν. Άρθρ.31.-1.Ο όρκος επάγεται ή επιβάλλεται εις τον εκκαλούνται και παρεμβαίνοντα. Εις τον εκδόντα την πράξιν Οικονομικόν Έφορον ή τον αντιπρόσωπον του Δημοσίου δεν επιβάλλεται ούτε επάγεται ούτε αντεπάγεται όρκος. 2.Ο όρκος δίδεται κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας. Κατά τας αυτάς διατάξεις κρίνονται αι συνέπειαι της δόσεως ή μη δόσεως του όρκου ή της δόσεως αυτού τροποποιημένου. Άρθρ.32.-1.Η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται επί ζητημάτων δια την εκτίμησιν και κρίσιν των οποίων απαιτούνται ειδικαί γνώσεις, εφ’ όσον το δια της εκκαλουμένης πράξεως καταλογισθέν ποσόν μετά του προστίμου υπερβαίνει τας 10.000 δραχμάς. Επί υποθέσεων αφορωσών εις κατώτερον ποσόν το Δικαστήριον δύναται να διατάξη πραγματογνωμοσύνην μόνον κατόπιν αιτήσεως του εκκαλούντος ή παρεμβαίνοντος, αναλαμβάνοντος και την πληρωμήν της αμοιβής των πραγμτογνωμόνων και εν γένει των εξόδων της πραγματογνωμοσύνης. Σελ. 100(α) 2.Ως πραγματογνώμονες ορίζονται κατά προτίμησιν δημόσιοι υπάλληλοι, η αμοιβή δε τούτων και τα λοιπά έξοδα της πραγματογνωμοσύνης εκκαθαρίζονται εφ’ άπαξ και οριστικώς υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου και καταβάλλονται δια τακτικών χρηματικών ενταλμάτων εις τους δικαιούχους πραγματογνώμονας. 3.Τα έξοδα της πραγματογνωμοσύνης, εφ’ όσον αύτη διατάσσεται υπό του Δικαστηρίου κατά τα εν τω πρώτω εδαφίω της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οριζόμενα καταλογίζονται εις τον εκκαλούντα ή παρεμβαίνοντα εάν η πραγματογνωμοσύνη απέβη εις βάρος αυτού εν όλω. Εάν εν μέρει απέβη εις βάρος του εκκαλούντος ή παρεμβαίνοντος τα έξοδα βαρύνουσι τον εκκαλούντα ή παρεμβαίνοντα και το Δημόσιον επιμεριζόμενον μεταξύ αυτών κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου. Εν η τέλος περιπτώσει από της πραγματογνωμοσύνης εδικαιώθη ο εκκαλών τα έξοδα βαρύνουσι το Δημόσιον. Εις ας περιπτώσεις τα έξοδα της πραγματογνωμοσύνης υπέχει ο εκκαλών ή παρεμβαίνων βεβαιούνται ταύτα μετά την εκκαθάρισιν υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου ως δημόσιον έσοδον, και εισπράττονται κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Άρθρ.33.-Εάν το Δικαστήριον κρίνει αναγκαίον το αποδεικτικόν μέσον της αυτοψίας ενεργείται αύτη είτε υφ’ ολοκλήρου του Δικαστηρίου είτε υπό τινος των μελών αυτού αφού προηγουμένως ειδοποιηθώσιν οι διάδικοι περί του αντικειμένου της αυτοψίας και του χρόνου ενεργείας ταύτης. Περί της αυτοψίας συντάσσεται έκθεσις, εις ην δε περίπτωσιν ενεργείται επ’ ακροατηρίου διαλαμβάνουσι περί ταύτης τα πρακτικά. Αποφάσεις Άρθρ.34.-Μεθ’ εκάστην συνεδρίασιν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διανέμει κατ’ οικείαν κρίσιν τας συζητηθείσας υποθέσεις προς μελέτην και εισήγησιν μεταξύ εαυτού και των μελών του Δικαστηρίου. Ο Εισηγητής δύναται να ζητή παρά των δημοσίων Αρχών ή και των διαδίκων πάσαν χρήσιμον πληροφορίαν ή στοιχείον. 12.Γ.α.6 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες άρθρω 5 του υπ’ αριθ. 1195/1942 Ν.Δ. απαιτήσεις η δήλωσις δέον να περιλαμβάνη τας απαιτήσεις εξασφαλίσεως ζωής και εκ τίτλων κεφαλαιοποιήσεως, αίτινες παρεγράφησαν υπέρ του Δημοσίου εντός του διαχειριστικού έτους, του λήξαντος κατά το προηγούμενον οικονομικόν έτος. Η δήλωσις συνοδεύεται υπό καταστάσεως, εν η γίνεται μνεία των ποσών των απαιτήσεων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τίτλων κεφαλαιοποιήσεως, της ημερομηνίας καθ' ην κατέστη απαιτητόν το ποσόν της ασφαλείας ή του τίτλου και της ημερομηνίας συμπληρώσεως της παραγραφής. Άρθρ.35.-Εις την έκδοσιν των αποφάσεων συμπράττουσι τα κατά την σύζητησιν της υποθέσεως παραστάντα μέλη. Κωλυομένου μέλους τινος εκ των παραστάντων κατά την συζήτησιν να μετάσχη της εκδόσεως της αποφάσεως ή εκλιπόντος προ της εκδόσεως αυτής η υπόθεσις εισάγεται εις νέαν συζήτησιν κλητευομένων εκ νέου των διαδίκων. Άρθρ.36.-1.Αι προς έκδοσιν των αποφάσεων διασκέψεις είναι μυστικαί, ουδείς δε έτερος πλην των μελών και του Γραμματέως του Δικαστηρίου επιτρέπεται να παρευρίσκωνται κατ’ αυτάς. 2.Κατά τας διασκέψεις εισηγείται εγγράφως πρώτος ο ορισθείς εισηγητής, ακούονται είτα αι γνώμαι των λοιπών μελών και εξαντληθείσης της συζητήσεως επακολουθεί ψηφοφορία, ψηφίζοντος πρώτου του εισηγητού και είτα των λοιπών μελών κατ’ αντίθετον λόγον του βαθμού και της αρχαιότητος. 3.Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, εφ’ όσον δε δεν ήθελον συμπέσει επί το αυτό αι γνώμαι δύο τουλάχιστον των μελών υπερισχύει η γνώμη του Προέδρου. 4.Αι υπό του Δικαστηρίου εκδιδόμεναι αποφάσεις δύνανται να είναι οριστικαί ή προδικαστικαί. Άρθρ.37.-1.Το Δικαστήριον εκτιμών τας αποδείξεις κατ’ ελευθέραν κρίσιν και κρίνον κατά πεποίθησιν αποφαίνεται δι’ ειδικής ητιολογημένης αποφάσεως επί τε των δικονομικών ενστάσεων και της ουσίας. 2.Αι αποφάσεις του δικαστηρίου γράφονται συνοπτικώς επί του δικογράφου της εφέσεως και παρεμβάσεως θεωρούμεναι υπό πάντων των μελών, διατυπούνται δε τελικώς υπό του εισηγητού ή και υπό ετέρου μέλους εν η περιπτώσει ο εισηγητής εμειοψήφισεν εν τη εκδόσει της αποφάσεως. 3.Αι αποφάσεις υπογράφονται υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου, του εισηγητού και του γραμματέως. Άρθρ.38.-1.Αι εκδοθείσαι αποφάσεις του Δικαστηρίου δημοσιεύονται εν δημοσία συνεδριάσει δι’ αναγνώσεως υπό του Προέδρου ή του γραμματέως του διατακτικού αυτών. 2.Κατά την δημοσίευσιν της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητον όπως το δικαστήριον συντίθηται εκ των αυτών μελών άτινα μετέσχον κατά την συζήτησιν της υποθέσεως. 3.Αι οριστικαί αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν δύνανται να ανακληθώσι μετά την κατά τ’ ανωτέρω δημοσίευσίν των. 4.Τα πρωτότυπα των αποφάσεων φυλάσσονται εις ιδιαιτέρας θυρίδας και βιβλιοδετούνται εις το τέλος εκάστου έτους. Άρθρ.39.-1.Περί των συνεδριάσεων και διασκέψεων του Δικαστηρίου τηρούνται υπό του γραμματέως λεπτομερή πρακτικά άτινα ειδικώτερον περιέχουσι: α)Το ονοματεπώνυμον, τον βαθμόν και την ιδιότητα των μετεχόντων μελών του Δικαστηρίου. β)Προσδιορισμόν της συζητηθείσης υποθέσεως μετά μνείας του ονοματεπωνύμου ή της επωνυμίας των διαδίκων και των πληρεξουσίων αυτών. γ)Μνείαν των ουσιωδών της συζητήσεως περιστατικών. δ)Μνείαν της εκδοθείσης και δημοσιευθείσης αποφάσεως. 2.Τα πρακτικά υπογράφονται υπό πάντων των μελών του Δικαστηρίου και του γραμματέως. Άρθρ.40.-1.Αι αποφάσεις του Δικαστηρίου αποστέλλονται υπό του γραμματέως του Δικαστηρίου εν κεκυρωμένω παρ’ αυτού αντιγράφω προς τον εκδόντα την πράξιν Οικονομικόν Έφορον και κοινοποιούνται επιμελεία αυτού δια δικαστικού κλητήρος κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, εις τον εκκαλούντα και τον παρεμβαίνοντα, εφ’ όσον δε ούτοι δεν κατοικούσιν εν τη έδρα του Δικαστηρίου εις τον ωρισμένον πληρεξούσιον ή αντίκλητον αυτού ή εν περιπτώσει μη διορισμού τοιούτου εις τον γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. 2.Όμοιον κεκυρωμένον αντίγραφον της αποφάσεως πέμπεται υπό του γραμματέως του Δικαστηρίου προς την Διεύθυνσιν Εθνικών Κληροδοτημάτων και την Διεύθυνσιν Νομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών εντός 30 κατ’ ανώτατον όριον ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Άρθρ.41.-1.Το ειδικόν Διοικητικόν Δικαστήριον δύναται επί τη αιτήσει του εκκαλούντος ή παρεμβαίνοντος, του εκδόντος την πράξιν Οικονομικού Εφόρου ή του Διευθυντού των Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών να προβαίνη εις την ερμηνείαν των οριστικών αυτού αποφάσεων κατά τα ασαφή, διφορούμενα ή αντιφατικά τμήματα του διατακτικού αυτών, άνευ όμως μεταβολής της ουσίας αυτών, προς δε και εις την διόρθωσιν του ονόματος ή της ιδιότητος προσώπων εν αυταίς αναφερομένων. 2.Η περί ερμηνείας ή διορθώσεως της αποφάσεως αίτησις γράφεται επί χαρτοσήμου (δραχμών 20), όταν ασκείται υπό του εκκαλούντος ή παρεμβαίνοντος και κατατίθεται παρά τω Γραμματεί του Δικαστηρίου συζητείται δε και αποφασίζεται κατά την εν τοις προηγουμένοις άρθροις αναφερομένην διαδικασίαν, κλητευομένων των διαδίκων προ 5 τουλάχιστον ημερών προ της συζητήσεως. Αντίγραφον της αιτήσεως κοινοποιείται επιμελεία του αιτούντος προς τον αντίδικον προ της ανωτέρω προθεσμίας προς εμφάνισιν. (Αντί της σελ. 101) Σελ. 101(α) Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες 12.Γ.α.6 3.Ο αριθμός, η χρονολογία και το διατακτικόν της ερμηνευούσης ή διορθούσης αποφάσεως καταχωρούνται αυτεπαγγέλτως και αμελλητί υπό του γραμματέως του δικαστηρίου παρά πόδας του πρωτοτύπου της ερμηνευομένης ή διορθουμένης αποφάσεως, παν δε έκτοτε εκδιδόμενον αντίγραφον της αποφάσεως δέον να περιλαμβάνη και την προσθήκην ταύτην. Αιτήσεις αναθεωρήσεως Άρθρ.42.-Αι κατά το άρθρον 13 του υπ’ αριθ. 1195/1942 Νομοθετικού Διατάγματος αιτήσεις αναθεωρήσεως γράφονται επί χαρτοσήμου δραχμών διακοσίων, όταν ασκούνται υπό του εκκαλούντος ή παρεμβαίνοντος, πρέπει δε να περιέχωσι α)το ονοματεπώνυμον, το επάγγελμα, την κατοικίαν και διεύθυνσιν του αιτούντος, προκειμένου δε περί νομικών προσώπων την επωνυμίαν, έδραν και διεύθυνσιν αυτού, β)τον αριθμόν και χρονολογίαν της ης ζητείται η αναθεώρησις αποφάσεως, γ)το αίτημα της αιτήσεως και τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται αύτη μη επιτρεπομένης επί ποινή απαραδέκτου της υποβολής αυτών δια των εγγράφων προτάσεων και υπομνημάτων, δ)μνείαν των τυχόν επισυναπτομένων εγγράφων, ε)εφ’ όσον ο αιτών δεν κατοικεί ή δεν εδρεύει εν Αθήναις διορισμόν αντικλήτου κατοικούντος εν Αθήναις μετ’ επακριβούς προσδιορισμού της διευθύνσεως αυτού. Δια μεταγενεστέρας αιτήσεως υποβαλλομένης μέχρι της συζητήσεως της αιτήσεως δύναται να συμπληρωθή η έλλειψις του μη διορισμού αρχικώς αντικλήτου ή να διορισθή νέος τοιούτος. Εις την αίτησιν αναθεωρήσεως επίσης δέον να επισυνάπτωνται αντίγραφον της ης ζητείται η αναθεώρησις αποφάσεως ως και τα πρωτότυπα ή κεκυρωμένα αντίγραφα των επικαλουμένων εγγράφων. 2.Η αίτησις αναθεωρήσεως είναι απαράδεκτος, εάν δεν καταβληθή εις το Δημόσιον Ταμείον δια γραμματίου παραλαβής ή διπλοτύπου εισπράξεως παράβολον εκ δραχμών δύο χιλιάδων όπερ καταπίπτει εν πάση περιπτώσει υπέρ του Δημοσίου. 3.Αι διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 2 και 16 του παρόντος Διατάγματος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των αιτήσεων αναθεωρήσεως. 4.Η αίτησις αναθεωρήσεως άμα τη καταθέσει της εγγράφεται υπό του Γραμματέως του Δικαστηρίου εις το επί τούτω τηρούμενον «βιβλίον καταχωρήσεως αιτήσεων αναθεωρήσεως Ν.Δ. 1195/1942» όπερ περιέχει κατ’ αναλογίαν τα εν άρθρω 18 του παρόντος Διατάγματος στοιχεία και προσάγεται εις τον Πρόεδρον του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου, όστις προσδιορίζει δια πράξεώς του την δικάσιμον της υποθέσεως. Σελ. 102(α) 5.Η αίτησις αναθεωρήσεως εκδικάζεται υπό του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου κατά την αυτήν διαδικασίαν την οριζομένην δια του παρόντος Διατάγματος δια την εκδίκασιν των εφέσεων. Δυνάμει της υπ’ αριθ. Κ. 12421/820 της 31 Ιουλ./20 Αυγ. 1959 αποφ. Υπ. Οικονομικών, το εν άρθρ. 42 καθοριζόμενον ποσόν χαρτοσήμου των δραχ. 200, εφ’ ου γράφονται αι αιτήσεις αναθεωρήσεως ωρίσθη εις δραχ. 50. Ομοίως το εν παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου προβλεπόμενον παράβολον δια την άσκησιν της αιτήσεως αναθεωρήσεως εκ δραχ. 2.000, ορίζεται εις δραχ. 1.000. Τελικαί διατάξεις Άρθρ.43.-Εκτός των βιβλίων καταχωρήσεως εφέσεων και αιτήσεων αναθεωρήσεως τηρούνται παρά τω ειδικώ Διοικητικώ Δικαστηρίω και τα εξής βιβλία: α)Πρωτόκολλον των εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, εις ο καταχωρίζονται ανελλιπώς πάντα τα έγγραφα της διαμειβομένης αλληλογραφίας. β)Βιβλίον των εις τους Εισηγητάς πεμπομένων υποθέσεων. γ)Αλφαβητικόν ευρετήριον των υποθέσεων. Άρθρ.44.-Εις τα μέλη του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου τον αντιπρόσωπον του Δημοσίου και τον Γραμματέα του Δικαστηρίου παρέχεται αμοιβή εκ του Δημοσίου Ταμείου δι’ εκάστην εκδιδομένην απόφασιν εκ δραχμών 400 δι’ έκαστον μέλος του Δικαστηρίου και τον αντιπρόσωπον του Δημοσίου και δραχμών 200 δια τον Γραμματέα. Άρθρον 2 1.Η δήλωσις είναι απαράδεκτος, εάν δεν βεβαιούται επ’ αυτής υπό του αρμοδίου επί της εισπράξεως υπαλλήλου η καταβολή εις το Δημόσιον Ταμείον των κατά την δήλωσιν περιερχομένων εις το Δημόσιον χρηματικών ποσών και εάν δεν παραδίδωνται συν τη δηλώση οι κατά τας διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του υπ’ αριθ. 1195/1942 Ν.Δ. περιερχόμενοι εις το Δημόσιον τίτλοι. 2.Οι τίτλοι παραδίδονται αυτούσιοι, οι ονομαστικοί δε τοιούτοι μετά πράξεως μετατροπής αυτών επ’ ονόματι του Δημοσίου άνευ διατυπώσεως τινός εκ μέρους αυτού. Εν ελλείψει των τίτλων εκδίδονται και παραδίδονται εις τας περιπτώσεις του άρθρου 2 του υπ’ αριθ. 1195/1942 Ν.Δ. υπό των εν αυτώ αναφερομένων προσώπων αντίγραφα νέων τίτλων διαπραγματευσίμων (DUPLICATA). Άρθρ.45.-Εις τους ενεργούντας τον έλεγχον των υποκειμένων εις τας διατάξεις του υπ’ αριθ. 1195/1942 Νομοθετικού Διατάγματος προσώπων υπαλλήλους παρέχεται εκ του Δημοσίου Ταμείου αποζημίωσις μέχρι δραχμών 200 δι’ εκάστην ημέραν εργασίας κατά την κρίσιν του Υπουργού των Οικονομικών. Εις τον αυτόν Υπουργόν των Οικονομικών ανατίθεται η δημοσίευσις και εκτέλεσις του παρόντος Διατάγματος. 12.Γ.α.6 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες Άρθρον 3 Επιτρέπεται η επίδοσις εκπροθέσμου δηλώσεως μετά την πάροδον της εν άρθρω 8 του υπ’ αριθ. 1195/1942 Ν.Δ. προθεσμίας αλλά προ της εκδόσεως της κατά το άρθρον 10 του αυτού Ν.Δ/τος πράξεως του Οικονομικού Εφόρου επί καταβολή συν τη δηλώσει και προστίμου ίσου προς τα 25% των καταβαλλομένων χρηματικών ποσών ή της χρηματιστηριακής ή ελλείψει τοιαύτης της ονοματικής αξίας των παριδιδομένων τίτλων. Άρθρον 4 1.Δηλώσεις επιδίδονται προς τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον ή τον παρ’ αυτού εξουσιοδοτημένον υπάλληλον, όστις εκδίδει και παραδίδει προς τον δηλούντα απόδειξιν εγχειρίσεως της δηλώσεως, διαλαμβάνουσαν περί του ονόματος του δηλούντος, των καταβληθέντων χρηματικών ποσών ή παραδοθέντων τίτλων και φέρουσαν την υπογραφή του παραλαβόντος την δήλωσιν και την σφραγίδα της υπηρεσίας. Επί τη αιτήσει του δηλούντος ο Οικονομικός Έφορος υποχρεούται να παραδίδη εις αυτόν αντίγραφαν της δηλώσεως συντασσόμενον υπό του δηλούντος. 2.Τας παραλαμβανομένας δηλώσεις ο Οικονομικός Έφορος καταχωρίζει εις ειδικόν βιβλίον, ούτινος ο τύπος καθορίζεται υπό του Υπουργού των Οικονομικών. Βεβαίωσις και είσπραξις Άρθρον 5 Επί τη βάσει των επιδιδομένων εμπροθέσμων και εκπροθέσμων δηλώσεων ενεργείται η προσωρινή βεβαίωσις των δι’ ουτών καταβαλλομένων εις το Δημόσιον Ταμείον χρηματικών ποσών, εκδιδομένων υπό του Διευθυντού του Ταμείου των οικείων αποδεικτικών βεβαιώσεως υπό το σχετικόν κεφάλαιον και άρθρον του προϋπολογισμού των εσόδων του Κράτους. Άρθρον 6 Οι παραδιδόμενοι δια των δηλώσεων εις το Δημόσιον τίτλοι μετά των τοκομεριδίων και μερισματαποδείξεων αυτών παραδίδονται υπό του Οικονομικού Εφόρου εις την Τράπεζαν της Ελλάδος ή το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων προς φύλαξιν, εκποιούνται δε δια της Τραπέζης της Ελλάδος εν όλω ή τμηματικώς κατά τας διδομένας εντολάς υπό του Υπουργείου Οικονομικών. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων υποχρεούται όπως άνευ άλλης εντολής εισπράττωσι τα λήγοντα κατά το μέχρι της εκποιήσεως χρονικόν διάστημα τοκομερίδια και μερίσματα των τίτλων και το προϊόν των εις το άρτιον ή μετά λαχνού κληρουμένων ομολογιών. Το τίμημα των εκποιουμένων τίτλων και το ποσόν των τοκομεριδίων και μερισμάτων ή το προϊόν των κληρουμένων ομολογιών αποδίδεται εις το Δημόσιον Ταμείον και εισάγεται ως Δημόσιον έσοδον κατόπιν βεβαιώσεως του Οικονομικού Εφόρου, ειδοποιουμένου παρά της Τραπέζης περί των εισπραχθέντων ποσών.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.