📄 Κείμενο νόμου
5. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 27 Μαρτ./21 Απρ. 1954 Περί Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Ι.Κ.Α. ΄Εχοντες υπ’ όψιν: α)Τας διατάξεις του άρθρ. 18 του Ν.Δ. 2698/53 «περί διοικήσεως του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.λ.π.» εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις των άρθρ. 4 παρ. 1 εδάφ. β’, 14, 17 και 23 παρ. 1 του αυτού Ν.Δ/τος. β)Τας υπ’ αριθ. 9 και 77 ε.έ. γνωμοδοτήσεις του Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών και γ)Την υπ’ αριθ. 122/1954 γνώμην του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου επί της Εργασίας Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ Οργάνωσις και λειτουργία Υπηρεσιακού Συμβουλίου Τμήματα του Συμβουλίου ΄Αρθρ. 1.-Το κατά το άρθρ. 23 του Α.Ν. 1846/51 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», Υπηρεσιακόν Συμβούλιον διαιρείται εις τέσσαρα τμήματα ως εξής: α)Τμήμα Α’:Υπηρεσιακόν Συμβούλιον (εν στενή εννοία). β)Τμήμα Β’ :Πρωτοβάθμιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον διοικητικού προσωπικού. γ)Τμήμα Γ’:Πρωτοβάθμιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον Υγειονομικού Προσωπικού. δ)Τμήμα Δ’:Δευτεροβάθμιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον. Σύνθεσις Υπηρεσιακού Συμβουλίου ΄Αρθρ. 9.-1.Πας πειθαρχικώς προϊστάμενος του υπαλλήλου δύναται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας οιουδήποτε να διενεργήση ή να διατάξη ανάκρισιν προς εξακρίβωσιν της υπάρξεως και της επεκτάσεως πειθαρχικού παραπτώματος, ως και της ταυτότητος και του βαθμού της ευθύνης εκάστου των ενεχομένων. 2.Ο παρά τη Διοικήσει Πάρεδρος-Κεντρικός Πειθαρχικός Ανακριτής, τη εντολή του Διοικητού, δύναται να διεξάγη ανάκρισιν ή να παρέχη εντολήν εις έτερον παρά τη Διοικήσει Πάρεδρον-Πειθαρχικόν Ανακριτήν ή εις τους εκτός της έδρας του Ι.Κ.Α. Παρέδρους ή εις οιονδήποτε υπάλληλον του Ι.Κ.Α. προς διενέργειαν ανακρίσεων. Οι περιφερειακοί πειθαρχικοί ανακριταί δύνανται, εις κατεπειγούσας περιπτώσεις, να διεξάγουν οίκοθεν ανάκρισιν ή ν’ αναθέτουν την ενέργειαν ταύτης εις ετέρους υπαλλήλους. (Αντί της σελ. 348,03) Σελ. 348,03(α) Ιεραρχικός ΄Ελεγχος 15Β.Ι.δ.5 3.Εφ’ όσον ανάκρισις διεξάγεται παρ’ υπαλλήλου του Ι.Κ.Α., ούτος δέον να είναι ανώτερος κατά βαθμόν ή ομοιόβαθμος μεν, αλλ’ αρχαιότερος του καθ’ ου η ανάκρισις. 4.Ο πειθαρχικός προϊστάμενος άμα τη ενάρξει της υπ’ αυτού διεξαγομένης ανακρίσεως ή άμα τη διαταγή αυτού προς διενέργειαν ανακρίσεως και εφ’ όσον πρόκειται περί υποθέσεων υπερβαινουσών, κατά την κρίσιν του, την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν του, αναφέρεται εις τον αρμόδιον Κεντρικόν Πειθαρχικόν Ανακριτήν. Ούτος δύναται να παραγγείλη την συνέχισιν της αρξαμένης ανακρίσεως, οπότε αύτη συνεχίζεται, ή την διεξαγωγήν νέας υπό Παρέδρου ή ετέρου υπαλλήλου του Ι.Κ.Α., οπότε η αρξαμένη ανάκρισις διακόπτεται, επέχουσα θέσιν προανακρίσεως, και επαναλαμβάνεται εξ αρχής. 5.Εάν η ανάκρισις διεξάγεται υπό υπαλλήλου, ο εγκαλούμενος δικαιούται εφ’ άπαξ να αιτήσηται την εξαίρεσιν του ανακριτού από του έργου της ανακρίσεως δι’ εγγράφου αιτήσεως προς τον κατά το άρθρ. 8 αρμόδιον Πρωτοβάθμιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον, εν η δέον να εκτίθενται οι λόγοι της εξαιρέσεως, επισυνάπτονται δε και τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία. Επί της αιτήσεως εξαιρέσεως το αρμόδιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον αποφαίνεται οριστικώς και τελεσιδίκως. Εάν η αίτησις γίνη δεκτή, αι υπό του εξαιρεθέντος ενεργηθείσαι ανακριτικαί πράξεις είναι άκυροι και δεν δύνανται να τοποθετηθούν εις τον φάκελλον της υποθέσεως. 6.Κατά την ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων διαδικασίαν επί της πειθαρχικής αγωγής και της εφέσεως η ανάκρισις είναι υποχρεωτική πλην εάν η προηγηθείσαι κρίνεται επαρκής. 7.Η ανάκρισις διεξάγεται κατά τας διατάξεις του υπό της παρ. 6 του άρθρ. 14 του Ν.Δ. 2698/53 προβλεπομένου κανονισμού, μέχρι δε της εκδόσεως τούτου κατά τας σχετικάς διατάξεις του Κανονισμού Υπαλληλικού Προσωπικού του Ιδρύματος. Εν πάση περιπτώσει τα άρθρ. 213 και 217 και 250 έως 264 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως εν προκειμένω. Περαίωσις της ανακρίσεως. Απολογία ΄Αρθρ. 10.-1.Μετά το πέρας της ανακρίσεως ο κατά παραγγελίαν διενεργήσας ταύτην συντάσσει σχετικόν πόρισμα, όπερ μετά του σχηματισθέντος φακέλλου υποβάλλει εις τον παραγγείλαντα. Ούτος εάν μεν διαπιστώση έλλειψίν τινα της ανακρίσεως, αναπέμπει τον φάκελλον εις τον διενεργήσαντα ταύτην ή εις έτερον αρμόδιον όργανον προς συμπλήρωσιν αυτής, εάν δι’ αντιθέτως διαπιστώση πληρότητα της ανακρίσεως, ενεργεί αναλόγως της αρμοδιότητός του. Πειθαρχικώς προϊστάμενος παραγγείλας την ανάκρισιν ή αυτοπροσώπως διενεργήσας ταύτην δύναται είτε να επιβάλη ποινήν εις τον διωκόμενον είτε Σελ. 348,04(α) ν’ απαλλάξη τούτον δι’ αποφάσεώς του κοινοποιουμένης εις αυτόν, εάν το περί ου η ανάκρισις πειθαρχικόν αδίκημα συνεπάγεται ποινήν μή υπερβαίνουσαν την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν του. ΄Αλλως υποβάλλει ούτος τον φάκελλον εις τον Κεντρικόν Πειθαρχικόν Ανακριτήν. Κατά την περίπτωσιν ταύτην ως και αν η ανάκρισις παρηγγέλθη ή η συνέχισις αυτής διετάχθη υπό του Κεντρικού Πειθαρχικού Ανακριτού, ούτος υποβάλλει τον φάκελλον εις τον Διοικητήν μετά προτάσεώς του περί επιβολής ποινής ή περί απαλλαγής του διωκομένου ή περί παραπομπής αυτού εις το αρμόδιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον. 2.Η εξέτασις του διωκομένου κατά το στάδιον της ανακρίσεως δεν αναπληροί την απολογίαν. Όθεν προκειμένου να επιβληθή εις τον διωκόμενον πειθαρχική ποινή παρ’ οιουδήποτε οργάνου της μονομελούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας ή να παραπεμφθή ούτος ενώπιον Πειθαρχικού Συμβουλίου, δέον ούτος να καλείται εις απολογίαν. Η κλήσις εις απολογίαν εκδίδεται υπό του υπηρεσιακώς προϊσταμένου, εάν ούτος διενήργησε ή διέταξε την ανάκρισιν και προτίθεται ν’ ασκήση την πειθαρχικήν του δικαιοδοσίαν, κατά πάσαν δε άλλην περίπτωσιν υπό του Διοικητού του Ιδρύματος ως γενικού προϊσταμένου ή ως ασκούντος την πειθαρχικήν αγωγήν ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων. Εν τη κλήσει ορίζεται ανάλογος προθεσμία υποβολής της απολογίας, έχει δέ ο καλούμενος το δικαίωμα να λάβη γνώσιν του φακέλλου αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου. 3.΄Απασαι αι πειθαρχικαί υποθέσεις ων επελήφθησαν αι μονομελείς πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι, ευθύς ως ήθελον περαιωθή είτε διά της επιβολής ποινής είτε διά της απαλλαγής είτε διότι εκρίθη ότι δεν συντρέχει λόγος κλήσεως εις απολογίαν, υποβάλλονται εις τον Κεντρικόν Πειθαρχικόν Ανακριτήν, όστις συντάσσει και υποβάλλει προς τον Διοικητήν πορισματικήν πρότασιν δικαιούμενος άμα ν’ ασκήση εγκρίσει αυτού, έφεσιν κατά τε των απαλλακτικών και των καταδικαστικών αποφάσεων, εντός μηνός από της εις αυτόν περιελεύσεως του φακέλλου, ενώπιον του αρμοδίου Τμήματος του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. 4.Εάν η πρότασις είναι απαλλακτική, συμφωνή δε προς ταύτην και ο Διοικητής, τερματίζεται η διαδικασία δι’ αποφάσεως του Διοικητού, κοινοποιουμένης και εις τον καθ’ ου η ανάκρισις, άλλως η υπόθεσις εισάγεται προς κρίσιν εις το αρμόδιον τμήμα του Πειθαρχικού Συμβουλίου. «5.Εις την κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου υποβολήν και διαδικασίαν υπόκεινται και αι προεκδοθείσαι αποφάσεις των Τ.Δ.Ε.». Η παρ. 5 προσετέθη, διά της παρ. 2 άρθρ. 31 Ν.Δ. 3083/1954, (ανωτ. σελ. 70, 25). 15Β.Ι.δ.5 Ιεραρχικός ΄Ελεγχος Έγερσις πειθαρχικής αγωγής Άρθρ. 11.-1.Την πειθαρχικήν αγωγήν ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων εγείρει ο Διοικητής αυτεπαγγέλτως ή τη αιτήσει του Πειθαρχικού Ανακριτού διατάσσων την εισαγωγήν της υποθέσεως εις το αρμόδιον τμήμα του Πειθαρχικού Συμβουλίου. 2.Ασκηθείσης της πειθαρχικής αγωγής ο πειθαρχικός Ανακριτής προσδιορίζει δικάσιμον, συντάσσει τας κλήσεις του εγκαλουμένου και των χρησίμων κατά την κρίσιν του μαρτύρων διά την έγκαιρον πάντως τουλάχιστον προ επτά ημερών επίδοσιν αυτών. 3.Καθ’ υπαλλήλου τεθέντος εις αργίαν λόγω ποινικής διώξεως ή καταδίκης και επανερχομένου είτα εις ενέργειαν, εγείρεται υποχρεωτικώς πειθαρχική αγωγή, δι’ ας ποινικώς εδιώχθη ή κατεδικάσθη πράξεις, εφ’ όσον τούτο δεν είχε γίνει πρό της εις αργίαν θέσεώς του. Συνέπειαι εγέρσεως πειθαρχικής αγωγής ΄Αρθρ. 12.-1.Η έγερσις της πειθαρχικής αγωγής καταργεί την μήπω περατωθείσαν δι’ οριστικής αποφάσεως αυτεπάγγελτον δίκην της μονομελούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας. 2.Η ανάκλησις της ασκηθείσης πειθαρχικής αγωγής αποκλείεται. Συνεκδίκασις αδικημάτων Άρθρ. 13.-1.Πλείονα πειθαρχικά αδικήματα του αυτού υπαλλήλου διωκόμενα πρό της επί τινι τούτων εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, δύναται κατά την κρίσιν του Πειθαρχικού Συμβουλίου να συνεκδικάζωνται. 2.Πλείονες υπάλληλοι διωκόμενοι διά το αυτό αδίκημα ή διά συναφή τοιαύτα και υπαγόμενοι εις την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν του αυτού Συμβουλίου δύναται να συνδικάζωνται εφ’ όσον δεν εξεδόθη κατά τινος τούτων οριστική απόφασις. 3.Εάν οι διωκόμενοι υπάλληλοι δεν υπάγωνται εις την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν του αυτού Συμβουλίου ο Κεντρικός Πειθαρχικός Ανακριτής εισάγει την υπόθεσιν εις εν των κατά την κρίσιν του Πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων. (Μετά την σελ. 348,04(α) Σελ. 348,041 Ιεραρχικός ΄Ελεγχος 15Β.Ι.δ.5 15Β.Ι.δ.5 Ιεραρχικός ΄Ελεγχος Σχέσις πειθαρχικής και ποινικής δίκης ΄Αρθρ. 14.-Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχικήν, δύναται όμως το Πειθαρχικόν Συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του, δυναμένης ελευθέρως να ανακληθή, να διατάξη δι’ εξαιρετικούς λόγους, την αναστολήν. 2.Εκδιδομένης τελεσιδίκου ποινικής καταδικαστικής αποφάσεως μετά την πειθαρχικήν, επαναλαμβάνεται η ένεκα της αυτής πράξεως πειθαρχική δίωξις, εάν δικαιολογήται η παύσις του υπαλλήλου, εκδιδομένης δε τελεσιδίκου αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη μόνον εφ’ όσον έχει απολήξει εις παύσιν ή υποβιβασμόν του υπαλλήλου. Το προς επανάληψιν της πειθαρχικής δίκης δικαίωμα παραγράφεται μετά διετίαν από της τελεσιδικίας της ποινικής αποφάσεως. Εξαίρεσις μελών Πειθαρχικών Συμβουλίων Άρθρ. 15.-1.Ο εγκαλούμενος δύναται να αιτήσηται εφ’ άπαξ την εξαίρεσιν ενός ή πλειόνων μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Δεν δύναται πάντως να εξαιρεθώσι τόσο μέλη ώστε να μή είναι δυνατή η συγκρότησις του Συμβουλίου. Επί της αιτήσεως ταύτης, ήτις δέον να υποβάλληται εγγράφως εις τον Πρόεδρον του Πειθαρχικού Συμβουλίου πρό πάσης ενάρξεως της συζητήσεως της υποθέσεως, να είναι ητιολογημένη και να συνοδεύηται υπό των υπαρχόντων τυχόν δικαιολογητικών, αποφαίνεται κατά πλειοψηφίαν οριστικώς και τελεσιδίκως το Πειθαρχικόν Συμβούλιον, συντιθέμενον εκ των λοιπών μελών αυτού, δι’ ητιολογημένης αποφάσεως καταχωριζομένης εις το πρακτικόν. Το μέλος, υπέρ της εξαιρέσεως του οποίου απεφάνθη το Συμβούλιον, δύναται να αντικαθίσταται υπό του αναπληρωτού του. 2.Η ενέργεια της ανακρίσεως κωλύει την συμμετοχήν του ενεργήσαντος αυτήν εις την σύνθεσιν του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Δύναται όμως το Συμβούλιον, εφ’ όσον κρίνει τούτο αναγκαίον να ζητήση την ενώπιον αυτού εμφάνισιν του ενεργήσαντος την ανάκρισιν προς τον σκοπόν της παροχής πληροφοριών ή διευκρινίσεων. 3.Εις την περίπτωσιν της παρ. 2 του άρθρ. 14 αποκλείεται του έργου της ανακρίσεως ή της συμμετοχής εις το Πειθαρχικόν Συμβούλιον ο ενεργήσας την ανάκρισιν, ή συμμετάσχων εις το Πειθαρχικόν Συμβούλιον εν τη πρώτη δίκη. Διαδικασία ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων ΄Αρθρ. 16.-1.Προσδιορισθείσης της δικασίμου ο φάκελλος μετά του πορίσματος του πειθαρχικού ανακριτού και των επιδοτηρίων διαβιβάζεται αμελλητί εις τον Πρόεδρον του αρμοδίου Τμήματος, όστις δύναται να ορίση εισηγητήν και ένα των μελών του Τμήματος. 2.Τα Πειθαρχικά Συμβούλια δικαιούνται να απαιτήσουν την ενώπιον αυτών αυτοπρόσωπον παράστασιν του υπαλλήλου. Το αυτό δικαίωμα έχει και ο υπάλληλος. 3.Τα Πειθαρχικά Συμβούλια συνεδριάζουν μυστικώς. 4.Αδικήματα, δι’ ά διωκόμενος δεν εκλήθη εις απολογίαν, δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενον της δίκης. Η ενώπιον του δικαιοδοτούντος Συμβουλίου προσέλευσις του διωκομένου και απολογία αυτού δύναται, κατά την κρίσιν του οργάνου να καλύψη την παράλειψιν της κλήσεως εις απολογίαν. 5.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των άρθρ. 213 έως 227 και 250 έως 260 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας. 6.Τα Πειθαρχικά Συμβούλια δύνανται να αναβάλλουν την δίκην όταν κρίνουν αναγκαίαν την συμπλήρωσιν της ανακρίσεως ή την προφορικήν υποστήριξιν της κατηγορίας ή της απολογίας. 7.Αναβληθείσης της δίκης ο Πρόεδρος δύναται να προσδιορίση αμέσως την δικάσιμον, οπότε δεν απαιτείται νέα κλήτευσις του παραστάντος αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου ή πληρεξουσίου εγκαλουμένου, ως και των παρισταμένων μαρτύρων. Εάν η δίκη αναβληθή επ’ αόριστον, η δικάσιμος ορίζεται κατά τα εν άρθρ. 11 παρ. 2 οριζόμενα. 8.Μετά την απολογίαν του εγκαλουμένου ο Πειθαρχικός Ανακριτής προβαίνει εις προφορικήν ανάπτυξιν των απόψεών του επί της κατηγορίας και εφ’ όσον προτείνει την καταδίκην του εγκαλουμένου, υποδεικνύει εις το Συμβούλιον την κατ’ αυτόν επιβλητέαν ποινήν. 9.Αι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων δέον να είναι επαρκώς ητιολογημέναι. 10.Η εις δίκην προσέλευσις του εγκαλουμένου αποτελεί νόμιμον λόγον χορηγήσεως εις αυτόν αναλόγου αδείας απουσίας. Καταλογισμός εξόδων δίκης ΄Αρθρ. 17.-1.Τα τέλη σημάνσεως καταλογίζονται εις βάρος του καταδικασθέντος υπαλλήλου διά της οριστικής αποφάσεως. 2.Εν περιπτώσει μερικής ή ολικής απορρίψεως της εφέσεως του πρωτοδίκως καταδικασθέντος υπαλλήλου το Συμβούλιον καταλογίζει εις βάρος αυτού τα τέλη της δίκης. 3.Εν ή περιπτώσει διετάχθη πραγματογνωμοσύνη, αι αμοιβαί των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται υπό του πειθαρχικού οργάνου και καταβάλλονται παρά του ΙΚΑ κατά τας διατάξεις των οικείων Κανονισμών, καταλογιζόμεναι εις βάρος του καταδικασθέντος υπαλλήλου καθόλου ή εν μέρει κατά την κρίσιν του Συμβουλίου, διά της οριστικής αποφάσεως. (Μετά την σελ. 348,04) Σελ. 348,05 Ιεραρχικός ΄Ελεγχος 15Β.Ι.δ.5 Απόφασις ΄Αρθρ. 18.-1.Πάσα πειθαρχική απόφασις εκδίδεται εγγράφως, καταχωρίζεται δε εν περιλήψει εις τα πρακτικά κατά τα εν παρ. 10, 11 και 12 του άρθρ. 7 του παρόντος οριζόμενα. Τα πρωτότυπα των αποφάσεων αριθμούμενα φυλάσσονται εις ιδιαιτέρους φακέλλους, βιβλιοδετούμενα κατά περιόδους συμφώνως προς την απόφασιν του Συμβουλίου. 2.Εν τη αποφάσει μνημονεύεται: α)Ο τόπος και ο χρόνος της εκδόσεως. β)Το όνομα, ο τίτλος και ο βαθμός των δικασάντων. γ)Το όνομα, ο τίτλος και ο βαθμός του κριθέντος. δ)Το αποδιδόμενον πειθαρχικόν αδίκημα, ο τόπος και ο χρόνος της τελέσεως αυτού. ε)Η απολογία και η τυχόν προφορική τούτης υποστήριξης ή η μή υποβολή απολογίας και η κλήσις εις προφορικήν ανάπτυξιν της απολογίας. ς)Η αιτιολογία της αποφάσεως. ζ)Αν ελήφθη ομοφώνως ή κατά πλειοψηφίαν και η)Η αθώωσις του κριθέντος ή η επιβαλλομένη ποινή και η καταδίκη εις την δικαστικήν δαπάνην. Το υπό στοιχ. ε’ μέρος της αποφάσεως μνημονεύεται περιληπτικώς. 3.Η πειθαρχική απόφασις υπογράφεται υπό του Προέδρου και του Γραμματέως του Πειθαρχικού Συμβουλίου. 4.Η πειθαρχική απόφασις κοινοποιείται εν αντιγράφω. α)Εις τον κριθέντα. β)Εις την Δ/σιν Προσωπικού της Δ/σεως του ΙΚΑ και γ)Εις την υπηρεσίαν του ΙΚΑ, εις ην υπηρετεί ο κριθείς. 5.Η απόφασις επιδίδεται εις τον κριθέντα, εις δε τας υπηρεσίας του ΙΚΑ παραδίδεται επί αποδείξει. ΄Εφεσις ΄Αρθρ. 2.-1.Το Τμήμα Α’ (Υπηρεσιακόν Συμβούλιον) αποτελείται: α)Εκ του Διοικητού του Ι.Κ.Α. ως Προέδρου, αναπληρουμένου ως μέλους μεν υπό του νομίμου αναπληρωτού του, ως Προέδρου δε υπό του εκάστοτε αναπληρούντος αυτόν ως Πρόεδρον του Δ.Σ. Αντιπροέδρου. β)Εκ των δύο Αντιπροέδρων του Διοικητικού Συμβουλίου, αναπληρουμένων υπό ετέρων δύο τακτικών ή αναπληρωματικών μελών του Διοικ. Συμβουλίου εκ των τάξεων των αναπληρουμένων, οριζομένων υπό τούτου. γ) «Εκ των δύο Γενικών Διευθυντών, αναπληρουμένων εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος υπό Διευθυντών του ΙΚΑ ή υπό υπαλλήλων του Ιδρύματος διορισθέντων δυνάμει των διατάξεων του άρθρ. 21 του Ν.Δ. 2698/1953, οριζομένων εν εκατέρα περιπτώσει δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Εν περιπτώσει ελλείψεως του ενός ή και των δύο Γενικών Διευθυντών λόγω μή πληρώσεως της μιας ή και αμφοτέρων των θέσεων αυτών, το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ι.Κ.Α. δι’ αποφάσεώς του ορίζει προς συμπλήρωσιν της θέσεως του ελλείποντος ή των ελλειπόντων Γενικών Διευθυντών, Διευθυντήν ή Διευθυντάς του Ι.Κ.Α. ή υπάλληλον ή υπαλλήλους του Ιδρύματος διορισθέντας δυνάμει των διατάξεων του άρθρ. 21 του Ν.Δ. 2698/1953». Η περίπτ. γ’ της παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω διά του Β.Δ/τος της 20 Ιαν./1 Φεβρ. 1956. δ)Εξ ενός Ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας επί βαθμώ 2ω και άνω οριζομένου, μεθ’ ενός αναπληρωτού του, υπό του Υπουργού Εργασίας. ε)Εκ του Γενικού Επιθεωρητού του Ι.Κ.Α. αναπληρουμένου υπό του Διευθυντού των Διοικητικών Υπηρεσιών. Εάν δεν υφίσταται θέσις Γενικού Επιθεωρητού ή η υφισταμένη τοιαύτη παρέμεινε κενή πλέον του τριμήνου, ως τακτικόν μέλος ορίζεται ο Διευθυντής του Διοικητικού Κλάδου, αναπληρούμενος υπό του αρχαιοτέρου Διευθυντού εκ των παρά τη Διοικήσει υπηρετούντων. Εφ’ όσον πρόκειται περί θεμάτων αφορώντων την υπηρεσιακήν κατάστασιν του υγειονομικού προσωπικού (κυρίου και δευτερεύοντος) συμμετέχει του Υπηρεσιακού Συμβουλίου αντί του Γενικού Επιθεωρητού ο παρά τη Διοικήσει Διευθυντής των Υγειονομικών Υπηρεσιών, αναπληρούμενος υπό του νομίμου αναπληρωτού του. 2.Εις το Υπηρεσιακόν Συμβούλιον δύνανται να παρίστανται άνευ ψήφου ως εισηγηταί οι αρμόδιοι προϊστάμενοι των υπηρεσιών. Σύνθεσις Πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων ΄Αρθρ.19.-1.Τα Πειθαρχικά Συμβούλια, δικάζοντα επί εφέσει του καταδικασθέντος υπαλλήλου, δεν δύνανται να καταστήσουν χείρονα την θέσιν αυτού. 2.Εις έφεσιν κατ’ αποφάσεων των Α’ και Β’ Τμημάτων του Πειθαρχικού Συμβουλίου δικαιούνται: α)Ο καταδικασθείς υπάλληλος και β)Υπέρ της διοικήσεως ο Κεντρικός Πειθαρχικός Ανακριτής εντολή του Διοικητού. Η έφεσις απευθύνεται ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. 3.Η έφεσις ασκείται εκ μέρους μεν του Διοικητού διά πράξεως του Πειθαρχικού Ανακριτού καταχωρουμένης εις το παρ’ αυτού τηρούμενον βιβλίον Σελ. 348,06 εφέσεων, εκ μέρους δε του υπαλλήλου διά δικογράφου κατατιθεμένου επί αποδείξει εις την Προϊσταμένην αρχήν. Τα δικόγραφα ταύτα των εφέσεων διαβιβάζονται εις τον αρμόδιον Κεντρικόν Πειθαρχικόν Ανακριτήν, όστις τα καταχωρεί εις το βιβλίον εφέσεων. 4.Η έφεσις ασκείται εκ μέρους μεν του καταδικασθέντος υπαλλήλου εντός 10 ημερών από της εις αυτόν κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκ μέρους δε των Κεντρικών Πειθαρχικών Ανακριτών εντός μηνός από της εκδόσεως της αποφάσεως. Η έφεσις και η προς άσκησιν αυτής προθεσμία αναστέλλουν την εκτέλεσιν της αποφάσεως. Ο απολυθείς τίθεται εκτός υπηρεσίας μέχρις εκδικάσεως της εφέσεως. 5.Η πρός έφεσιν προθεσμία παρατείνεται λόγω μεν αποστάσεως κατά δέκα έτι ημέρας διά τους εν τη ημεδαπή και κατά εξήκοντα διά τους εν τη αλλοδαπή εδρεύοντος ή διαμένοντας, λόγω δε κωλύματος εξ ανωτέρας βίας, κατά την κρίσιν του προς ο αύτη απευθύνεται Συμβουλίου. 6.Ο Κεντρικός Πειθαρχικός Ανακριτής προσδιορίζει την ημέραν συζητήσεως των εφέσεων και μεριμνά κατά τα εν άρθρ. 11 παρ. 2 οριζόμενα διά την επίδοσιν της κλήσεως προς τον εκκαλούντα και τους χρησίμους μάρτυρας και διαβιβάζει την δικογραφίαν μετά την επιδοτηρίων εις τον Πρόεδρον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. 7.Παράλληλοι εφέσεις, ασκηθείσαι υπό του υπαλλήλου αφ’ ενός και του Διοικητού αφ’ ετέρου πρό της επί τινι τούτων εκδόσεως οριστικής αποφάσεως συνεκδικάζονται. 8.Τα άρθρ. 15 έως 18 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως κατά την ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου διαδικασίαν. Εκτέλεσις αποφάσεως ΄Αρθρ.20.-1.Η μή υποκειμένη εις έφεσιν οριστική πειθαρχική απόφασις είναι υποχρεωτικώς εκτελεστή. 2.Η εκτελεστή πειθαρχική απόφασις εκτελείται ως προς το πρόστιμον υπό του Προϊσταμένου της υπηρεσίας του εντελλομένου την πληρωμήν των αποδοχών του καταδικασθέντος, προς ον αποστέλλεται υπό της εκδούσης αρχής υποχρεωτικώς και αμέσως άμα τη τελεσιδικία της αποφάσεως αντίγραφον αυτής, ως προς δε τας λοιπάς ποινάς υπό της Δ/σεως Προσωπικού της Διοικήσεως του ΙΚΑ. Η κράτησις του προστίμου γίνεται εκ των πρώτων αποδοχών, εις ας δικαιούται ο υπάλληλος, εκτός εάν η πειθαρχική απόφασις ορίζει την εις δόσεις είσπραξιν αυτού, οπότε η είσπραξις ενεργείται συμφώνως προς τα εν αυτή οριζόμενα. 15Β.Ι.δ.5 Ιεραρχικός ΄Ελεγχος Εις περίπτωσιν λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως, το πρόστιμον εισπράττεται κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων ή εκ του εφ’ άπαξ βοηθήματος του Κλάδου Προνοίας. 3.Η εκτελεστή πειθαρχική απόφασις καταχωρίζεται εν περιλήψει εις το παρά τη Δ/σει Προσωπικόν της Διοικήσεως τηρούμενον Πειθαρχικόν Μητρώον Προσωπικού και αντίγραφον αυτής τίθεται εις τον ατομικόν φάκελλον του κριθέντος. Η Δ/σις Προσωπικού θέτει υπ’ όψιν του Διοικητού την πειθαρχικήν απόφασιν. 4.Αρμόδιος διά την βεβαίωσιν των τελών της δίκης είναι ο γραμματεύς του εκδόσαντος την καταδικαστικήν απόφασιν Πειθαρχικού Συμβουλίου. Εκδίκασις παραβάσεων συμβάσεων ΙΚΑ μετά τρίτων ΄Αρθρ. 21.-1.Εν περιπτώσει οιασδήποτε δι’ υπαιτίου πράξεως ή παραλείψεως παραβάσεως των όρων των μετά του ΙΚΑ συμβάσεων φαρμακοποιών, κλινικών, εργαστηρίων ή ετέρων τρίτων ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος ως και οι πειθαρχικοί ανακριταί κατά τας διατάξεις του άρθρ. 9 παρ. 2 διενεργούν ή διατάσσουν διοικητικήν έρευναν ή ανάκρισιν προς εξακρίβωσιν της υπάρξεως και της εκτάσεως της παραβάσεως, ως και της τυχόν ευθύνης οργάνων του ΙΚΑ. 2.Ο διενεργών την έρευναν μετά το πέρας αυτής καλεί τον καθ’ ου αύτη, όπως υποβάλη εγγράφως τας παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας ουχί βραχυτέρας των 48 ωρών. Διαπιστωθείσης ευθύνης οργάνου του Ιδρύματος διενεργείται ή διατάσσεται κατ’ αυτού αυτοτελής ανάκρισις κατά τας διατάξεις του παρόντος. 3.Το κατά το άρθρ. 1 εδάφ. γ’ του παρόντος Πειθαρχικόν Συμβούλιον Υγειονομικού Προσωπικού (Τμήμα Γ’) είναι αρμόδιον να κρίνη παραβάσεις των μετά του Ιδρύματος συμβεβλημένων φαρμακείων, κλινικών, εργαστηρίων και παντός τρίτου και να επιβάλλη τας υπό των διατάξεων των Κανονισμών του ΙΚΑ ή υπό των οικείων συμβάσεων προβλεπομένας κυρώσεις, εφ’ όσον πάντως διά των συμβάσεων συνωμολογήθη ρήτρα περί αρμοδιότητος του Πειθαρχικού Συμβουλίου διά την εκδίκασιν των εν λόγω υποθέσεων. Την κατά του συμβεβλημένου τρίτου αγωγήν εγείρει ο Διοικητής του ΙΚΑ. Ως παρος την ενώπιον του Συμβουλίου διαδικασίαν, τον καταλογισμόν των τελών και εξόδων της δίκης και την απόφασιν ισχύουν αι διατάξεις των άρθρ. 15-19 του παρόντος. 4.Το κατά το άρθρ. 1 εδάφ. δ’ του παρόντος Δευτεροβάθμιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον (Τμήμα Δ’) είναι αρμόδιον διά την εκδίκασιν εφέσεων κατά των συμφώνως προς την προηγουμένην παράγραφον εκδιδομένων αποφάσεων, εφ’ όσον κατά την έκδοσιν αυτών διετυπώθη μειοψηφία εκ δύο ψήφων ή απεφασίσθη οριστική λύσις της συμβάσεως. Εις έφεσις δικαιούνται α)ο καθ’ ου η πρωτόδικος κρίσις συμβεβλημένος τρίτος και β)υπέρ του Ιδρύματος ο Διοικητής. Αι διατάξεις του άρθρ. 19 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως. Εφ’ όσον η έφεσις ασκείται υπό συμβεβλημένου τρίτου, ούτος υποχρεούται όπως μέχρι της ημέρας της συζητήσεως καταθέτει εις τον Γραμματέα του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου παράβολον δραχμών πεντακοσίων χιλιάδων, όπερ γενομένης δεκτής της εφέσεως επιστρέφεται εις τον εκκαλούντα, απορριπτομένης δε ταύτης εν όλω ή εν μέρει καταπίπτει υπέρ του Ιδρύματος. 5.Η παράστασις ή συμπαράστασις πληρεξουσίου του συμβεβλημένου τρίτου εις τας κατά το παρόν άρθρον δίκας επιτρέπεται. ΄Αρθρ. 22.-(Καταργήθη διά του από 20 Ιαν./1 Φεβρ. 1956 Β.Δ/τος). Εις τον αυτόν επί της Εργασίας Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. (Μετά την σελ. 348,06) Σελ. 348,07 Ιεραρχικός ΄Ελεγχος 15Β.Ι.δ.5 ΄Αρθρ. 3.-1.Το Τμήμα Β’ (Πειθαρχικόν Συμβούλιον Διοικητικού Προσωπικού) αποτελείται: α)Εξ ενός τακτικού μέλους του Δ.Σ. του Ιδρύματος εκ της τάξεως των ειδικών επιστημόνων, οριζομένου υπό του Διοικ. Συμβουλίου, ως Προέδρου αναπληρουμένου υπό ετέρου τακτικού ή αναπληρωματικού μέλους εκ της αυτής τάξεως, όπερ μετέχον της συνεδριάσεως προεδρεύει ταύτης. β)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας οριζομένου μεθ’ ενός αναπληρωτού του υπό του Υπουργού Εργασίας. γ)Εξ ενός Παρέδρου εκ των παρά τη Διοικήσει του Ι.Κ.Α. υπηρετούντων οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Διοικητού. δ)Εκ του Διευθυντού του Διοικητικού Κλάδου, αναπληρουμένου υπό του νομίμου αναπληρωτού του. ε)Εξ ενός Διευθυντού του Ι.Κ.Α. εκ των παρά τη Διοικήσει υπηρετούντων οριζομένου, μετά του αναπληρωτού του, υπό του Διοικητού του Ι.Κ.Α. 2.Το Τμήμα Γ’ (Πειθαρχικόν Συμβούλιον Υγειονομικού Προσωπικού) αποτελείται: α)Εκ τριών μελών εχόντων αντιστοίχως τας ιδιότητας των υπό στοιχ. α’, β’ και γ’ της προηγουμένης παραγράφου μελών του Β’ Τμήματος. β)Εκ του Διευθυντού του Διοικητικού Κλάδου, αναπληρουμένου υπό του νομίμου αναπληρωτού του και γ)Εκ του παρά τη Διοικήσει Διευθυντού των Υγειονονομικών Υπηρεσιών αναπληρουμένου υπό του νομίμου αναπληρωτού του. 3.Εν ελλείψει Παρέδρου μετέχει αμφοτέρων των Πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων εις Διευθυντής εκ των παρά τη Διοικήσει υπηρετούντων, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του υπό του Διοικητού. Σύνθεσις Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου ΄Αρθρ. 4.-1.Το Τμήμα Δ’ (Δευτεροβάθμιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον) αποτελείται: α)Εκ του Διοικητού του Ι.Κ.Α. ως Προέδρου αναπληρωμένου ως μέλους μεν υπό του νομίμου αναπληρωτού του, ως Προέδρου δε υπό του εκάστοτε αναπληρούντος αυτόν ως Πρόεδρον του Δ.Σ. Αντιπροέδρου. β)Εκ των δύο Αντιπροέδρων του Δ.Σ. αναπληρουμένων υπό ετέρων δύο τακτικών ή αναπληρωματικών μελών του Συμβουλίου εκ των τάξεων των αναπληρουμένων, οριζομένων υπό του Δ.Σ. γ) «Εκ των δύο Γενικών Διευθυντών, αναπληρουμένων εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος υπό Διευθυντών του Ι.Κ.Α., ή υπό υπαλλήλων του Ιδρύματος διορισθέντων δυνάμει των διατάξεων του άρθρ. 21 του Ν.Δ. 2698/53 οριζομένων εν εκατέρα περιπτώσει δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Εν περιπτώσει ελλείψεως του ενός ή και των δύο Γενικών Διευθυντών λόγω μή πληρώσεως της μιάς ή και αμφοτέρων των θέσεων αυτών, το Διοικητικό Συμβούλιον του Ι.Κ.Α. δι’ αποφάσεώς του ορίζει προς συμπλήρωσιν της θέσεως του ελλείποντος ή των ελλειπόντων Γενικών Διευθυντών, Διευθυντήν ή Διευθυντάς του Ι.Κ.Α., ή υπάλληλον ή υπαλλήλους του Ιδρύματος διορισθέντας δυνάμει των διατάξεων του άρθρ. 21 του Ν.Δ. 2698/1953». Η περίπτ. γ’ της παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω διά του Β.Δ/τος της 20 Ιαν./1 Φεβρ. 1956. δ)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας οριζομένου μεθ’ ενός αναπληρωτού του υπό του Υπουργού Εργασίας. ε)Εκ του παρά τω Ι.Κ.Α. Νομικού Συμβούλου, αναπληρουένου υπό του αρχαιοτέρου των παρά τη Διοικήσει του Ιδρύματος υπηρετούντων Παρέδρων εν ελλείψει δε τοιούτου (Αντί της σελ. 348,01) Σελ. 348,01(α) Ιεραρχικός ΄Ελεγχος 15Β.Ι.δ.5 υπό του αρχαιοτέρου των παρά τη Διοικήσει υπηρετούντων Διευθυντών. Τα ως τακτικά η αναπληρωματικά μέλη του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου οριζόμενα πρόσωπα δεν δύνανται να είναι τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη των Πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων. Οσάκις εκδικάζονται εφέσεις υγειονομικού προσωπικού, μετέχουσι του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου προσέτι: ς)Το Ιατρικόν μέλος του Δ.Σ. αναπληρούμενον υπό του εν τω Δ.Σ. αναπληρωτού του. ζ)Εν μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου, οριζόμενον μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού Εργασίας. 2.Οσάκις εκδικάζονται εφέσεις κατά πειθαρχικών αποφάσεων των Γενικών Διευθυντών, αμφότεροι οι Γενικοί Διευθυνταί δεν μετέχουν εις την σύνθεσιν του Συμβουλίου. Συγκρότησις των Συμβουλίων, θητεία και αποζημιώσεις μελών Άρθρ. 5.-1.Το Υπηρεσιακόν και τα Πειθαρχικά Συμβούλια συγκροτούνται εκ των κατά τας προηγουμένας διατάξεις μελών δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η θητεία απάντων των μελών, μετά των αναπληρωτών των, πλην των λόγω θέσεως τοιούτων, ορίζεται διετής, αρχομένη από της δημοσιεύσεως της περί συγκροτήσεως του οικείου Συμβουλίου αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. 2.Διαρκούσης της διετούς θητείας δεν επιτρέπεται αντικατάστασις των μελών των Συμβουλίων ειμή κατά την αυτήν διαδικασίαν και εφ’ όσον συντρέχουν σοβαροί λόγοι. 3.Τα καταβαλλόμενα εις τα μέλη του Υπηρεσιακού και των Πειθαρχικών Συμβουλίων έξοδα κινήσεως καθορίζονται συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 23 παρ. 4 του Α.Ν. 1846/51. 4.Οι Γραμματείς των Συμβουλίων ορίζονται υπό του Διοικητού εκ των υπαλλήλων του Ιδρύματος. Αρμοδιότης Πειθαρχικών Ανακριτών, Κωλύματα ΄Αρθρ. 6.-1.Εις τουλάχιστον εκ των κατά το άρθρ. 14 του Ν.Δ. 2698/53 οριζομένων ως ειδικών πειθαρχικών ανακριτών παρέδρων τοποθετείται παρά τη Διοικήσει του Ιδρύματος ως Κεντρικός Πειθαρχικός Ανακριτής εκτελών εκτός των ανακριτικών καθηκόντων του και της γενική εποπτείας και καθοδηγήσεως των περιφερειακών πειθαρχικών ανακριτών, και καθήκοντα εισηγητού παρά τω Διοικητή του Ιδρύματος, ως ασκούντι την πειθαρχικήν αγωγήν ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων και διά την άσκησιν της ιδίας αυτού πειθαρχικής δικαιοδοσίας. Σελ. 348,02(α) Μή υπάρχοντος Παρέδρου, καθήκοντα τοιούτου εισηγητού ανατίθενται προσωρινώς υπό του Διοικητού εις ανώτατον ή ανώτερον Διοικητικόν υπάλληλον του Ιδρύματος. 2.Ο Κεντρικός Πειθαρχικός Ανακριτής δεν δύναται να μετέχη εις την σύνθεσιν των Πειθαρχικών Συμβουλίων, παρίσταται όμως κατά τας συνεδριάσεις των τε Πρωτοβαθμίων και του Δευτεροβαθμίου, ως εισηγητής άνευ ψήφου, αναπληρούμενος εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος υπό τινος των παρέδρων, οριζομένου υπό του Διοικητού. Τα αυτά ισχύουν και περί του κατά την προηγουμένην παράγραφον οριζομένου ελλείψει Παρέδρων ως προσωρινού εισηγητού διά την άσκησιν της ποινικής αγωγής υπαλλήλου. Δι’ αποφάσεως του Διοικητού δύναται να επεκτείνεται η τοπική αρμοδιότης ως πειθαρχικών ανακριτών των εκτός της έδρας του Ι.Κ.Α. διοριζομένων Παρέδρων και πέραν της περιφερείας της έδρας των. Λειτουργία Συμβουλίων. ΄Αρθρ. 7.-1.Το Υπηρεσιακόν Συμβούλιον συνέρχεται εις συνεδρίασιν πάντοτε κατά την διά προγράμματος λειτουργίας των Επιτροπών του Ι.Κ.Α. καθοριζομένην ημέραν και ώραν της εβδομάδος, κατόπιν εγγράφου προσκλήσεως του Προέδρου αυτού ή οσάκις επιβάλλεται τούτο εκ των υπηρεσιακών αναγκών του Ιδρύματος ή εφ’ όσον εκτάκτως ήθελε προσκληθή τούτο εγγράφως υπό του Διοικητού. Εν τη προσκλήσει αναγράφονται λεπτομερώς τα συζητητέα θέματα (ημερησία διάταξις), η ημέρα, η ώρα και ο τόπος της συνεδριάσεως. 2.Τα Πειθαρχικά Συμβούλια συνέρχονται εις συνεδρίασιν ωσαύτως κατά την ορισθείσαν διά του προγράμματος λειτουργίας των Επιτροπών του Ι.Κ.Α. τακτήν ημέραν και ώραν της εβδομάδος, κατόπιν εγγράφου προσκλήσεως του Προέδρου αυτών, αναγραφούσης τας συζητητέας υποθέσεις, ήτοι τας εξ αναβολής υποθέσεις, των οποίων την δικάσιμον ώρισε κατά εν άρθρ. 16 παρ. 7 οριζόμενα, τας υποθέσεις ων την εκδίκασιν προσδιώρισεν ο Πειθαρχικός Ανακριτής και παν έτερον θέμα. 15Β.Ι.δ.5 Ιεραρχικός ΄Ελεγχος 3.Η πρόσκλησις δέον να επιδίδηται είκοσι τέσσαρας τουλάχιστον ώρας πρό της συνεδριάσεως. 4.Των συνεδριάσεων του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και των Πειθαρχικών μετέχει άνευ ψήφου και ο κατά το άρθρ. 15 του Νόμ. 1846 Κυβερνητικός Επίτροπος ή, εν απουσία ή κωλύματι αυτού, ο νόμιμος αναπληρωτής του. Περί της συμμετοχής του Κυβερνητικού Επιτρόπου ή του νομίμου αναπληρωτού του και περί των εκφραζομένων υπ’ αυτού γνωμών επί των συζητουμένων θεμάτων γίνεται μνεία εις το πρακτικόν του Συμβουλίου. 5.Αι προσκλήσεις διά τας συνεδριάσεις κοινοποιούνται εις τα τακτικά μέλη του και εις τον Κυβερνητικόν Επίτροπον. Εάν μέλος τι ή ο Κυβερνητικός Επίτροπος κωλύεται να παραστή, υποχρεούται ευθύς άμα τη κοινοποιήσει της προσκλήσεως να ειδοποιήση σχετικώς τον Γραμματέα του Συμβουλίου, ο οποίος αποστέλλει εγκαίρως πρόσκλησιν εις τον νόμιμον αναπληρωτήν του κωλυομένου. Η εις τα Συμβούλια συμμετοχή αναπληρωματικού μέλους επιτρέπεται μόνον εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του τακτικού, γινομένης ρητώς περί τούτου μνείας εις το πρακτικόν. 6.Το Υπηρεσιακόν Συμβούλιον και το Δευτεροβάθμιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον ευρίσκονται εν απαρτία παρόντων πέντε τουλάχιστον εκ των μελών των, εν οις ο Πρόεδρος ή ο Προεδρεύων. Οσάκις το Δευτεροβάθμιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον επιλαμβάνεται υποθέσεων αφορωσών το υγειονομικόν προσωπικόν, τούτο ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων εξ μελών αυτού. Οσάκις το Δευτεροβάθμιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον εκδικάζει έφεσιν κατά πειθαρχικής αποφάσεως Γενικού Διευθυντού, ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τεσσάρων εκ των μελών αυτού, εν οις ο Πρόεδρος ή ο Προεδρεύων. Εάν δε η τοιαύτη απόφασις αφορά όργανον του υγειονομικού προσωπικού, απαιτείται η παρουσία πέντε τουλάχιστον εκ των μελών του. ΄Εκαστον των Τμημάτων Β’ και Γ’ ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τεσσάρων εκ των μελών αυτών, εν οις ο Πρόεδρος ή ο Προεδρεύων. 7.Τα Συμβούλια λαμβάνουν εγκύρως αποφάσεις δι’ απολύτου πλειοψηφίας των παρόντων. Εν ισοψηφία προκειμένου περί του Υπηρεσιακού Συμβουλίου,επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία, εν δευτέρα δε ισοψηφία νικά η ψήφος του Προέδρου ή του Προεδρεύοντος. Προκειμένου περί των Πειθαρχικών Συμβουλίων το αποτέλεσμα της δευτέρας ισοψηφίας κρίνεται υπέρ του πειθαρχικώς διωκομένου, κατά τας αρχάς της επιεικείας. Εάν υπάρχουν πλείονες των δύο γνωμών, επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία των δύο επικρατεστέρων γνωμών. 8.Η ψηφοφορία εν τοις Συμβουλίοις είναι φανερά, υποχρεουμένων πάντων των παρόντων μελών εις αυτήν, απαγορευομένης της αρνήσεως ψήφου. 9.Τα Συμβούλια συνεδριάζουν μυστικώς. (Μετά την σελ. 348,02(α) Σελ. 348,021 Ιεραρχικός ΄Ελεγχος 15Β.Ι.δ.5 15Β.Ι.δ.5 Ιεραρχικός ΄Ελεγχος 10.Αι πράξεις των Συμβουλίων διατυπούνται εις πρακτικά, άτινα υπογράφονται υπό του Προέδρου και του Γραμματέως. Εις τα πρακτικά αναγράφονται άπαντα τα ονόματα συμμετεχόντων μελών, καταχωρίζεται δε εν αυτοίς και η γνώμη των τυχόν μειοψηφούντων. 11.Αι αποφάσεις των Συμβουλίων εκτελούνται μόνον μετά την επικύρωσιν των πρακτικών της σχετικής συνεδριάσεως, δι’ ην δύναται να εξουσιοδοτηθή υπό του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού, εκτός εάν το Συμβούλιον αποφασίση την άμεσον εκτέλεσιν των αποφάσεων. 12.Αποφάσεις κοινοποιούμεναι εις το προσωπικόν δέον να αναφέρουν επί ποινή ακυρότητος της κοινοποιήσεως, εάν η απόφασις ελήφθη παμψηφεί ή υπάρχη μειοψηφία. 13.Προκειμένου Συμβούλιον τι να αποφασίση επί προσωπικού θέματος αφορώντος Διευθυντήν α’ ή β’ τάξεως ή ιατρόν ελεγκτήν, δεν δύνανται να μετέχουν αυτού οι κατά βαθμόν κατώτεροι του κρινομένου, εκ δε των ισοβάθμων μελών οι τυγχάνοντες νεώτεροι κατ’ αρχαιότητα. Εν τοιαύτη περιπτώσει τα Συμβούλια νομίμως συγκροτούνται εκ των υπολειπομένων μελών. Εάν το προσωπικόν θέμα αφορά τον Γενικόν Επιθεωρητήν ή Γενικόν Διευθυντήν, άπαντα τα υπηρεσιακά μέλη των Συμβουλίων, ως και οι Πάρεδροι, αντικαθίστανται υπό μελών του Δ.Σ. οριζομένων υπ’ αυτού. Αρμοδιότητες Υπηρεσιακού και Πειθαρχικών Συμβουλίων ΄Αρθρ. 8.-1.Εις την αρμοδιότητα του Α Τμήματος (Υπηρεσιακού Συμβουλίου) ανήκουν: α)Η εκδίκασις ενστάσεων κατά διενεργηθέντος διαγωνισμού ή δοκιμασίας διά την πρόσληψιν υπαλλήλων. β)Η μεταρρύθμισις αποφάσεων του Διοικητού περί μεταθέσεως υπαλλήλων μετά τρίμηνον από της εκτελέσεως των. γ)Η χορήγησις εις τους υπαλλήλους εκπαιδευτικών αδειών μετ’ αποδοχών. δ)Η κατάταξις του προσωπικού εις τάξεις, καθορισμός καθηκόντων, ευθυνών και αποδοχών και εν γένει τα εκ της εφαρμογής των διατάξεων των παρ. 4 και 5 του άρθρ. 20 του Α.Ν. 1846/51 προκύπτοντα ζητήματα. ε)Αι προαγωγαί, εντάξεις και μετατάξεις. ς)Η ένταξις διατηρουμένου προσωπικού συγχωνευθέντων ή συγχωνευθησομένων Ειδικών Ταμείων. ζ)Η διόρθωσις φύλλων ποιότητος του προσωπικού. η)Η απονομή συντάξεως εις το προσωπικόν βάσει της ειδικής περί τούτου νομοθεσίας. θ)Η παροχή εφ’ άπαξ βοηθημάτων εκ του Ειδικού Λογαριασμού Προνοίας Προσωπικού. ι)Καν παν έτερον θέμα αφορών την υπηρεσιακήν κατάστασιν των υπαλλήλων, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως δι’ ετέρων διατάξεων. 2.Το Β Τμήμα (Πειθαρχικόν Συμβούλιον Διοικητικού Προσωπικού) είναι αρμόδιον όπως εκδικάζη: α)Πειθαρχικάς υποθέσεις των πάσης φύσεως οργάνων των υπαγομένων εις τας διατάξεις του Κανονισμού Υπαλληλικού Προσωπικού, πλην των εκ τούτων ιατρών, οδοντιάτρων και φαρμακοποιών. β)Εφέσεις κατά πειθαρχικών αποφάσεων οιουδήποτε οργάνου της μονομελούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας, πλην του Διοικητού και των Γενικών Διευθυντών, αφορωσών εις τα αυτά όργανα. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον Διοικητικού Προσωπικού αποφασίζει επίσης επί των κατά το άρθρ. 9 παρ. 5 αιτήσεων των αυτών ως άνω οργάνων περί εξαιρέσεως ανακριτού. 3.Το Γ’ Τμήμα (Πειθαρχικόν Συμβούλιον Υγειονομικού Προσωπικού) είναι αρμόδιον όπως εκδικάζη: α)Πειθαρχικάς υποθέσεις του πάσης φύσεως υγειονομικού προσωπικού, κυρίου και δευτερεύοντος. β)Εφέσεις κατά πειθαρχικών αποφάσεων οιουδήποτε οργάνου της μονομελούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας, πλην του Διοικητού και των Γενικών Διευθυντών, αφορωσών υγειονομικά όργανα. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον Υγειονομικού Προσωπικού αποφασίζει επίσης επί των κατά το άρθρ. 9 παρ. 5 αιτήσεων των αυτών οργάνων περί εξαιρέσεως ανακριτού. 4.Το Δευτεροβάθμιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον διά την εκδίκασιν εφέσεων: α)Κατά πειθαρχικών αποφάσεων των Γενικών Διευθυντών. β)Κατ’ αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων εφ’ όσον δι’ αυτών επιβάλλεται ποινή της οριστικής απολύσεως του υπαλλήλου ή εφ’ όσον κατά την έκδοσιν της εκκαλουμένης αποφάσεως διετυπώθη μειοψηφία εκ δύο τουλάχιστον ψήφων ή εφ’ όσον πρόκειται περί εφέσεως ασκουμένης υπέρ του Ι.Κ.Α. κατά πάσης αποφάσεως των Πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων, απαλλακτικής ή καταδικαστικής και ανεξαρτήτως επιβληθείσης ποινής. 5.Διά την άσκησιν εφέσεως υπό του Διοικητού πάσαι αι αποφάσεις των Πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων δέον να κοινοποιούνται προς αυτόν. «6.Υπό των πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων (Τμήμα Β’ και Τμήμα Γ’) εκδικάζονται και αι εκκρεμείς συνεπεία εφέσεων δίκαι ως και αι εφεξής ασκηθησόμεναι εφέσεις κατά προεκδοθεισών πειθαρχικών αποφάσεων των Τ.Δ.Ε. και των μονομελών πειθαρχικών δικαιοδοσιών, υπό δε του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου (Τμήμα Δ’) αι ασκηθείσαι ή ασκηθησόμεναι εφέσεις κατά προεκπρόθεσμον όμως και επιτρεπτόν των ενδίκων τούτων μέσων κρίνεται κατά τας προϊσχυούσας διατάξεις». Η παρ. 6 προσετέθη, διά της παρ. 1 άρθρ. 31 Ν.Δ. 3083/1954, (ανωτ. σελ. 70, 25). ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ Διαδικαστικαί διατάξεις Ανάκρισις
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.