← Ελλάδα

25. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 312 της 29 Απρ./14 Μαΐου 1975 (ΦΕΚ Α' 92) Περί χορηγήσεως συντάξεως εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου Επικουρικής Α

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση σύνταξης στους ασφαλισμένους του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Αρτοποιών, λόγω γήρατος, ανικανότητας ή θανάτου.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
25. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 312 της 29 Απρ./14 Μαΐου 1975 (ΦΕΚ Α' 92) Περί χορηγήσεως συντάξεως εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Αρτοποιών λόγω γήρατος, ανικανότητος, θανάτου. (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 113/12.6.1975) Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις: α)Του άρθρου 20 παρ.11 του Ν.Δ. 135/46 "περί Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Αρτοποιών". β)Του άρθρου 42 του Ν.Δ. 175/1973 "περί Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων", ως τούτο ετροποποιήθη δια του Ν.Δ/τος 267/74. γ)Του άρθρου 4 παρ.2 του Ν.Δ. 1379/1973 "περί Συμβουλίων και Επιτροπών αρμοδιότητος Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών". 2.Απόφασιν του Δ.Σ. του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Αρτοποιών ληφθείσαν κατά την από 20/1/1975 συνεδρίασιν αυτού και υποβληθείσαν ημίν δια της υπ’ αριθ. 602/27.1.75 αναφοράς του Ταμείου. 3.Την υπ’ αριθ. 172/1975 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου επί των Κοινωνικών Υπηρεσιών Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον 1. Θεμελίωσις συντάξεως. Εις τους θεμελιούντας δικαίωμα συντάξεως, λόγω γήρατος ή ανικανότητος προς άσκησιν του επαγγέλματος, ησφαλισμένους του Ταμείου ως και εις τα μέλη της οικογενείας, λόγω θανάτου ησφαλισμένων ή συνταξιούχων του Ταμείου, χορηγείται σύνταξις κατά τας επομένας διατάξεις. Απόδειξις ηλικίας. άρθρ.1 Π.Δ. 37/25 Ιαν.-7 Φεβρ. 1983 (ΦΕΚ Α' 21). Ποσό σύνταξης λόγω Γήρατος «Άρθρ.7.-1.Η σύνταξη λόγω γήρατος κατά μήνα συνίσταται σε τόσα τριακοστά πέμπτα της πλήρους σύνταξης, όσα τα έτη πραγματικής ασφάλισης στο Ταμείο. 2.Η πλήρης σύνταξη λόγω γήρατος των ασφαλισμένων αρτοποιών-σιμιτοποιών στο Ταμείο, κατά μήνα, που αντιστοιχεί σε πραγματική ασφάλιση, κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρ.1 του Π. Δ. 37/83 τριάντα πέντε ετών καθορίζεται με βάση τον μέσο όρο ημερησίας κατεργασίας αλεύρων κατά κλάσεις ως εξής: α.Για τους εργαζόμενους από 128-135 χιλιόγραμμα αλεύρων ημερησίως από το γινόμενο το οποίο προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της κατεργασθείσας ποσότητας αλεύρων επί συντελεστή 183. β.Για τους εργαζόμενους από 138-250 χιλιόγραμμα αλεύρων ημερησίως, από το άθροισμα των γινομένων, το οποίο προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της κατεργασθείσας ποσότητας αλεύρων 135 χιλιόγραμμων επί συντελεστή 183 και από τον πολλαπλασιασμό της κατεργασθείσας ποσότητας αλεύρων πέραν των 135 χιλιόγραμμων επί συντελεστή 124. (Αντί για τη σελ. 168,33(ζ) Σελ. 168,33(η) Τεύχος 1276-Σελ. 13 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών 5.Γ.ε.25 γ.Για τους εργαζόμενους πέραν των 250 χιλιογράμμων αλεύρων ημερησίως από το άθροισμα τον γινομένων, τα οποία προκύπτουν από τον πολλαπλασιασμό της κατεργασθείσας ποσότητας αλεύρων 135 χιλιόγραμμων επί συντελεστή 183, από τον πολλαπλασιασμό της κατεργασθείσης ποσότητας αλεύρων 115 χιλιόγραμμων (250-135) επί συντελεστή 124 και από τον πολλαπλασιασμό της κατεργασθείσης ποσότητας αλεύρων πέραν των 250 χιλιόγραμμων επί συντελεστή 52. 3.Για την κατάταξη των ασφαλισμένων σε κλάσεις, σύμφωνα προς την προηγούμενη παράγραφο, και την από απόψεως καταναλώσεως αλεύρων θεμελίωση του δικαιώματος συνταξιοδότησης λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος της ετήσιας κατεργασθείσας ποσότητας αλεύρων χωριστά για κάθε έτος πραγματικής ασφάλισης από 1.1.1967 και μετά, εκτός εάν ο ασφαλισμένος επιθυμεί τον υπολογισμό της κατεργασθείσας ποσότητας αλεύρων από το έτος 1936 ή από τότε που άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του αρτοποιού, μετά το έτος αυτό. 4.Σε όσους έχουν περισσότερα από 35 έτη πραγματικής ασφάλισης χορηγείται πέραν από την πλήρη σύνταξη ένα (1) τριακοτό πέμπτο για κάθε χρόνο πέραν των 35 ετών και μέχρι 40 έτη. 5.Η κατά την παρ.1 του άρθρου αυτής σύνταξη γήρατος κατά μήνα δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να υπερβεί τα σαράντα τριακοστά πέμπτα της πλήρους σύνταξης ή το ποσό των δρχ. 74370 το μήνα, ούτε να είναι κατώτερη των 23.000 δρχ. το μήνα για τις συντάξεις λόγω Γήρατος ή ανικανότητας, για δε τις συντάξεις λόγω θανάτου ασφαλισμένου και συνταξιούχου, το ποσό των 18.400 δρχ. μηνιαίως. 6.Στην περίπτωση που η σύνταξη είναι μικρότερη από το ως άνω καθοριζόμενο ελάχιστο όριο, ο ασφαλισμένος υποχρεούται να συμπληρώσει την εισφορά τόσων ετών πραγματικής ασφάλισης επί την ασφαλιστική εισφορά που ισχύει κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος συνταξιοδότησης, όσων απαιτούνται, ώστε το ποσό της σύνταξης να ανέλθει στο παραπάνω καθοριζόμενο ελάχιστο όριο σύνταξης, σε καμμιά όμως περίπτωση η συμπληρωματική εισφορά δεν μπορεί να υπερβεί τα 25 έτη πραγματικής ασφάλισης». Το άρθρ.7, το οποίο είχε αντικατασταθεί από το άρθρ.1 του Π.Δ. 216/1991, κατωτ. αριθ. 37, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.1 του Π.Δ. 394/17-27 Οκτ. 1995 (ΦΕΚ Α' 218) κατωτ. αριθ. 43. Σελ. 168,34(η) Τεύχος 1276-Σελ. 14 Ποσό σύνταξης λόγω ανικανότητας "Άρθρ.8.-1.Το ποσό της σύνταξης ανικανότητας ορίζεται σύμφωνα προς τα αναφερόμενα στο άρθρ. 7 Π.Δ. 312/75, όπως αντικαθίσταται με το άρθρ.1 του παρόντος, η συμπληρωματική όμως εισφορά για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου σύνταξης δεν μπορεί να υπερβεί τα 15 χρόνια πραγματικής ασφάλισης. 2.Το ποσό της σύνταξης επί αρχικής ή επιγενόμενης ολικής ανικανότητας προσαυξάνεται κατά 25%, μη υπολογιζόμενης της προσαυξήσεως στο εφάπαξ χρηματικό βοήθημα. 3.Ως ολική ανικανότητα λογίζεται: α.Η ολική απώλεια της οράσεως. β.Η απώλεια αμφοτέρων των χειρών ή ποδών συνεπεία ακρωτηριασμού. γ.Η απώλεια ενός κάτω και ενός άνω μέλους. δ.Ανίατος παραφροσύνη που καθιστά τον ασφαλισμένο ανίκανο για κάθε εργασία ή απασχόληση. ε.Καθολική παράλυση". Το άρθρ.8, το οποίο είχε αντικατασταθεί από το άρθρ.2 του Π.Δ. 216/1991, κατωτ. αριθ. 37, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.2 του Π.Δ. 394/17-27 Οκτ. 1995 (ΦΕΚ Α' 218), κατωτ. αριθ. 43. 5.Γ.ε.25 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών Ποσόν συντάξεως μελών οικογενείας. Άρθρ.9.-"1.Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης των κατά το άρθρ.4 του Π.Δ. 312/1975 μελών της οικογένειας, λόγω θανάτου, ορίζεται σύμφωνα προς τα αναφερόμενα στο άρθρ.7 του Π.Δ. 312/1975, όπως αντικαθίσταται με το άρθρ.1 του παρόντος, η συμπληρωματική όμως εισφορά για τον καθορισμό του ελαχίστου ορίου σύνταξη δεν μπορεί να υπερβεί τα 10 χρόνια πραγματικής ασφάλισης". Η παρ.1 του άρθρ.9, η οποία είχε αντικατασταθεί από το άρθρ.3 του Π.Δ. 216/1991 κατωτ. αριθ. 3, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.3 του Π.Δ. 394/17-27 Οκτ. 1995 (ΦΕΚ Α' 218), κατωτ. αριθ. 43. 2.Η σύνταξις της επιζώσης συζύγου ορίζεται εις 80%. Η σύνταξις αύτη προσαυξάνεται υπαρχόντων τέκνων ανά 10% δι’ έκαστον, μη δυναμένη να υπερβή τα 100% της συντάξεως του αποβιώσαντος. Η μη άσκησις του δικαιώματος συντάξεως υπό της επιζώσης συζύγου ουδεμίαν ασκεί επιρροήν επί του δικαιώματος των τέκνων, εν τη περιπτώσει δε ταύτη η σύνταξις των τέκνων ανεξαρτήτως αριθμού αυτών ορίζεται εις 60%. 3.Η σύνταξις, λόγω θανάτου ησφαλισμένης μητρός, μόνου τέκνου ορίζεται εις 50% επί πλειόνων δε τέκνων προσαυξάνεται ανά 10% δι’ έκαστον μη δυναμένη να υπερβή τα 60% ταύτης και κατανεμομένη συμμέτρως μεταξύ των δικαιούχων. 4.Η σύνταξις του ορφανού πατρός και μητρός μόνου τέκνου, ορίζεται εις 80% της συντάξεως του αποβιώσαντος. Επί πλειόνων τέκνων, η σύνταξις αυξάνεται ανά 10% δι’ έκαστον τέκνον μη δυναμένη να υπερβή τα 100% ταύτης, κατανεμομένη συμμέτρως μεταξύ των δικαιούχων. 5.Η σύνταξις τέκνου ορφανού πατρός και μητρός, αμφοτέρων ησφαλισμένων εις το Ταμείον, ορίζεται ορίζεται εις τα 80% της συντάξεως του πατρός ή της μητρός κατ’ επιλογήν του δικαιούχου, προσαυξανομένη κατά 10% δι’ έκαστον επί πλέον τέκνον και μη δυναμένη να υπερβή τα 100% ταύτης. Το ούτω προκύπτον συνολικόν ποσόν συντάξεως προσαυξάνεται κατά 25% δι’ έκαστον τέκνον ανεξαρτήτως του αριθμού τούτων, κατανεμόμενον κατ’ ισομοιρίαν μεταξύ των δικαιούχων τέκνων. 6.Εάν εις τους δικαιούχους συντάξεως περιλαμβάνοντα τέκνα εξ ετέρου γάμου, μη συμβιούντα μετά της υπό συνταξιοδότησιν επιζώσης συζύγου, το ποσόν της απονεμητέα συντάξεως καταβάλλεται κεχωρισμένως και κατά ποσοστό 60% αυτής δια την επιζώσαν και 40% δια τα τέκνα. Συντρεχόντων μετά της επιζώσης συζύγου και ιδίων αυτής τέκνων και τέκνων του αποβιώσαντος εξ ετέρου γάμου, η σύνταξις, του μη συμβιούντος μόνου τέκνου, συνίσταται εις 40% αυτής, επί πλειόνων δε τοιούτων το ποσοστόν τούτο επιμερίζεται. 7.Κεχωρισμένη καταβολή του ανήκοντος ποσοστού της συντάξεως συγχωρείται και εις περίπτωσιν, καθ’ ην ο δικαιούχος τελεί υπό την επιτροπείαν άλλου προσώπου και ουχί της μητρός. 8.Θανόντος συνταξιούχου ή ησφαλισμένου πέραν της συντάξεως των δικαιουμένων ταύτης μελών της οικογενείας του, χορηγείται και ποσόν ίσον προς τρεις μηνιαίας συντάξεις. Άρθρον 10. Έναρξις και λήξις συνταξιοδοτικού δικαιώματος. 1.Το δικαίωμα απονομής συντάξεως εις δικαιούχον γεννάται από της συνδρομής των προς τούτο απαιτουμένων προϋποθέσεων. 2.Η σύνταξις χορηγείται κατόπιν αναγνωρίσεως του προς λήψιν συντάξεως δικαιώματος, δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. 3.Δια την αναγνώρισιν του δικαιώματος συντάξεως, υποβάλλεται αίτησις υπό του δικαιούχου, ήτις είναι απαραίτητον να συνοδεύηται από τα κατά περίπτωσιν, απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία. 4.Το προς λήψιν συντάξεως δικαίωμα της χήρας και των τέκνων άρχεται από 1ης του επομένου μηνός του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου και παύει από της ημέρας καθ’ ην έλαβε χώραν γεγονός εκ των εν τω παρόντι προβλεπομένων ως επαγομένων την παύσιν της συντάξεως. Το δικαίωμα συντάξεως συζύγου ή θυγατρός ησφαλισμένου δεν αναβιοί εν περιπτώσει λύσεως του συναφθέντος γάμου θανάτω ή διαζυγίω. 5.Δεν δικαιούται συντάξεως: α)η χήρα ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εάν ούτος απεβίωσε προ της παρελεύσεως έτους από της τελέσεως του γάμου, εκτός εάν οφείλεται ο θάνατος εις ατύχημα ή ήθελε γεννηθή εκ του γάμου τούτου τέκνον, β)ο αποβαλών την Ελληνικήν ιθαγένειαν, γ)ο καταδικασθείς αμετακλήτως επί κλοπή, υπεξαιρέσει, απάτη και πλαστογραφία, εφ’ όσον το ποινικόν αδίκημα εστρέφετο κατά του Ταμείου, δ)ο καταδικασθείς αμετακλήτως δια ποινικόν αδίκημα, αποτέλεσμα του οποίου υπήρξεν ο εκ προθέσεως θάνατος του προσώπου, εξ ου έλκει το δικαίωμα της συντάξεως. 6.Πάσα μεταβολή των προϋποθέσεων της παρεχομένης συντάξεως, διαπιστουμένης νομίμως, επάγεται αναλόγως των συντρεχουσών περιστάσεων, ελάττωσιν ή αύξησιν αυτής λογίζεται δε αρχομένη από της πρώτης του επομένου μηνός της επελεύσεως του γεγονότος του επενεγκόντος την μεταβολλήν. 7.Πάσαν ως ανωτέρω μεταβολήν υποχρεούται ο συνταξιούχος ν’ ανακοινοί εις το Ταμείον εντός μηνός από του δημιουργούντος την μεταβολήν ταύτην γεγονότος. 8.Η υπηρεσία του Ταμείου εν περιπτώσει μεταβολής συνταξιοδοτικής καταστάσεως, λόγω ενηλικιώσεως, γάμου, θανάτου, προβαίνει εις την κατά το παρόν ανάλογον προσαρμογήν του ποσού της παρεχομένης συντάξεως. 9.Αι συντάξεις καταβάλλονται μηνιαίως και εις την αρχήν εκάστου μηνός, εις τον δικαιούχον ή τον αντιπρόσωπον αυτού, τον ορισθέντα δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου, περιβληθέντος τον συμβολαιογραφικόν τύπον και ισχύοντος μόνον επί μίαν τριετίαν, εφ’ όσον δεν ανεκλήθη νομίμως ενωρίτερον. 10.Προκαταβληθείσα σύνταξις, εφ’ όσον επήλθε θάνατος του δικαιούχου προ της λήξεως του μηνός, δεν αναζητείται. 11.Κλάσματα δραχμών επί συντάξεως και εφ’ άπαξ χρηματικού βοηθήματος δεν υπολογίζονται, στρογγυλευομένου του ποσού. (Αντί για τη σελ. 168,341(α) Σελ. 168,341(β) Τεύχος 1276-Σελ. 15 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών 5.Γ.ε.25 5.Γ.ε.25 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών Άρθρον11. Αναγνώρισις γάμου. 1.Ησφαλισμένος συνάπτων γάμον, υποχρεούται, εντός έτους από της τελέσεως, να υποβάλη προς αναγνώρισιν αυτού αίτησιν, πιστοποιητικόν Μητροπόλεως, περί τελέσεως γάμου ή ληξιαρχικήν πράξιν γάμου και γραμμάτιον της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος καταθέσεως της, κατά το άρθρον 15 του Ν.Δ. 135/46, προβλεπομένης εισφοράς. Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου κατά την διάρκειαν της προς αναγνώρισιν προθεσμίας, το δικαίωμα της αναγνωρίσεως έχουσι τα δικαιούμενα συνταξιοδοτήσεως μέλη της οικογενείας του εντός έτους από του θανάτου αυτού. 2.Εκπρόθεσμος γνωστοποίησις του γάμου δύναται να γίνη, εφ’ όσον συν τη υποβολή της αιτήσεως, καταβάλλεται το τριπλάσιον της αναγνωρίσεως. 3.Εν περιπτώσει τελέσεως γάμου εν αλλοδαπή, ή μεταξύ ετεροθρήσκων ο γάμος αποδεικνύεται κατά τας κειμένας γενικάς νομοθετικάς διατάξεις. Άρθρον 12. Χρόνος καταβολής συντάξεως. 1.Η σύνταξις καταβάλλεται από της πρώτης του επομένου μηνός της υποβολής της αιτήσεως, εφ’ όσον συν τη αιτήσει ή εντός προθεσμίας δύο μηνών από της υποβολής της αιτήσεως, υποβληθούν εν όλω τα προς απόδειξιν της ασκήσεως του επαγγέλματος και πραγματικής ασφαλίσεως απαιτούμενα δικαιολογητικά στοιχεία και εφ’ όσον ο δικαιούχος διέκοψε την άσκησιν του επαγγέλματος, άλλως από της πρώτης του επομένου μηνός της προσκομίσεως των δικαιολογητικών ή της διακοπής της ασκήσεως του επαγγέλματος. Η διακοπή αποδεικνύεται δια πιστοποιητικού της οικείας Επαγγελματικής Οργανώσεως και προσθέτως δι’ υπευθύνου δηλώσεως του Ν.Δ. 105/69 υποβαλλομένη υπό του ενδιαφερομένου, εις α θα γίνηται ρητή μνεία και περί του διαδόχου της επιχειρήσεως ή ότι έπαυσεν αύτη να λειτουργή. 2.Η σύνταξις λόγω ανικανότητος καταβάλλεται από της πρώτης του επομένου μηνός της υποβολής της κατά την παρ.1 του άρθρου 3 του παρόντος αιτήσεως προς διαπίστωσιν της ανικανότητος, υπό την προϋπόθεσιν ότι ο αιτών διέκοψε την άσκησιν του επαγγέλματος, της υποβολής της κατά την προηγουμένην παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου αιτήσεως μετά των απαιτουμένων δικαιολογητικών δυναμένης να υποβληθή μετά την διαπίστωσιν της ανικανότητος. 3.Η σύνταξις των μελών οικογενείας λόγω θανάτου συνταξιούχου καταβάλλεται από της πρώτης του επομένου μηνός του θανάτου του. Επί μεταγενεστέρας ασκήσεως του δικαιώματος συντάξεως υπό της επιζώσης συζύγου εκείνης των τέκνων, εις α χορηγείται σύνταξις κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 9 του παρόντος, η σύνταξις ταύτης καταβάλλεται από της 1ης του επομένου μηνός της υποβολής αιτήσεως τροποποιουμένης αναλόγως της αποφάσεως χορηγήσεως συντάξεως εις τα τέκνα. 4.Ο συνταξιούχος στερείται του δικαιώματος απολήψεως συντάξεως εφ’ όσον αποδεδειγμένως ασκεί το επάγγελμα του αρτοποιού ή σιμιτοποιού οπουδήποτε της χώρας ή μετέχει εις την εκμετάλλευσιν της επιχειρήσεως αρτοποιείου ή σιμιτοποιείου, υποχρεούμενος να αναφέρη τούτο εις το Ταμείον και να απέσχη της απολήψεως της συντάξεως. 5.Εάν αρθή ο λόγος της διακοπής, η καταβολή της συντάξεως άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός, καθ’ ον εξέλιπεν ο λόγος διακοπής. 6.Η σύνταξις δεν καταβάλλεται, εφ’ όσον ο δικαιούχος δεν ήθελε εξοφλήσει τας προς το Ταμείον οφειλάς του, δύναται όμως να συμψηφίση ταύτας με τας δικαιουμένας παροχάς. "7.Με απόφαση του Δ.Σ. του ΤΕΑΑ που θα εγκρίνεται από τον εποπτεύοντα το Ταμείο Υπουργό και θα δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται εφόσον η οικονομική κατάσταση του Ταμείου το επιτρέπει, να χορηγείται ποσό, ίσο με μισή μηνιαία σύνταξη κατά το θέρος κάθε έτους στους συνταξιούχους του Ταμείου". Η παρ.7 προστέθηκε από το άρθρ.3 του Π.Δ. 277/89 (ΦΕΚ Α΄ 131). Άρθρον 13 Παραγραφή. 1.Το δικαίωμα συντάξεως ή άλλης παροχής παραγράφεται μετά έξ έτη αφ’ ης εγεννήθη. 2.Παροχαί του Ταμείου πάσης φύσεως παραγράφονται μετά τριετίαν από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου καθ’ ον κατέστησαν απαιτηταί. 3.Αι περί αναστολής της διακοπής βραχυπροθέσμων παραγράφων διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των αξιώσεων των παρ.1 και 2 του παρόντος άρθρου. 4.Επί των γεγενημένων και μήπω παραγραφεισών αξιώσεων, κατά τον χρόνον της ισχύος του παρόντος, εφαρμόζονται αι περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 16 του Β.Δ. 676/1966. Το άρθρ.16 Β.Δ. 676/1966 είχεν ούτω: "Το δικαίωμα προς απονομήν συντάξεως υπόκειται εις εικοσαετή παραγραφήν, η δε χορηγηθείσα υπό του Διοικητικού Συμβουλίου σύνταξις, παραγράφεται μετά πενταετίαν, αφ’ ης κατέστη απαιτητή". Άρθρον 14. Αναθεώρησις αποφάσεως απονομής συντάξεως. Αναθεώρησις αποφάσεως απονομής συντάξεως συγχωρείται άπαξ μόνον, εφ’ όσον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξ (6) μηνών από της κοινοποιήσεως, της αποφάσεως συνταξιοδοτήσεως, υποβληθή σχετική αίτησις, εν η δέον να αναγράφηται, τουλάχιστον, είς λόγος αναθεωρήσεως. Άρθρον 15. Σύνταξις προσωπικού. 1.Δια το ησφαλισμένον προσωπικόν του Ταμείου η σύνταξις συνίσταται εις τόσα τριακοστά των 80%, του εκάστοτε βασικού μισθού εν ενεργεία ομοιοβάθμου υπαλλήλου, όσα τα έτη πραγματικής εν τω Ταμείω υπηρεσίας του Υπαλλήλου. Ο ως άνω βασικός μισθός προσαυξάνεται δια τον κανονισμόν της συντάξεως, κατά το ποσόν των πάσης φύσεως επιδομάτων των παρεχομένων εις τους ομοιοβάθμους συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους. 2.Ως σύνταξις δια τους τρεις πρώτους μήνας της, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, εξόδου εκ της υπηρεσίας και από ταύτης καθορίζεται το ποσόν των εν ενεργεία μηνιαίων αποδοχών του υπαλλήλου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως εν προκειμένω αι διατάξεις του παρόντος διατάγματος. Άρθρον 16. Αναπροσαρμογή συντάξεων. 1.Εις τας περιπτώσεις μεταβολής της πλήρους συντάξεως ή ποσοστού ταύτης, αι παρεχόμεναι ή εγκριθείσαι συντάξεις αναπροσαρμόζονται αποφάσει του Δ.Σ. του Ταμείου, δια τον εφεξής χρόνον, ουχί όμως και το ορισθέν και μη καταβληθέν τυχόν εφ’ άπαξ χρηματικόν βοήθημα. 2.Εάν εκ της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος διατάγματος ήθελε προκύψει διαφορά επί έλαττον εις το ποσόν της χορηγηθείσης συντάξεως, η διαφορά αύτη δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. (Αντί για τη σελ. 168,35(α) Σελ. 168,35(β) Τεύχος ΙΒ-1-1 Σελ. 51 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών 5.Γ.ε.25 Άρθρ.2.-"Ι.Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους αποδεικνύεται με το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα, η ηλικία αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, η οποία έχει συνταχθεί ή διορθωθεί μέσα σε 90 μέρες από τη γέννηση ή με την εγγραφή στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια. 2.Στην περίπτωση που υπάρχουν δύο ή περισσότερες εγγραφές στα ίδια ή διαφορετικά Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με διαφορετικό έτος γεννήσεως, λαμβάνεται υπόψη η παλαιότερη εγγραφή. Αν έχει γίνει διόρθωση ή μεταβολή του έτους γεννήσεως που αναγράφεται στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με οποιοδήποτε τρόπο, ως έτος γεννήσεως σε όλες τις περιπτώσεις θεωρείται αυτό που έχει γραφεί πριν από την διόρθωση ή τη μεταβολή. 3.Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα στοιχεία, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, η ηλικία βεβαιώνεται με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής του άρθρ.6 του Νόμ. 825/1978 μετά από αίτηση του αρμοδίου οργάνου του ΙΚΑ ή του ασφαλισμένου. Με απόφαση της ίδιας Επιτροπής βεβαιώνεται η ηλικία και στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος αμφισβητήσει την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεώς του στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια, εφόσον η αμφισβήτηση αυτή στηρίζεται αποκλειστικά σε έγγραφα στοιχεία τα οποία έχουν συνταχθεί πριν από την υπαγωγή του στην ασφάλιση. 4.Η ηλικία των, κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεώς τους για χορήγηση ασφαλιστικής παροχής, αλλοδαπών ή ακαθόριστης υπηκοότητας ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους, αποδεικνύεται με το νόμιμα θεωρημένο διαβατήριό τους ή με την ταυτότητα, με την οποία τους έχει εφοδιάσει η αρμοδία αστυνομική αρχή. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία η ηλικία αποδεικνύεται με έγγραφο στοιχείο που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους, στο οποίο γεννήθηκε ο δικαιούχος της παροχής, εφόσον είναι θεωρημένο από την αρμοδία Ελληνική Προξενική Αρχή. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα ανωτέρω πρόσωπα. 5.Ως ημερομηνία γεννήσεως των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους, θεωρείται η ημερομηνία που προκύπτει από τα στοιχεία, τα οποία αναφέρονται στις προηγούμενες παρ.1 και 3. Στην περίπτωση που η ηλικία βεβαιώνεται με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής, καθώς και στην περίπτωση που από τα στοιχεία, τα οποία υποβάλλονται δεν προκύπτει ακριβής ημερομηνία γεννήσεως, ως ημερομηνία γεννήσεως θεωρείται οπωσδήποτε η 1η Ιουλίου του έτους γεννήσεως". Το άρθρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.1 του Π.Δ. 68/5-18 Μαρτ. 1986 (ΦΕΚ Α' 27). Διαπίστωσις ανικανότητος. Άρθρον 17. Καταργείται το Β.Δ. 676/1966 "περί αντικαταστάσεως του από 18/1-3.2.1954 Β.Δ. "περί χορηγήσεως συντάξεως εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Αρτοποιών, λόγω γήρατος, ανικανότητος, θανάτου, ως ετροποποιήθη και αντικατεστάθη υπό του Β.Δ. 323/68, του Β.Δ. 795/1969, του Β.Δ. 809/1969, Π.Δ. 256/74, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παρ.4 του άρθρου 13 του παρόντος. Άρθρον 18. Η ισχύς του παρόντος, πλην των άρθρων δι’ α άλλως ορίζεται άρχεται από της πρώτης του μεθεπομένου μηνός της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 26. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΉΣΕΩΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Αριθ. Ε4 /Οίκ. 1942 της 11/28 Μαΐου 1976 (ΦΕΚ Β΄ 709) Περί προωθήσεως θέσεων Β΄ Κατηγορίας ενίων ασφαλιστικών Οργανισμών. Έχοντες υπ’ όψει: Τας διατάξεις: α)του άρθρ.43 του Νόμ. 22/75 "περί ρυθμίσεως θεμάτων καταστάσεως των Δημοσίων Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.", εν συνδιασμώ προς τας διατάξεις των άρθρ.1 και 2 του Νόμ. 4464/65 "περί τροποποιήσεως διατάξεών τινων του Υπαλληλικού Κώδικος κλπ.", β)του Π.Δ. 545/75 (ΦΕΚ 177/75 τ.Α΄) "περί επεκτάσεως των διατάξεων του άρθρ.43 του Νόμ. 22/75 επί των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως των εποπτευομένων υπό του Υπουργείου κ.λ.π.", αποφασίζομεν: Την προώθησιν των κατά την 1 Απρ. 1975 θέσεων Β΄ Κατηγορίας των κάτωθι Ασφαλιστικών Οργανισμών ως ακολούθως: Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Αρτοποιών Άρθρ.1.-1.Εν τω κλάδω Β1 Διοικητικού-Λογιστικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Αρτοποιών, περιλαμβάνονται εν συνόλω 12 θέσεις επί βαθμοίς 10ω-6ω, ορίζεται μία θέσις επί βαθμώ 5ω, επί αντιστοίχω μειώσει των θέσεων επί βαθμοίς 10ω-6ω. Σελ. 168,36(β) Τεύχος ΙΒ-1-1 Σελ. 52 2.Κατόπιν της ως άνω μεταβολής η οργανική σύνθεσις των θέσεων του εν τη ως άνω παραγράφω Κλάδου διαμορφούται ως ακολούθως: Επί βαθμώ 5ω θέσις 1 Επί βαθμοίς 10ω-6ω θέσεις 11 Σύνολον 12 Άρθρ.2.-(Αναφερόμενον εις το Ταμείον Επικ. Ασφαλίσεως Μισθωτών Εστιατορίων – Ζυθεστιατορίων – Καφενείων - Οινομαγειρείων κ.λ.π., παρατίθεται εν τόμ. 39Δ σελ. 1458,04). Άρθρ.3.-(Αναφερόμενον εις το Ταμείον Επικ. Ασφαλίσεως Υποδηματεργατών, παρατίθεται εν τόμ. 39Δ σελ. 1680,03). Άρθρ.4.-(Αναφερόμενον εις το Επικουρικόν Ταμείον Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατών Μετάλλου, παρατίθεται εν τόμ. 39Ε σελ. 2008,13). 5.Γ.ε.26 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών Άρθρ.3.-Ι.Ο δικαιούμενος συντάξεως λόγω ανικανότητας πρέπει να υποβάλλει αίτηση στο Ταμείο για την παραπομπή του στην αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του ΤΕΒΕ προκειμένου να διαπιστωθεί η ανικανότητα. 2.Η αίτηση συνοδεύεται με βεβαίωση του θεράποντος ιατρού στην οποία θα αναγράφεται η πάθηση, ο χρόνος έναρξης της πάθησης και ότι αυτή τον καθιστά ανίκανο για την παραπέρα άσκηση του επαγγέλματός του. 3.Η παραπομπή στην αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του ΤΕΒΕ γίνεται από το Διευθυντή του Ταμείου. Η Επιτροπή γνωματεύει επί της ανικανότητας για την άσκηση του επαγγέλματος, του χρόνου που επήλθε αυτή, το ποσοστό αναπηρίας και του χαρακτηρισμού της ως προσωρινής ή οριστικής. 4.Για να θεμελιωθεί συνταξιοδοτικό δικαίωμα, το ποσοστό αναπηρίας δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσοστό από τον φορέα κύριας ασφάλισης (ΤΕΒΕ). (Αντί για τη σελ. 168,31 (β) Σελ. 168,31 (γ) Τεύχος ΙΒ-1-1 Σελ. 47 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών 5.Γ.ε.25 5.Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος, κατόπιν παραπομπής του απευθείας από το ΤΕΒΕ, έχει κριθεί ανίκανος από τις Υγειονομικές Επιτροπές του Οργανισμού αυτού, με ποσοστό αναπηρίας πάνω από το κατώτατο όριο που προβλέπεται κάθε φορά στο ΤΕΒΕ, ή από την ΤΔΕ, τότε χορηγείται η σύνταξη του ΤΕΑΑ βάσει των γνωματεύσεων αυτών χωρίς να απαιτείται η διαδικασία των προηγουμένων παραγράφων. 6.Σε κάθε περίπτωση οι ασφαλισμένοι του ΤΕΑΑ έχουν δικαίωμα ένστασης κατά των γνωματεύσεων των Υγειονομικών Επιτροπών του ΤΕΒΕ, οι οποίες όπως και οι αποφάσεις των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών, είναι υποχρεωτικές για το ΤΕΑΑ. 7.Εάν ο αιτών κριθεί ικανός προς άσκηση του επαγγέλματός του από τις Υγειονομικές Επιτροπές του ΤΕΒΕ, είναι απαράδεκτος η υποβολή νέας αίτησης για διαπίστωση της ανικανότητας προ της παρελεύσεως έτους από της υποβολής της κατά την παρ.1 και 2 του παρόντος άρθρου αιτήσεως, εκτός εάν επήλθε ουσιώδης επιδείνωση της υγείας τούτου βεβαιούμενης με νεώτερο πιστοποιητικό του θεράποντος ιατρού". Το άρθρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. Ι του Π.Δ. 277/89 (ΦΕΚ Α' 131). Άρθρον 4. Μέλη οικογενείας δικαιούμενα συντάξεως. 1.α)Συντρεχουσών των προϋποθέσεων προς συνταξιοδότησιν λόγω θανάτου δικαίωμα συντάξεως έχουσιν ή επιζώσα σύζυγος, εφ’ όσον παραμένει εν χηρεία, τα νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, εκουσίως η πλήρως δικαστικώς αναγνωρισθέντα ως και τα υιοθετηθέντα τέκνα του αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εφ’ όσον, εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει, δεν εχώρησεν αμετακλήτως λύσις της υιοθεσίας. β)Προς τον θάνατον εξομοιούται και η αφάνεια. 2.Σύνταξις παρέχεται εις τα τέκνα μέχρι της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας των ή μέχρι της συμπληρώσεως του 25ου, εφ’ όσον ταύτα συνεχίζουν τας σπουδάς των, αδιακρίτως, δε ορίου ηλικίας, εφ’ όσον ταύτα είναι ανίκανα προς πάσαν εργασίαν ένεκα σωματικής ή πνευματικής παθήσεως ή βλάβης, διαπιστουμένης υπό της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής, προκειμένου δε περί θηλέων εφ’ όσον είναι άγαμα και άνευ επαγγέλματος. 3.Η οικογενειακή κατάστασις αποδεικνύεται δια πιστοποιητικού του οικείου Δήμου ή Κοινότητος, το δε ανεπάγγελτον δι’ υπευθύνου δηλώσεως του ενδιαφερομένου κατά το Ν.Δ. 105/1969. Σελ. 168,32(γ) Τεύχος ΙΒ-1-1 Σελ. 48 Άρθρον 5. Χρόνος ασκήσεως επαγγέλματος. 1.Χρόνος ασκήσεως του επαγγέλματος λογίζεται η προ και μετά την ίδρυσιν του Ταμείου περίοδος ασκήσεως του επαγγέλματος του αρτοποιού, ή σιμιτοποιού, εντός των ορίων του Κράτους. 2.Προς απόδειξιν του χρόνου ασκήσεως επαγγέλματος απαιτούνται: α)Πιστοποιητικόν του οικείου Επιμελητηρίου. β)Πιστοποιητικόν της οικείας Επαγγελματικής Οργανώσεως, εις ο θα αναφέρηται η κατά κύριον και σύνηθες επάγγελμα άσκησις του επαγγέλματος του αρτοποιού ή σιμιτοποιού ατομικώς ή συνεταιρικώς. Ελλείποντος του ενός των ανωτέρω στοιχείων, δύναται να αναπληρωθή δια βεβαιώσεως του αρμοδίου Αστυνομικού Τμήματος ή ετέρας υπηρεσίας του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., ή δια τυχόν μισθωτηρίων του ακινήτου εχόντων βεβαίαν χρονολογίαν, ή εταιρικών συμβολαίων, νομίμως συνταχθέντων και δημοσιευθέντων, ή των βιβλίων παραγωγής, ή των τιμολογίων αγοράς αλεύρων των θεωρημένων υπό της οικείας Οικονομικής Εφορίας. "3.Ο χρόνος άσκησης του επαγγέλματος του αρτοποιού-σιμιτοποιού από 1.1.1989 και μετά θα αποδεικνύεται μόνο από τα παρακάτω δικαιολογητικά στοιχεία: α)από τα τιμολόγια Αγοράς αλεύρων ή τις πράξεις ασφάλισης του ΤΕΑΑ και β)από το Πιστοποιητικό της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης το οποίο θα εκδίδεται ύστερα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και στο οποίο θα πιστοποιείται ο χρόνος άσκησης του επαγγέλματος του αρτοποιού ή σιμιτοποιού με ακριβή ημερομηνία έναρξης και διακοπής αν η άσκηση του επαγγέλματος έγινε ατομικά ή εταιρικά, τον διάδοχο της επιχείρησης ή ότι αυτή έπαυσε να λειτουργεί. Όπου δεν υπάρχει τέτοια οργάνωση, αρκεί όμοιο πιστοποιητικό της Επαγγελματιοβιοτεχνικής Οργάνωσης της πόλης και αν δεν υπάρχει τέτοια οργάνωση του Προέδρου της Κοινότητας. Τυχόν επιπλέον χρόνος επαγγελματικής δραστηριότητας που θα προκύπτει από τα ανωτέρω πιστοποιητικά συγκριτικά με τα τιμολόγια αγοράς αλεύρων ή τις πράξεις ασφάλισης δεν θα λαμβάνεται υπόψη". Η παρ.3 προστέθηκε από το άρθρ.2 του Π.Δ. 277/89 (ΦΕΚ Α' 131). 5.Γ.ε.25 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών Χρόνος και απόδειξη ασφάλισης Άρθρ.6.-"1.Χρόνος πραγματικής ασφάλισης θεωρείται η άσκηση του επαγγέλματος του αρτοποιού ή σιμιτοποιού από την ίδρυση του Ταμείου και μετά που αποδεικνύεται από την ποσότητα αλεύρων που κατεργάζεται κάθε αρτοποιός ή σιμιτοποιός. 2.Χρόνος μεγαλύτερος από έξι μήνες θεωρείται ολόκληρο έτος. 3.Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αναφέρεται η κατεργασθείσα ποσότητα αλεύρων σε ποσότητα άρτου, ανεξάρτητα από τον τύπου τους θα θεωρείται 1 χιλ. άρτου ίσο προς 750 γραμμάρια αλεύρου. 4.Για την εξεύρεση της ημερήσιας κατεργασίας αλεύρων ο μήνας υπολογίζεται σε τριάντα μέρες. "5.Για την απόδειξη της κατεργαζομένης ποσότητας αλεύρων ο ασφαλισμένος υποχρεούται να υποβάλλει στο Ταμείο τα παρακάτω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία και μόνο λαμβάνονται υπόψη: α.Βεβαίωση της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης από την οποία θα προκύπτει ποια έτη κατά την περίοδο 1936 μέχρι 1966 κατεργάσθηκε άλευρα. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει οικεία επαγγελματική οργάνωση, αρκεί όμοια βεβαίωση της επαγγελματοβιοτεχνικής οργάνωσης της πόλης ή της περιοχής, αν δεν υπάρχει δε και τέτοια οργάνωση, της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή του προέδρου της Κοινότητας. β.Τα τιμολόγια αγοράς αλεύρων για τα έτη 1967 μέχρι και 1974. Σε περίπτωση που, δεν υπάρχουν τιμολόγια αγοράς αλεύρων για την περίοδο 1.1.1967 μέχρι 31.12.1974, ή μέρος αυτής, μπορεί να αναγνωρίζεται η περίοδος αυτή ως χρόνος πραγματικής ασφάλισης δια της καταβολής εφάπαξ κατά τον χρόνο της αναγνώρισης υπέρ του ΤΕΑΑ εισφοράς ίσης προς το γινόμενο του μέσου όρου της ημερησίας κατεργασίας αλεύρων των ετών πραγματικής ασφάλισης από 1.1.1975 μέχρι το τέλος του προηγούμενου μήνα υποβολής της σχετικής αίτησης αναγνώρισης, επί τον χρόνο που αναγνωρίζεται, επί το ήμισυ της ισχύουσας ασφαλιστικής εισφοράς για κάθε χιλ/μο αλεύρων κατά τον χρόνο υποβολής της παραπάνω αίτησης. Ο μέσος όρος της ημερησίας κατεργασίας αλεύρων της πιο πάνω παραγράφου δεν μπορεί να υπολογισθεί λιγότερο από 128 χιλ/μα άλευρα. γ.Δια τους ήδη συνταξιούχους του Ταμείου που θα ζητήσουν την αναγνώριση της περιόδου 1.1.1967 μέχρι 31.12.1974, ή μέρος αυτής, ως χρόνο πραγματικής ασφάλισης, η υπέρ του Ταμείου εισφορά που καταβάλλεται θα είναι ίση προς το γινόμενο του μέσου όρου ημερησίας κατεργασίας αλεύρων, βάσει της οποίας καθορίσθηκε η σύνταξη, επί δρχ. 0,80, επί τον αναγνωριζόμενο χρόνο, η σύνταξη δε αυτή καταβάλλεται από την 1ην του επομένου μήνα υποβολής της σχετικής αίτησής των, και της καταβολής της εισφοράς. Ο ως άνω αναγνωριζόμενος χρόνος πραγματικής ασφάλισης ουδεμίαν επίδραση έχει ως προς το ορισθέν και καταβληθέν ή μη του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος". Η παρ.5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.4 του Π.Δ. 216/18-30 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α' 81) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 104 της 4 Ιουλ. 1991), κατωτ. αριθ. 37. 6.Όσοι ασκούν, σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρ.7 του παρόντος, δικαίωμα υπολογισμού της κατεργασθείσας ποσότητας αλεύρων από το έτος 1936 και μετά υποχρεώνονται να υποβάλουν: α.Για τα έτη από 1936 μέχρι και 1953, βεβαίωση του ΤΕΑΑ, από τα στοιχεία του πρώην ΤΑΑΜΜ που υπάρχουν σ’ αυτό και από 1954 μέχρι και 1966 όμοια βεβαίωση του ΙΚΑ. β.Όταν δεν υπάρχουν στοιχεία για την περίοδο από 1936 μέχρι και 1966, τα βιβλία κατεργαζόμενης ποσότητας αλεύρων τα οποία επαληθεύονται για τα έτη μετά το 1960 μέχρι και το 1966, από τα τιμολόγια αγοράς αλεύρων ή βιβλία αγορών, οπότε λαμβάνεται υπόψη για την κατάταξη σε αντίστοιχη κλάση η ποσότητα αλεύρων από τα βιβλία παραγωγής κατά το μέρος που αυτή επαληθεύεται. 7.(Καταργήθηκε από το άρθρ.4 του Π.Δ. 216/1830 Μαΐου 1991, ΦΕΚ Α' 81, διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 104 της 4 Ιουλ. 1991, κατωτ. αριθ. 37). 7(δ).Για την απόδειξη της κατεργαζόμενης ποσότητας αλεύρων κατά έτος και τον υπολογισμό αυτού ως έτους πραγματικής ασφάλισης, όλοι οι ασφαλισμένοι είναι υποχρεωμένοι να υποβάλουν: α.Υπεύθυνη δήλωση του Ν.Δ. 105/69,στην οποία θα δηλώνεται το σύνολο της ποσότητας αλεύρων που κατεργάσθηκε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου κάθε χρόνου καθώς και το ποσό της εισφοράς που παρακρατήθηκε ή κατατέθηκε υπέρ του Ταμείου. Στη δήλωση αυτή πρέπει να αναγράφεται χωριστά η ποσότητα των αλεύρων που προέρχεται από αγορά από τους εκμεταλλευόμενους κάθε είδους αλευρόμυλο και από τους αλευρέμπορους καθώς και η ποσότητα των αλεύρων που προέρχεται από κάθε άλλη πηγή. Σε περίπτωση λειτουργίας αρτοποιείου ή σιμιτοποιείου με μορφή εταιρείας πρέπει να αναγράφεται εκτός από τα στοιχεία των εκπροσώπων αυτής η επωνυμία της επιχείρησης καθώς και το ποσοστό συμμετοχής σ’ αυτή κάθε εταίρου. Για το λόγο αυτόν υποβάλλεται αντίγραφο του εταιρικού επικυρωμένο νόμιμα. (Αντί για τη σελ. 168,321) Σελ. 168,321(α) Τεύχος 1276-Σελ. 11 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών 5.Γ.ε.25 β.Ανάλογα με την πηγή προέλευσης των αλεύρων της παραπάνω ετήσιας περιόδου, τα τιμολόγια αγοράς αλεύρων ή τις αποδείξεις παραλαβής αλεύρων μαζί με τα αποδεικτικά καταβολής της εισφοράς υπέρ του Ταμείου στην περίπτωση αυτή, όταν υπάρχει δε αδυναμία προσκόμισης αυτών, επικυρωμένα φωτοαντίγραφρα των παραπάνω στοιχείων. γ.Κατάσταση της ποσότητας αλεύρων που προμηθεύθηκε από την 1η Ιανουαρίου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, από την οποία θα φαίνεται το έτος, το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του αρτοποιού ή σιμιτοποιού, και στην περίπτωση επιχείρησης που λειτουργεί με Εταιρική μορφή, η επωνυμία και η έδρα της επιχείρησης αρτοποιείου ή σιμιτοποιείου. Στην κατάσταση αυτή αναγράφονται και τα παρακάτω στοιχεία: αα.Ο αύξων αριθμός εγγραφής. Σελ. 168,322(α) Τεύχος 1276-Σελ. 12 5.Γ.ε.25 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών ββ.Ο αριθμός τιμολογίου αγοράς αλεύρων με την ημερομηνία έκδοσής τους, όταν πρόκειται για άλευρα που προέρχονται από τους αλευρόμυλους και αλευρέμπορους ή ο αριθμός της διπλοτύπου απόδειξης παραλαβής αλεύρων με την ημερομηνία εισαγωγής, όταν πρόκειται για τα προερχόμενα από κάθε άλλη πηγή, από τρίτους ή αγρότες. γγ.Επωνυμία και έδρα των Εταιρειών Κυλινδρομύλων κλπ. ή ονοματεπώνυμο και διεύθυνση αλευρεμπόρων, τρίτων ή αγροτών ανάλογα με την προέλευση των αλεύρων. δδ.Ποσότητα αλεύρων σε χιλιόγραμμα, για τα προερχόμενα από κυλινδρόμυλους ή αλευρέμπορους, καθώς και για τα προερχόμενα από κάθε άλλη πηγή. εε.Το ποσό της εισφοράς που καταβλήθηκε υπέρ του Ταμείου. 8(9).Τα έγγραφα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο υποβάλλονται το αργότερο μέχρι την 30η Απριλίου του επόμενου έτους στο οποίο αναφέρονται, η δε υποβολή τους αποδεικνύεται από το βιβλίο πρωτοκόλλου του Ταμείου, του οποίου ο αριθμός τίθεται στο έγγραφο της υπεύθυνης δήλωσης. Η υπηρεσία του Ταμείου ελέγχει τα αναγραφόμενα ποσά στην υπεύθυνη δήλωση και στην Κατάσταση προμηθείας αλεύρων, επαληθεύει αυτά με τα τιμολόγια αγοράς και τις αποδείξεις παραλαβής αλεύρων, εκδίδει πράξη ασφάλισης για το έτος αυτό και καταχωρεί στη μερίδα του ασφαλισμένου από τις αναγραφόμενες ποσότητες μόνο τις επαληθευθείσες. Μετά από αυτό τοποθετεί στον οικείο φάκελλο και την υπεύθυνη δήλωση με την πράξη ασφάλισης και την κατάσταση, επιστρέφει τα τιμολόγια κλπ. στον ασφαλισμένο και ενεργεί τα νόμιμα για τυχόν καταλογισμό και είσπραξη οφειλόμενης εισφοράς. 9(10).Εκπρόθεσμη υποβολή στο Ταμείο του αποδεικτικού της κατεργασίας αλεύρων και των λοιπών στοιχείων που αναφέρονται στην παρ.8 του παρόντος άρθρου έχει ως συνέπεια να μη θεωρείται το έτος που πέρασε, ως χρόνος πραγματικής ασφάλισης εκτός αν, ύστερα από έγγραφη πρόσκληση του Ταμείου που θα υπενθυμίζει τη συνέπεια της απώλειας του παραπάνω έτους ως χρόνου ασφάλισης και θα επιδοθεί στον ασφαλισμένο με απόδειξη παραλαβής, ο ασφαλισμένος υποβάλλει μέσα σε προθεσμία επτά μηνών από την επίδοση της πρόσκλησης, αίτηση συνοδευόμενη από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία με την οποία θα ζητά την αναγνώριση του υπό κρίση έτους, οπότε και καλύπτεται αυτοδίκαια το εκπρόθεσμο. Οι εισφορές όμως του έτους αυτού που δεν εισπράχθηκαν οφείλονται σε κάθε περίπτωση, όσες δε τυχόν καταβλήθηκαν επιπλέον δεν επιστρέφονται. 10(11).Η έκδοση βεβαιώσεων, από τις οικείες επαγγελματικές οργανώσεις, σχετικά με το συντάξιμο χρόνο, την κατεργασία αλεύρων κλπ. γίνεται ύστερα από απόφαση του Δ.Σ. αυτών. 15(12).α)Σε περίπτωση εκμετάλλευσης δύο αρτοποιείων ή σιμιτοποιείων από το ίδιο πρόσωπο, από τα οποία το ένα συνεταιρικό, το ποσοστό της κατεργασθείσας ποσότητας αλεύρων που αναλογεί από το συνεταιρικό αρτοποιείο ή σιμιτοποιείο προστίθεται στην ποσότητα κατεργασθέντων αλεύρων από το ατομικό αρτοποιείο. β.Σε περίπτωση συνεταίρων ασφαλισμένων, που εκμεταλλεύονται περισσότερα αρτοποιεία ή σιμιτοποιεία, για την κατάταξη αυτών σε κλάσεις, αθροίζονται τα αναλογούντα στον καθένα ποσοστά της κατεργασθείσας ποσότητας αλεύρων σε κάθε αρτοποιείο ή σιμιτοποιείο. γ.Σε περίπτωση άσκησης του επαγγέλματος από μερικούς μόνο από τους συνεταίρους, η κατεργασθείσα ποσότητα αλεύρων υπολογίζεται εξ ολοκλήρου υπέρ αυτών που ασκούν το επάγγελμα, εφόσον από δήλωση του Ν.Δ. 105/69 των συνεταίρων προκύπτει η μη πραγματική συμμετοχή μερικών από αυτούς στη λειτουργία του αρτοποιείου ή σιμιτοποιείου. Εξαιρετικά η δήλωση αυτή υποβάλλεται υποχρεωτικά κάθε έτος και μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 4 μηνών από τη λήξη αυτού, διαφορετικά δεν λαμβάνεται υπόψη σε καμιά περίπτωση". Μετά την κατάργηση της παρ.7, οι παρ. 8-12 αναριθμήθηκαν σε 7-11 από το άρθρ.4 του Π.Δ. 216/18-30 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α' 81) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 104 της 4 Ιουλ. 1991), κατωτ. αριθ. 37. Το άρθρ.6 αντικαταστάθηκε ως άνω από το

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.