📄 Κείμενο νόμου
10α. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 1/5 Μαρτ. 1932 (ΦΕΚ Α΄ 61) Περί του τρόπου διοικήσεως και διαχειρίσεως της κατά το άρθρ. 8 του Νόμ. 4684 διατηρουμένης περιουσίας των Μονών. Έχοντες υπ' όψει το άρθρ. 8 του Νόμ. 4684 «περί διοικήσεως και διαχειρίσεως εκκλησιαστικής περιουσίας και περί συγχωνεύσεως των μικρών Μονών», προτάσει του επί της Παιδείας και των Θρησκευμάτων Υπουργού, μετά σύμφωνον γνώμην του Κ.Σ. ΟΔΕΠ και μετά την υπ’ αριθ. 897/1931 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Σελ. 136,04 Τεύχος 596-Σελ. 100 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Διοίκησις Άρθρ.1.-Την κατά τους όρους του άρθρ. 8 διατηρουμένην περιουσίαν των Μονών, διοικούσι και διαχειρίζονται τα Ηγουμενοσυμβούλια προκειμένου δε περί των εις τας διατάξεις του άρθρ. 8 του Νόμ. 4567 υπαγομένων Μονών, το Μοναστηριακόν Συμβούλιον. Η αρμοδιότης των τε Ηγουμενοσυμβουλίων και Μοναστηριακών Συμβουλίων καθορίζεται εν τη διαχειρίσει της περιουσίας των Μονών ως κατωτέρω. Άρθρ.9.-Κατατεθείσης της κατά τας διατάξεις του άρθρ. 8 παρ. α΄ εδάφ. 3 γ΄, οριζομένης εγγυήσεως και εντός 5 ημερών από ταύτης, το Ηγουμενοσυμβούλιον ή Μοναστηριακόν συμβούλιον προσκαλεί εγγράφως τον τελευταίον πλειοδότην προς υπογραφήν του μισθωτηρίου συμβολαίου, συντασσομένου ενώπιον συμβολαιογράφου παραγγελία του Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού συμβουλίου. Το μισθωτήριον συμβόλαιον υπογράφεται υπό του τελευταίου πλειοδότου και του Ηγουμένου ή τούτου κωλυομένου υπό ενός των συμβούλων των Μονών, προς τούτο εξουσιοδοτημένου αρμοδίως, τα δε τέλη και λοιπά εν γένει έξοδα ως και τα έξοδα εκδόσεως δύο αντιγράφων βαρύνουσι μονομερώς τον μισθωτήν. Ο μισθωτής λαμβάνει την κατοχήν του μισθίου μόνον μετά την υπογραφήν του μισθωτηρίου συμβολαίου. Ο χρόνος της πληρωμής του μισθώματος ορίζεται εν τη διακηρύξει της δημοπρασίας και τω συμβολαίω, αλλ’ ουδέποτε το ετήσιον μίσθωμα δύναται να κατατμηθή εις πλείονας των 4 δόσεων. Εις την πρώτην δόσιν, πάντοτε προκαταβαλλομένη, συμψηφίζεται και η κατά την διενέργειαν της δημοπρασίας δοθείσα προς συμμετοχήν εγγύησις. Υπεκμίσθωσις επιτρέπεται μόνον τη εγγράφω εγκρίσει του Μητροπολίτου. Σιωπηρά αναμίσθωσις δεν χωρεί. Εξοφληθέντος ολοσχερώς του μισθώματος και εκτελεσθεισών πασών των εκ της συμβάσεως υποχρεώσεων του μισθωτού διατάσσεται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου η απόδοσις της εγγυήσεως. Άρθρ.10.-Προκειμένου περί μισθώσεως δασών, πλην των εν τω παρόντι και των εν τη συγγραφή των υποχρεώσεων αναφερομένων όρων, λογίζονται υπονοούμενοι και οι υπό των νόμων δια την εκμετάλλευσιν ιδιωτικών δασών οριζόμενοι τοιούτοι. Το αυτό ισχύει και δια την μίσθωσιν μεταλλείων ή ορυχείων. Άρθρ.11.-Η πρόχειρος δημοπρασία διεξάγεται ενώπιον της κατά το άρθρ. 3 παρ. 3 του παρόντος Επιτροπής κατά την επομένην συνοπτικήν διαδικασίαν. Το Ηγουμενοσυμβούλιον ή Μοναστηριακόν Συμβούλιον εγκρίσει του οικείου Ιεράρχου επιμελείται της δημοσιεύσεως της διακηρύξεως δια τοιχοκολλήσεως εις το Κατάστημα της Κοινότητος 10 τουλάχιστον ημέρας προ της ορισθείσης δια την δημοπρασίαν τοιαύτης και δι’ αναγνώσεως ταύτης επ’ εκκλησίαις αποστελλομένης παρά τούτου εγκαίρως της διακηρύξεως εις τον οικείον εφημέριον. Η δημοπρασία διενεργείται ημέραν Κυριακήν ή άλλην εξαιρέσιμον από της 10ης μέχρι 12 π.μ. δια προφορικού διαγωνισμού τηρουμένων πρακτικών υπό της Επιτροπής, των προσφορών εκφωνουμένων δια κήρυκος. Άμα τω πέρατι της δημοπρασίας το σχετικόν πρακτικόν μετά της αποδείξεως τοιχοκολλήσεως της διακηρύξεως και τοιαύτης του εφημερίου διαβιβάζονται υπό της επιτροπής εις τον οικείον Μητροπολίτην προς έγκρισιν. Άρθρ.12.-Μετά τρεις δημοπρασίας, κριθείσας ακυρωτέας λόγω μη προσελεύσεως πλειοδοτών ή λόγω ασυμφόρου επιτρέπεται η δι’ αυτεπιστασίας καλλιέργεια αγροτικών κτημάτων των Μονών, βάσει προϋπολογισμού εξόδων και υπολογισμού εσόδων εγκρινομένου υπό του οικείου Μητροπολίτου. Αλλά και εκτός της ως άνω περιπτώσεως επιτρέπεται η δι’ αυτεπιστασίας καλλιέργεια κτημάτων εφ’ όσον ο οικείος Ιεράρχης θεωρεί τούτο πρόσφορον και συμφέρον εις την Μονήν. Άρθρ.13.-Τα περισσεύματα αυτούσια εισοδήματα εκ των δι’ αυτεπιστασίας καλλιεργουμένων κτημάτων, όσα δεν είναι αναγκαία δια την συντήρησιν των μοναχών και του λοιπού προσωπικού εκποιούνται δια τακτικής μεν πλειοδοσίας, εφ’ όσον η πιθανή αξία αυτών είναι ανωτέρα των δραχ. 3.000, δια προχείρου δε τοιαύτης όταν η αξία αυτών δεν υπερβαίνει τας δραχ. 3000, κατά τα ανωτέρω οριζόμενα περί μισθώσεως των μοναστηριακών κτημάτων, κατ’ αμφοτέρας όμως τας περιπτώσεις μετ’ έγκρισιν του Μητροπολίτου. Το αυτό ισχύει και δια την εκποίησιν των περισσευμάτων κτηνοτροφικών και άλλων προϊόντων. Άρθρ.14.-Εναντίον του αποτελέσματος δημοπρασιών μισθώσεως κτημάτων, εκποιήσεως προϊόντων και εν γένει επισκευής ή εκποιήσεως ακινήτων οι μοναχοί της οικείας Μονής δύνανται να ενίστανται δι’ αιτήσεώς των, δεόντως ητιολογημένης, εις τον οικείον Μητροπολίτην. Σελ. 141 161-135 Διοίκηση Μοναστηριών 33.Γ.α.10α Επισκευαί Άρθρ.15.-Επισκευαί ακινήτων κτημάτων των Μονών δύνανται να γίνωνται μόνον τη εγκρίσει του Μητροπολίτου και υπό τους περιορισμούς των άρθρ. 17 παρ. 1 και 21 παρ. 2 του παρόντος. Δια την ενέργειαν επισκευής απαιτείται επί έργου μεν αξίας από δραχ. 2.000 μέχρι 10.000 προϋπολογισμός δαπάνης συντεταγμένος υπό εμπειροτέχνου, επί έργου δε αξίας ανωτέρας των 10.000 δραχμών προϋπολογισμός και μελέτη διπλωματούχου μηχανικού τεθεωρημένη υπό του οικείου Νομομηχανικού. Δια τα έργα αξίας κάτω των δραχ. 2.000 δεν απαιτείται προϋπολογισμός. Αι επισκευαί γίνονται δια προχείρου μεν δημοπρασίας δι’ έργα αξίας κάτω των 2.000 δραχμών, δια τακτικής δε τοιαύτης δι’ έργα αξίας ανωτέρας των δραχ. 2000. Δια την διενέργειαν των δημοπρασιών επισκευής εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν αι διατάξεις του παρόντος «περί μισθώσεως ακινήτων» τα δε πρακτικά αυτών κυρούνται υπό οικείου Μητροπολίτου. Διάθεσις εσόδων Άρθρ.16.-Άπασαι αι εξ οιασδήποτε αιτίας εισπράξεις εκ των προσόδων της διατηρουμένης περιουσίας κατατίθενται ευθύς ως συντελεσθώσιν εντόκως εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος ή τα Υποκαταστήματα αυτής επ’ ονόματι της Μονής και υπό λογαριασμόν «Πρόσοδοι εκ της διατηρουμένης περιουσίας». Της τοιαύτης υποχρεώσεως δύνανται ν’ απαλλαχθώσι δι’ αποφάσεως του οικείου Ιεράρχου, Μοναί απέχουσαι τουλάχιστον έξ ώρας από του πλησιεστέρου Υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης, της κατά τ' ανωτέρω αποστάσεως υπολογιζομένης με βάσιν το ταχύτερον σύνηθες μέσον συγκοινωνίας το συνδέον την Μονήν προς το πλησιέστερον Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης. Μόνον τα αυτούσια εισοδήματα της Μονής παραμένουσι παρ’ αυτή, ειδοποιουμένου εκάστοτε εγγράφως περί του είδους και της ποσότητος αυτών του οικείου Μητροπολίτου, όστις αποφαίνεται επί τη ητιολογημένη προτάσει του Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου περί της διαθέσεως αυτών. Εκ των υπό τον ανωτέρω λογαριασμόν κατατιθεμένων προσόδων της διατηρουμένης περιουσίας καταβάλλονται τ' απαιτούμενα χρηματικά ποσά δια την προμήθειαν των αναγκαιούντων ειδών προς διατροφήν των μοναχών, δοκίμων και του υπηρετικού προσωπικού της Μονής κατά την εποχήν της συγκομιδής των καρπών δι’ ολόκληρον το έτος. Επίσης της προς θέρμανσιν των μοναχών απαιτουμένης καυσίμου ύλης. Σελ. 142 161-136 Ομοίως των αναγκαιούντων δια την εν γένει συντήρησιν των δια τας υπηρεσίας της Μονής διατηρουμένων κτηνών. Ο Ηγούμενος ή ο Οικονόμος της Μονής, φυλάσσει τας προμηθείας και διανέμει αυτάς αναλόγως υπό την επιτήρησιν του Ηγουμένου ή Προϊσταμένου του Μοναστηριακού Συμβουλίου. Επίσης εκ των προσόδων της διατηρουμένης περιουσίας, εφ’ όσον επαρκούσιν αύται, καταβάλλονται και αι λοιπαί εις τον προϋπολογισμόν της Μονής αναγεγραμμέναι δαπάναι. Ειδικώτερον αι πρόσοδοι της διατηρουμένης περιουσίας, διατίθενται κατά την κάτωθι οριζομένην σειράν προτεραιότητος. 1)Προμήθεια ειδών τροφής μοναχών, ιερομονάχων. 2) » » επενδύσεων εν γένει. 3) » φαρμάκων και αμοιβή ιατρού. 4) » ειδών φωτισμού, θερμάνσεως, καθαριότητος και πλυστικών. 5)Προμήθεια ειδών τροφής ζώων εν γένει. 6)Λοιπαί δαπάναι συντηρήσεως ζώων. 7)Προμήθεια κηρού, φυτιλίων, ελαίου, θυμιάματος και δαπάναι κατασκευής ιερών αμφίων. 8)Μισθοί υπηρετών της Μονής εν γένει. 9)Δαπάναι διεξαγωγής πανηγύρεων. 10)Τόκοι δανείων ενυποθήκων ή μη. 33.Γ.α.10α Διοίκηση Μοναστηριών 11)Δικαστικά έξοδα εν γένει και έξοδα προκηρύξεως δημοπρασιών. 12)Έξοδα αρχιερατικών λειτουργιών. 13)Δαπάναι ξενίας. 14)Προμήθεια και επισκευή επίπλων και σκευών. 15)Οδοιπορικά έξοδα των δια τας υποθέσεις της Μονής μετακινουμένων Ηγουμενοσυμβουλίων και μοναχών. Πλεονάσματα Άρθρ.2.-Η αρμοδιότης των Ηγουμενοσυμβουλίων και Μοναστηριακού Συμβουλίου εκτείνεται επί παντός θέματος αναγομένου εις την διοίκησιν και διαχείρισιν της διατηρουμένης περιουσίας υπό τους περιορισμούς των διατάξεων του παρόντος Διατάγματος και ειδικώτερον: α)Εισηγείται, εις όσας περιπτώσεις υποχρεούται προς τούτο εκ των διατάξεων του παρόντος, εις τον οικείον Μητροπολίτην την λήψιν αποφάσεων επί της διοικήσεως της περιουσίας και εκτελεί τας αποφάσεις αυτού. β)Λαμβάνει παν μέτρον νόμιμον προς περιφρούρησιν της περιουσίας της Μονής. γ)Μεριμνά περί της εγκαίρου εισπράξεως των εσόδων της περιουσίας της Μονής. δ)Αναλαμβάνει, μετά προηγουμένην έγκρισιν του οικείου Ιεράρχου, εκ της Εθνικής Τραπέζης τ' αναγκαιούντα ποσά δια την πληρωμήν εν γένει των εξόδων της Μονής. ε)Εκκαθαρίζει, εντέλλεται και ενεργεί την πληρωμήν των εξόδων της Μονής, εντός των ορίων των δια του προϋπολογισμού εγκρινομένων πιστώσεων, ευθυνόμενον δια πάσαν τυχόν υπέρβασιν ήτις καταλογίζεται εις βάρος αυτού. ς)Υπογράφει τας διακηρύξεις πλειοδοτικών ή μειοδοτικών δημοπρασιών και διενεργεί ταύτας. ζ)Υπογράφει τας αφορώσας εις την διοίκησιν και διαχείρισιν της περιουσίας της Μονής συμβολαιογραφικάς πράξεις. η)Μετ’ έγκρισιν της Ιεράς Συνόδου, τη ητιολογημένη προτάσει του οικείου Μητροπολίτου, δύναται να καταργή δίκας, να παραιτήται αγωγής ή ενδίκων μέσων, να αποδέχηται συμβιβασμούς εξωδίκους ή δικαστικούς και να υπογράφη τα σχετικά προς τας ενεργείας ταύτας έγγραφα. 33.Γ.α.10α Διοίκηση Μοναστηριών Εκμίσθωσις κτημάτων Άρθρ.17.-Αι μετά την πληρωμήν των ως άνω δαπανών αδιάθετοι πρόσοδοι θεωρούνται πλεονάσματα της διαχειρίσεως του έτους, δυνάμενα να διατεθώσιν από του επομένου έτους δια την πληρωμήν των κάτωθι δαπανών, εφ’ όσον παρίσταται προς τούτο ανάγκη, μετά προηγουμένην έγκρισιν του οικείου Μητροπολίτου και κατά την κάτωθι οριζομένην σειράν προτεραιότητος. «1.Κάλυψις ελλειμμάτων Μονών της αυτής Μητροπολιτικής περιφερείας». Η παρ. 1 προσετέθη δια του άρθρ. 2 Π.Δ. 7/13 Μαρτ. 1934 των πρώην παρ. 1-6 λαβουσών αριθ. 2-7. 2.Δαπάναι συντηρήσεως και μικροεπισκευαί των κτιρίων της Μονής. 3.Γενικαί επισκευαί ή επέκτασις των κτιρίων της Μονής και αμοιβή μηχανικού. 4.Συνδρομαί δι’ εκκλησιαστικούς εκπαιδευτικούς σκοπούς (υποτροφίαι μοναχών κλπ.). 5.Συνδρομαί δι’ άλλους εκπαιδευτικούς σκοπούς. 6.Συνδρομαί δια φιλανθρωπικούς σκοπούς και βοηθήματα εν γένει. 7.Επένδυσις δι’ αγοράς επωφελούς προσοδοφόρων αστικών και αγροτικών κτημάτων εγκρίσει του οικείου Ιεράρχου. Μέχρι της κατά τ' ανωτέρω χρησιμοποιήσεως αυτών, τα πλεονάσματα δύνανται να επενδύωνται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου τη εγκρίσει του οικείου Μητροπολίτου εις Εθνικά χρεώγραφα ή Χρηματόγραφα κατατιθέμενα εις την Εθνικήν Τράπεζαν ή τα Υποκαταστήματα αυτής επ’ ονόματι της οικείας Μονής. Αι εκ των κατά τ' ανωτέρω χρεωγράφων πρόσοδοι αναγράφονται εις τον προϋπολογισμόν της Μονής και διατίθενται ως και αι λοιπαί πρόσοδοι της διατηρουμένης περιουσίας. Μετατροπή Κεφαλαίων Άρθρ.18.-Προς τον σκοπόν αυξήσεως των προσόδων επιτρέπεται η εκποίησις προς μείζον όφελος ακινήτων κτημάτων των Μονών. Η εκποίησις γίνεται κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου επί τη αιτήσει του Ηγουμενοσυμβουλίου ή του Μοναστηριακού Συμβουλίου, δεόντως ητιολογημένη, υποβαλλομένη αυτή δια του οικείου Μητροπολίτου μετά σχετικής γνωμοδοτήσεως αυτού. Η εκποίησις γίνεται μόνον δια τακτικής πλειοδοτικής δημοπρασίας ης τα πρακτικά κυρούνται υπό της Ιεράς Συνόδου. Το τίμημα κατατίθεται ολόκληρον, άμα τη συντάξει του Συμβολαίου, εις την Εθνικήν Τράπεζαν ή τα Υποκαταστήματα αυτής, επ’ ονόματι της Μονής, η δε απόδειξις της καταθέσεως προσαρτάται εις το πωλητήριον συμβόλαιον. Δια την ενέργειαν της δημοπρασίας τηρούνται αι διατάξεις του από 6 Ιουλ. 1931 Διατάγματος περί όρων και τρόπου εκποιήσεως Εκκλησιαστικών και Μοναστηριακών ακινήτων. Προκειμένου περί δωρεάς ακινήτου δι’ ευσεβείς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς προς τη αποφάσει της Ιεράς Συνόδου, απαιτείται και ειδικός νόμος επιτρέπων την τοιαύτην παραχώρησιν. Άρθρ.19.-Η είσπραξις των εσόδων της διατηρουμένης περιουσίας γίνεται μόνον δυνάμει αποδεικτικών εισπράξεως, ως επίσης η πληρωμή των εξόδων γίνεται μόνον δια χρηματικών εντολών πληρωμής αποκοπτομένων εξ ειδικών διπλοτύπων βιβλίων, εκτυπουμένων δαπάναις της Μονής συμφώνως προς τα συνημμένα τω παρόντι υποδείγματα. Τα αποδεικτικά εισπράξεως και αι χρηματικαί εντολαί πληρωμής υπογράφονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου, προκειμένου δε περί των εις τας διατάξεις του άρθρ. 8 του Νόμ. 4667 υπαγομένων Μονών υπό του Προϊσταμένου του Μοναστηριακού Συμβουλίου και του Οικονόμου της οικείας Μονής. Άρθρ.20.-Δια την εμφάνισιν της διαχειρίσεως της διατηρουμένης περιουσίας, τηρούνται παρ’ εκάστη Μονή τα εξής κύρια βιβλία. α)Βιβλίον Ταμείου, εν ω καταχωρούνται κατά χρονολογικήν σειράν τα εισπραττόμενα χρηματικά ποσά, είτε εξ εισπράξεως προσόδων της περιουσίας της Μονής, είτε δι’ αναλήψεως εκ της Εθνικής Τραπέζης προς ενέργειαν πληρωμών. 2)Αι παρά του Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου ενεργούμεναι πληρωμαί είτε εις εξόφλησιν χρηματικών εντολών πληρωμής είτε δια καταθέσεως προσόδων εις την Εθνικήν Τράπεζαν. β)Βιβλίον Καθολικού, εν ω καταχωρούνται κατ’ άρθρον πρ/σμού τα εισπραττόμενα έσοδα και τα πληρωνόμενα έξοδα της Μονής. γ)Βιβλίον αποθήκης εν ω αναγράφονται: Σελ. 143 161-137 Διοίκηση Μοναστηριών 33.Γ.α.10α α)άπαντα τα εναποθηκευόμενα προϊόντα κατ’ είδος και ποσότητα και η διάθεσις αυτών. 2)Τα δια την διατροφήν και τας λοιπάς ανάγκας των Μοναχών προμηθευόμενα εκ του εμπορίου είδη και η διάθεσις αυτών. δ)Βιβλίον κτηματολογίου της διατηρουμένης περιουσίας. Η τήρησις των ανωτέρω βιβλίων δύναται ν’ ανατεθή εις ένα εκ των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου ή και εις ένα μοναχόν μη ανήκοντα εις το Συμβούλιον υπό την επιτήρησιν και τας οδηγίας του Συμβουλίου. Προϋπολογισμός Άρθρ.21.-Το διαχειριστικόν έτος των Μονών άρχεται την 1 Ιανουαρίου και λήγει την 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η είσπραξις των εσόδων της διατηρουμένης περιουσίας, ως και η πληρωμή των εξόδων πρέπει να στηρίζωνται εις εγκεκριμένον προϋπολογισμόν. Εν τω προϋπολογισμώ πρέπει να αναγράφωνται καθ’ υπολογισμόν, όσον ένεστιν ακριβή, τα ετήσια έσοδα και έξοδα της Μονής, ως και αι πιθαναί έκτακτοι δαπάναι. Ο προϋπολογισμός συντάσσεται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου εντός του πρώτου εικοσαημέρου του μηνός Νοεμβρίου εις τριπλούν. Το έν των αντιτύπων παραμένει εις την Μονήν, τα λοιπά δύο υποβάλλονται μέχρι της 10 του μηνός Δεκεμβρίου εκάστου έτους εις τον οικείον Μητροπολίτην προς έγκρισιν, υποχρεούμενον όπως προβή εις ταύτην απαραιτήτως μέχρι της 15 Δεκεμβρίου, ίνα ισχύση από της 1 Ιανουαρίου του έτους ο αφορά ο προϋπολογισμός. Ο προϋπολογισμός προ της υποβολής αυτού εις τον Μητροπολίτην, εκτίθεται εις τα Γραφεία της Μονής, επί 8ήμερον, καλούνται δε δια προσκλήσεως οι μοναχοί, ίνα λάβωσι γνώσιν τούτου και εκφέρωσι τας τυχόν επ’ αυτού αντιρρήσεις, αίτινες και συνυποβάλλονται μετά του προϋπολογισμού εις τον Μητροπολίτην όστις και εκδίδει υποχρεωτικώς επ’ αυτού απόφασιν κοινοποιουμένην εις τους ενισταμένους μοναχούς. Η έκθεσις του προϋπολογισμού βεβαιούται δια πρωτοκόλλου υπογεγραμμένου υπό της πλειονότητος των μοναχών, συνυποβαλλομένου εις τον Μητροπολίτην μετά του προϋπολογισμού. Εκ των εγκριθησομένων δύο αντιτύπων το έν επιστρέφεται εις την Μονήν προς εκτέλεσιν, το δε έτερον παραμένει παρά τω οικείω Μητροπολίτη προς παρακολούθησιν της καλής και εγκαίρου εκτελέσεως του προϋπολογισμού. Σελ. 144 161-138 Μέχρι της υπό του Μητροπολίτου επιστροφής του εγκεκριμένου προϋπολογισμού, επιτρέπεται όπως η είσπραξις των εσόδων και η πληρωμή των εξόδων ενεργείται βάσει του κατά το προηγούμενον έτος εγκεκριμένου προϋπολογισμού. Το Ηγουμενοσυμβούλιον ή Μοναστηριακόν Συμβούλιον οφείλει κατά την εκτέλεσιν του προϋπολογισμού να περιστέλη τας δαπάνας και συντελή εις την αύξησιν των εσόδων. Απαγορεύεται κατ’ αρχήν η εντολή δαπανών καθ’ υπέρβασιν των εγκεκριμένων δια του προϋπολογισμού πιστώσεων. Εάν ένεκεν εξαιρετικών όλως περιστάσεων καταστή αναπόφευκτος δαπάνη, περί ης δεν προνοεί ο προϋπολογισμός, δεν δύναται δε να αναβληθή αύτη δια το επιόν έτος, όπως αναγραφή σχετική πίστωσις εν τω οικείω προϋπολογισμώ, τότε δύναται να αιτηθή η χορηγία εκτάκτου πιστώσεως. Η έγκρισις των εκτάκτων πιστώσεων δίδεται υπό του Μητροπολίτου τη ητιολογημένη αιτήσει του οικείου Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου περί της αιτίας και των λόγων των μη επιτρεπόντων την αναβολήν δια το επιόν έτος. Πάσα υπέρβασις των δια του προϋπολογισμού ή εκτάκτως χορηγηθεισών πιστώσεων απορρίπτεται, κατά τον έλεγχον του απολογισμού καταλογίζεται δε δι’ ειδικής αποφάσεως του Μητροπολίτου εις βάρος του εντείλαντος την δαπάνην Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου, δυναμένου όπως εφεσιβάλη ταύτην εις την Ιεράν Σύνοδον. 33.Γ.α.10α Διοίκηση Μοναστηριών Απολογισμός Άρθρ.22.-Εντός του μηνός Ιανουαρίου εκάστου έτους το Ηγουμενοσυμβούλιον καταρτίζει τον απολογισμόν της διαχειρίσεώς του, του προηγουμένου έτους, ον μετά των στελεχών, των βιβλίων, αποδεικτικών εισπράξεων και χρηματικών εντολών πληρωμών, ως και των λοιπών δικαιολογητικών στοιχείων υποβάλλει το βραδύτερον μέχρι της 10 Φεβρουαρίου, εις τον οικείον Μητροπολίτην προς έλεγχον και έγκρισιν. Ο απολογισμός προ της υποβολής του, εκτίθεται επί 10ήμερον εις τα γραφεία της Μονής, ίνα λάβωσι γνώσιν τούτου οι Μοναχοί και εκφέρωσι τας τυχόν αντιρρήσεις αυτών επί της ορθότητος του απολογισμού και της καλής και εννόμου διαχειρίσεως της περιουσίας της Μονής. Η έκθεσις του απολογισμού βεβαιούται δια πρωτοκόλλου υπογραφομένου υπό της πλειονότητος των μοναχών, συνυποβαλλομένου εις τον Μητροπολίτην μετά του απολογισμού. Επί των υποβαλλομένων αντιρρήσεων των Μοναχών αποφαίνεται ητιολογημένως ο Μητροπολίτης, κοινοποιών εγκαίρως την απόφασιν αυτού εις τους ενισταμένους. Ο Μητροπολίτης εντός μηνός από της υποβολής του απολογισμού προβαίνει εις τον έλεγχον και την έγκρισιν αυτού, εκδίδων σχετικήν απόφασιν κοινοποιουμένην εγγράφως και επί αποδείξει εις το υπόλογον ή Μοναστηριακόν Συμβούλιον, δυνάμενον, εν περιπτώσει καταλογισμού, όπως εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του Μητροπολίτου, προσφύγη δι’ εφέσεως εις την Ιεράν Σύνοδον, ης η απόφασις καθίσταται υποχρεωτική. «Άρθρ.23.-Εις ας περιπτώσεις συμφώνως προς τα κατά το άρθρ. 8 του Νόμ. 4684 εκδοθέντα Διατάγματα περί διατηρητέας περιουσίας των Μονών υπήχθησαν εις την ρευστοποιητέαν περιουσίαν των Μονών τμήματα εξ αδιαιρέτου ακινήτων της Μοναστηριακής περιουσίας η διοίκησις και διαχείρισις ολοκλήρων των κτημάτων τούτων θέλει εξακολουθήση ενεργουμένη υπό του Ο.Δ.Ε.Π. μη υπαγομένη εις τας διατάξεις του από 1 Μαρτ. 1932 «περί τρόπου διοικήσεως και διαχειρίσεως της κατά το άρθρ. 8 του Νόμ. 4684 διατηρουμένης περιουσίας των Μονών, υποχρεούται δε ο Οργανισμός όπως το ποσοστόν εκ της διαχειρίσεως των κτημάτων τούτων όπερ αναλογεί εις το τμήμα των εν λόγω κτημάτων όπερ παραμένει εις την διατηρητέαν περιουσίαν της οικείας Μονής αποδίδει εις την Μονήν ταύτην». «Άρθρ.24.-Το Κεντρικόν Συμβούλιον δύναται να ενεργή Επιθεωρήσεις είτε δια των μελών αυτού είτε δι’ υπαλλήλων του Οργανισμού προς εξασφάλισιν της ακριβούς τηρήσεως υπό των Μονών των διατάξεων του παρόντος Διατάγματος δυνάμενον εκτός της πειθαρχικής αυτού δικαιοδοσίας οσάκις η διαχείρισις Μονής τινος παρουσιάζει ελλείμματα ή ανωμαλίας να υπαγάγη την διαχείρισιν της διατηρητέας περιουσίας της Μονής ταύτης υπό την άμεσον αυτού αρμοδιότητα, ασκούν κατά δεύτερον βαθμόν τα ανατιθέμενα δια του παρόντος Διατάγματος εις τους οικείους Μητροπολίτας καθήκοντα και υποβάλλον υπό την τελικήν αυτού έγκρισιν πάσας τας διαχειριστικάς πράξεις των Μονών ή ωρισμένας κατηγορίας εξ αυτών». Τα άρθρ. 23 και 24 προσετέθησαν δια του άρθρ. 5 Π.Δ. 7/13 Μαρτ. 1934. Άρθρ.25.-Το παρόν Διάταγμα τίθεται εις εφαρμογήν κεχωρισμένως δι’ εκάστην Μονήν άμα τη δημοσιεύσει του σχετικού προς αυτήν Διατάγματος περί της διατηρητέας περιουσίας αυτής. Άρθρ.26.-Εις τον αυτόν επί της Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Δ/τος. Άρθρ.3.-Τα κτήματα των Μονών εξαιρέσει των αυτοκαλλιεργουμένων ή δι’ αυτεπιστασίας καλλιεργουμένων ήτις επιτρέπεται μόνον κατόπιν εγκρίσεως του οικείου Ιεράρχου, εκμισθούται δια δημοπρασίας. Η μίσθωσις γίνεται δια τακτικής μεν δημοπρασίας όταν το σύνηθες ετήσιον μίσθωμα, υπερβαίνη τας 3.000 δραχμάς, δια προχείρου όταν τούτο είναι κατώτερον των δραχ. 3.000. Αι δημοπρασίαι εκμισθώσεως πρόχειροι ή τακτικαί, διενεργούνται εντός του προηγουμένου της λήξεως της υφισταμένης μισθώσεως τριμήνου, ή επί ήδη ληξασών μισθώσεων το ταχύτερον, διεξάγονται δε εν ημέρα Κυριακή ή άλλη εξαιρεσίμω, μονοήμεροι, από της 10 π.μ. μέχρι της μεσημβρίας εν τη έδρα της Κοινότητος, εις την περιφέρειαν της οποίας κείται το κτήμα και εις τον συνήθη των δημοπρασιών τόπον, πλην των αφορωσών τας εκμισθώσεις των κτημάτων των Μονών της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, της δια ταύτα δημοπρασίας ενεργουμένης εις τα γραφεία του Μοναστηριακού Συμβουλίου, ενώπιον Επιτροπής αποτελουμένης δια μεν τας μισθώσεις των ακινήτων των Μονών της Αρχιεπισκοπής Αθηνών εκ του προϊσταμένου του Μοναστηριακού Συμβουλίου, ως Προέδρου, ή τούτου μη υπάρχοντος ή κωλυομένου, υπό του οριζομένου υπό του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών, εκ του οικονόμου της οικείας Μονής και εξ ενός των λοιπών μελών του Μοναστηριακού Συμβουλίου οριζομένου υπό του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών, δια δε τας μισθώσεις των ακινήτων των λοιπών Μονών ενώπιον του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής και υπό την προεδρίαν του Ηγουμένου. Η Επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία παρισταμένων τουλάχιστον των δύο μελών αυτής, ων το έν δέον απαραιτήτως να είναι ο Πρόεδρος αυτής. Εις όσας δε περιπτώσεις ορίζεται ο τόπος δημοπρασίας εκτός της έδρας της Μονής δύναται να διεξάγηται αύτη και μόνον ενώπιον του Ηγουμένου ή τούτου κωλυομένου ενώπιον ετέρου κληρικού οριζομένου υπό του οικείου Ιεράρχου. «Το εις θέσιν Ροδιά της περιφερείας Αιγιαλείας αγρόκτημα της Μονής Μεγάλου Σπηλαίου εμμισθωμένον από του 1903 και ούτινος η μίσθωσις έληξεν εντός του έτους 1942 δύναται να εκμισθωθή εις τους ιδίους μισθωτάς του κατοίκους του Χωρίου Περιθωρίου και δι’ ιδιαιτέρας συμφωνίας και μέχρι δεκαπενταετίας υπό τους μάλλον συμφέροντας εις την οικείαν μονήν όρους, μετά πρότασιν του οικείου Ιεράρχου και έγκρισιν της Ιεράς Συνόδου». Η ανωτέρω εντός « » παράγραφος προσετέθη δια του Νόμ. 226/1943. Άρθρ.4.-Η τακτική δημοπρασία διενεργείται υπό του οικείου Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου, μετ’ έγκρισιν του οικείου Μητροπολίτου, δημοσιεύεται δε επιμελεία του Ηγουμενοσυμβουλίου ή του Μοναστηριακού Συμβουλίου 10 τουλάχιστον ημέρας προ της ορισθείσης δια την δημοπρασίαν ημέρας δια τοιχοκολλήσεως εις τα Γραφεία και τους Ναούς της Κοινότητος εις την περιφέρειαν της οποίας κείται το ακίνητον, και δι’ αναγνώσεως επ’ εκκλησίαι. Η δημοσίευσις γίνεται δια των εκκλησιαστικών λειτουργών και βεβαιούται δι’ αποδείξεων αυτών, αίτινες αποδείξεις αποστέλλονται εις το Ηγουμενοσυμβούλιον ή Μοναστηριακόν Συμβούλιον εγκαίρως προ της ενάρξεως της δημοπρασίας. Περίληψις των διακηρύξεων δημοπρασιών δύναται να δημοσιεύεται και δια τοπικών ή Αθηναϊκών Εφημερίδων 5 τουλάχιστον ημέρας προ της διενεργείας των δημοπρασιών μόνον κατόπιν ειδικής εγγράφου εγκρίσεως του οικείου Μητροπολίτου. Δημοσίευσις εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δεν απαιτείται. Άρθρ.5.-Η διακήρυξις απαραιτήτως δέον να παραπέμπη εις το παρόν Διάταγμα και να περιέχη: 1.Την ημέραν, ώραν και τόπον της διενεργείας της δημοπρασίας. 2.Ότι αι προσφοραί γίνονται προφορικώς και εγγράφως. 3.Το είδος του ακινήτου, τον Δήμον ή Κοινότητα, το χωρίον, την θέσιν, τα όρια και την περίπου έκτασιν του προς εκμίσθωσιν κτήματος. 4.Τον χρόνον της ενάρξεως και λήξεως της μισθώσεως. 5.Τον ελάχιστον όρον προσφοράς οριζόμενον δι’ έκαστον έτος τουλάχιστον ίσον προς τον μέσον όρον της αποδόσεως κατά την παρελθούσαν τριετίαν. 6.Τον αριθμόν των δόσεων του μισθώματος και τον χρόνον της πληρωμής αυτών. 7.Τας κατά τα κατωτέρω εν άρθρ. 7 παρ. 3 του παρόντος, οριζομένας ασφαλείας. 8.Ότι η έγκρισις των πρακτικών θέλει γίνη υπό του οικείου Μητροπολίτου. 9.Ότι η Μονή δεν ευθύνεται δια τας τυχόν υφισταμένας επί του κτήματος δουλείας ουδ’ υποχρεούται εις εγκατάστασιν του μισθωτού. Σελ. 137 161-131 Διοίκηση Μοναστηριών 33.Γ.α.10α 10.Ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται εις μείωσιν του μισθώματος δια βλάβην εκ θεομηνίας ή άλλης τυχαίας αιτίας επερχομένης από της κατακυρώσεως της δημοπρασίας και εφεξής: 11.Ότι ο μισθωτής υποχρεούται να διατηρή την κατοχήν του μισθίου, τας υπέρ αυτού δουλείας, τα όρια αυτού και εν γένει το μισθίον εν καλή καταστάσει, προστατεύη αυτό από πάσης καταπατήσεως δια προσωπικών αγωγών, αίτινες εκχωρούνται αυτώ δια της συμβάσεως περί μισθώσεως, ευθυνόμενος άλλως εις αποζημίωσιν. 12.Ότι ο μισθωτής υποχρεούται εις την πληρωμήν των δημοσίων και δημοτικών φόρων και παντός άλλου τινός φόρου τυχόν επιβληθησομένου. 13.Ότι ο μισθωτής δεν δύναται να επιφέρη αλλοιώσεις εις το κτήμα άνευ νομίμου αδείας του Μητροπολίτου, παρεχομένης μετ’ αίτησιν του Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου, ουδέ να μεταβάλη την χρησιμοποίησιν αυτού, πάσης τυχόν γενομένης κατόπιν αδείας ή και άνευ τοιαύτης, εγκαταστάσεως περιερχομένης μετά την λήξιν της μισθώσεως εις την Μονήν, ούσης υπέρ αυτής και πάσης παρά του μισθωτού επιτευχθείσης βελτιώσεως του κτήματος. 14.Ότι τον μισθωτήν βαρύνουσι μονομερώς τα κηρύκεια, τα τέλη, δικαιώματα κλπ. έξοδα μισθωτηρίου συμβολαίου μετά δύο αντιγράφων ως και τα έξοδα δημοσιεύσεως. 15.Ότι η κατά το άρθρ. 7 παρ. 3 του παρόντος εγγύησις επιστρέφεται μεν εις τους μη αναδειχθέντας τελευταίους πλειοδότας την αυτήν ημέραν της δημοπρασίας, παραμένει εις χείρας του Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου μέχρι της πληρωμής της πρώτης δόσεως δια τον αναδειχθέντα ως τελευταίον πλειοδότην μισθωτήν, καταπίπτει δε υπέρ της Μονής, εν περιπτώσει μη υπογραφής του μισθωτηρίου συμβολαίου εξ υπαιτιότητος του τελευταίου πλειοδότου. 16.Ότι η συγγραφή των λοιπών όρων και υποχρεώσεων ευρίσκεται κατατεθειμένη εις τα Γραφεία της Μητροπόλεως, της Μονής και του εφημερίου της ενορίας, εις την περιφέρειαν της οποίας γενήσεται η δημοπρασία όπου προσερχόμενοι οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να λαμβάνωσι γνώσιν. 17.«Οιαδήποτε παρατυπία κατά την δημοπρασίαν ουδέν δικαίωμα γεννά υπέρ του μισθωτού ή πλειοδότου». Η ανωτέρω εντός « » παράγραφος προσετέθη δια του άρθρ. 3 Π.Δ. 7/13 Μαρτ. 1934. Σελ. 138 161-132 Άρθρ.6.-Η συγγραφή των υποχρεώσεων δέον όπως, εκτός των άλλων όρων, περιλαμβάνη απαραιτήτως και τους κάτωθι: 1.Η Μονή δεν ευθύνεται δια την πραγματικήν κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το μισθίον, μη υποχρεωμένη εκ τούτου εκ θεομηνίας ή άλλης τυχαίας αιτίας εις την επιστροφήν ή μείωσιν του μισθώματος ή λύσιν της μισθώσεως, ως επίσης ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται της πληρωμής του μισθώματος εάν δεν εποιήσατο χρήσιν του μισθίου άνευ υπαιτιότητος της Μονής. 2.Ο εγγυητής ων υπεύθυνος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μετά του τελευταίου πλειοδότου ή του μισθωτού δια πάσαν αυτού υποχρέωσιν, στερείται του ευεργετήματος της διζήσεως και διαιρέσεως. 3.Οιονδήποτε οικοδόμημα ή εγκατάστασις πάσης φύσεως, γενόμενον υπό του μισθωτού επί του μισθίου είτε κατά την σύμβασιν είτε αυτοπροαιρέτως, λυομένης οπωσδήποτε της συμβάσεως ανήκει εις την Μονήν άνευ αποζημιώσεως τινός του μισθωτού, μη δυναμένου να αφαιρέση μηδέ την οικοδομικήν ύλην. 4.Ο μισθωτής υποχρεούται να διατηρή εν καλή καταστάσει το μισθίον και τας επ’ αυτού τυχόν οικοδομάς, να μη επιφέρη αλλοιώσεις άνευ εγγράφου αδείας του οικείου Μητροπολίτου. Επίσης υποχρεούται να διατηρή την κατοχήν του μισθίου και των υπέρ αυτού δουλειών, αποκρούων πάσαν επ’ αυτού καταπάτησιν, έχων πάσας τας αγωγάς της Μονής. Είναι υπόχρεως ν’ αντικαθιστά τα αποξηραινόμενα δένδρα δι’ εμφυτεύσεως ετέρων και να μεριμνά δια την διατήρησιν των ορίων του κτήματος. 33.Γ.α.10α Διοίκηση Μοναστηριών Άμα τη λήξει της μισθώσεως υποχρεούται να παραδώση το μίσθιον άνευ αναβολής αμείωτον κατά τα όρια αυτού και ελεύθερον κατοχής ή νομής παρά τρίτων υποχρεούμενος μετά του εγγυητού αυτού δια πάσαν μεν επί πλέον ημέραν κατοχής ή νομής του κτήματος παρ’ αυτού ή τρίτων εις ποινικήν ρήτραν αποζημιώσεως ίσην προς το 1/100 του ετησίου μισθώματος, δια κατοχήν δε ή νομήν αυτού πλέον της εβδομάδος εις ποινικήν ρήτραν αποζημιώσεως ίσην προς το 1/4 του ετησίου μισθώματος, άνευ τινός δικαιώματος προσφυγής εις τα δικαστήρια δια την αιτίαν ταύτην. Η επί πλέον των δύο εβδομάδων από της λήξεως της μισθώσεως άρνησις ή αποφυγή του μισθωτού προς παράδοσιν του μισθίου προκαλεί την άμεσον δια της διοικητικής αρχής έξωσιν του μισθωτού από του μισθίου. 5.Επαναληφθείσης κατά τας διατάξεις του κατωτέρω άρθρ. 9 εδάφ. Α΄ παρ. 3 της δημοπρασίας δικαιούται η Μονή να εγγράψη υποθήκην επί της ακινήτου περιουσίας του τελευταίου πλειοδότου ή του μισθωτού και του εγγυητού προς ασφάλειαν του επιτευχθέντος αποτελέσματος κατά την ακυρωθείσαν δημοπρασίαν ή του οφειλομένου μισθώματος και πάσης άλλης εντεύθεν προερχομένης αξιώσεως αυτής. Η εκ πταίσματος του τελευταίου πλειοδότου ή του μισθωτού ενεργηθείσα νέα δημοπρασία, ενεργείται εις βάρος και του εγγυητού, αμφοτέρων ενεχομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον δια την επί έλαττον διαφοράν του νέου μισθώματος από της προτέρας δημοπρασίας Άρθρ.7.-Η δημοπρασία διευθύνεται παρά του Προέδρου της Επιτροπής, αι προσφοραί διακηρύττονται παρά του κήρυκος μεγαλοφώνως και αναγράφονται εν τοις πρακτικοίς κατά σειράν ως εκφωνούνται μετά του ονοματεπωνύμου του πλειοδότου. Πάσα προσφορά είναι υποχρεωτική δια τον πλειοδότην, η δε υποχρέωσις αύτη μεταβιβαζομένη αλληλοδιαδόχως από του πρώτου εις τους ακολούθους επιβαρύνει οριστικώς τον τελευταίον πλειοδότην. Η προσφορά αποτελεί απόδειξιν του ότι ο πλειοδότης έλαβε γνώσιν της συγγραφής των όρων και συμφωνιών της μισθώσεως και ότι αποδέχεται ταύτα. Εις την δημοπρασίαν εισί δεκτοί οι προσάγοντες γραμμάτιον παρακαταθήκης χρηματικού ποσού ή ομολογιών Εθνικών Δανείων ή καταθέτοντες εις χείρας της Επιτροπής ποσόν ίσον προς το 1/10 του παρά του Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου τεθέντος ελαχίστου ορίου προσφοράς και εγγύησιν αξιοχρέου κατά την κρίσιν της Επιτροπής εγγυητού ανωτέραν κατά 10% του ελαχίστου όρου προσφοράς ή μετά την έναρξιν της δημοπρασίας του εκάστοτε αποτελέσματος αυτής. Η αξία των κατά τα ανωτέρω ομολογιών υπολογίζεται εις την τρέχουσαν αγοραίαν αυτών τιμήν εν τω χρηματιστηρίω κατά την προηγουμένην της ημέρας της εκδόσεως του γραμματίου. Επιτρέπεται η συμμετοχή εις την δημοπρασίαν και δια πληρεξουσίου, του πλειοδοτούντος πληρεξουσίου οφείλοντος να δηλώση όμως μετά της προσφοράς ότι πλειοδοτεί δια λογαριασμόν άλλου και να προσαγάγη συγχρόνως το προς τούτο νόμιμον πληρεξούσιον. Εν περιπτώσει παραλείψεως τούτου αποκλείεται της δημοπρασίας. Περατωθείσης της δημοπρασίας τα πρακτικά υπογράφονται παρά των ενεργούντων ταύτην και παρά του τελευταίου πλειοδότου και του εγγυητού του εάν δε τις τούτων είναι αγράμματος, υπογράφεται δι’ άλλου επί παρουσία δύο μαρτύρων προσυπογραφομένων. Οιαδήποτε κατά την δημοπρασίαν παρατυπία ουδέν γεννά υπέρ του μισθωτού ή πλειοδότου δικαίωμα. Εν αρνήσει του τελευταίου πλειοδότου και εγγυητού να υπογράψωσι τα πρακτικά της δημοπρασίας, ο διευθύνων ταύτην καλεί τούτους αυθημερόν εγγράφως και επί αποδείξει δια της Αστυνομικής Αρχής, ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον αποφασίζει όπως προσέλθωσι και υπογράψωσι τα πρακτικά εντός 24 ωρών, επί απειλή αναπλειστηριασμού εις βάρος των. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης ενεργείται οίκοθεν εις βάρος αυτού αναπλειστηριασμός. Μετά την υπογραφήν τα πρακτικά μεθ’ όλων των σχετικών εγγράφων αποστέλλονται εις τον οικείον Μητροπολίτην προς έγκρισιν. Τα πρακτικά της δημοπρασίας εγκρίνονται μετά πάροδον τριών και εντός δέκα ημερών από της λήψεως των πρακτικών εν τη υπηρεσία της Μητροπόλεως, βεβαιουμένης εκ του οικείου πρωτοκόλλου. Η επί των πρακτικών απόφασις του Μητροπολίτου κοινοποιείται εις το Ηγουμενοσυμβούλιον ή το Μοναστηριακόν Συμβούλιον εγγράφως εντός δύο ημερών από της λήψεως αυτής, παρά τούτου δε εις τον τελευταίον πλειοδότην εγγράφως και επί αποδείξει εντός πέντε ημερών από της λήξεως της κατά τα ανωτέρω δια την έγκρισιν τασσομένης προθεσμίας. Εντός της προθεσμίας ταύτης οφείλει ο πλειοδότης όπως εμφανισθή είτε αυτοπροσώπως είτε δια πληρεξουσίου προς λήψιν της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του Μητροπολίτου, είτε δι’ αυτής εγκρίνεται η δημοπρασία είτε διατάσσεται η επανάληψις αυτής. Σελ. 139 161-133 Διοίκηση Μοναστηριών 33.Γ.α.10α Περί της μη εμφανίσεως του τελευταίου πλειοδότου συντάσσεται το εσπέρας της ημέρας καθ’ ην λήγει η 5θήμερος προθεσμία πρακτικόν υπογραφόμενον υπό του (Μητροπολίτου) «Ηγουμενοσυμβουλίου» και δύο μαρτύρων. Δια του πρακτικού τούτου κηρύσσεται έκπτωτος αυτοδικαίως ο τελευταίος πλειοδότης, η δε κατατεθειμένη εγγύησις καταπίπτει υπέρ της Μονής άνευ άλλης διατυπώσεως. Η εντός ( ) λέξις αντικατεστάθη δια της εντός « » δια του άρθρ. 4 Π.Δ. 7/13 Μαρτ. 1934». Ένστασις κατά του πρακτικού τούτου γίνεται δεκτή μόνον εφ’ όσον εγένετο έγγραφος διαμαρτυρία την αυτήν ημέραν της λήξεως της προθεσμίας, κοινοποιηθείσα τω Μητροπολίτη νομίμως. «Μετά δύο τουλάχιστον δημοπρασίας εάν συντρέχωσιν αποχρώντες, κατά την κρίσιν του οικείου Μητροπολίτου, λόγοι, δύναται να διαταχθή τελειωτική δημοπρασία, της οποίας το αποτέλεσμα θεωρείται πλέον οριστικόν. Οσάκις δε πρόκειται περί μισθώσεως δικαιώματος συλλογής ελαιοκάρπου ή άλλων προϊόντων υποκειμένων εις φθοράν η δευτέρα δημοπρασία είναι τελειωτικώς υποχρεωτική». Η ανωτέρω εντός « » παράγραφος προσετέθη δια του άρθρ. 1 Π.Δ. 7/13 Μαρτ. 1934. Άρθρ.8.-Η δημοπρασία επαναλαμβάνεται: Α΄.Οίκοθεν παρά της ενεργησάσης την δημοπρασίαν ταύτην Επιτροπής: 1.Όταν δεν παρουσιασθή κατ’ αυτήν πλειοδότης. 2.Όταν ματαιωθή αύτη λόγω απουσίας των μελών της Επιτροπής, καθ’ α εν άρθρ. 3 παρ. 4 του παρόντος διαλαμβάνεται. 3.Εξ υπαιτιότητος του αναδειχθέντος τελευταίου πλειοδότου. α)Εάν μετά το πέρας της δημοπρασίας αρνηθή να υπογράψη αυτός ή ο εγγυητής αυτού τα πρακτικά της δημοπρασίας εκπνεύση δε και η υπό του άρθρ. 7 παρ. 9 του παρόντος οριζομένη 24ωρος προθεσμία. β)Εάν δεν εμφανισθή είτε αυτοπροσώπως είτε δια πληρεξουσίου εις τον Μητροπολίτην προς κοινοποίησιν αυτώ της εγκρίσεως της δημοπρασίας, εντός πέντε ημερών από της λήξεως της κατά τ' ανωτέρω οριζομένης δια την έγκρισιν προθεσμίας. γ)Εάν δεν καταθέση εις το Ηγ/λιον ή Μοναστηριακόν Συμβούλιον εντός τριών ημερών από της κατά τ' ανωτέρω κοινοποιήσεως της εγκρίσεως προς ασφάλειαν του μισθώματος γραμμάτιον παρακαταθήκης, χρηματικού ποσού ή ομολογιών Εθνικών Δανείων ίσου προς το 1/4 τουλάχιστον του όλου μισθώματος. Σελ. 140 161-134 Η αξία των ομολογιών υπολογίζεται κατά τα εν άρθρ. 7 παρ. 4 του παρόντος οριζόμενα. δ)Εάν δεν προσέλθη εντός 5 ημερών από της προσκλήσεως προς υπογραφήν του συμβολαίου. Β΄.Αποφάσει του Μητροπολίτου. 1.Όταν κρίνη αυτήν ακυρωτέαν ή λόγω του ασυμφόρου του αποτελέσματος ή λόγω παραβάσεων των διατάξεων του παρόντος. 2.Όταν δοθή είτε εις το Ηγουμενοσύμβουλιον είτε εις τον Μητροπολίτην προσφορά μείζων κατά 5% τουλάχιστον. Η προσφορά αύτη δια να ληφθή υπ’ όψιν δέον να ή έγγραφος, να περιέχη ολογράφως και αριθμητικώς το επί πλέον προσφερόμενον ποσόν και το σύνολον της προσφοράς, να δοθή δε εντός τριών ημερών από της επομένης της ημέρας της δημοπρασίας εις τον Μητροπολίτην οπότε ούτος αποφασίζει περί της ημέρας της επαναλήψεως της δημοπρασίας. 3.Εξ υπαιτιότητος του μισθωτού, διαλυομένης της μισθώσεως και προκηρυσσομένης νέας δημοπρασίας εις βάρος του μισθωτού δια το υπόλοιπον χρονικόν διάστημα της μισθώσεως. α)Λόγω καθυστερήσεως και μιας των δόσεων του μισθώματος. β)Λόγω παραβάσεως και μιας των δια του παρόντος οριζομένων υποχρεώσεών του. Η επαναληπτική δημοπρασία κηρύσσεται δια περιληπτικής διακηρύξεως του Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακού Συμβουλίου αναφερομένης εις τους όρους της πρώτης διακηρύξεως, διενεργείται δε εντός δέκα ημερών αφ’ ης η διακήρυξις τοιχοκολληθή μόνον εις τα γραφεία της κοινότητος ένθα το κτήμα, επί αποδείξει της οικείας Κοινοτικής Αρχής διεξαγομένης κατά τα λοιπά κατά τας διατάξεις του παρόντος. Η διακήρυξις προς επανάληψιν της δημοπρασίας εκδίδεται την επομένην. 33.Γ.α.10α Διοίκηση Μοναστηριών 1.Της αγόνου ή ματαιωθείσης δημοπρασίας, καθ’ α εν άρθρ. 8 εδάφ. α΄ παρ. 1 και 2 του παρόντος ορίζεται. 2.Της λήξεως των προθεσμιών αίτινες ορίζονται υπό του άρθρ. 8 εδάφ. α΄ παρ. 3 του παρόντος. 3.Της λήψεως παρά του Ηγουμενοσυμβουλίου ειδοποιήσεως του Μητροπολίτου περί επαναλήψεως της δημοπρασίας λόγω ασυμφόρου ή παρατυπίας ή λόγω υποβολής μείζονος προσφοράς ή λόγω εκπτώσεως του μισθωτού συμφώνως ταις παρ. 1-3 του εδαφ. β΄ του άρθρ. 8 του παρόντος.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.