📄 Κείμενο νόμου
5. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 389 της 28/28 Δεκ. 1936 Περί οργανώσεως Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Σύστασις, αρμοδιότης, σύνθεσις υπηρεσίας Άρθρ.1.-1.Συνιστάται Οικονομική Αστυνομία κατά θάλασσαν, σκοπός της οποίας είναι η από θαλάσσης δίωξις του λαθρεμπορίου εν γένει και η παρεμπόδισις και ανακάλυψις πάσης παραβάσεως των τελωνειακών νόμων και κανονισμών. Άρθρ.10.-1.Δια την επάνδρωσιν των αντιλαθρεμπορικών πλοίων, επιτρέπεται εις τον Υπουργόν των Οικονομικών να προσλαμβάνη δι’ αποφάσεώς του, είτε εκ του Εμπορικού Ναυτικού, είτε εξ αποστράτων του Β. Ναυτικού: α)Ισαρίθμους προς τα διατιθέμενα αντιλαθρεμπορικά πλοία εμποροπλοιάρχους ή αποστράτους αξιωματικούς του Β.Ν. ως Κυβερνήτας των πλοίων τούτων, αντί μηνιαίου μισθού δραχμών μεν 4.500 προκειμένου περί εμποροπλοιάρχων, μηνιαίας δε αποζημιώσεως δραχ. 2.000 προκειμένου περί των εν αποστρατεία. β)Διπλασίους προς τα διατιθέμενα αντιλαθρεμπορικά πλοία Μηχανικούς προσλαμβανομένους, είτε εκ του εμπορικού ναυτικού, είτε εκ των εν αποστρατεία του Β. Ναυτικού, επί μηνιαίω μισθώ δραχ. 4.000, εφ’ όσον πρόκειται περί μηχανικών του εμπορικού ναυτικού, αποζημιώσει δε δραχ. 2.000 εφ’ όσον πρόκειται περί τοιούτων προερχομένων εκ των εν αποστρατεία. γ)Ισαρίθμους προς τα πλοία Ναυκλήρους προσλαμβανομένους, είτε εκ του εμπορικού ναυτικού, είτε εκ των εν αποστρατεία του Β. Ναυτικού, επί μηνιαίω μισθώ δραχ. 2.500, εφ’ όσον πρόκειται περί ναυκλήρων του εμπορικού ναυτικού, αποζημιώσει δε δραχ. 2.000 εφ’ όσον πρόκειται περί αποστράτων. δ)Αναγκαιούνται αριθμόν ναυτών και θερμαστών, είτε εκ του εμπορικού ναυτικού, είτε εκ των εν αποστρατεία υπαξιωματικών του Β. Ναυτικού, επί μηνιαίω μισθώ ή αποζημιώσει δραχ. 1.800. 2.Εις τους προσλαμβανομένους εκ των εν αποστρατεία βαθμοφόρους του Β. Ναυτικού η μηνιαία αποζημίωσις παρέχεται ανεξαρτήτως της τυχόν λαμβανομένης παρ’ αυτών συντάξεως. Οι κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου προσλαμβανόμενοι είτε εκ του εμπορικού ναυτικού είτε εκ των εν αποστρατεία αξιωματικών ή υπαξιωματικών του Β. Ναυτικού ουδέν δικαίωμα αποκτώσι έναντι του Μετοχικού Ταμείου Β. Ναυτικού και των Ταμείων Αλληλοβοηθείας ουδέ υπόκεινται εις κράτησίν τινα υπέρ αυτών. Οι ναυτολογούμενοι όμως ιδιώται και εκ των τάξεων του Εμπορικού Ναυτικού προσλαμβανόμενοι υπάγονται εις τα οικεία ευεργετικά Ταμεία των εργατών θαλάσσης, καταβάλλοντες την δι’ αυτούς κεκανονισμένην εισφοράν, εφ’ όσον το αντιλαθρεμπορικόν πλοίον εφ’ ου επιβαίνουσι είναι εφωδιασμένον δια τακτικού ναυτολογίου. Επί τη εξοφλήσει του ναυτολογίου την δια τούτου βεβαιουμένην εισφοράν του πλοιοκτήτου καταβάλλει το Δημόσιον. Το επί των αντιλαθρεμπορικών πλοίων υπηρετούν προσωπικόν της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν θεωρείται ως συμπληρούν προσόντα προς απόκτησιν διπλώματος αναλόγου του εμπορικού Ναυτικού. 3.Αι κατά τα ανωτέρω άρθρα μηνιαίαι αποδοχαί των προερχομένων εκ των εν αποστρατεία ή εκ του εμπορικού ναυτικού αυξάνονται ανά διετίαν κατά 10% μέχρι πέντε διετιών κατ’ ανώτατον όριον. 4.Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών επιτρέπεται, αναλόγως της εκτάσεως και των αναγκών της κατά θάλασσαν υπηρεσίας διώξεως λαθρεμπορίου, να αυξάνηται το εν τη ανωτέρω παρ. 1 αναφερόμενον προσωπικόν, του εκάστοτε αναγκαιούντος επί πλέον αριθμού οριζομένου δια του αυτού Β.Δ/τος. 5.Η σύνθεσις των πληρωμάτων των αντιλαθρεμπορικών πλοίων, εφ’ όσον δεν πρόκειται περί πολεμικών πλοίων του Β. Ναυτικού, καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Τα πληρώματα τούτων ναυτολογούνται κατά τα εν τω εμπορικώ ναυτικώ κρατούντα. 6.Οι κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου προσλαμβανόμενοι εις την Οικονομικήν Αστυνομίαν κατά θάλασσαν λογίζονται από του διορισμού των επί έν έτος ως «δόκιμοι» δίδουσι δε άμα τη κατατάξει αυτών τον νενομισμένον όρκον οι μεν Διοικητής του στολίσκου και Οικονομικός Αξιωματικός ενώπιον του Υπουργού των Οικονομικών, οι δε λοιποί ενώπιον του Διοικητού του στολίσκου. 7.Ούτοι από της ορκωμοσίας αυτών περιβάλλονται δια πάντων των δικαιωμάτων, καθηκόντων και προνομίων του βαθμού εις ον κατετάγησαν. 8.Οι διορισθέντες κατά τα ανωτέρω ως δόκιμοι, διορίζονται ως τακτικοί, εάν κριθώσιν, διαρκούντος του έτους, κατάλληλοι, δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών 9.Παν όργανον της Οικον. Αστυνομίας κατά θάλασσαν λαμβάνει επί τη προσλήψει αυτού πιστοποιητικόν φέρον την υπογραφήν του Υπουργού των Οικονομικών ή του Διοικητού του στολίσκου δι’ ου περιβάλλεται δια πάντων των δικαιωμάτων και καθηκόντων του λειτουργού της Οικον. Αστυνομίας κατά θάλασσσαν. Τα τοιαύτα πιστοποιητικά στερούνται του κύρους των, οπόταν τα εν αυτοίς μνημονευόμενα πρόσωπα ήθελον τεθή εις διαθεσιμότητα ή ήθελον απολυθή της υπηρεσίας ή άλλως πως απομακρυνθή εκ των τάξεων της Οικον. Αστυνομίας κατά θάλασσαν. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών στηριζομένης εις πρότασιν του Διοικητού του στολίσκου δύναται να καθορισθή ειδικόν σήμα, ενδεικτικόν της ιδιότητος του οργάνου της Οικον. Αστυνομίας κατά θάλασσαν φερόμενον υπό των εν πολιτική περιβολή, τοιούτων. Δια της αυτής αποφάσεως καθορισθήσονται αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής της παρούσης παραγράφου. 10.Ουδέν μέλος της δυνάμεως της Οικον.Αστυνομίας κατά θάλασσαν καταταχθέν δυνάΣελ. 113 - 180 Οικονομική Αστυνομία στη θάλασσα 30.Α.ν.5 μει των κειμένων διατάξεων δικαιούται να παραιτηθή της θέσεως ταύτης, ή να αποστή των καθηκόντων του, αν μη ήθελεν επιτραπή αυτώ τούτο εγγράφως, ή εάν δεν ήθελε δοθή αυτώ εγγράφως περί τούτου απάντησις εντός τριμήνου. 11.Οι κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου προσλαμβανόμενοι δια την υπηρεσίαν θαλάσσης είτε εκ του εμπορικού ναυτικού είτε εκ των εν αποστρατεία αξιωματικών ή υπαξιωματικών του Β. Ναυτικού εφοδιάζονται εφ’ άπαξ: α)Δια τριών μέτρων ερέας κυανής και έξ μέτρων λευκού υφάσματος. β)Δια των διακριτικών του βαθμού των δια μίαν στολήν χειμερινήν και θερινήν. γ)Δι’ ενός πιλικίου. Άρθρ.11.-1.Το κατά τα ανωτέρω άρθρ. 9 και 10 προσωπικόν προσλαμβάνεται και απολύεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 2.Ο Διοικητής του στολίσκου και το κατά την ανωτέρω παρ. 1 προσωπικόν της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν υπάγεται εις την αρμοδιότητα και την πειθαρχικήν εξουσίαν του Υπουργού των Οικονομικών όστις ασκεί ταύτην συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις περί οργανισμού του Υπουργείου των Οικονομικών. 3.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών καθορισθήσονται τα της προπαιδεύσεως των Κυβερνητών των αντιλαθρεμπορικών πλοίων εν γένει των πληρωμάτων αυτών. Άρθρ.12.-Το εν τοις ανωτέρω άρθρ. 9 και 10 προσωπικόν, είτε τούτο προσλαμβάνεται εκ των αποστράτων του Β. Ναυτικού είτε εκ του εμπορικού ναυτικού, μετατίθεται ή απολύεται της υπηρεσίας κατόπιν προηγουμένης γνώμης ή αποφάσεως, αναλόγως της συγκεκριμένης περιπτώσεως, του υπό της παρ. 9 του κατωτέρω άρθρ. 13 προβλεπομένου Συμβουλίου λειτουργούντος συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις περί Συμβουλίου της Οικονομικής υπηρεσίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Περί των αντιλαθρεμπορικών πλοίων Άρθρ.13.-1.Η ναυπήγησις, η αγορά, ο εξοπλισμός, αι επισκευαί και η συντήρησις των αντιλαθρεμπορικών πλοίων ανάγεται εις την αρμοδιότητα του Υπουργείου των Ναυτικών, ενεργούντος συμφώνως προς τας γενικάς απαιτήσεις του Υπουργείου των Οικονομικών. 2.Αι δαπάναι επισκευών των πλοίων τούτων τακτοποιούνται κατά το εδάφ. 2 του άρθρ. 1 του Νόμ. 6321, «περί συνεργείων του κατά θάλασσαν Στρατού», εφόσον διενεργούνται υπό των συνεργείων τούτων. Σελ. 114 3.Εις την περίπτωσιν πληθώρας εργασιών των συνεργείων ή εάν αιτηθή τούτο υπό του Υπουργείου των Οικονομικών ή δι’ οιανδήποτε άλλην αιτίαν δύναται η επισκευή των πλοίων τούτων να ανατίθεται εις ιδιωτικήν βιομηχανίαν δι’ αποφάσεως των Υπουργών των Ναυτικών και των Οικονομικών. 4.Εν καιρώ ειρήνης προηγούνται, κατά το δυνατόν, αι εκτελέσεις των επισκευών των αντιλαθρεμπορικών πλοίων εν τω Β. Ναυστάθμω. 5.Εξαιρετικώς εις επειγούσας περιπτώσεις επιτρέπεται η προμήθεια των υλικών κινήσεως ή άλλων υλικών υπό του Υπουργείου των Οικονομικών εξ ειδικής πιστώσεως του προϋπολογισμού του Υπουργείου τούτου. 6.Εφ’ όσον τα Κρατικά αντιλαθρεμπορικά πλοία δεν επαρκούσι δια την εκπλήρωσιν του σκοπού της Οικον. Αστυνομίας καθ’ όλην την έκτασιν των χωρικών υδάτων, μισθώνονται κατάλληλα πλοία προς συμπλήρωσιν του έργου τούτων. 7.Η ναύλωσις ή εν ανάγκη και η επίταξις τούτων διενεργείται εντός των διατάξεων του κώδικος περί Στρατιωτικών και Ναυτικών εισφορών και ναυλώσεων και δια των προβλεπομένων υπό του κώδικος οργάνων, δια διαταγών των Υπουργών των Οικονομικών και της Εμπορικής Ναυτιλίας απ’ ευθείας προς τα όργανα ταύτα, καθοριζουσών εκάστοτε τους όρους και τας προδιαγραφάς, ας πρέπει να πληρώσι τα πλοία ταύτα ως και τον εν γένει τρόπον της ακολουθητέας διαδικασίας δια την ενέργειαν της ναυλώσεως, έστω και κατά παρέκκλισιν των γενικών διατάξεων περί δημοσίου λογιστικού και προμηθειών εν γένει. Δύναται επίσης να διατάσσηται η ναύλωσις όλου ή μέρους του μέχρι της μισθώσεως εργαζομένου επί των πλοίων τούτων προσωπικού. Αι ναυλώσεις ενεργούνται πάντοτε κατόπιν προηγουμένης δημοπρασίας οι όροι της οποίας διατυπούνται υπό του Υπουργείου των Οικονομικών από κοινού μετά της αρμοδίας υπηρεσίας του Υφυπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. 8.Αι δαπάναι εν γένει του παρόντος άρθρου και πάσαι αι λοιπαί δαπάναι των αντιλαθρεμπορικών πλοίων εκκαθαρίζονται και πληρώνονται ολοσχερώς υπό του Υπουργείου των Οικονομικών εκ του προϋπολογισμού αυτού. - 181 30.Α.ν.5 Οικονομική Αστυνομία στη θάλασσα 9.Της κατά το άρθρ. 7 του από 22 Μαρτ. 1935 Α. Νόμου «περί εποπτείας και ελέγχου φορολογιών τινών κλπ.» Επιτροπής μετονομαζομένης εφεξής εις «Συμβούλιον διώξεως λαθρεμπορίου» μετέχει εκτός του αρμοδίου Τμηματάρχου της Φορολογίας του Καπνού και ο Διοικητής του στολίσκου των αντιλαθρεμπορικών πλοίων ως εισηγητής μετά ψήφου. Η αρμοδιότης εν γένει της Επιτροπής ταύτης καθορισθήσεται δια Β.Δ/τος, από της δημοσιεύσεως του οποίου καταργείται η κατά τας υφισταμένας διατάξεις αρμοδιότης της Επιτροπής ταύτης. Εις τα μέλη της Επιτροπής ταύτης και τον Γραμματέα αυτής οριζόμενον υπό του Υπουργού των Οικονομικών εκ των υπαλλήλων του Υπουργείου των Οικονομικών παρέχεται η αμοιβή η παρεχομένη εις τα μέλη και τον Γραμματέα του Συμβουλίου της Οικονομικής Υπηρεσίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Πειθαρχικαί και ποινικαί διατάξεις Άρθρ.14.-1.Αι εις τα όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν επιβαλλόμεναι πειθαρχικαί ποιναί είναι αι εξής: α)Επίπληξις β)Πρόσθετος υπηρεσία γ)Πρόστιμον δ)Προσωρινή απόλυσις και ε)Οριστική απόλυσις. 2.Η ποινή της επιπλήξεως επιβάλλεται υπό του Διοικητού του στολίσκου και των Κυβερνητών εις παν υπ’ αυτούς όργανον. 3.Η ποινή της προσθέτου υπηρεσίας επιβάλλεται υπό μεν των Κυβερνητών εις παν υπ’ αυτούς όργανον και μέχρι 3 ημερών, υπό δε του Διοικητού του στολίσκου εις παν όργανον μέχρις 8 ημερών. 4.Η ποινή του προστίμου μέχρι μεν δραχ. 100 επιβάλλεται υπό των Κυβερνητών εις παν υπ’ αυτούς όργανον, μέχρι δε δραχ. 300 υπό του Διοικητού του στολίσκου εις παν όργανον της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν. 5.Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να επιβάλλη εις παν όργανον της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν πρόστιμον μέχρις ολοκλήρου του μισθού. 6.Αι ποιναί της προσωρινής απολύσεως μέχρις 6 μηνών και της οριστικής απολύσεως επιβάλλονται υπό του Υπουργού των Οικονομικών μετ’ απόφασιν του εν τη παρ. 9 του ανωτέρω άρθρ. 13 Συμβουλίου. Άρθρ.15.-1.Με φυλάκισιν τιμωρείται παν όργανον της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν όπερ: α)Ασχολείται εις οιονδήποτε εμπόριον ή μετέρχεται οιονδήποτε επάγγελμα ή υπηρεσίαν άλλην, ασυμβίβαστον εις την θέσιν και τα καθήκοντά του. β)Αποδεικνύεται ένοχον κατά τον χρόνον της υπηρεσίας του εκουσίας παραβάσεως κανόνος ή διαταγής, των οποίων η τήρησις είναι καθήκον του ή οπωσδήποτε εν γνώσει τελεί εν συνεργεία εις παρανόμους ενεργείας πολιτών. γ)Ήθελεν εξυβρίσει ή απειλήσει ανώτερόν του προφορικώς ή εγγράφως. Απαραίτητον στοιχείον προκειμένου περί προφορικής εξυβρίσεως είναι η εκ μέρους του κατηγορούντος αυτοπρόσωπος αντίληψις του αδικήματος. δ)Βιαιοπραγεί κατ’ ανωτέρου του είτε εν υπηρεσία είτε εκτός αυτής, είτε εκ προμελέτης, είτε απρομελετήτως και εν βρασμώ ψυχικής ορμής, ή αικίζει κατώτερόν του. ε)Προκαλεί ή παροτρύνει ή συμβουλεύει ή ενεργεί ή καθίσταται πρόξενον καθ’ οιονδήποτε τρόπον απειθείας εις τους κανονισμούς ή τας διαταγάς προφορικάς ή εγγράφους των ανωτέρων του. ς)Αρνείται να υπακούση εις διαταγήν ανωτέρου του ή διαταχθείσης επιφυλακής δεν προσέρχεται εις την θέσιν ή εις την υπηρεσίαν εις ην ανήκει ή διατελών εν επιφυλακή εγκαταλείπει ταύτην άνευ αδείας. ζ)Διατεταγμένον εις υπηρεσίαν εγκαταλείπει ταύτην αυθαιρέτως ή διατελούν με φύλλον πορείας δεν παρουσιάζεται εις την θέσιν του, ή δεν επανέρχεται εις ταύτην, χωρίς να υπάρχη δεδικαιολογημένη και εύλογος αιτία. η)Υποβάλλει ή προσπαθεί να παροτρύνη ή συμβουλεύση την υποβολήν ομαδικών παραπόνων, προφορικών ή εγγράφων, ή ενεργεί καθ’ οιονδήποτε τρόπον προς τον σκοπόν τούτον. θ)Παρέχει πληροφορίαν αμέσως ή εμμέσως εμπιστευτικού περιεχομένου σχέσιν έχουσαν προς την υπηρεσίαν της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν. ι)Ήθελεν αποδεχθή αμέσως ή εμμέσως, ως εκ της υπηρεσίας του, οιονδήποτε δώρον ή χρηματικήν παροχήν, εις ην δεν δύναται να υπαχθή η καθοριζομένη εν τω κατωτέρω άρθρ. 23. ια)Μετά την εκ της υπηρεσίας απομάκρυνσίν του δημοσιεύει πληροφορίας εμπιστευτικής φύσεως περιελθούσας εις γνώσιν του κατά την διάρκειαν ταύτης, εφ’ όσον δια το αδίκημα τούτο δεν προβλέπονται βαρύτεραι ποιναί. ιβ)Ήθελε παραιτηθή ή αποστή των καθηκόντων του προ της εις αυτό κοινοποιήσεως της περί απολύσεως ή αποδοχής της παραιτήσεώς του σχετικής αποφάσεως. ιγ)Όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν άτινα μετά κοινήν σκέψιν και απόφασιν υποβάλλουσι την εκ της υπηρεσίας ομαδικήν παραίτησίν των επί τω σκοπώ να παρεμποδίσωσιν ενέργειαν της Διοικήσεως. Εις τας ανωτέρω περιπτώσεις δύνανται να απαγγελθώσιν υπό του δικαστηρίου και αι συνέπειαι των άρθρ. 21 και 23 του ποινικού Σελ. 115 - 182 Οικονομική Αστυνομία στη θάλασσα 30.Α.ν.5 Νόμου, οιαδήποτε και αν ή η επιβληθείσα ποινή. 2.Ανώτερος κατά την έννοιαν του παρόντος θεωρείται και ο μεταξύ ομοιοβάθμων αρχαιότερος. 3.Τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρις ενός έτους και με χρηματικήν ποινήν μέχρι 2.000 δραχμών ή και με αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας, επιφυλασσομένης πάσης άλλης ποινικής διατάξεως, παν όργανον της Οικονομικής Αστυνομίας, όπερ: α)άνευ νομίμου εντολής ή ευλόγου αιτίας εισέρχεται και ερευνά, είτε παραγγέλει ή προκαλεί την είσοδον ή έρευναν εις οιανδήποτε οικίαν, κτίριον ή πλοίον ή σκηνήν ή τόπον, β)επί σκοπώ μόνον ενοχλήσεως κατάσχει την περιουσίαν προσώπου τινός, γ)επί τω αυτώ σκοπώ συλλαμβάνει, ερευνά ή φυλακίζει πρόσωπόν τι, δ)επί τω αυτώ σκοπώ και άνευ ανάγκης βραδύνει να προσαγάγη συλληφθέν πρόσωπον ενώπιον της αρμοδίας Αρχής, προς ην υποχρεούται νομίμως να προσαγάγη αυτό, ε)άνευ ανάγκης μετέρχεται προσωπικήν βίαν κατά προσώπου διατελούντος υπό την φύλαξίν του, ς)απευθύνει προς κατηγορούμενον απειλήν ή υπόσχεσιν μη επιτρεπομένην υπό του νόμου. 4.Ειδικώτερον πάσα αμέλεια των οργάνων της Οικονομικής Αστυνομίας περί την εκτέλεσιν των καθηκόντων της διώξεως του λαθρεμπορίου, ή παράλειψις της λήψεως των ενδεικνυομένων μέτρων δια την αποτελεσματικήν δίωξιν αυτού, και εν γένει η ανεπαρκής δίωξις ως και η υπό οιανδήποτε πρόφασιν αποφυγή επιβαλλομένης ενεργείας προς δίωξιν του λαθρεμπορίου θεωρείται ως συνέργεια εις λαθρεμπορίαν, αν τοιαύτη έλαβε χώραν, άλλως, τιμωρείται αύτη με την ποινήν της ανωτέρω παρ. 3 και με οριστικήν εκ της υπηρεσίας απόλυσιν. 5.Ως ιδιαιτέρα επιβαρυντική αιτία θεωρείται το γεγονός ότι αι παραβάσεις του παρόντος άρθρου έλαβον χώραν εις περιπτώσεις καθ’ ας η υπηρεσία είχεν ιδιαιτέραν ανάγκην των οργάνων αυτής δι’ επείγουσαν ή σοβαράν δράσιν προς δίωξιν λαθρεμπορίου ή άλλων παραβάσεων αναφερομένων εις τον παρόντα νόμον. 6.Παν όργανον της Οικονομικής Αστυνομίας όπερ απολυόμενον της υπηρεσίας δεν ήθελε παραδώσει το δελτίον ταυτότητος ή το ειδικόν σήμα της Οικονομικής Αστυνομίας ή τα είδη ιματισμού, οπλισμού και εξαρτήσεως, δι’ ων είχεν εφοδιασθή προς εκτέλεσιν των καθηκόντων του, τιμωρείται με κράτησιν και πρόστιμον ίσον προς την καθωρισμένην αξίαν των μη παραδοθέντων αντικειμένων. 7.Τα ανωτέρω αδικήματα διώκονται αυτεπαγγέλτως, δύνανται δε να διωχθώσι και κατ’ αίτησιν του Υπουργού των Οικονομικών ή και κατ’ αίτησιν του Διοικητού του Στολίσκου προς τον αρμόδιον Εισαγγελέα της περιφερείας ένθα ετελέσθη το αδίκημα. Σελ. 116 8.Εφ’ απασών των επί των προηγουμένων άρθρων του παρόντος κεφαλαίου προβλεπομένων παραβάσεων εφαρμόζεται η υπό του Ν.Δ. της 22 Νοεμ. 1923 καθοριζομένη διαδικασία «περί αμέσου εκδικάσεως πλημμελημάτων τινών επ’ αυτοφώρω», συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων». Η άσκησις ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως. 9.Η πειθαρχική δίωξις είναι ανεξάρτητος της ποινικής τοιαύτης, του Υπουργού των Οικονομικών και του Διοικητού του Στολίσκου δικαιουμένων ν’ ασκήσωσι την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν των. 10.Δια τας μη προβλεπομένας περιπτώσεις υπό του παρόντος και των προηγουμένων άρθρων ισχύουσιν και δια το προσωπικόν της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν αι οργανικαί διατάξεις «περί Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου των Οικονομικών, περί πειθαρχικών ποινών, πειθαρχικής εξουσίας εν γένει, χορηγήσεως αδειών απουσίας, νοσηλείων, οδοιπορικών και εν γένει εξόδων κινήσεως και αποζημιώσεων. Άρθρ.16.-1.Εν περιπτώσει συλλήψεως οργάνου της Οικον. Αστυνομίας δια πλημμέλημα ή κακούργημα επ’ αυτοφώρω, η ενεργήσασα την σύλληψιν ανακριτική αρχή οφείλει άνευ αναβολής ν’ αποστείλη εις τον Υπουργόν των Οικονομικών αντίγραφον της περί ταύτης συνταχθείσης εκθέσεως. 2.Αι επιδόσεις ποινικών δικογράφων προς τα όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν ενεργούνται υπό των οικείων προϊσταμένων αυτών, προς ους αι αρμόδιαι Αρχαί διαβιβάζουσαι ταύτα. 3.Εν περιπτώσει καταδίκης οργάνου της Οικονομικής Αστυνομίας, ένεκα οιασδήποτε αξιοποίνου πράξεως, ο αρμόδιος Εισαγγελεύς υποβάλλει, εντός εβδομάδος αφ’ ης η απόφασις καταστή τελεσίδικος, αντίγραφον ταύτης μετά της σχετικής δικογραφίας εις το Υπουργείον των Οικονομικών. - 183 30.Α.ν.5 Οικονομική Αστυνομία στη θάλασσα Άρθρ.17.-1.Τα όργανα της Οικον. Αστυνομίας κατά θάλασσαν τίθενται εις διαθεσιμότητα κατά την ενέργειαν δικαστικής ανακρίσεως ή ποινικής διώξεως συμφώνως προς τα ισχύοντα περί διαθεσιμότητος των Οικονομικών και γενικώτερον των δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 2.Εφ’ όσον το όργανον της Οικονομικής Αστυνομίας διατελεί εις διαθεσιμότητα, στερείται των δικαιωμάτων, καθηκόντων και προνομίων, δι’ ων τυγχάνει περιβεβλημένον μη δικαιούμενον να φέρη ουδέ την στολήν του, αφ’ ετέρου όμως εξακολουθεί υποκείμενον εις τας διατάξεις τας διεπούσας την υπηρεσίαν διώξεως λαθρεμπορίου κατά θάλασσαν και την δικαιοδοσίαν των προϊσταμένων του. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄. Δικαιώματα οργάνων Οικον. Αστυνομίας κατά θάλασσαν. Υποχρεώσεις Δημοσίων Αρχών και ιδιωτών. Ποινικαί συνέπειαι παραλείψεων αυτών. Άρθρ.18.-1.Ο Διοικητής, οι Κυβερνήται, οι Μηχανικοί και οι Ναύκληροι των αντιλαθρεμπορικών πλοίων καθίστανται ανακριτικοί υπάλληλοι, ασκούσι δε τα ανακριτικά των καθήκοντα κατά τας διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας και τα υπό του Κανονισμού της υπηρεσίας διώξεως λαθρεμπορίου κατά θάλασσαν κανονισθησόμενα. Άρθρ.2.-1.Η Οικονομική Αστυνομία κατά θάλασσαν επιτηρεί κατά μήκος ολόκληρον το θαλάσσιον μέτωπον και τας ακτάς της Επικρατείας παρεμποδίζουσα οιανδήποτε πράξιν παρανόμου επιβιβάσεως ή αποβιβάσεως, και κατοπτεύει τας θαλασσίας διόδους, τας προσκειμένας προς τα όμορα Κράτη, προς πρόληψιν της διελεύσεως λαθρεμπορευμάτων κλπ. Ωσαύτως εκτελεί ερεύνας, νηοψίας και έλεγχον των ναυτιλιακών εγγράφων τηρουμένων των κανόνων και εθίμων του Διεθνούς Ναυτικού Δικαίου, εντός των Ελληνικών χωρικών υδάτων, ένθα δεν είναι εφικτός ο παρά των αρμοδίων Αρχών έλεγχος, ωσαύτως δε προβαίνει ενδεχομένως και εις κατασχέσεις κατά τας οικείας διατάξεις των τελωνειακών και των περί διώξεως του λαθρεμπορίου εν γένει νόμων. 2.Ενεργεί επιπροσθέτως την δίωξιν της λαθραλιείας, των παραβάσεων των διατάξεων περί προστασίας της ιχθυοπαραγωγής και την δίωξιν της λαθραμμοληψίας και δρα δια την ασφάλειαν της ναυσιπλοΐας εν συνενοήσει προς τας Λιμενικάς Αρχάς, εφ’ όσον κατά την εκτίμησιν των Κυβερνητών των αντιλαθρεμπορικών πλοίων δεν παρακωλύεται εκ των ενεργειών τούτων το κύριον έργον της διώξεως του λαθρεμπορίου. Άρθρ.19.-1.Άπασαι εν γένει αι Δημόσιαι, Δημοτικαί και Στρατιωτικαί Αρχαί υποχρεούνται να συντρέχωσι τα όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν προς εκπλήρωσιν των ανατεθειμένων αυτοίς καθηκόντων προς δε να μεταδίδωσιν άνευ αναβολής εις αυτά πάσαν πληροφορίαν σχετικήν προς την διενέργειαν του λαθρεμπορίου ή άλλας παραβάσεις του παρόντος. Πάσα αμέλεια ή ολιγωρία ή άρνησις τιμωρείται πειθαρχικώς μεν υπό της Προϊσταμένης τούτων Αρχής, ποινικώς δε επί παραβάσει καθήκοντος. 2.Με την αυτήν ποινήν φυλακίσεως τιμωρείται πας όστις προσκαλούμενος υπό οργάνου της Οικονομικής Αστυνομίας αρνείται να δηλώσει την ταυτότητά του ή δίδει ψευδή τοιαύτην ή αρνείται, καίτοι γνωρίζων, να δηλώση την ταυτότητα ετέρου προσώπου. 3.Πας όστις ήθελε καθ’ οιονδήποτε τρόπον παρακωλύσει την έρευναν εις τας ειδικάς περιπτώσεις του ανωτέρω άρθρ. 5 τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρι δύο ετών. 4.Το προσωπικόν της Οικον. Αστυνομίας κατά θάλασσαν δια την άσκησιν καθηκόντων διώξεως λαθρεμπορίου δικαιούται να επιβαίνη των ελληνικών εμπορικών πλοίων γραμμής εσωτερικού ή εξωτερικού ταξειδεύον άνευ καταβολής ναύλου επί τη απλή επιδείξει του δελτίου ταυτότητος και του φύλλου πορείας, κατά τα ισχύοντα δια τους λιμενικούς βαθμοφόρους. Οι πλοίαρχοι των εμπορικών πλοίων υποχρεούνται να παρέχωσι πάσαν συνδρομήν εις το επιβαίνον προσωπικόν της Οικονομικής Αστυνομίας, υποκείμενοι άλλως εις τας ποινάς της ανωτέρω παρ. 3. Η εξακρίβωσις οιασδήποτε παραλείψεως του πλοιάρχου εις συνδρομήν του επιβαίνοντος προσωπικού της Οικονομικής Αστυνομίας δύναται να έχη ως συνέπειαν, προσωρινήν στέρησιν του διπλώματος αυτού κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του Ποινικού και Πειθαρχικού Κώδικος του Εμπορικού Ναυτικού. Προς τούτο παραπέμπεται υπό του Υπουργείου των Οικονομικών ολόκληρος ο φάκελλος προς το Υφυπουργείον Εμπορικής Ναυτιλίας το οποίον επιμελείται δια την συγκρότησιν του κατά Νόμον προβλεπομένου Ανακριτικού Συμβουλίου. 5.Πλοίαρχοι, μηχανικοί και πληρώματα εν γένει εμπορικών πλοίων καταδικαζόμενα δια δικαστικών αποφάσεων επί λαθρεμπορία ή παραβάσει των περί προστασίας του Ελληνικού νομίσματος νόμων, στερούνται αυτοδικαίως του διπλώματός των, απαγορευομένης εφεξής της ναυτολογήσεώς των. 6.Δια την δίωξιν άλλων παραβάσεων μη αποτελουσών ειδικώς δίωξιν λαθρεμπορίου ή δια την εκτέλεσιν ειδικών τινών υπηρεσιών δύνανται αι λιμενικαί ή αστυνομικαί αρχαί να επιζητώσιν είτε παρά του Υπουργού των Οικονομικών, είτε παρά του Διοικητού του Στολίσκου, ωρισμένην δράσιν των αντιλαθρεμπορικών πλοίων. Οι Κυβερνήται λαμβάνοντες ειδικήν διαταγήν των προϊσταμένων των οφείλουσι να εκτελώσι τας αιτήσεις ταύτας των Λιμενικών και Αστυνομικών Αρχών υπό την προϋπόθεσιν πάντοτε και υπ’ ευθύνην των, ότι εκ της δράσεως ταύτης δεν πρόκειται να παρακωλυθή το παράπαν το κύριον έργον των πλοίων της διώξεως του λαθρεμπορίου. Μετά την εκτέλεσιν πάσης τοιαύτης αιτήσεως οι Κυβερνήται αναφέρωσι περί αυτής εις την προϊσταμένην των Αρχήν. Άρθρ.20.-1.Εν περιπτώσει θέσεως εις εφαρμογήν του Νόμ. ΔΞΘ΄ «περί καταστάσεως πολιορκίας», τα όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν εξακολουθούσιν ασκούντα συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου, τα υπό τούτου ανατιθέμενα αυτοίς καθήκοντα και δικαιώματα. Άρθρ.21.-1.Τα όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν απαλλάσσονται, εν καιρώ ειρήνης, της προσκλήσεως των κλάσεων της εφεδρείας, γενομένης ένεκα οιουδήποτε λόγου και καθ’ οιονδήποτε χρόνον. Άρθρ.22.-1.Τα όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας τα ταξειδεύοντα ατμοπλοϊκώς, αεροπορικώς ή δια σιδηροδρόμων άλλων εκτός των Κρατικών δικαιούνται των εκπτώσεων ων και οι υπάλληλοι της Αστυνομίας Πόλεων και τα όργανα της Χωροφυλακής. 2.Τα ταξειδεύοντα δια των Κρατικών σιδηροδρόμων όργανα, εν υπηρεσία μεν ταξειδεύΣελ. 117 - 184 Οικονομική Αστυνομία στη θάλασσα 30.Α.ν.5 ουσι δωρεάν επί τη βάσει φύλλων πορείας εκδιδομένων παρά των Προϊσταμένων των Αρχών, εκτός δε υπηρεσίας μετ’ εκπτώσεως συμφώνως τη προηγουμένη παραγράφω του παρόντος άρθρου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄. Αμοιβαί Άρθρ.23.-1.Εις τα όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν δύνανται να χορηγηθώσιν ηθικαί ή υλικαί αμοιβαί επί εξαιρετική δρατηριότητι ή προσπαθεία. 2.Η ηθική αμοιβή συνίσταται εις έπαινον, εύφημον μνείαν και ευαρέσκειαν. 3.Έπαινον και εύφημον μνείαν απονέμουσιν ο Υπουργός των Οικονομικών και ο Διοικητής του Στολίσκου, ευαρέσκειαν δε ο Υπουργός των Οικονομικών. 4.Όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν, τα τυχόν συμπράττοντα εν γένει όργανα (αστυνομικοί, τελωνειακοί, καπνεργοστασιακοί, δεσμοφύλακες φυλακών κλπ.), οι δίδοντες πληροφορίας τη υπηρεσία ιδιώται ή δημόσιοι υπάλληλοι, δικαιούνται, επί κατασχέσει λαθρεμπορεύματος υλικής αμοιβής, καθοριζομένης υπό του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην εκάστοτε του κατά την παρ. 9 του ανωτέρω άρθρ. 13 Συμβουλίου. 5.Το Συμβούλιον καθορίζει αναλυτικώς τας χορηγουμένας αμοιβάς δια τα κατασχόμενα λαθρεμπορεύματα δι’ έκαστον είδος, αναλόγως της ποσότητος και αναλόγως της συνδρομής εκάστου αναμφισβητήτως αποδεικνυομένης. 6.Αι αμοιβαί καταβάλλονται άμα τη εκδόσει των αποφάσεων υπό των οικείων δικαστικών ή διοικητικών Αρχών. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δύναται ο Υπουργός των Οικονομικών μετά γνώμην του αυτού Συμβουλίου να προκαταβάλη ποσόν τι έναντι της δοθησομένης αμοιβής. 7.Προϊστάμενος υπηρεσίας της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν ή άλλης Οικονομ. Υπηρεσίας, όστις ήθελε προτείνει την παροχήν αμοιβής εις εαυτόν, εν ω αποδεδειγμένως ουδαμώς μετέσχεν εις την ανακάλυψιν του λαθρεμπορίου ή αι καταβληθείσαι παρ’ αυτού ενέργειαι απετέλουν υπηρεσιακάς ενεργείας επιβαλλομένας εκ των καθηκόντων του, απολύεται της υπηρεσίας κατά την κατά τας κειμένας διατάξεις διαδικασίαν. 8.Η τοιαύτη ποινή επιβάλλεται εις τους προϊσταμένους της Οικονομ. Αστυνομίας κατά θάλασσαν ή προϊσταμένους άλλης Οικονομικής Αρχής, οίτινες ήθελον προτείνει την παροχήν αμοιβής είτε εις όργανα της υπηρεσίας των ή άλλων υπηρεσιών ή ιδιώτας οίτινες αποδεδειγμένως ουδόλως συνετέλεσαν εις την ανακάλυψιν του λαθρεμπορίου ή η συνδρομή αυτών αποδεδειγμένως υπήρξεν αναξία λόγου. Σελ. 118 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Γενικαί διατάξεις Άρθρ.24.-1.Απαγορεύεται η, εν καιρώ ειρήνης, διάθεσις των οργάνων της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν εις υπηρεσίαν ξένην προς τα δια του παρόντος νόμου καθοριζόμενα καθήκοντα αυτών και τα καθοριζόμενα δια των εκτελεστικών αυτού Δ/των. 2.Τα παραβαίνοντα την διάταξιν ταύτην όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας τιμωρούνται δια της ποινής της προσωρινής απολύσεως, εν υποτροπή δε δια της ποινής της οριστικής απολύσεως. 3.Η Οικονομική Αστυνομία κατά θάλασσαν είναι υπηρεσία ένοπλος, οι υπάλληλοι της οποίας πρέπει εις εκάστην ενέργειαν να δεικνύωνται αποφασιστικοί, ενεργούντες όμως μεθ’ όλης της αναγκαίας συνέσεως, καταφεύγοντες δε εις την βίαν μόνον όταν ήθελον αναγκασθή λόγω του αδυνάτου να εξασφαλίσωσιν άλλως την υπακοήν προς τους νόμους, ή λόγω ανάγκης προσωπικής αμύνης, οπλοφορούντες εν τη εκτελέσει των καθηκόντων αυτών κατά τα καθορισθησόμενα δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Άρθρ.25.-1.Τα αντιλαθρεμπορικά πλοία εν καιρώ ειρήνης τελούσιν αποκλειστικώς υπό τας διαταγάς του Υπουργού των Οικονομικών όστις δια του Διοικητού του Στολίσκου διαθέτει αυτά καταλλήλως. 2.Κίνησις των αντιλαθρεμπορικών πλοίων ή άλλη τις δράσις αυτών κατά διαταγήν άλλης αρχής πλην του Υπουργού των Οικονομικών και του Διοικητού του Στολίσκου απαγορεύεται απολύτως. Κυβερνήται ή οιοιδήποτε άλλοι εκ του προσωπικού της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν παραβαίνοντες την διάταξιν ταύτην απολύονται της υπηρεσίας επιφυλασσομένης και πάσης άλλης κατά τους κειμένους νόμους ποινής. 3.Τα αντιλαθρεμπορικά ταύτα πλοία όσον αφορά την κίνησιν αυτών και την εν γένει δράσιν δια την δίωξιν του λαθρεμπορίου, εις ουδένα υπόκεινται περιορισμόν ή υποχρέωσιν απορρέουσαν εκ των λιμενικών διατυπώσεων (τέλη κλπ.), η θέσις όμως της αγκυροβολίας τούτων κατά τους κατάπλους των εις τους λιμένας του Κράτους ορίζεται υπό της αρμοδίας Λιμενικής Αρχής. - 185 30.Α.ν.5 Οικονομική Αστυνομία στη θάλασσα 4.Απαγορεύεται απολύτως υπό οιανδήποτε δικαιολογίαν η επιβίβασις επί των αντιλαθρεμπορικών πλοίων ετέρων προσώπων εκτός του καθωρισμένου πληρώματος εκάστου πλοίου, πολλώ δε μάλλον απαγορεύεται η επιβίβασις προς μεταφοράν ετέρων προσώπων. 5.Κατ’ εξαίρεσιν δύνανται να επιβαίνωσι των πλοίων τούτων, αδεία του Υπουργού των Οικονομικών, δημόσιοι λειτουργοί, οι ως εκ της θέσεώς των συντρέχοντες εις την ειδικήν εκάστοτε περίπτωσιν, δια την δίωξιν του λαθρεμπορίου, ήτοι: α)ο εισαγγελεύς, β)ο ανακριτής, γ)είς λιμενικός βαθμοφόρος, δ)είς τελωνειακός υπάλληλος, ε)είς αστυνομικός βαθμοφόρος, ς)απόσπασμα ναυτών ή στρατιωτών ή αστυνομικών οργάνων διατιθεμένων ειδικώς προς ενίσχυσιν της διώξεως του λαθρεμπορίου, τελούν κατά το διάστημα της εν τω πλοίω παραμονής υπό τας διαταγάς του Κυβερνήτου. 6.Η παράβασις της ανωτέρω παρ. 4 έχει ως συνέπειαν την άμεσον εκ της υπηρεσίας απόλυσιν του παραβάτου. 7.Προκειμένου περί πλοίων του Β. Ναυτικού απεσπασμένων εις την Οικονομικήν Αστυνομίαν κατά θάλασσαν η παράβασις τιμωρείται υπό του Υπουργού των Ναυτικών συμφώνως προς τους ισχύοντας ναυτικούς κανονισμούς. 8.Οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί, αρμοδιότητος Υπουργείου Οικονομικών, περιορίζονται ν’ αναφέρωσιν απλώς εις το Υπουργείον των Οικονομικών πάσαν παρατήρησιν αυτών επί της λειτουργίας των υπηρεσιών της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν αποκλειομένης πάσης αναμίξεως αυτών εις τα έργα ταύτης. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄ Τελικαί διατάξεις Άρθρ.26.-1.Δια Β.Δ/των κανονισθήσονται: α)Τα προσόντα του υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένου προσωπικού της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν. β)Τα ειδικά καθήκοντα του Διοικητού του στολίσκου των αντιλαθρεμπορικών πλοίων ως και τα των κυβερνητών, μηχανικών, ναυκλήρων και των πληρωμάτων των πλοίων. γ)Τα της στολής του προσωπικού εν γένει τηρουμένων των ειδικών εν ισχύϊ διατάξεων περί Στολών και Σημαιών. δ)Τα του διακριτικού σήματος της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν, όπερ επιπροσθέτως τοποθετείται εις την Σημαίαν του Εμπορικού Ναυτικού, ήτις καθορίζεται δια τα αντιλαθρεμπορικά πλοία. ε)Η εν γένει οργάνωσις της υπηρεσίας και πάσα εν γένει λεπτομέρεια αφορώσα την εφαρμογήν του παρόντος. 2.Δια Δ/τος ωσαύτως κυρωθήσεται ο Γενικός Κανονισμός της υπηρεσίας της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄. Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.27.-1.Κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος νόμου ο Διοικητής του Στολίσκου των αντιλαθρεμπορικών πλοίων διορίζεται δια Β.Δ/τος εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών των Οικονομικών και Ναυτικών. 2.Ωσαύτως κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος νόμου οι κυβερνήται, οι μηχανικοί και το λοιπόν προσωπικόν των πλοίων διορίζονται υπό του Υπουργού των Οικονομικών δι’ αποφάσεώς του δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Άρθρ.28.-1.Κυρούνται αι εκ του προϊόντος της εκποιήσεως των κενών δοχείων καυσίμου ύλης των καταδιωκτικών του λαθρεμπορίου πλοίων γενόμεναι δαπάναι και έξοδα εν γένει δια την καταργηθείσαν υπηρεσίαν διώξεως λαθρεμπορίου. Άρθρ.3.-1.Η Οικονομική Αστυνομία κατά θάλασσαν δύναται αιτήσει των οικείων στρατιωτικών, αστυνομικών ή ετέρων αρχών, να συντρέχη ταύτας, εις την σύλληψιν φυγοδίκων, δραπετών φυλακών, λιποτακτών και την πρόληψιν και καταστολήν πάσης ετέρας παραβάσεως δι’ ην ζητείται η συνδρομή, υπό την προϋπόΣελ. 111 - 178 Οικονομική Αστυνομία στη θάλασσα 30.Α.ν.1-5 θεσιν ότι δεν παρεμποδίζεται εντεύθεν η εκπλήρωσις του κυρίου προορισμού της. 2.Εις α μέρη δεν υπάρχουσι τυχόν στρατιωτικαί, αστυνομικαί, λιμενικαί ή άλλα αρχαί, τα όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν δύνανται να υποκαθίστανται εις τα δικαιώματα και τας ενεργείας των Αρχών τούτων, προκειμένου περί εκτελέσεως υπηρεσιών, ως αι ανωτέρω αναφερόμεναι, εν τοιαύτη όμως περιπτώσει υποχρεούνται όπως άνευ αναβολής αναφέρωσιν τας ενεργείας των ταυτοχρόνως τόσον εις την αρμοδίαν Αρχήν όσον και εις τον άμεσον προϊστάμενον αυτών. 3.Η Οικονομική Αστυνομία κατά θάλασσαν δύναται να προέρχηται εις συνεννοήσεις μετά των υπηρεσιών διώξεως λαθρεμπορίου των ομόρων ή ετέρων Επικρατειών δια την από κοινού καταστολήν και δίωξιν του λαθρεμπορίου από θαλάσσης, ορίζουσα, εγκρίσει του Υπουργού των Οικονομικών, ειδικούς εκάστοτε ταχυδρόμους εκ των υπ’ αυτήν υπαλλήλων. Άρθρ.29.-1.Ο παρών Νόμος ισχύει από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Άρθρ.4.-1.Η ενάσκησις πάντων των αναφερομένων εν τω παρόντι νόμω καθηκόντων υπό των οργάνων της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν, δεν απαλλάσσει τας λοιπάς εν τω Κράτει καταδιωκτικάς Αρχάς της υποχρεώσεως της υπ’ αυτών εφαρμογής των ισχυουσών κατά του λαθρεμπορίου διατάξεων. Ειδικώτερον τα εν τοις ανωτέρω άρθροις καθοριζόμενα καθήκοντα των οργάνων της Οικονομικής Αστυνομίας εξακολουθούσι να έχωσι και αι Αρχαί αίτινες δυνάμει των κειμένων νόμων ήσκουν μέχρι τούδε ταύτα, παραλλήλως μεν προς τα όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας, και εν συνεννοήσει μετ’ αυτής ένθα λειτουργεί αύτη, κατά κύριον λόγον δε ένθα εξ οιουδήποτε λόγου δεν υφίστανται όργανα αυτής. Άρθρ.5.-1.Προκειμένου να ενεργηθή έρευνα εντός φρουρίου ή οχυράς ζώνης ή χώρου, ή εντός πολεμικού πλοίου ή του Β. Ναυστάθμου, τα όργανα της Οικονομικής Αστυνομίας κατά θάλασσαν αιτούνται προηγουμένως την άδειαν του αρμοδίου Διοικητού ή Κυβερνήτου ή και του αρμοδίου Υπουργείου. 2.Εφ’ όσον πρόκειται περί ενεργείας ερεύνης εις άλλους χώρους της στρατιωτικής ή ναυτικής ή αεροπορικής υπηρεσίας αιτούνται επίσης προηγουμένως την άδειαν του προϊσταμένου της οικείας υπηρεσίας, και την συνδρομήν αυτού. 3.Εν περιπτώσει μη χορηγήσεως παρά του Διοικητού ή Κυβερνήτου ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας της αδείας προς ενέργειαν ερεύνης, ούτος φέρει ακεραίαν την ευθύνην. Σελ. 112 Άρθρ.6.-1.Δια Δ/των, προκαλουμένων προτάσει του επί των Οικονομικών Υπουργού, δύνανται να ανατεθώσιν εις την Οικονομικήν Αστυνομίαν κατά θάλασσαν και έτερα καθήκοντα. Άρθρ.7.-1.Η Οικονομική Αστυνομία κατά θάλασσαν εκπληρώνει τον ανωτέρω σκοπόν: α)Δια των ειδικών πλοίων του Υπουργείου των Οικονομικών. β)Δια πλοίων προσλαμβανομένων επί μισθώσει. γ)Δια πολεμικών πλοίων του Β. Ναυτικού τιθεμένων εις την διάθεσιν του Υπουργού των Οικονομικών υπό του Υπουργείου των Ναυτικών δια Β.Δ/τος. 2.Άπαντα τα ανωτέρω πλοία καλούνται «Αντιλαθρεμπορικά πλοία» συνιστώντα στολίσκον υπαγόμενο εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του Υπουργού των Οικονομικών και του Διοικητού του στολίσκου τούτου. 3.Εν τη εννοία των κατά τον παρόντα νόμον πλοίων περιλαμβάνεται και παν πλωτόν μέσον (ατμάκατοι, βενζινάκατοι, λέμβοι κλπ.). Άρθρ.8.-1.Ως Διοικητής του στολίσκου των αντιλαθρεμπορικών πλοίων προσλαμβάνεται δια Β.Δ/τος προκαλουμένου υπό των Υπουργών των Οικονομικών και Ναυτικών, είς αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού μάχιμος εκ των εν ενεργεία ή εκ των εν αποστρατεία. Εις τούτον, εάν μεν προέρχεται εκ των εν ενεργεία παρέχεται επιμίσθιον εκ δραχ. 2000 μηνιαίως εάν δε εκ των εν αποστρατεία παρέχεται μηνιαία αποζημίωσις εκ δραχ. 6.000 μηνιαίως. Ο Διοικητής του Στολίσκου απολύεται επίσης δια Β.Δ/τος προκαλουμένου υπό των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτικών. 2.Ο Διοικητής εδρεύει εις το Υπουργείον των Οικονομικών εξαρτώμενος εκ του Υπουργού των Οικονομικών εις ον αναφέρεται και παρ’ ου λαμβάνει διαταγάς. Άρθρ.9.-1.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών προσλαμβάνονται και τοποθετούνται παρά τω Διοικητή: α)Είς Οικονομικός αξιωματικός του Β. Ναυτικού εκ των εν ενεργεία ή εκ των εν αποστρατεία, επί μηνιαία μεν αποζημιώσει δραχ. 1.000 εφ’ όσον πρόκειται περί αξιωματικού εν ενεργεία, 3.000 δε εκ των εν αποστρατεία. β)Είς μηχανικός του Β. Ναυτικού εκ των εν αποστρατεία επί μηνιαία αποζημιώσει δραχ. 3.000. 2.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών δύνανται να αποσπώνται κατώτεροι οικονομικοί υπάλληλοι παρά τω Διοικητή του στολίσκου. - 179 30.Α.ν.5 Οικονομική Αστυνομία στη θάλασσα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.