📄 Κείμενο νόμου
25. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Αριθ. Β2/54/3/236/76/οίκ.695 της 22 Μαρτ./5 Απρ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 329) Περί τροποποιήσεως και ανασυντάξεως του Κανονισμού Ασφαλιστικών Παροχών του Κλάδου Κυρίας Ασφαλίσεως του Τ.Α.Ι.Σ.Υ.Τ. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του Α.Ν. 2176/1940 «περί συστάσεως του Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου». 2.Τας διατάξεις του Ν.Δ. 1379/1973 «περί Συμβουλίων και Επιτροπών αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών». 3.Την υπ’ αριθ. Δ3/2861/24-9-1976 κοινήν απόφασιν του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών «περί αναθέσεως αρμοδιοτήτων εις τους Υφυπουργούς Κοινωνικών Υπηρεσιών» (ΦΕΚ 1192/27-9-1976 τ.Β΄) 4.Τας από 22.4.1975, 27.5.1976 και 30.9.1976 προτάσεις του Δ.Σ. του Τ.Α.Ι.Σ.Υ.Τ., αποφασίζομεν: Ο Κανονισμός Ασφαλιστικών Παροχών του Κλάδου Κυρίας Ασφαλίσεως του Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, τροποποιείται και ανασυντάσσεται εις άρθρα είκοσι τρία (23), ως ακολούθως: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΚΛΑΔΟΥ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ Άρθρον 1. 1.Αι παρά του Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, το οποίον τοις επομένοις αποκαλείται «Ταμείον», χορηγούμεναι περιοδικαί παροχαί εκ του Κλάδου Κυρίας Ασφαλίσεως εις τους παρ’ αυτώ ησφαλισμένους και τα μέλη οικογενείας των διέπονται υπό των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. 2.Αι παροχαί αύται διακρίνονται εις παροχάς συντάξεως: α)λόγω γήρατος, β)λόγω αναπηρίας και γ)λόγω θανάτου. Σύνταξις λόγω γήρατος. Άρθρον 10. Απόδειξις ηλικίας συνθέσεως οικογενείας, γάμου και θανάτου. 1.α)Η ηλικία των ησφαλισμένων και των μελών οικογενείας των αποδεικνύεται αποκλειστικώς δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως συνταχθείσης ή διορθωθείσης εντός ενενήκοντα ημερών από της γεννήσεώς των. β)Εν ελλείψει ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως, ως ανωτέρω, η ηλικία αποδεικνύεται αποκλειστικώς των μεν αρρένων δια της εγγραφής εις τα Μητρώα αρρένων και εν ελλείψει τοιαύτης δια της εγγραφής εις τα εν ισχύι δημοτολόγια, των δε θηλέων δια της εγγραφής εις τα εν ισχύι δημοτολόγια. Εν τη περιπτώσει ταύτη ως ημερομηνία γεννήσεως λογίζεται η 30ή Ιουνίου του έτους γεννήσεως. Επί δύο η πλειόνων εγγραφών εις τα αυτά ή διάφορα εν ισχύι δημοτολόγια και υπό διάφορον έτος γεννήσεως λαμβάνεται υπ’ όψιν η εγγραφή εκ της οποίας προκύπτει η μεγαλυτέρα ηλικία. Εν περιπτώσει διορθώσεως του έτους γεννήσεως του αναγραφομένου εις τα δημοτολόγια, γενομένης καθ’ οιονδήποτε τρόπον, λαμβάνεται υπ’ όψιν το προ της διορθώσεως αναγραφόμενον έτος γεννήσεως. γ)Μη υπαρχούσης ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως ή εγγραφής εις τα Μητρώα αρρένων ή τα ισχύοντα δημοτολόγια, ως ανωτέρω, η ηλικία βεβαιούται δι’ αποφάσεως της Ειδικής Επιτροπής καθορισμού ηλικίας του ΙΚΑ, αιτήσει του Ταμείου ή του ησφαλισμένου. Δι’ ομοίων αποφάσεων καθορίζεται και το έτος γεννήσεως των ησφαλισμένων ή των μελών της οικογενείας των αιτήσει του Ταμείου, οσάκις προκύπτουν βάσιμοι αμφιβολίαι δια την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεως τούτων εις τα δημοτολόγια. δ)Η ηλικία προσώπων γεννηθέντων εν τη αλλοδαπή, εάν δεν υφίστανται τα εις τας περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου αναφερόμενα αποδεικτικά, αποδεικνύεται δια παντός ετέρου στοιχείου αποδεικνύοντος ταύτην κατά την νομοθεσίαν του Κράτους, εις το οποίον έλαβε χώραν η γέννησις, θεωρουμένου παρά της οικείας Ελληνικής Προξενικής αρχής. Εάν δεν προσκομίζωνται τοιαύτα στοιχεία ή εκ των προσκομισθέντων στοιχείων προκύπτουν αμφιβολίαι δια την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεως, η ηλικία καθορίζεται κατά τα εν τη προηγουμένη περιπτώσει οριζόμενα. ε)Πάσα αμφισβήτησις περί το έγκυρον ή την ακρίβειαν των αποδεικτικών στοιχείων ηλικίας ερειδομένης επί εγγράφων στοιχείων συντεταγμένων εις ανύποπτον χρόνον επιλύεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, οίκοθεν ή τη αιτήσει του ενδιαφερομένου. 2.Ο γάμος του ησφαλισμένου αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως, ελλείψει δε ταύτης δια πιστοποιητικού της αρμοδίας Μητροπόλεως ή του αρμοδίου Αρχιερατικού Επιτρόπου. Δια τας περιπτώσεις γάμων τελεσθέντων εν τη αλλοδαπή ή τοιούτων ετεροδόξων, ο γάμος αποδεικνύεται δια πιστοποιητικού ή βεβαιώσεως των αρμοδίων Θρησκευτικών ή Εκκλησιαστικών Αρχών, δεόντως τεθεωρημένου, εν ελλείψει δε τούτων δι’ ενόρκου βεβαιώσεως μαρτύρων. 3.Ο θάνατος αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, προκειμένου δε περί αφάντου δια της κηρυσσούσης την αφάνειαν αποφάσεως του δικαστηρίου. 4.Η σύνθεσις της οικογενείας ως και το αμετάβλητον της προσωπικής καταστάσεως του ησφαλισμένου αποδεικνύεται δια πιστοποιητικού του Δημάρχου ή Προέδρου Κοινότητος. Άρθρον 11. Χρόνος και τρόπος καταβολής συντάξεων. 1.Η σύνταξις καταβάλλεται εις τους δικαιούχους εις την αρχήν εκάστου μηνός. Εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου η καταβληθείσα ή οφειλομένη σύνταξις υπολογίζεται δι’ ολόκληρον τον μήνα ανεξαρτήτως ημερομηνίας θανάτου. 2.Η σύνταξις δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείουνα καταβάλληται και δι’ επιταγών μέσω των ΕΛΤΑ ή ανεγνωρισμένων Τραπεζικών Ιδρυμάτων. 3.Αι δαπάναι πληρωμής των συντάξεων βαρύνουν το Ταμείον. Άρθρον 12. Έναρξις και λήξις δικαιώματος εις σύνταξιν. 1.Το εις σύνταξιν δικαίωμα άρχεται: α)Επί συντάξεως λόγω γήρατος από της 1ης του μηνός του επομένου εκείνου, κατά τον οποίον υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως. β)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας από της ημέρας εκείνης κατά την οποίαν επήλθεν η αναπηρία. γ)Επί συντάξεως μελών οικογενείας από της 1ης του μηνός του επομένου εκείνου κατά τον οποίον επήλθεν ο θάνατος. 2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα λήγει: α)Επί συντάξεως λόγω γήρατος εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίον επήλθεν ο θάνατος του συνταξιούχου. «β)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας από της επομένης ημέρας εκείνης, κατά την οποίαν ο ανάπηρος, βάσει αποφάσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, προς την οποίαν δέον να παραπέμπεται ούτος, έπαυσε να πληροί τα προϋποθέσεις του άρθρ. 3». Η περίπτ. β΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 7 της Β2/54/3/246/28 Φεβρ.-12 Μαρτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 243) απόφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Κοιν. Υπηρεσιών. γ)Επί συντάξεως λόγω θανάτου εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίον συνήφθη ο νέος γάμος. δ)Επί συντάξεως τέκνων, εγγόνων, προγονών και αδελφών προκειμένου μεν περί αρρένων εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίον συνεπλήρωσαν το 18ον έτος της ηλικίας των ή εν περιπτώσει συνεχίσεως σπουδών εις Σχολάς Μέσης ή Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως το 25ον έτος της ηλικίας των, προκειμένου δε περί θηλέων εις το τέλος του μηνός, κατά τον οποίον συνεπλήρωσαν το 30όν έτος της ηλικίας ή και προ των ως άνω ορίων ηλικίας εφ’ όσον: αα)Συνήψαν γάμον ββ)Παρέχουν εργασίαν ή ασκούν επάγγελμα και αποκερδαίνουν εκ του επαγγέλματος ή της εργασίας ή εξ εισοδημάτων το 35πλάσιον του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου. Εν περιπτώσει υπερβάσεως του ορίου τούτου περικόπτεται η σύνταξις κατά το υπερβάλλον ποσόν. ε)Επί συντάξεως γονέων εις το τέλος του μηνός κατά το οποίον επήλθεν ο θάνατος. 3.Τα κατά την περίπτωσιν δ΄ της προηγουμένης παραγράφου όρια ηλικίας δεν ισχύουν εφ’ όσον τα πρόσωπα ταύτα είναι ανίκανα προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, της ανικανότητος υφισταμένης κατά τον χρόνον της συμπληρώσεως του 18ου ή του 25ου ή του 30ού έτους της ηλικίας, κατά περίπτωσιν, και εφ’ όσον διαρκεί ανικανότης, ταύτης διαπιστουμένης κατά τας διατάξεις του άρθρου 8. (Αντί για τη σελ. 834,15(α) Σελ. 834,15(β) Τεύχος 1085-Σελ. 95 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.25 347 4.Η διακοπείσα σύνταξις των θηλέων προσώπων της περιπτώσεως δ΄ της παρ. 2 επαναχορηγείται άμα τη συμπληρώσει του 50ού έτους της ηλικίας των και εφ’ όσον ταύτα εξακολουθούν να είναι άγαμα και δεν εμπίπτουν εις την διάταξιν της υποπεριπτώσεως ββ) της περιπτ. δ΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Το αυτό εφαρμόζεται και εις περιπτώσεις, κατά τας οποίας δεν εδικαιώθησαν τα ως άνω πρόσωπα συντάξεως, λόγω του επελθόντος θανάτου του δικαιοπαρόχου μετά την συμπλήρωσιν του 30ού έτους της ηλικίας των. Άρθρον 13. Αφάνεια. 1.Πάντα τα κατά τον παρόντα Κανονισμόν δικαιώματα λόγω θανάτου γεννώνται και επί αφανείας κηρυχθείσης κατά τας διατάξεις του Αστικού Κώδικος. 2.Η κατ’ εφαρμογήν της προηγουμένης παραγράφου απονεμομένη εις τους δικαιούχους σύνταξις καταβάλλεται από της ημερομηνίας της υποβολής της σχετικής περί κηρύξεως αφανείας αιτήσεως εις το Δικαστήριον. 3.Εάν αναφανή ο άφαντος, η σύνταξις των δικαιούχων διακόπτεται από της πρώτης του επομένου της εμφανίσεως μηνός. Άρθρον 14. Στερήσεις. 1.Στερείται του δικαιώματος συντάξεως λόγω αναπηρίας ο ησφαλισμένος ο εκ προθέσεως καταστάς ανάπηρος ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος, η δε ενοχή του αποδεικνύεται δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως. Εάν όμως υπάρχουν πρόσωπα εκ των αναφερομένων εις το άρθρον 4 παρ. 1 του παρόντος, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως της οποίας θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου. 2.Πρόσωπα εκ των κατά το άρθρον 4 παρ. 1 του παρόντος δικαιουμένων συντάξεων στερούνται παντός επ’ αυτής δικαιώματος, εάν δι’ αποφάσεως Ποινικού Δικαστηρίου ήθελον καταδικασθή δια πράξιν, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. Άρθρον 15. Αναστολή συντάξεως. Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Εάν και εφ’ όσον χρόνον ο συνταξιούχος εκτίη ποινήν στερητικήν της ελευθερίας μεγαλυτέραν του ενός (1) έτους. Εφ’ όσον όμως υπάρχουν πρόσωπα, τα οποία εν περιπτώσει θανάτου τούτου θα ελάμβανον σύνταξιν, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως, η οποία θα κατεβάλλετο εις ταύτα εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου. β)Εάν και εφ’ όσον χρόνον ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας αδικαιολογήτως δεν προσέρχεται εις την οικείαν Υγειονομικήν Επιτροπήν προς εξέτασιν της καταστάσεώς του. «γ)Αν και για όσο χρόνο ο συνταξιούχος αναλάβει και πάλι εργασία, οποία υπάγεται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Ταμείου ή οποιουδήποτε άλλου Ταμείου κύριας ασφάλισης εφόσον το εισόδημα που κερδίζει από την εργασία αυτή είναι ανώτερο του τριακονταπενταπλάσιου του ημερομίσθιου του ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά». Η περίπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ.54/1021/3-7 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 244) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 834,16(β) Τεύχος 1085-Σελ. 96 δ)(Καταργήθηκε από την παρ. 2 του Φ.54/1021/3-7 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 244) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων). Άρθρον 16. Παραγραφή 1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν είναι απαράγραπτον. 2.Συντάξεις μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας, κατά την οποίαν κατέστησαν απαιτηταί, παραγράφονται. 3.Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις δια χρόνον προγενέστερον των 6 μηνών από της χρονολογίας, κατά την οποίαν υπεβλήθη εις το Ταμείον η σχετική περί απονομής αυτής αίτησις. 4.Αι διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται κατά τα λοιπά, αναλόγως. Άρθρον 17. Εκχώρησις – Κατάσχεσις – Συμψηφισμός. 1.Αι υπό του Ταμείου χορηγούμεναι συντάξεις δεν εκχωρούνται, ουδέ κατάσχονται. 2.Εξαιρετικώς επιτρέπεται η κατάσχεσις μέχρι του 1/4 του ποσού της συντάξεως, λόγω διατροφής συζύγου κατιόντων ή ανιόντων. 3.Συμψηφισμός με τας υπό του Ταμείου χορηγουμένας συντάξεις επιτρέπεται μόνον προς απόσβεσιν οιασδήποτε οφειλής του δικαιούχου προς το Ταμείον. Ο δια τον ανωτέρω λόγον συμψηφισμός ενεργείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., δια δόσεων, του ποσού εκάστης δόσεως μη δυναμένης να υπερβή το 1/4 του ποσού της καταβαλλομένης συντάξεως. Άρθρον 18. Μεταβίβασις απαιτήσεων επί θανάτου δικαιούχου. 1.Η αξίωσις επί απαιτητών παροχών λόγω θανάτου, μη εισπραχθεισών παρά του δικαιούχου μεταβιβάζεται αυτοδικαίως από του θανάτου κατά σειράν εις την (τον) σύζυγον, τα τέκνα, τους γονείς ή αδελφούς. 2.Εν ανυπαρξία δικαιούχου των κατηγοριών τούτων η απαίτησις αποσβέννυται υπέρ του Ταμείου. Άρθρον 19. Υποχρεώσεις Συνταξιούχων. 1.Έκαστος συνταξιούχος υποχρεούται όπως καθιστά γνωστήν εις το Ταμείον αμέσως πάσαν μεταβολήν επερχομένην εις την προσωπικήν και οικογενειακήν κατάστασιν αυτού συνεπεία γάμου, ενηλικιώσεως, θανάτου κλπ. και επιφέρουσαν αλλαγήν ή διακοπήν της χορηγουμένης συντάξεως. 2.Η μετά πάροδον μηνός από της επελθούσης μεταβολής γενομένη γνωστοποίησις συνεπάγεται την επιστροφήν των αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών, εφαρμοζομένων εν προκειμένω και των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 17 του παρόντος. 39.Ι.γ.25 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 348 Άρθρ.2.-«1.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου δικαιούνται σύνταξη λόγω γήρατος μετά τη διακοπή της άσκησης του επαγγέλματος ή της εργασίας τους για την οποία ασφαλίσθηκαν στο Ταμείο, όταν συμπληρώσουν το 60ον έτος της ηλικίας τους και έχουν χρόνο ασφάλισης 25 ετών από τον οποίο 20 πλήρη έτη πραγματικά. 2.Οι ασφαλισμένες γυναίκες με ανήλικα τέκνα που είναι χήρες ή διαζευγμένες ή έγγαμες ή άγαμες, δικαιούνται σύνταξη μετά τη διακοπή της άσκησης του επαγγέλματος ή της εργασίας τους για την οποία ασφαλίσθηκαν στο Ταμείο, όταν συμπληρώσουν το 55ον έτος της ηλικίας τους και έχουν χρόνο πραγματικής ασφάλισης 20 ετών. 3.Για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων, χρόνος πραγματικής ασφάλισης, εκτός από το χρόνο που υπολογίζεται ως πραγματικός σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, είναι και ο χρόνος που ασκήθηκε στο ασφαλιστέο επάγγελμα ή παρασχέθηκε ασφαλιστέα εργασία, είτε πριν είτε μετά την υπαγωγή στην ασφάλιση του Ταμείου, εφόσον έχει αναγνωρισθεί και έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές». Το άρθρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ54/415/26 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 105) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σύνταξις λόγω αναπηρίας Άρθρον 20. Τελικαί Διατάξεις. Κατά την άθροισιν του συνολικού συνταξίμου χρόνου κλάσμα του έτους κατώτερον των έξ (6) μηνών παραλείπεται, ίσον δε ή ανώτερον του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος. Άρθρον 21. Μεταβατικαί Διατάξεις. 1.Δια την απόδειξιν του χρόνου ασφαλίσεως πραγματοποιηθέντος μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος απαιτούνται προκειμένου περί συντακτών και υπαλλήλων βεβαιώσεις των εργοδοτών περί της απασχολήσεώς των, προκειμένου δε περί των ιδιοκτητών βεβαιώσεις του Υπουργείου Εμπορίου περί μεταβιβάσεως του σήματος του εντύπου. Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν συνεχίζει τούτο να εκδίδεται, ως και δύο αντίτυπα του εντύπου τουλάχιστον κατ’ έτος (Ιανουάριος – Ιούλιος), εκ των οποίων να αποδεικνύεται η επαγγελματική των απασχόλησις. «2.Οι κατά την έναρξιν της ισχύος του Κανονισμού συνταξιοδοτούμενοι επί 5ετίαν λόγω αναπηρίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρ. 5 του Α.Ν. 1846/51, και έχοντες 10ετή συνολικόν εν ασφαλίσει χρόνον εργασίας, συμπεριλαμβανομένου και του εξ αναγνωρίσεως τοιούτου, συμπληρούντες το δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως λόγω γήρατος όριον ηλικίας, δικαιούνται το υπό του Κανονισμού προβλεπόμενον κατώτατον όριον συντάξεως λόγω αναπηρίας, λαμβανομένων υπ’ όψιν ως συνταξίμων αποδοχών δια τον επανυπολογισμόν της συντάξεώς των του κατωτάτου ορίου βασικού μισθού του προβλεπομένου, υπό της ισχυούσης, κατά την έναρξιν της ισχύος της παρούσης συλλογικής συμβάσεως εργασίας «περί των όρων αμοιβής και εργασίας των Υπαλλήλων Γραφείων των Ανωνύμων Εταιρειών και λοιπών ιδιωτικών επιχειρήσεων απάσης της χώρας», μετά την συμπλήρωσιν του 18ου έτους της ηλικίας και με 1ον και 2ον έτος υπηρεσίας». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 8 της Β2/54/3/246/28 Φεβρ.-12 Μαρτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 243) απόφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Κοιν. Υπηρεσιών. 3.Επί μίαν πενταετίαν από της ισχύος του παρόντος παρέχεται το δικαίωμα εις τους ησφαλισμένους, οι οποίοι ήθελον υποβάλει αίτησιν συνταξιοδοτήσεως εντός του χρονικού τούτου διαστήματος όπως ζητήσουν τον υπολογισμόν της συντάξεώς των βάσει των διατάξεων των ισχυουσών μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, καθ’ ολοκληρίαν λαμβανομένων. Το δικαίωμα τούτο δέον να ασκηθή ομού μετά της υποβολής της σχετικής περί απονομής συντάξεως αιτήσεως. Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν δεν υποβληθή υπό του ενδιαφερομένου τοιούτον αίτημα η σύνταξις θέλει υπολογίζεται βάσει των διατάξεων του παρόντος. 4.Εις τας διατάξεις της περιπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του παρόντος υπάγονται και αι χήραι αι μη θεμελιώσασαι βάσει των προϊσχυσασών διατάξεων, δικαίωμα συντάξεως, λόγω μη συντηρήσεως αυτών υπό του θανόντος συζύγου των. Η καταβολή της συντάξεως των χηρών αυτών άρχεται από της πρώτης του επομένου της ισχύος του παρόντος Κανονισμού μηνός. «5.Αι απονεμηθείσαι συντάξεις εκ του Κλάδου Κυρίας Ασφαλίσεως του Τ.Α.Ι.Σ.Υ.Τ. εις τους εξελθόντας της ασφαλίσεως του Ταμείου μέχρι της ενάρξεως ισχύος του υπ’ αριθ. 598/1976 Π.Δ/τος, δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, να αναπροσαρμοσθούν μέχρι ποσοστού 10% και εφ’ όσον υπάρχει οικονομική δυνατότης του Κλάδου». Η παρ. 5 προστέθηκε από την παρ. 2 της Β2/54/3/178/11 Φεβρ.-1 Μαρτ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 215) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «6.Οι συντάξεις όσων εξήλθαν στη σύνταξη από 1.5.1982 και μετέπειτα, αναπροσαρμόζονται από την πρώτη του μήνα που έπεται της δημοσίευσης της παρούσας απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για την αναπροσαρμογή των συντάξεων θα ληφθεί το 70% του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού των υπαλλήλων γραφείων Ανωνύμων Εταιρειών που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, όπως ο μισθός αυτός θα έχει διαμορφωθεί με την Α.Τ.Α. και τα διορθωτικά ποσά κατά την ημερομηνία έναρξης του δικαιώματος συνταξιοδότησης, προσαυξημένο, ανάλογα με τα έτη συντάξιμης υπηρεσίας, με τα ποσοστά των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών που προβλέπονται από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρ. 5 του Κανονισμού Ασφαλιστικών Παροχών του Ταμείου. Στο ποσό που θα προκύψει θα υπολογιστούν οι Α.Τ.Α. και τα διορθωτικά ποσά που έχουν χορηγηθεί από την συνταξιοδότηση μέχρι την αναπροσαρμογή». Η παρ. 6 προστέθηκε από την παρ. 2 της Φ54/1820/13-16 Ιουν. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 485) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Άρθρον 22. Καταργούμεναι Διατάξεις. Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος καταργείται η υπ’ αριθ. ΑΥΕ/16566/17677/47/(ΦΕΚ. 59/Β/47) «περί εγκρίσεως Κανονισμού Ασφαλιστικών Παροχών του Τ.Α.Ι.Σ.Υ.Τ.», ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων της παρ. 3 του προηγουμένου άρθρου. (Αντί για τη σελ. 834,17(γ) Σελ. 834,17(δ) Τεύχος 1085-Σελ. 97 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.25 349 Άρθρον 23. Έναρξις ισχύος. Η παρούσα, της οποίας η ισχύς άρχεται από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεως μηνός, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. «1.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να αναγνωρισθή ως συντάξιμος ο προ της υπαγωγής εις την ασφάλισιν αυτού χρόνος ασφαλιστέας εις τούτο εργασίας, ως και ο μετά την υπαγωγή τοιούτος, δια τον οποίον δεν κατεβλήθησαν αι ασφαλιστικαί εισφοραί, δι’ αιτήσεως των ενδιαφερομένων, υποβαλλομένης εντός εξ μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης. Αίτησιν αναγνωρίσεως δύνανται να υποβάλλουν και οι εγγραφέντες εις τα μητρώα του Ταμείου, ασχέτως χρόνου ασφαλίσεως αυτών ή μεταγενεστέρας διαγραφής των. 2.Η αναγνώρισις του εν τη προηγουμένη παραγράφω χρόνου ενεργείται δια καταβολής εισφοράς δι’ έκαστον μήνα αναγνωριζομένου χρόνου εκ 15% επί τεκμαρτών αποδοχών ίσων προς το διπλάσιον της βασικής συντάξεως, της καταβαλλομένης υπό του Ταμείου κατά τον χρόνον της υποβολής της περί αναγνωρίσεως αιτήσεως. 3.Η εξόφλησις της προς το Ταμείον οφειλής ενεργείται είτε εφ’ άπαξ, είτε εις 12 ισοπόσους μηνιαίας δόσεις. 4.Η πρώτη των κατά την προηγουμένην παράγραφον δόσεων είναι καταβλητέα εντός του μηνός του επομένου εκείνου της κοινοποιήσεως εις τον ενδιαφερόμενον της περί αναγνωρίσεως αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. 5.Η καθυστέρησις καταβολής δόσεώς τινος πέραν του μηνός εκείνου εις τον οποίον ανάγεται αύτη, συνεπάγεται την κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 3762/57 οριζομένην προσαύξησιν. Καθυστέρησις καταβολής δόσεως συνεπαγομένη προσαύξησιν πέραν του 50% συνεπάγεται απώλειαν του δικαιώματος αναγνωρίσεως του χρονικού διαστήματος εις το οποίον ανάγεται οπότε επιστρέφεται η τυχόν καταβληθείσα δόσις ως αχρεωστήτως καταβληθείσα. 6.Χρόνος διανυθείς εις την ασφάλισιν ετέρου φορέως κυρίας ασφαλίσεως δια την αυτήν ή ετέραν εργασίαν, δεν αναγνωρίζεται κατά τας διατάξεις της παρούσης. 7.Ο κατά τας προηγουμένας παραγράφους αναγνωριζόμενος χρόνος δεν δύναται να είναι ανώτερος των 10 συνταξίμων ετών, εν ουδεμιά δε περιπτώσει να υπερβαίνη, ομού μετά του χρόνου πραγματικής και εξ αναγνωρίσεως συνταξίμου υπηρεσίας, τα 25 συντάξιμα έτη. Σελ. 834,18(δ) Τεύχος 1085-Σελ. 98 Το επί την σύνταξιν δικαίωμα δεν θεμελιούται, μηδέ καταβάλλεται αύτη, προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως της εξ αναγνωρίσεως οφειλής. 8.Δια γενικής αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου θέλει καθορισθεί ο τρόπος αποδείξεως του αναγνωριζομένου χρόνου». Η μέσα σε « » άνω μεταβατική διάταξη προστέθηκε από την Β2/54/3/808/2-11 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 527) απόφ. Υπ. Προεδρίας Κυβερνήσεως και Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρ.24.-«1.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου που έχουν διακόψει την απασχόληση τους οποτεδήποτε, οι οποίοι είχαν υποβάλει αίτηση για συνταξιοδότηση και είχε απορριφθεί διότι δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ή δεν είχαν υποβάλει αίτηση, μπορούν να ζητήσουν με αίτησή τους τη συνταξιοδότησή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 2 του Κανονισμού αυτού, όπως αυτές τροποποιούνται με τις διατάξεις της παρ. 1 της απόφασης αυτής. Το ίδιο δικαίωμα έχουν και τα μέλη της οικογένειας των ασφαλισμένων του Ταμείου που έχουν πεθάνει, τα οποία μπορούν να ζητήσουν τη συνταξιοδότησή τους. 2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τους ασφαλισμένους του Ταμείου και τα μέλη της οικογένειας τους που θεμελίωσαν συνταξιοδοτικό δικαίωμα σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 5 του Α.Ν. 1846/51. 3.Τα οικονομικά αποτελέσματα από την εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων, για όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις αρχίζουν από την πρώτη του μήνα του επομένου εκείνου που θα υποβληθεί η σχετική αίτηση στο Ταμείο». Το άρθρ. 24 προστέθηκε από την παρ. 2 της Φ.54/415/26 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 105) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Άρθρ.3.-«1.Οι παρά τω Ταμείω ησφαλισμένοι δικαιούνται συντάξεως λόγω αναπηρίας: α)Εάν αποχωρήσουν ή απολυθούν εκ της εργασίας των ως καταστάντες ανάπηροι, κατά την έννοιαν της επομένης παραγράφου και έχουν συμπληρώσει 10ετή πλήρη, εν πραγματική ασφαλίσει, υπηρεσίαν». β)Εάν αποχωρήσουν ή απολυθούν εκ της εργασίας των, ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως, εφ’ όσον κατέστησαν ανίκανοι προς εργασίαν, συνεπεία βιαίου συμβάντος, επελθόντος κατά την εκτέλεσιν της εργασίας των ή την άσκησιν επαγγέλματός των και εξ αφορμής αυτών. 2.Ο ησφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος δια την εφαρμογήν της προηγουμένης παραγράφου, εφ’ όσον καθίσταται ανίκανος προς άσκησιν της εργασίας ή του επαγγέλματός του, συνεπεία πνευματικής ή σωματικής παθήσεως διαρκείας ουχί μικροτέρας του εξαμήνου, κατά πρόβλεψιν του αρμοδίου δια την διαπίστωσιν της αναπηρίας οργάνου, κατά ποσοστόν τουλάχιστον 67% συνεπεία της οποίας διέκοψε την άσκησιν της εργασίας ή του επαγγέλματός του». Το άρθρ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/54/3/246/28 Φεβρ.-12 Μαρτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 243) απόφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβέρνησης και Κοιν. Υπηρεσιών. Σύνταξις λόγω θανάτου Άρθρ.4.-1.«Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου, λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή ησφαλισμένου συμπληρώσαντος 10ετή πλήρη εν πραγματική ασφαλίσει υπηρεσίαν ή εάν ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν, επελθόν κατά την εκτέλεσιν της εργασίας των ή την άσκησιν του επαγγέλματός των και εξ αφορμής αυτών, διαπιστωμένης υπό των αρμοδίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ, δικαιούνται συντάξεως, ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως». Το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Β2/54/3/246/28 Φεβρ.-12 Μαρτ. 1979(ΦΕΚ Β΄ 243) απόφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Κοιν. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ. 834,13(δ) Σελ. 834,13(ε) Τεύχος 1085-Σελ. 91 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.25 343 α)Η χήρα. β)Ο άπορος και ανάπηρος χήρος, του οποίου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. γ)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, τα υιοθετηθέντα, εφ’ όσον η υιοθεσία έλαβε χώραν δύο τουλάχιστον έτη προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα και τα οποία δεν λαμβάνουν οπωσδήποτε σύνταξιν εκ του Ταμείου και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα φυσικά αυτής τέκνα. Υπό τας αυτάς προϋποθέσεις δικαιούνται συντάξεως και αι εν διαζεύξει θυγατέρες. δ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι και προγονοί, εφ’ όσον συνετηρούντο υπό του θανόντος (θανούσης). ε)Οι γονείς (φυσικοί ή θετοί) εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (ή την θανούσαν). Προκειμένου περί θετών γονέων η υιοθεσία δέον να έλαβε χώραν τρία έτη προ του θανάτου. στ)Οι ορφανοί πατρός και μητρός αδελφοί και αδελφαί, εφ’ όσον η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (θανούσαν). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούνται συντάξεως, εάν ο θανών κατά την τέλεσιν του γάμου ήτο ήδη συνταξιούχος και είχεν ήδη συμπληρώσει το 60ον έτος της ηλικίας του, ο δε θάνατος επήλθεν προ της παρόδου διετίας από της τελέσεως του γάμου, εκτός: α)εάν ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν ασχέτως εάν τούτο επήλθεν κατά την εκτέλεσιν ή μη της εργασίας ή της ασκήσεως ή μη του επαγγέλματος. β)εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον και γ)εάν η χήρα, κατά τον χρόνον του θανάτου, ετέλει εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. Ποσόν Συντάξεως. Άρθρ.5.-«1.Το ποσό της σύνταξης λόγω γήρατος και αναπηρίας που χορηγείται από το Ταμείο καθορίζεται ως ακολούθως: Βασική μηνιαία σύνταξη ίση με το 70% του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού, που προβλέπεται από τις κάθε φορά ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις «περί των όρων αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων γραφείων των Ανωνύμων Εταιρειών και λοιπών Ιδιωτικών Επιχειρήσεων απάσης της χώρας», που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, όπως ο μισθός αυτός διαμορφώνεται με την Α.Τ.Α. και τα διορθωτικά ποσά που χορηγούνται κάθε φορά, προσαυξημένη κατά 1,6% των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών, που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου αυτού, για κάθε πλήρες έτος συντάξιμης υπηρεσίας μέχρι και το 25ο έτος συμπληρωμένο, κατά 2% για κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας από το 26ο μέχρι και το 30ό Σελ. 834,14(ε) Τεύχος 1085-Σελ. 92 συμπληρωμένο και κατά 3% για κάθε έτος υπηρεσίας από το 31ο έτος συμπληρωμένο και πάνω». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ54/1820/13-16 Ιουν. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 485) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας η σύνταξις δεν δύναται να είναι κατωτέρα της αναλογούσης εις συντάξιμον υπηρεσίαν 25 ετών. 3.Ως συντάξιμοι αποδοχαί δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου λογίζονται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών επί των οποίων, ενεργούνται ασφαλιστικαί εισφοραί μιας συνεχούς και πλήρους εν πραγματική ασφαλίσει του Ταμείου πενταετίας επιλεγομένης υπό του ησφαλισμένου εκ της τελευταίας δεκαετίας προ της οριστικής αποχωρήσεώς του εκ της εργασίας, μη λαμβανομένων υπ’ όψιν των κατά την 5ετίαν ταύτην καταβληθέντων δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας. Προκειμένου περί των ιδιοκτητών ως συντάξιμοι αποδοχαί, δια την εφαρμογήν του παρόντος, λογίζεται το ποσόν το οποίον προκύπτει μηνιαίως κατόπιν αναγωγής του καταβαλλομένου παρά τούτων ασφαλίστρου εις μηνιαίον μισθόν με βάσιν υπολογισμού το ποσοστόν κρατήσεως των μισθωτών. 4.Ουδεμία σύνταξις δύναται να είναι κατωτέρα των υπό του ΙΚΑ καταβαλλομένων λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου κατωτέρων ορίων συντάξεων. «5.Σε περίπτωση γενικής αύξησης των κατωτάτων ορίων του Βασικού μισθού των υπαλλήλων γραφείων των Ανωνύμων Εταιρειών και των άλλων Ιδιωτικών Επιχειρήσεων όλης της Χώρας, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους και έχουν μέχρι 2 έτη υπηρεσία, το Δ.Σ. του Ταμείου με απόφασή του που εγκρίνεται από τον Υπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων προβαίνει σε ανάλογη αναπροσαρμογή των συντάξεων από την ημερομηνία της χορήγησης της αύξησης με τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Σε περίπτωση όμως που το Δ.Σ. κρίνει ότι δεν υπάρχουν οικονομικές δυνατότητες του Ταμείου για την αναπροσαρμογή των συντάξεων μπορεί με αιτιολογημένη απόφασή του, που εγκρίνεται από τον Υπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων να αναστέλει την αναπροσαρμογή μέχρις ότου κρίνει ότι επιτεύχθηκαν οι οικονομικές προϋποθέσεις για την παροχή των αυξημένων συντάξεων, οπότε προβαίνει στην αναπροσαρμογή, καθορίζοντας συγχρόνως και την ημερομηνία από την οποία θα ισχύει αυτή». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ.54/3/2583/2-9 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 613) απόφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβέρνησης και Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Ι.γ.25 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 344 «6.Στους συνταξιούχους λόγω γήρατος και αναπηρίας του Ταμείου, παρέχεται προσαύξηση του ποσού της σύνταξής τους με οικογενειακά επιδόματα ως εξής: α)Επίδομα συζύγου για τον ή την σύζυγο εφόσον δεν εργάζεται ή δεν είναι συνταξιούχος του Δημοσίου ή άλλου ασφαλιστικού Οργανισμού (κύριας ασφάλισης), ίσο με 1,5 ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη. β)Επίδομα τέκνων, ίσο με 1,5 ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη, για κάθε παιδί μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του, ή μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του εφόσον σπουδάζει σε ανώτατη σχολή ή ανώτερη Δημόσια ή Ιδιωτική Σχολή αναγνωρισμένη από το κράτος. Τα παραπάνω όρια ηλικίας δεν ισχύουν για τα ανάπηρα και άγαμα τέκνα που είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία λόγω σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας, εφόσον η ανικανότητα εμφανίστηκε πριν τη συμπλήρωση των ορίων αυτών. Το καταβαλλόμενο οικογενειακό επίδομα (αθροιστικά συζύγου και τέκνων) δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το 25% του εκάστοτε κατωτάτου ορίου σύνταξης λόγω γήρατος που χορηγείται από το ΙΚΑ». Η παρ. 6 προστέθηκε από την Φ.54/182/2-20 Φεβρ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 117) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «7.Στις βασικές συντάξεις των συνταξιούχων που έχουν αναγνωριστεί ως αγωνιστές Εθνικής Αντίστασης με τις διατάξεις του Νόμ. 1285/1982 και των δικαιοδόχων τους, όπως αυτές διαμορφώνονται κάθε φορά με τις αυξήσεις που χορηγούνται, χορηγείται προσαύξηση 15%. Η προσαύξηση αυτή δεν χορηγείται αν ο συνταξιούχος την έλαβε από το Δημόσιο ή από άλλο Οργανισμό Κύριας Ασφάλισης ή υπολογίστηκε στις αποδοχές του κατά το χρόνο της ενεργού ασφάλισής του, όπως δεν χορηγείται και στο επίδομα απολύτου αναπηρίας». Η παρ. 7 προστέθηκε από την Φ.54/οικ.1619/ 22 Μαΐου-6 Ιουν. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 438) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Άρθρον 6. Ποσόν συντάξεως μελών οικογενείας. 1.Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται η χήρα (χήρος), ισούται προς το 70% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 2.α)Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται έκαστον τέκνον ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). β)Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων η κατά την προηγουμένην περίπτωσιν σύνταξις αυτού τριπλασιάζεται. γ)Το σύνολον πάντως των συντάξεων της χήρας (χήρου) και ων τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως, τα 80% του εν λόγω ποσού. δ)Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια του ποσοστού της προηγουμένης περιπτώσεως, η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. 3.α)Οι έγγονοι, προγονοί, γονείς και αδελφοί δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή επί υπαρχόντων τοιούτων, εφ’ όσον δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλείται το ποσόν συντάξεως του θανόντος (θανούσης). β)Το ποσόν συντάξεως εκάστου εγγόνου, προγονού, του πατρός, της μη χήρας μητρός ή του αδελφού, ισούται προς τα 20% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), της δε χήρας μητρός εις τα 40% της αυτής συντάξεως. Πάντως το σύνολον των συντάξεων των εγγονών, προγονών και γονέων δεν δύναται να υπερβή, εν ελλείψει χήρας (χήρου) ή τέκνων, το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) ή υπαρχόντων τούτων, το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Αι διατάξεις της περιπτώσεως δ΄ της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 4.Μειουμένου του αριθμού των δικαιουμένων συντάξεως λόγω της εξ οιασδήποτε αιτίας λήξεως του επί τούτου δικαιώματος, το ποσόν της συντάξεως εκάστου δικαιούχου αναπροσαρμόζεται αναλόγως. Συρροή Συντάξεων Άρθρ.7.-«1.Ουδείς δικαιούται παρά του Ταμείου περισσοτέρων της μιας συντάξεων, έστω και αν συντρέχουν πλείονες προς συνταξιοδότησιν αιτίαι. 2.Τα εξ υποκειμένου δικαιούμενα πλειόνων συντάξεων πρόσωπα παραλαμβάνουν μόνον την μεγαλυτέραν τοιαύτην. 3.Ουδεμία αίτησις προς απονομήν συντάξεως δύναται να εισαχθή προς συζήτησιν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, εάν ο αιτών δεν έχει εκπληρώσει προηγουμένως τας προς το Ταμείον ατομικάς ασφαλιστικάς εισφοράς του, ως και τας τυχόν ετέρας υποχρεώσεις του είτε εκ κοινωνικής εισφοράς, είτε εξ αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας. Το αυτό ισχύει και δια τα μέλη της οικογενείας του θανόντος. Εν περιπτώσει εκπληρώσεως των ανωτέρω υποχρεώσεων μετά την παρέλευσιν διμήνου από της κοινοποιήσεως του σχετικού εγγράφου του Ταμείου, το δικαίωμα εις απόληψιν συντάξεως άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός εκείνου κατά τον οποίον κατεβλήθησαν αι ως άνω υποχρεώσεις προς το Ταμείον». Το άρθρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 της Β2/54/3/246/28 Φεβρ.-12 Μαρτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 243) απόφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβέρνησης και Κοιν. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ. 834,141(γ) Σελ. 834,141(δ) Τεύχος 1324 Σελ. 89 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.25 345 Υγειονομικαί Επιτροπαί Άρθρ.8.-«1.Αρμόδια δια την διαπίστωσιν της κατά το άρθρ. 3 αναπηρίας τυγχάνει η Πρωτοβάθμιος Υγειονομική Επιτροπή του οικείου Υποκαταστήματος ΙΚΑ, του τόπου κατοικίας του ησφαλισμένου, εις την οποίαν παραπέμπεται ο ησφαλισμένος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. 2.Κατά της γνωματεύσεως της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής, επιτρέπεται προσφυγή υπό του ησφαλισμένου και του Ταμείου, ενώπιον της οικείας Β/θμίου Υγειον. Επιτροπής του ΙΚΑ, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών από της κοινοποιήσεως της γνωματεύσεως. Η υπό του ησφαλισμένου ασκουμένη προσφυγή κατατίθεται εις το Ταμείον. «3.Το Δ.Σ. του ταμείου μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε νέα ιατρική εξέταση του λόγω αναπηρίας συνταξιούχου. Κατ’ εξαίρεση η αναπηρία θεωρείται οριστική και οι συνταξιούχοι δεν υπόκεινται σε επανεξέταση εφόσον: α.Έχουν συμπληρώσει το 55 ο έτος της ηλικίας τους, συνταξιοδοτούνται επί 7 έτη συνεχώς και έχουν υποβληθεί σε τρεις τουλάχιστον εξετάσεις από την υγειονομική επιτροπή κατά την διάρκεια της συνταξιοδότησής τους. β.Έχουν συμπληρώσει το 60 ο έτος της ηλικίας τους, συνταξιοδοτούνται επί 5 έτη συνεχώς και έχουν υποβληθεί σε δύο τουλάχιστον εξετάσεις από την υγειονομική επιτροπή κατά την διάρκεια της συνταξιοδότησής τους. γ.Συνταξιοδοτούνται επί 12 έτη συνεχώς, ανεξάρτητα από το όριο ηλικίας. δ.Συνταξιοδοτούνται επί 2 έτη συνεχώς ή διακεκομμένα, αλλά από τριετίας ανεξάρτητα από όριο ηλικίας». Η μέσα σε « » παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την με αριθμ. Φ54/1253/11-18 Ιουλ. 1996, ΦΕΚ Β΄ 584, απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 4.Αι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ βαρύνουν το Ταμείον, το οποίον αποδίδει ταύτας εις το ΙΚΑ βάσει των υποβαλλομένων υπό τούτου χρεωστικών καταστάσεων». Το άρθρ. 8 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 6 της Β2/54/3/246/28 Φεβρ.-12 Μαρτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 243) απόφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρον 9. Διαδικασία απονομής συντάξεως. 1.Προς άσκησιν του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, δέον να υποβληθή εις το Ταμείον αίτησις, νομίμως χαρτοσημασμένη. Σελ. 834,142(δ) Τεύχος 1324 Σελ. 90 39.Ι.γ.25 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 346
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.