📄 Κείμενο νόμου
5. ΝΟΜΟΣ 4202 της 19/19 Ιουλ. 1929 Περί κυρώσεως του από 11 Μαΐου 1929 Ν.Δ/τος περί διευκολύνσεως των δημοσίων υπαλλήλων προς απόκτησιν κατοικίας δια της οργανώσεως ειδικών συνεταιρισμών κλπ. Κυρούται το από 11 Μαΐου 1929 Ν.Δ./μα περί διευκολύνσεως των δημοσίων υπαλλήλων προς απόκτησιν κατοικίας δια της οργανώσεως ειδικών συνεταιρισμών κλπ., τροποποιούμενον ούτω: ΄Αρθρ.1.-1.Αι διατάξεις του παρόντος νόμου αποσκοπούν εις την ενίσχυσιν των μονίμων δημοσίων πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών υπαλλήλων και υπηρετών εν ενεργεία ή συνταξιούχων συμπεριλαμβανομένων και των ήδη τοιούτων προς απόκτησιν οικιών ή κατοικιών. 2.Τα ως άνω πρόσωπα δύνανται να τύχουν των ευεργετημάτων και ευκολιών του παρόντος νόμου, είτε μόνοι, είτε μέσω οικοδομικών συνεταιρισμών, παρ’ αυτών αποκλειστικώς συνισταμένων, επί μόνω τω σκοπώ της αποκτήσεως οικίας ή κατοικίας παρ’ εκάστου συνεταίρου, άνευ διανομής κέρδους. 3.Δια Δ/τος, προκαλουμένου παρά του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας, εντός δύο μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος θα ορισθή τύπος καταστατικού συνεταιρισμών, προς ον δέον να προσαρμόσουν τα καταστατικά των οι κατά τον παρόντα νόμον συνεταιρισμοί. 4.Οι ανωτέρω οικοδομικοί συνεταιρισμοί διέπονται παρά των κειμένων περί συνεταιρισμών διατάξεων, εφ’ όσον αύται δεν τροποποιούνται δια του παρόντος νόμου. Εις εκτέλεσιν της παρ. 3 εξεδόθη το Π.Δ. της 20/20 Ιουλ. 1929 περί εκτελέσεως του ν. 4202 κλπ. Βλ. και ν. 5713 (κατωτ. αριθ. 9). άρθρ. 4 του παρόντος νόμου. Το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων διατηρεί το δικαίωμα της εξαγοράς μιας ή πλειόνων χρεωστικών ομολογιών και προ της λήξεώς των, εκπιπτομένου εκ του ποσού αυτών του συνομολογουμένου τόκου από της ημέρας της εξαγοράς μέχρι της λήξεως εκάστης εξαγοραζομένης ομολογίας. 4.Η χρεωλυτική περίοδος δια την απόσβεσιν των παρά των χρηματοδοτών γενομένων καταθέσεων εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, άρχεται την 1 Απριλίου και 1 Οκτωβρίου, ήτις επακολουθεί μετά την πάροδον ολοκλήρου έτους από της πραγματοποιήσεως της καταθέσεως μέχρι της ενάρξεως της τοκοχρεωλυτικής περιόδου διάστημα καταβάλεται ο απλούς ως εν τω προηγουμένω εδαφίω ορίζεται τόκος. Σελ.198 5.Η χρεωλυτική περίοδος των παρά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων παρεχομένων εις τα εν άρθρ. 1 πρόσωπα, άρχεται την 1 Απριλίου και 1 Οκτωβρίου, ήτις επακολουθεί μετά πάροδον ολοκλήρου έτους από της συνάψεως του δανείου, δια δε το από της συνάψεως μέχρι της ενάρξεως της χρεωλυτικής περιόδου διάστημα, καταβάλλεται ο απλούς τόκος παρακρατούμενος εκ του προϊόντος του δανείου. 6.Το Τ.Π.Δ. κατά τα οριζόμενα δια Δ/τος καταθέτει επί τόκω εις Τραπέζας τας εν άρθρω 5 παρ. 6 μηνιαίας κρατήσεις επ’ ωφελεία των υπέρ ων αύται. Το επιτόκιον των προς τους συνεταιρισμούς παρεχομένων δανείων, ορίζεται εκάστοτε υπό του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων επί τη βάσει του μέσου όρου των επιτοκίων, εφ’ οις λαμβάνονται τα κεφάλαια των καταθετών. Το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων προς κάλυψιν των δαπανών του δια την διενέργειαν της υπηρεσίας των δανείων δικαιούται να εισπράττη παρά των οφειλετών συνεταιρισμών έν δεκάλεπτον επί του επιτοκίου, οιονδήποτε και αν η τούτο, ήτοι επί τόκου προς 7% θα χρεωθή τόκος 7.10 και ούτω καθ’ εξής, ως επίσης και τρία επί της χιλίοις επί του ποσού του κεφαλαίου, όπερ αναλογεί εις εκάστην τοκοχρεωλυτικήν δόσιν. 7.Τα εκ των κεφαλαίων των χρηματοδοτών χορηγούμενα εις τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς δάνεια, δεν δύνανται να υπερβαίνουσι τα ποσά, ων την χρεωλυτικήν απόσβεσιν ηγγυήθη κατά τους όρους του άρθρ. 6 του παρόντος νόμου το Κράτος, παρέχονται δε κατόπιν εγκρίσεως του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων συμφώνως προς τας περί ων το άρθρ. 5 παρ. 4 αποφάσεις του υπουργού των Οικονομικών. Το διοικητικόν συμβούλιον του Τ.Π.Δ. δύναται προς ταις διατυπώσεσι, ταις απαιτουμέναις δια του παρόντος νόμου, να ζητήση και όσας άλλας διατυπώσεις, έγγραφα και συναφή στοιχεία ήθελε κρίνει αναγκαία δια την περιφρούρησιν των συμφερόντων εαυτού, των χρηματοδοτών και του εγγυητού. Δια των τοιούτων προσθέτων ζητουμένων διατυπώσεων δεν δύνανται να καταστούν βαρύτεραι αι εγγυήσεις εξυπηρετήσεως των δανείων αι προβλεπόμεναι υπό του επομένου άρθρου. 8.Το Τ.Π. και Δ. ως δανειστής των οικοδομικών συνεταιρισμών επιδιώκει την παρά των πρωτοφειλετών είσπραξιν των καθυστερουμένων υπέρ το τρίμηνον τοκοχρεωλυτικών δόσεων, τόκων υπερημερίας και των τυχόν δικαστικών ή άλλων εξόδων του κατά τον νόμον περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων. .516. 14.Γ .ε.5 Συνεταιρισμοί Δημοσίων Υπαλλήλων 9.Δια Δ/τος εκδιδομένου επί τη προτάσει των υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας και μετά σύμφωνον γνώμην του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του συμβουλίου δύναται να επιτραπή υπό όρους και προϋποθέσεις προβλεπομένας εν τω Δ/τι και υπό την εγγύησιν του Κράτους η έκδοσις δανείου δι’ ομολογιών παρά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και προς εξεύρεσιν κεφαλαίων δια τον οικισμόν των υπαλλήλων. Εις εκτέλεσιν της παρ. 9 εξεδόθη το Π.Δ. της 23/30 Ιουν. 1931 περί διευκολύνσεως των δημοσίων υπαλλήλων προς απόκτησιν κατοικίας δια της οργανώσεως ειδικών συνεταιρισμών. ΄Αρθρ.7.-1.Προς τοκοχρεωλυτικήν εξόφλησιν των δανείων έκαστος συνεταίρος εν ενεργεία δημόσιος πολιτικός, δικαστικός ή στρατιωτικός υπάλληλος ή υπηρέτης εκχωρεί υπέρ του δανειστού. α)Εκ των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ποσόν μέχρι των τριών δεκάτων αυτών, υποβάλλων δια του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού εις τον υπουργόν των Οικονομικών σχετικήν έγγραφον δήλωσιν. Βάσει της δηλώσεως ταύτης, ήτις δέον να περιέχη το ποσόν κρατήσεως ως και τον αριθμόν των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ο υπουργός των Οικονομικών ενεργεί την παρακράτησιν του εκχωρηθέντος ποσού υπέρ του δανειστού δια των οικείων ταμιών μέχρις εξοφλήσεως του χρέους του συνεταίρου, και β)Εκ των 3/4 του εφ’ άπαξ βοηθήματος του υπέρ αυτού υφισταμένου εκ των ταμείων προνοίας, άτινα δεν δύναται να είναι κατώτερα των τριάκοντα πέντε χιλιάδων δραχμών προς εξόφλησιν και μετριασμόν των περαιτέρω τοκοχρεωλυτικών δόσεων αι οποίαι θέλουσι παρακρατούνται εκ της συντάξεως του συνεταίρου. Ο εν λόγω μετριασμός ενεργείται κατά τους ορισμούς ειδικού Δ/τος, προκαλουμένου παρά του υπουργού των Οικονομικών μετά γνωμοδότησιν του συμβουλίου και κατόπιν συμφώνου γνώμης του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Η ανωτέρω εκχώρησις ενεργείται δια δηλώσεως του συνεταίρου υποβαλλομένης κατά τους ορισμούς της υπό στοιχείον α΄ περιπτώσεως εις το διοικητικόν συμβούλιον του οικείου ταμείου προνοίας και εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων. Εάν το κατά την εποχήν της λήψεως του βοηθήματος απομένον χρέος του συνεταίρου είναι κατώτερον των τριών τετάρτων του βοηθήματος καταβάλλεται τω δανειστή το οφειλόμενον ποσόν. 2.Του συνεταίρου δημοσίου πολιτικού ή δικαστικού υπαλλήλου ή υπηρέτου καθισταμένου συνταξιούχου, εφ’ όσον η απονεμηθείσα αυτώ σύνταξις μετά του μερίσματος είναι τουλάχιστον ίση προς το τριπλάσιον του βαρύνοντος τον συνεταίρον μηνιαίου τοκοχρεωλυσίου, παρακρατείται εξ αυτής και του μερίσματος δυνάμει της δηλώσεως της περιπτώσεως α΄ της προηγουμένης παραγράφου, το δι’ αυτής εκχωρηθέν ποσόν. Εν εναντία περιπτώσει η κατά την περίπτωσιν β΄ της προηγουμένης παραγράφου γενομένη εκχώρησις του εφ’ άπαξ ποσού εκτείνεται, δυνάμει της παρούσης διατάξεως, μέχρι του όλου, και εκτελείται επί τη αιτήσει του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων προς εξόφλησιν του χρέους του συνεταίρου, μετριαζομένης αναλόγως της περαιτέρω μηνιαίας παρακρατήσεως εκ της συντάξεως του συνεταίρου, συμφώνως προς τους ορισμούς του ανωτέρω ειδικού διατάγματος. Οι ορισμοί των ανωτέρω εδαφίων εφαρμόζονται και δια τα μετά τον θάνατον του συνεταίρου δημοσίου πολιτικού ή δικαστικού υπαλλήλου δικαιούμενα συντάξεως πρόσωπα, άτινα υπεισέρχονται εις τα κατά τον παρόντα νόμον δικαιώματα και υποχρεώσεις του θανόντος συνεταίρου. 3.Δια τους συνεταίρους συνταξιούχους δημοσίους, πολιτικούς δικαστικούς και στρατιωτικούς υπαλλήλους εφαρμόζονται αι διατάξεις της υπό στοιχείον α΄ περιπτώσεως της παρ. 1 της σχετικής παρακρατήσεως εκ της συντάξεως και του μερίσματος οριζομένης μέχρι των δύο πέμπτων αυτών. 4.Μετά τον θάνατον του συνεταίρου συνταξιούχου δημοσίου πολιτικού, δικαστικού και στρατιωτικού υπαλλήλου ή υπηρέτου, τα εκχωρηθέντα δια τοκοχρεωλύσιον ποσά παρακρατούνται εκ της συντάξεως και του μερίσματος των εις α μεταβιβάζεται αύτη προσώπων, άτινα υπεισέρχονται εις τα εκ του παρόντος νόμου δικαιώματα και υποχρεώσεις του θανόντος συνεταίρου. 5.Τα κατά τα ανωτέρω παρακρατούμενα ποσά μετά καταστάσεως περιλαμβανούσης τα ονοματεπώνυμα των εις κράτησιν υποκειμένων συνεταίρων, την επωνυμίαν του συνεταιρισμού εις ον ανήκουν και τα παρ’ εκάστου συνεταίρου παρακρατούμενα εκάστοτε ποσά, αποστέλλονται παρά των οικείων ταμιών εντός δεκαημέρου από της διενεργείας της κρατήσεως εις το Τ.Π. και Δ. πιστουμένων των παρά τούτω τηρουμένων κατά συνεταιρισμούς ως και των ατομικών λογαριασμών των συνεταίρων. 6.Η έναρξις της κρατήσεως εκ του μισθού ή της συντάξεως ή του μερίσματος εκάστου συνεταίρου ενεργείται από της πρώτης ημέρας του μηνός, καθ’ ον άρχεται η χρεωλυτική περίοδος. ΄Αρθρ.8.-1.Επί του οικοπέδου και της επ’ αυτούανεγερθησομένης κατοικίας εκάστου συνεταίρου ο δανειστής κτάται δικαίωμα πρώτης υποθήκης προς ασφάλειαν του εκ του προς τον συνεταιρισμόν δανείου αναλογούντος εις τον συνεταίρον ποσού. Σελ.199 .517. Συνεταιρισμοί Δημοσίων Υπαλλήλων 14.Γ .ε.5 2.Η κατά το παρόν άρθρον υποθήκη αποσβέννυται άμα τη παρά του συνεταίρου εξοφλήσει: α)του εις αυτόν κατά τ’ ανωτέρω αναλογούντος ποσού εκ του προς τον συνεταιρισμόν δανείου και β)των λοιπών προς τον συνεταιρισμόν υποχρεώσεών του. Η εξόφλησις της περιπτώσεως α΄ διαπιστούται δι’ εγγράφου διαβεβαιώσεως του δανειστού, η δε της περιπτώσεως β΄ δια σχετικής δηλώσεως του συνεταιρισμού, ενεργουμένης δια συμβολαιογραφικής πράξεως. Ο συνεταίρος του άρθρ. 1 δια της αποσβέσεως της υποθήκης κτάται ελευθέραν την κυριότητα της οικίας ή κατοικίας ήτις, επιμελεία αυτού μεταγράφεται επ’ ονόματί του. 3.Ο κατά τ’ ανωτέρω εξοφλών συνεταίρος αναλαμβάνει το τυχόν υπόλοιπον το απομένον εκ της συνεταιρικής του μερίδος μετ’ αφαίρεσιν του αναλόγου προς την αξίαν του οικίας ή κατοικίας του μέρους του όλου των δαπανών του συνεταιρισμού. 4.Επιτρέπεται η υφ’ εκάστου συνεταίρου έκτακτος εν όλω ή εν μέρει απόσβεσις του χρέους του, συνεπαγομένη την απαλλαγήν ή την ανάλογον μείωσιν του τοκοχρεωλυσίου. 5.Εις περίπτωσιν μεταβιβάσεως της κυριότητος της οικίας εκ μέρους του υπαλλήλου εις τρίτον προ της παρελεύσεως της εικοσιπενταετίας από της ανεγέρσεως επακολουθεί επίσης και η άρσις των φορολογικών απαλλαγών του άρθρ. 12. ΄Αρθρ.9.-1.Ο συνεταίρος αποβάλλων, προ της κατά το προηγούμενον άρθρον αποσβέσεως της υποθήκης, την ιδιότητα του δημοσίου, πολιτικού, δικαστικού, στρατιωτικού υπαλλήλου ή υπηρέτου άνευ δικαιώματος προς σύνταξιν εάν η εκ της δημοσίας υπηρεσίας έξοδός του επήλθε παρά την θέλησιν αυτού εξακολουθεί να παραμένη μέλος του συνεταιρισμού, εφ’ όσον εκπληροί τας σχετικάς υποχρεώσεις του έναντι του δανειστού και του συνεταιρισμού. 2.Εν περιπτώσει θανάτου του συνεταίρου προ της συμπληρώσεως του χρόνου υπηρεσίας, του απαιτουμένου, κατά τας κειμένας διατάξεις προς απονομήν εις τα παρά των αυτών διατάξεων οριζόμενα πρόσωπα συντάξεως, οι κατά τας διατάξεις του αστικού δικαίου κληρονόμοι του συνεταίρου τούτου λογίζονται ως διάδοχοι αυτού εν τω συνεταιρισμώ, εφ’ όσον ήθελον εξακολουθήσει εκπληρούντες ανελλιπώς τας προς τούτον και τον δανειστήν αναληφθείσας παρά του θανόντος υποχρεώσεις. Σελ. 200 3.Ο συνεταίρος ή οι κληρονόμοι συνεταίρου περί ων αι προηγούμεναι παράγραφοι, καθυστερούντες υπερ το τρίμηνον την καταβολήν της μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσεως, εκπίπτουν των δικαιωμάτων αυτών επί των ακινήτων, δι’ αποφάσεως του αρμοδίου προέδρου των πρωτοδικών, επί τη αιτήσει του δανειστού ή του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού. 4.Η χρήσις της οικίας ή κατοικίας του εκπεσόντος συνεταίρου ή των εκπεσόντων δικαιούχων τούτου περιέρχεται εις τον οικείον συνεταιρισμόν προς παραχώρησιν εις έτερον πρόσωπον του άρθρ.1, όπερ ήθελε γίνει συνεταίρος. Ο νέος ούτος συνεταίρος, αφού συμμορφωθή προς τας διατάξεις του άρθρ. 7, οφείλει να καταβάλη εις τον δανειστήν τα δύο πέμπτα του συνόλου των ήδη καταβληθεισών δι’ εκάστην υπ’ όψιν οικίαν ή κατοικίαν τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Τα εν λόγω δύο πέμπτα αποδίδονται παρά του δανειστού εις τον εκπεσόντα. Αι παρά του εκπεσόντος οφειλόμεναι τοκοχρεωλυτικαί δόσεις εισπράττονται παρά του δανειστού κατά το ήμισυ παρά του εκπεσόντος, κατά το λοιπόν δε παρά του νέου συνεταίρου. 5.Εάν μετά την παρέλευσιν τριμήνου από της εκδόσεως της περί εκπτώσεως αποφάσεως η χρήσις της οικίας ή κατοικίας δεν ήθελε περιέλθει κατά την προηγουμένην παράγραφον εις νέον συνεταίρον ο δανειστής δύναται ν’ αναλάβη την ελευθέραν κυριότητα του ακινήτου αφ’ ου προηγουμένως καταβάλη εντός μηνός εις τους εκπεσόντας το κατά την αυτήν παράγραφον επιστρεπτέον αυτοίς ποσόν ή μετά παρέλευσιν της μηνιαίας ταύτης προθεσμίας εκποιήση τούτο δια δημοσίου πλειστηριασμού, οπότε εις τους εκπεσόντας καταβάλεται το προϊόν του εκπλειστηριάσματος μειωμένον κατά το εισέτι ανεξόφλητον ποσόν του δανείου. Εν περιπτώσει ανεπαρκείας του προϊόντος του εκπλειστηριάσματος προς εξόφλησιν του Τ.Π. και Δανείων τούτο ικανοποιείται εκ της εγγυήσεως του άρθρ. 7 και εν περιπτώσει αδυναμίας ταύτης στρέφεται κατά του εγγυητού. Προς τον εκπεσόντα συνεταίρον του παρόντος άρθρου εξομοιούται ο τη θελήσει του ή πταίσματί του αποχωρών της δημοσίας υπηρεσίας συνεταίρος προ της συμπληρώσεως επταετούς πραγματικής δημοσίου υπηρεσίας εν συνόλω. .518. 14.Γ .ε.5 Συνεταιρισμοί Δημοσίων Υπαλλήλων ΄Αρθρ.10.΄Εκαστος των συνεταιρισμών του παρόντος νόμου δύναται κατόπιν αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως, να διαιρήται εις δύο τμήματα: α΄ πολυκατοικίας, β΄ μονοκατοικίας. ΄Εκαστον τμήμα, περιλαμβάνον τους συμφώνως προς έγγραφον δήλωσίν των επιθυμούντας πολυκατοικίας ή μονοκατοικίας, δύναται μετ’ απόφασιν του διοικητικού συμβουλίου, να συνεδριάζη χωριστά δια τα αφορώντα ιδιαιτέρως το τμήμα ζητήματα, λογιζόμενον εν τοιαύτη περιπτώσει ως ιδιαίτερος συνεταιρισμός δια την εφαρμογήν των περί απαρτίας διατάξεων του ν. 602. Αι αποφάσεις των τμημάτων δια να ισχύουν, κοινοποιούνται εντός 24 ωρών εις την διοίκησιν. Αύται δύνανται να εκκαλώνται εντός πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως, προτάσει του διοικητικού ή εποπτικού συμβουλίου ή του 1/20 του συνόλου, τριών δε τουλάχιστον συνεταίρων, ενώπιον της προ τούτο συγκαλουμένης συνελεύσεως, αποφαινομένης οριστικώς. Παρελθούσης απράκτου της πενθημέρου προθεσμίας, αι αποφάσεις των τμημάτων λογίζονται ως αποφάσεις γενικής συνελεύσεως. 2.Η απόφασις περί αγοράς ωρισμένων γηπέδων προς οικοδόμησιν λαμβάνεται εν γενική συνελεύσει ή συνελεύσει τμήματος. Οι διαφωνούντες προς ληφθείσαν απόφασιν συνεταίροι δύνανται να δηλώσουν άμα τη ανακοινώσει αυτής ότι αποχωρούν του συνεταιρισμού των προθεσμιών του άρθρ. 16 του νόμου περί συνεταιρισμών και του καταστατικού μη ισχυουσών εν προκειμένω δια την αποχώρησιν και ανάληψιν των εισφορών. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ουδεμίαν υπέχουν ευθύνην δια τας περαιτέρω ενεργείας του συνεταιρισμού. Οι εκάστοτε εξερχόμενοι συνεταίροι ουδέν δικαίωμα έχουν επί του τακτικού αποθέματος ή επί της υπολοίπου περιουσίας του συνεταιρισμού. Αν ο αριθμός των συνεταίρων δι’ εκουσίων ή μη αποχωρήσεων περιορισθή εις ολιγωτέρους των έξ, τότε η μεν διοίκησις ανατίθεται εις ένα συνεταίρον, διευθυντήν, η δε εποπτεία εις έτερον συνεταίρον, επόπτην. 3.Εν περιπτώσει διαλύσεως του συνεταιρισμού, η τυχόν υπολειπομένη περιουσία αυτού διατίθεται δι’ αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως δι’ έργα βελτιώσεως του εντός ή περί τας οικίας του συνεταιρισμού κοινοχρήστου χώρου. Εάν δεν δύναται να συγκροτηθή συνέλευσις ή δεν έλαβεν αύτη αποφάσεις περί διαθέσεως της περιουσίας, αύτη περιέρχεται εις το Ταμείον Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων. 4.Διά Δ/των εκδιδομένων προτάσει των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Συγκοινωνίας μετά γνωμοδότησιν του συμβουλίου θέλουσιν υποχρεωθή οι συνεταιρισμοί εις την τήρησιν ωρισμένων διατάξεων σχετικών προς την εκτέλεσιν του οικοδομικού προγράμματος και εις την ανοικοδόμησιν οικιών και κατοικιών ωρισμένων τύπων και προϋπολογισμών εκτελέσεως. 5.Ο έλεγχος των μελετών και η τεχνική επίβλεψις της εκτελέσεως των εργασιών των οικοδομικών συνεταιρισμών, η παρακολούθησις της χρησιμοποιήσεως του σχετικού δανείου προς οικοδομικούς σκοπούς, η τήρησις παρά των συνεταιρισμών των ορισμών των βάσει της προηγουμένης παραγράφου εκδοθησομένων Δ/των και ο έλεγχος της χρησιμοποιήσεως των υλικών δι’ α εχορηγήθη ατέλεια και εν γένει ο έλεγχος των συνεταιρισμών και αν και κατά πόσον ούτοι συμμορφούνται προς τας οικονομικάς απαιτήσεις του παρόντος νόμου και των εκτελεστικών αυτού Δ/των, ανατίθεται εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, οργανούν προς τούτο τεχνικόν τμήμα. Εις εκτέλεσιν της παρ. 4 εξεδόθη το Π.Δ. της 12 Ιαν./10 Μαρτ. 1931 περί οικοδομικού προγράμματος τύπων και προϋπολογισμών ανεγέρσεως οικοδομών υπό συνεταιρισμών δημοσίων υπαλλήλων. ΄Αρθρ.11.-1.Ο συνεταιρισμός άμα τη υπογραφή οριστικής συμβάσεως αγοράς γηπέδων προς οικοδόμησιν προβαίνει, προκειμένου μεν περί μονοκατοικιών, εις σύνταξιν σχεδιαγράμματος διανέμοντος τα γήπεδα εις ισαρίθμους προς τους συνεταίρους ίσας μερίδας, προκειμένου δε περί πολυκατοικιών, εις σύνταξιν των σχεδίων οικοδομής. Ταύτα θεωρούνται παρά του νομοαρχιτέκτονος, ή νομομηχανικού, κατά τας κειμένας σχετικάς διατάξεις. Επί τη βάσει του σχεδιαγράμματος ή σχεδίου ενεργείται παρά του εποπτικού συμβουλίου του συνεταιρισμού αμέσως μετά την θεώρησιν, διανομή δια κλήρου, προκειμένου μεν περί μονοκατοικιών, μιας εκ των ίσων μερίδων γηπέδου, προκειμένου δε περί πολυκατοικών ενός διαμερίσματος εις έκαστον συνεταίρον. Η διανομή αύτη κοινοποιείται προς τον δανειστήν. 2.Ο υπέρ ου η διανομή συνεταίρος αποκτά απέναντι παντός δικαίωμα όπως τω παραχωρηθή οριστικώς ή το γήπεδον το κληρωθέν μετά της ανεγερθησομένης επ’ αυτού οικοδομής ή το διαμέρισμα πολυκατοικίας, έχει δε εμπράγματον δικαίωμα προσωπικής δουλείας χρήσεως μέχρι της οριστικής παραχωρήσεως, δικαιούμενος εις εκμίσθωσιν μόνον εφ’ όσον ήθελε μετατεθή εκτός της πόλεως ένθα κείται το ακίνητον. Η εκμίσθωσις γίνεται κατά προτίμησιν εις υπαλλήλους και επί ενοικίω ευλόγω κατά τα δι’ αποφάσεως του συμβουλίου ορισθησόμενα, τασσομένης προς τούτο ευλόγου προθεσμίας μετά την παρέλευσιν της οποίας είναι ελευθέρα. Εν προκειμένω αι Αθήναι, ο Πειραιεύς και τα προάστεια λογίζονται ως μία πόλις. Ο συνεταίρος μετά την παράδοσιν εις αυτόν της νομής του ακινήτου, ήτις γίνεται άμα τη αποπερατώσει της επ’ αυτού οικοδομής, βαρύνεται με το έξοδον συντηρήσεως αυτής. Σελ. 201 .519. Συνεταιρισμοί Δημοσίων Υπαλλήλων 14.Γ .ε.5 3.Επιτρέπεται μεταξύ συνεταίρων η ανταλλαγή ακινήτων μερίδων, εγκρίσει του διοικητικού και εποπτικού συμβουλίου του αυτού συνεταιρισμού, κοινοποιουμένη προς τον δανειστήν. Αν δια της ανταλλαγής πρόκειται να μεταβληθούν αι προς τον δανειστήν υποχρεώσεις των δι’ αυτήν ενδιαφερομένων συνεταίρων απαιτείται και έγγραφος συγκατάθεσις τούτου και εφ’ όσον έχει δοθή η κρατική εγγύησις δια το δάνειον και του υπουργού των Οικονομικών. 4.Προς τακτοποίησιν του σχεδίου των συνοικισμών των συνεταιρισμών του παρόντος νόμου επιτρέπεται η απαλλοτρίωσις συμφώνως τω άρθρ. 19 του Συντάγματος γηπέδων συνεχομένων προς τα δι’ αγοράς κτηθέντα παρά του συνεταιρισμού γήπεδα. Η υπέρ εκάστου συνεταιρισμού δυναμένη ν’ απαλλοτριούται έκτασις δεν δύναται να υπερβαίνη το δέκατον της παρά τούτου κτηθείσης δι’ αγοραπωλησίας προς εκτέλεσιν του σχετικού σχεδίου ανοικοδομήσεως. Η τοιαύτη απαλλοτρίωσις ενεργείται δια Π.Δ/τος προκαλουμένου παρά του υπουργού Συγκοινωνίας βάσει γνωματεύσεως του συμβουλίου δημοσίων έργων, αποφαινομένου περί της ανάγκης ταύτης. Δια τον καθορισμόν της αποζημιώσεως των απαλλοτριωμένων αναγκαστικώς εκτάσεων εφαρμόζονται αι διατάξεις του ν. ΓπΝΑ΄ (τόμ. 10). ΄Αρθρ.12.-Προς διευκόλυνσιν των ανοικοδομήσεων των εν άρθρ. 1 του παρόντος νόμου προσώπων ορίζονται αι επόμεναι φορολογικαί απαλλαγαί: α)Δεν υπόκεινται εις πληρωμήν φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων τα υπ’ αυτών προς εκπλήρωσιν του σκοπού των αποκτώμενα δι’ οιασδήποτε πράξεως οικόπεδα. β)Προσύμφωνα, ως και πάσα οριστική πράξις μεταξύ του συνεταιρισμού και των μελών του ή τρίτων ή μεταξύ των μελών του συνεταιρισμού αφορώσα την εκπλήρωσιν του σκοπού του, οίον αγοραπωλησίαι οικοπέδων, συνομολογήσεις δανείων, μεταβιβάσεις οικοδομών κλπ., υπόκεινται μόνον εις πάγιον τέλος χαρτοσήμου δραχμών 5, η δε μεταγραφή τοιούτων πράξεων και η εγγραφή υποθηκών γίνονται ατελώς, απαλλασσόμεναι και της καταβολής παντός δικαιώματος. γ)Δια Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει των υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας κανονίζεται ο τρόπος της επιστροφής των δημοσίων εισαγωγικών δασμών και των δημοτικών, λιμενικών και άλλων ειδικών φόρων των αναλογούντων εις τα εισαγόμενα υλικά δια την οικοδόμησιν των περί ων ο παρών νόμος οικιών και κατοικιών, απαλλασσομένων των ως άνω δασμών και φόρων. Σελ. 202 δ)Οι τόκοι των προς εκπλήρωσιν του σκοπού των συνεταιρισμών του παρόντος νόμου δανείων δεν υπόκεινται εις τον κατά το άρθρ. 14 κλπ. του ν.1640 (27. Βα.5) αναλυτικόν φόρον εισοδήματος κινητών αξιών, ουδέ καταλογίζονται προς υπολογισμόν του συνθετικού φόρου του πληρωτέου παρά του δανειστού. ε)Αι ανεγειρόμεναι τοιαύται οικοδομαί απαλλάσσονται επί μίαν εικοσιπενταετίαν από της ανεγέρσεώς των από πάσης φορολογίας βαρυνούσης την οικοδομήν ή το εκ ταύτης εισόδημα και δη του φόρου των οικοδομών, της κατά το άρθρ. 9 κλπ. του ν. 1640 αναλυτικής φορολογίας καθαράς προσόδου και παντός παρομαρτούντος δημοτικού ή άλλου ειδικού ή τοπικού φόρου ή τέλους, ως το υπέρ του ειδικού ταμείου μονίμων οδοστρωμάτων. Ετροποποιήθη και ηρμηνεύθη υπό του εδ. 17 του άρθρ. 15 του ν. 5420 του 1932 περί κυρώσεως του Ν.Δ/τος περί παροχής φορολογικών διευκολύνσεων (27.Ζα. 2), του άρθρ. 36 του Α.Ν. 332/1936 και του άρθρ. 8 παρ. 3 του Α.Ν.409/1936 (τόμ. 27). ΄Αρθρ.13.Απαγορεύεται απολύτως η τε κατάσχεσις και αναγκαστική απαλλοτρίωσις των δια των οικοδομικών συνεταιρισμών ανεγειρομένων οικιών των εν άρθρ. 1 προσώπων δια χρέη αυτών οιασδήποτε φύσεως καταστάντα απαιτητά προ της ισχύος του παρόντος. ΄Αρθρ.14.-1.Το διοικητικόν συμβούλιον του συνεταιρισμού δύναται να διαγράψη συνεταίρον μη συμπληρώσαντα εντός της προθεσμίας του νόμου την αποπληρωμήν μιας συνεταιρικής μερίδος. 2.Ο συνεταίρος ο υποβαλών προς τον συνεταιρισμόν ή το υπουργείον ψευδή δήλωσιν περί των επί του παρόντος νόμου απαιτουμένων στοιχείων, απόλλυσι, αποφάσει του ειρηνοδίκου, υπέρ του συνεταιρισμού παν δικαίωμα επί των εις αυτόν καταβολών και του τυχόν παραχωρηθέντος ακινήτου, άνευ δικαιώματος οιασδήποτε αποζημιώσεως, εφαρμοζομένων άμα κατά του τοιούτου συνεταίρου και των διατάξεων του άρθρ. 396 του Ποινικού Νόμου. .520. 14.Γ .ε.5 Συνεταιρισμοί Δημοσίων Υπαλλήλων 3.Ο μετασχών και ετέρου οικοδομικού συνεταιρισμού επί σκοπώ αποκτήσεως δύο ή πλειόνων οικιών ή οικοπέδων συνεταίρος απόλλυσιν, αποφάσει του ειρηνοδίκου της έδρας του ετέρου συνεταιρισμού λαμβανομένη τη αιτήσει παντός ενδιαφερομένου, τα καταβληθέντα εις τους πέραν του πρώτου συνεταιρισμούς, επ’ ωφελεία τούτων, εφαρμοζομένων άμα κατά του συνεταίρου τούτου των διατάξεων των άρθρ. 396 του Ποινικού Νόμου. 4.Αι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και επί των ήδη υφισταμένων νομίμως εγκεκριμένων οικοδομικών συνεταιρισμών δημοσίων υπαλλήλων των προσώπων του άρθρ. 1, εφ’ όσον οι παρ’ αυτών επιδιωκόμενοι σκοποί και τα καταστατικά των ήθελον προσαρμοσθή προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου. 5. Aι ποιναί του άρθρ. 83 του ν. 602 εφαρμόζονται κατά των μελών των οικοδομικών συνεταιρισμών, των μη συμμορφουμένων προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου και των εκδοθησομένων Δ/των των καθοριζόντων τα των τύπων των ανεγερθησομένων οικιών ή κατοικιών και τα των ατελειών των υλικών. 6.Δια Δ/των προκαλουμένων παρά του υπουργικού συμβουλίου δύναται να ορίζηται η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή των προηγουμένων διατάξεων του παρόντος νόμου υπέρ των υπαλλήλων, ειδικών επί μισθώ συμβούλων και εργατών οργανισμού δημοσίου δικαίου ή εκμεταλλεύσεως δημοσίου ωφελείας ως και σοβαρών επιχειρήσεων. Εν τη περιπτώσει ταύτη όπου εις τα προηγούμενα άρθρα αναφέρεται η εγγύησις του Κράτους, αντικαθίσταται αύτη δια της εγγυήσεως των οικείων οργανισμών και επιχειρήσεων, αίτινες απολαμβάνουσι τα παρά των άρθρων ανατιθέμενα εις τον υπουργόν των Οικονομικών και τους ταμίας καθήκοντα. 7.Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται μετά τρεις μήνας από της δημοσιεύσεως του εν άρθρ. 1 παρ.3 Δ/τος του ορίζοντος τον τύπον του καταστατικού συνεταιρισμού. 8.Αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής του παρόντος νόμου ορίζονται δια Δ/των προκαλουμένων παρά των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Βάσει του εδ. 6 εξεδόθη το Π.Δ. της 12/15 Νοεμ. 1930 περί επεκτάσεως των διατάξεων των ν. 4202 και 4614 υπέρ μονίμων υπαλλήλων οργανισμών και επιχειρήσεων εκμεταλλευομένων σιδηροδρομικά δίκτυα. ΄Αρθρ.2.-1.Οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί του προηγουμένου άρθρου δέον να συνιστώνται τουλάχιστον εξ επτά μελών, η δε συνεταιρική μερίς δεν δύναται να ορίζηται κατωτέρα των πέντε χιλιάδων δραχμών, εξαιρουμένων των δημοσίων υπηρετών, δι’ ους δύναται να ορίζηται και εις τρεις χιλιάδας δραχμών. Αι συνεταιρικαί μερίδες δέον να καταβάλλωνται παρά των συνεταίρων εντός έξ μηνών από της εγγραφής των εις τους συνεταιρισμούς. 2.Ουδέν εκ των προσώπων του άρθρ. 1 δύναται να γίνηται μέλος του οικοδομικού συνεταιρισμού προ της συμπληρώσεως πενταετούς τουλάχιστον πραγματικής δημοσίας υπηρεσίας, ουδ’ επιτρέπεται να μετέχη εις πλείονας του ενός συνεταιρισμούς και ν’ αποκτήση μεΣελ. 195 .513. Συνεταιρισμοί Δημοσίων Υπαλλήλων 14.Γ .ε.1-5 σω τούτου περισσοτέρας της μιας κατοικίας. Αι ούτω κτώμεναι οικίαι ή κατοικίαι δεν δύνανται να υπερβαίνουν επιφάνειαν 180 τ. μέτρων. Ο χρόνος της πραγματικής δημοσίας υπηρεσίας του συνεταίρου, ο βαθμός αυτού και η κατεχομένη οργανική θέσις διαπιστούται δι’ εγγράφου βεβαιώσεως της προϊσταμένης αυτού αρχής, υποβαλλομένης εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων μετά των εγγράφων του άρθρ. 1 του ν. 602, προκειμένου περί των ιδρυτών συνεταιρισμών, ή εις το διοικητικόν συμβούλιον του οικείου συνεταιρισμού, προκειμένου περί των εγγραφομένων εις ιδρυμένον συνεταιρισμόν, η δε ιδιότης του συνταξιούχου βεβαιούται δι’ αντιγράφου του διπλώματος συντάξεως. 3.Τα πρόσωπα του άρθρ. 1 επιθυμούντα να μετάσχωσιν εις συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου οφείλουν να καταθέσουν έγγραφον υπεύθυνον δήλωσιν διαλαμβάνουσαν: α)Ότι δεν είναι κύριοι κατά πλήρη κυριότητα οικίας εν Ελλάδι και εις πόλιν άνω των 10.000 κατοίκων και ότι δεν ήσαν τοιούτοι κύριοι κατά την 30 Απρ. 1920. β)Ότι δεν είναι μέλη άλλου συνεταιρισμού του παρόντος νόμου. ΄Αρθρ.3.-1.Προς επιτέλεσιν των σκοπών του άρθρ. 1 τα εν αυτώ πρόσωπα δύνανται να συνάπτουν χρεωλυτικώς εξοφλητέα δάνεια παρά φυσικών ή νομικών προσώπων. Αι τυχόν προς ασφάλειαν της εξοφλήσεως των τοιούτων δανείων γενόμεναι παρά των συνεταίρων εκχωρήσεις υπέρ του δανειστού μέρους των αποδοχών αυτών είναι ισχυραί μόνον μέχρι των τριών δεκάτων των μηνιαίων τακτικών αποδοχών εκάστου των εν ενεργεία και των δύο πέμπτων της συντάξεως των συνταξιούχων συνεταίρων ως και του μερίσματος του Μετοχικού Ταμείου. 2.«Οι συνεταιρισμοί δύνανται να συνάπτουν δάνεια χρεωλυτικώς εξοφλητέα εντός το πολύ εικοσιπενταετίας ηγγυημένα παρά του Κράτους, το ποσόν όμως του δανείου δι’ έκαστον συνεταίρον ορίζεται εις ο ποσόν δύναται να εξυπηρετηθή δια της κρατήσεως μέχρι των τριών δεκάτων των μηνιαίων τακτικών αποδοχών εκάστου των εν ενεργεία υπαλλήλων και των δύο πέμπτων της συντάξεως των συνταξιούχων συνεταίρων ως και του μερίσματος του Μετοχικού Ταμείου κατά τα εν εδ. 1 του παρόντος άρθρου οριζόμενα. Εις δημοσίους υπαλλήλους συνταξιούχους, απολυθέντας της δημοσίας υπηρεσίας λόγω καταργήσεως θέσεως και προσληφθέντας εις οργανισμούς δημοσίου δικαίου και την Αγροτικήν Τράπεζαν, το δάνειον υπολογίζεται ουχί μόνον επί της συντάξεως αλλ’ εφ’ όλης της εμμίσθου δυναμικότητός των». Σελ. 196 3.Τα ταμεία αρωγής και προνοίας και τα μετοχικά ταμεία των δημοσίων υπαλλήλων και αξιωματικών, οι οργανισμοί κοινωνικών ασφαλίσεων οι συσταθέντες ή συσταθησόμενοι βάσει του Β.Δ/τος της 8 Δεκ. 1923 περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του ν. 2868 και του από 19 Νοεμ. 1923 τροποποιούντος και συμπληρούντος αυτόν Ν.Δ/τος, ή οι ιδρυμένοι δυνάμει ειδικών νόμων και τα κρατικά ταμιευτήρια δύνανται, δυνάμει της παρούσης διατάξεως, αλλά κατόπιν εγκρίσεως του συμβουλίου εποπτείας των εργατικών ασφαλίσεων, απαιτουμένης δια πάντα τα εν λόγω νομικά πρόσωπα, πλην των κρατικών ταμιευτηρίων, ως και αι Μοναί κατόπιν εγκρίσεως του γενικού εκκλησιαστικού ταμείου να διαθέτωσι μέχρι των δύο τρίτων των κεφαλαίων των εις χρεωλυτικά δάνεια προς το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων ηγγυημένα παρά του Κράτους και προωρισμένα να διατεθώσι παρά του εν λόγω ταμείου εις δάνεια προς τους οικονομικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου. Επίσης το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων δύναται να διαθέτη μέχρι του ενός τρίτου των κεφαλαίων αυτού εις δάνεια προς οικοδομικούς συνεταιρισμούς ηγγυημένα παρά του Κράτους. Το εδ. 2 αντικατεστάθη ως άνω υπό του ν. 6449 (κατωτ. αριθ. 10). Βλ. και άρθρ. 8 και 9 του Ν.Δ. της 12/15 Ιουν. 1936 περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων του νόμου 5791 περί τροποποιήσεως του άρθρ. 1 του ν. 3496 και 1 και 2 τοιούτων του ν. 5574 περί τροποποιήσεως κλπ. του Ν.Δ/τος περί χορηγήσεως παρά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου δανείων κλπ. (τ. 22). .514. 14.Γ .ε.5 Συνεταιρισμοί Δημοσίων Υπαλλήλων ΄Αρθρ.4.-1.Συνιστάται παρά τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων συμβούλιον οικισμού δημοσίων υπαλλήλων αποκαλούμενον εν τοις επομένοις «Συμβούλιον», όπερ απαρτίζεται: εξ ενός των αντιπροέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οριζομένου ανά τριετίαν παρά του σώματος, του γενικού διευθυντού του Δημοσίου Λογιστικού, του γενικού διευθυντού του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, του διευθυντού εργασίας και κοινωνικής προνοίας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και του τμηματάρχου συνεταιρισμών, του διευθυντού προνοίας του ομωνύμου υπουργείου, του τμηματάρχου λαϊκής κατοικίας του ιδίου υπουργείου, του παρά τω υπουργείω Συγκοινωνίας τμηματάρχου σχεδίων πόλεων, ενός νομικού συμβούλου οριζομένου υπό του δικαστικού συμβούλου, ενός αξιωματικού του κατά γην στρατού και ενός του κατά θάλασσαν, οριζομένων υπό των οικείων υπουργών, ενός πολιτικού και ενός στρατιωτικού συνταξιούχου, υποδεικνυομένων υπό των οικείων οργανώσεων, ενός αντιπροσώπου των δημοσίων υπαλλήλων, υποδεικνυομένου υπό της Συνομοσπονδίας τούτων, ενός διευθυντού ή τμηματάρχου της Τραπέζης της Ελλάδος και δύο ειδικών προσώπων, οριζομένων υπό του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας. Γραμματεύς του συμβουλίου διορίζεται υπάλληλος του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Εις έκαστον των μελών καθώς και εις τον γραμματέα δύναται να δοθή αποζημίωσις, μη δυναμένη να υπερβή τας 600 δραχμάς μηνιαίως, καταβάλλεται δε υπό του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Το συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων πέντε μελών και λαμβάνει αποφάσεις δι’ απολύτου πλειονοψηφίας των παρόντων. Άρθρ.5.-1.Πας συνεταιρισμός του παρόντος νόμου, έχων ανάγκην δανείων ηγγυημένων παρά του Κράτους υποβάλλει εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων αίτησιν διαλαμβάνουσαν το αναγκαιούν ποσόν και την τοκοχρεωλυτικήν δόσιν, την καταβλητέαν παρ’ εκάστου συνεταίρου, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνη τα τρία δέκατα των αποδοχών των εν ενεργεία και τα δύο πέμπτα της συντάξεως και του μερίσματος των συνταξιούχων συνεταίρων. Τα συνοδεύοντα την αίτησιν λοιπά στοιχεία καθορίζονται δι’ αποφάσεως του συμβουλίου. 2.Το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων μετ’ έλεγχον των περιουσιακών στοιχείων του συνεταιρισμού και της ικανότητος των μελών αυτού προς αποπληρωμήν του αιτουμένου δανείου, υποβάλλει έκθεσιν προς το συμβούλιον εκφέρον άμα την γνώμην του περί του εάν και κατά πόσον το αιτούμενον δάνειον απαιτήται προς εκπλήρωσιν του παρά του συνεταιρισμού καθωρισμένου οικοδομικού σκοπού. 3.Αι καθ’ εκάστην τριμηνίαν εκδιδόμεναι του Τ.Π.Δ. εκθέσεις, εισάγονται εις το συμβούλιον επιμελεία του παρ’ αυτώ γραμματέως, όπερ κατ’ ιδίαν εκτίμησιν των δι’ αυτών και των σχετικών αιτήσεων παρεχομένων στοιχείων, ορίζει τίνες εκ των αιτούντων συνεταιρισμών δέον να τύχωσι της εγγυήσεως του Κράτους δια την σύναψιν δανείου, προτείνει δε εις τον υπουργόν των Οικονομικών ητιολογημένως την παροχήν ή μη της εγγυήσεως του Κράτους δια την τοκοχρεωλυτικήν απόσβεσιν των αιτουμένων δανείων. Η σειρά προτιμήσεως μεταξύ των εγκεκριμένων ορίζεται δια κληρώσεως κατά τα ειδικώτερον δι’ αποφάσεως του συμβουλίου ορισθησόμενα. Δύνανται να χορηγώνται δάνεια, δυνάμει του παρόντος και των μεταγενεστέρων νόμων, και άνευ της εγγυήσεως του Κράτους, κατά το άρθρ.6 του Α.Ν. 798/1937, τόμ. 26. 4.Η εγγύησις του Κράτους παρέχεται δι’ αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών, βάσει συμφώνου προτάσεως του συμβουλίου. Η τοιαύτη απόφασις κοινοποιείται εις τον ενδιαφερόμενον συνεταιρισμόν, το συμβούλιον και το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, δημοσιεύεται δε εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5.Το συνολικόν ποσόν των δανείων, δι’ ο καθ’ έκαστον οικονομικόν έτος χορηγείται η εγγύησις του Κράτους δεν δύναται να υπερβαίνη τα τριακόσια εκατομμύρια δραχμών. 6.Το ποσόν του δανείου, δι’ ο δύναται να παρασχεθή η εγγύησις του Κράτους δι’ έκαστον συνεταιρισμόν δεν δύναται να υπερβαίνει το άθροισμα των ποσών, άτινα δύναται να αποσβεσθώσι τοκοχρεωλυτικώς εις είκοσι πέντε το πολύ έτη δια μηνιαίων κρατήσεων εκ των αποδοχών ή της συντάξεως και του μερίσματος εκάστου συνεταίρου του εν τη αιτήσει της παρ. 1 οριζομένου ορίου τοκοχρεωλυτικής δόσεως. Βλ. και τον ν. 4614 (κατωτ. αριθ. 6). ΄Αρθρ.6.-1.Τα προς τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς υπό την εγγύησιν του Κράτους παρεχόμενα δάνεια, δίδονται μεν εκ κεφαλαίων των εν άρθρ. 4 μνημονευομένων νομικών προσώπων ως και παντός άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου, άτινα εφεξής ονομάζονται οι χρηματοδόται, αλλά δια του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων κατά τους επομένους όρους. 2.Οι χρηματοδόται εφ’ όσον επιθυμούσι να προβώσιν εις τοποθέτησιν των διαθεσίμων κεφαλαίων των εις δάνεια προς οικοδομικούς συνεταιρισμούς τελούντα υπό την εγγύησιν του Κράτους, μέλλοντα δε να αποσβεσθώσιν εντός το πολύ πεντήκοντα εξαμήνων κατά το Σελ. 197 .515. Συνεταιρισμοί Δημοσίων Υπαλλήλων 14.Γ .ε.5 σύστημα της συνθέτου χρεωλυσίας, δι’ ισαρίθμων δηλαδή προς τα εξάμηνα και ισοπόσων δόσεων περιλαμβανουσών τόκον και χρεώλυτρον, ανακοινούσιν εις το ταμείον τα ποσά, άτινα προτίθενται να δανείσωσι, την προθεσμίαν εντός της οποίας διατηρούσι ταύτα προς τον άνω σκοπόν εις την διάθεσιν του ταμείου και το κατώτατον όριον του επιτοκίου. 3.Το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων διαπραγματεύεται μετά των οικοδομικών συνεταιρισμών, δια την σύναψιν δανείων, των οποίων εδόθη κατά τους όρους του παρόντος νόμου η εγγύησις του Κράτους, και αφ’ ου περατώση τας διαπραγματεύσεις και συμπληρώση τους οικείους των δανείων φακέλλους με πάντα τα χρήσιμα δικαιολογητικά έγγραφα, καλεί εντός της προθεσμίας, ην κατά το προηγούμενον εδάφιον έταξαν οι χρηματοδόται, τους τελευταίους ίνα τω παραδώσωσι το όλον ή μέρος των προσενεχθέντων κεφαλαίων των, ανακοινούν συνάμα και το επιτόκιον, όπερ πρόκειται να χορηγή αυτοίς. Το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων μετά δέκα ημέρας από της παραλαβής των κεφαλαίων των χρηματοδοτών υποχρεούται εις καταβολήν του απλού τόκου επί τω ανακοινωθέντι, ως ανωτέρω, επιτοκίω, εκδίδει δε και παραδίδει τω χρηματοδότη πεντήκοντα το πολύ χρεωστικάς ομολογίας μη υποκειμένας εις χαρτοσήμανσιν και περιλαμβανούσας το πληρωτέον καθ’ εξάμηνον δια τόκον και χρεωλύσιον ποσόν. Το ποσόν εκάστης χρεωστικής ομολογίας πληρώνεται τω χρηματοδότη κατά την ημερομηνίαν της λήξεώς της. Αι χρεωστικαί ομολογίαι είναι ηγγυημέναι παρά του Κράτους άνευ ιδιαιτέρας τινός διατυπώσεως, δυνάμει του
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.