📄 Κείμενο νόμου
5. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 79712/Σ.686/61 της 24 Μαρτ./5 Απρ. 1962 (ΦΕΚ Β΄ 118) (Διόρθ. Ημαρτ.εν ΦΕΚ Β΄ 152 της 4 Μαΐου 1962) Περί εγκρίσεως Κανονισμού Παροχών του Ταμείου Επικ. Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορίου Τροφίμων. Έχοντες υπ’ όψει:1)Το άρθρον μόνον του Α.Ν. 1159/1946 «περί συμπληρώσεως του Α.Ν. 1022 του 1946», 2)το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Νόμου της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας», 3)τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος «περί οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής, κυρωθέντος δια του υπ’ αριθ. 1392/1949 Ν.Δ/τος, 4)γνώμην του Δ.Συμβουλίου του Ταμείου Επικ. Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορίου Τροφίμων υποβληθείσαν ημίν δια της υπ’ αριθ. 290/15.9.60 αναφοράς του, 5)γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 179/1960 Συνεδρίασις 4η της ΙΒ΄ Περιόδου της 23.10.1961), αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν τον υποβληθέντα ημίν Κανονισμόν Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορίου Τροφίμων εξ άρθρ. 19 έχοντα ως ακολούθως: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ άρθρ. 12 του παρόντος Κανονισμού ή κατόπιν εγκρίσεως του Ι.Κ.Α. β)Ο χρόνος εργασίας του λαμβάνοντος επίδομα αναπροσαρμογής ο συμπίπτων με τον χρόνον λήψεως του επιδόματος αναπροσαρμογής». Το άρθρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 128/3/2930 της 19/30 Σεπτ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 787) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Εξαγορά αναγνωριστέας υπηρεσίας «Άρθρ.6α.-1.Η εξαγορά της, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 6 του παρόντος, αναγνωριζομένης προϋπηρεσίας, ενεργείται δια της καταβολής υπό του ησφαλισμένου, του συνόλου των ατομικών και εργοδοτικών εισφορών, υπολογιζομένων επί των κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως αποδοχών αυτού και του κατά τον αυτόν χρόνον ισχύοντος ασφαλίστρου. 2.Το εκ της εξαγοράς οφειλόμενον ποσόν εξοφλείται είτε εφ’ άπαξ είτε δια μηνιαίων δόσεων, καθοριζομένων υπό του Δ.Σ., ων ο αριθμός δεν δύναται να υπερβή τας εξήκοντα, της πρώτης τούτων καταβλητέας εντός του επομένου μηνός εκείνου της κοινοποιήσεως τω αιτούντι της αποφάσεως του Δ.Σ. περί αναγνωρίσεως και εξαγοράς της προϋπηρεσίας του. 3.Εν περιπτώσει επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του ποσού της εξαγοράς, το συνταξιοδοτικόν δικαίωμα του ησφαλισμένου θ’ άρχηται από της πρώτης του επομένου μηνός της ολοσχερούς εξοφλήσεως των οφειλομένων δόσεων. 4.Εν περιπτώσει καθυστερήσεως καταβολής τριών συνεχών δόσεων, ο αντιστοιχών εις τας δόσεις ταύτας χρόνος εξαγοράς δεν αναγνωρίζεται, ως επίσης και ο χρόνος ο αντιστοιχών εις περίπτωσιν επαναλήψεως εφ’ εξής καθυστερήσεως καταβολής δόσεώς τινος. Εν πάση δε περιπτώσει, πάσα καθυστέρησις επιβαρύνεται δια προσθέτων τελών των προβλεπομένων υπό των οικείων διατάξεων. 5.Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά δια την αναγνώρισιν της κατά τ’ ανωτέρω συνταξίμου υπηρεσίας, η διαδικασία ελέγχου τούτων, ο τρόπος εισπράξεως της οφειλής, λόγω εξαγοράς υπηρεσίας, ως και πάσα άλλη λεπτομέρεια, καθορισθήσονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. 6.Αι διατάξεις του παρόντος, ως και αι τοιαύται του προηγουμένου άρθρου, εφαρμόζονται , αναλόγως. και δια τα κατά το άρθρ. 4 του παρόντος Κανονισμού Παροχών μέλη οικογενείας του ησφαλισμένου». Το άρθρ. 6α προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 128/3/2930 της 19/30 Σεπτ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 787) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Ηλικία Άρθρ.7.-«1.Η ηλικία των ασφαλισμένων αποδεικνύεται: α)Με το δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας. β)Με τη ληξιαρχική Πράξη γέννησης. γ)Με πιστοποιητικό εγγραφής στα Μητρώα αρρένων ή Δημοτολόγιο. 2.Ως ημερομηνία γέννησης, λαμβάνεται η ημερομηνία της ληξιαρχικής πράξης γέννησης. Εάν δεν υπάρχει η ημερομηνία στη ληξιαρχική πράξη γέννησης, λαμβάνεται η 1 Ιουλίου του έτους της γέννησης. (Αντί για τη σελ. 418,01(γ) Σελ. 418,01(δ) Τεύχος Ζ22-Σελ. 115 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.5 3.Αν δεν υπάρχει κανένα από τα δικαιολογητικά της παρ. 1 λαμβάνεται υπόψη η ηλικία που έγινε δεκτή από τον Οργανισμό της κύριας ασφάλισης. 4.Η ηλικία των Ελλήνων υπηκόων που γεννήθηκαν στην αλλοδαπή και οι οποίοι δεν έχουν τα δικαιολογητικά της παρ. 1 ως και η ηλικία των αλλοδαπών ή των ακαθόριστης υπηκοότητος ασφαλισμένων αποδεικνύεται με το νόμιμα θεωρημένο διαβατήριό τους ή με την ταυτότητα με την οποία τους έχει εφοδιάσει η αρμόδια αστυνομική αρχή. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα αποδεικτικά αυτά, η ηλικία αποδεικνύεται με έγγραφο στοιχείο που προβλέπεται από τη Νομοθεσία του Κράτους που γεννήθηκε ο ασφαλισμένος, εφόσον είναι θεωρημένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή. Οι διατάξεις της παρ. 3 έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα πρόσωπα αυτά. Το άρθρ. 7 τροποποιήθηκε ως άνω από την 128/1661/17 Ιουλ.-8 Αυγ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 543) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Ποσόν συντάξεως Άρθρ.8.-«1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως γήρατος και αναπηρίας είναι ίσον προς τα 30% του μέσου όρου του βάσει των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας δικαιουμένου μισθού υπό του ησφαλισμένου, κατά την τελευταία διετίαν της απασχολήσεώς του, εφ’ όσον ούτος έχει πραγματοποιήσει από 4050 έως και 4500 ημερησίας καταβολάς εις το Ταμείον, προσαυξανόμενον κατά 1% ανά 500 ημέρας ασφαλίσεως πέραν των 4500 τοιούτων και μέχρι 42%. 2.Εν περιπτώσει ολικής ανικανότητος προς εργασίαν, το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως δεν δύναται να είναι κατώτερον του 30% του μηνιαίου μισθού του προβλεπόμενου υπό των οικείων συλλογικών συμβάσεων δι’ υπάλληλον κεκτημένον 30ετή υπηρεσίαν. 3.Εις τον καταβαλλόμενον μισθόν, βάσει του οποίου υπολογίζεται το ποσόν της συντάξεως, δεν συμπεριλαμβάνεται το επίδομα αδείας των ησφαλισμένων, αι αμοιβαί λόγω υπερωριακής απασχολήσεως, ως και τα τυχόν ποσοστά ή αι έκτακτοι παροχαί πλην των δώρων εορτών. 4.Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας ή εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος κατά την εκτέλεσιν ή εξ αφορμής της εργασίας (εργατικόν ατύχημα), η μηνιαία σύνταξις δεν δύναται να είναι κατωτέρα των 520 δραχμών. 5.Εάν ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας τελή εις κατάστασιν απαιτούσαν κατά την περί τούτου γνωμάτευσιν της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής συνεχή επίβλεψιν και συμπαράστασιν τρίτου προσώπου (απόλυτος αναπηρία), το ποσόν της συντάξεως προσαυξάνεται κατά 30%, εφ’ όσον χρόνον διαρκεί η κατάστασις αναπηρίας. Σελ. 418,02(δ) Τεύχος Ζ22-Σελ. 116 6.Κλάσμα δραχμής στρογγυλοποιείται υπέρ του λαμβάνοντος». Το άρθρ. 8 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 34656/Σ.305/1964 (ΦΕΚ Β΄ 215) αποφ. Υπ. Εργασίας και 92860/Σ.709/1965 (ΦΕΚ Β΄ 733) ομοίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 128/3/2930 της 19/30 Σεπτ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 787) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «7.Η σύνταξις των ησφαλισμένων Καταστηματαρχών υπολογίζεται βάσει του μισθού δια τον οποίον ασφαλίζονται εις το Ταμείον, εφαρμοζομένων ως προς τα υπόλοιπα των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων». Η παρ. 7 προστέθηκε από την 128/3/3238/22 Δεκ. 1979-8 Φεβρ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 122) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 39.Η.ζ.5 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) Ποσόν συντάξεως μελών οικογενείας Άρθρ.9.-1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως ης δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς τα 60% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) της συντάξεως δηλαδή ήτις απενεμήθη εις αυτόν (αυτήν) ή της συντάξεως ην θα εδικαιούτο ούτος (αύτη) εάν κατά την ημέραν του θανάτου καθίστατο ανίκανος προς εργασίαν. 2.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως εκάστου τέκνου ισούται προς τα 20% του ποσού της μηνιαίας συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και προκειμένου περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων εις τα 80%. Το σύνολον των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως το 80% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολον της συντάξεως υπερβαίνει τα όρια της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. 3.Οι έγγονοι, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως, εάν δεν υφίσταται χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως, ή εάν υφισταμένων τοιούτων δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλείται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος. 4.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγονού, προγονού και γονέως ισούται προς τα 20% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) χωρίς όμως το σύνολον της συντάξεως των εγγονών, προγονών και γονέων να δύναται να υπερβή εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προηγουμένης παραγράφου το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) εν δε τη δευτέρα περιπτώσει της αυτής παραγράφου το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποιήσιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Αι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 5.Εάν πρόσωπον εκ των κατά τας προηγουμένας διατάξεις του παρόντος άρθρου δικαιουμένων συντάξεως τελή εις κατάστασιν απολύτου αναπηρίας το κατά τους ανωτέρω ορισμούς εξευρισκόμενον ποσόν συντάξεως αυτού αυξάνεται κατά 30% χωρίς η τοιαύτη επαύξησις να θίγη οπωσδήποτε τα δικαιώματα των λοιπών δικαιουμένων συντάξεως προσώπων. 6.Εις ουδεμίαν περίπτωσιν το ποσόν των καταβαλλομένων κατά το παρόν άρθρον συντάξεων εις τα μέλη οικογενείας δύναται να είναι κατώτερον των δραχ.400 εν τω συνόλω των. Αφάνεια Άρθρ.10.-1.Πάντα τα κατά τον παρόντα Κανονισμόν απορρέοντα δικαιώματα τα έχοντα ως προϋπόθεσιν τον θάνατον γεννώνται και επί αφανείας. Θεωρείται ως περιελθόν εις κατάστασιν αφανείας, το πρόσωπον όπερ εκηρύχθη άφαντον κατά τας διατάξεις του Αστικού Κώδικος. 2.Η κηρυχθείσα κατάστασις αφανείας δύναται να αρθή κατά την διαδικασίαν του Αστικού Κώδικος αιτήσει του Ταμείου ή παντός έχοντος έννομον συμφέρον. Δια της αποφάσεως ταύτης ορίζεται και ο χρόνος από του οποίου αίρεται η κατάστασις αφανείας και παύουσι αι εκ ταύτης επελθούσαι ασφαλιστικαί συνέπειαι. Χρόνος ενάρξεως και λήξεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος Άρθρ.11.-1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός εκείνου, καθ’ ον επήλθεν η προς εργασίαν ανικανότης, ή ο θάνατος, ή καθ’ ον απεχώρησεν ο ησφαλισμένος εκ της εργασίας του μετά την συμπλήρωσιν του κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού ορίου ηλικίας. 2.Το προς σύνταξιν δικαίωμα παύει: α)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας αφ’ ης παύσουν υφιστάμεναι αι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρ. 3 του παρόντος, εκτός εάν συντρέχη περίπτωσις εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρ. 3 του παρόντος, ή δια του θανάτου του συνταξιούχου. β)Επί συντάξεως λόγω γήρατος δια του θανάτου του συνταξιούχου. γ)Επί συντάξεως χήρας ή μητρός δια του θανάτου της ή της τελέσεως νέου γάμου. δ)Επί συντάξεως γονέων δια του θανάτου των. ε)Επί συντάξεως τέκνων ή εγγονών άμα τη συμπληρώσει του 18ου έτους της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων και του 20ού προκειμένου περί θηλέων και προ τούτου δια της τελέσεως γάμου ή θανάτου των. Το κατά τ’ ανωτέρω, όριον ηλικίας α)δεν ισχύει προκειμένου περί τέκνων ή εγγονών ανικάνων λόγω παθήσεως δια πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν τούτου βεβαιουμένου κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 15 του παρόντος, β)παρατείνεται μέχρι του 23ου έτους της ηλικίας των, εφ’ όσον τ’ ανωτέρω πρόσωπα συνεχίζουν πραγματικώς και αποδεδειγμένως την μόρφωσίν των εις Σχολάς Γενικής ή Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως. 3.Το δικαίωμα εις απόληψιν συντάξεως ή επιδόματος αναπροσαρμογής παύει εις το τέλος του μηνός εκείνου καθ’ ον έλαβεν χώραν ο θάνατος, ή ο ανίκανος δεν πληροί τας προϋποθέσεις του άρθρ. 3 παρ. 2 του παρόντος ή επί χήρας, ή μητρός εις το τέλος του μηνός καθ’ ον συνήψε νέον γάμον και επί τέκνων ή εγγονών εις το τέλος του μηνός καθ’ ον συνεπλήρωσαν τα εν τη προηγουμένη παραγράφω όρια ηλικίας. (Αντί της σελ. 419) Σελ. 419(α) 201-039 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.5 Απώλεια–Αναστολή συνταξιοδοτικού δικαιώματος Άρθρ.12.-1.Το δικαίωμα προς σύνταξιν απώλειται: α)Εάν ο ησφαλισμένος καταστήση, εαυτόν ανίκανον εκ προθέσεως. Εάν όμως υπάρχουσι μέλη οικογενείας εκ των εν τω άρθρ. 4 αναφερομένων ταύτα δικαιούνται της συντάξεως ης θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του εξ ου έλκουν το δικαίωμα ασφαλισμένου. β)Επί δικαιοδόχων του άρθρ. 4 Εάν ταύτα κατεδικάσθησαν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου δια πράξιν ης συνέπεια υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου εξ ου έλκουσι το δικαίωμα, επί χήρας δε συζύγου ή μητρός και δια της τελέσεως νέου γάμου. 2.Η καταβολή των παρά του Ταμείου χορηγουμένων παροχών αναστέλλεται: α)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικήν της ελευθερίας του μακροτέρα του εξαμήνου. Εάν όμως, υπάρχουσι πρόσωπα άτινα εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα εδικαιούντο συντάξεως, καταβάλλεται εις τα εν λόγω πρόσωπα το ποσόν της συντάξεως όπερ εις την περίπτωσιν του θανάτου του συνταξιούχου θα απενέμετο εις αυτά. β)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος ασκεί αυτοτελές επάγγελμα ή παρέχει εξηρτημένην εργασίαν εκ της οποίας αποκερδαίνει ποσόν διπλάσιον της παρεχομένης αυτώ συντάξεως. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο συνταξιούχος υποχρεούται εις την επιστροφήν των τυχόν ληφθεισών συντάξεων αφ’ ης ήρξατο εργαζόμενος ισχυουσών εν προκειμένω των περί εισπράξεως των πόρων του Ταμείου διατάξεων. Δύναται όμως να επιτραπή η παροχή εξηρτημένης εργασίας άνευ των ανωτέρω συνεπειών δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. και κατά την κρίσιν του, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου εφ’ όσον έχει χορηγηθή τοιαύτη και παρά του ΙΚΑ. Παραγραφή Άρθρ.13.-1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν παραγράφεται μετά παρέλευσιν πενταετίας από της γενέσεώς του. 2.Απαιτηταί δόσεις συντάξεως μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται. 3.Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις αναδρομικώς δια χρόνον μακρότερον των 12 μηνών από της χρονολογίας καθ’ ην υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής της συντάξεως εις το Ταμείον. 4.Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως. Σελ. 420(α) Απονομή παροχών και τρόπος εξακριβώσεως προϋποθέσεων προς συνταξιοδότησιν Άρθρ.14.-1.Αι συντάξεις χορηγούνται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης εις το Δ.Σ. παρά των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Δι’ αποφάσεων του Δ.Σ. καθορισθήσονται τα πιστοποιητικά και λοιπά δικαιολογητικά τα οποία υποχρεούται να υποβάλη ο ησφαλισμένος εις το Ταμείον δια την απονομήν των κατά τον παρόντα Κανονισμόν παροχών εν γένει, ο χρόνος υποβολής αυτών, και αι συνέπειαι της μη συμμορφώσεως αυτού προς τας σχετικάς αποφάσεις του Δ.Σ. 2.Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να αξιώσιν παρά του Ταμείου την έκδοσιν εγγράφων, ειδικώς ητιολογημένων, αποφάσεων οσάκις το Διοικ. Συμβούλιον αρνείται την χορήγησιν των αιτουμένων παροχών, είτε απολύτως, είτε εν τη εκτάσει και μορφή εις ην αιτούνται ταύτην οι ενδιαφερόμενοι. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα τη αιτήσει δικαιολογητικά είναι πλήρη, υποχρεούται όπως εντός δύο μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της αιτήσεως εκδώση την επ’ αυτής απόφασίν του. Εις περίπτωσιν ελλείψεως δικαιολογητικών τινών το Ταμείον υποχρεούται όπως ειδοποιεί τον ενδιαφερόμενον, ίνα συμπληρώση ταύτα εντός διμήνου. 4.Αι περί χορηγήσεως ή μη συντάξεως αποφάσεις του Δ.Σ. δέον να είναι πλήρως ητιολογημέναι και κοινοποιούνται εις τον ενδιαφερόμενον εντός ενός μηνός από της εκδόσεώς των, γενομένης εις το σχετικόν έγγραφον κοινοποιήσεως ρητής μνείας, περί της τυχόν υπάρξεως ευχερείας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τούτων ως και της προθεσμίας εντός της οποίας δέον όπως ασκηθώσι ταύτα. 39.Η.ζ.5 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) Διαπίστωσις Αναπηρίας Άρθρ.1.-Αι παρά του Ταμείου Επικ. Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορίου Τροφίμων Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων χορηγούμεναι παροχαί διέπονται υπό των διατάξεων του Καταστατικού ως συμπληρούνται και τροποποιούνται δια του παρόντος Κανονισμού Παροχών. Σελ. 416(β) Τεύχος Ε101-Σελ. 40 Άρθρ.15.-1.Η διαπίστωσις της σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος των δικαιουμένων συντάξεως ενεργείται υπό των κατά τόπους πρωτοβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ, εις ας παραπέμπεται προς εξέτασιν ο ησφαλισμένος υπό του Ταμείου. Κατά των γνωματεύσεων των πρωτοβαθμίων τούτων επιτροπών επιτρέπεται προσφυγή από του αιτούντος την απονομήν συντάξεως και παρά του Ταμείου, ενώπιον των δευτεροβαθμίων υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του Δ.Σ. εις τον αιτούντα και εντός της αυτής προθεσμίας από της εκδόσεως της αποφάσεως του Δ.Σ. όσον αφορά το Ταμείον. Προκειμένου περί ασφαλιστικών κέντρων, εις α δεν ισχύει η ασφάλισις του ΙΚΑ, ο ησφαλισμένος παραπέμπεται προς εξέτασιν δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εις Υγειονομικήν Επιτροπήν του πλησιεστέρου Υποκαταστήματος του ΙΚΑ του τόπου διαμονής του. Η σχετική δαπάνη μετακινήσεως βαρύνει το Ταμείον όπερ καταβάλλει εις το ΙΚΑ και τας δαπάνας εξετάσεως των ησφαλισμένων. 2.Εάν ελλείψει νομίμων προϋποθέσεων απορριφθή αίτησις περί χορηγήσεως συντάξεως λόγω ανικανότητος ή διακοπή οριστικώς τοιαύτη σύνταξις ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως έτους νέαν αίτησιν, περί χορηγήσεως τοιαύτης συντάξεως εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής βεβαιούται ότι εις την τελευταίως διαπιστωθείσαν κατάστασιν της ανικανότητός του επήλθεν ουσιώδης μεταβολή. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν των λόγω ανικανότητος συνταξιούχων του ενεργουμένην ωσαύτως παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ αν οπωσδήποτε ήθελεν νομίσει ότι εξέλειπεν ο λόγος δι’ ον εχορηγήθη η σύνταξις οπότε δύναται να αναθεωρήση την προηγουμένην απόφασιν αυτού, εξαιρέσει εκείνων ων η σύνταξις λόγω αναπηρίας μετατρέπεται εις σύνταξιν λόγω γήρατος συμφώνως τω άρθρ. 3 παρ. 3 του παρόντος. 4.Προκειμένου περί ησφαλισμένων του Ταμείου δικαιωθέντων συντάξεως λόγω αναπηρίας και παρά του ΙΚΑ δεν είναι απαραίτητος εξέτασίς των παρά των υγειονομικών Επιτροπών εκτός αν ήθελεν άλλως αποφασίση το Δ.Σ. της κεκανονισμένης συντάξεως χορηγουμένης αυτοίς υπό του Ταμείου βάσει της σχετικής συνταξιοδοτικής αποφάσεως του ΙΚΑ και δια τον υπό ταύτης οριζόμενον χρόνον συνταξιοδοτήσεως, παρατεινομένης αναλόγως της συνταξιοδοτήσεως παρά του Ταμείου, εφ’ όσον παρατείνεται και η συνταξιοδότησις του ΙΚΑ και πάντως εφ’ όσον πληρούνται αι κατά τας διατάξεις του παρόντος προϋποθέσεις χορηγήσεως συντάξεως σαφώς εξαγομένου τούτου εκ της ως άνω αποφάσεως και των λοιπών κατά το άρθρ. 14 ορισθησομένων δικαιολογητικών, άλλως ακολουθείται η συνήθης διαδικασία. 5.Αι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ βαρύνουσι το Ταμείον αποδιδόμεναι εις το ΙΚΑ βάσει των αποστελλομένων υπό τούτου χρεωστικών καταστάσεων. Εκχώρησις και κατάσχεσις παροχών Άρθρ.16.-1.Απαγορεύεται η εκχώρησις ή η κατάσχεσις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων συντάξεων. Μόνον προκειμένου περί διατροφής συζύγου, κατιόντων ή ανιόντων επιτρέπεται η κατάσχεσις μέχρι του 1/4 τούτων κατόπιν αδείας του Προέδρου Πρωτοδικών. 2.Συμψηφισμός με τας υπό του Ταμείου χορηγουμένας συντάξεις και μέχρι του 1/4 τούτων επιτρέπεται μόνον προς απόσβεσιν οφειλών των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων προς το Ταμείον και κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. τούτου, εξ οιασδήποτε αιτίας προερχομένων. Αυξομείωσις παροχών Άρθρ.17.-Εν περιπτώσει αυξομειώσεως των αποδοχών των ησφαλισμένων δια Συλλογικών Συμβάσεων, αι, παρά του Ταμείου, καταβαλλόμεναι παροχαί δύνανται να αναπροσαρμόζονται μετά την παρέλευσιν εξαμήνου και εφ’ όσον η οικονομική κατάστασις του Ταμείου επιτρέπει τούτο, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, εφ’ όσον το ποσοστόν της αυξομειώσεως είναι ίσον ή ανώτερον του 10%. Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.18.-1.Αι κατά τον χρόνον της θέσεως εν ισχύϊ του παρόντος Κανονισμού Παροχών απονεμημέναι συντάξεις, εις συνταξιούχους πληρούντας τας υπό τούτου καθοριζομένας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως, αναπροσαρμόζονται κατά ποσόν, συμφώνως προς τας οικείας περί υπολογισμού των συντάξεων διατάξεις του παρόντος, βάσει των ετών της συνταξίμου υπηρεσίας, άτινα ελήφθησαν υπ’ όψιν κατά την απονομήν της συντάξεως. Εν η περιπτώσει το μετά τον ανακαθορισμόν προκύπτον ποσόν συντάξεως, είναι κατώτερον του λαμβανομένου, η επί πλέον διαφορά θα εξακολουθήση καταβαλλομένη ως προσωρινόν επίδομα, συμπεριλαμβανόμενον εις πάσαν μελλοντικήν αύξησιν των συντάξεων. (Αντί για τη σελ. 420,01(β) Σελ. 420,01(γ) Τεύχος Ε101-Σελ. 43 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.5 2.Αι κατά τον χρόνον της θέσεως, εν ισχύϊ του παρόντος Κανονισμού Παροχών απονεμημέναι συντάξεις, εις συνταξιούχους μη πληρούντας τας υπό τούτου καθοριζομένας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως, εξακολουθούν καταβαλλόμεναι. «3.Εάν ησφαλισμένος απεμακρύνθη της εργασίας του προ της ισχύος του παρόντος Κανονισμού Παροχών, και συνεπλήρωσε κατά τον χρόνον ενάρξεως της ισχύος της παρούσης αφ’ ενός μεν τον υπό των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 2 του Κανονισμού Παροχών οριζόμενον αριθμόν ημερών εργασίας αφ’ ετέρου δε το 62ον έτος της ηλικίας δικαιούται συντάξεως γήρατος ηλαττωμένης κατά 4% της πλήρους μηνιαίας τοιαύτης δι’ έκαστον ελλείπον έτος μέχρι του 65ου έτους της ηλικίας του. Το κατά την παρούσαν διάταξιν δικαίωμα δύναται να ασκηθή δι’ αιτήσεως του ενδιαφερομένου, υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξ μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης μετά την πάροδον της οποίας, απράκτου, απόλλυται το δικαίωμα τούτο». Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 74561/ Σ.1039 της 5/13 Οκτ. 1962 (ΦΕΚ Β΄ 365) αποφ. Υπουργ. Εργασίας. Άρθρ.19.-Αι διατάξεις των άρθρ. 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43 και 44 του εγκεκριμένου δια της υπ’ αριθ. 20198/13 έτους 1949 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας Καταστατικού του Ταμείου ως αύται ετροποποιήθησαν ή συνεπληρώθησαν μεταγενεστέρως καταργούνται. Η παρούσα ης η ισχύς άρχεται από της δημοσιεύσεώς της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Προαιρετική ασφάλιση Άρθρ.18.-«1.Πρόσωπα που διατέλεσαν ασφαλισμένα στο Ταμείο και διέκοψαν για οποιοδήποτε λόγο την ασφάλισή τους, χωρίς να δικαιούνται σύνταξη απ’ αυτό, δικαιούνται να συνεχίσουν προαιρετικά την ασφάλισή τους μέχρι να συμπληρώσουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις του κανονισμού παροχών για συνταξιοδότηση, εφόσον έχουν συμπληρώσει 10 χρόνια πραγματική υπηρεσία στην ασφάλιση του Ταμείου. 2.Για την συνέχιση της, κατά την προηγούμενη παράγραφο ασφάλισης, προαιρετικά, υποχρεούνται τα ανωτέρω πρόσωπα να υποβάλουν αίτηση προς το Ταμείο εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξι μηνών από την με οποιοδήποτε τρόπο διακοπή της ασφάλισής τους στο Ταμείο. 3.Όποιος συνεχίζει προαιρετικά την ασφάλιση, υποχρεούται να καταβάλει κάθε μήνα ολόκληρο το ποσό της εισφοράς εργοδότη και ασφαλισμένου. Σελ. 420,02(γ) Τεύχος Ε101-Σελ. 44 4.Ως αποδοχές για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών θεωρούνται το σύνολο των τακτικών αποδοχών που ελάμβανε ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο της διακοπής της ασφάλισης, οι οποίες αναπροσαρμόζονται κάθε φορά με τις χορηγούμενες αυξήσεις των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας των υπαλλήλων Εμπορίου Τροφίμων. 5.Καθυστέρηση καταβολής της ανωτέρω εισφοράς περισσότερο από τρεις μήνες συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος για συνέχιση της προαιρετικής ασφάλισης. 6.Προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης δεν χωρεί αν ο ασφαλισμένος κατά την υποβολή της δήλωσης για συνέχιση της ασφάλισης είναι ανάπηρος ή είναι ασφαλισμένος υποχρεωτικά σε άλλο Επικουρικό Ταμείο. Το άρθρ. 18 προστέθηκε από την 128/3/525/ 3-22 Μαρτ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 119) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 39.Η.ζ.5 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) Άρθρ.2.-1.Δικαιούται συντάξεως λόγω γήρατος παρά του Ταμείου ο ησφαλισμένος εάν κατά την υποβολήν της σχετικής αιτήσεως έχη συμπληρώσει το 65ον έτος της ηλικίας του ή η ησφαλισμένη το 60όν και επραγματοποίησε 3.000 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει. Το κατώτατον τούτο όριον ημερών εργασίας εν ασφαλίσει αυξάνεται προοδευτικώς εις 4.500 τοιαύτας εν συνόλω προστιθεμένων εις τας 3.000 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει ανά 175 τοιούτων κατά μέσον όρον καθ’ έκαστον επόμενον ημερολογιακόν έτος, αρχής γενομένης από 1ης Ιαν. 1963. 2.Επίσης δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος παρά του Ταμείου ο συμπληρώσας το 62ον έτον της ηλικίας ησφαλισμένος ή το 57ον ησφαλισμένη, εάν επραγματοποίησεν 6000 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει. Ο αριθμός ούτος αυξάνεται προοδευτικώς εις 10.000 εν συνόλω προστιθεμένων εις τας 6.000 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει ανά 225 τοιούτων κατά μέσον όρον καθ’ έκαστον επόμενον ημερολογιακόν έτος αρχής γενομένης από 1ης Ιαν. 1962. 3.Εάν ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε τον υπό των προηγουμένων παραγράφων οριζόμενον αριθμόν ημερών εργασίας εν ασφαλίσει, εκ των οποίων ανά 100 καθ’ έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών των αμέσως προηγουμένων του έτους καθ’ ο υποβάλλεται η αίτησις περί απονομής συντάξεως, δικαιούται συντάξεως γήρατος ηλαττωμένης κατά 4% της πλήρους μηνιαίας τοιαύτης δι’ έκαστον ελλείπον έτος εκ των υπό των προηγουμένων παραγράφων οριζομένων ορίων ηλικίας, εφ’ όσον συνεπλήρωσε το 60όν έτος της ηλικίας του προκειμένου περί ησφαλισμένου και το 55ον προκειμένου περί ησφαλισμένης. «4.Επίσης δικαιούται συντάξεως ο ησφαλισμένος ο συμπληρώσας εις το Ταμείον τας προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρ. 10 του Νόμ. 825/78 εφαρμοζομένων αναλόγως και των διατάξεων των παρ. 2 και 5 του ιδίου άρθρου». Η παρ. 4 προστέθηκε από την 128/3/3118/7 Δεκ. 1979-30 Ιαν. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 85) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 39.Η.ζ.5 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) Σύνταξις λόγω αναπηρίας Άρθρ.3.-1.Δικαιούνται συντάξεως λόγω αναπηρίας οι παρά τω Ταμείω ησφαλισμένοι εάν λόγω πνευματικής ή σωματικής παθήσεως, βλάβης ή εξασθενήσεως διαπιστουμένης κατά τα εν τω παρόντι Κανονισμώ οριζόμενα, καταστώσιν ανίκανοι προς περαιτέρω εκτέλεσιν της εργασίας των και α)επραγματοποίησαν 1.500 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει εξ ων 300 τοιαύτας εντός των 5 ημερολογιακών ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου καθ’ ο κατέστη ανάπηρος ή επραγματοποίησε τον υπό της παρ. 1 του άρθρ. 2 του παρόντος Κανονισμού απαιτούμενον αριθμόν ημερών εργασίας εν ασφαλίσει, β)ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως, εάν η ανικανότης προς περαιτέρω εκτέλεσιν της εργασίας των, προήλθεν εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος κατά την εκτέλεσιν ή εξ αφορμής της εργασίας των (εργατικόν ατύχημα) ή συνεπεία πολεμικού ατυχήματος κατά την έννοιαν της υπ’ αριθ. 67724/1940 υπουργικής αποφάσεως. 2.Ως πνευματική ή σωματική ανικανότης, παρέχουσα δικαίωμα εις σύνταξιν κατά την έννοιαν της προηγουμένης παραγράφου νοείται η κατά την περί τούτου γνωμάτευσιν της οικείας υγειονομικής Επιτροπής ανερχομένη εις ποσοστόν 66% τουλάχιστον και μέλλουσα να διαρκέση κατ’ ιατρικήν πρόβλεψιν, επί εξάμηνον τουλάχιστον, χορηγείται δε δι’ όσον χρόνον μέλλει να διαρκέση η ανικανότης του ησφαλισμένου κατά την περί τούτου γνωμάτευσιν της υγειονομικής Επιτροπής, παρατεινομένη εκάστοτε κατά την αυτήν διαδικασίαν. «Κατ’ εξαίρεσιν προκειμένου περί συνταξιούχων λόγω αναπηρίας δεν υπόκεινται εις περαιτέρω εξέτασιν παρά Υγειονομικής Επιτροπής: α)Οι συμπληρώσαντες το 55ον έτος της ηλικίας των άρρενες και το 50όν έτος θήλεις εφ’ όσον συνταξιοδοτούνται επί επτά έτη συνεχώς και έχουν υποβληθή εις τρεις τουλάχιστον εξετάσεις παρ’ Υγειονομικής Επιτροπής κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς των ταύτης. β)Οι συμπληρώσαντες το 60όν έτος της ηλικίας των άρρενες και το 55ον έτος της ηλικίας των θήλεις εφ’ όσον συνταξιοδοτούνται επί πενταετίαν συνεχώς και έχουν υποβληθή εις δύο τουλάχιστον εξετάσεις παρ’ Υγειονομικής Επιτροπής κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς των ταύτης. γ)Οι επί 12ετίαν συνεχώς συνταξιοδοτούμενοι ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. δ)Οι επί 20ετίαν συνεχώς ή διακεκομμένως συνταξιοδοτούμενοι ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, ων όμως η τελευταία τριετία εν συνταξιοδοτήσει δέον να είναι συνεχής. Εις τον χρόνον συνεχούς συνταξιοδοτήσεως συνυπολογίζεται και χρόνος επιδοτήσεως λόγω αναπροσαρμογής». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 128645/Σ.1661 της 2/12 Δεκ. 1968 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 694). 3.Η σύνταξις λόγω ανικανότητος μετατρέπεται τη αιτήσει του συνταξιούχου εις σύνταξιν γήρατος εάν ο συνταξιούχος κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς του συμπληρώση τα υπό του προηγουμένου άρθρ. 2 οριζόμενα όρια ηλικίας και κέκτηται κατά τον χρόνον απονομής το πρώτον της συντάξεως αναπηρίας τον υπό τούτου απαιτούμενον αριθμόν ημερών εργασίας εν ασφαλίσει εις εκάστην περίπτωσιν. Σύνταξις λόγω θανάτου Άρθρ.4.-1.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου έχοντος πραγματοποιήσει τουλάχιστον 1.500 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει εκ των οποίων 300 τουλάχιστον εντός των πέντε ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου καθ’ ον επήλθεν ο θάνατος ή έχοντος πραγματοποιήσει τον υπό της παρ. 1 του άρθρ. 2 του παρόντος Κανονισμού απαιτούμενον αριθμόν ημερών εργασίας εν ασφαλίσει ως και εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου του Ταμείου λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή εργατικού ατυχήματος ή επιδοματούχου δικαιούνται συντάξεως κατά τας επομένους παραγράφους τα ακόλουθα μέλη οικογενείας: α)Η σύζυγος ή ο άπορος και ανάπηρος σύζυγος ου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. β)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα ων η υιοθεσία έλαβεν χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως ή επιδόματος αναπροσαρμογής εις τον θετόν γονέα και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα. γ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου (ησφαλισμένης ή συνταξιούχου) ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι εφ’ όσον πάντες ούτοι συνεβίουν μετά του θανόντος (θανούσης) και συνετηρούντο υπ’ αυτού (αυτής) και δ)Οι γονείς, εάν συνώκουν μετά του θανόντος (θανούσης) και η συντήρησις εβάρυνε κυρίως αυτόν (αυτήν). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούται συντάξεως, Α)Εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθεν προ της παρόδου 6 μηνών από της τελέσεως του γάμου εκτός εάν: α)ο θάνατος οφείλεται εις εργατικόν ατύχημα, β)υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον, γ)η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελείς εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. Β)Εάν ο θανών (θανούσα) ελάμβανεν κατά την τέλεσιν του γάμου παρά του Ταμείου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθεν προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου (εκτός εάν συντρέχη και εν τη περιπτώσει ταύτη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχεία α΄, β΄, γ΄ της παρ. 2 αναφερομένων). (Αντί για τη σελ. 417(δ) Σελ. 417(ε) Τεύχος Η33-Σελ. 101 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.5 Επιδόματα Άρθρ.5.-1.Εις τους ησφαλισμένους ως και εις τους λόγω ανικανότητος συνταξιούχους του Ταμείου τους κρινομένους κατ’ αμφοτέρας τας περιπτώσεις ανικάνους προς εργασίαν με ποσοστόν αναπηρίας 33 έως 66% και διαρκείας έξ τουλάχιστον μηνών χορηγείται αποφάσει του Δ.Σ. επίδομα αναπροσαρμογής ίσον προς το ποσόν της ης θα εδικαιούτο συντάξεως λόγω αναπηρίας κατ’ ανώτατον όριον μέχρι δύο ετών, υπό την προϋπόθεσιν ότι κέκτηνται τον προβλεπόμενον δια την χορήγησιν συντάξεως λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος χρόνον ασφαλίσεως. Το εν λόγω επίδομα καταβάλλεται αδιαφόρως ασκήσεως παρά του επιδοματούχου οιασδήποτε εξηρτημένης ή αυτοτελούς εργασίας. 2.Εις τας απομακρυσμένας της εργασίας των λόγω γάμου θήλεις ησφαλισμένας του Ταμείου τας εχούσας τουλάχιστον πραγματοποιήσει 1.500 ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει και μη δικαιουμένας συντάξεως ή επιδόματος αναπροσαρμογής, χορηγείται από της ισχύος του παρόντος, και εφ’ όσον ήθελε ζητηθή παρ’ αυτών εντός εξαμήνου προθεσμίας από της τελέσεως του γάμου εφ’ άπαξ βοήθημα ίσον προς τας ατομικάς καταβολάς των ή ίσον προς το σύνολον των ατομικών των καταβολών και τοιούτων του εργοδότου εφ’ όσον επραγματοποίησε 3.000 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εν ασφαλίσει. Ο χρόνος ασφαλίσεως εις ον αντιστοιχούν αι επιστραφείσαι υπό τύπον βοηθήματος εισφοραί, δεν υπολογίζεται εφ’ εξής ως συντάξιμος εις περίπτωσιν επανόδου της ησφαλισμένης εις την εργασίαν της και υπαγωγής της εις την ασφάλισιν του Ταμείου εκτός εάν ήθελεν επιστραφή το βοήθημα εξ ολοκλήρου και εφ’ άπαξ μετά των νομίμων τόκων, προσηρμοσμένου βάσει των αποδοχών του μηνός επιστροφής. «3.α)Η αναγνώριση και εξαγορά του χρόνου ασφάλισης στο Ταμείο σύμφωνα με τις διατάξεις, του Νόμ. 1405/83 για το οποίο έχουν επιστραφεί και οι ασφαλιστικές εισφορές, πραγματοποιείται ύστερα από αίτηση του ασφαλισμένου, με την καταβολή πρόσθετης εισφοράς εκ ποσοστού 3% εφ’ όσον έχουν επιστραφεί μόνο οι ατομικές ασφαλιστικές εισφορές και εκ ποσοστού 6% εφόσον έχουν επιστραφεί οι ατομικές και εργοδοτικές εισφορές, επί των αποδοχών του χρόνου υποβολής της αίτησής του εφόσον αυτές δεν είναι κατώτερες των αποδοχών του ανειδίκευτου εργάτη. β)Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν απασχολείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή έχει αλλάξει επάγγελμα η παραπάνω εισφορά υπολογίζεται επί των αποδοχών της τελευταίας απασχόλησής του εφόσον αυτές δεν είναι κατώτερες των αποδοχών του ανειδίκευτου εργάτη. Σελ. 418(ε) Τεύχος Η33-Σελ. 102 γ)Εάν ο ασφαλισμένος δεν εργάζεται ή οι αποδοχές του είναι κατώτερες των αποδοχών του ανειδίκευτου εργάτη η εισφορά υπολογίζεται επί των αποδοχών ανειδίκευτου εργάτη του χρόνου υποβολής της αίτησης. δ)Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς που προκύπτει πραγματοποιείται είτε εφάπαξ, είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις όσες ο αριθμός των μηνών αναγνώρισης και πάντως όχι περισσότερες των 36. ε)Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής δόσεως πέρα των 6 μηνών χάνεται το δικαίωμα αναγνώρισης του χρόνου που αντιστοιχεί στις μη εξοφληθείσες όσο και στις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις αναγνωρίζεται μόνον ο χρόνος που αντιστοιχεί στις δόσεις που εξοφλήθηκαν κανονικά. στ)Στην περίπτωση ρύθμισης εξόφλησης του ποσού της εξαγοράς σε δόσεις δεν θα καταβάλλεται η σύνταξη αν αυτές δεν έχουν εξοφληθεί πλήρως». Η παρ. 3 προστέθηκε από την 128/3/3100/1129 Νοεμ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 720) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Η.ζ.5 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) Χρόνος συντάξιμος Άρθρ.6.-«Ως συντάξιμος χρόνος λογίζεται: 1.Ο χρόνος της πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας, όστις είναι: α)Ο χρόνος καθ’ ον ο ησφαλισμένος παρέχει πράγματο εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής εις τα εν άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου Καταστήματα κατά κύριον επάγγελμα και υπό πλήρη ημερησίαν απασχόλησιν, δι’ ην εβεβαιώθησαν ασφαλιστικαί εισφοραί. β)Ο χρόνος ενεργού συμμετοχής εις το κεφάλαιον εξόδου γερόντων και ανικάνων παντοπωλοϋπαλλήλων κ.λπ. γ)Ο κατ΄ εφαρμογήν του άρθρ. 51 Α.Ν. 1846/ 1951, ως ετροποποήθη υπό του υπ’ αριθ. 4202/1961 Ν.Δ/τος και υπό τας προϋποθέσεις τούτου χρόνος ασφαλίσεως παρ’ ετέρω Οργανισμώ Επικουρικής Ασφαλίσεως. Ο αναγνωρισθείς και εξαγορασθείς χρόνος απασχολήσεως του ησφαλισμένου ο διανυθείς από της ιδρύσεως του Ταμείου και εφ’ εξής εις εργασίας ασφαλιστέας παρ’ αυτώ κατά το άρθρ. 3 του Καταστατικού λειτουργίας του Ταμείου. 3.α)«Η αναγνώρισις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως του ησφαλισμένου υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της υπαγωγής εις την ασφάλισιν ή προκειμένου περί των ήδη ησφαλισμένων, εντός ενός έτους από της ισχύος της παρούσης». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 128/991 της 24 Μαρτ./1 Απρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 363) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. β)Ο αναγνωρισθείς χρόνος ασφαλίσεως δεν δύναται να υπερβή τας 3.000 ημέρας απασχολήσεως. 4.Δια τον υπολογισμόν της εν ασφαλίσει εργασίας κατά την εφαρμογήν του παρόντος Κανονισμού, έκαστος ημερολογιακός μην αντιστοιχεί προς 25 ημέρας και τ’ ανάπαλιν. 5.Ο χρόνος της εν ασφαλίσει εργασίας δεν απαιτείται να είναι συνεχής. 6.Δεν λογίζεται εν ασφαλίσει εργασία και δεν προσμετράται: α)Ο χρόνος συνταξιοδοτήσεως εις περίπτωσιν επανόδου του ησφαλισμένου εις την εργασίαν του ως και ο χρόνος εργασίας του συνταξιούχου κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του εδαφ. β΄ παρ. 2 του
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.