📄 Κείμενο νόμου
1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 16 Μαρτ./15 Απρ. 1954 Περί του τρόπου συγκροτήσεως και λειτουργίας των Ασφαλιστικών Δικαστηρίων. ΄Εχοντες υπ’ όψιν τα άρθρα 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49 και 50 του Α.Ν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», προτάσει των Ημετέρων επί της Δικαιοσύνης και επί της Εργασίας Υπουργών, μετά γνώμην του Συμβουλίου Επικρατείας (843)1952), απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: ΤΜΗΜΑ Ι ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Ασφαλιστικά Δικαστήρια. ΄Αρθρον 1. Τρόπος διορισμού των μελών των Πρωτοβαθμίων Ασφαλιστικών Δικαστηρίων. 1.Η απόφασις του Προέδρου των Πρωτοδικών περί του κατά το άρθρον 46 παράγραφος 4 του Α.Ν. 1846/1951 διορισμού των δύο μελών των Πρωτοβαθμίων Ασφαλιστικών Δικαστηρίων, ως και των δύο αναπληρωτών αυτών, εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του Υπουργού Εργασίας ή του Κυβερνητικού Επιτρόπου του Ι.Κ.Α. ή του Γενικού Διευθυντού του Ι.Κ.Α. ή του Διευθυντού του Υποκαταστήματος της έδρας του Πρωτοβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου. 2.Ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών, εντός πέντε (5) ημερών από της υποβολής αυτώ της περί ης η προηγουμένη παράγραφος αιτήσεως, διατάσσει την εν αντιγράφω κοινοποίησιν αυτής μετά προσκλήσεως γραφομένης παρά πόδας του κοινοποιουμένου αντιγράφου της αιτήσεως α)προς την Γ .Σ.Ε.Ε., β)προς το Εμπορικόν και Βιομηχανικόν Επιμελητήριον και γ)προς το Βιοτεχνικόν τοιούτον της έδρας του Πρωτοβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου. Εν ελλείψει Εμπορικού ή Βιομηχανικού Επιμελητηρίου η πρόσκλησις γίνεται προς τον Εμπορικόν Σύλλογον, εν ελλείψει δε Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου, προς τον κατά την κρίσιν του σοβαρώτερον βιοτεχνικόν ή επαγγελματικόν Σύλλογον και εν ελλείψει εμπορικού ή βιοτεχνικού Συλλόγου:εις τας κατά την κρίσιν του δύο σοβαρωτέρας των Επαγγελματικών Οργανώσεων της έδρας του Πρωτοβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου. Μετά της εν λόγω κοινοποιήσεως ο Πρόεδρος καλεί τας ως ανωτέρω επαγγελματικάς οργανώσεις όπως εντός τασσομένης παρ’ αυτού μέχρι 30 ημερών κατ’ ανώτατον όριον προθεσμίας, υποδείξωσι δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτών η μεν Γ .Σ.Ε.Ε. δι’ έκαστον Πρωτοβάθμιον Ασφαλιστικόν Δικαστήριον εκ των ησφαλισμένων των κατοικούντων εν τη έδρα του Δικαστηρίου 6 ησφαλισμένους τα δε Εμπορικόν και Βιομηχανικόν Επιμελητήριον, Επαγγελματικόν τοιούτον και εν ελλείψει τινών ή πάντων αυτών οι προσκληθέντες Εμπορικοί ή Επαγγελματικοί Σύλλογοι ή Επαγγελματικαί Οργανώσεις της έδρας του Δικαστηρίου ανά δύο μέλη εκ των εργοδοτών των απασχολούντων ησφαλισμένους και κατοικούντων εν τη έδρα του Δικαστηρίου. 3.Ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών εντός 10 ημερών από της λήψεως της τελευταίας των άνω περί υποδείξεως των μελών του Πρωτοβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου αποφάσεων, διορίζει κατά την ελευθέραν αυτού κρίσιν εκ των ούτω υποδειχθέντων τα 2 τακτικά και τα 2 αναπληρωματικά μέλη του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εκ των οποίων το έν και ο αναπληρωτής αυτού εκ της τάξεως των ησφαλισμένων και το έτερον και ο αναπληρωτής αυτού εκ της τάξεως των εργοδοτών. ΄Αρθρον 10. Σύνταξις Προσφυγής. 1.΄Οταν η προσφυγή ασκείται υπό ησφαλισμένου, δύναται αύτη να συντάσσηται υπό του αρμοδίου οριζομένου υπαλλήλου του Ασφαλιστικού Οργανισμού, όστις επί τη προφορική αιτήσει του προσφεύγοντος ησφαλισμένου ή του αντιπροσώπου αυτού υποχρεούται απροφασίστως να συντάξη ταύτην. 2.Ο επί τη αιτήσει ησφαλισμένου συντάσσων την προσφυγήν υπάλληλος υποχρεούται να συντάξη ταύτην μετά πάσης επιμελείας, να παράσχη πάσαν καθοδήγησιν και βοήθειαν εις τον προσφεύγοντα και να αναγράψη εν αυτή τα εν τω επομένω άρθρω του παρόντος αναφερόμενα στοιχεία, προς δε να υπογράψη και ούτος ως συντάκτης ταύτης υπάλληλος. Εν περιπτώσει καθ’ ην ο προσφεύγων είναι αγράμματος γίνεται μνεία τούτου και αντί υπογραφής τίθεται το αποτύπωμα του αντίχειρα της δεξιάς αυτού χειρός. 3.Η υπό του υπαλλήλου συντασσομένη προσφυγή γράφεται δι’ ανεξιτήλου μολυβδίδος και συγχρόνως δια χάρτου αντιγραφής εκδίδεται αντίγραφον ταύτης, το οποίον εγχειρίζεται εις τον προσφεύγοντα. ΄Αρθρον 11. Περιεχόμενον δικογράφου προσφυγής. Η προσφυγή δέον να αναγράφη την προσβαλλομένην δια ταύτης απόφασιν, το εκδόν ταύτην όργανον της ασφαλίσεως, το ονοματεπώνυμον και κατοικίαν του προσφεύγοντος, το όνομα πατρός, ή προκειμένου περί εγγάμου γυναικός το ονοματεπώνυμον του πατρός, τους λόγους δι’ ους προσβάλλει ο προσφεύγων την απόφασιν και να επισυνάπτηται παν τυχόν εις χείρας του προσφεύγοντος ευρισκόμενον σχετικόν έγγραφον. ΄Αρθρον 12. Προδικασία. 1.Η περί προσφυγής αίτησις είτε συνετάχθη υπό του προσφεύγοντος είτε υπό υπαλλήλου του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού κατά τα εν άρθρω 10 του παρόντος οριζόμενα, εγχειρίζεται προς τον Γραμματέα του αρμοδίου προς εκδίκασιν ταύτης Ασφαλιστικού Δικαστηρίου ή προς οιανδήποτε υπηρεσίαν του καθ’ ου η προσφυγή Ασφαλιστικού Οργανισμού, ήτις υποχρεούται να διαβιβάση ταύτην εντός το πολύ 24 ωρών εις τον Γραμματέα του αρμοδίου προς εκδίκασιν αυτής Ασφαλιστικού Δικαστηρίου. 2.Ο εις ον εγχειρίζεται η προσφυγή Γραμματείας του Δικαστηρίου ή υπάλληλος υποχρεούται να δώση εις τον εγχειρίσαντα απόδειξιν περί της εγχειρίσεως εκ διπλοτύπου βιβλίου. Ο Γραμματεύς του Ασφαλιστικού Δικαστηρίου ευθύς ως εγχειρισθή αίτησις προσφυγής, ή περιέλθη εις αυτόν τοιαύτη, διαβιβασθείσα παρά της υπηρεσίας εις την οποίαν ενεχειρίσθη, εγγράφει την προσφυγήν εις το υπ’ αυτού τηρούμενον κατά χρονολογικήν σειράν βιβλίον ασκήσεως προσφυγών και σημειοί επί ταύτης τον αύξοντα αριθμόν και την χρονολογίαν της εν τω βιβλίω καταχωρήσεώς της, εντός δε 24 ωρών διαβιβάζει ταύτην εις την υπηρεσίαν κατά της πράξεως της οποίας ησκήθη η προσφυγή. Αύτη επιστρέφουσα την προσφυγήν εντός το πολύ 3 ημερών, υποχρεούται να παράσχη δι’ εγγράφου εκθέσεώς της, πάσαν σχετικήν πληροφορίαν και να επισυνάψη συγχρόνως πάντα τα σχετικά έγγραφα. (Μετά την σελ. 370,22) Σελ. 370,23 Κ-75 390 Συγκρότηση και λειτουργία 15Β.Κ.α.1 ΄Αρθρον 13. Προεξέτασις Προέδρου. 1.Ο Γραμματεύς άμα ως επιστραφή αυτώ υπό της αρμοδίας υπηρεσίας του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού, η αποσταλείσα αυτή κατά τα εν τω προηγουμένω άρθρω οριζόμενα προσφυγή, σημειώνει εν τω βιβλίω προσφυγών και εν τη σχετική στήλη την ημέραν της επιστροφής και προσάγει ταύτην εις τον Πρόεδρον του Δικαστηρίου εντός το πολύ 24 ωρών. 2.Ο Πρόεδρος εξετάζει εάν η προσφυγή είναι απαράδεκτος λόγω αναρμοδιότητος καθ’ ύλην του Δικαστηρίου ή δι’ έλλειψιν νομιμοποιήσεως ή εκπρόθεσμος ή νόμω αβάσιμος. Εάν εύρη την προσφυγήν πάσχουσαν τινά εκ των ανωτέρω ελλείψεων, ειδοποιεί δι’ εγγράφου του προσφεύγοντος εντός πέντε (5) ημερών από της ημέρας της εν τω βιβλίω προσφυγών σημειώσεως της ημέρας επιστροφής, περί των παρατηρηθεισών ελλείψεων προσφυγής. Το έγγραφον τούτο, εις το οποίον εκτίθενται λεπτομερώς αι ελλείψεις της προσφυγής, επιδίδεται επί αποδείξει παραλλαβής εις τον προσφεύγοντα. Ο προσφεύγων εντός 10 ημερών από της επιδόσεως αυτώ του άνω εγγράφου του προέδρου του Δικαστηρίου δικαιούται να δηλώση ενώπιον του Γραμματέως, ότι παραιτείται της ασκηθείσης προσφυγής. Περί της δηλώσεώς του ταύτης γίνεται έγγραφος μνεία εν τω βιβλίω των Προσφυγών και εις το περιθώριον της καταχωρήσεως της προσφυγής, υπογραφομένη υπό του προσφεύγοντος ή εις περίπτωσιν αγραμμάτου τιθεμένου του αποτυπώματος του αντίχειρος της δεξιάς αυτού χειρός, αντί υπογραφής. Εάν παρέλθη άπρακτος η 10ήμε-ρος αύτη προθεσμία ο προσφεύγων λογίζεται εμμένων εις την ασκηθείσαν προσφυγήν του και ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ορίζει την δικάσιμον ταύτης. 3.Ο Πρόεδρος εάν εύρη την προσφυγήν απαράδεκτον λόγω κατά τόπον αναρμοδιότητος του Δικαστηρίου, διαβιβάζει ταύτην εις το αρμόδιον Δικαστήριον, το βραδύτερον εντός δέκα (10) ημερών από της καταχωρήσεως της προσφυγής εν τω βιβλίω προσφυγών, ειδοποιών περί τούτου εγγράφως τον προσφεύγοντα. 4.Ο Πρόεδρος εάν εύρη την προσφυγήν τύποις παραδεκτήν και το Δικαστήριον αρμόδιον ή εάν ο προσφεύγων δηλώση, ότι εμμένει εις την ασκηθείσαν προσφυγήν, κατά τα εν τη παραγράφω 2 οριζόμενα και θέλει την συζήτησιν αυτής ορίζει την δικάσιμον ταύτης παρά πόδας της περί προσφυγής αιτήσεως δια πράξεώς του, και διατάσσει την υπό Σελ. 370,24 Κ-76 του Γραμματέως του Δικαστηρίου έγγραφον ανακοίνωσιν της ημέρας της δικασίμου ταύτης εις τους διαδίκους και εις το οικείον όργανον της ασφαλίσεως, κατά της αποφάσεως του οποίου ησκήθη η προσφυγή. ΄Αρθρον 14. Επιτρεπτόν γνώσεως δικογραφίας. Μέχρι της ορισθείσης δικασίμου της προσφυγής η δικογραφία παραμένει κατατεθειμένη παρά τω Γραμματεί, οι δε διάδικοι ως και πας έχον κατά την κρίσιν του Προέδρου, έννομον συμφέρον, δικαιούται να λαμβάνη γνώσιν παντός εν αυτή εγγράφου και να αιτήται την χορήγησιν αντιγράφου, εξαιρουμένων μόνον των υπό του Προέδρου χαρακτηριζομένων ως απορρήτων και των αφορώντων την υγειονομικήν κατάστασιν του προσφεύγοντος ή του καθ’ ου η προσφυγή, ης, δύναται να λαμβάνη γνώσιν αποκλειστικώς και μόνον ούτος. Τα χαρακτηρισθέντα ως απόρρητα και τ’ αφορώντα την υγειονομικήν κατάστασιν έγγραφα τίθενται υπό του Γραμματέως και υπό την προσωπικήν αυτού ευθύνην εντός φακέλλου, όστις κλείεται δια προσκολλήσεως, ώστε να μη είναι προσιτή η γνώσις αυτών εις οιονδήποτε δικαιούμενον να λάβη γνώσιν των άλλων εγγράφων της υποθέσεως. ΄Αρθρον 15. Επιδόσεις. 1.Αι επιδόσεις γίνονται επιμελεία των υπηρεσιών του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού, είτε τη αιτήσει του Δικαστηρίου, είτε τινός των διαδίκων, δι’ οργάνων του Ασφαλιστικού Οργανισμού συντασσομένου σχετικού αποδεικτικού εγγράφου, όπερ υπογράφεται υπό του επιδίδοντος και του προς ον η επίδοσις. Εάν ο προς ον η επίδοσις είναι αγράμματος ή αρνείται να παραλάβη το δικόγραφον προσλαμβάνεται μάρτυς, όστις συνυπογράφει το αποδεικτικόν. Εάν και ούτος είναι αγράμματος, γίνεται απλώς μνεία του ονόματός του και της κατοικίας αυτού εις το αποδεικτικόν. 2.Οι διάδικοι δύνανται, όπως δι’ επιδόσεις επ’ ωφελεία αυτών, χρησιμοποιήσωσιν τον υπό της Ποινικής Δικονομίας καθοριζόμενον τρόπον. 391 15Β.Κ.α.1 Συγκρότηση και λειτουργία ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Διαδικασία επ’ ακροατηρίω. ΄Αρθρον 16. Παραδεκτόν βελτιώσεων και νέων αιτημάτων. 1.Ο προσφεύγων δύναται κατά την συζήτησιν της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου να βελτιώση ταύτην. Δύναται δε και να υποβάλη νέας αιτήσεις ή και να μεταβάλη τα αιτήματα αυτού. Εάν όμως υπό του Δικαστηρίου ότι κατά των τοιούτων νέων αιτήσεων ή των γενομένων μεταβολών των αιτημάτων, δεν δύναται επαρκώς να υποστηρίξη εαυτόν ο αντίδικος του προσφεύγοντος, αναβάλλεται υπό του Δικαστηρίου η συζήτησις της προσφυγής δια την πρώτην μετά δέκα πέντε ημέρας δικάσιμον αυτού. 2.Η συζήτησις μέχρις οριστικού πέρατος της δίκης θεωρείται ως έν όλον. Παν ότι προταθή ή αποδειχθή μέχρι πέρατος της συζητήσεως θεωρείται εκπροθέσμως προταθέν και αποδειχθέν. Δια πράξεως του Προέδρου του Πρωτοβαθμίου Διοικητικού Ασφαλιστικού Δικαστηρίου, καθορίζεται η αίθουσα των συνεδριάσεών του και η ημέρα άπαξ τουλάχιστον της εβδομάδος καθ’ ην συνεδριάζει το Δικαστήριον ή τμήμα αυτού, ως και η ώρα ενάρξεως των συνεδριάσεών του. Η πράξις αύτη δημοσιεύεται δια τοιχοκολλήσεως εις το ακροατήριον του ασφαλιστικού δικαστηρίου και εις το κατάστημα του οικείου ασφαλιστικού Οργανισμού, της έδρας του Δικαστηρίου. ΄Αρθρον 17. Διεξαγωγή συζητήσεως. 1.Η ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτησις είναι προφορική. ΄Αρχεται δε δια της υπό των διαδίκων προφορικής αναπτύξεως των αιτήσεων και της εν γένει υπερασπίσεως αυτών. Ο λόγος δίδεται κατά πρώτον εις τον προσφεύγοντα. Οι διάδικοι δύνανται να παρίστανται αυτοποροσώπως μόνοι ή δια πληρεξουσίων των δικηγόρων. 2.Μετά την προφορικήν ανάπτυξιν της υποθέσεως υπό των διαδίκων, άρχεται η εξέτασις των μαρτύρων και προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα, ενεργείται αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, εφ’ όσον αύται δύνανται να ενεργηθώσιν επ’ ακροατηρίω και κρίνονται απαραίτητοι δια την έκδοσιν της αποφάσεως. 3.Το Δικαστήριον λύει παρεπιμπτόντως παν προδικαστικόν ζήτημα, εφ’ όσον δεν έχει ήδη κριθή υπό του αρμοδίου πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού Δικαστηρίου. 4.Μη εμφανιζομένου διαδίκου τινός ή και αμφοτέρων κατά την συζήτησιν της υποθέσεως, καίπερ νομίμως κληθέντων, η δίκη δεν ματαιούται, αλλά διεξάγεται ερήμην του απουσιάζοντος ή απουσιαζόντων διαδίκων, ως εάν ούτοι παρίσταντο, ερευνουμένης ουσιαστικώς της διαφοράς. 5.Ανακοπή δεν συγχωρείται κατά των αποφάσεων του Πρωτοβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου, εκτός της περιπτώσεως καθ’ ην διάδικός τις δεν εκλητεύθη παντάπασιν ή δεν εκλητεύθη νομίμως και εμπροθέσμως. ΄Αρθρον 18. Παραίτησις από της προσφυγής. Μέχρι του πέρατος της ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήσεως της υποθέσεως δύναται ο προσφεύγων να παραιτηθή της προσφυγής μετά προηγουμένην έγκρισιν του Δικαστηρίου, είτε δια της υποβολής ειδικής εγγράφου δηλώσεως είτε δια προφορικής δηλώσεως καταχωρουμένης εις τα πρακτικά. ΄Αρθρον 19. Α π ο φ ά σ ε ι ς. 1.Μετά την εξέτασιν των μαρτύρων και προσαγωγήν των άλλων αποδείξεων, δίδεται ο λόγος υπό του Προέδρου και πάλιν εις τα τυχόν αιτούντα αυτόν διάδικα μέρη, μεθ’ ο κηρύσσεται υπό του Προέδρου περατωθείσα η συζήτησις και το Δικαστήριον εν μυστική διασκέψει εκδίδει παραχρήμα την απόφασίν του και δημοσιεύει αυτήν απαγγέλοντος του Προέδρου το διατακτικόν αυτής. Μόνον δι’ εξαιρετικούς λόγους, αναφερομένους εν τη αποφάσει, δύναται το Δικαστήριον να αναβάλη την έκδοσιν της αποφάσεως, ήτις εν τοιαύτη περιπτώσει εκδίδεται το βραδύτερον εντός πέντε ημερών από της συζητήσεως και δημοσιεύεται εις την πρώτην συνεδρίασιν. 2.Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν κατά τας σχετικάς διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας. Αι αποφάσεις δέον να ώσιν ειδικώς ητιολογημέναι και ν’ αποφαίνωνται επί πάσης αιτήσεως κεχωρισμένως. Η γνώμη της μειοψηφίας καταχωρίζερται εν τω οικείω πρακτικώ εν δε τη αποφάσει μόνον κατ’ αίτησιν της μειοψηφίας. 3.Αι αποφάσεις του Δικαστηρίου δέον κατά κανόνα να είναι οριστικαί, επιτρεπομένης της εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων μόνον εξαιρετικώς, εάν τα προσκομισθέντα προαποδεικτικώς αποδεικτικά μέσα δεν αρκούσι προς σχηματισμόν πεποιθήσεως υπό του Δικαστηρίου. ΄Αρθρον 2. Τρόπος διορισμού του Γραμματέως του Ειδικού Συμβουλίου και των μελών των Δευτεροβαθμίων Ασφαλιστικών Δικαστηρίων. 1.Δια την συγκρότησιν του κατά το άρθρον 47 παράγραφος 4 του Α.Ν. 1846/1951 Ειδικού Συμβουλίου ως Γραμματεύς ορίζεται ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας ή του Ι.Κ.Α. Ο Πρόεδρος του Ειδικού Συμβουλίου προσκαλεί εντός 10 ημερών από της δημοσιεύσεως της περί διορισμού των μελών του Συμβουλίου τούτου αποφάσεως του Υπουργού της Εργασίας, τα μέλη του Συμβουλίου εις Συνεδρίασιν εν τω Καταστήματι του Υπουργείου Εργασίας. Το Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων 3 τουλάχιστον εκ των μελών του, εν οις ο Πρόεδρος αυτού, λαμβάνει δε τας αποφάσεις του δια της πλειοψηφίας των παρόντων μελών του και δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των τριών. Των συνεδριάσεων του Συμβουλίου τηρούνται υπό του Γραμματέως αυτού πρακτικά. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου προσκαλεί δια προσκλήσεως δημοσιευομένης δις εις δύο τουλάχιστον ημερησίας εφημερίδας. εκδιδομένας εν Αθήναις, τους κεκτημένους πτυχίον Νομικής Σχολής και έχοντας πείραν και γνώσεις περί τα ασφαλιστικά (Μετά την σελ. 370) Σελ. 370,21 Κ-73 388 ζητήματα και επιθυμούντας να διορισθώσι μέλη του Δευτεροβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου, όπως υποβάλωσι περί τούτου αίτησιν μετά των τίτλων των, εντός οριζομένης δια της προσκλήσεως προθεσμίας, ήτις δεν δύναται να η κατωτέρα των δέκα πέντε (15) ημερών. Το Ειδικόν Συμβούλιον μετά την πάροδον της προθεσμίας αυτής καταρτίζει κατά την ελευθέραν αυτού κρίσιν πίνακα, περιλαμβάνοντα διπλάσιον αριθμόν του απαιτουμένου δια την συγκρότησιν εκάστου Δευτεροβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου τακτικών και αναπληρωματικών μελών. Το Συμβούλιον δύναται να περιλάβει εις τον καταρτιζόμενον πίνακα και πρόσωπα μη υποβαλόντα προς τούτο αίτησιν, άτινα όμως κρίνονται παρ’ αυτού ικανά και υπό τον όρον ότι ταύτα ήθελον δηλώσει αποδοχήν της εις τον πίνακα εγγραφής των. 2.Η Γ .Σ.Ε.Ε. υποχρεούται όπως εντός 15 ημερών από της εγγράφου προς τούτο προσκλήσεώς της παρά του Υπουργού Εργασίας, υποδείξη δι’ έκαστον Δευτεροβάθμιον Ασφαλιστικόν Δικαστήριον ανά 10 εκ των εν τη έδρα κατοικούντων ησφαλισμένων μεταξύ των οποίων διορίζονται το εκ της τάξεως των ησφαλισμένων τακτικόν μέλος του Δικαστηρίου και οι τέσσαρες (4) αναπληρωταί αυτού δια Β.Δ/τος προκαλουμένου παρά των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εργασίας συμφώνως τω άρθρω 47 παράγρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951. 3.Τα Επιμελητήρια της έδρας εκάστου Δευτεροβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου:α)Εμπορικόν και Βιομηχανικόν, β)Επαγγελματικόν και γ)το Βιοτεχνικόν και εν ελλείψει τοιούτων εν τη έδρα του Δικαστηρίου, αι προσκαλούμεναι προς τούτο κατά την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού Εργασίας ως αντιπροσωπευτικώτεραι της οικείας τάξεως επαγγελματικαί Οργανώσεις, υποχρεούνται εντός 15 ημερών από της εγγράφου προς τούτο προσκλήσεώς των παρά του Υπουργού Εργασίας όπως υποδείξωσιν ανά δύο υποψηφίους έκαστον Επιμελητήριον ή εκάστη εν ελλείψει Επιμελητηρίου προσκληθείσα Οργάνωσις δι’ έκαστον Δευτεροβάθμιον Ασφαλιστικόν Δικαστήριον εκ των κατοικούντων εν τη έδρα αυτού εργοδοτών. Εκ των ούτω υποδειχθέντων δια Β.Δ. προκαλουμένου παρά των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εργασίας συμφώνως τω άρθρω 47 παράγρ. 5 διορίζονται τα εκ της τάξεως των εργοδοτών τακτικά και αναπληρωματικά μέλη των Δευτεροβαθμίων Ασφαλιστικών Δικαστηρίων. ΄Αρθρον 20. Ερμηνεία και διόρθωσις αποφάσεων. 1.Πας διάδικος δικαιούται να ζητήση παρά του εκδόντος την απόφασιν Δικαστηρίου, την παρ’ αυτού ερμηνείαν της εκδοθείσης αποφάσεως κατά τα ασαφή, διφορούμενα ή αντιφατικά τμήματα του διατακτικού αυτής, προς δε την διόρθωσιν γραφικών ή λογιστικών λαθών εν τω διατακτικώ της αποφάσεως υπαρχόντων, άνευ μεταβολής του διατακτικού του προβολής του δεδικασμένου. 2.Η περί ερμηνείας ή διορθώσεως λαθών αποφάσεώς τινος αίτησις, κατατίθεται παρά τω Γραμματεί του εκδόντος την απόφασιν Δικαστηρίου, συζητείται δε και λαμβάνεται επί ταύτης και απόφασις το βραδύτερον την πρώτην δικάσιμον μεθ’ ημέρας τρεις από της καταθέσεώς της, κλητευομένων των διαδίκων προ δύο τουλάχιστον πλήρων ημερών. 3.Ο αριθμός, η χρονολογία και το διατακτικόν της ερμηνευούσης ή διορθούσης αποφάσεως καταχωρούνται αυτεπαγγέλτως και αμελλητί υπό του Γραμματέως του Δικαστηρίου παρά πόδας του πρωτοτύπου της ερμηνευομένης ή διορθουμένης αποφάσεως, παν δε έκτοτε χορηγούμενον αντίγραφον της αποφάσεως, δέον να περιλαμβάνη και την προσθήκην ταύτην. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ ΄Αρθρον 21. Περιεχόμενον προδικαστικών αποφάσεων. Αι κατά την παρ. 3 του άρθρου 10 προδικαστικαί περί αποδείξεως αποφάσεις ορίζουσι σαφώς. α)Το αποδεικτέον θέμα. β)Τα προς απόδειξιν αυτού προσακτέα αποδεικτικά μέσα και γ)την δικάσιμον καθ’ ην θέλουσι προσαχθή αι διαταχθείσαι αποδείξεις και συζητηθή η υπόθεσις. ΄Αρθρον 22. Διεξαγωγή αποδείξεων. 1.Η διεξαγωγή των αποδείξεων γίνεται επ’ ακροατηρίω πλην εάν το Δικαστήριον δια της αποφάσεως αυτού διατάξη την ενώπιον Εισηγητού ή ετέρας τινός δημοσίας αρχής, παρ’ αυτού οριζομένης, διεξαγωγήν των αποδείξεων. Εν περιπτώ(Μετά την σελ. 370,24) Σελ. 370,25 Κ-77 392 Συγκρότηση και λειτουργία 15Β.Κ.α.1 σει, καθ’ ην κατά την δια της προδικαστικής αποφάσεως ορισθείσαν δικάσιμον, δεν ήθελον προσκομισθή αι διαταχθείσαι αποδείξεις, το Δικαστήριον προβαίνει εις την εκδίκασιν της υποθέσεως και αποφαίνεται επί τη βάσει του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού. 2.Κατά την εξέτασιν των μαρτύρων, δικαιούνται να παρίστανται οι διάδικοι ή αντιπρόσωποι πληρεξούσιοι αυτών, οίτινες δικαιούνται να υποβάλλωσιν ερωτήσεις. 3.Αι καταθέσεις των μαρτύρων καταχωρίζονται κατά το ουσιώδες περιεχόμενον αυτών υπό του Γραμματέως εις το Πρακτικόν της συνεδριάσεως. Πάσα μεταξύ των διαδίκων ή των μαρτύρων αμφισβήτησις περί του ουσιώδους ή μη της καταθέσεως του μάρτυρος ή περί την ακρίβειαν της περιλήψεως αυτής υπό του Γραμματέως λύεται υπό του Δικαστηρίου αμέσως. ΤΜΗΜΑ ΙΙΙ. Δια δίκας ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. ΄Αρθρον 23. Προθεσμία και υποβολή εφέσεως. 1.Η έφεσις κατά των αποφάσεων του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών από της κοινοποιήσεως της Πρωτοδίκου αποφάσεως δια καταθέσεως περί ταύτης δικογράφου παρά τω Γραμματεί του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ή παρ’ οιαδήποτε υπηρεσία του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού, ήτις υποχρεούται παραχρήμα όπως διαβιβάση ταύτην εις τον Γραμματέα του εκδόντος την απόφασιν Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Εκπρόθεσμοι εφέσεις δύνανται να γίνωσιν δεκταί μόνον εάν υπάρχωσιν αποχρώντες κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου λόγοι, ένεκα των οποίων δεν ετηρήθη η προθεσμία. 2.Ο παραλαβών την έφεσιν Γραμματεύς Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μετά την καταχώρησιν αυτής εις επί τούτω κατά χρονολογικήν σειράν τηρούμενον βιβλίον εφέσεως αποστέλλει ταύτην αμέσως επί αποδείξει μετά του αντιγράφου της αποφάσεως ως και μεθ’ ολοκλήρου του φακέλλου της πρωτοδίκου δίκης εις τον Γραμματέα του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. ΄Αρθρον 24. Διαδικασία εφέσεως. 1.Ο Πρόεδρος του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ή του οικείου Τμήματος, οσάκις λειτουργούσι παρ’ αυτώ πλείονα τμήματα, δια πράξεώς του αναφερομένης κάτωθι του εγγράφου της εφέσεως, ορίζει δικάσιμον ταύτης και τον Εισηγητήν της υποθέσεως εκ των μελών του δικαστηρίου. 2.Αντίγραφον της εφέσεως μετ’ αντιγράφου της παρά ταύτης πράξεως του Προέδρου του Δικαστηρίου περί του ορισμού δικασίμου, κοινοποιείται, παραγγελία του Γραμματέως του Δικαστηρίου, πέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της δικασίμου, προ πάντα τα εν τη δίκη μετέχοντα πρόσωπα και εις τον οικείον Ασφαλιστικόν Οργανισμόν, όστις δικαιούται να παραστή κατά την δίκην. 3.Ο ορισθείς εισηγητής συντάσσει λεπτομερή έκθεσιν διαλαμβάνουσαν το ιστορικόν της διαφοράς, τα εκ των διεξαχθεισών, κατά την πρωτόδικον δίκην, αποδείξεων προκύπτοντα στοιχεία, τα αναφυόμενα ζητήματα και την επ’ αυτών, ητιολογηνμένην γνώμην αυτού. 4.Η συζήτησις ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου γίνεται επί τη βάσει των δικογράφων της Πρωτοδίκου δίκης, μη επιτρεπομένης της υποβολής νέων αιτήσεων, άρχεται δε δια της υπό του Εισηγητού αναγνώσεως ή Σελ. 370,26 Κ-78 προφορικής αναπτύξεως της εκθέσεως, μεθ’ ο αγορεύουν οι διάδικοι και οι τυχόν πληρεξούσιοι αυτών, οίτινες δύνανται και έγγραφα υπομνήματα να καταθέτωσι. Είτα η συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη υπό του Προέδρου και εκδίδεται η απόφασις του Δικαστηρίου, ει δυνατόν, κατά την ιδίαν της υποθέσεως συνεδρίασιν, ή εις ετέραν τοιαύτην, το βραδύτερον δε εντός 15 ημερών από της εκδικάσεως. 5.Το Δικαστήριον δύναται, κατά την κρίσιν του να εκδώση απόφασιν διατάσσουσαν πάσαν συμπληρωματικήν απόδειξιν. 6.Αι διατάξεις των άρθρων 11, 17 παράγραφοι 3 και 4 και 18 παρ. 1 εφαρμόζονται αναλόγως και επί ασκήσεως εφέσεων και των επιτρεπομένων άλλων ενδίκων μέσων, ως και αι διατάξεις αι σχετικαί προς την παράστασιν των διαδίκων κατά την εκδίκασιν αυτών και τον καθορισμόν των συνεδριάσεων και του τόπου αυτών, των δευτεροβαθμίων Διοικητικών Ασφαλιστικών Δικαστηρίων. ΄Αρθρον 25. Προσφυγαί ενώπιον Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Η ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου διαδικασία, κατά την εκδίκασιν των προσφυγών περί ων το στοιχείον δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 43 του Α.Ν. 1846/51, διέπεται υπό των διατάξεων των ρυθμιζουσών την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδικάσεως προσφυγών. ΄Αρθρον 26. Προθεσμία και λόγοι ανακοπής. Ανακοπή κατ’ ερήμην αποφάσεως Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δύναται ν’ ασκηθή υπό του ερήμην δικασθέντος εντός 15 ημερών από της κοινοποιήσεως αυτώ της αποφάσεως μόνον δια τους εξής λόγους: α)εάν δεν εκλήθη να προσέλθη κατά την δίκην, εν τη οποία εξεδόθη η ερήμην απόφασις, καθ’ ης η ανακοπή ή αν εκλήθη εκπροθέσμως. β)εάν λόγω ασθενείας, δεδικαιολογημένως, κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου, δεν ηδύνατο να παραστή κατά την δίκην, εν η εξεδόθη η ανακοπτομένη απόφασις. γ)εάν εκ λόγων ανωτέρας βίας κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου, δεν παρέστη κατά την ερήμην αυτού δίκην. ΄Αρθρον 27. Διαδικασία ανακοπής. 1.Η ανακοπή ασκείται εγγράφως ενώπιον του γραμματέως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου του εκδόντος την ανακοπτομένην απόφασιν. 2.Ο Γραμματεύς αφού καταχωρίση την ανακοπήν εν τω βιβλίω ανακοπών, προσάγει ταύτην εις τον Πρόεδρον του Δικαστηρίου, όστις ορίζει την δικάσιμον ταύτης δια πράξεώς του, παρά πόδας αυτής γραφομένης. Αντίγραφον της ανακοπής, μετά της παρά πόδας ταύτης πράξεως του Προέδρου, κοινοποιείται υπό του Γραμματέως του Δικαστηρίου, πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της ορισθείσης δικασίμου ταύτης προς άπαντας τους μετασχόντας της δίκης, καθ’ ην εξεδόθη η καθ’ ης η ανακοπή απόφασις. 3.Το Δικαστήριον εάν εύρη, ότι η ανακοπή εμπροθέσμως ησκήθη και εκοινοποιήθη εις πάντας τους μετασχόντας της δίκης διαδίκους προς δε ότι είναι βάσιμοι οι λόγοι αυτής αποδέχεται ταύτην και εξαφανίζει την ερήμην εκδοθείσαν απόφασιν, μεθ’ ο προβαίνει εις την συζήτησιν της ουσίας της υποθέσεως κατά την ιδίαν της εκδικάσεως της ανακοπής συνεδρίασιν. 393 15Β.Κ.α.1 Συγκρότηση και λειτουργία ΤΜΗΜΑ IV Τριτανακοπή και Αναθεώρησις Τριτανακοπή ΄Αρθρ.28.-1.Ο τρίτος, όστις δεν υπήρξεν διάδικος κατά την δίκην, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου και του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όχι όμως και ο προσεπικληθείς και μη παρεμβάς, δεν δεσμεύεται εκ της μεταξύ άλλων εκδοθείσης αποφάσεως και δικαιούται να τριτανακόψη ταύτην εάν εκ ταύτης βλάπτωνται ή κινδυνεύωσιν έννομα αυτού συμφέροντα εφ’ όσον πρόκειται περί σχέσως υπαγομένης εις τα ασφαλιστικά δικαστήρια. 3.Η τριτανακοπή ασκείται δια δικογράφου προσαγομένου εις τον Γραμματέα του εκδόντος την τριτανακοπτομένην απόφασιν Δικαστηρίου, όστις καταχωρίζει ταύτην εν τω βιβλίω των εφέσεων εφαρμοζομένων των περί εφέσεως διατάξεων. 3.Εάν η τριτανακοπή είναι τύποις δεκτή, ο Πρόεδρος δύναται ν’ αναστείλη την εκτέλεσιν της τριτανακοπείσης αποφάσεως μέχρι της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της τριτανακοπής. ΄Ασκησις αναθεωρήσεως ΄Αρθρ.29.-1.Δικαίωμα προς άσκησιν της κατά το ΄Αρθρον 3. Παύσις, μετάθεσις και αντικαταστάσεις μελών. 1.Τα Μέλη, τακτικά και αναπληρωματικά των Ασφαλιστικών Δικαστηρίων παύονται καθ’ ον τρόπον διορίζονται. α)Εν περιπτώσει καταδίκης αυτών επί κακουργήματι ή επί τινι των πλημμελημάτων των άρθρων 59-64 του Ποινικού Κώδικος αδιακρίτως της χρονικής διαρκείας της επιβληθείσης αυτοίς ποινής. β)Εν περιπτώσει εκδόσεως οριστικού κατ’ αυτών βουλεύματος, περί παραπομπής αυτών εις δίκην επί κακουργήματι ή τινι των πλημμελημάτων των άρθρων 59-64 του Ποινικού Κώδικος. γ)Εν περιπτώσει απωλείας των εν άρθρω 48 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/51 προσόντων. 2.Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη των Ασφαλιστικών Δικαστηρίων δύνανται ν’ αντικατασταθώσι προ της λήξεως του χρόνου της θητείας αυτών μόνον εις τας εξής περιπτώσεις: Σελ. 370,22 Κ-74 α)΄Ενεκα νόσου, εάν προβλέπηται δι’ αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του οικείου Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. ότι συνεπεία ταύτης ο πάσχων θ’ απόσχη πλέον του εξαμήνου της ενασκήσεως των δικαστικών αυτού καθηκόντων. β)΄Ενεκα αδικαιολογήτου αποχής από την ενάσκησιν των δικαστικών αυτών καθηκόντων συνεχώς επί δύο μήνας. Η αποχή βεβαιούται δι’ αποφάσεως του Ασφαλιστικού Δικαστηρίου. 3.Η προσωρινή διακοπή υπό μέλους του Δικαστηρίου των έργων της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, δεν συνεπάγεται και την αντικατάστασιν αυτού από μέλους του Ασφαλιστικού Δικαστηρίου, αλλά τούτο παραμένει μέχρι λήξεως της θητείας του. Η τυχόν όμως μεταβολή της ιδιότητος του μέλους από ησφαλισμένου εις μη ησφαλισμένον και τανάπαλιν εφ’ όσον εβεβαιώθη δι’ αποφάσεως του οικείου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου αποτελεί λόγον αντικαταστάσεως αυτού. 4.Εν περιπτώσει παύσεως, ή αντικαταστάσεως μέλους Ασφαλιστικού Δικαστηρίου, την θέσιν αυτού καταλαμβάνει το πρώτον κατά σειράν διορισμού αναπληρωματικόν μέλος, δια την δ’ ούτω κενουμένην θέσιν αναπληρωματικού μέλους, διορίζεται κατά τα άρθρα 1 και 2 του παρόντος έτερον δια το υπόλοιπον της θητείας του αναπληρουμένου. 5.Οι Πρόεδροι και οι αναπληρωταί αυτών των Πρωτοβαθμίων και Δευτεροβαθμίων Διοικητικών Ασφαλιστικών Δικαστηρίων παύουσι:ν’ ασκώσι τα καθήκοντά των, αφ’ ης δι’ οιονδήποτε λόγον εξέλθωσι της δικαστικής υπηρεσίας ή συνεπεία μεταθέσεως ή προαγωγής παύσωσι να υπηρετώσι παρά τω εν τη έδρα του Διοικητικού Ασφαλιστικού Δικαστηρίου εδρεύοντι τακτικώ Δικαστηρίω. Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και επί των Προέδρων των Πρωτοβαθμίων και Δευτεροβαθμίων Διοικητικών Ασφαλιστικών Δικαστηρίων. άρθρ. 45 του Α.Ν. 1846/51 αιτήσεως αναθεωρήσεως κατά οριστικών αποφάσεων του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθ’ ων δεν χωρεί έφεσις και των οριστικών αποφάσεων του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έχει πας, όστις υπήρξε διάδικος εν τη δίκη εν η εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφασις. 2.Η άσκησις της αιτήσεως αναθεωρήσεως δεν έχει ανασταλτικήν δύναμιν πλην εάν ασκήται δια τον υπ’ αριθ. 3 λόγον του άρθρ. 785 της Πολιτικής Δικονομίας. Προθεσμία αιτήσεως αναθεωρήσεως ΄Αρθρ.30.-1.Η προθεσμία της αναθεωρήσεως είναι τριών μηνών και άρχεται από της επομένης της κοινοποιήσεως της αποφάσεως πλην εάν η αναθεώρησις ζητείται:α)δια τον υπ’ αριθ. 3 λόγον του άρθρ. 785 της Πολιτικής Δικονομίας, οπότε άρχεται από της κοινοποιήσεως της νεωτέρας αντιφατικής αποφάσεως, β)δια τον υπ’ αριθ. 4 λόγον του αυτού άρθρου οπότε άρχεται από της επομένης της κοινοποιήσεως της αποφάσεως εις τον νόμιμον αντιπρόσωπον των αναφερομένων εν τω άρθρω τούτω προσώπων, γ)δια τους υπ’ αριθ. 5 και 6 λόγους του αυτού άρθρου, οπότε άρχεται από της εκδόσεως της αποφάσεως, δι’ ης κατεδικάσθησαν οι μάρτυρες ως ψευδομάρτυρες ή ανεγνωρίσθη η πλαστότης των εγγράφων ή εφ’ ης ημέρας ανεκαλύφθησαν τα επισχεθέντα έγγραφα. 2.Δεν συγχωρείται αναθεώρησις μετά την πάροδον της προς παραγραφήν του δικαιώματος του αιτούντος προθεσμίας. ΤΜΗΜΑ V Εκτέλεσις ΄Αρθρ.31.-1.Αι οριστικαί αποφάσεις των Ασφαλιστικών Δικαστηρίων κοινοποιούνται μερίμνη του Γραμματέως του Δικαστηρίου εις τον οικείον Ασφαλιστικόν Οργανισμόν, όστις υποχρεούται να συμμορφωθή αμέσως προς ταύτας. 2.Εάν πρόκειται περί αποφάσεων εκδοθεισών εις βάρος τρίτου, η εκτέλεσις αυτών γίνεται κατά τας ισχυούσας σχετικάς διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας ή τας περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων ειδικάς διατάξεις, όπου τυχόν συγχωρείται η εφαρμογή αυτών, υπαγομένων εις την αρμοδιότητα των τακτικών Δικαστηρίων πασών των δικών περί την εκτέλεσιν τοιούτων αποφάσεων. Εις τους αυτούς επί της Δικαιοσύνης και Εργασίας Ημετέρους Υπουργούς ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. ΄Αρθρον 4. Καθήκοντα Προέδρου. 1.Ο Πρόεδρος εκάστου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου διευθύνει τας εργασίας αυτού, τηρεί και εξασφαλίζει την τάξιν κατά τας συνεδριάσεις έχων, ως προς την τήρησιν της ευταξίας εν τω ακροατηρίω, την δικαιοδοσίαν και τα δικαιώματα, τα παρεχόμενα εις τον Πρόεδρον Ποινικού Δικαστηρίου κατά τας διατάξεις του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας προσδιορίζει εκάστοτε δια τοιχοκολλήσεως εν τοις Γραφείοις του Καταστήματος, εν ω συνεδριάζει το Ασφαλιστικόν Δικαστήριον, την ημέραν και ώραν των συνεδριάσεων του Δικαστηρίου, εφορεύει:επί των εργασιών αυτού και μεριμνά εν γένει περί της κανονικής λειτουργίας τούτου και της όσον ένεστι ταχείας διεκπεραιώσεως των υποθέσεων. 2.Ως χρόνος συνεδριάσεων δέον να ορίζωνται κατά προτίμησιν ώραι, καθ’ ας είναι ευχερής η προσέλευσις εργοδοτών και ησφαλισμένων. ΄Αρθρον 5. Καθήκοντα Γραμματέως. 1.Ο Γραμματεύς του Ασφαλιστικού Δικαστηρίου υποχρεούται εις την τήρησιν των Αρχείων και των βιβλίων του Δικαστηρίου. Ως προς τα βιβλία τα οποία πρέπει να τηρώνται υπό του Γραμματέως εφαρμόζονται αναλόγως των άρθρων 180 της Πολιτικής Δικονομίας και 128 του Οργανισμού Δικαστηρίων. 2.Οι διάδικοι δύνανται ελευθέρως να λαμβάνωσι γνώσιν των Αρχείων και των βιβλίων του Δικαστηρίου. Τρίτοι έχοντες έννομον συμφέρον δύνανται να λαμβάνωσι γνώσιν κατόπιν εγκρίσεως του προέδρου, τηρουμένων πάντως των διατάξεων του άρθρου 14. 389 15Β.Κ.α.1 Συγκρότηση και λειτουργία ΤΜΗΜΑ ΙΙ Διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου. ΄Αρθρον 6. Παρέμβασις. Πας τρίτος, έχων έννομον συμφέρον, περί του οποίου η κρίσις ανάγεται εις την αρμοδιότητα των Ασφαλιστικών Δικαστηρίων, δικαιούται να παρέμβη εις την δίκην της προσφυγής προς υποστήριξιν των δικαιωμάτων αυτού, ενούμενος ή μη μετά τινος των διαδίκων. ΄Αρθρον 7. Προσεπίκλησις. 1.Ο προσφεύγων, ο καθ’ ου η προσφυγή η ο παρεμβάς, δικαιούνται να προσεπικαλέσωσιν εις παρέμβασιν εν τη δίκη πάντα τρίτον, τα συμφέροντα του οποίου δύναται οπωσδήποτε να επηρεάση η έκβασις της δίκης, υπό τον όρον όμως, η σχέσις η συνδέουσα τον προσεπικαλούντα μετά του προσεπικαλουμένου να υπάγηται εις την δικαιοδοσίαν των Ασφαλιστικών Δικαστηρίων. 2.Το Δικαστήριον δύναται αυτεπαγγέλτως να καλέση πάντα τρίτον έχοντα έννομον συμφέρον, όπως παρέμβη εις την δίκην προς προστασίαν των συμφερόντων αυτού. 3.Ο κοινωνός του αυτού δικαιώματος υποχρεούται να προσεπικαλέση προς παρέμβασιν εν τη δίκη της προσφυγής τους μη προσβαλόντας δια προσφυγής την προσβαλλομένην πράξιν κοινωνούς του, εάν άνευ της συμμετοχής αυτών εις την δίκην δεν είναι δυνατή η διεξαγωγή αυτής ή η εκτέλεσις της εκδοθησομένης αποφάσεως. 4.Ο προσεπικληθείς και παρεμβάς εις την δίκην δικαιούται να προσεπικαλέση πάντα ενδιαφερόμενον τρίτον. ΄Αρθρον 8. ΄Ασκησις και εκδίκασις παρεμβάσεως και π ροσεπικλήσεως. 1.Η παρέμβασις και η προσεπίκλησις ασκούνται δι’ ιδιαιτέρου εγγράφου όπερ κατατίθεται παρά τω Γραμματεί του Δικαστηρίου, όστις καταχωρίζει ταύτην εν τω περιθωρίω της πράξεως καταθέσεως της προσφυγής και σημειοί παρά πόδας αυτού ως δικάσιμον ταύτης, την δια την προσφυγήν ορισθείσαν. 2.Αντίγραφον της παρεμβάσεως ή προσεπικλήσεως κοινοποιείται εις τον προσεπικαλούμενον τρίτον και τα αντίδικα μέρη, ήτοι προσφεύγοντα και καθ’ ου η προσφυγή, μετά κλήσεως προς εμφάνισιν κατά την δικάσιμον τρεις ημέρας τουλάχιστον προ ταύτης. 3.Το Δικαστήριον δύναται να διατάξη τον χωρισμόν της εκδικάσεως της προσεπικλήσεως από της κυρίας δίκης, εάν κατά την κρίσιν των η εκδίκασις αυτής επιφέρη σύγχυσιν ή παρέλκυσιν της κυρίας δίκης. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Π ρ ο δ ι κ α σ ί α. ΄Αρθρον 9. Προθεσμία προσφυγής. 1.Η προσφυγή ασκείται εντός τριάκοντα (30) ημερών από της κοινοποιήσεως της καθ’ ης η προσφυγή πράξεως αποδεικνυουμένης δια συντάξεως αποδεικτικού επιδόσεως της κατά το άρθρον 40 παράγρ. 7 εδάφ. Β΄ του Α.Ν. 1846/51 εκδοτέας εγγράφου αποφάσεως. Η προθεσμία αύτη παρεκτείνεται επί 15 ημέρας, εάν ο εκκαλών κατοικεί εν τη περιφερεία ετέρου Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η προσφυγή υπογράφεται υπό του προσφεύγοντος ή πληρεξουσίου δικηγόρου. 2.Η προθεσμία άρχεται από της επομένης της κοινοποιήσεως και λήγει δια της παρελεύσεως ολοκλήρου της τελευταίας ημέρας, εάν δε αύτη είναι κατά νόμον εορτάσιμος, δια της παρελεύσεως ολοκλήρου της επομένης εργασίμου ημέρας. 3.Εκπρόθεσμοι προσφυγαί δύνανται να γίνωσι δεκταί υπό του Δικαστηρίου, εάν αποχρώντως δικαιολογήται το εκπρόθεσμον αυτών.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.