📄 Κείμενο νόμου
28. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 419 της 7/9 Μαΐου 1980 (ΦΕΚ Α΄ 115) Περί Εκδόσεως του Καταστατικού του Κλάδου Κυρίας Ασφαλίσεως των Φωτοειδησεογράφων και Εικονοληπτών Επικαίρων Τηλεοράσεως. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις του άρθρου 7 παραγρ. 1 του Ν. 940/79 «περί συστάσεως παρά τω ΤΑΙΣΥΤ: α)Κλάδου Κυρίας Ασφαλίσεως των Φωτοειδησεογράφων και Εικονοληπτών Επικαίρων Τηλεοράσεως και β)Κλάδου Κυρίας Ασφαλίσεως των Ανταποκριτών Ξένου Τύπου και υπαγωγής τους εις την ασφάλισιν του Κλάδου Ασφαλίσεως Ασθενείας και Μητρότητος του ΙΚΑ και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» (ΦΕΚ 157Α/1979). 2.Γνώμην του Δ.Σ. του ΤΑΙΣΥΤ διατυπωθείσαν κατά την υπ’ αριθ. 45/7.12.79 συνεδρίασίν του. 3.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλείας διατυπωθείσαν κατά την υπ’ αριθ. 40/23.1.80 συνεδρίασίν του της Κ΄ Περιόδου. (Μετά τη σελ. 834,20) Σελ. 834,21 Τεύχος Ε111-Σελ. 87 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.28 355 4.Την υπ’ αριθ. Δ3/2087/6.12.77 (ΦΕΚ 1278 τ.Β΄) απόφασιν του Πρωθυπουργού και Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών «περί αναθέσεως αρμοδιοτήτων εις τους Υφυπουργούς Κοινωνικών Υπηρεσιών». 5.Την υπ’ αριθ. 232/1980 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει του επί των Κοινωνικών Υπηρεσιών Υφυπουργού, αποφασίζομεν: Το Καταστατικόν του Κλάδου Κυρίας Ασφαλίσεως των Φωτοειδησεογράφων και Εικονοληπτών Επικαίρων Τηλεοράσεως παρά τω Ταμείω Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) αποτελούμενον εξ άρθρων 31 έχει ως ακολούθως: ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Κλάδου Κυρίας Ασφαλίσεως των Φωτοειδησεογράφων και Εικονοληπτών Επικαίρων Τηλεοράσεως. Άρθρον 1. Ο Κλάδος Κυρίας Ασφαλίσεως των Φωτοειδησεογράφων και Εικονοληπτών Επικαίρων Τηλεοράσεως, ο οποίος εις τα επόμενα άρθρα θα αποκαλείται χάριν συντομίας «Κλάδος», αποτελεί ίδιον αυτόνομον Κλάδον του εν Αθήναις εδρεύοντος Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, τελεί υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Κράτους, ασκούμενον υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών κατά τας οικείας διατάξεις του παρόντος και τας λοιπάς διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης συναφούς νομοθεσίας. Άρθρον 10. Πρόσθετα τέλη – Αναγκαστική είσπραξις – Προνόμιον. 1.Εισφοραί μη καταβληθείσαι εντός της προθεσμίας της οριζομένης εν άρθρω 9 του παρόντος, υπολογίζονται βάσει του μισθού του 10ου βαθμού του χρόνου πληρωμής αυτών και ουχί βάσει των αποδοχών του χρόνου εις τον οποίον ανάγονται επιβαρυνόμεναι δια των υπό του Ν.Δ. 3762/57 προβλεπομένων προσθέτων τελών. 2.Αι απαιτήσεις του Ταμείου εξ εισφορών εν περιπτώσει καθυστερήσεως εν όλω ή εν μέρει της εξοφλήσεως τούτων και προσθέτων τελών, εισπράττονται κατά τας διατάξεις του Κώδικος «περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων» υπό του Ταμείου ή μέσω των Δημοσίων Ταμείων, εφ’ όσον χορηγηθή η προς τούτο άδεια. 3.Τίτλον δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν των περί ων ανωτέρω απαιτήσεων αποτελεί απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, καθορίζουσα επακριβώς το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων εισφορών, προσθέτων τελών κλπ., ως και χρονικήν περίοδον εις ην αύται αντιστοιχούν, βάσει πράξεων των αρμοδίων οργάνων του Ταμείου ή καταστάσεων των οφειλετών, καταρτιζομένων υπό του Ταμείου. 4.Το δικαίωμα προς είσπραξιν των εισφορών παραγράφονται μετά δεκαετίαν από της λήξεως του οικονομικού έτους, καθ’ ο αύται κατέστησαν απαιτηταί, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των περί παραγραφής διατάξεων του Αστικού Κώδικος. (Αντί για τη σελ. 834,23(γ) Σελ. 834,23(δ) Τεύχος 1324 Σελ. 95 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.28 357 Άρθρον 11. Κυρώσεις. 1.Ημέραι εργασίας δια τας οποίας δεν κατεβλήθησαν εις τον «Κλάδον» αι ασφαλιστικαί εισφοραί εντός τριετίας, αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί, δεν αναγνωρίζονται ως εν ασφαλίσει τοιαύται. 2.Επί καθυστερούντων την καταβολήν ή την απόδοσιν εις τον Κλάδον εισφορών εφαρμόζονται αι διατάξεις του Α.Ν. 86/1967 «περί επιβολής κυρώσεων κατά των καθυστερούντων την καταβολήν και την απόδοσιν εισφορών εις Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως». Άρθρον 12. Διάθεσις Κεφαλαίων. Τα διαθέσιμα Κεφάλαια του Κλάδου δύνανται να επενδύωνται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένη υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων περί τοποθετήσεως των Κεφαλαίων των Ν.Π.Δ.Δ. (Α.Ν. 1811/50 και Ν.Δ. 2899/54): α)Εις χρεώγραφα του Δημοσίου, εις αξίας ηγγυημένας παρ’ αυτού και εις χρηματιστηριακούς τίτλους. β)Εις ακίνητα. Άρθρον 13. Χρόνος ασφαλίσεως. Ως χρόνος ασφαλίσεως, βάσει του οποίου θεμελιούται συνταξιοδοτικόν δικαίωμα, λογίζεται: α)Ο χρόνος της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Κλάδου από της ασφαλίσεως του ασφαλιζομένου και εφεξής. β)Ο χρόνος απασχολήσεως εις το ασφαλιστέον επάγγελμα προ της ασφαλίσεως του ασφαλιζομένου, αποδεικνυόμενος δια σχετικής βεβαιώσεως της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών. γ)Ο χρόνος διανυθείσης υπηρεσίας εις τον Δημόσιον ή εις Ν.Π.Δ.Δ. ή εις οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως. δ)Ο χρόνος της εφεδρικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Ο χρόνος θητείας αναγνωρίζεται επίσης ως συντάξιμος μόνον δια την προσαύξησιν του ποσού της συντάξεως. Άρθρον 14. Αναγνώρισις χρόνου απασχολήσεως. 1.Η αναγνώρισις του κατά τας διατάξεις των υπό στοιχεία β΄, γ΄ και δ, του άρθρου 13 του παρόντος χρόνου ενεργείται υπό του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, υποβαλλομένης οπωσδήποτε προ της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, επί τη καταβολή της αντιστοίχου εισφοράς της ισχυούσης κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως. Σελ. 834,24(δ) Τεύχος 1324 Σελ. 96 2.Η εξόφλησις της προς τον Κλάδον οφειλής δια την εξαγοράν του αναγνωριζομένου χρόνου ασφαλίσεως ενεργείται κατ’ επιλογήν του ενδιαφερομένου, είτε εφ’ άπαξ, είτε εις ισοπόσους μηνιαίας δόσεις ο αριθμός των οποίων δεν δύναται να είναι ανώτερος των εβδομήκοντα δύο (72). 3.Εν περιπτώσει καθυστερήσεως καταβολής δόσεώς τινος πέραν των έξ (6) μηνών, αφ’ ης αύτη κατέστη απαιτητή, ανατρέπεται η αναγνώρισις του χρόνου εις τον οποίον αναλογεί η μη καταβληθείσα δόσις, έστω και αν καταβληθεί αύτη μετά των προσθέτων τελών (άρθρ. 10), οπότε όμως επιστρέφεται ως αχρεωστήτως καταβληθείσα. 4.Δικαίωμα επί την σύνταξιν δεν θεμελιώνεται προ της εξοφλήσεως του ποσού της εξαγοράς. Εις περίπτωσιν εξοφλήσεως, η σύνταξις καταβάλλεται από της πρώτης του επομένου μηνός της ολοσχερούς εξοφλήσεως. 39.Ι.γ.28 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 358 Άρθρον 15. Σύνταξις λόγω γήρατος. 1.Οι ησφαλισμένοι του Κλάδου δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος: α)Εάν αποχωρήσουν οπωσδήποτε εκ της εργασίας των μετά την συμπλήρωσιν του 65ου έτους της ηλικίας των και 15ετούς τουλάχιστον χρόνου ασφαλίσεως. β)Εάν αποχωρήσουν οπωσδήποτε εκ της εργασίας των μετά την συμπλήρωσιν του 60ού έτους της ηλικίας των και 35ετούς χρόνου ασφαλίσεως. Προκειμένου περί θηλέων ησφαλισμένων τα κατά τας προηγουμένας περιπτώσεις α΄ και β΄ όρια ηλικίας μειούνται κατά πέντε (5) έτη. γ)Εάν αποχωρήσουν οπωσδήποτε εκ της εργασίας των μετά την συμπλήρωσιν του 58ου έτους της ηλικίας των και 35ετούς χρόνου ασφαλίσεως. Εάν ησφαλισμένος έχει συμπληρώσει το υπό του προηγουμένου εδαφίου οριζόμενον χρόνον ασφαλίσεως, ως και το 56ον έτος της ηλικίας δικαιούται συντάξεως ηλαττωμένης κατά 1/200 της πλήρους συντάξεως, δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ του κατά το προηγούμενον εδάφιον ορίου ηλικίας. 2.Δια τον υπολογισμόν του, υπό της περιπτώσεως γ΄ της προηγουμένης παραγράφου, χρόνου ασφαλίσεως, δεν λαμβάνεται υπ’ όψει ο χρόνος προαιρετικής ασφαλίσεως, ο αναγνωρισθείς ως συντάξιμος χρόνος δυνάμει των διατάξεων των Ν.Δ. 4377/1964, 4378/1964, άρθρον 2 Ν.Δ. 4577/1966 και 4581/1966, ο χρόνος στρατεύσεως, ο χρόνος ασφαλίσεως πλέον των 300 ημερών εργασίας ετησίως, ως και οιοσδήποτε έτερος χρόνος, λογιζόμενος ως συντάξιμος (ανεργίας, ασθενείας κλπ.) δυνάμει ειδικών διατάξεων. Άρθρον 16. Σύνταξις λόγω αναπηρίας. 1.Οι ησφαλισμένοι του Κλάδου δικαιούνται συντάξεως λόγω αναπηρίας δι’ όσον χρόνον κριθούν αρμοδίως ανίκανοι προς εργασίαν: α)Εάν αποχωρήσουν εκ της εργασίας των ως καταστάντες ανάπηροι κατά την έννοιαν της επομένης παραγράφου και επραγματοποίησαν πενταετή τουλάχιστον χρόνον ασφαλίσως. β)Εάν αποχωρήσουν εκ της εργασίας των ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως, εφ’ όσον κατέστησαν ανίκανοι προς εργασίαν λόγω βιαίου συμβάντος επελθόντος κατά την εκτέλεσιν της εργασίας των ή την άσκησιν του επαγγέλματός των και εξ αφορμής αυτών κατά ποσοστόν 67% και άνω. 2.Ο ησφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος, δια την εφαρμογήν του εδαφ. α΄ της προηγουμένης παραγράφου, εάν λόγω παθήσεως, ή βλάβης, ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής, εξαμήνου τουλάχιστον διαρκείας κατά πιστοποίησιν του αρμοδίου δια την διαπίστωσιν της αναπηρίας οργάνου, καθίσταται ανίκανος δια την άσκησιν του επαγγέλματός του κατά ποσοστόν 67% και άνω. Ποσό σύνταξης λόγω γήρατος και αναπηρίας Άρθρ.17..-«1.Το ποσό της σύνταξης λόγω γήρατος και αναπηρίας καθορίζεται ως ακολούθως: Για κάθε χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας λαμβάνεται το 1/35 των κατά την παρ. 3 συντάξιμων αποδοχών μέχρι τα 35 χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας. 2.Σε περίπτωση συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας, το ποσό της σύνταξης δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό που αντιστοιχεί στα 15 χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας. «3.Ως μισθός επί του οποίου υπολογίζεται η σύνταξη λαμβάνεται το 80% του 40πλασίου του κατώτατου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως ισχύει κάθε φορά». Η μέσα σε « » παρ. 3, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 70/25 Φεβρ. / 7 Μαρτ. 1995, (ΦΕΚ Α΄ 49). Το άρθρ. 17 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 66/26 Φεβρ.-16 Μαρτ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 27), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 69/26 Μαΐου 1986), κατωτ. αριθ. 39. Άρθρον 18. Σύνταξις λόγω θανάτου. 1.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου λόγω αναπηρίας ή γήρατος, ή ησφαλισμένου, συμπληρώσαντος 5ετή χρόνο ασφαλίσεως ή ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως, εάν ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν, επελθόν κατά την εκτέλεσιν της εργασίας των ή την άσκησιν του επαγγέλματός των και εξ αφορμής αυτών, τούτων διαπιστουμένων υπό των αρμοδίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ, δικαιούνται συντάξεως: α)Η χήρα. β)Ο άπορος και ανάπηρος χήρος, του οποίου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. γ)Τα γνήσια τέκνα τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα ως και τα υιοθετηθέντα εφ’ όσον ταύτα δεν λαμβάνουν οπωσδήποτε σύνταξιν εκ του Δημοσίου, του Ταμείου, ή ετέρου φορέως κυρίας ασφαλίσεως, και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα εξώγαμα αυτής τέκνα. Υπό τας αυτάς προϋποθέσεις δικαιούνται συντάξεως και αι εν διαζεύξει θυγατέρες: δ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι και προγονοί, εφ’ όσον συνετηρούντο υπό του θανόντος (θανούσης). ε)Οι γονείς (φυσικοί ή θετοί), εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (ή την θανούσαν). στ)Οι, ορφανοί πατρός και μητρός, αδελφοί και αδελφαί, εφ’ όσον η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (θανούσαν). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούται συντάξεως, εάν ο θανών κατά την τέλεσιν του γάμου ήτο ήδη συνταξιούχος, έχων ήδη συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας του, ο δε θάνατος επήλθεν προ της παρόδου διετίας από της τελέσεως του γάμου, εκτός: (Αντί για τη σελ. 834,25) Σελ. 834,25(α) Τεύχος 1324 Σελ. 97 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.28 359 α)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν, ασχέτως εάν τούτο επήλθεν κατά την εκτέλεσιν ή μη της εργασίας ή της ασκήσεως ή μη του επαγγέλματος. β)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον και γ)Εάν η χήρα, κατά τον χρόνον του θανάτου, ετέλει εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. Άρθρον 2. Σκοπός. Σκοπός του «Κλάδου» είναι η ασφάλισις των αναφερομένων εις το άρθρον 3 του παρόντος προσώπων, δια την χορήγησιν κυρίας συντάξεως εις περίπτωσιν επελεύσεως των ασφαλιστικών κινδύνων, της αναπηρίας, του γήρατος ή του θανάτου (άρθρον 1 παράγρ. 3 του Ν. 940/79). Άρθρον 19. Ποσόν συντάξεως μελών οικογενείας. 1.Το ποσόν της συντάξεως ην δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς το 70% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 2.α)Το ποσόν της συντάξεως, την οποίαν δικαιούται έκαστον τέκνον, ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). β)Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων ή κατά την προηγουμένην περίπτωσιν σύνταξις αυτού τριπλασιάζεται μέχρι της συμπληρώσεως των υπό των διατάξεων της περιπτ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 25 οριζομένων ορίων ηλικίας. γ)Το σύνολον πάντως των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως τα 80% του εν λόγω ποσού. δ)Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια του ποσοστού της προηγουμένης περιπτώσεως, η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. 3.α)Οι έγγονοι, προγονοί, γονείς και αδελφοί δικαιούνται συντάξεως, εάν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή επί υπαρχόντων τοιούτων, εφ’ όσον δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών, δεν εξαντλείται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). β)Το ποσόν συντάξεως εκάστου εγγόνου, προγονού, του πατρός, της μη χήρας μητρός ή του αδελφού, ισούται προς τα 20% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), της δε χήρας μητρός εις τα 40% της αυτής συντάξεως. Πάντως το σύνολον των συντάξεων των εγγονών, προγονών και γονέων δεν δύναται να υπερβή, εν ελλείψει χήρας (χήρου) ή τέκνων, το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) ή υπαρχόντων τούτων, το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Αι διατάξεις της περιπτώσεως δ΄ της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 4.Μειουμένου του αριθμού των δικαιουμένων συντάξεων λόγω της οιασδήποτε αιτίας λήξεως του επί τούτου δικαιώματος, το ποσόν της συντάξεως εκάστου δικαιούχου αναπροσαρμόζεται αναλόγως, ως εάν εχορηγείτο σύνταξις ελλείψει του απολειπομένου. Σελ. 834,26(α) Τεύχος 1324 Σελ. 98 Άρθρον 20. Συρροή Συντάξεων. 1.Ουδείς δικαιούται παρά του «Κλάδου» περισσοτέρων της μιας συντάξεως, έστω και αν συντρέχουν πλείονες προς συνταξιοδότησιν αιτίαι. Επί πλειόνων συντρεχουσών συντάξεων λαμβάνεται η μεγαλυτέρα τοιαύτη. 2.Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 14 ουδεμία αίτησις προς απονομήν συντάξεων δύναται να εισαχθή προς συζήτησιν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, εάν ο αιτών δεν έχει εκπληρώσει προηγουμένως τας προς τον «Κλάδον» ασφαλιστικάς υποχρεώσεις του. Το αυτό ισχύει και δια τα μέλη της οικογενείας του θανόντος. Εν περιπτώσει εκληρώσεως των ανωτέρω υποχρεώσεων μετά την παρέλευσιν διμήνου από της κοινοποιήσεως του σχετικού εγγράφου του Ταμείου, το δικαίωμα εις απόληψιν συντάξεως άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός, εκείνου κατά τον οποίον εξεπληρώθησαν αι ως άνω υποχρεώσεις προς τον «Κλάδον». 39.Ι.γ.28 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 360 Άρθρον 21. Υγειονομικαί Επιτροπαί. 1.Αρμοδία δια την διαπίστωσιν της κατά το άρθρον 16 αναπηρίας τυγχάνει η Πρωτοβάθμιος Υγειονομική Επιτροπή του οικείου Υποκαταστήματος ΙΚΑ, του τόπου κατοικίας του ησφαλισμένου, εις την οποίαν παραπέμπεται ο ησφαλισμένος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. 2.Κατά της γνωματεύσεως της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής, επιτρέπεται προσφυγή υπό του ησφαλισμένου και του Ταμείου, ενώπιον της οικείας Δευτεροβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών από της κοινοποιήσεως της γνωματεύσεως. Η υπό του ησφαλισμένου ασκουμένη προσφυγή κατατίθεται εις το Ταμείον. «3.Το Δ.Σ. του Ταμείου μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε νέα ιατρική εξέταση του λόγω αναπηρίας συνταξιούχου. Κατ’ εξαίρεση η αναπηρία θεωρείται οριστική και οι συνταξιούχοι δεν υπόκεινται σε επανεξέταση, εφόσον: α)Έχουν συμπληρώσει το 55 ο έτος της ηλικίας τους, συνταξιοδοτούνται επί 7 έτη συνεχώς και έχουν υποβληθεί σε τρεις τουλάχιστον εξετάσεις από τη υγειονομική επιτροπή κατά την διάρκεια της συνταξιοδότησής τους. β)Έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους, συνταξιοδοτούνται επί 5 έτη συνεχώς και έχουν υποβληθεί σε δύο τουλάχιστον εξετάσεις από την υγειονομική επιτροπή κατά την διάρκεια της συνταξιοδότησής τους. γ)Συνταξιοδοτούνται επί 12 έτη συνεχώς ανεξάρτητα από όριο ηλικίας. δ)Συνταξιοδοτούνται επί 20 έτη συνεχώς ή διακεκομμένα, αλλά από τριετίας συνεχώς, ανεξάρτητα από όριο ηλικίας». Η μέσα σε « » παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 357/11-19 Σεπτ. 1996, (ΦΕΚ Α΄ 231). 4.Αι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων και συνταξιούχων του Κλάδου παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ βαρύνουν το Ταμείον το οποίον αποδίδει ταύτας εις το ΙΚΑ βάσει των υποβαλλομένων υπό τούτου χρεωστικών καταστάσεων. Άρθρον 22. Διαδικασία απονομής συντάξεως. 1.Προς άσκησιν του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, δέον να υποβληθή εις το Ταμείον αίτησις. Αίτησις υποβληθείσα προ της διακοπής του επαγγέλματος θεωρείται πρόωρος και απορρίπτεται. 2.Επί αιτήσεως αναπηρίας ή γήρατος υποβάλλονται τα εξής δικαιολογητικά: α)Το ασφαλιστικόν βιβλιάριον. β)Υπεύθυνος δήλωσις συντεταγμένη βάσει του Ν.Δ. 105/1969 ότι διέκοψε την άσκησιν του επαγγέλματός του λόγω παραιτήσεως ή λόγω ασθενείας, ως και εάν συνταξιοδοτείται εκ του Δημοσίου ή ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Ασφαλίσεως. γ)Έντυπον περιέχον τα στοιχεία του αστυνομικού δελτίου ταυτότητος συμπληρούμενον υπό της υπηρεσίας του Ταμείου. 3.Επί αιτήσεων συντάξεων λόγω θανάτου ησφαλισμένου επισυνάπτονται: α)Τα υπό στοιχεία α΄, β΄ (ως προς την συνταξιοδότησιν ή μη παρ’ ετέρου φορέως) και γ΄ οριζόμενα δικαιολογητικά της προηγουμένης παραγράφου. β)Αντίγραφον ληξιαρχικής πράξεως θανάτου. γ)Πιστοποιητικόν Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής περί της οικογενειακής καταστάσεως του θανόντος, ως και περί των πλησιεστέρων συγγενών του θανόντος. δ)Πιστοποιητικόν παντός αρμοδίου Δικαστηρίου περί αμετακλήτου διαλύσεως ή μη του γάμου. ε)Πράξις νομιμοποιήσεως ή αναγνωρίσεως ή υιοθεσίας τέκνων, εφ’ όσον υπάρχουν τοιαύτα, προκειμένου δε περί θανάτου ησφαλισμένης, ληξιαρχική πράξις δια τα τυχόν εγκαταλειφθέντα εξώγαμα τέκνα αυτής. στ)Πιστοποιητικόν Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής προκειμένου περί αδελφών και εγγονών ότι τυγχάνουν ορφανοί πατρός και μητρός. Προκειμένου περί θανάτου συνταξιούχου απαιτούνται τα ανωτέρω δικαιολογητικά, πλην του υπό στοιχείον α΄ της παραγράφου 2 οριζομένου. 4.Πάντα τα ανωτέρω δικαιολογητικά δύνανται να υποβληθούν και εις μεταγενέστερον χρόνον, ουχί πάντως πέραν του τριμήνου από της υποβολής της αιτήσεως, επί τη παρόδω του οποίου αύτη απορρίπτεται ως αναπόδεικτος. 5.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα εν τη αιτήσει δικαιολογητικά είναι πλήρη, υποχρεούται, όπως εντός μηνός από της υποβολής της αιτήσεως εκδώση την επί ταύτης απόφασίν του. Άρθρον 23. Απόδειξις ηλικίας, συνθέσεως οικογενείας, γάμου και θανάτου. 1.α)Η ηλικία των ησφαλισμένων και των μελών οικογενείας των αποδεικνύεται αποκλειστικώς δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως συνταχθείσης ή διορθωθείσης εντός ενενήκοντα ημερών από της γεννήσεώς των. β)Εν ελλείψει ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως, ως ανωτέρω, η ηλικία αποδεικνύεται αποκλειστικώς των μεν αρρένων δια της εγγραφής εις τα Μητρώα αρρένων και εν ελλείψει τοιαύτης δια της εγγραφής εις τα εν ισχύϊ δημοτολόγια, των δε θηλέων δια της εγγραφής εις τα εν ισχύϊ δημοτολόγια. Εν τη περιπτώσει ταύτη ως ημερομηνία γεννήσεως λογίζεται η 30η Ιουνίου του έτους γεννήσεως. Επί δύο ή πλειόνων εγγραφών ανεξαρτήτως του αν εγένοντο κατόπιν διορθώσεως εις τα αυτά ή διάφορα εν ισχύϊ δημοτολόγια και υπό διάφορον έτος γεννήσεως λαμβάνεται υπ’ όψιν η πρώτη εγγραφή. (Μετά τη σελ.834,26(α) Σελ. 834,261 Τεύχος 1324 Σελ. 99 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.28 361 γ)Μη υπαρχούσης ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως ή εγγραφής εις τα Μητρώα αρρένων ή τα ισχύοντα δημοτολόγια, ως ανωτέρω, η ηλικία βεβαιούται δι’ αποφάσεως της Ειδικής Επιτροπής καθορισμού ηλικίας του ΙΚΑ, αιτήσει του Ταμείου ή του ησφαλισμένου. Δι’ ομοίων αποφάσεων καθορίζεται και το έτος γεννήσεως των ησφαλισμένων ή των μελών της οικογενείας των αιτήσει του Ταμείου, οσάκις προκύπτουν βάσιμοι αμφιβολίαι δια την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεως τούτων εις τα δημοτολόγια. δ)Η ηλικία προσώπων γεννηθέντων εν τη αλλοδαπή, εάν δεν υφίστανται τα εις τας περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου αναφερόμενα αποδεικτικά, αποδεικνύεται δια παντός ετέρου στοιχείου αποδεικνύοντος ταύτην κατά την νομοθεσίαν του Κράτους, εις το οποίον έλαβε χώραν η γέννησις, θεωρουμένου παρά της οικείας Ελληνικής Προξενικής Αρχής. Εάν δεν προσκομίζωνται τοιαύτα στοιχεία ή εκ των προσκομισθέντων στοιχείων προκύπτουν αμφιβολίαι δια την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεως, η ηλικία καθορίζεται κατά τα εν τη προηγουμένη περιπτώσει οριζόμενα. ε)Πάσα αμφισβήτησις περί το έγκυρον ή την ακρίβειαν των αποδεικτικών στοιχείων ηλικίας ερειδομένης επί εγγράφων στοιχείων συντεταγμένων εις ανύποπτον χρόνον επιλύεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, οίκοθεν ή τη αιτήσει του ενδιαφερομένου. 2.Ο γάμος του ησφαλισμένου αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως, ελλείψει δε ταύτης δια πιστοποιητικού της αρμοδίας Μητροπόλεως ή του αρμοδίου Αρχιερατικού Επιτρόπου. Δια τας περιπτώσεις γάμων τελεσθέντων εν τη αλλοδαπή ή τοιούτων ετεροδόξων ο γάμος αποδεικνύεται δια πιστοποιητικού ή βεβαιώσεως των αρμοδίων Θρησκευτικών ή Εκκλησιαστικών Αρχών δεόντως τεθεωρημένου, εν ελλείψει δε τούτων δι’ ενόρκου βεβαιώσεως μαρτύρων. 3.Ο θάνατος αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, προκειμένου δε περί αφάντου δια κηρυσσούσης την αφάνειαν αποφάσεως του δικαστηρίου. 4.Η σύνθεσις της οικογενείας ως και το αμετάβλητον της προσωπικής καταστάσεως του ησφαλισμένου αποδεικνύεται δια πιστοποιητικού του Δημάρχου ή Προέδρου Κοινότητος. Άρθρον 24. Χρόνος και τρόπος καταβολής Συντάξεων 1.Η σύνταξις καταβάλλεται εις τους δικαιούχους εις την αρχήν εκάστου μηνός. Εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου η καταβληθείσα ή οφειλομένη σύνταξις υπολογίζεται δι’ ολόκληρον τον μήνα ανεξαρτήτως ημερομηνίας θανάτου. Σελ. 834,262 Τεύχος 1324 Σελ. 100 2.Η σύνταξις δύναται δι’ αποφασέως του Δ.Σ. του Ταμείου να καταβάλληται και δι’ επιταγών μέσω των ΕΛΤΑ ή ανεγνωρισμένων Τραπεζικών Ιδρυμάτων.. 3.Αι δαπάναι πληρωμής των συντάξεων βαρύνουν τον «Κλάδον». 39.Ι.γ.28 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 362 Άρθρον 25. Έναρξις και λήξις δικαιώματος εις Σύνταξιν 1.Επιφυλασσομένης της εφαρμογής της διατάξεως της παραγρ. 2 του άρθρου 20 το εις σύνταξιν δικαίωμα άρχεται. α)Επί συντάξεως λόγω γήρατος από της 1ης του μηνός του επομένου εκείνου, κατά τον οποίον υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως. β)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας από της ημέρας εκείνης κατά την οποίαν επήλθεν η αναπηρία. γ)Επί συντάξεως μελών οικογενείας από της 1ης του μηνός του επομένου εκείνου κατά τον οποίον επήλθεν ο θάνατος. 2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα λήγει: α)Επί συντάξεως λόγω γήρατος εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίον επήλθεν ο θάνατος του συνταξιούχου. β)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας από της επομένης ημέρας εκείνης, κατά την οποίαν ο ανάπηρος, βάσει αποφάσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, προς την οποίαν δέον να παραπέμπεται ούτος, έπαυσε, να πληροί τας αναλόγους προϋποθέσεις. γ)Επί συντάξεως λόγω θανάτου εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίον συνήφθη νέος γάμος. δ)Επί συντάξεως τέκνων, εγγόνων, προγονών και αδελφών εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίον συνεπλήρωσαν το 18ον έτος της ηλικίας των ή εν περίπτωσει συνεχίσεως σπουδών εις Σχολάς Μέσης ή Ανωτάτης εκπαιδεύσεως το 24ον έτος της ηλικίας των, εφ’ όσον δεν είναι έγγαμοι και δεν εργάζονται ή ασκούν βιοποριστικόν επάγγελμα ή λαμβάνουν σύνταξιν εξ ετέρας πηγής. ε)Επί συντάξεως γονέων εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίον επήλθεν ο θάνατος. 3.Τα κατά την περίπτωσιν δ΄ της προηγουμένης παραγράφου όρια ηλικίας δεν ισχύουν, εφ’ όσον τα πρόσωπα ταύτα είναι ανίκανα προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, της ανικανότητος υφισταμένης κατά τον χρόνον της συμπληρώσεως του 18ου ή του 24ου έτους της ηλικίας, κατά περίπτωσιν, και εφ’ όσον διαρκεί η ανικανότης, ταύτης διαπιστουμένης κατά τας διατάξεις του παρόντος. 4.Η διακοπείσα σύνταξις των θηλέων αγάμων ή διαζευγμένων τέκνων της περιπτώσεως δ΄ της παρ. 2 επαναχορηγείται άμα τη συμπληρώσει του 55ου έτους της ηλικίας των και εφ’ όσον ταύτα εξακολουθούν να είναι άγαμα και δεν εμπίπτουν εις τους περιορισμούς της περιπτώσεως ταύτης, εφαρμοζομένης αναλόγως ως προς την αύξησιν του ορίου ηλικίας των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 19 του Ν. 977/79. Το αυτό εφαρμόζεται και εις περιπτώσεις, κατά τας οποίας δεν εδικαιώθησαν τα ως άνω πρόσωπα συντάξεως, λόγω του επελθόντος θανάτου του δικαιοπαρόχου μετά την συμπλήρωσιν του 24ου έτους της ηλικίας των. Άρθρον 26. Στερήσεις 1.Στερείται του δικαιώματος συντάξεως λόγω αναπηρίας ο ησφαλισμένος ο εκ προθέσεως καταστάς ανάπηρος ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος, η δε ενοχή του αποδεικνύεται δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως. Εάν όμως υπάρχουν πρόσωπα εκ των αναφερομένων εις το άρθρον 18 παρ. 1 του παρόντος, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως της οποίας θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου. 2.Πρόσωπα εκ των κατά το άρθρον 18 παρ. 1 του παρόντος δικαιούμενα συντάξεως, στερούνται παντός επ’ αυτής δικαιώματος, εάν δι’ αποφάσεως Ποινικού Δικαστηρίου ήθελον καταδικασθή δια πράξιν, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. Άρθρον 27. Αναστολή Συντάξεως. Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Εάν και εφ’ όσον χρόνον ο συνταξιούχος εκτίη ποινήν στερητικήν της ελευθερίας μεγαλυτέραν του ενός (1) έτους. Εφ’ όσον όμως υπάρχουν πρόσωπα, τα οποία εν περιπτώσει θανάτου τούτου θα λαμβάνουν σύνταξιν, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως, η οποία θα καταβάλλεται εις ταύτα εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου και δι’ όσον χρόνον στερείται της συντάξεως ο δικαιούχος. β)Εάν και εφ’ όσον χρόνον ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας αδικαιολογήτως δεν προσέρχεται εις την οικείαν Υγειονομικήν Επιτροπήν προς εξέτασιν της καταστάσεώς του. γ)Εάν και εφ’ όσον χρόνον ο συνταξιούχος ήθελεν αναλάβει εκ νέου εργασίαν θεμελιούσαν υποχρέωσιν ασφαλίσεως παρά τω Κλάδω. δ)Εάν και εφ’ όσον χρόνον ο συνταξιούχος ήθελεν αναλάβει εκ νέου εργασίαν θεμελιούσαν υποχρέωσιν ασφαλίσεως παρά Ταμείω κυρίας ασφαλίσεως, εφ’ όσον το εκ της εργασίας ταύτης εισόδημα υπερβαίνη το 35πλάσιον του ημερομισθίου του ανειδικεύτου εργάτου. Άρθρον 28. Παραγραφή. 1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν είναι απαράγραπτον (άρθρον 31 του Ν. 1027/1980). 2.Συντάξεις μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας, κατά την οποίαν κατέστησαν απαιτηταί, παραγράφονται. 3.Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις δια χρόνον προγενέστερον των 6 μηνών από της χρονολογίας, κατά την οποίαν υπεβλήθη εις το Ταμείον η σχετική περί απονομής αυτής αίτησις. 4.Αι διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, αναλόγως. Άρθρον 3. Ασφαλιζόμενα πρόσωπα. Εις την ασφάλισιν του «Κλάδου» υπάγονται υποχρεωτικώς οι κατά νόμον ασκούντες το επάγγελμα του Φωτοειδησεογράφου και του εικονολήπτου Επικαίρων Τηλεοράσεως, εφ’ όσον δεν υπάγονται εις την ασφάλισιν ετέρου φορέως κυρίας ασφαλίσεως δια την αυτήν ή ετέραν εργασίαν (άρθρον 1 παράγρ. 4 του Ν. 940/79). Άρθρον 29. Υποχρεώσεις Συνταξιούχων. 1.Έκαστος συνταξιούχος υποχρεούται όπως καθιστά γνωστήν εις το Ταμείον αμέσως, πάσαν μεταβολήν επερχομένην εις την προσωπικήν και οικογενειακήν κατάστασιν αυτού συνεπεία γάμου, ενηλικιώσεως, θανάτου κ.λπ. και επιφέρουσαν αλλαγήν ή διακοπήν της χορηγουμένης συντάξεως. 2.Η μετά πάροδον μηνός από της επελθούσης μεταβολής γενομένη γνωστοποίησις συνεπάγεται την επιστροφήν των αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών. Άρθρον 30. Τελικαί διατάξεις. Κατά την άθροισιν του συνολικού συνταξίμου χρόνου κλάσμα του έτους κατώτερον των έξ (6) μηνών παραλείπεται, ίσον δε ή ανώτερον του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος. Άρθρον 31. Έναρξις Ισχύος. Η ισχύς του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος άρχεται από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μηνός. (Μετά τη σελ. 834,26) Σελ. 834,27 Τεύχος Ε111 – Σελ. 93 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 39.Ι.γ.28 363 39.Ι.γ.28 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 364 Άρθρον 4. Πρόσωπα εξαιρούμενα της ασφαλίσεως. Εκ των εν άρθρω 3 αναφερομένων προσώπων δεν υπάγονται εις την ασφάλισιν του «Κλάδου»: Σελ. 834,22 Τεύχος Ε111-Σελ. 88 α)Οι παρέχοντες είτε αποκλειστικώς, είτε όχι εργασίαν, ο χρόνος της οποίας υπολογίζεται ως συντάξιμος κατά τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας δια το Δημόσιον, δια τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) και δια τους οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως. β)Οι ασφαλιζόμενοι κατά την εκάστοτε ισχύουσαν νομοθεσίαν εις έτερον φορέα κυρίας ασφαλίσεως. Άρθρον 5. Διοίκησις Κλάδου. 1.Ο Κλάδος διοικείται υπό του Δ.Σ. του ΤΑΙΣΥΤ, αι αρμοδιότητες του οποίου επεκτείνονται αναλόγως και εις αυτόν, η όλη δε υπηρεσία του Κλάδου διεξάγεται δια των υπηρεσιών του Ταμείου. 2.Εις το Δ.Σ. του ΤΑΙΣΥΤ συμμετέχει ως μέλος και εις εκπρόσωπος των ησφαλισμένων φωτοειδησεογράφων, παριστάμενος εις τας συνεδριάσεις του Δ.Σ., οσάκις συζητείται θέμα του κλάδου των. 3.Περί του τρόπου διορισμού και της θητείας του κατά την προηγουμένην παράγραφον μέλους εφαρμόζονται αι περί του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις (άρθρον 5 του Ν. 940/79). Άρθρον 6. Μητρώον του Κλάδου. 1.Παρά τω Ταμείω τηρείται «Μητρώον Ησφαλισμένων» του Κλάδου, κατά το υπό του Δ.Σ. οριζόμενον σύστημα, ενημερούμενον εκ των προκυπτόντων νέων στοιχείων και δια νέων εγγραφών. 2.Δια την τήρησιν και κανονικήν ενημέρωσιν του Μητρώου, ο υπαγόμενος εις την ασφάλισιν υποχρεούται όπως υποβάλη εις το Ταμείον «Δελτίον Απογραφής Ησφαλισμένου» συμπληρών και υπογράφων το παρά του Ταμείου χορηγούμενον εις αυτόν σχετικόν έντυπον. 3.Ωσαύτως έκαστος ησφαλισμένος υποχρεούται όπως εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από της υποβολής της αιτήσεώς του προς ασφάλισιν εις το Ταμείον, καταθέση τα κάτωθι δικαιολογητικά: α)Αντίγραφον ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως ή ελλείψει τοιαύτης πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος εμφαίνον την ηλικίαν των και την εγγραφήν του εις το Μητρώον αρρένων ή το Δημοτολόγιον. β)Προκειμένου περί εγγάμου, πιστοποιητικόν τελέσεως γάμου, πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως, εν περιπτώσει δε υπάρξεως τέκνων πιστοποιητικόν εγγραφής αυτών εις τα Μητρώα των αρρένων δια τα άρρενα και εις τα δημοτολόγια δια τα θήλεα. γ)Προκειμένου περί ησφαλισμένου, προστάτου οικογενείας, πιστοποιητικόν της Δημοτικής ή άλλης Αρχής εμφαίνον το όνομα των παρ’ αυτού προστατευομένων προσώπων. 39.Ι.γ.28 Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλ.Τύπου (ΤΑΙΣΥΤ) 356 4.Άμα τη υποβολή του Δελτίου Απογραφής περί ου η παρ. 2 του παρόντος άρθρου, ο ασφαλιζόμενος εγγράφεται εις το Μητρώον Ησφαλισμένων. Εις το μητρώον αναγράφονται οι ησφαλισμένοι κατ’ αύξοντα αριθμόν, μετά μνείας του τόπου και της χρονολογίας της γεννήσεως. 5.Μετά την εις το Μητρώον εγγραφήν του ησφαλισμένου καταρτίζεται η ατομική αυτού καρτέλλα, ως και ο ατομικός αυτού φάκελλος. 6.α)Το Ταμείον εκδίδει και χορηγεί εις έκαστον ησφαλισμένον άμα της πρώτη υπαγωγή αυτού εις την ασφάλισιν ασφαλιστικόν βιβλιάριον, εις το οποίον αναγράφονται τα ατομικά στοιχεία αυτού και ο αριθμος μητρώου υπό τον οποίον φέρεται εγγεγραμμένος εις το Μητρώον Ησφαλισμένων του Ταμείου. β)Ο ησφαλισμένος υποχρεούται καθ’ εκάστην τριμηνίαν να προσκομίζη το βιβλιάριόν του εις την υπηρεσίαν του Ταμείου, η οποία καταχωρεί εις αυτό τας ατομικάς εισφοράς της ληξάσης τριμηνίας, ως και οιανδήποτε ετέραν μεταβολήν. Άρθρον 7. Λογιστική και Οικονομική Οργάνωσις, Διαχείρισις και Λειτουργία. Τα ισχύοντα εις το ΤΑΙΣΥΤ δια την λογιστικήν και οικονομικήν οργάνωσιν, διαχείρισιν και λειτουργίαν, ως και τον τρόπον διενεργείας προμηθειών ανοικοδομήσεως, αγοράς και εκμισθώσεως ακινήτων, καταθέσεως κεφαλαίων και αγοράς και φυλάξεως χρηματογράφων εφαρμόζονται αναλόγως και εις τον «Κλάδον». «Ο Κλάδος συμμετέχει στις δαπάνες διοίκησης και λειτουργίας του ΤΑΙΣΥΤ, κατά 5%». Το μέσα σε « » εδάφ. προστέθηκε από το άρθρ. 2 Π.Δ. 309/4-17 Σεπτ. 1998, (ΦΕΚ Α΄ 214). Άρθρον 8. Πόροι. Πόροι του «Κλάδου» είναι: α)«Εισφορά του ασφαλισμένου ίση με το 10% του 40πλασίου του κατώτατου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως ισχύει κάθε φορά». Το μέσα σε « » πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 70/25 Φεβρ. / 7 Μαρτ. 1995,( ΦΕΚ Α΄ 49) του οποίου η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρ. 3 αυτού, αρχίζει την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η εισφορά αύτη δύναται να αυξάνεται, δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μέχρι του αθροίσματος των υπέρ του Κλάδου Συντάξεων του ΙΚΑ εισφορών ησφαλισμένου και εργοδότου. Με την Φ.54/1133/18-25 Ιουλ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 467) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων, η εισφορά του ασφαλισμένου της άνω περίπτωσης α΄ καθορίστηκε από 1-9-1985 σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού δημοσίου υπαλλήλου του 10ου κλιμακίου, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. Με την Φ.54Β/1072/23 Ιουν.-7 Ιουλ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 438) αποφ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, η εισφορά της άνω περιπτ. α΄ καθορίστηκε από 1.8.1992 σε ποσοστό 10% επί του 25πλασίου του κατωτάτου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως ισχύει κάθε φορά. β)Οι τόκοι των Κεφαλαίων του «Κλάδου», ως και αι πάσης φύσεως πρόσοδοι της περιουσίας αυτού. γ)Παν έσοδον πραγματοποιούμενον παρ’ αυτού εκ δωρεάς, κληρονομίας, κληροδοσίας ή άλλης αιτίας (άρθρον 2 του Ν. 940/79). Άρθρον 9. Υπόχρεοι προς εισφοράν – Χρόνος και τρόπος αποδόσεως αυτής. 1.Οι ησφαλισμένοι υποχρεούνται εις την καταβολήν ολοκλήρου της εισφοράς των εντός του μηνός του επομένου εκείνου εις ον ανάγεται αύτη. 2.Αι εισφοραί κατατίθενται απ’ ευθείας υπό του ησφαλισμένου εις ίδιον λογαριασμόν του «Κλάδου» παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.